Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήναι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήναι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

ΤΑ “ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΗΘΗ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

 Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε να γράφει τα -ας τα πούμε- πρώιμα διηγήματα του ο Δημ. Χατζόπουλος επιχείρησε μια άκρως αναπαραστατική καταγραφή βασικά του ρουμελιώτικου αγροτικού βίου. Οι αφηγήσεις του δεν περιορίζονταν σε μιά επιφανειακή περιγραφή, αλλά εμβάθυναν στην καθημερινότητα και, ιδιαιτέρως, στην συναισθηματική ζωή των κατοίκων της υπαίθρου. Ο Χατζόπουλος αναδείκνυε τις εσωτερικές συγκρούσεις που διατάρασσαν τον ψυχισμό του αγρότη: από τη μιά τα φυσικά ένστικτα και από την άλλη οι κυρίαρχες προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, η μοιρολατρία, καθώς και οι μικρές ή μεγάλες ζήλιες ή κακίες που χαρακτήριζαν την τότε κοινωνία. Αυτή η έλλειψη ιδεολογικής διάστασης υποδηλώνει μια καθαρά παρατηρητική, σχεδόν εθνογραφική, προσέγγιση της αγροτικής ζωής από τον συγγραφέα.

Μετά από τις συλλογές διηγημάτων «Αγριολούλουδα» (1894), «Ντόπιες ζωγραφιές» (1896), που εκδόθηκαν σε βιβλίο και τα "Λησμονημένα στρατιωτικά" (1895) που δημοσιεύτηκαν στον καθημερινό τύπο της εποχής,  με τη σειρά "Ιστορίες ενός ρεπόρτερ" (1896, 1897) και ακόμη περισσότερο με τα “Αθηναϊκά ήθη” (1900) ο Χατζόπουλος μεταστράφηκε προς την απεικόνιση του άστεως, τη λεγόμενη τότε αθηναιογραφία. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώθηκε στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στη ζωή των αστών και μικροαστών της Αθήνας. Η μεταλλαγή αυτή του Χατζόπουλου σηματοδότησε μια βαθύτερη εμβάθυνση στην αστική πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας την ικανότητα του να αντλεί υλικό από την προσωπική του εμπειρία και να το μεταπλάθει σε εύγλωττη λογοτεχνική ύλη. Η επιλογή αυτή οφείλεται πιθανώς σε μια σειρά από λόγους:

α. Στην προσωπική του αποστασιοποίηση από την επιφανειακή ηθογραφία της υπαίθρου (που έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική με την έκδοση του περιοδικού “Διόνυσος” λίγο αργότερα)

β. Στην επιρροή ευρωπαϊκών ρευμάτων όπως ο νατουραλισμός και ο ψυχολογικός ρεαλισμός με έμφαση στο κοινωνικό περιβάλλον, τη μιζέρια, και τον ντετερμινισμό

γ. Στην επιθυμία του να αποτυπώσει τις ηθικές και υπαρξιακές συγκρούσεις της νεοσύστατης αστικής τάξης

Η επιλογή του αυτή δεν ήταν τυχαία, ήταν μια συνειδητή καλλιτεχνική κατεύθυνση. Παρά τις αντιφάσεις, τις διαρκείς αναζητήσεις, τις αρνήσεις και μεταστροφές που χαρακτήρισαν τη ζωή και το έργο του συγγραφέα η στροφή του προς την αθηναιογραφία εκφράζει μια αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και μια επιτακτική ανάγκη για την αποτύπωση του αστικού τοπίου και των ηθών του. Η επιλογή του δε να στραφεί στην Αθήνα, υποδηλώνει την αναγνώριση της μοναδικότητας και της λογοτεχνικής αξίας της πρωτεύουσας.

Γ.Χ.

°ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ° 31.10.1900

Τα Αθηναϊκά Ήθη

ΑΤΘΙΣ

Μετά τον Γύρον ανήλθομεν εις την δενδροστοιχίαν. Εβαδίζομεν πάντοτε εμπρός, αυτή και εγώ, οπίσω δε η μαμά και η θεία της. Ο κόσμος ήρχετο εκ της πόλεως ν’αναπνεύση, φερόμενος προς την ανοικτήν έκτασιν του Ζαππείου. Εβαδίζομεν βραδέως. Το λυκόφως επήρχετο και διά μέσου του απαλού πέπλου που διεκρίνομεν εις τους περιπατητάς πολλάς φυσιογνωμίας γνωστάς, εχαιρετούσαμεν δε η σύνοδός μου και εγώ. Η ανιαροτέρα των συνηθειών ο χαιρετισμός των περιπατητών. Κλίσεις κεφαλών, μειδιάματα, απ’ εκείνα τα οποία τόσον παραστατικά εζωγράφισε εις εν διηγημά του ο Σούδερμαν, ενίοτε δε και χειραψίαι προς ιδρωμένας χείρας. Η σύνοδός μου ήτο ωραία νεάνις, έφερε μαύρην τουαλέτταν καίτοι δεν είχε πένθος, αψηφούσε την μόδαν, ήτις δια τας δεσποινίδας καταδικάζει τους μαύρους χρωματισμούς άνευ πολλών διατυπώσεων και με τόσην σκληρότητα, όσην καταδικάζει το Στρατοδικείον στρατιώτην απολέσαντα το κομβίον της χλαίνης του. Η εξαιρετική αυτή κλίσις της νεάνιδος προς τον μαύρον χρωματισμόν του ενδύματος δια τους πολλούς ήτο ανεξήγητος, δια τους ευνοούντας την φιλαρέσκειαν της γυναικός είχε τον λόγον, όν λόγον είχε και ο Καλβίνος φέρων παντοτε μαύρον ένδυμα δια να εξαίρη διά της αντιθέσεως τας λευκάς γραμμάς του προσώπου του. Και η επιδερμίς της νεάνιδος ήτο τόσον λευκή. Έβαινε με σεμνόν ύφος, ανασύρουσα ίσως υπέρ το δέον τον ποδόγυρον της δια να δεικνύη κατά την αιωνίαν μέθοδον των φιλαρέσκων γυναικών την κνήμην της, φιλαρέσκειαν, την οποίαν ανήγαγεν εις όρον απαράβατον η Αικατερίνη των Μεδίκων, - διότι η ωραία γυνή, όταν έχη ωραίαν κνήμην δεν οφείλει να την κρύπτη από τα όμματα του κόσμου, αφού το ωραίον δεν είναι κτήμα του ατόμου, αλλά παντός έχοντος οφθαλμούς. Επί της μορφής της εδεικνύετο ουρανία γαλήνη, όλαι αι λεπταί γραμμαί του προσώπου της απέπνεον αβρότητα, παρθενικήν ηδύτητα. Ο Ρουσσώ δεν θα εύρισκεν ωραιότερον τύπον δια να πλάση την Ελοϊζαν του, η Μαντάμ δε Στάελ την ιδεώδη Κορίνναν της, ο Λαματρίνος την εξιδανικευθείσαν Ελβίραν του, ο Γκαίτε την Μαργαρίταν του, ο Μωπασσάν την Ιωάνναν του, ο Σιένγκιεβιτς την Αγγελικήν του. Ενώ εχαιρέτησα μία μικράν ασχημομουρίτσαν η ωραία κόρη μου είπεν αίφνης:

- Την γνωρίζεις αυτήν;

- Ναι.

Και χωρίς να αναμείνη την απάντησίν μου:

- Πως δεν ειμπορώ να βλέπω άσχημες γυναίκες!

Ετόλμησα να παρατηρήσω, ότι εάν δεν υπήρχον τα άσχημα πρόσωπα δεν θα είχομεν την ευτυχή αντίθεσιν των ωραίων προσώπων.

Ανύψωσε τους ώμους.

Ηθέλησα να προχωρήσω ακόμη δια τας ασχήμους γυναίκας και της ανεπόλησα τον γυναικοζωγράφον Ολιβιέ του Μωπασσάν, ο οποίος όταν ήθέλησε να ζωγραφίση την Ονειροπόλον του εδίσταζε τόσον εάν έπρεπε να την κάμη ωραίαν ή άσχημον. Ωραία θα κατέθελγε περισσότερον, θα εσκόρπιζε περισσότερον θέλγητρον, θα ήρεσε καλλίτερον εις τους πολλούς, ενώ άσχημος θα είχε χαρακτήρα, θα εξήγειρε περισσότερον την σκέψιν, θα συνεκίνει πλειότερον, θα είχε βαθυτέραν φιλοσοφίαν.

Εγέλασε και δεικνύουσα τους μαργαρίτας, ους έκρυβε εις τα χείλη, είπε:

- Μα επί τέλους ειμπορεί να συγκινούν τους καλλιτέχνας αι άσχημαι, προς Θεού όμως να μη έχουν και αξιώσεις φιλαρεσκείας!

- Και έχει αξιώσεις αυτή η μικρά;

- Ου! Σαν δαιμονισμένη κάνει εις τα σαλόνια, σας βεβαιώ.

Έπειτα ενώ εχαιρέτα μίαν υψηλήν θελκτικήν νεάνιδα με τον προσηνέστερον τρόπον, έλεγε:

- Αυτή πάλιν τι σου λέγει; Δεν έχει αφήση νέον, που να μη έκαμε κόρτε μαζί του.

Ζωηρόν χρώμα έβαφε τας παρειάς της, εβάδιζε τόρα ελαφρότερον, πνοή βαθείας αγαλλιάσεως κατήρχετο επί του αιγλήεντος προσώπου της. Είχεν υποστεί αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν. Ησθανόμην, ότι ο ιδανικός της αβρότητος τύπος, όν ενόμισα προς στιγμήν, ότι διέβλεπον εις αυτήν, διελύετο ως ελαφρόν νεφίδιον και η κοινωνική αύρα πνεύσασα απεκάλυπτε προ των ομμάτων το πραγματικόν βάθος της ψυχής της ενοικούσης εντός των θελκτικών μεσοφορίων, εντός διεγερτικού ποδογύρου. Το είδωλον της Κορίννας μετεβάλλετο εις κακολόγον επαρχιώτην μεσήλικον, η ποιητική Ελβίρα των ρωμαντικών στίχων των “Ποιητικών Αρμονιών” εγίνετο η Κυρά-Κώσταινα του κήπου των Μουσών, η ποιητική Ελοϊζα η καμωμένη από καρδίαν και αισθήματα μόνον, εξελίσσετο εις την πλύστραν της συνοικίας φέρουσαν τα άπλυτα των πελατών της από την σκάφην της εις τον δρόμον.

Και ο Καλβίνος εφόρει μαύρον πάντοτε ένδυμα δια να αναδεικνύη προ των οφθαλμών των μαθητών του επιβλητικωτέραν την μορφήν του, είχεν εν ωραίον ιδεώδες αγωνιζόμενος υπέρ της θρησκευτικής μεταρρυθμίσεως του κόσμου, αλλ΄η ψυχή του ησθάνετο την μεγαλειτέραν χαράν εν τω ερημητηρίω του της Γενεύης, όταν εμάνθανε τας σφαγάς των οπαδών του. Δια των σφαγών και της καταδιώξεως θ’ ανυψούτο το δόγμα του. Δια των μαρτυρίων και των διωγμών μήπως δεν ιδρύθη ο χριστιανισμός; Δια των διωγμών κατά των ομοφύλων των ζητούν ν’ ανέλθουν εις την συνείδησιν των άλλων και αι γυναίκες σήμερον. Η παρέλασις των γνωστών και αγνώστων μας την ενεψύχωνε πάντοτε εις ένα προπετές και ανερυθρίαστον κατηγορητήριον.

- Την ξέρεις την ***άδου! Μάνα και κόρες του δρόμου.

Πάσα διαμαρτυρία ήτο περιττή. “Αι ***ίδου ήσαν διεφθαρμέναι μέχρι μυελού οστέων, αι ***πούλου χθες ακόμη έκαμαν νέον σκάνδαλον. Η ***άκη. Ας την αυτήν. Τόρα τα τουαλέττας της της τας κάμνει ο τάδε χρηματιστής. Η ***ίδου, άλλο τσανάκι αυτή. Κάθε ημέρα πηγαίνει εις το σπίτι του τάδε. Άλλοτε επήγαινεν εις άλλον. Η ωραία ***πούλου τόρα. Τι, δεν ήξευρα τα προχθεσινά; Που έζων λοιπόν; Το σκάνδαλον της αμάξης, την οποίαν εσταμάτησεν ο αστυφύλαξ. Να και αυτό το μικροκαμωμένο, ο μικρομέγας αυτός ποδόγυρος. Προκλητικώτατον. Δέτε την ***άλλη. Αυτός που τη συνοδεύει και με τον οποίον χαριεντίζεται δεν έχει καμμίαν συγγένειαν. Τι θράσος αυτή η ***” ετόλμησεν ακόμη να είπη δια μίαν νεανίδα, θεωρουμένην ως προσωποποίησιν της ηθικής και της αξιοπρεπείας.

- Αλλ’ αυτή; διέκοψα.

- Τι αυτή δεν τα ξέρετε της Κηφισσιάς;

Εχει βοήξη ο κόσμος. Μόνον σεις δεν τα ξέρετε...

Και διηγήθη νέας ιστορίας, όσον νέα πρόσωπα αντιπαρήρχοντο με ύφος πολύ ζωηρόν. Έπειτα καθώς επηγαίναμεν εις του Γιαννάκη (*) δια το βραδυνόν παγωτόν, εστέναζε ελαφρώς και είπε:

- Πως θα ήθελα να έγραφα! Σεις δεν ξέρετε όλοι σας να γράψετε. Διαβάζω τόσα πράγματα, κανέν αληθές, κανέν κοινωνικόν γράψιμον τίποτε δεν είνε βγαλμένο από την αληθή αθηναϊκήν ζωήν. Γράφετε δια τας Αθήνας ωσεί να έχετε προ των οφθαλμών σας πέπλον. Ήθελα να έγραφα σαν τον Πρεβό, Διαβάζετε Πεβό; Πόσας Μωδ, πόσας Ζακελίνας, πόσους τύπους Μαγδαληνής, Δόρας, Μάρθας, Ιουλιέττας θ’ ανεύρισκα εις την Κηφισσιάν, εις το Φάληρον, εις τς Αθήνας, εις τον Πειραιά. Θα έγραφα ωραία, πολύ ωραία πράγματα. Τι λέτε, μου είπε προσηλούσα την σασαμαίν της επί των αγγελικών οφθαλμών της και βλέπουσα αναιδώς εις τα πέριξ τραπεζάκια:

- Λέγω, ότι θα είχατε ωραίαν γ λ ώ σ σ α ν, της είπα προσφέρων εν κάθισμα.

Μποέμ

_______

* Στη γωνία των οδών Κριεζιώτου και Πανεπιστημίου που λόγω στενότητος οι αθηναίοι ονόμαζαν “τα Δαρδανέλια” υπήρχαν τότε δύο ονομαστά ζαχαροπλαστεία, το ένα απέναντι από το άλλο, το ”Ντορέ” και του “Γιαννάκη”.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

Εφημερίδα “Αθήναι” 29 Απριλίου 1911

ΘΕΑΤΡΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕ ΤΗΝ κ. ΚΥΒΕΛΗΝ

- Η σύμπραξις με την δίδα Κοτοπούλη

- Το θέατρον και οι συγγραφείς

- Περί τζαμπατζήδων

ΚΥΒΕΛΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

Το παλαιόν θέατρον “Βαριετέ” ανακαινίζεται με δωδεκάωρον εργασίαν την ημέραν, υπό το καλλιτεχνικόν βλέμμα του κ. Θεοδωρίδου και την σύμπραξιν αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών, μηχανικών. Ικανός αριθμός μοχθεί. Ωρισμένως την 10ην Μαΐου πρέπει το θέατρον να είνε έτοιμον. Είνε η προσταγή ηθοποιών, κοινού, συγγραφέων, μεταφραστών, απαίτησις του υπαιθρίου αθηναϊκού βίου, ο οποίος ήρχισεν ήδη, ενώ το θέατρον καθυστερεί. Το “Βαριετέ” θα γίνη κομψόν, άνετον θέατρον εφέτος. Ενοικιάσθη δια μίαν δεκαετίαν, με ετήσιον ενοίκιον 6,000 δρχ. Δαπάνη 20,000 δρχ. Δια την κατασκευήν τελείας τέντας, νέας αυλαίας, νέων καθισμάτων – 600 εν όλω – ευπρεπούς εισόδου κ.τ.λ. Η είσοδος, ρυθμός αναγεννήσεως, γίνεται κατά σχέδιον του αρχιτέκτονος κ. Βάκουλη, θα στοιχίση 2,000 δρχ. Είδαμεν χθες και τα νέα προγράμματα του “Βαριετέ”. Σεμνόν, αυστηρόν σχεδίασμα του καλλιτέχνου κ. Ρούμπου. Η Τέχνη τόσον σεμνή, ώστε δεν θα έχη αντιρρήσεις και η αστυνομική κριτική. Δεξιά και αριστερά της η Τέχνη ενώνει εις ευλαβές της προσκύνημα τον Άνδρα και την Γυναίκα. Ευοίωνον σύμβολον ενώσεως. Τις οίδε. Ίσως εφέτος η Τέχνη να ενώση και δύο από τας διαθερμοτέρας αποστόλους της, την κυρίαν Κυβέλην Αδριανού Θεοδωρίδου και την δίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη.

Η Κυβέλη με τον Γεώργιο Παπανδρέου  - τον έρωτα της ζωής της - στο Νταβός της Ελβετίας το 1927

Ο θίασος της κυρίας Κυβέλης ήλθεν από το εξωτερικόν και εφέτος, όπως πάντοτε. Εις την Αλεξάνδρειαν και το Κάϊρον έπαιξε 2 ½ μήνας με καλάς εισπράξεις. Και εις την Αίγυπτον αρέσουν τα ίδια έργα, τα οποία πάιζονται κατ’ εξοχήν εις τας Αθήνας. Από τα ελληνικά έργα αρκετάς παραστάσεις είχαν η “Φωτεινή Σάντρη” και ο “Πειρασμός” του κ. Γρηγορίου Ξενοπούλου. Κατόπιν ο θίασος έδωσε παραστάσεις εις τας Πάτρας και την Σύρον. Τώρα καταρτίζεται δια τον καλοκαιρινόν αγώνα. Θα αποτελεσθή από 17-18 πρόσωπα. Έως την ώραν εξησφαλίσθη η σύμπραξις εις τον θίασον των κυριών Μαρίκου, Γαλάτη, Δημοπούλου, Ταβουλάρη και των κυρίων Γαβριηλίδου, Κούρτελη, Λέοντος, Σάββα, Αγγελάκη,. Αλλ-αν κατορθωθή η σύμπραξις της κυρίας Κυβέλης και της δίδος Κοτοπούλη, τότε ο αριθμός των μελών του θιάσου θα ανέλθη εις 25.

- Η σύμπραξις !

Η σύμπραξις! Θα γίνη ή όχι; Δεν θα είπωμεν υπερβολήν, ότι οι Αθηναίοι ενδιαφέρονται δι’αυτό το ζήτημα ίσως περισσότερον από μίαν θυελλώδη συζήτησιν εις την Βουλήν. Πόσα δεν εδιαβάσαμεν μέχρι τούδε διά την “σύμπραξιν”. Επί τέλους και ο δυσχερέστερος εκλογικός συνδυασμός εις την Ελλάδα δεν θα είχε τόσον μακρόν στάδιον αγωνιωδών διαπραγματεύσεων. Αλλ’ ιδού η κ. Κυβέλη. Το νεανικόν ελαστικόν της παράστημα διαγράφη εν μέσω των ανασκαφών το θεάτρου “Βαριετέ” εις το γλυκύ απαλόν φως του χθεσινού δειλινού. Είνε κομψή κ’ είναι έκφρασις. Παίρνομεν και όρκον, ότι εις το χθεσινόν νερατζοιόχρουν φως του δειλινού δεν είδαμεν ελαφροτέραν Ατθίδα. Διερμηνέυομεν τον θαυμασμόν όλων των συμπολιτών μας˙ τίποτε άλλο. ήτο η γραμμή της νεότητος και εφόρει το θελκτικώτερον καπέλλο χθες εις τας Αθήνας- - αλλά μόνον χθες;

- Κυρία Κυβέλη, ωρισμένως σήμερον πρέπει να μάθωμεν το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η κυρία Κυβέλη γελά το μειδίαμα, το οποίον γνωρίζει το Πανελλήνιον. Τα λέγει όλα και κρατεί μυστικά όλα. Ματαιοπονία να επιμείνωνεν εις την ερώτησιν.

- Τίποτε ακόμα, διότι δεν ήρθεν ακόμα η δ. Κοτοπούλη.

- Το εμαντέυσατε.

- Και έρχεται απόψε ή αύριον;

- Αι πληροφορίαι σας συμπίπτουν με τας ιδικάς μας.

- Κ΄ εντός της αύριον θα γνωρίζομεν ότι αν η δ. Κοτοπούλη δεν εγκαταλείψη την σκηνήν, η σύμπραξις είνε βεβαία;

- Τότε ξέρετε την υπόθεσιν.

- Δηλαδή τίποτε. Αλλά μπορώ να μάθω αν η σύμπραξις θα έχη τελειώση αύριον εις τας 4 και 2’ ;

- Αν την μάθετε εις τας 4 και 5 ;

- Δεν προφθάνω να βγάλω το παράρτημα. Αλλά εις ποίον οφείλεται η ιδέα;

- Την σύμπραξιν την επροτείναμεν ημείς προ διετίας, αλλά προσέκρουσε τότε εις μερικάς δυσκολίας. Τώρα επανελήφθη εκ μέρους της δ. Κοτοπούλη.

- Και διατί αυτός ο πόθος εκατέρωθεν;

- Η κ. Κυβέλη περί θεάτρου

- Ώστε το θέατρον τώρα δεν έχει εκλεκτικότητα;

- Σας παρακαλώ να την ανακαλύψετε.

- Ώστε η γνώμη σας δια το θέατρον;

- Όσο πηγαίνει και πέφτει.

- Αλλ’ αι εισπράξεις;

- Ανεβάινουν εις 800, 900, 1000 δραχμάς την βραδειά με τα σόκιν έργα, τα οποία ζητεί επιμόνως το κοινόν, εις πείσμα της αστυνομίας, η οποία θέλει να το ηθικοποιήση.

Η κυρία Κυβέλη δεν γελά τώρα. Εις τους οφθαλμούς της λάμπει η οργή, αλλά κι’ αυτή με καλλιτεχνικήν λάμψιν, Αναφέρει το πέσιμον της “Κρίνης”του Ουέλς. Δια της βίας την ανεβίβασαν πέρυσι 5 φοράς. Ενθυμείται τας δύο παραστάσεις της “Αντιγόνης”, η πρώτη της οποίας έδωσεν είσπραξιν μόνον 200 δραχμάς. Φρονεί, ότι το θερινόν θέατρον όπως πηγαίνει θα είνε η πτώσις του φιλολογικού θεάτρου εις την Ελλάδα. Το θερινόν θέατρο το απεχθάνεται. Είνε αδύνατον να δείξη ο ηθοποιός τέχνην. Θέλει φωνήν και τίποτε άλλο. Παρ’ όλην δε την επιτυχίαν των ελαφρών έργων, οι θίασοι δεν ανταποκρίνονται εις τας απαιτήσεις των. Σχεδόν τίποτε δεν κερδίζουν από το θερινόν θέατρον. Ότι κάμουν αι χειμεριναί περιοδείαι. Συμπέρασμα: Ανάγκη Εθνικού θεάτρου, με κυβερνητικήν επιχορήγησιν, δια να δημιουργηθή θέατρον τέχνης, θέατρον δια τους ηθοποιούς, θέατρον δια το κοινόν. Τέλος και οι Βούλγαροι έχουν Εθνικόν θέατρον. Πρέπει ν’ αποκτήσωμεν και ημείς.

- Εις το οποίον θα ελαμβάνατε μέρος;

- Με την ψυχήν μου.

- Έχετε νομίζω 11 χρόνια εις το θέατρον πως ευρίσκετε τους ηθοποιούς; εβελτιώθη η ηθοποιία;

- Πολύ. Και το ένδυμά των επίσης.

- Ποιός παίζει καλύτερα.

- Μη τυχόν ήρθατε να μας βάλετε σκάνδαλα; Αρκετά ‘εχομε.

- Τι λέτε λ. χ. δια τον ...

- Δεν λέω τίποτε.

- Θέλω να πω δια τον κ. Κούρτελην λ.χ. ο οποίος μας ακούει τώρα.

- Ο κ. Κούρτελης είνε ο κωμικός του μέλλοντος.

- Και του παρόντος.

- Καταλληλότερος να σας απαντήση είνε ο κ. Κούρτελης.

- Τότε τι δαπανάτε δια τας τουαλέττας σας τον χρόνον;

- Όλα θέλετε να τα μάθετε;

- Να πούμε 5-6 χιλιάδας τον χρόνον.

- Αν σκεφθήτε, ότι ένα φόρεμα με το άλλο στοιχίζει 800-600 δραχμάς, τότε εμαντεύσατε.

- Η μαντεία δεν είνε η αδυναμία μου. Η απάντησις εις ερώτησιν ναι.

- Ερωτήσατε, ορίστε:

- Ποίον έργον σας αρέσει απ’ όλα, όσα επαίξατε μέχρι τούδε;

- Είνε ένα που μου αρέσει πολύ. Η “Τζιοκόντα” του δ’Αννούντσιο, αλλά την εδώσαμεν μιά φορά μονάχα. Αν την εδίναμε δευτέραν φοράν θα ήρχοντο να μας κάψουν δια την μαλλιαρήν μετάφρασιν.

- Ο κ. Χριστομάνος ζηλιάρης δια τον κ. Ξενόπουλον

- Γι’αυτό σας ήρεσε περισσότερον. Και την παλαιάν “Νέαν Σκηνήν” την ονειροπολείτε;

- Πολύ. Αυτή έκαμε το παν. Ο . Χρηστομάνος…

- Τον εκτιμώ πάντοτε, αλλά δεν είμεθα φίλοι. Είνε ζηλιάρης.

- Αλλά καλός.

- Βέβαια, αλλά ζηλεύει πολύ διότι δίνομε τα έργα του κ. Ξενόπουλου. Αλλά μη γράψετε τέτοια πράγματα.

- Αυτό έλειπε τώρα. Και γιατί ζηλεύει δια τα έργα του κ. Ξενόπουλου;

- Δεν ξέρω, αλλά μου είπε: “Δεν έρχομαι στο θέατρόν σας διότι ανεβάζετε τον Ξενόπουλο”.

- Και σεις τι λέτε δια τον κ. Ξενόπουλον;

- Ο μόνος που στέκεται στο θέατρο.

- Προς Θεού μη το πήτε δυνατά και τ’ακούσουν οι άλλοι.

- Μα αφού είναι η γνώμη μου.

- Τότε διαφέρει.

- Και δια τους δημοσιογράφους τι λέτε;

- Όλοι τους είναι κακοί.

- Κι’ εγώ;

- Σεις εξαιρείσθε, αφού είσθε παρών. Αλλ’ όλοι είνε κακοί. Γράφουν αν σας έχουν φίλον, άλλως συκοφαντούν. Φθάνουν, όταν θέλουν να σας κτυπήσουν, μέχρι του να πουν πως το τάδε έργον, που θα παιχθή είναι σόκιν, δια να μην έρθουν αι γυναίκες.

- Κι’ αυτές έρχονται.

- Καλέ, ζητούν την επέμβασιν της αστυνομίας να μη δοθή το έργον.

- Αλλ’ ελησμονήσαμε κάτι. Τι φρονείτε δια την δεσποινίδα Κοτοπούλη;

- Τα καλύτερα πράγματα.

- Πως βρίσκετε το παίξιμό της;

- Εγώ δεν βλέπω τους ηθοποιούς πως παίζουν, δεν ευκαιρώ, αλλ’ η δ. Κοτοπούλη εις το “Βασιλικόν” έπαιζε τόσον ωραία.

- Α, ώστε τώρα δεν…

- Για να σας πω παραγινήκατε.
- Μάλιστα έχετε δίκαιον. Κι’ αν συμπράξετε πως θα παίζετε;

- Μιά το ένα βράδυ κ’ η άλλη το άλλο. Πρέπει να ξεκουραζόμαστε κιόλας.

- ΄Ωστε δεν θα παίξετε ποτέ μιά βραδειά κ’ η δύο;

- Αυτό δεν θα σας το είπη κανείς. Μάλιστα θα παίζωμε κ’ οι δύο εις το ίδιον έργον πολλές φορές.

- Και τι θα παίξετε εφέτος;

- - Είνε πολλά πράγματα στα σκαριά. Από τα πρωτότυπα θα δώσωμε ένα του κ. Ιωσήφ με τον τουρκικόν τίτλον “Ισδλαάρ”, δύο τρίπρακτα του κ. Ξενόπουλου, το “Χερουβείμ” και τας “Αρσακειάδας” και μία μονόπρακτον τραγωδίαν του ιδίου το “Ψυχοσάββατον”.

- Δεν μου λέτε μήπως ελησμόνησα να σας ερωτήσω κάτι που έπρεπε να σας ερωτήσω;

- Σαν τι;

- Ξέρω κι’ εγώ. Τι φρονείτε λ.χ. δια τους τζαμπατζήδες;

Η κυρία Κυβέλη εις την μνείαν των υπερόχων αυτών όντων εχάρισε το σατανικώτερον μειδίαμά της. Και είπεν:

- Α, αυτοί δεν θέλουν την πρώτην θέσιν, σκαμνάκι στα πόδια και σπάζουν τα μπαστούνια των από το κτύπημα ν΄αρχίσωμε γλήγωρα.

Εις την είσοδον του ανασκαπτομένου θεάτρου ενώ έφευγα συνήντησα όμιλον ανθρώπων παρακολουθώντων με αγωνίαν τας επισκευάς του θεάτρου. Είς επροχώρησε ζωηρώς,

- Έ, κύριε, τι σας είπεν η κ. Κυβέλη;

- Δια την σύμπραξιν.

- Σ΄αυτό θα έρθωμε κατόπιν. Αλλά πρώτον δια τα δημοσιογραφικά εισιτήρια. Θα είνε διαρκή εφέτος ή θα ισχύουν δια μίαν μόνον βραδειά;

- Ώστε είσθε τζαμπατζής;

Έστριψε τον μύστακα.
- Μάλιστα, κύριε, μπας και σας προσέβαλα;