Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Περιοδικό μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Περιοδικό μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

ΤΑ “ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΗΘΗ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

 Από τα πρώτα χρόνια που άρχισε να γράφει τα -ας τα πούμε- πρώιμα διηγήματα του ο Δημ. Χατζόπουλος επιχείρησε μια άκρως αναπαραστατική καταγραφή βασικά του ρουμελιώτικου αγροτικού βίου. Οι αφηγήσεις του δεν περιορίζονταν σε μιά επιφανειακή περιγραφή, αλλά εμβάθυναν στην καθημερινότητα και, ιδιαιτέρως, στην συναισθηματική ζωή των κατοίκων της υπαίθρου. Ο Χατζόπουλος αναδείκνυε τις εσωτερικές συγκρούσεις που διατάρασσαν τον ψυχισμό του αγρότη: από τη μιά τα φυσικά ένστικτα και από την άλλη οι κυρίαρχες προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, η μοιρολατρία, καθώς και οι μικρές ή μεγάλες ζήλιες ή κακίες που χαρακτήριζαν την τότε κοινωνία. Αυτή η έλλειψη ιδεολογικής διάστασης υποδηλώνει μια καθαρά παρατηρητική, σχεδόν εθνογραφική, προσέγγιση της αγροτικής ζωής από τον συγγραφέα.

Μετά από τις συλλογές διηγημάτων «Αγριολούλουδα» (1894), «Ντόπιες ζωγραφιές» (1896), που εκδόθηκαν σε βιβλίο και τα "Λησμονημένα στρατιωτικά" (1895) που δημοσιεύτηκαν στον καθημερινό τύπο της εποχής,  με τη σειρά "Ιστορίες ενός ρεπόρτερ" (1896, 1897) και ακόμη περισσότερο με τα “Αθηναϊκά ήθη” (1900) ο Χατζόπουλος μεταστράφηκε προς την απεικόνιση του άστεως, τη λεγόμενη τότε αθηναιογραφία. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώθηκε στην ψυχολογία των χαρακτήρων και στη ζωή των αστών και μικροαστών της Αθήνας. Η μεταλλαγή αυτή του Χατζόπουλου σηματοδότησε μια βαθύτερη εμβάθυνση στην αστική πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας την ικανότητα του να αντλεί υλικό από την προσωπική του εμπειρία και να το μεταπλάθει σε εύγλωττη λογοτεχνική ύλη. Η επιλογή αυτή οφείλεται πιθανώς σε μια σειρά από λόγους:

α. Στην προσωπική του αποστασιοποίηση από την επιφανειακή ηθογραφία της υπαίθρου (που έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική με την έκδοση του περιοδικού “Διόνυσος” λίγο αργότερα)

β. Στην επιρροή ευρωπαϊκών ρευμάτων όπως ο νατουραλισμός και ο ψυχολογικός ρεαλισμός με έμφαση στο κοινωνικό περιβάλλον, τη μιζέρια, και τον ντετερμινισμό

γ. Στην επιθυμία του να αποτυπώσει τις ηθικές και υπαρξιακές συγκρούσεις της νεοσύστατης αστικής τάξης

Η επιλογή του αυτή δεν ήταν τυχαία, ήταν μια συνειδητή καλλιτεχνική κατεύθυνση. Παρά τις αντιφάσεις, τις διαρκείς αναζητήσεις, τις αρνήσεις και μεταστροφές που χαρακτήρισαν τη ζωή και το έργο του συγγραφέα η στροφή του προς την αθηναιογραφία εκφράζει μια αυθεντική καλλιτεχνική αναζήτηση και μια επιτακτική ανάγκη για την αποτύπωση του αστικού τοπίου και των ηθών του. Η επιλογή του δε να στραφεί στην Αθήνα, υποδηλώνει την αναγνώριση της μοναδικότητας και της λογοτεχνικής αξίας της πρωτεύουσας.

Γ.Χ.

°ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ° 31.10.1900

Τα Αθηναϊκά Ήθη

ΑΤΘΙΣ

Μετά τον Γύρον ανήλθομεν εις την δενδροστοιχίαν. Εβαδίζομεν πάντοτε εμπρός, αυτή και εγώ, οπίσω δε η μαμά και η θεία της. Ο κόσμος ήρχετο εκ της πόλεως ν’αναπνεύση, φερόμενος προς την ανοικτήν έκτασιν του Ζαππείου. Εβαδίζομεν βραδέως. Το λυκόφως επήρχετο και διά μέσου του απαλού πέπλου που διεκρίνομεν εις τους περιπατητάς πολλάς φυσιογνωμίας γνωστάς, εχαιρετούσαμεν δε η σύνοδός μου και εγώ. Η ανιαροτέρα των συνηθειών ο χαιρετισμός των περιπατητών. Κλίσεις κεφαλών, μειδιάματα, απ’ εκείνα τα οποία τόσον παραστατικά εζωγράφισε εις εν διηγημά του ο Σούδερμαν, ενίοτε δε και χειραψίαι προς ιδρωμένας χείρας. Η σύνοδός μου ήτο ωραία νεάνις, έφερε μαύρην τουαλέτταν καίτοι δεν είχε πένθος, αψηφούσε την μόδαν, ήτις δια τας δεσποινίδας καταδικάζει τους μαύρους χρωματισμούς άνευ πολλών διατυπώσεων και με τόσην σκληρότητα, όσην καταδικάζει το Στρατοδικείον στρατιώτην απολέσαντα το κομβίον της χλαίνης του. Η εξαιρετική αυτή κλίσις της νεάνιδος προς τον μαύρον χρωματισμόν του ενδύματος δια τους πολλούς ήτο ανεξήγητος, δια τους ευνοούντας την φιλαρέσκειαν της γυναικός είχε τον λόγον, όν λόγον είχε και ο Καλβίνος φέρων παντοτε μαύρον ένδυμα δια να εξαίρη διά της αντιθέσεως τας λευκάς γραμμάς του προσώπου του. Και η επιδερμίς της νεάνιδος ήτο τόσον λευκή. Έβαινε με σεμνόν ύφος, ανασύρουσα ίσως υπέρ το δέον τον ποδόγυρον της δια να δεικνύη κατά την αιωνίαν μέθοδον των φιλαρέσκων γυναικών την κνήμην της, φιλαρέσκειαν, την οποίαν ανήγαγεν εις όρον απαράβατον η Αικατερίνη των Μεδίκων, - διότι η ωραία γυνή, όταν έχη ωραίαν κνήμην δεν οφείλει να την κρύπτη από τα όμματα του κόσμου, αφού το ωραίον δεν είναι κτήμα του ατόμου, αλλά παντός έχοντος οφθαλμούς. Επί της μορφής της εδεικνύετο ουρανία γαλήνη, όλαι αι λεπταί γραμμαί του προσώπου της απέπνεον αβρότητα, παρθενικήν ηδύτητα. Ο Ρουσσώ δεν θα εύρισκεν ωραιότερον τύπον δια να πλάση την Ελοϊζαν του, η Μαντάμ δε Στάελ την ιδεώδη Κορίνναν της, ο Λαματρίνος την εξιδανικευθείσαν Ελβίραν του, ο Γκαίτε την Μαργαρίταν του, ο Μωπασσάν την Ιωάνναν του, ο Σιένγκιεβιτς την Αγγελικήν του. Ενώ εχαιρέτησα μία μικράν ασχημομουρίτσαν η ωραία κόρη μου είπεν αίφνης:

- Την γνωρίζεις αυτήν;

- Ναι.

Και χωρίς να αναμείνη την απάντησίν μου:

- Πως δεν ειμπορώ να βλέπω άσχημες γυναίκες!

Ετόλμησα να παρατηρήσω, ότι εάν δεν υπήρχον τα άσχημα πρόσωπα δεν θα είχομεν την ευτυχή αντίθεσιν των ωραίων προσώπων.

Ανύψωσε τους ώμους.

Ηθέλησα να προχωρήσω ακόμη δια τας ασχήμους γυναίκας και της ανεπόλησα τον γυναικοζωγράφον Ολιβιέ του Μωπασσάν, ο οποίος όταν ήθέλησε να ζωγραφίση την Ονειροπόλον του εδίσταζε τόσον εάν έπρεπε να την κάμη ωραίαν ή άσχημον. Ωραία θα κατέθελγε περισσότερον, θα εσκόρπιζε περισσότερον θέλγητρον, θα ήρεσε καλλίτερον εις τους πολλούς, ενώ άσχημος θα είχε χαρακτήρα, θα εξήγειρε περισσότερον την σκέψιν, θα συνεκίνει πλειότερον, θα είχε βαθυτέραν φιλοσοφίαν.

Εγέλασε και δεικνύουσα τους μαργαρίτας, ους έκρυβε εις τα χείλη, είπε:

- Μα επί τέλους ειμπορεί να συγκινούν τους καλλιτέχνας αι άσχημαι, προς Θεού όμως να μη έχουν και αξιώσεις φιλαρεσκείας!

- Και έχει αξιώσεις αυτή η μικρά;

- Ου! Σαν δαιμονισμένη κάνει εις τα σαλόνια, σας βεβαιώ.

Έπειτα ενώ εχαιρέτα μίαν υψηλήν θελκτικήν νεάνιδα με τον προσηνέστερον τρόπον, έλεγε:

- Αυτή πάλιν τι σου λέγει; Δεν έχει αφήση νέον, που να μη έκαμε κόρτε μαζί του.

Ζωηρόν χρώμα έβαφε τας παρειάς της, εβάδιζε τόρα ελαφρότερον, πνοή βαθείας αγαλλιάσεως κατήρχετο επί του αιγλήεντος προσώπου της. Είχεν υποστεί αιφνιδίαν μεταμόρφωσιν. Ησθανόμην, ότι ο ιδανικός της αβρότητος τύπος, όν ενόμισα προς στιγμήν, ότι διέβλεπον εις αυτήν, διελύετο ως ελαφρόν νεφίδιον και η κοινωνική αύρα πνεύσασα απεκάλυπτε προ των ομμάτων το πραγματικόν βάθος της ψυχής της ενοικούσης εντός των θελκτικών μεσοφορίων, εντός διεγερτικού ποδογύρου. Το είδωλον της Κορίννας μετεβάλλετο εις κακολόγον επαρχιώτην μεσήλικον, η ποιητική Ελβίρα των ρωμαντικών στίχων των “Ποιητικών Αρμονιών” εγίνετο η Κυρά-Κώσταινα του κήπου των Μουσών, η ποιητική Ελοϊζα η καμωμένη από καρδίαν και αισθήματα μόνον, εξελίσσετο εις την πλύστραν της συνοικίας φέρουσαν τα άπλυτα των πελατών της από την σκάφην της εις τον δρόμον.

Και ο Καλβίνος εφόρει μαύρον πάντοτε ένδυμα δια να αναδεικνύη προ των οφθαλμών των μαθητών του επιβλητικωτέραν την μορφήν του, είχεν εν ωραίον ιδεώδες αγωνιζόμενος υπέρ της θρησκευτικής μεταρρυθμίσεως του κόσμου, αλλ΄η ψυχή του ησθάνετο την μεγαλειτέραν χαράν εν τω ερημητηρίω του της Γενεύης, όταν εμάνθανε τας σφαγάς των οπαδών του. Δια των σφαγών και της καταδιώξεως θ’ ανυψούτο το δόγμα του. Δια των μαρτυρίων και των διωγμών μήπως δεν ιδρύθη ο χριστιανισμός; Δια των διωγμών κατά των ομοφύλων των ζητούν ν’ ανέλθουν εις την συνείδησιν των άλλων και αι γυναίκες σήμερον. Η παρέλασις των γνωστών και αγνώστων μας την ενεψύχωνε πάντοτε εις ένα προπετές και ανερυθρίαστον κατηγορητήριον.

- Την ξέρεις την ***άδου! Μάνα και κόρες του δρόμου.

Πάσα διαμαρτυρία ήτο περιττή. “Αι ***ίδου ήσαν διεφθαρμέναι μέχρι μυελού οστέων, αι ***πούλου χθες ακόμη έκαμαν νέον σκάνδαλον. Η ***άκη. Ας την αυτήν. Τόρα τα τουαλέττας της της τας κάμνει ο τάδε χρηματιστής. Η ***ίδου, άλλο τσανάκι αυτή. Κάθε ημέρα πηγαίνει εις το σπίτι του τάδε. Άλλοτε επήγαινεν εις άλλον. Η ωραία ***πούλου τόρα. Τι, δεν ήξευρα τα προχθεσινά; Που έζων λοιπόν; Το σκάνδαλον της αμάξης, την οποίαν εσταμάτησεν ο αστυφύλαξ. Να και αυτό το μικροκαμωμένο, ο μικρομέγας αυτός ποδόγυρος. Προκλητικώτατον. Δέτε την ***άλλη. Αυτός που τη συνοδεύει και με τον οποίον χαριεντίζεται δεν έχει καμμίαν συγγένειαν. Τι θράσος αυτή η ***” ετόλμησεν ακόμη να είπη δια μίαν νεανίδα, θεωρουμένην ως προσωποποίησιν της ηθικής και της αξιοπρεπείας.

- Αλλ’ αυτή; διέκοψα.

- Τι αυτή δεν τα ξέρετε της Κηφισσιάς;

Εχει βοήξη ο κόσμος. Μόνον σεις δεν τα ξέρετε...

Και διηγήθη νέας ιστορίας, όσον νέα πρόσωπα αντιπαρήρχοντο με ύφος πολύ ζωηρόν. Έπειτα καθώς επηγαίναμεν εις του Γιαννάκη (*) δια το βραδυνόν παγωτόν, εστέναζε ελαφρώς και είπε:

- Πως θα ήθελα να έγραφα! Σεις δεν ξέρετε όλοι σας να γράψετε. Διαβάζω τόσα πράγματα, κανέν αληθές, κανέν κοινωνικόν γράψιμον τίποτε δεν είνε βγαλμένο από την αληθή αθηναϊκήν ζωήν. Γράφετε δια τας Αθήνας ωσεί να έχετε προ των οφθαλμών σας πέπλον. Ήθελα να έγραφα σαν τον Πρεβό, Διαβάζετε Πεβό; Πόσας Μωδ, πόσας Ζακελίνας, πόσους τύπους Μαγδαληνής, Δόρας, Μάρθας, Ιουλιέττας θ’ ανεύρισκα εις την Κηφισσιάν, εις το Φάληρον, εις τς Αθήνας, εις τον Πειραιά. Θα έγραφα ωραία, πολύ ωραία πράγματα. Τι λέτε, μου είπε προσηλούσα την σασαμαίν της επί των αγγελικών οφθαλμών της και βλέπουσα αναιδώς εις τα πέριξ τραπεζάκια:

- Λέγω, ότι θα είχατε ωραίαν γ λ ώ σ σ α ν, της είπα προσφέρων εν κάθισμα.

Μποέμ

_______

* Στη γωνία των οδών Κριεζιώτου και Πανεπιστημίου που λόγω στενότητος οι αθηναίοι ονόμαζαν “τα Δαρδανέλια” υπήρχαν τότε δύο ονομαστά ζαχαροπλαστεία, το ένα απέναντι από το άλλο, το ”Ντορέ” και του “Γιαννάκη”.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Πως η μουσική του Richard Wagner επηρέασε την ελληνική ποίηση

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος, γνωστότερος ως Μήτσος, συνέδεσε το όνομά του με την ελληνική λογοτεχνία, το χρονογράφημα και την κριτική, συμμετέχοντας ενεργά από μικρή ηλικία στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής του. Με τα χρονογραφήματά του, τα διάσπαρτα διηγήματά του, τα άρθρα, τις μεταφράσεις, την έκδοση βιβλίων, καθώς και ως συνεκδότης του περιοδικού «Διόνυσος» με τον Ι. Καμπύση, ο Μήτσος Χατζόπουλος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο, προσωπικό λογοτεχνικό προφίλ.
Αν και διαφορετικός από τον αδελφό του, ο Μήτσος Χατζόπουλος μοιράστηκε μαζί του κοινές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Και οι δύο υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του βαγκνερισμού. Στο Μήτσο Χατζόπουλο οφείλουμε την σημαντική μελέτη «Η επανάσταση των λέξεων» που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” της 14/1/1900 με υπογραφή “Μποέμ”, όπου για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά αναδεικνύεται, με αναλυτικότητα και ευγλωττία, η βαθιά επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στους Έλληνες συμβολιστές ποιητές.
Σε αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, ο Χατζόπουλος επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις μεταμορφώσεις που υπέστη η ελληνική γλώσσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Απομακρυνόμενος από τις εξισώσεις του δημοτικισμού, ο κριτικός αναλύει πώς η επίδραση του βαγκνερισμού επηρέασε τόσο καθαρευουσιάνους όσο και “μαλλιαρούς” ποιητές.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πόσο πιο σαφώς θα μπορούσε να εξαρτήσει κανείς την νέα μορφή έκφρασης στην ποίηση από τη μουσική;» Εστιάζοντας ιδιαίτερα στο έργο του Βάγκνερ, ο Χατζόπουλος παραθέτει παραδείγματα από τη «νεοδημοτική» ποίηση, αναφερόμενος σε ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Καμπύσης, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Μαλακάσης και ο Βασιλικός (ψευδώνυμο του αδελφού του) που «... ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων».
Ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της βαγκνερικής επιρροής, ο Χατζόπουλος αναφέρει τη «σκοτεινή» ποίηση του Γιάννη Καμπύση, η οποία, όπως υποστηρίζει, αποδίδει «ἕναν παλμὸν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ὀρχήστρας».
Λίγες σελίδες πιο κάτω παρατίθεται ένα ποίημα του Κώστα Χατζόπουλου (με ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός), που φαίνεται να πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κείμενο του αδελφού του Μήτσου, παρόλο που στο άρθρο δεν γίνεται βέβαια συγκεκριμένη μνεία (θα το βρείτε στο τέλος του κειμένου).
Γ.Χ.

Η επανάστασις των λέξεων” υπό Μποέμ
“Το Περιοδικό μας” 14 Ιανουαρίου 1901

Πάντοτε ησθάνθην και αισθάνομαι κάποιαν απέχθειαν προς τας λέξεις, απέχθειαν η οποία νομίζω, ότι θα προέρχηται από ειλικρινή αγάπην προς αυτάς. Ό,τι αγαπά τις με πάθος δεν δύναται παρά να αισθάνεται εις στιγμάς παροξυσμού ψυχικού και μίσος προς αυτό. Ό,τι μάς είνε αδιάφορον, ο,τι μας κινεί την περιφρόνησιν δεν δύναται να γεννήση εις την ψυχήν μας το αίσθημα του μίσους. Αλλά νομίζω ακόμη, ότι η απέχθειά μου προς τας λέξεις δεν προέρχεται εντελώς εκ της μεγάλης αγάπης μου προς αυτάς. Υπάρχει και αφορμή εκτάκτως διάφορος. Αισθάνομαι, ότι η πρώτη αποστροφή προς τον κόσμον των λέξεων μου εγεννήθη, όταν άνεκάλυψα εν τη εργασία μου ότι πολλοί ευρύτερον εύρον και ευρίσκουν την απόστασιν ήτις χωρίζει τας λέξεις από τας αισθήσεις. Εάν επρόκειτο να εξομολογηθώ μετά συντριβής ενώπιον πνευματικού καλλιτέχνου θα ωμολόγουν, ότι η σκέψις μου, η αίσθησις μου εβάδισε μάλλον παραλλήλως προς τας λέξεις δι’ ών έξεφράσθη αυτή παρά συμφυώς και ομοουσίως. Δεν θα υπάρξη δε αντίρρησις, ότι οι αληθείς λάτρεις των λέξεων ουδέποτε κατόρθωσαν να συλλάβουν ταύτας ασφαλώς, να τας υποτάξουν εις την δημιουργικήν πνοήν των, να τας μεταβάλουν εις μαλακήν λάσπην με την οποίαν να ζυμώσουν τον χρυσόν της σκέψεως και να εκφράσουν το αίσθημά των κατ’ευθείαν, αμέσως άνευ κωλύματος, πάναγνον από την πηγήν της ’Ιδέας. Υπάρχει εις την περίπτωσιν ταύτην μυστήριον, εις το οποίον όσον τις εμβαθύνει τόσον διαυγέστερον βλέπει και κρίνει ότι ο κόσμος των αισθημάτων και ο κόσμος των λέξεων συμπίπτουν και συνταυτίζονται όσον ο φυσικός κόσμος και ο μεταφυσικός. Όσον και αν φαίνωνται συμφυείς και αδελφικαί αι ιδιότητες αύται τόσον χωρισμέναι απ’ αλλήλων είνε εν τη βαθυτάτη ρεαλιστική διεισδύσει, εν τη μυστική περιπλανήσει των ονείρων. Το μόνον μέσον υπελείπετο να είνε διά τον καλλιτέχνην η άρνησις η παντελής του κόσμου των λέξεων και η ολοσχερής καταφυγή του εις τον κόσμον της αισθήσεως και της σκέψεως, εις τον μέγαν και απέραντον κόσμον της εν σιγή ενεργείας. Και ενθυμούμαι ακόμη το χαρμόσυνον ψυχικόν ρίγος, το οποίον ησθάνθην, όταν ήκουσα τον Ίσλανδόν του Ίψεν Ζάτζεζρ, τον όντα ποιητήν διά τον έχοντα κατά την ιδίαν του βαθειάν έκφρασιν το δώρον του πόνου, λέγοντα προς τον Βασιλέα του ζητούντα να θυσιάση απέναντι ενός στέμματος τα ποιήματά του εκείνα, τα όποια δεν είδον ακόμη το φως, τα ποιήματά του τα εγρηγορούντα εις τας πτυχάς του εγκεφάλου του :

Τα ποιήματα αυτά είνε πάντοτε τα ωραιότερα.

Ώ ! εάν υπάρχη τι ωραίον εις την τέχνην, βεβαίως θα υπάρχη εκείνο, το οποίον δεν έλαβε ποτέ σχήμα και έκφρασιν, παλμόν και ζωήν, το οποίον είνε ωραίον διότι εις την νεφελώδη του υπόστασιν έχει τόσους σπόρους αλήθειας και τόσην θερμήν ενέργειαν.

Εις την Ελληνικήν φιλολογίαν ο κόσμος των λέξεων υπέστη ριζικήν και μεγάλην επανάστασιν κατά τα τελευταία έτη. Αι λέξεις έπαυσαν διά τούς αληθείς τεχνίτας να είναι είδος ωραίων πανοπλιών κρεμασμένων εις τον τοίχον και από τας όποιας εκλέγει τις οποίον θα ήθελε να περιβληθή, καμαρώνων μετά την αμφίεσιν πρό του καθρέπτου του.

Τοιαύτην εντύπωσιν τουλάχιστον αισθάνομαι όταν αναγινώσκω σελίδας γραμμένας προ της παρελθούσης δεκαετίας είτε εις την δημοτικήν, είτε εις την καθαρεύουσαν. Αι σελίδες αύται βεβαίως έξακολουθούν ακόμη να γράφωνται και εν πλειονότητι μάλιστα, αλλ’ αι σελίδες αύται απέναντι των νέων σελίδων τας οποίας φέρει εις φώς η συντελουμένη επανάστασις των λέξεων δεν ανήκουν παρά εις το παρελθόν. Γιά ιδέτε, γύρω σας, εις ότι φυλλάδιον, η περιοδικόν, η εφημερίδα, εις όσα έντυπα τέλος πόσαι ξηραί, άψυχοι, ψυχραί πανοπλίαι λέξεων και ύφους υπάρχουν. Αφθονία καλουπιών γλώσσης δημοτικής, γλώσσης καθαρευούσης. Λούσατε εις πηγήν υψηλού όρους, εις μίαν βρύσιν του Παρνασσού τους οφθαλμούς της διανοίας σας, σύρατε την ψυχήν σας εις κόσμον ωραιότερον του κόσμου που ζήτε, έλθετε εις ιδανικωτέρους ορίζοντας και παρατηρήσατε εν μέσω πανοπλιών των αψύχων, των λαξευτών λέξεων, θα ίδετε ένα νέον κόσμον λέξεων, νεφελωδώς εναργό, μίαν νέαν πνευματικήν κοινωνίαν ασχημάτιστον έτι, εις ατελή σύστασιν, η όποία αγωνίζεται να θερμάνη τας πανοπλίας των ψυχρών λέξεων και να δώση εις αυτάς την ζωήν του απολύτως ωραίου, τον παλμόν της ιδανικής σκέψεως, την αοριστίαν του μυστικισμού, προ παντός δε μίαν πρωτοφανή εκδήλωσιν, αόριστον και ασύλληπτον ως το ά ρ ω μ α του φωτός, μίαν μουσικήν απήχησίν,—θα ίδετε μίαν πνευματικήν κοινωνίαν μουσικοποιούσαν τας λέξεις, εγχύνουσαν εις αυτάς περισσότερον ήχον από την μέχρι τούδε ψευδή των λάμψιν. Η πεζή σύνθεσις των λέξεων παντός ότι γράφεται εκ δημοσιογραφικής ορμήσεως εις τας ελληνικάς εφημερίδας, παντός ότι γράφεται εις τα εικονογραφημένα περιοδικά με την χαμηλήν αντίληψιν και τας οπισθοδρομικάς ιδέας, η φουσκωμένη ατμόσφαιρα των λέξεων των ρητόρων των δικαστηρίων, ο μονότονος χρωματισμός των λέξεων των ακουομένων από τας πανεπιστημιακός έδρας και των απαντωμένων εις τας εγκυκλίους των Υπουργείων αποπνίγει διά τα ώτα τα συνηθίσαντα εις την μονοτονίαν ταύτην τον μουσικόν αυτόν ήχον, όν αφίνουν αι λέξεις της μικράς πνευματικής κοινωνίας, ήτις έπανεστάτησε παρ’ ημίν τελευταίως τον μυστηριώδη κόσμον των λέξεων.

Η επανάστασις αύτη των λέξεων έλαμψε δια μίαν στιγμήν ωραίαν λάμψιν εις τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος εις την τελευταίαν τεχνοτροπίαν του Σολωμού, εις τας πλήρεις μυστικισμού μουσικάς εκείνας συμφωνίας των ατελών κομματιών της τελευταίας του ποιήσεως,(*) έπειτα παρήλθον δεκάδες ετών, καθ’ άς η επανάστασις απεπνίγη διά να εκδηλωθή μάλλον καρποφόρα εις την εποχήν μας. Η επανάστασις των λέξεων είχε, λοιπόν, την αρχήν της εις την ποίησιν, εις το είδος αυτό της τέχνης το μάλλον συμφυές με την ψυχήν του τεχνίτου και εκείθεν επήλθεν εις τον πεζόν λόγον. Η εισαγωγή του ελευθέρου ρυθμού τελευταίως εις την ποίησιν υπεβοήθησε μεγάλως την επανάστασιν τών λέξεων, την μουσικοποίησιν αυτών, από την εισαγωγήν δε της μουσικής εις τον στίχον, έλαβε μουσικόν τόνον και η φράσις του πεζού λόγου. Φυσική δε η εξήγησις της μουσικοποιήσεως των λέξεων των στίχων και των λέξεων των πεζογραφημάτων παρά των ανταρτών τεχνιτών μας σήμερον. Ό,τι έγινε και αλλού όπου καλλιεργείται η Ιδέα δεν ηδύνατο παρά να γίνη και εδώ από τούς τεχνίτας τούς ειλικρινείς και αγνώς καλλιεργούντας ταύτην. Αφ’ ότου η κλίσις του κόσμου των τεχνιτών εξεδηλώθη ζωηρά προς την μουσικήν δεν ηδύνατο παρά να επιδράση η μουσική εις την ποίησιν, η μία τέχνη επί της άλλης. Είτε εξ ενσυνειδήτου ενεργείας, είτε εξ ασυνειδήτου εξεδηλώθη εκ της κλίσεως ταύτης προς την μουσικήν, τάσις προς μουσικοποίησιν των λέξεων, τάσις προς σπουδήν υπολογιστικήν η ορμέμφυτον των μουσικών ιδιοτήτων των λέξεων, του χρώματος του ήχου αυτών. Παραδόξως δε, η μάλλον πολύ συνεπώς η μουσικοποίησις των λέξεων εγένετο και γίνεται με πολλήν λεπτότητα και καλαισθησίαν, κατά τους επιδεξίους νόμους.

Οί περισσότεροι των γραφόντων υπό την επήρειαν της επαναστάσεως των λέξεων συχνάζουν σήμερον εις τα κοντσέρτα της «Μουσικής Εταιρίας» και του «Ωδείου», όπου πολλάκις αν δεν υπάρχη εκτέλεσις μουσικής αξία της εκτελουμένης μουσικής, ακούει τις κάποτε αληθείς καλλιτέχνας και καλλιτέχνιδας. Αρκετοί δε των νέων συγγραφέων μας και ποιητών μας έχουν ταξειδεύση ταξείδια προσκυνήματος προς τας Τέχνας εις την Γερμανίαν και την Γαλλίαν, πολλοί δε τούτων δεν έλειψαν από του να επισκεφθούν ευλαβώς και τον ναόν του Βάγνερ εις το Μπάϋροιτ. Εις την ζωηρώς, λοιπόν, εκδηλουμένην αυτήν κλίσιν προς την μουσικήν των νέων τεχνιτών παρουσιάζεται και η τέχνη σήμερον εν Έλλάδι μάλλον μουσικοποιημένη.

Γενικώτερον δε η ποίησις σήμερον έχει την ιδέαν τέχνης μάλλον ρ ε ο ύ σ η ς παρά λαξευτής, πλέον δονουμένης παρά σταθεράς, μάλλον ικανής να θίξη τας λεπτυνθείσας ψυχάς μας διά της επιβολής του ήχου. Δεν το διακηρύσσει αυτό η νεωτέρα κριτική σήμερον, η ομιλούσα εκ της εναργείας των αποτελεσμάτων της μουσικής επαναστάσεως των λέξεων εις τας φιλολογίας, αυτό το ίδιον προείπεν η υψηλή αντίληψις του Ταίν, του όποιου τους άλλοτε λόγους με όχι πολλήν έκπληξιν ενθυμούνται οι τεχνίται σήμερον. «Δεν θα παρέλθουν πεντήκοντα έτη και η ποίησις θα διαλυθή εν τη μουσική» είπεν ο φιλόσοφος. Οι Βαγνερισταί δε σήμερον προχωρούν, θαρραλεότερον, ενισχυόμενοι εκ του μουσικού ποιητικού έργου των ποιητών και αποφαίνονται ότι η μουσική θα εκμηδενίση τας άλλας τέχνας, αι οποίαι σήμερον δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να υποβοηθούν το έργον της μουσικής.

Και η επανάστασις αυτή των λέξεων έφερε φυσικά την επανάστασιν των δύο γραφομένων παρ’ ημίν γλωσσών αι οποίαι αργά η γρήγωρα θα καταλήξη να γίνουν μία, αδιάφορον ποία. Σήμερον χάρις εις την επανάστασιν των λέξεων εισήλθομεν ίσως και εις την λύσιν του γλωσσολογικού ζητήματος. Δεν έχομεν πλέον όπως προ δεκαετίας δημοτικήν και καθαρεύουσαν, αλλ’ έχομεν μίαν γλώσσαν είτε δημοτικώς γράφεται αύτη, είτε καθαρευόντως, παλλομένην από μουσικούς τόνους παρά γλυπτήν ως άψυχος πέτρα. Δημοτική και καθαρεύουσα εις τα γραφόμενα παρά των νεωτέρων είνε λέξεις και έννοιαι, αναφερόμεναι εις το παρελθόν.

Πρό δεκαπενταετίας θα ηδύνατο να ομιλή τις περί καθαρευούσης και δημοτικής, σήμερον δύναται να ομιλή περί νεο καθαρευούσης και περί νεο δημοτικής. Έχομεν δηλ και σήμερον διγλωσσίαν, αλλά διγλωσσίαν τείνουσαν να διαπλάτη μίαν γλώσσαν. Έχομεν την γλώσσαν την διαπλασθείσαν από τούς ορμηθέντας να γράφουν δημοτικά από την γλώσσαν του λαού, και η οποία γλώσσα σήμερον έχει ανυψωθή εις το ύψος της αποκαθαριξομένης καθαρευούσης διά της ενδελεχούς εργασίας πολλών αρτιστών, έχομεν την γλώσσαν την ανακαινισθείσαν από την γλώσσαν των λεξικών και των βιβλίων και η οποία σήμερον έχει προστρέξη αρκετά προς συνάντησίν της αδελφής της εν πνεύματι νεοδημοτικής γλώσσης. εις ποίον σημείον και κατά πόσον θα συναντηθούν αι δύο αύται νεοφιλολογικαί γλώσαι δεν δύναται να μάς είνε απολύτως γνωστόν, αρκούμεθα μόνον να πιστεύωμεν, ότι η μία θ’ αφομοιώση την άλλην. Τοιουτοτρόπως θ’ αποτελεσθή μία γλώσσα ενιαία εις την οποίαν το μέλλον θα δυνηθή, ίσως να εμπιστευθή το πάν, τοιουτοτρόπως θα έλθη ημέρα καθ’ ήν και η νέα αύτη γλώσσα θ’ αναθεματίζηται παρά των συγχρόνων της τεχνιτών και επαναστατικαί εκδηλώσεις θα υπάρξουν κατ' αυτών και νέαι αναγεννήσεις διαλέκτων θα αναφανώσι και νέοι αγώνες γλωσσολογικοί, διότι όσον συμπήγνυται μία γλώσσα τόσον και απονεκρούται, διότι όσον σταθερά και ωρισμένη και μεθοδική γίνεται τόσον στείρα δημιουργικών καλλιτεχνικών προϊόντων καθίσταται και τόσον γεννά αυτή η ιδία επαναστάσεις κατ’ αύτής. Τελεία λύσις γλωσσολογικού ζητήματος ποτέ ίσως δεν δύναται να υπάρξη άπαξ υπάρξη, θα λείψη η φιλολογική ζωή από τον τόπον, θα λείψουν αι νέαι διάνοιαι και οι νέοι αρτίσται, θα λείψη η ζωή απ’ αυτόν τον λαόν, ο ακοίμητος οργασμός των κοινωνιών. Η ρευστότης είνε η ζωή και η ύπαρξις των γλωσσών, θάνατος δε αυτών η σύμπηξίς των, οι ακλόνητοι κανόνες του συντακτικού των και της γραμματικής των. Όσον αποκαθαίρεται ξενικών στοιχείων, επηλύδων λέξεων, νέων εκφράσεων, πάσης καινοτομίας τέλος μία γλώσσα τόσον άψυχος γίνεται. Παράδειγμα η γλώσσα των υπηρεσιακών εγκυκλίων και εγγράφων, η οποία είνε ξηρά ως μούμια. Αι γλώσσαι, ομοιάζουν τας γυναίκας, διότι όπως και εκείναι και αυταί είνε προωρισμέναι να γονιμοποιούν και να παράγουν. Όταν μία όμορφη κόρη αγκαλιάζεται από όμορφο παλληκάρι θα φέρη εις το φώς εύρωστα καί σφριγώντα παλληκάρια, όταν αφεθή εις το ράφι θα γίνη μιά μαραζωμένη γεροντοκόρη, κινούσα τον οίκτον. Αι γλώσσαι, όπως τα πλατάνια λέγει κάποιος νεώτερος κριτικός, δεν ζουν παρά ανακαινίζοντα τον φλοιόν των, και τα όποια αφίνουν να πέσουν κάθε άνοιξιν μαζί με την φλοίδαν των και τα ονόματα των ερωμένων, τα χαραχθέντα επ'αυτών.

Έχομεν, λοιπόν, εν επαναστάσει τας δύο νεοελληνικός γλώσσας την νεοκαθαρεύουσαν και την νεοδημοτικήν. Η πρώτη απετίναξεν απ’ αυτής πάντα κανόνα δασκαλισμού, πάσαν ψυχράν καθηγητικήν διδασκαλίαν και εις τα γραφόμενα εν αυτή παρά των νέων παρουσιάζει μίαν ανατροπήν εξ ίσου ευχάριστον με την παρουσιαζομένην ανατροπήν εις την αρχικήν γλώσσαν του λαού με την οποίαν εκφράζονται τόσα ισχυρά ποιητικά ταλέντα παρ’ημίν. η σύνταξις της νεοκαθαρευούσης έχει ύποστή ωραίον αναρχικόν αναποδογύρισμα, αι δε λέξεις αναβράζουν εις αυτήν με όλην την γοητευτικήν έλξιν της μουσικής των απηχήσεως.

Εκεί όπου τα χονδρά πνεύματα των αστών, η δήθεν σκώπτουσα παρατηρητικότης των εφημερίδων ανακαλύπτει άγνοιαν γλωσσικήν, μαργαρίτας συντακτικούς και γραμματικούς, εκεί άκριβώς ύπάρχει η νέα ζωή της ανακαινιζομένης επί το ζωτικώτερον, της αναπλασσομένης επί το καλλιτεχνικώτερον γλώσσης. Αι νέαι και αι παλαιαί λέξεις προσλαμβάνουν τόρα ολονέν και αυξάνουσαν μουσικήν ηχηρότητα, έπειτα αερώδη τινά υπόστασιν διά μέσου της όποίας θα αναγινώσκει τις αυτήν την σκέψιν του τεχνίτου, διά μέσου της όποιας έρχεται τις εις άμεσον, όσον είνε δυνατόν να έλθη τις ποτέ εις άμεσον συνάφειαν με την σκέψιν κατ’ αυτήν την στιγμήν της γεννήσεώς της. Η αλλοίωσις της συνθετικής ιδιότητος των λέξεων δεν μας παρουσιάζει ενίοτε την απόστασιν ήτις έμφαίνεται σχεδόν πάντοτε καταφανής μεταξύ της σκέψεως και της εκφράσεως αυτής. Κάμνουν πολλάκις και αι λέξεις θαύματα απευθυνόμενα μόνον προς την καλλιτεχνικήν έννοιαν, οπόταν δεν οδηγεί αυτάς η γραμματική και το καθιερωμένον, αλλ’ η πνοή του καλλιτέχνου. Καθίσταται δηλ. η έκφρασις των λέξεων μεταφυσικωτέρα, αι δε λέξεις αποβάλλουν κατά πολύ τήν ψευδότητά των, χάνουν πολλάκις την βαρείαν και την ψευδή μάσκαν των. Βεβαίως εντός δημοσιογραφικού γραφείου το μυστήριον των λέξεων δεν δύναται να διευκρινισθή, ούτε μέσα εις τας λέξεις των συναναστροφών και των καφενείων. Την πεποίθησιν αυτήν την έχω ακράδαντον διότι εις τας λέξεις των δημοσιογραφικών βαναύσων γραψιμάτων, εις την καταναγκαστικήν ταύτην εργασίαν, κατά την οποίαν αι λέξεις δεν έχουν ποτέ την αληθή των έννοιαν ούτε την αληθή των αξίαν, έτυχε δυστυχώς ν’ αποπνίξω μίαν ζωήν ωραίαν. Αλλά και δεν πρέπει ν’αδική τις ένα δημοσιογράφον, όταν γράφη διαμαρτυρόμενος κατά των καλλιτεχνικών νέων εκφράσεων, οποίας υπερηφάνως τας παρουσιάζει εις τούς αναγνώστας του ως μαργαρίτας. Ό,τι αγνοεί αυτός, ότι δεν δύναται να εννοήση, ότι διαφεύγει την αντίληψιν του προς τας λέξεις, των αρχών του προς την ξηράν γραμματικήν και το ξηρόν συντακτικόν, πολύ φυσικά το θεωρεί ως άγνοιαν, ως σολοικισμόν του άλλου. Φαντάζομαι εάν ο συγγραφεύς του «Κωδονοκρούστου» έγραφεν ελληνικά όπως έχη γράψη εις ενα διήγημά του προκειμένου περί ενός τρελλού, ότι «εθαύμαζε τα κάτοπρα ως ανοικτά παράθυρα επί του απείρου», τί προσωπικάς ύβρεις θα εδέχετο ο πτωχός Ρόντεμπαχ, φαντάζομαι δε άκόμη εάν ό Στέφανος Μαλλαρμέ, ο Σωκράτης αυτός του δεκάτου έννάτου αίώνος, έγραφεν ελληνιστί το «Après-midi d’ un faune», πως θα ελιθοβολείτο εξ άπαντος ως και ο μακαρίτης άγιος, του οποίου το όνομα έφερεν. Αμφιβάλλω δε εάν θα έστεργον να μη ονομασθή αγράμματος εάν έτυχε να έγραφεν ελληνιστί εις μίαν ερημικήν γωνίαν της Ελλάδος ο κ. Elemir Bourges, ο συγγραφεύς του «Τα πτηνά φεύγουν και τα άνθη πίπτουν». Εάν κατεδέχετο δε κανέν εικονογραφημένον περιοδικόν να του δημοσιεύση το μυθιστόρημά του το «Λυκόφως των θεών», η δυστυχής ελλανόδικος επιτροπή, ήτις θ’ ανεγίνωσκε το έργον του θα ήναγκάζετο να σχίση τα ρούχα της.

Εξ ίσου ωραία είνε η επανάστασις των λέξεων εις την δευτέραν γλώσσαν την νεοδημοτικήν. Πολυαριθμότεροι οι επαναστάται εδώ, λαμπρότερα τα αναρχικά των κατορθώματα. η επανάστασις της ελληνικής ποιήσεως, αξίζει ιδιαίτερον κεφάλαιον και θα επιχειρήσωμεν μίαν ημέραν να ομιλήσωμεν ειδικώτερον περί αυτής. Εάν ο Σολωμός ανεγεννάτο σήμερον θα εχειροκρότει με τας δύο χείρας του την επελθούσαν ποιητικήν αλλοίωσίν. Εκλεκτή χορεία νέων ποιητών προεξάρχοντος του κ. Κωστή Παλαμά εν υψηλή πτήσει, εργαζομένων εν εμπνεύσει και καλλιτεχνική αποβλέψει, ποιητών ως ο κ. Γρυπάρης, ο κ. Καμπύσης, ο κ. Πορφύρας, ο κ. Παπαντωνίου εις μερικά τελευταία ποιήματα, ο κ. Μαλακάσης, ο κ. Βασιλικός, κτλ. ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων. Απτότερον το αποτέλεσμα τούτο απαντώμεν εις την εκλάμπρως σκοτεινήν ποίησιν του κ. Γιάννη Α Καμπύση. Όπως τα επαναστατικά δράματά του μάς ενθυμίζουν την υψηλήν πνοήν του Ίψεν και την βαυκαλιστικήν ποίησιν του Μαίτερλίνγκ, ούτω τα ποιήματα του «Βιβλίου των Συντριμιών» μάς δίδουν ένα παλμόν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ορχήστρας. η ποίησις του κ. Καμπύση χειραφετημένη πλέον και από τας καταναγκαστικάς απαιτήσεις του κ. Ψυχάρη, η έκφρασις αύτής χειραφετημένη από πάσαν ιταλικήν μελωδικότητα μας ανοίγει ένα ορίζοντα βαθύτατον. Κατόπιν της επαναστάσεως ταύτης των ποιητών δύνανται ούτοι να επανέλθουν πάλιν εις τον Αλεξανδρινόν στίχον, δεν θα μάς κουράσουν, θα μάς αποδώσουν αυτόν μουσικώτερον, εύηχον, καθόλου γλυπτώς αβίαστον, όπως συμβαίνει εις τα τελευταία ωραία ποιήματα του κ. Κωστή Παλαμά.

Εις την ποίησιν ταύτην των τελευταίων ετών αι λέξεις ήκολούθησαν θαυμαστώς την γενικήν επαναστατικήν τάσιν του παγκοσμίου πνεύματος, εβαπτίσθησαν εις το μουσικόν ρεύμα το συγκλονίζον την παγκόσμιον καλλιτεχνίαν. Πολλαί αυτών προσέλαβον μίαν αόριστον και αμφίβολον σημασίαν, μουσικώς υποσημαίνουσαι το πράγμα, ωσεί διά μέσου νεφέλης απηχούσαι, πολλαί δε άπέβαλον την μέχρι τούδε κοινότοπον σημασίαν των και προσέλαβον ωσεί εν αναβαπτίσει νευρικόν παλμόν. Εν γένει δε από το όλον της επαναστάσεως ταύτης των λέξεων πνέει αύρα μεταβάσεως προς εποχήν αν όχι άγνωστον άπολύτως, αλλά νέαν καί ώραίαν ώς κόσμος πρωτόπλαστος, η οποία θα εγκυμονήση εξ άπαντος ωραιότερον πνευματικόν κόσμον, καθ' όν οι ποιηταί και οι συγγραφείς ή θα ομιλούν με νέαν πάντοτε απήχησιν και με νέαν σημασίαν ή θα παύσουν να ομιλούν καθόλου, διότι το να επανέλθουν εις την γλώσσαν της δημοσιογραφίας και εις την γλώσσαν του τσοπάνου θα ήτο καλλιτεχνική αδυναμία, επομένως κατάστασις η oποία ζήτημα αν θα ωδήγει πρός πρόοδον.

Μ π ο έ μ

__________________

(*) Οι “Ελεύθεροι Πολιορκούμενοι”, Άπαντα Διονυσίου Σολωμού.


VARIATIONS ΣΕ ΓΝΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

ΥΙΙΟ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Το μυστικό μου !
τό μυστικό μου ποιός μόχει πάρει;
Μιάν άχνα τύλιγε εκειό το βράδυ,
μιάν άχνα τύλιγε το φεγγάρι·
μιά νέκρα γύρω·
οι γρύλλοι σώπαιναν.
τα κυπαρίσσια,
ουτ' ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.
Κ ’ είδαν —
μα δεν τον γνώρισαν τον καβαλλάρη,
τόν καβαλλάρη που το σούρπωμα είχε περάσει
και πάει σαν άνεμος και χάθηκε μες στα δάση·

Το μυστικό μου,
το μυστικό μου ποιός μόχει πάρει ;
Και δεν μου χτύπησε κανείς τη θύρα,
κι άλλος δεν πέρασε εκειό το βράδυ,
άλλος δεν πέρασε στο δρόμο κάτου·
άλλος δεν πέρασε παρά η κόρη
η άρρωστη του βασιλιά,
κ’ έπαιζε ο ήλιος (με τι θλίψη!)
στα μαραμένα της μαλλιά·
κ' οι γρύλλοι σώπαιναν,
κι ούτε ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.

Κ' είδαν τάχα — κ' είπαν άκουσαν στο σκοτάδι,
κ’ είπαν είδαν —
ποιοι ; —ξέρω γω ;
κάποιους ίσκιους πόφευγαν τρομασμένοι
προς τον έρημο πέρα γιαλό.

Και πέρασα μιά αυγή απ' το σπίτι πάλε,
μιά αυγή που γέλαγε ένας ήλιος
και που ένα όνειρο άνοιξης μηνούσε·
και πέρασα από το παλιό το σπίτι πάλε·
Νέκρα τριγύρω·
στην αυλή τα σκόρπια φύλλα, τα ξερά τα φύλλα μες στο χιόνι
μου πρόδωσαν το πέρασμα μιας μπόρας.
Και στάθηκα—
καπνός δε θόλωνε απ’ το τζάκι τον αγέρα,
ψυχή πουλιού δεν έχυνε έναν ήχο
κ’ έχασκε στάδειο πέρα τάδειο παραθύρι.
Το μυστικό που μόκρυβαν τα κυπαρίσσια !
τα όρθά ψηλά, τάσάλευτα τα κυπαρίσσια !
Και πέρασα—και δεν εχτύπησα τη θύρα.
μα κάποια χνάρια το κατόπι πήρα,
τα χνάρια πόφευγαν στο χιόνι απάνου,
κάποια χνάρια που χάνονταν βαθιά στο δάσος.

Πέτρος Βασιλικός

____________________

Πηγές

Στέλλα Κουρμπανά, “Όψεις του Βαγκνερισμού στον Ελληνικό 19ο αιώνα”, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Μουσικών Σπουδών – Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017

https://www.academia.edu/35932540/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_19%CE%BF_%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1

https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT1911/%CE%98%CE%95%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%2019%CE%BF%20%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1.pdf

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/41961



Σάββατο 8 Απριλίου 2023

“Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ” ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου, το τελευταίο ίσως της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών”, δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 14.10.1900. Έμμεσα αυτοβιογραφική, η σειρά εξιστορούσε περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια της θητείας του Χατζόπουλου στο στρατό. Τα διηγήματα, πεμπτουσία του είδους “φουστανέλλα και τσαρούχι”, δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1894 μέχρι το 1900, είχαν σαν κοινό χαρακτηριστικό τις περιπέτειες κουτοπόνηρων και κάπως άξεστων χαμηλόβαθμων καραβανάδων που με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή κερδίζουν την συμπάθεια του αναγνώστη.
Σε μια από τις χαρακτηριστικές του μεταστροφές, λίγο καιρό αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το είδος αφήγησης (το ηθογραφικό διήγημα) μέσα από τις στήλες του περιοδικού “Ο Διόνυσος” που εξέδωσε το 1901(*).
Γ.Χ.

 Έλληνες στρατώτες”, έργο του Ι. Μυλωνά, 1999

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 14 Οκτωβρίου 1900
Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ
- Μπανιάς!
- Τι είνι, ουρέ, ανέκραξεν ο λοχίας στρεφόμενος με ζωηρ
όν κίνημα κατά τρόπον προδόσαντα, ότι τον αφύπνιζον από βαθείς συλλογισμούς, ενώ εβάδιζε κατά μήκος προ του στρατώνος μελαγχολικός.
Ο δεκανεύς του λόχου, νέος κοντόχονδρος, με μυς σιδηρούς, β
αδίζων καμαρωτά ως όρνις, σείων την πολύπτυχον φουστανέλλαν του και στρίβων τον μαύρον ως αιθάλη και πυκνόν ως τα βρύα της λίμνης μύστακά του, επανέλαβε την αναφώνησίν του:
- Μπανιάς, Κυρ λουχία, πούσι;
Ο λοχίας Μπανιάς ανταπήντησε:
- Νάμι, ουρέ, τι μι θέλ΄ς;
Εν τω μεταξύ ο δεκανεύς επλησίασε:
- Κυρ λουχία, είπε, πάμι να σφίξουμι γιένα.
Ο λοχίας έκανε κίνημα αποστροφής και εξηκολούθησε τον δρόμον του λέγων μίαν λέξιν ξηράν:
- Άκα!
Ο δεκανεύς θέλησε να επιμείνη.
- Ορ’, ούτι γιένα
τσίπρου, κυρ λουχία;
- Ουρ’ μη μου χαλάς του σκότ’. Σούπα, Κουντούλ, δεν τσιπρίζουμι σήμιρα.
Και εξηκολούθησε τον δρόμον του, με τας χείρας όπισθεν ηνωμένας, βαίνων υψηλός ως λεβιάθαν, λιγνός ως κάλαμος, με την κεφαλήν την φεσοφόρον επηρμένην, προτείνων την μεγάλην ρίνα του, ως άλλος Μπερζεράκ, και ψιθυρίζων μεταξύ των οδόντων του:
- Γιά τσίπρου είμι ιγώ ή για μοι
ρουλόημα.
Διήλθε προ ενός ομίλου
ευζώνων φερόντων μακράν ποδήρη εμπροσθέλλαν και επιστατούντων εις το άκρον εκεί, εις την γωνίαν του στρατώνος εις το “μαγείρεμα”. Ο μάγειρας με ανασκουμπωμένας τας μανίκας του υποκαμίσου του, κρατών τεραστίον κουτάλαν ανα χείρας, την εβύθιζεν εις τον λέβητα ανακινών τον ζωμόν και τα τεμάχια του κρέατος. Οι βοηθοί του έρριπτον μεγάλους δαυλούς εις την πυράν, τρίβοντες τους ερυθρούς οφθαλμούς των, οι οποίοι έλαμπον ζωηρότερον από τας φλόγας των δαυλών, ενώ εκαθάριζον σωρούς κρομμύων. Λεπτοί τολύπαι καπνού ανήρχοντο εκ της πυράς παρά τον τοίχον, όπου έβραζεν ο λέβης, και εσχημάτιζον επί του λευκού της ασβέστου μίαν μαύρην ευρείαν κηλίδα πυραμοειδώς ανερχομένην προς την κορυφήν. Από μακρά η μέλαινα αύτη επί του τοίχου στήλη εφαίνετο ως οβελίσκος εκ μαύρου στιλπνού λίθου καταφαγωμένου δεξιά και αριστερά από σφαίρας.
Ο λοχίας Μπανιάς εστάθη δύο βήματα μακράν του λέβητος έρριψεν εν δεσποτικόν βλέμμα επ’ αυτού και επί των μαγειρευόντων ανδρών, εβροντοφώνησε δύο τρεις φράσεις: “Το νου σας, ουρέ, εις του φαί να μη του καψ’ τι. Ρίχτι μπόλικα κριμμυδάκια να νουστ’μίς’ του κριάς” και εξηκολούθησε τον δρόμον του πάντοτε κατηφής.
Πέραν του στρατώνος ηπλούτο η πράσινος και ομαλή έκτασις των αγρών, ως τάπης μπιλιάρδου
· ήτο άνοιξις και οι στάχεις των σιτηρών είχον υψωθή εύχυμοι, ζωηρόχρωμοι, με ένα βαθύ πράσινον χρωματισμόν, επί του οποίου το φως του ηλίου προσέδιδεν ανταυγείας σαπφειρίνους. Είκοσι βήματα μακράν του στρατώνος διέσχιζε τους αγρούς μικρόν ρυάκιον, εις το ύδωρ του οποίου πλύστραι και υπηρέτριαι έπλυνον ασπρόρουχα, υψούσαι τον κόπανον και τύπτουσαι, τρίβουσαι τα ρούχα με σάπωνα, διαλεγόμεναι δυνατά, τραγωδούσαι. Αι περισσότεραι ήσαν μεσήλικες, με κιτρινισμένα και ερρυτιδωμένα πρόσωπα, βυθίζουσαι τας καλαμοειδείς κνήμας των εις το ύδωρ μέχρι του γόνατος σχεδόν. Αλλά αι νέαι δεν έλειπον· κοράσια ευτραφή, με προτεταμένους υπό το τσίτινον ένδυμα τους μαστούς, με μηρούς φοράδων, των οποίων αι στρογγυλότητες αναδεικνύοντο καταφανείς υπό το βρεγμένον μέχρις οσφύος βραχύ μεσοφούστανον, το οποίον άφινε γυμνήν την στρογγυλήν και ροδόχρουν σάρκα των κνημών. Ο λοχίας διήλθε προ αυτών. Τα τσαρούχια του έτριξαν επί της ολίγης εκεί άμμου και τα κοράσια ανύψωσαν την κεφαλήν καθώς έκυπτον πλένοντα, αποτινάξαντα τους μικρούς προ των κροτάφων βοστρύχους της κόμης των. Είδον τον λοχίαν ευθαρσώς με πονηράν έκφρασιν εις τους οφθαλμούς, ωσαί να προεκάλουν γαργαλιστικόν τινα αστεϊσμόν των ανδρών του λόχου κατά το συνήθες. Αλλ’ ο λοχίας, ο οποίος παρ΄όλα τα πεντήκοντα έτη του, την ψαράν κόμην του και το ρικνόν πρόσωπον του ηρέσκετο πολλάκις “να ρίχν’ κάνα γλυκό λουάκ’ στα διαολοκοριστάκια” παρήλθε προ αυτών αδιάφορος, αφηρημένος.

Μία από τας νεάνιδας κάτι το πονηρόν θα είπε, διότι ηκούσθη εν ανακάγχασμα κρυσταλλώδες, αποπνιγέν εις τον κρότον των καταπιπτόντων κοπάνων.
Ο λοχίας εξηκολούθησε τον δρόμον του. Τόρα έβαινε παρά την άκραν των στάχειων ενός
αγρού. Το μέρος ήτο ήσυχον. Από μακράν, από τον λόφον εκεί κάτω ήρχοντο διακεκομμένοι, παράτονοι ήχοι σαλπίγγων. Οι σαλπιγκταί εγυμνάζοντο υπό τον ήλιον. Αι λευκάι σιλουέτται των με τα κόκκινα φέσια ανεκινούντο, ο χαλκός των σαλπίγγων ηκτινοβόλει εις τον ήλιον. Ολίγον τι πλησίον των σαλπιγκτών εις δεκανεύς προεγύμναζε τρεις ευζώνους, καθυστερήσαντες κληρωτούς ίσως, έφθασε δε ασθενής η φωνή του: “ Γιέν, δυό, γιέν !… Γιέν στ’ αριστιρό, γιέν είπα! Α, Μπακατσούλα, συ μ’ τα χαλάς ιουνίους !”
Ο λοχίας εστάθη και είδε το θέαμα· προ των οθφαλμών του επί του μικρού γηλόφου η δραξ εκείνη των στρατιωτών εμεγαλύνετο. Οι στρατιώται ελάμβανον διαστάσεις ονειρώδιυς υποστάσεως. Πέριξ το πράσινον της εξοχής έδιδε τους απαλωτέρους, τους ηδονικωτέρους τόνους του· τα χελιδόνια διέσχιζον το γλαυκόν του ουρανού με ραγδαίας πτήσεις, οι σπίνοι από τους κλώνους μιάς πανυψήλου λεύκης εφλυάρουν θορυβωδώς ως έμπνευσις του Λιστ. Όλον αυτό το θέαμα μετά τινας ημέρας θα ήτο ξένον πλέον δια τον ατυχή λοχίαν. Τον στρατόν, τους στρατιώτας, τον λόχον, τον στρατώνα, τους προσφιλείς αυτούς αγρούς όλα θα τα εγκατέλειπε μεθαύριον ο λοχίας. Και η ψυχή του επόνει. Κλαίομεν ενίοτε τον χωρισμόν πραγμάτων, είπεν ο Μωπασσάν, με την αυτήν θλίψιν με την οποίαν κλαίομεν προσφιλείς νεκρούς. Μετ’ ολίγας ημέρα θα απεστρατεύετο. Η υπηρεσία του ετελείωνε αυτάς τας ημέρας. Αρκετά υπηρέτησεν εις το στράτευμα . Τριάκοντα όλα έτη. Μέχρι τούδε ηρίθμει τόσας ανακατατάξεις. Διατί να ήθελε να αριθμίση μίαν ακόμη; Είχε γηράση εις τον βαθμόν του λοχίου, εις τον οποίον έμεινε τόσα έτη “στάσιμους”. Η λέξις αύτη τον έκαμνε να τρίζη τους οδόντας του. “Στάσιμους ! ” Δεν υπήρχε δικαιοσύνη εις το στράτευμα. Ο έχων τα περισσότερα μέσα εξησφάλιζε το μέλλον του! Αυτός δεν είχε ούτε φίλον βουλευτήν, ούτε προστάτην εις το Υπουργείον να ενεργήση υπέρ του προβιβασμού του. Εις το Υπουργείον, όπου, ως έλεγε παραπονούμενος πολλάκις “στ’ιβα είνι οι ικθέσεις πιρί ικανότητους κι ανδραγαθίας του εις τας συμπλουκάς των συνόρων στα 86.” Αλλά ποίος θα ήθελε να ξεσκονίση τα παλαιά αυτά χαρτιά, να τα ίδη και ν’απονείμη το δίκαιον εις τον γέροντα λοχίαν! “Άλλ’ όριξ’ δεν εχ΄νι οι μεγαλουγαλουνάδις να μιριμνήσουνι πιρί του λουχίου Μπανιά !” Αλλά παρ’ όλην την απαισιοδοξίαν του ο λοχίας δεν ηδύνατο να εννοήση πως οι μεγαλογαλονάδες περιεφρόνουν τας εκθέσεις τόσων Ανωτέρων Εποπτών εις την δικαιοδοσίαν των οποίων υπηρέτησεν επανειλημμένως ο λοχίας. Και έλεγε απορών: “Πως, ουρέ, δεν λαμβάνουντι υπ’όψ’ τα χαρτιά κοτζάμ ανουτέρου ουρ’ τα χαρτιά διαλαμβάνουν ρ-η-τ-ώ-ς ου λουχίας Μπανιάς Θιόδουρους ηνδραγάθησε κι ιπουμένους συνιστώμιν αυτόν. Έπειτα μη δυνάμενος να λύση την απορίαν του κατέληγεν εις το πικρόν συμπέρασμα, ότι αδικείται: Παραγκουνίζουμι, μ’ τρώνι του δίκηο μ’το σταυρό τ’ς! Ραδιουργίϊς θα ίνι εις τον μέσουν!| Και εβύζανεν ισχυρώς το σιγάρον του με τα ωχρά χείλη του όπισθεν των οποίων εφαίνοντο οι νωδοί οδόντες του… Θα απεστρατεύετο, λοιπόν. Τι να έκαμνεν εις τον στρατόν με πενήντα δύο δραχμάς τον μήνα εκτός “δα” των διαφόρων κρατήσεων. Η μορφή του έλαβε μίαν αποφασιστικήν έκφρασιν, θαραλλέαν, ωσεί να είχεν αποφασίση να ριφθή εις τας σφαίρας των εχθρών. Ετελείωσεν. Η βάσανος αυτή, την οποίαν από μιάς εβδομάδος υφίστατο, αν έπρεπε να φύγη από τον στρατόν ή όχι, έπαυσε. Τόρα αμέσως θα επέστρεφεν εις τον λόχον, θα παρεκάλει τον επιλοχίαν, τον Γιδάρην, να του συνέτασσε την περί αποστρατεύσεώς του αναφοράν. Θα την υπέγραφε με στραθεράν χείρα. “Όχι δα! Θα έμεινε αυτός να τον πιρνάνι για κουρόϊδου. Αμ΄δε! Μάϊτι μέλλουν, μάϊτι προυβιβασμός, μάϊτι προυκουπή. Το λ΄πόν μαρς! Τα ρουχαλάκια μας κι για του χουριό.” Οι οφθαλμοί του έλαμπον από βαθύ αίσθημα υπερηφανείας. Μία γαλήνη εφαίνετο αναβλύζουσα εκ της ψυχής του. Ανέπνευσεν ελαφρώς και έκαμε μεταβολήν. Και βραδέως βαίνων έβλεπε την επαύριον της αποστρατεύσεώς του. Θα επέστρεφεν εις το χωρίον του μετά απουσίαν δεκάδων ετών. Με τας είκοσι ψωροδραχμάς της συντάξεώς του δεν θα ηδύνατο να ζήση και θα εζήτει μίαν θέσιν βοσκού από κανένα πλούσιον κτηνοτρόφον του τόπου του. Ό,τι είχεν αφήση παιδίον, θα το επανεύρισκε γέρων τόρα. Έστω. Θα εφύλαττε πρόβατα εν μέσω των ερήμων βουνών, θα έτρωγε “μπομπότα ξερή σαν λιθάρι· πάει η σούπα πια!”και θα έπινε μόνον νερό.

Μάϊτι κριάς πιά, μάϊτι κρασί, μάϊτι τσίπρου.” Θα υστερείτο της παχείας, της λιπαράς σούπας, θα έχανε το ηδονικόν βραστόν του, δεν θα εμαύλιζε “του μ’δούλι” των οστών με την ιδιαιτέραν του εκείνην απόλαυσιν, δεν θα έτρωγε “το κριάς μι τα κ’κιά, μι τα κουλουκ’θάκια, μι τ’ς μπάμνις”, δεν θα έτρωγε τα ηδονικά εκείνα “κρεμμ’δάκια μι του κριάς”, από τα οποία δεν απέκαμνε καταβροχθίζων τρις, τέσσαρας καραβάνας, (βαθύς στεναγμός του εξέφυγε), “ιέστου”, δεν θα έπινε το αγαπητόν του “μπρούσκου κρασάκ’ ιέστου, ναι να παρ’ ου διάουλις, ιέστου, άϊτι!” Στιγμιαίον νέφος διήλθε προ του κυρτού μετώπου του, ησθάνθη δ’επί στιγμήν λεπτόν και επίμονον γαργάλισμα εις τον λάρυγγα, ο σίελος εσωρεύθη πυκνός εις το άκρον των χειλέων του. Εκρότησεν ισχυρώς την πτέρναν του τσαρουχιού του και ως ήτο η γη απαλή εσχηματίσθη επ΄αυτής μικρόν κοίλωμα. Η ανατίναξις αύτη ήρκεσε να τον αποτρέψη από τον πειρασμόν, και συνέχισε τον δρόμον του εγκαρδιωθείς, αποφασιστικός. Διήλθε προ του μικρού ρυακίου, μη καταδεχθείς να ρίψη ουδέ βλέμμα εις τας πλενούσας γυναίκας. Είχεν επανακτήση μετά πάροδον τόσων ετών την αγερωχίαν και την απάθειαν του ανθρώπου του βουνού όλην, επανεύρισκεν εις τον γέροντα λοχίαν τον άγριον, τον ιταμόν δεκαπενταετή βοσκόν. Τα κίτρινα κουμπιά της στολής του λάμποντα εις τον ήλιον τον ενώχλουν, ο κυανόχρους παλαιός μανδύας του τον εστενοχώρει, ο στρηνής θόρυβος της σκωριασμένης ξιφολόγχης του, τον οποίον έκαμνε θίγουσα το ισχύον του, το γόνα του, διεπέρνα τα νεύρα του ως βελόνη, το φέσι του με την βαρείαν του φούνταν του εβάρυνε την κεφαλήν ως μέγας ογκόλιθος επικαθήμενος επί του κρανίου του· σταγώνες ιδρώτος ανέθωρον εις το μέτωπόν του. Τόρα ήθελε να τα πετάξη όλα αυτά, «νά πάν κατά διαόλ ’ μάννα» και να . νά φορέση μίαν κάπαν μόνον, να πάρη μίαν γκλίτσαν και «τσέπ ! τσέπ !... χίουου ! ουου!.. » να βάλη την λησμονηθεΐσαν παιδικήν κραυγήν του και «να σαλαγάη κατ' του γκατήφουρου τα πρότα, πέρα στα πλάϊα μι τα χουντροπούρναρα, μι τ’ς κρύϊς βρυσούλις. Χάϊτι, ούρέ ! Πςςςςςς!...»

Είχε φθάση εις τον στρατώνα. Δύο βήματα και θα εισήρχετο εις τον θάλαμον του λόχου, θα επλησίαζε τον επιλοχίαν, θα του έλεγε την ακλόνητον απόφασίν του. “Αμί τι; Για κουρόϊδου θα τουν πέρναγαν του λουχία του Μπανιά!”
Καθώς διήρχετο πλησίον των μαγειρευόντων ανδρών αίφνης εσταμάτησεν. Ησθάνθη είδος σκοτοδινιάσεως. Ο υψηλός, ο προγάστωρ λέβης έβραζε κοχλάζων· επί της επιφανείας του ανεπήδουν λιπαρά τεμάχια βοείου κρέατος, μεγάλα, ακέραια κρεμμύδια, γαργαλιστική δε, διαπεραστική, οξεία, ελκυστική, ακαταμάχητος οσμή διεχύνετο εις ακτίνα τριάκοντα μέτρων. Ο λοχίας ήνοιξε το στόμα, τους ρώθωνας και η οσμή εισήλασε, διεχύθη εντός του, εις τα βάθη των εντοσθίων του, τον ανέτρεψεν όλον, του ηλλίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ωφράνθη ισχυρώς, έπειτα δεν ηδυνήθη να συγκρατήση αυτόματον ηδονικόν πλατάγισμα της γλώττης. Η θύρα του στρατώνος δυο βήματα μακράν του ήτο ανοικτή. Εις το βάθος εφαίνετο ο επιλοχίας Γιδάρης κεκλιμένος επί μικράς τραπέζης εστρωμένης με φαιόν εριούχον, γρατσουνίζων επί των σελίδων του βιβλίου των αναφορών του· παραπλεύρως αυτού εις παρομοίαν τράπεζαν ειργάζετο ο σιτιστής του λόχου επί μεγάλου ογκόδους βιβλίου, του βιβλίου της μισθοδοσίας των ανδρών· εις το παράθυρον δε εις κρεμανταλάς εύζωνας, “χαράκουνι ου έρμους με τουν χάρακα ιένα φύλλουν πουρείας”, ξύνων από καιρού εις καιρόν την μύτην του. Ο λοχίας Μπανιάς απέστρεψε την κεφαλήν από την θύραν. Επλησίασε προς ένα βοηθόν του μαγείρου και του είπε με το στρατιωτικόν ύφος, το οποίον ταχέως επανέκτησε:
- Κορδομπάτς’, πιτάξ να διής που ίνι ου δεκανέας Κουντούλ΄ς κι πες του ναρθ΄ ιδώ. Γλήουρα!. Ιέφτυσα. Να!… Όσου να λειώσ΄ του σάλιο μ΄θάσι φιρμένους. Άξα!…
Ο στρατιώτης έτρεξεν.
Έπειτα απευθυνόμενος προς τον άλλον βοηθόν ο λοχίας είπε μειλιχίως:
– Καταρραχιά, πιάσι μ’ μι του π’ρουν ιένα κουμματάκ’ κριάς να ιδού ιέβρασι για δεν ιέβρασι.
Ο δεκανεύς Κοντούλης επεφάνη μετά τινας στιγμάς. Ο λοχίας Μπανιάς μασσών ακόμη το προσφερθέν “κριάς” τον παρέλαβε:
- Κουντούλ’ είπε, πάμι να πιούμι γιένα, για το καλό. Αύριου θα υπουβάλου αναφουράν ανακατατάξιους.

Μποέμ


_________________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», 1901, τεύχος 2, σελ. 83-84.


Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

ΤΟ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΠΝΕΥΜΑ – ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Άρθρο του Δημήτρη Χατζόπουλου (εδώ υπογράφει “Μποέμ”) που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” της 31.12.1900. Ανήκει στην νιτσεϊκή περίοδό του, ακόμη δεν έχει αρχίσει την περιπέτεια του “Διόνυσου”, πέρα από τις πομπώδεις εκφράσεις και το εξεζητημένο του ύφους   ο λόγος του Δ. Χατζόπουλου είναι μεστός και πυκνός. Δεν πρέπει να μας ξενίζει η χρήση της καθαρεύουσας, ο “Μποέμ” χρονογραφούσε τότε σε μία σειρά εφημερίδες όπου η χρήση της καθαρεύουσας ήταν υποχρεωτική, οπότε λογικά ο συγγραφέας αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μιά ομοιόμορφη γλώσσα.

Το Περιοδικό μας” 31.12.1900

ΤΟ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΠΝΕΥΜΑ
ΥΠΟ ΜΠΟΕΜ

Όταν αναγινώσκω αφορισμούς υπό τύπον κριτικής κατά των Ελλήνων συγγραφέων των στελλόντων τον νουν και την ψυχήν των πέραν των στενών ορίων τής μικράς γωνίας τής πατρίδος ενθυμούμαι τον επαρχιώτην εκείνον όστις όταν πρωτοείδε την λοκομοτίβαν τού σιδηροδρόμου να διέρχηται της κωμοπόλεώς του διηυθύνθη εις το κωδωνοστάσιον τής εκκλησίας του χωρίου και ήρχισε κρούων τον κώδωνα, προσκαλών τους συμπολίτας του εις κοινήν συνάθροισιν όπως λάβωσι μέτρα κατά του τρομερού επήλυδος, του ερχομένου να διαταράξη τα πατροπαράδοτα των χωρικών έθιμα ( * ). Μου συμβαίνει δε να ενθυμούμαι συχνά τον πτωχόν επαρχιώτην εις τον κόσμον των γραφόντων, διότι δεν παρέρχεται ευκαιρία καθ' ήν να μη διαλαλήται, ότι αξίαν έχουν τα γραφόμενα παρά των ανθρώπων οι οποίοι περιορίζουν την πνευματικήν των εργασίαν εντός των ορίων της πατρίδος και ότι πάσα τάσις προς απελευθέρωσιν πνευματικήν και ξενικήν επικοινώνησιν διακηρύσσεται παρά των πολυαρίθμων αυτών «σωβέν» ως υποδούλωσις εις ξένας φιλολογίας, ως μίμησις ξένου πνεύματος, ως επηρεασμός εχθρικών προς τα ελληνικά γράμματα διανοιών. Τα πολυάριθμα αυτά στοιχεία τού φιλολογικού σωβινισμού δεν είνε παρά απόρροια τού δασκαλικού πνεύματος, το όποιον απαντάται πολύ περισσότερον αφ’όσον νομίζομεν εκτός των τοίχων των σχολείων παρά εντός αυτών. Ό δασκαλισμός με την στενοκεφαλιάν του και την περιωρισμένην αντίληψίν του αναφαίνεται εκεί όπου θα εζήτει κανείς αέρα ελευθερίας, ορίζοντα διαυγή και απεριόριστον, σκέψιν ειλικρινή και χειραφετημένην, παντελή έλλειψιν διανοητικών προλήψεων, εις τας τάξεις των ανεπτυγμένων. Δασκαλισμός εις τον περιοδικόν τύπον, δασκαλισμός εις τους ζητούντας τα σκήπτρα φιλολογικών κλικών, δασκαλισμός εις τους αφωσιωμένους εις τα γράμματα κάποτε εξ αληθούς ορμήσεως και εις τούς προσπαθούντας να πείσουν τον εαυτόν των, ότι εγεννήθησαν ποιηταί και συγγραφείς και εξασκούντας βιομηχανικώς την ιδέαν τής Τέχνης. Οί τελευταίοι μάλιστα είνε οι περισσότερον απαντώμενοι εις την μικράν πατρίδα μας σήμερον, αυταπατώμενοι αυτοί φιλόλογοι, οι όποιοι ενθυμίζουν τους αύτονομιζομένους καλλιτέχνας του Μυρζέ, του βαπτίζοντος εις τα έργα του και εις την εποχήν του ποιητάς, ζωγράφους και συνθέτας νέους ανικάνους καν να έργασθώσι, των οποίων αι σκέψεις, η ευθυμία, η ζωή των ήρμοζον προς την ζωήν εμποροϋπαλλήλων παρά προς την του καλλιτέχνου, όλην την σωρείαν των Μποέμ εκείνων, ήτις χάρις εις την μουσικήν του Πουτσίνι ζητεί σκόμη να μας κάμη να γελάσωμεν με το γεύμα του υπερώου και να κλαύσωμεν με την δυστυχή Μιμήν αποθνήσκουσαν κατά την αυτήν μέθοδον της ξεβαμμένης ηρωιδος του Δουμά υιού.

Το φως έχει και την σκιάν του πάντοτε. Σκιάν δε αποτελεί το πνεύμα του δασκαλισμού και της στενοκεφαλιάς εις τον πνευματικόν ορίζοντα τής Ελλάδος απέναντι του φωτός της λεπτής και ευρείας αντιλήψεως, του φωτός διανοήσεως υψηλοτέρας. Από την συνθετικήν ποίησιν του κ. Κ. Παλαμά του ποιητού των «Χαιρετισμών της Ηλιογέννητης», από τον ωραίον λυρισμόν του κ. Ν. Έπισκοποπούλου του ποιητού του «Άσματος των ’Ασμάτων», από την θλιβερώς σκοτεινήν σκέψιν του κ. I.Καμπύση, από την βαθείαν διείσδυσιν της κριτικής διανοίας του κ. Δ. Κακλαμάνου, ( ** ) από την ελευθέραν τάσιν προς ανύψωσιν εις τον αληθή ορίζοντα της Τέχνης πολλών νέων σκεπτομένων και γραφόντων, καταυγάζεται τό φώς τής Αληθείας. Εάν δεν θέλη να φωτισθή ο δασκαλισμός εξ αυτού τόσον το καλλίτερον δια την Τέχνην, την οποίαν δεν θ’ απαντήση κανείς εις τας κούφους εφημέρους φλυαρίας και την αβαθή χρονογραφίαν του τύπου, ούτε εις τα φιλολογικά προϊόντα τα χυμένα εις τα«κλισέ» της διηγηματογραφίας της λυγερής, του τσοπάνου, και των Χριστουγεννιάτικων καί Πρωτοχρονιάτικων π. χ. γραψιμάτων.
Το φως αυτό μας παρουσιάζει εν μαγικώ άπόπτω την άναγέννησιν, ή μάλλον την πραγματικήν ύπαρξιν της ελληνικής φιλολογίας. Η επικοινώνησις τού ελληνικού πνεύματος προς την παγκόσμιον φιλολογίαν, η εμβάπτισις αυτού εις τα νάματα της παγκοσμίου ανθρωπίνης διανοίας, η εκδηλωθείσα αρκετά εναργώς ήδη διανοητική επανάστασις κατά των φιλολογικών προλήψεων του τόπου μας, θ’ ανοίξη οριστικώς και τας πύλας της Αληθούς Τέχνης παρά τον βράχον της Άκροπόλεως, όπου σήμερον εξακολουθεί εκδηλουμένη μία μοιρολατρία τυφλής υποδουλώσεως προς την παράδοσιν και χονδρή αμάθεια και απεριόριστος περιφρόνησις προς ότι καινοτρόπως εκφράζεται. «Τούς μεγάλους αρτίστας, είπεν εις εν εκ των πρώτων του έργων ο Γκαίτε, κάμνει μόνον ή φύσις και όχι οι κανόνες». Οι κανόνες δηλ. των κριτικών των εφημερίδων δύναται τις να είπη σήμερον. Άνευ ενσυνειδήτου ενεργείας η σκέψις σήμερον θα κατήντα να ήτο κοινοτυπία, σήμερον, ότε τα πάντα έχουν λεχθή εις τον κόσμον. Και την ε ν σ υ ν ε ί δ η τ ο ν επενέργειαν εις την σκέψιν δεν δύναται να δώση παρά η επικοινώνησις του τεχνίτου προς την παγκόσμιον σκέψιν προς ό,τι ωραίον και καλόν εξεδηλώθη εις την κοινήν πατρίδα της τέχνης. Θαυμαστά διαυγώς εξήγησε τούτο ό Γκαίτε εις μίαν επιστολήν του γραφείσαν πέντε ημέρας προ του θανάτου του. «Όσον περισσότερον είνε μορφωμένος ό άνθρωπος, τόσον βαθύτερον μανθάνει ότι ύπάρχει μία τέχνη, ήτις θα του προμηθεύση τα μέσα να έπιτύχη την κανονικήν άνάπτυξιν των φυσικών του δυνάμεων. Ό,τι προσκτάκται δεν θά ηδύνατό ποτε να βλάψη την αρχικήν του ατομικότητα. Εξαίρετον πνεύμα είναι το αφομοιούν το παν, τό γνωρίζον να ιδιοποιήται τα πάντα άνευ βλάβης δια τον συμφυή του χαρακτήρα.»
Ευτυχώς παρήλθεν η εποχή και δια την Ελλάδα, όπου το επάγγελμα του ανθρώπου των γραμμάτων συνεχέετο με την αποστολήν του αληθούς τεχνίτου. Υπάρχουν ευτυχώς άνθρωποι ξεχωρίζοντες τα συγκεχυμένα. Σήμερον υπάρχει πληθώρα γραφόντων, ρεκλαμαριζομένων εις τα άρθρα των εφημερίδων, χειροκροτούμενων εις τα θερινά θέατρα, ανεγνωρισμένων ως ανθρώπων «εχόντων γλαφυρόν ύφος», υπάρχει πληθώρα χρονογράφων καί δημοσιογράφων, πληθώρα λογιών γεμιζόντων περιοδικά
ενθυμίζοντα τόν μακαρίτην «Έσπερον» επετηρίδας καί ημερολόγια, άλλ' η πληθώρα αύτη της φλυαρίας άφ’ ενός, της επαγγελματικής βιομηχανίας αφ’ετέρου, της ερασιτεχνίας επίσης, δεν συγχέεται μέ τούς ανθρώπους τούς αποβλέποντας εις την λατρείαν της Τέχνης εν τη απολύτω ιδέα. Και τους τεχνίτας από την πληθώραν αυτήν της γραφειοκρατίας τους χωρίζει μόνον η απόστασις του αληθούς από του ψευδούς ταλέντου, δεν τους χωρίζει το άπειρον από του ύφους των «κλισέ» έως του ύφους της χειραφετήσεως και της καινοτομίας, αλλά τους χωρίζει επίσης το χάος της μη αντιλήψεως του κοσμοπολιτικού πνεύματος εκ της Τέχνης από την αντίληψιν και λατρείαν αυτού. Εις την αντίληψιν δε ταύτην υπήρξε και θα υπάρξη πάντοτε η διαιώνισις της Τέχνης. Το παν θα είχε λεχθή εντός διακοσίων το πολύ ετών εις τας φιλολογίας της ανθρωπότητος εάν ο άνθρωπος δεν έπεκοινώνει διά του πνεύματος διά μέσου των εποχών και των τόπων και εάν δεν είχε την δύναμιν και την ιδιοφυίαν να ανανεώνη το ύφος του δια να ποικίλλωνται ούτω τα πνευματικά του προϊόντα. Η διεύθυνσις του ενός παρά του άλλου καθίσταται πλέον η μόνη αρχή των όντων εν τη φιλολογία. Πας εντοπισμός σχηματίζει έλος εις το οποίον τρέφονται οι βάτραχοι των φιλολογιών. Επικοινωνών δε τις με την κ ο σ μ ο π ο λ ι τ ι κ ή ν σ κ έ ψ ι ν και έχων ύ φ ο ς ομιλεί εν μέσω των γνωστών ήχων και των κοινών γλωσσών ιδιαιτέραν τινά διάλεκτον, μίαν και άπροσμίμητον, ομιλεί γλώσσαν αληθούς ταλέντου, ήτις είνε συγχρόνως η γλώσσα όλων και η γλώσσα ενός μόνου. Η κοσμολιτική σκέψις γεννά την πρωτοτυπίαν και την ατομιστικήν αντίληψιν, διανοίγει τους απεράντους ορίζοντας της ιδεολογίας, όσον δε έρχεται τις εις στενοτέραν αντίληψιν με τας επικοινωνησάσας με το καλόν διανοίας, τόσον νεωτέρας διευθύνσεις ευρίσκει ο νους αυτού.

Ο εντοπισμός είς τας φιλολογίας δεν δύναται παρά να οδηγή εις το περιωρισμένον και το περιωρισμένον είνε θάνατος δια την Τέχνην. 'Εντοπισμός δε φιλολογικός σημαίνει το δίδειν τον ορισμόν και τους κανόνας της Τέχνης, αλλ' όταν τεθώσιν ορισμοί ως κανόνες εις το γράφειν, έκλείπει αύτή η άποστολή του τεχνίτου. Διατί να διαφέρη τότε εν ποίημα, μία σελίς πρόζας, μία σελίς μουσικής από μίαν μέθοδον του εκμανθάνειν την γραφήν μιάς ξένης γλώσσης; Όταν θελήσωμεν να υποκαταστήσωμεν εις την φιλολογίαν την ξηράν μέθοδον του γράφειν, διατί τότε να παραδεχόμεθα, ότι ύπάρχει έμπνευσις, πρωτοτυπία, ατομιστική ενέργεια, διανοητική δύναμις; Θα ήρκει όλοι οι Έλληνες να έμάνθανον την γραμματικήν και το συντακτικόν, να εδιάβαζον από το πρωί εως το βράδυ τον Όμηρον ή τον Θουκυδίδην, τον Κοραήν ή τον Βυζάντιον και να έγραφον με δεμένους τους οφθαλμούς των διανοητικών των δυνάμεων θέματα καθ' υπαγόρευσιν. Και τότε δεν θα είχομεν ανάγκην να κάμνωμεν διάκρισιν μεταξύ πρωτοτυπίας και κοινοτυπίας, μεταξύ δημοσιογραφικού άρθρου των Μπόερς κα του «Ύμνου» του κ. Κωστή Παλαμά. Ο όδοστρωτήρ της κοινής αντιλήψεως θα επέφερε πλήρη ισοπέδωσιν γραψίματος. Τότε θα είχον την θέσιν των και οι ορισμοί και οι κανόνες του γράφειν, εις ους θέλουν να υποτάξουν τούς ελευθέρους γράφοντας οι κριτικοί των εφημερίδων, τα μεστά προλήψεων πνεύματα των πληθυθέντων ανεπτυγμένων, αι διάνοιαι αι πέραν μικρών εντάσεων αυτών θέτουσαι εν τέρμα και πάσαν πνευματικήν εκδήλωσιν πέραν αυτού αντιλαμβανόμεναι ως σκότος, οι μεν ως «μαλλιαρωσύνην», οι δε ως εξεζητημένον, οι άλλοι ως υπερβολικόν και αφύσικον οι τέταρτοι. Αλλ’ό,τι υπάρχει πέραν της κοινής, πέραν της μέτριας, πέραν της περιορισμένης αντιλήψεως ειμπορεί να εινε σπάνιον, αλλ' εινε βιώσιμον, ειμπορεί να είνε ασύνηθες, αλλ’ είνε ζωντανόν, ειμπορεί να είνε νεφελώδες άλλ’ είνε ενεργόν, ειμπορεί να είνε ασύλληπτον, αλλ’ είνε υπαρκτόν. «Πολλά λέγουν, είπεν ο Ίψεν, εννοούν ολίγον». Προσέθεσε δε ο κ. Γκουρμών αναλυτικώτερον δια την φιλολογίαν την πηγάζουσαν και πορευομένην δι’ ελεύθερα πνεύματα: «Η φιλολογία η αμέσως αρέσκουσα εις το παγκόσμιον αναγκαίως εινε μηδέν, η αληθής φιλολογία πίπτει υψηλόθεν, αναπηδά ως καταρράκτης, από λίθου είς λίθον, δια να ρεύση τέλος εις την κοιλάδα την προσιτήν εις όλους τους άνθρώπους και εις όλας τας ομάδας». Οι πρώτοι Άγγλοι ηθοποιοί, οίτινες έπαιξαν εις τας αρχάς του IX αιώνος εις το Παρίσι έργα του Σαίκσπηρ εσυρίχθησαν και ετραυματίσθησαν μάλιστα παρά του κοινού. Σήμερον εις αυτήν την Ελλάδα, όπου οι κριτικοί βιομήχανοι δημοσιογράφοι γράφουν κατά του έργου των μαλλιαρών ως σκοτεινού, ως ακαταλήπτου, ως παράφρονος, χύνουν σωρηδόν τον ενθουσιασμόν των δια τα έργα του Σαίκσπηρ. Θά έλθη εποχή, όπου πάλιν ίσως οι κριτικοί δημοσιογράφοι βιομήχανοι του μέλλοντος θά ένθουσιάζωνται από τα έργα των σημερινών μαλλιαρών και θα διαμαρτύρωνται δια τα μαλλιαρά έργα της εποχής των. «Ο θόρυβος των πληθών» παρετήρησεν ωραία ο συγγραφεύς του «Όταν αναστηθώμεν μεταξύ των νεκρών» «με τρομάζει δεν θέλω να αφήσω να ρυπάνω το ένδυμά μου εις την λάσπην της οδού· θέλω με καθαρόν ένδυμα εορτάσιμον να περιμείνω την ημέραν του μέλλοντος». Και η ήμερα αύτή του μέλλοντας εχει έλθη εκ μέρους αρκετών δια τον ποιητήν του «Μικρού Έγιολφ» και δεν θα αργήση να έλθη και εκ μέρους των πολλών. Θα έλθη και δια τον Ίψεν όπως δεν ήργησε να έλθη και δια τον Μίλτωνα τον ποιητήν του «Απολεσθέντος παραδείσου» τον όποίον εις εν των λυρικών μυθιστορημάτων του ο Άλφρέδος δε Βινύ τον φερει λέγοντα προφητικώς προς τον νεαρόν Κορνήλιον : «—Τι με νοιάζει δια την εφήμερον δόξαν ! Δέν σκέπτομαι καθόλου την επιτυχίαν. Τραγουδώ διότι αισθάνομαι τον εαυτόν μου ποιητήν· πηγαίνω όπου με σύρει η έμπνευσις, ό,τι δε παράγει αυτή είνε πάντοτε καλόν».
Δεν είνε προφητεία αί φράσεις αύται· είνε τα αιώνια λόγια της αιωνίου αληθείας, της αιωνίου τέχνης. Είνε τα λόγια που έλεγε προ ημερών η Μούσα προς τον ποιητήν, τον υπέρ τα πλήθη άνθρωπον, την υπέρ τήν κοσμικήν τύρβην ψυχήν την κοσμοπολιτικώς και ελευθέρως βλέπουσαν. εις τον τελευταίον «Ύμνον» του Παλαμά:

Ξύπνα ! δεν είσαι πλάστης αγαλμάτων,
Ξύπνα ! τραγούδια τραγουδάς·
Μεσ’ στο τραγούδι σου είνε, ώ διαλεχτέ μου,
Όλες οι σ ά ρ κ ε ς κι' όλες οι ψ υ χ έ ς,
Από τα όνειρα των κρίνων
Ως των λ α ώ ν τις δίψες. Ξύπνησε γιά ιδές


Μ π ο έ μ


( *·) Το γεγονός αυτό συνέβη προ ετών εις τι χωρίον της Πελοπόννησου.

( ** ) Όρα δύο κριτικά άρθρα μεγάλης δυνάμεως εις το «Άστυ». Εν περί της παραστάσεως τής “Νόρας” παρά της κ. Αγνής Σόρμα και έτερον περί του Γύζη.