Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες

Στην «Ακρόπολη», στο φύλλο της 28-4-1896 δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του μεγάλου  Εμμανουήλ Ροΐδη με τον τίτλο «Αι γράφουσαι Ελληνίδες» όπου ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας κατακεραύνωνε τα ανήσυχα πρωτοφεμινιστικά πνεύματα της εποχής που βασικά μέσα από τις σελίδες της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν προσπαθούσαν να βρουν μια θέση στον αποκλειστικά ανδροκρατούμενο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας. Το κείμενο ήταν μία συρραφή από χοντροκοπιές και κοινοτυπίες του τύπου «…Δύο μόνα υπάρχουσι γυναικεία επαγγέλματα, το της οικοκυράς και της εταίρας» και εν κατακλείδι υποστήριζε ότι δεν υπήρχε γυναικείο ζήτημα στην Ελλάδα.

Το άρθρο, όπως ήταν φυσικό, άνοιξε συζητήσεις, αναστάτωσε τον φιλολογικό κόσμο. Ο Παλαμάς στην «Εστία» έγραψε χωρίς περιστροφές πως «… η Τέχνη δεν έχει γένος», όμως ο περισσότερος πνευματικός κόσμος είχε άλλη άποψη.
Ο τότε διευθυντής του «Σκρίπ»,  ο άτυχος Ευάγγελος Κουσουλάκος άδραξε την ευκαιρία και εντός δύο μόλις ημερών ανέθεσε στον πιο δραστήριο, εύστροφο και λίγο κατεργάρη δημοσιογράφο που διέθετε, το Μήτσο Χατζόπουλο (που υπέγραφε τότε με το ψευδώνυμο «Μποέμ»), τη διεξαγωγή μιάς σειράς συνεντεύξεων στο χώρο των «γράφουσων Ελληνίδων» με σκοπό φυσικά να αυξήσει το ενδιαφέρον για τη διαμάχη. Πράγματι το πράγμα θεωρήθηκε σχεδόν προσβολή από τον Ροϊδη, οπότε τις 8 Μαίου ο «Μποέμ» αναγκάστηκε να δημοσιεύσει μια συνέντευξη – απάντηση του δημοφιλούς Συριανού που όμως δεν κατάφερε να αποσοβήσει τη οξυμένη αντιπαράθεση.  (Την συνέντευξη αυτή θα δημοσιεύσω στην επόμενή μου ανάρτηση).
Παραθέτω ένα άρθρο της Φανής Πετραλιά που μιλάει διεξοδικά για την όλη υπόθεση καθώς και για το βιβλίο της Βαλάντω Λάνδρου που ασχολείται λεπτομερειακά με την διαμάχη γύρω από τις «γράφουσες Ελληνίδες».
Γ.Χ.

https://www.efsyn.gr/nisides/321090_enas-mpoem-stin-esiea

Ενας Μποέμ στην ΕΣΗΕΑ

Φανή Πετραλιά

«Η Εφημερίδα των Συντακτών» 27.11.2021

Ενας ωραίος κύριος, τύπος, θα έλεγες, αλλοτινού δανδή, θρονιασμένος στο τεράστιο πορτρέτο του κυριαρχεί στη μεγάλη αίθουσα της Βιβλιοθήκης της ΕΣΗΕΑ. Καθισμένος χαλαρά στο γραφείο του, με το μολύβι, στο αριστερό χέρι, σκόρπιες εφημερίδες στο πάτωμα, «Σκριπ», «Αστυ» και άλλες.
Διαφορετικός από τους διπλανούς λόγιους εφημεριδογράφους που υπέροχα έχει ζωγραφίσει ο Ροϊλός, ανάμεσά τους, ξεχωριστό διαμάντι, το μικρό πορτρέτο του Πορφύρα.
Για το ποιος ο εικονιζόμενος, υπήρξαν πολλές οι εκδοχές. Με επί χρόνια επικρατέστερη, εκείνη που επέμενε πως πρόκειται για κάποιον πρόγονο της οικογενείας Κύρου. Ενώ, εγώ, έμενα στα όσα είχε πει ο Παναγιώτης Πατρίκιος, ο αξέχαστος δημιουργός της Βιβλιοθήκης. Ο οποίος, στις συζητήσεις μας, πίσω από στοίβες βιβλίων και αρχείων, όλο και ανέσυρε και κάποιο εικαστικό απόκτημα. «Είναι ο Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Αλλη φορά, θα σου εξηγήσω γιατί εσείς οι δημοσιογραφίνες θα πρέπει να τον τιμάτε...»
Ο Πατρίκιος αρρώστησε και στη συνάντησή μας στο σπίτι του της οδού Στουρνάρη, κουράστηκε εύκολα. Αναβάλαμε για μια άλλη φορά τη συζήτηση. Εφυγε από τη ζωή αφήνοντας μετέωρες τις σχετικές πληροφορίες.
Εγκυκλοπαίδειες και διαδίκτυο έδιναν με φειδώ κάποια στοιχεία. Μάθαμε, ωστόσο, ότι ο Δημήτριος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1872 και πέθανε στην Αθήνα, το 1936. Αδερφός του λογοτέχνη, πρωτοπόρου σοσιαλιστή Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, μαζί με τον οποίο σπούδασε στη Γερμανία. Γυρνώντας στην Ελλάδα, έγραψε διηγήματα πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία με τα ψευδώνυμα Μποέμ και Πεζοπόρος. Μαζί με τον Γιάννη Καμβύση ίδρυσαν το περιοδικό «Διόνυσος», το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο «στη μετάδοση φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων της Δυτικής Ευρώπης».
Και να που τυχαία, τις προάλλες, έπεσα πάνω στις χαμένες πληροφορίες. Στο ράφι βιβλιοπωλείου, σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ο Ροΐδης για τις γράφουσες Ελληνίδες και οι συνεντεύξεις τους στον Μποέμ». Με χιουμοριστική στο εξώφυλλο εικονογράφηση και τη λεζάντα «Συνεδριάζουν διά να λάβουν μέτρα κατά του κ. Ροΐδου».
Από τις εκδόσεις Ηριδανός, μικρός, κομψός τόμος, με εισαγωγή του δημοσιογράφου και κριτικού λογοτεχνίας Βασίλη Καλαμαρά. Και επίλογο της Βαλάντως Λάνδρου, βασισμένο στη μεταπτυχιακή εργασία της «Για ένα διαλεκτικό ενσταντανέ, οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου».
Σύγγραμμα διαφωτιστικό και απολαυστικό. Με θέμα, τη σφοδρότατη διαμάχη ανάμεσα στον επιφανή εκ Σύρου λογοτέχνη Εμμανουήλ Ροΐδη και τις γυναίκες που αφήνοντας πίσω, ημερολόγια και λευκώματα, τόλμησαν να διατυπώσουν δημόσιο γραπτό λόγο, γράφοντας βιβλία και άρθρα και αιφνιδιάζοντας μέχρι παροξυσμού την ανδρική αθηναϊκή κοινωνία.
Τέλη του 19ου αιώνα. Στον απόηχο των Ολυμπιακών Αγώνων, παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου και με τη χώρα πτωχευμένη.
Εποχή που το «γυναικείο ζήτημα», επηρεασμένο από τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φεμινιστικά κινήματα, είχε φτάσει και στην Ελλάδα. Με ηγέτιδα την Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία με την «Εφημερίδα των Κυριών –και το Λύκειο των Ελληνίδων – έφερνε καινά δαιμόνια, έχοντας συναγωνίστριες κάποιες τολμηρές, που διεκδικούσαν την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση των γυναικών, το δικαίωμα στη μόρφωση και στην εργασία. Μαζί τους και ένας άνδρας, ο σύζυγος της Παρρέν, Ιωάννης, γαλλοαγγλικής καταγωγής Κωνσταντινουπολίτης, δημοσιογράφος, ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Αφορμή για τη μετωπική κόντρα, ένα άρθρο με το οποίο ο Ροΐδης εγκαινίασε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ακρόπολις» και με την προτροπή, όπως ελέχθη, του πολυμήχανου εκδότη της, Βλάση Γαβριηλίδη. Μια και από πάντα, τα «πικάντικα» -σχετικά με τις γυναίκες- δημοσιεύματα έδιναν φύλλα στις εφημερίδες.
Στόχος του προσβλητικού άρθρου «οι γράφουσες Ελληνίδες». Τις οποίες ο Ροΐδης αποκάλεσε «ανδρογυναίκες», «κουλτουριάρες», «ταραξίες». Με φανατικές εναντίον τους θέσεις και τη διευκρίνιση ότι «τας γραφούσας γυναίκας αγαπώμεν υπό τον όρον να μην μετενδύονται γράφουσαι εις άνδρας, αρκούμεναι εις μόνα του φύλου των χαρίσματα, την λεπτότητα, την χάριν, την φιλοκαλίαν, την ευαισθησίαν ή την πονηρίαν».
Είναι η στιγμή του δημοσιογράφου Μήτσου Χατζόπουλου, ιδρυτικού μέλους της Ενώσεως Συντακτών το 1914, σ’ έναν πόλεμο «όπου όλον το γυναικείον πνεύμα εξεστράτευσε κατά της πικρότατης ειρωνείας του συγγραφέως των “Συριανών Διηγημάτων”», εγκαινιάζοντας τη συζήτηση γύρω από το θέμα του φύλου στη γραφή, ανοιχτή μέχρι σήμερα.
Εγκαινιάζοντας επίσης τον θεσμό των συνεντεύξεων και μάλιστα με ανθρώπους του πνεύματος. Εναν από τους σταθμούς στην εξέλιξη του ελληνικού Τύπου. Με όπλο του την εφημερίδα «Σκριπ», παρεμβαίνει παίρνοντας συνεντεύξεις από μερικές από τις «γράφουσες» με πρόλογο, όπου παρουσιάζεται η προσωπικότητα και το έργο της κάθε μιας και με ακριβή καταγραφή των ερωταποκρίσεων. Τις υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ, μια και τότε οι δημοσιογράφοι υπέγραφαν με ψευδώνυμα (οι πρώτες δημοσιογραφικές υπογραφές έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη δεκαετία του 1920).
Η αρχή έγινε στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1896, με την Καλλιρρόη Παρρέν που πρόσφατα είχε επιστρέψει από ενημερωτικό ταξίδι στην Αμερική. Την «πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφο», όπως ο Χατζόπουλος την αποκάλεσε και -κατά τον Ροΐδη- «εγεννήθη γυνή αλλά είναι μάλλον ανήρ», η οποία με την εφημερίδα της απευθυνόταν «προς όλα τας τάξεις» και δυσαρέστησε τον Ροΐδη γιατί «χωρίς την άδειάν του ετόλμησε να παρουσιαστεί εις το κοινόν ως συγγραφεύς ή δημοσιογράφος». Να δηλώσει ότι επεδίωκε «την δ’ εντίμου και αξιοπρεπούς εργασίας εξασφάλισιν του άρτου των γυναικών». Και να επισημάνει ότι ο καινούργιος αιώνας έμπαινε «με δύο μόνον επαγγέλματα διά την γυναίκα, της οικοκυράς και της εταίρας».
Ακολούθησαν άλλες «γράφουσες». Η Ευγενία Ζωγράφου, δημοσιογράφος, διευθύντρια του περιοδικού «Ελληνική Επιθεώρησις», συγγραφέας διηγημάτων και δύο θεατρικών έργων που είχαν ανεβεί στη σκηνή. Η Ελένη Κανελλίδου, λογία που ασχολήθηκε με κοινωνικά ζητήματα, σύζυγος του εκδότη της εφημερίδας «Καιροί» όπου σε συνέχειες μετέφρασε Ιούλιο Βερν. Η Σοφία Αλιμπέρτη, η οποία στην «Εφημερίδα των Κυριών» αρθρογραφούσε για την πολιτική ζωή του τόπου και την κοινωνική θέση των γυναικών.
Η Σεβαστή Καλλισπέρη, «λόγια δεσποινίς, η επαναστατικοτέρα, ίσως μορφή της Αθήνας», με σπουδές στη Σορβόνη, επιθεωρήτρια σχολείων και αρθρογράφος σε θέματα Τέχνης στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Η Καλλιόπη Κεχαγιά, διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Χιλλ και του Παρθεναγωγείου Κωνσταντινουπόλεως, με μελέτες για παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Η Αρσινόη Παπαδοπούλου, εκπαιδευτικός στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης, συγγραφέας «προς χρήσιν των παιδίων» σειράς διηγημάτων παιδικής λογοτεχνίας.
Τελευταία -και σύμφωνα με τη δεοντολογία- η συνέντευξη με τον ίδιο τον «διώκτη των γραφουσών». Τον εξηντάχρονο Εμμανουήλ Ροΐδη, γνωστό ήδη και στο εξωτερικό συγγραφέα της «Πάπισσας Ιωάννας», αφορισμένο από την Ιερά Σύνοδο, σοφό διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, άνδρα με μεγάλο πνευματικό εκτόπισμα, υπέρμαχο της δημοτικής γλώσσας που, ωστόσο, έγραφε στην καθαρεύουσα.
Τον οποίο, ο Χατζόπουλος, συνέστησε ως εξής: «... πασίγνωστος εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα, χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων εις τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τη ζωή, τη μελέτη και παραγωγή πρωτοτυπίας και ειρωνείας...».
Συναντήθηκαν στο εντυπωσιακά επιπλωμένο γραφείο του συγγραφέα, στην οδό Νικοδήμου, όπου η πανύψηλη βιβλιοθήκη συνυπήρχε με «αρχαϊκές εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα και ακόντια ιπποτών».
Απολαυστική η συνέντευξη, με τον Ροΐδη να αναπτύσσει διά μακρών τις υποτιμητικές περί του γυναικείου φύλου θεωρίες του, η οποία, όπως και εκείνες των «γραφουσών», δεν γίνεται να χωρέσουν στις φιλόξενες σελίδες της «Εφ.Συν.». Συνέντευξη, όπου ο Χατζόπουλος δεν χαρίστηκε στον διάσημο και ισχυρό Ροΐδη, τον ικανό να επιφέρει «βαθύ, οξύ πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδας του».
Οπως δεν του χαρίστηκαν και οι βαλλόμενες. Οι οποίες συνασπίστηκαν και τον αντιμετώπισαν κατά μέτωπο με τη δράση και τα «γυναικογραφήματα» τους, δημιουργώντας «φλέγον ζήτημα» και αναστατώνοντας την κοινωνία, τόσο ώστε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος να γράψει στην εφημερίδα «Το Αστυ»: «Το γυναικείον ζήτημα κατεκάλυψε και αυτάς τας εκλογάς και ο ολίγος ενθουσιασμός διά την νίκην του δημάρχου Αθηνών κ. Καλλιφρονά οφείλεται εν μέρει εις το άρθρο του κ. Ροΐδου».
___________________

Πηγές για εμβάθυνση

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002
«Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)» Βαλάντω Λάνδρου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html

https://www.efsyn.gr/nisides/142284_o-roidis-hleyazei-ti-gynaikeia-heirafetisi

 

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Η ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Ο Παύλος Νιρβάνας (ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη 1866-1937), λογοτέχνης του κύκλου του Κωστή Παλαμά, ήταν στενός, “γκαρδιακός” φίλος και συνεργάτης του Κώστα Χατζόπουλου. Την εποχή της έκδοσης του περιοδικού “Η Τέχνη” ήταν, μαζί με τον Παλαμά, ο βασικότερος συνεργάτης του περιοδικού.

Στην αριστουργηματική ιστοσελίδα “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” (1) βρήκα και κατέβασα τα “Φιλολογικά απομνημονεύματα” του Παύλου Νιρβάνα.(2) Στο βιβλίο υπάρχουν αμέτρητες αναφορές, ανέκδοτα, λεπτομέρειες που αφορούν τον Κώστα Χατζόπουλο και το έργο του.

Ένα από τα κεφάλαια των “Απομνημονευμάτων” είναι αφιερωμένο στην “Τέχνη”, το παραθέτω αυτούσιο.

Γ.Χ.

Μιά φωτογραφία του Κώστα Χατζόπουλου την εποχή που ήταν στη Γερμανία,
από το αρχείο του Κώστα Μεντή.

Παύλου Νιρβάνα

Η «ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Μια μέρα του 1907 (3) ο Κώστας Χατζόπουλος μας είπε ξαφνικά:

 — Απεφάσισα να βγάλω ένα περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα.

Και, πράγματι, όταν βγήκε η «Τέχνη», ήτανε το περιοδικό, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Με μια περιορισμένη συνεργασία δημοτικιστών — Παλαμάς, Μαβίλης, Θεοτόκης, Καμπύσης, Ψυχάρης, Εφταλιώτης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Πασαγιάννης, Τσιριμώκος (Στέφανος Ραμάς) και ο υποφαινόμενος — παρουσιάσθηκε γραμμένη σε ορθόδοξη δημοτική απ’ την αρχή ως το τέλος, πράγμα, που δεν το είχαν τολμήσει, ως τότε, και τα πιο ευνοϊκά στην ιδέα του Δημοτικισμού περιοδικά. Και στην επικεφαλίδα ακόμα, αντίς για το καθιερωμένο «εκδίδεται», είχε γραμμένο «βγαίνει κάθε μήνα». Καθένας μπορεί να φαντασθεί τι εντύπωση έκανε, την εποχή εκείνη, παρόμοιο τόλμημα. Οι εφημερίδες άρχισαν να μας βρίζουν και να μας ειρωνεύονται. Και επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν, πώς δεν είχαμε αλλάξει και τον τίτλο του περιοδικού — έτυχε, βλέπετε η λέξη Τέχνη να είναι η ίδια στη δημοτική και στην καθαρεύουσα — μας τον άλλαξαν εκείνες. Και έτσι κάθε φορά, που μιλούσαν για την «Τέχνη» την έλεγαν «Μαστοροσύνη», ώστε πολλοί να πιστέψουν πως αυτός ήτανε ο πραγματικός τίτλος του περιοδικού.

 Μια άλλη λεπτομέρεια του επαναστατικού περιοδικού, που έδωσε τροφή στην ειρωνεία των εφημερίδων, ήτανε οι συμβολιστικές τάσεις μερικών από τους συνεργάτες του. Από κάποιο πεζό ποίημα του Κώστα Πασαγιάννη, οι «κάπαρες», μια λέξη αρπαγμένη στην τύχη, χωρίς νόημα, έκανε το γύρω των ευθυμογραφημάτων των εφημερίδων, μαζί με ένα «άκου τα ντόμινα της ζωής, σώπα…», που δε θυμούμαι πια κι εγώ από ποια στροφή είχαν αποσπασθεί και ανακατευθεί με τον τρόπο αυτό. Το όνομα της Σαιξπηρικής Μιράντας, που το είχα μεταχειριστεί, κι εγώ, σ’ ένα νεανικό μου έργο, και που το είχε βάλει σ’ ένα στίχο του ο Στέφανος Ραμάς, έκανε, πάλι την ευτυχία των δημοσιογράφων. Ο Νίκος Λάσκαρης — ποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από τριάντα χρόνια θα καταντούσε κι ο ίδιος να γράψει δημοτικά — είχε σκαρώσει και μία σχετική παρωδία, που χάλασε κόσμο. Δυστυχώς δε θυμούμαι πια παρά δύο τρεις στίχους της.

 Αγόρασα μια τιράντα

 Προς μία και τριάντα,

 Ω Μιράντα, Μιράντα!

 Εννοείται, ότι καθετί, που δημοσιευότανε στην «Τέχνη» περνούσε ως συμβολικό και ακατανόητο, ακόμη και τα θαυμάσια σονέτα του Μαβίλη, όπως η «Λήθη» και το «Καρδάκι», που πρωτοδημοσιεύτηκαν εκεί, υπογραμμένα με ένα Μ. Ένα μυθιστόρημα του Κώστα Θεοτόκη, κάπως φιλοσοφικό, το «Πάθος», με τους κερκυραίικους ιδιωτισμούς της γλώσσας του και με κάποιες νότες μουσικής, που είχε το κείμενο, βρήκε την ίδια τύχη. Μια επιφώνηση του Καμπύση, που αναφερότανε σ’ ένα πνευματικό του γέννημα είχε γίνει η κοροϊδευτική κραυγή της ημέρας: «Το παιδί μας! Πες μου τι το ’κανες το παιδί μας!…». Και απαντούσαν οι ίδιοι: «Το ’ριξα στο Βρεφοκομείο.»

 Καλύτερη τύχη δεν έλαβε κι ένα ποίημά μου, που ο Χατζόπουλος, με το να του άρεσε εξαιρετικά, το τοποθέτησε στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου της «Τέχνης», σαν ποιητικό πρόγραμμα του περιοδικού, ίσως και επειδή έτυχε ο τίτλος του να είναι «Τέχνη». Όλοι το ’βρισκαν σκοτεινό, ακατανόητο και γελοίο. Και όμως, ανεξάρτητα από την ποιητική του αξία, το νόημά του ήτανε καθαρότατο και αμφιβάλλω, αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να μην μπορεί να το καταλάβει. Ήθελε να παραστήσει, απλούστατα, μέσα σε ένα περιβάλλον φτώχειας και ερημιάς, τον ποιητή, που ανασταίνει μπροστά του, με την τέχνη του, το όνειρο μιας Άνοιξης. Για όσους θα είχαν την περιέργεια να διαβάσουν το «τερατούργημα» αυτό, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, που πρωτοφάνηκε, το αντιγράφω παρακάτω:

 Η ΤΕΧΝΗ

Τα τζάμια παγωμένα,                Από τον τοίχο στάζει,

μαύρο, σβηστό το τζάκι,            στάζει, δροσιά φαρμάκι

τα τζάμια παγωμένα.                από τον τοίχο στάζει.

Ψυχομαχάει μια λάμπα              Κι απάνω από την στέγη

απάνω στο τραπέζι,                  μια κουκουβάγια κράζει

ψυχομαχάει μια λάμπα.             και κάτω από την στέγη

Στο ξέστρωτο κρεβάτι               αργοξυπνούν δυο μάτια

μια γάτα ερημοπαίζει                — ένα τριζόνι τρίζει —

στο ξέστρωτο κρεβάτι.              κι εμπρός στα δυο τα μάτια

Μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα,

ο σάρακας γκρινιάζει,               ξανοίγεται κι ανθίζει,

μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα.

Για την εντύπωση, που έκανε τότε, περιορίζομαι να σημειώσω ότι κάποιος φίλος μου αξιωματικός του Ναυτικού, όταν το διάβασε, μου είπε με πραγματική συμπόνια.

         — Καλέ, τι ήτανε αυτό το πράγμα, που έγραψες καημένε; Τέτοια ποιήματα, μπορώ να σου σκαρώσω, κι εγώ, δέκα στο λεφτό.

        Και ξανάλεγε κοροϊδευτικά: «Ένα τριζόνι τρίζει — μια γάτα ερημοπαίζει — και κάτω απ’ το τραπέζι», προσθέτοντας μαζί και δικούς του στίχους απάνω στον ίδιο τόνο….

 Το συμπέρασμα είναι, ότι με την «Τέχνη» περάσαμε όλοι μας οι συνεργάτες της για τρελοί. Για την κακή μας τύχη, ο μακαρίτης ο Κονδυλάκης, είχε ονομάσει τότε σε κάποιο χρονογράφημά του τους δημοτικιστές «μαλλιαρούς», παίρνοντας αφορμή απ’ τον Κώστα Πασαγιάννη, που είχε μακριά μαλλιά.

 Ο όρος έπιασε μ’ ένα τρόπο ανέλπιστο και από τότε έγινε συνώνυμο με το δημοτικιστής, άθεος, κομουνιστής και ότι άλλο θέλανε. «Μαλλιαρός, Μαλλιαροσύνη και Μαλλιαρισμός» έγιναν επίσημοι όροι, μπήκαν στα βιβλία, ακούστηκαν στη Βουλή, μεταφράστηκαν στις ξένες γλώσσες (l’école des chevelus έγραφαν σοβαρότατα τα ξένα περιοδικά) και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως σήμερα. Εννοείται, ότι τότε οι άνθρωποι ακούοντας «μαλλιαρός» περίμεναν να ιδούν ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Και ήσαν πολλοί, που ζητούσαν, με κάθε τρόπο, να ιδούν τα αξιοπερίεργα αυτά τέρατα:

 — Μωρέ, δε μου δείχνετε κι εμένα κανένα μαλλιαρό;

 Μέσα σ’ αυτή την αναπουμπούλα, που είχε δημιουργηθεί τριγύρω μας, ο τρομερός εκείνος φαρσέρ, ο Κώστας Χατζόπουλος, είχε τον ηρωισμό να μας πει, μια τελευταία Κυριακή της αποκριάς, που χαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα:

 — Ελάτε να πάρουμε ένα αμάξι να περάσουμε απ’ την οδό Σταδίου.

 — Για μασκαράδες.

 — Φυσικά, για μασκαράδες.

 — Θα μας λιθοβολήσουν.

 — Δεν πειράζει.

 Δυο-τρεις είχαμε τον ηρωισμό να τον ακολουθήσουμε. Καθώς περνούσαμε απ’ την οδό Σταδίου, από ένα μπαλκόνι απέναντι στους Β. Σταύλους, μια φωνή ακούστηκε:

 — Οι μαλλιαροί, παιδιά, οι μαλλιαροί.

 Εκατό φωνές, από διάφορα σημεία ξαναείπαν:

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Τα κύματα του κόσμου σαλέψανε, σα να είχε φυσήξει απάνω τους ξαφνικός άνεμος.

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Ώσπου να καταλάβουν όμως τα πλήθη, που ζητούσαν να ιδούν τίποτε περίεργα μούτρα τριχωτών ανθρώπων, ποιοι ήσαν οι μαλλιαροί, προφτάσαμε και σωθήκαμε, στρίβοντας, με γρήγορο καλπασμό, σε κάποια πάροδο, για να βρεθούμε πάλι, στο περίφημο γραφείο της «Τέχνης», εκεί κάπου στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, όπου γεννήθηκε και έζησε, για ένα χρόνο, την πολυκύμαντη ζωή της η «Τέχνη».

 Και όμως η «Τέχνη» έμεινε και θα μείνει ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.

____________


(1 ) “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” https://sarantakos.wordpress.com/

(2) http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Nirvanas-Apomnimoneumata.htm#%CE%B103

Παύλου Νιρβάνα “Φιλολογικά απομνημονεύματα”, Αθήνα, βιβλιοπωλείο “Εστία” Ι.Δ.Κολλάρου και Σίας, 1929.

(3) Μικρή ανακρίβεια, πιθανώς τυπογραφικό λάθος: η «Τέχνη» βγήκε το Νοέμβριο του 1898, το 1907 ο Κ. Χατζόπουλος ήταν στη Γερμανία.


Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Το Περιοδικό “Η Τέχνη” 1898-1899 του Κ.Χατζόπουλου

 Στα τέλη της δεκαετίας του 1890 το σαλόνι του Κ. Παλαμά ήταν πόλος έλξης φτασμένων και εκκολαπτόμενων λογοτεχνών και διανοουμένων. Στο ιστορικό σπίτι της οδού Ασκληπιού, σχεδόν κάθε βράδυ συγκεντρώνονταν, συζητούσαν και διάβαζαν έργα τους σημαντικοί λογοτέχνες της εποχής, ο Α.Καρκαβίτσας, ο Γ. Βλαχογιάννης, ο Π. Νιρβάνας, ο Γ. Δροσίνης, ο Μ. Μαλακάσης, ο Γ. Καμπύσης, ο νεοελληνιστής Κ. Dieterich καθώς και ο Στεφ. Μαρτζώκης, ο Γ. Γρυπάρης, ο Λ. Πορφύρας, και βέβαια ο Κ. Χατζόπουλος.

Σε μία τέτοια σύναξη ο νεαρός τότε Χατζόπουλος, μόλις απολυθείς από το στρατό όπου υπηρέτησε σαν υπολοχαγός στον ατυχή πόλεμο του 1897, ανάγγειλε την απόφαση του να εκδώσει ένα φιλολογικό περιοδικό “με πυγμή” (έκφραση της μόδας εκείνη την περίοδο), που “δεν θα έμοιαζε με κανένα απ΄όσα υπήρχαν έως τότε” (1).

Το Νοέμβρη του 1898 κυκλοφόρησε λοιπόν το πρώτο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού “Τέχνη”. Το περιοδικό ήταν γραμμένο αποκλειστικά στη δημοτική, πράγμα πρωτοφανές για την εποχή, σκοπός της έκδοσης ήταν η διάδοση της δημοτικής γραπτής γλώσσας και η εξοικείωση του ελληνικού επαϊοντος κοινού με τα σύγχρονα -τότε- λογοτεχνικά ευρωπαϊκά ρεύματα. Διευθυντής και εκδότης του περιοδικού ήταν ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος.

Στο περιοδικό έγραψαν τρανταχτά ονόματα, ο Πέτρος Βασιλικός (ψευδώνυμο του Κ. Χατζόπουλου), ο Κ. Παλαμάς, ο Ι. Γρυπάρης, ο Ν. Επισκοπόπουλος, ο Κ. Θεοτόκης, ο Γ. Καμπύσης, ο Α. Καρκαβίτσας, ο Μ. Μαλακάσης, ο Κ. Μάνος, ο Γ. Ξενόπουλος, ο Σ. Ραμάς, ο Α. Πάλλης, ο Α. Παπαδιαμάντης, οι αδελφοί Κ. και Σ. Πασαγιάνης, ο Λ. Πορφύρας, ενώ δημοσιέυτηκαν μεταφρασμένα έργα γερμανών και σκανδιναβών ως επί το πλείστον λογοτεχνών.

Με τα σημερινά μέτρα σύγκρισης μπορούμε να πούμε ότι η “Τέχνη” υπήρξε πρωτοποριακό, προοδευτικό (στο γλωσσικό τομέα), νεωτεριστικό περιοδικό, αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων, άνοιξε δρόμους προς τις σύγχρονες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, τάραξε την πνευματική ακινησία του τόπου, όταν όμως βγήκε αντιμετωπίστηκε εντελώς αρνητικά από την ελληνική κοινωνία. Ο τύπος, εφημερίδες και περιοδικά, το καταδίκασαν χωρίς καμία σχεδόν εξαίρεση, βασικά γιατί ήταν γραμμένο στη δημοτική. Αλλά και το στρατόπεδο των δημοτικιστών εμφανίστηκε διαιρεμένο, εξαιτίας βασικά του “βορειόφιλου” προσανατολισμού του περιοδικού. Στη διάρκεια της έκδοσης οι συνεργάτες του άρχισαν σιγά σιγά να διαφοροποιούνται, πολλοί αποχώρησαν, κυκλοφόρησαν συνολικά 12 τεύχη και το περιοδικό τελικά έκλεισε τον Οκτώβρη του 1899.(1) (9)
Αυτή η “βορειομανία” στον προσανατολισμό του περιοδικού δεν είχε πέσει από τον ουρανό, ήταν μιά τάση που είχε αρχίσει να έχει απήχηση σε σημαντική μερίδα των ελλήνων λογοτεχνών της εποχής. Για μια μερίδα των δημοτικιστών, οι βορινοί συγγραφείς αποτελούσαν έκφραση της ανάγκης ανανέωσης και διεύρυνσης των πνευματικών οριζόντων και η μετάφραση των έργων τους στη δημοτική χρησιμοποιήθηκε σαν όχημα στο γλωσσικό ζήτημα.
Δημιουργήθηκε έτσι ο όρος ‘ιψενογερμανισμός’ (8) που αναφέρεται στην τάση που είχε σαν σημεία αναφοράς τη γερμανική φιλοσοφία του Nietzsche και την σκανδιναβική λογοτεχνία με δεσπόζουσα μορφή τον Ibsen, τάση που εκφράστηκε αρχικά μέσα από το περιοδικό “Τέχνη” και αργότερα από το “Διόνυσο” και σε μικρότερο βαθμό από το “Περιοδικό μας”.
Η βαριά σκιά της ήττας του 1897 και η μετέπειτα κρίση έσπρωξαν πολλούς διανοούμενους της εποχής να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν νέα εθνικά και πνευματικά δεδομένα με την αποδοχή του αυταρχικού - απολυταρχικού κηρύγματος του Νίτσε και την απομίμηση των γερμανών μιλιταριστών. Η “Τέχνη”, παρόλο που είχε σαν σκοπό της τη διάδοση της γλώσσας του λαού, χάραξε αριστοκρατική, αντιδραστική γραμμή και έκανε ότι μπορούσε για να χωρίσει την τέχνη από το κοινό της, το λαό. Η άποψη ότι η «υψηλή Τέχνη» προορίζεται για τους λίγους, όπως και ο απροκάλυπτος αισθητισμός, η στείρα ωραιολατρεία των συνεργατών της, συσκότισαν περισσότερο παρά βοήθησαν στην υποδοχή των νέων πρωτοποριών, προκαλώντας τελικά νέες διαφωνίες στο στρατόπεδο των δημοτικιστών.

Ο Γ. Κορδάτος είδε την “Τέχνη” απλά σαν ένα έντυπο που «θέλησε να χτυπήσει τη γαλλική επίδραση στα νεοελληνικά γράμματα». (2)
Αντίθετα ο Αιμ. Χουρμούζιος , έγραψε ότι και “τίποτε αν δεν είχε προσφέρει ο Χατζόπουλος στα γράμματα, με την ΄Τέχνη΄ και μόνο εξασφαλίζει την παρουσία του στο πάνθεον των ελλήνων λογοτεχνών”. (3)

Επικεφαλής του επιτελείου των τακτικών συνεργατών που συνέβαλαν δυναμικά στη χάραξη βασικών παραμέτρων καθοριστικών για την πορεία πλεύσης της Τέχνης, ήταν ο Κωστής Παλαμάς, ο οποίος έδωσε και το μεγαλύτερο αριθμό κειμένων και σφράγισε έντονα το περιοδικό με τη συνεχή παρουσία του, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φύλλο.
Απο το πρώτο τεύχος, το κοινό αντιμετωπίστηκε επιτιμητικά και με σκληρότητα, η οποία στα επόμενα φύλλα έφτασε μέχρι την πλήρη απόρριψη. Απροκάλυπτα επίσης υποστηρίχτηκε ότι μερίδιο στην απόλαυση ενός έργου τέχνης έχουν μόνο οι εκλεκτοί.

Ο Α. Καρκαβίτσας ήταν στενός φίλος του Κ. Χατζόπουλου και ένας απο τους πρώτους που αποδέχθηκαν την πρόσκληση, πιστεύοντας οτι μπορούσε κι αυτός να συμβάλει στην εφαρμογή του προγράμματος της Τέχνης, και ασφαλώς θα συγκαταλέγονταν στο στενό κύκλο των συνεργατών. Η εικόνα όμως που έδειξε από το πρώτο κιόλας τεύχος το περιοδικό προβάλλοντας μέσω του Κ. Παλαμά ως μόνη επιδίωξη του καλλιτέχνη την “αποκλειστική αναζήτηση της Ομορφιάς και της Αλήθειας” (σ.21), προσιτής στους εκλεκτούς, τους “...λίγους, μετρημένους, κεφάλια φωτεινά, της Αρμονίας μυσταγωγούς” (σ.3) που είναι “προωρισμένοι” (σ.22) να την εννοήσουν, και διαχωρίζοντας τους υπόλοιπους σε “χαύνο πλήθος, το λεγόμενο κοινόν” (σ.3) ή “αναρμόδιους” (σ.22), τον προβλημάτισε, αφού ο ίδιος είχε εντελώς διαφορετική ιδέα για τον προορισμό της τέχνης και του δημιουργού, αποσκοπώντας στην κοινωνική αποστολή της και στο λαϊκό χαρακτήρα της. Αργότερα θα εκφράσει την αποδοκιμασία του και θ' αποχωρήσει από τη σύνταξη, μετά τη δημοσίευση δυο κειμένων – ένα του Παλαμά και ένα του Ξενόπουλου - στο τέταρτο τεύχος.

Ο πατριάρχης του δημοτικισμού Γ. Ψυχάρης αρχικά πήρε αδιάφορη θέση απέναντι στην “Τέχνη”, όταν το περιοδικό είχε ήδη κλείσει (αλλά έβγαινε τοΠεριοδικό μας” και σε συνέχεια ο “Διόνυσος”) στον Πρόλογο στο “Για το Ρωμαίϊκο θέατρο” έκανε δριμύτατη πολεμική ενάντια στο γερμανικό πολιτισμό των ημερών του, τη Γερμανία και τον Κάιζερ γενικότερα, καθώς και τη “βορειομανία” και γερμανολατρεία στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικά έγραψε: “ ... στην Αθήνα, που διαβάζουνε Νίτσε και στα σοκάκια, που βρέθηκε μάλιστα και περιοδικό, ύστερις απο το 1897, νάχη και να φωνάζη δέφτερή του πατρίδα τη Γερμανία, ... μπορεί λέω μερικοί λιγόμυαλοι μαλλιαράδες να τα βλέπουν αλλιώς τα πράμματα. Μπορεί και το νου τους να σκοτώνουνε για να βγούν άξαφνα ίδιοι τους Νίτσιδες, Ιπσενέοι και ότι άλλο θέλεις” από όπου και η περίφημη αποστροφή: «Μήτε Νίτσηδες γνωρίζω, μήτε Ιμπσένηδες μήτε διαβόλους».(4) (5)
Αλλά και ο Α
ργύρης Εφταλιώτης δεν στάθηκε φειδωλός στις κριτικές του. Στο “Άστυ” της 21 Ιουλίου 1899, στο άρθρο του «Αληθινή και ψεύτικη τέχνη», καταδικάζει ουσιαστικά την προσπάθεια της “Τέχνης” ως ένα χαμένο στοίχημα: «Μεγάλο κι ασυχώρητο κρίμα, ναρχίζη ένα περιοδικό με την εθνική τη γλώσσα, κι αντίς να μας γενή περιβόλι ρωμαίικο, να κάθεται και ναρμηνεύη ξένες Βαβυλωνίες». (6)
Αφού ξέσπασε η διαμάχη του Καρκαβίτσα με τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο, ο Π. Νιρβάνας θεώρησε σκόπιμο να γράψει μιά σειρά επεξηγήσεις και τελικά μιά απολογία, ο Επισκοπόπουλος άρχισε να εκφράζει αμφισβητήσεις, ο Ξενόπουλος λίγο αργότερα διαφοροποιήθηκε, ενώ ακόμα και ο Μποέμ, ο Δημ. Χατζόπουλος, αδελφός του εκδότη, κράτησε τις αποστάσεις του από το περιοδικό. (7)
Ο Π. Νιρβάνας έγραψε ότι η Τέχνη” έκλεισε γιατί δε σήκωνε ο τόπος και ο καιρός περιοδικό που να γράφεται αποκλειστικά στη δημοτική (1).
Ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου αντίθετα υποστήριξε ότι η “Τέχνη”, (σε αντίθεση με το “Νουμά”), είχε βάλει στο πρόγραμμα της να μην κατέβει στο επίπεδο του λαού, γι΄αυτό και εγκαταλείφτηκε από τους συνεργάτες της και από το κοινό. (1)

Αξίζει να σημειώσουμε ότι κλείσιμο της “Τέχνης” στάθηκε γεγονός σωτήριο και σημείο καμπής στην προσωπική ζωή του Κ. Χατζόπουλου, μετά από λίγους μήνες αποφάσισε να πραγματοποιήσει την πρώτη του περιήγηση στη Γερμανία, όπου γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του, ήρθε σε επαφή με την εκεί πραγματικότητα, άλλαξαν ριζικά οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί, βρήκε την έμπνευση για να γράψει τα πιό ώριμα και γνωστά του έργα.


Μπορέιτε να διαβάσετε το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Τέχνη” εδώ:

http://eliaserver.elia.org.gr:8080/lselia/rec.aspx?id=490684


_________

01. “Το περιοδικό Τέχνη και η πάλη των ιδεών στην Αθήνα στο τέλος του 19ου αιώνα” του Μ.Μ Παπαϊωάννου, Επιθεώρηση Τέχνης 4/1960, αρ. 63-64.

02. Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας” τόμος Α'. Αθήνα 1983, σ.416.

03. Αιμ. Χουρμούζιος, Η συμβολή της “Τέχνης”. Νέα Εστία, 1940, ΚΗ', τ. 332, σ.1286.

04. Γιάννης Ψυχάρης, Πρόλογος στο “Για το Ρωμαίϊκο θέατρο”, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1901.

05. Β. Πούχνερ, «Ο πρόλογος Για το ρωμαίικο θέατρο (1900) του Ψυχάρη. Ένα ιδιότυπο μανιφέστο του θεάτρου των ιδεών» στο Φιλολογικά και θεατρολογικά ανάλεκτα, Καστανιώτης, Αθήνα 1995

06. Αργύρης Εφταλιώτης «Αληθινή και ψεύτικη τέχνη», Άστυ, 21 Ιουλίου 1899.

07. Σχετικά με τις έριδες που δημιουργήθηκαν γύρω από την “Τέχνη” βλ. Μαρία Αντωνίου-Τίλιου, “Το περιοδικό «Η Τέχνη» (1898-1899). Συμβολή στη μελέτη της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας – Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1989, σ. 136-168.
Το κείμενο της Αντωνίου-Τίλιου για την “Τέχνη” είναι το πιό εμπεριστατωμένο και διεξοδικό που μπόρεσα να βρω.

08. Άννα Ταμπάκη - Ουρανία Πολυκανδριώτη (επιμ.), "Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και ‘εθνικός χαρακτήρας’ στον 19ο αιώνα". Πρακτικά Συμποσίου (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 14-17 Μαΐου 2015), τόμ. Α΄, Αθήνα 2016:
Μαρία Σεχοπούλου “Αναζητώντας νέους ορίζοντες: Η ‘βορειομανία’, ο ‘ιψενογερμανισμός’ και η σύνδεσή τους με τον δημοτικισμό στα τέλη του 19ου αιώνα”.

09. Τωµαδάκης Βασίλειος, «Νεοελληνική Βιβλιογραφία. Τα περιοδικά Τέχνη και Διόνυσος», ΕΕΦΣΠΑ 20, (1969-1970).