Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθηναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθηναίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Ο Δημ. Χατζόπουλος “Πεζοπόρος”

 Τον Οκτώβρη του 1919 ο Δημ. Χατζόπουλος ξεκίνησε μία σειρά χρονογραφημάτων με υπογραφή “Πεζοπόρος”, ψευδώνυμο που ήδη υποδήλωνε και το αντικείμενο με το οποίο είχε πρόθεση να ασχοληθεί. Η στήλη του, στην πρώτη σελίδα του “Εμπρός”, σιγά σιγά αντικατέστησε αυτήν του ”Φορτούνιο” (ψευδώνυμο του Σπύρου Μελά) πράγμα που δείχνει ότι ο εκδότης -Δημήτριος Καλαποθάκης - του  είχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Περιέργως τον πρώτο καιρό ο “Πεζοπόρος” ασχολήθηκε με θέματα άσχετα, π.χ.  τις 20 Οκτωβρίου έγραψε ένα σκωπτικό άρθρο για τους προικοθήρες,  τις 22 Οκτωβρίου το θέμα ήταν τα κούμαρα, τις 26 Οκτωβρίου τα ξενυχτάδικα στην Αθήνα της Belle Époque  (πιστεύω να καταφέρω να το δημοσιεύσω σε μία από τις προσεχείς αναρτήσεις),  κλπ. Σταδιακά μα σταθερά όμως άρχισε να στρέφεται σε περιγραφές περιπάτων, περιηγήσεων και ταξιδιών, αρχικά στα πέριξ της Αττικής, αργότερα σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Τα χρονογραφήματα αυτά, χαρούμενα και ανάλαφρα ήταν παρ’όλα αυτά λεπτομερείς, διεξοδικές, τοπογραφικές περιγραφές των τοπίων και της διαδρομής.
Έγραψε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου για τον «Πεζοπόρο»: «… Εκπληκτική, απίστευτη μεταβολή του ανθρώπου της καρέκλας σε μανιώδη και ακούραστον ορειβάτη. Ο οδοιπόρος Μποέμ δεν περνούσε. Παρατηρούσε, μελετούσε, σημείωνε και μετρούσε. Έγραφε μια τοπογραφική, να πούμε, περιγραφή της θαυμάσιας χώρας που δεν την επιχείρησε κανένας ως τώρα. Με την παράδοξη αυτή στροφή της ενέργειάς του έγινεν ο πρωτοπόρος της πορείας στις ημέρες σας. Το παράδειγμά του, οι επίμονες περιγραφές του, χρησίμευσαν πολύ για να δημιουργηθή το σημερινόν πνεύμα της φυσιολατρείας» .

 Η Μονή Κλειστών  στην Πάρνηθα φωτογραφημένη από το Δημ. Χατζόπουλο

Οι ώρες πεζοπορίας σε δύσβατους δρόμους, μονοπάτια και κατσάβραχα  έγιναν όλο και πιο πολλές, σε σημείο εξουθενωτικό, τόσο που στο τέλος αναγκάστηκε να αλλάξει ψευδώνυμο.  Πράγματι τις 7 Νοεμβρίου 1923 στο υστερόγραφο του χρονογραφήματος “Η χώνη του Ασωπού Β’“ γράφει: “…συνηθισμένος να πεζοπορώ 18-22 ώρας και ήδη μη δυνάμενος, ένεκα βλάβης του ποδός μου εκ των μακρών πεζοποριών, να βαδίζω περισσότερον των 10-12 ωρών, … δεν δικαιούμαι προς το παρόν της υπογραφής Πεζοπόρος, ως εκ τούτου υπογράφομαι Αθηναίος”.
Συνέχισε να γράφει σαν «Αθηναίος», ασχολούμενος πάντα με την πεζοπορία και την φυσιολατρία μέχρι τον Απρίλη του 1927.
Οι περιηγήσεις του Δημ. Χατζόπουλου συνδυάστηκαν με φωτογραφήσεις των τοπίων και μνημείων στις διάφορες περιοχές. Η πολύχρονη και συστηματική προσπάθειά του δημιούργησε ένα φωτογραφικό αρχείο για το οποίο ήταν υπερήφανος. Σε χρονογράφημά του με τίτλο “Αττικαί φωτογραφίαι”, στις 20 Μαρτίου 1923, γράφει για τις εκατοντάδες φωτογραφίες που έχει σημειώνοντας ότι «όλαι αυταί αι θελκτικαί απεικονίσεις, εκδιδόμεναι θα ήταν αληθιναί αποκαλύψεις».* Πράγματι, θα ήταν μια πραγματική αποκάλυψη να μπορούσαν να σταχυολογηθούν και να εκδοθούν όλες αυτές οι φωτογραφίες…  

Το 1926 έγραψε ένα άρθρο που κατά κάποιον τρόπο προσπαθούσε να δικαιολογήσει την απόφαση του να  περιορίσει την μανιακή πεζοπορία και να αλλάξει ψευδώνυμο, το παραθέτω πιο κάτω γιατί πιστεύω ότι είναι διαφωτιστικό.

Εμπρός 21 08 1926

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ

ΚΑΦΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΝ

Χθες έπινα καφφέν με τον νεαρόν συνάδελφον κ. Αναστάσιον Πεζοπόρον – εγώ είμαι μυίγα απέναντί του – και άλλους, ότε προσήλθε ο συνάδελφος κ. Αδαμαντίδης, κρατών το “Ελεύθερον Βήμα”.

- Κύριε Αναστάσιε, είπε, είδατε τι σας γράφουν εδώ;

Ο Αναστάσιος εκάπνιζε εκείνην την στιγμήν τεράστιον σιγάρον Αβάνας, διανοίξας δε τα χείλη ηρώτησε απλώς με το ολυμπίως γαλήνιον ύφος του:

- Με υβρίζουν ή με απομιμούνται; Το πρώτον με τέρπει, διότι είνε υγιεινώς ανθρώπινον, ενώ το δεύτερον είνε χαμηλότατα ανθρώπινον.

Ο συνάδελφος κ. Αδαμαντίδης είπε:

- Ποιούν εύφημον μνείαν δια σας.

- Ασφαλώς θα κάμνητε κάποιο λάθος, είπε ο Αναστάσιος. Ουδέποτε υπήρξε άνθρωπος, όστις να ανέφερε το όνομά μου με καλοσύνην. Δεν είμεθα εις το Τιρόλον, κ.τ.λ. εδώ. Αείποτε με καθύβρισαν, διότι υπήρξα δημιουργός άλφα φυσιολατρικής καταστάσεως. Απομιμηταί μου λυσσούν μοχθηρότατα εναντίον μου.

- Και όμως λόγιος τις σας αναφέρει εδώ ευφήμως.

Εξετύλιξε το “Ελεύθερον Βήμα”.

- Εμέ να αναφέρει “λόγιος” ευφήμως; Παρεξήγησις θα συμβαίνη. Χειρότεροι από όλους  οι λόγιοι ουδέποτε αντελήφθησαν τρίχα από την προσπάθειάν μου.

Ο. κ. Αδαμαντίδης ανέγνωσε εκ της εφημερίδος χωρίον εκτενούς ωραίας εις στρωτήν, “ανδρικήν” καθαρεύουσαν, συγκρατημένην γλώσσαν περιγραφής “Αλεξανδρινής ακτής.” Έλεγε τούτο: “Ολόκληρος η ακτή του Ραμλίου είνε σταθμολογημένη. Κάθε δέκα λεπτά υπάρχει και από ένας σταθμός. Δια τα πόδια του συναδέλφου Πεζοπόρου, του Γαργαντούα αυτού των αποστάσεων, ολόκληρος η ακτή είνε μεζές. Αγ. Αριστοκλής.”

Ο Αναστάσιος εμόρφασε. Έπειτα είπε:

- Ευχαριστώ τον κύριον, ότι με εθυμήθη. Ομολογώ, ότι είνε κάτι να ευρίσκητε ανήρ εκεί κάτω εις την Αίγυπτον, να εμθυμήται παρεκβατικώς την ταπεινότητά μου.

- Αλλά διατί εμορφάσατε; ηρώτησε κάποιος.

- Δια την αποδιδομένην σημασίαν εις κάτι κατηραμένον, εις την πεζοπορίαν μου. Όχι, φίλοι μου, δεν υπήρξα αθλητής. Κάποια άλλη ήτο η αποστολή μου ως Άλφα ανθρώπου. Η αλήθεια είνε, ότι περιπάτησα, εβάδισα πολύ, παραπολύ, - και 19 ώρας το ημερονύκτιον, - ίσως δε να μην εβάδισε κανείς κουραστικώτερον ομού εις την Αττικήν, την Βοιωτίαν, κάποια άλλα μέρη. Αλλά όχι εξ αθλητικού σκοπού. Χιλιάκις όχι. Η “τοπογραφική” εργασία μου με εξηνάγκασε εις τας εκπληκτικώτατας πεζοπορίας. Δουλειά, πως το λέγουν. Και πολύ απερισκέπτως εφέρθην. Έφθειρα τους τένοντας εκ της καταχρήσεως και τώρα φευ! δεν δύναμαι να βαδίσω ανέτως πέραν των 12 ωρών ημερισίω, δι΄αυτό αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ παν μέσον συγκοινωνίας, όταν πρόκειται να επιταχύνω την εργασίαν μου. Η μεγαλυτέρα μου πικρία είνε να με εκλαμβάνουν ως αθλητήν δρόμου, κάτι άσχετον με την αποστολήν μου.

- Τι φρονείτε περί πεζοπορίας;  ήρώτησε ο φιλοπεριεργότερος όλων.

- Ότι ουδέν καταστρεπτικώτερον του οργανισμού από αυτήν. Πρέπει να είνε κανείς γίγας δια να μη θραυσθή. Αν είχον δε την δύναμην θα απέτρεπον πάντα άνθρωπον εξ αυτής.

- Και όμως την επροπαγανδίσατε.

- Ναι, αλλά δια τους τιμίους, όχι δια τους κακούς απομιμητάς.

                                                                       ΑΘΗΝΑΙΟΣ

 

*  Ο Δ. Χατζόπουλος, «Πεζοπόρος» στην Πάρνηθα”, διάλεξη του Λεωνίδα Κουρή, μεταλλειολόγου, πρώην Νομάρχη Ανατολικής Αττικής στην 5η Συνεδρίαση του δέκατου Συμπόσιου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρίας Αχαρνών -21 Οκτωβρίου 2010 – Δεύτερη ημέρα.

https://eleftherovima.wordpress.com/2011/11/01/

https://eleftherovima.files.wordpress.com/2011/11/cebbceb5cf89cebdceb9ceb4ceb1cf83-cebd-cebacebfcf85cf81ceb7cf83-cebcceb5-cf84cebfcebd-cf80ceb5ceb6cebfcf80cf8ccf81cebf-cf83cf84ceb7cebd.pdf

 

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Ο Δημ. Χατζόπουλος μιλάει για το έργο του

Σε ένα από τα τελευταία άρθρα της περιόδου “Πεζοπόρος”-”Αθηναίος” με τον κάπως αποπροσανατολιστικό τίτλο ”Αττική”, ο Δημ. Χατζόπουλος κάνει ένα απολογισμό του όλου έργου του, εξηγώντας με λεπτομέρειες την πορεία που τον οδήγησε στην “τοπογραφική - φυσιολατρική” - όπως την ονομάζει ο ίδιος- αρθρογραφία. Ξενίζει το γεγονός της παντελούς έλλειψης οποιασδήποτε αναφοράς στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, το Αγρίνιο, πράγματι στο άρθρο γράφει ότι “... τα πρώτα μου παιδικά χρόνια διήλθον εις την Κέρκυραν...”, ενώ στην πραγματικότητα στην Κέρκυρα έφτασε στα χρόνια του λυκείου, κάθε άλλο παρά παιδί λοιπόν. Πιθανώς να είναι και αυτή μία από τις ηθελημένες ανακρίβειες για τις οποίες μιλάει στο άρθρο.

Εφημερίδα “Εμπρός” 10 Μαρτίου 1927

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ

ΑΤΤΙΚΗ

Αρχίζουν τα εαρινά πικ-νικ, τα τόσον προσφιλέστατα εις τους αθηναίους και τας αθηναίας από μακρότατα χρόνια. Όλαι αι αθηναϊκαί εξοχαί έχουν την ιστορίτσαν των. Την ενθυμούνται πολλοί και πολλαί. Γέροι και γρηούλαι την αφηγούνται, την ανευρίσκει επίσης έκαστος εις τας παιδικάς του αναμνήσεις, αλλά και την διαβάζει εις όσας ολίγας περιγραφάς ξένων περιηγητών έχομεν απο του προπαρελθόντος αιώνος. Αίφνης μας αναφέρει αρκετά ο Τσάντλερ περί της αθηναϊκής φυσιολατρείας (18ος αιών.) Και επί τουρκοκρατίας εξέδραμον οι αθηναίοι οικογενειακώς εις τας εξοχάς την Κυριακήν, τας εορτάς. Τούτο εφηρμόζετο καθ΄όλην την Ελλάδα. Εκ των ευρυτάτων τοπογραφικών μελετών μου επί έτη εκράτησα σημειώσεις επί του θέματος. Είνε γοητευτικά ανέκδοτα, αφελείς αφηγήσεις καλού φυσιολατρικού βίου. Αείποτε δε συνήθιζον οι εκδρομείς εις τας εξοχάς να φέρουν φαγητά μαζί των και να ψήνουν οβελίας εις τα δάση, εις τα όρη, παρά πηγάς, όπου εκοιμούντο, ανεπάυοντο, ετραγουδούσαν, εχόρευον. Σώζονται και σχετικά θελκτικά σκίτσα χρονολογούμενα προ διακοσίων ετών. Η φυσιολατρεία εις την Αττικήν και την λοιπήν Ελλάδα ανέχει, λόγω προαιωνίων παραδόσεων, και φυσιολατρικόν χαρακτήρα. Έχω συγκεντρώσει παρόμοια στοιχεία από των ομηρικών χρόνων μέχρι των χθεσινών και αν ποτέ μου ήτο δυνατόν να εύρω καιρόν θα έγραφον ενδιαφέρουσαν μονογραφίαν περί φυσιολατρείας εις τον τόπον μας. Την άνοιξην και το θέρος καθ΄όλην την Ελλάδα με ιδιαιτέραν αγάπην μεταβαίνουν κάθε Κυριακήν και εορτήν ομάδες εις εκδρομήν παρά πηγήν, εις δάση, εις εξωκκλήσια, εις ρεματιάς, εις ακτάς και ψήνουν αμνόν. Οι νέοι και αι νέαι περιπατούν περί τα πέριξ. Παναρχαιοτάτη η φυσιολατρεία αύτη. Την ήσκησα επίσης ως άτομον ανήκον εις το κοινωνικόν περιβάλλον. Και ενθυμούμαι ποία ζωηρωτάτη εκδρομική, φυσιολατρική κίνησις υπήρχεν εις τας Αθήνας. Ο Υμηττός, η Χελιδονού, ο Κοκκιναράς, το Πεντελικόν, η Παρνης (ολιγώτερον) εγέμιζον τας Κυριακάς και εορτάς από χιλιάδας αθηναίων και πειραιέων. Επίσης το Δαφνίον, ο Σκαραμαγκάς, το Πέραμα. Ομοίως τα χωρία της Μεσογαίας, του θριασίου, χάρις εις την σιδηροδρομικήν συγκοινωνίαν. Αμαρούσιον δε και Κηφισία, Ηράκλειον και Χαλάνδριον, Βουλιαγμένη μετεβάλλοντο εις εμποροπανηγύρεις. Αείποτε ελάτρευε, όπως και επόθει ο λαός τον αέρα, το φώς, τον ήλιον, το ύδωρ, την πηγήν, το λουτρόν. Ποίος παλαιός αθηναίος και ποία παλαιά αθηναία δεν ενθυμούνται όλα αυτά. Έχομεν και το βιβλίο του ιατρού κ. Μιχαλέα. Και πόσαι εκλεκτικώταται καθημεριναί εκδρομαί, ομαδικαί διαδρομαί, φαιδρά πικ-νικ εγίνοντο τότε με αφέλειαν, με ειλικρίνειαν, χωρίς κανένα στόμφον και χωρίς καμμίαν επίδειξιν, χωρίς προέδρους, αρχηγούς, θεατρινισμούς, ρεζιλίκια. Εις αυτά τα πρώτα φύλλα του “Εμπρός” απαντώνται σχετικαί περιγραφαί μου. Αλλά άγνωστος ήτο η Αττική υπό “τοπογραφικήν” μελέτην. Με είλκυε πάντοτε αυτή η ιδέα. Άλλως προτού συμπληρώσω το εικοστόν έτος της ηλικίας μου εξεδηλωθην “φυσιολατρικώς”. Τα “Αγριολούλουδα” μου (ενθουσιασμός του Μιχαήλ Μητσάκη) αι “Εντόπιαι Ζωγραφίαι” μου (ύμνοι του Βλάση Γαβριηλίδου) έκαμον εντύπωσιν. (Δι΄ εμέ αηδίας). Και μίαν ημέραν εδημοσίευσα εις μακράν σειράν άρθρων πλήρη περιγραφή των πηγών, των κοιλάδων, των δασών, των βουνών της Πάρνηθος. Εις την “Ακρόπολιν”. Νέος κόσμος μου απεκαλύφθη και δια τους άλλους επίσης. Από πικ νικ η φυσιολατρεία ήρχισε να γίνηται “άσχετος προς ομαδικάς εκδρομάς” αφοσίωσις. Περιέγραψα τότε αρκετήν Αττικήν, Βοιωτίαν, Παρνασσίδα, Εύβοιαν, Θεσσαλίαν, μερικάς Κυκλάδας, Κέρκυραν, Κεφαλληνίαν, Ήπειρον, Πελοπόννησον. Ούτε γνωρίζω τι έγινον τα νεανικά μου εκείνα “λαογραφήματα”. Πολύ θα ήθελα να επανεύρισκον μόνον την περιγραφήν της Πάρνηθος. Έφυγα. Μακρά παραμονή εις την ξένην, κοινωνιολογικαί, αισθητικαί σπουδαί. Άλλοι ορίζοντες. Δέκα χρόνια, Κεντρική Ευρώπη, Βορράς, Ευκολίαι ζωής, άμεσος απόκτησις της φύσεως. Αυθημερόν εξεδράμομεν εις τα δάση της Κοπενάγης. Καλοκαίρια επερνούσαμεν εις την Σουηδίαν, εις την σαξωνικήν Ελβετίαν, εις το Τιρόλον, εις τον Μέλανα Δρυμόν, εις της Σαίρεν της Φιννλανδιας, εις τους παγετώνες της Νορβηγίας, εις, εις, εις. Είδον και εμελέτησα φύσιν, αλλά παρετήρησα κατά ποίον τρόπον είνε ανεπτυγμένη η φυσιολατρεία εκεί. Σωρούς περιγραφών εδημοδίευσα επί έτη, εις ελληνικά έντυπα σχετικώς. Ήρεμος, αθόρυβος, ομαλή, βαθεία, αγνή. Όχι κοσμική κίνησις, εξωφάνεια, ρεκλάμα. Εξ άλλου προ ολίγων ετών, ότε επανεπισκέφθην και τον Βορράν, σας έδοσα πολλάς εικόνας ζωής και φύσεως. Όταν επέστρεψα εις την πατρίδα μου επαναγεννήθη η αγάπη προς την Αττικήν, ης είμαι τέκνον εξ απαλών ονύχων. Τα πρώτα μου παιδικά χρόνια διήλθον εις την Κέρκυραν, εκεί δε ηγάπησα το πρώτον την φύσιν. Το όρος Παντοκράτωρ μου είνε πασίγνωστον όπως η πλατεία του Συντάγματος και όμως δεν του αφιέρωσα ούτε γραμμήν ακόμη. Δια πόσα άλλα. Που καιρός. Αυτήν την φοράν μεστωμένος από τινάς θεμελιώδεις γνώσεις εσυστηματοποίησα δια πολυετούς εργασίας εις το ύπαιθρον την τοπογραφίαν μου. Είνε έργον “ξηρώς επιστημονικόν” διότι επεδίωξα τούτο “συστηματικώς”, με μέθοδον, μελέτην, επιμονήν, υπομονήν, κόπους, θυσίας. Απέπνιξα παν “λυρικόν στοιχείον”. Έδωσα “συγκρατημένας” εικόνας. Συνέπτυξα εις την φράσιν ιστορικάς, ασχαιολογικάς, γεωγραφικάς, λαογραφικάς, εδαφικάς γνώσεις. Δια το κάθε τι που ωμίλησα προειργάσθην. Μόνοι οι ειδικοί και “έχοντες κατανόησιν του θέματος” (αυτό δε είνε το παν) δύνανται να εκτιμήσουν την “σοβαρότητα” του έργου. Μετά την Αττικήν επεξέτεινον το έργον μου αλλού. Αλλά τίποτε δεν εξέδοσα. “Ό,τι δεν είναι δημοσιευμένον”, δεν το αντιπροσωπεύει. Όπως εδήλωσα πολλάκις έχει επίτηδες “λάθη” προς ενέδραν αντιγραφέων, απομιμητών. Έργον μου αληθές είνε το ό,τι έχω διορθωμένον, εις ιδιαιτέραν συλλογήν ογκώδη. Αν θα εκδοθεί κάτι, μόνο από αυτήν αξίζει. Τα άλλα είνε μηδέν. Δεν ειξεύρω αν θα τα εκδόσω ή θα τα καύσω καμμίαν ημέραν, όπερ το πιθανώτερον, όπως και συνηθίζω. Και σκέπτομαι, ότι αυτό πρέπει να γίνη. Διότι “εγώ” εχάρην, έκαμα ότι ήθελον. Προς τους αχαρίστους, αγνώμονας, προς τους θορυβοποιούς, προς τους αντιγραφείς, απομιμητάς, προς τους μικροτάτους, προς τους “τυραννουμένους” εκ της επιδράσεώς μου δεν αξίζει να μείνει ούτε γραμμή επιστημονικού έργου. Ομιλών εξ επιγνώσεως λέγω, ότι η Ελλάς, είνε νηπιώδης πνευματικώς χώρα υπό έποψιν εκτιμήσεως επιστημονικής εργασίας “ευρίσκεται ακόμη εις τα χρονογραφήματα,” όταν κοπάδια λεγομένων διανοουμένων μένουν υπόδουλα μιάς κοινοτάτης επιστημονικής εργασίας, όπως η ιδική μου, την οποίαν κάμνουν και κυριακάτικην κεπτεδοεκδρομήν. Σκέπτομαι τι θα εγίνοντο ευρύτεραι, γενναιότεραι, βαρύτεραι, σοβαρώτεραι επιστημονικαί εργασίαι εις τον τόπον μας, όπως εις πολιτισμένας χώρας. Κλωτσοσκούφιον του πρώτου τυχόντος θεματογράφου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ