Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκριπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκριπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

“ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ” ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα “Σκριπ” 19.12.1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ

(Από τις “Ιστορίες ενός ρεπόρτερ”

Βρέχει μουντά, μουρμουριστά έξω. Τα ριντώ είνε κατεβασμένα, απλωμένα ως κάτω, κι ο θόρυβος της βροχής που χτυπά τα τζάμια ακούεται μέσα στο δωμάτιο ασθενής, κουραστικός, εκνευρισμένος. Τα κηριά φωτίζουν θαμπά, και το δωμάτιο είνε γεμάτο σκιές παρά φως. Η χειμωνιάτικη εκείνη θλίψη που μπαίνει μέσα στα σπίτια, τα χωρίς οικογενειακή χαρά, η χειμωνιάτικη θλίψη που την βρίσκει κανείς περισσότερη από κάθε αλλού σε μερικά σπίτια όλως διόλου ιδιαιτέρως, βαρύνει ολόκληρη την κάμαρα. Όλα τ’ αντικείμενα εκεί μέσα φαίνονται ποτισμένα από μιά υγρή μελαγχολία, από μιά νοτερή θλίψη, θάλεγε κανείς που αναδίδεται από τους τοίχους, από τις δυο μεγάλες κινέζικες βεντάγιες τις καρφωμένες βιζαβί τη μιά της άλλης, από τα κινέζικα τραπεζάκια, από τις πολτρόνες, από τις καρέκλες, από το κλειστό πιάνο, από τα σκορπισμένα μουσικά τετράδια από το κομψό ταμπουρέ, από τα βαζάκια, από τις ζωγραφιές, από τις εικονίτσες, από το κάθε λογής μπιμπελό, από το κάθε κόσμημα, από το κάθε σκεύος, και τον τριγυρίζει, και του περνά τους πόρους των ενδυμάτων του, τους πόρους του σώματός του, και του ποτίζει το αίμα, τα σπλάχνα του. Είνε ξαπλωμένος σ’ένα κοκκινόμαυρο ραβδωτό διβανάκι, με τα χέρια στις τσέπες, με τόνα πόδι απάνω στ’ άλλο, με τον κορμό γυρισμένο προς τα πίσω, με το κεφάλι ακουμπισμένο λίγο δεξιά σ’ ένα μεταξωτό προσκεφαλάκι, και καπνίζει ασυνείδητα, χωρίς κέφι ένα πούρο. Δεν έχει βγάλει το παρντεσσού του και μαζεμμένος εκεί στο διβανάκι, ποτισμένος ολόκληρος από την υγρή εκείνη μελαγχολία της βραδειάς, την ακούει, να του μιλά…

Ψηλή, αμαζών τέλεια, με τα ξανθά μαλλιά της χτενισμένα προς τ’ απάνω πίσω, ριγμένα σγουρά μπροστά στους κροτάφους, με το ωχρό πρόσωπο μόλις πουδραρισμένο, με τα μικρά χείλη, τα σουφρωμένα αιώνια, σαν χοντζες που δεν τον είδε ποτέ ο ήλιος, βαμμένα ανάλαφρα, ελκυστικά, χτυπώντας ίσια τις αισθήσεις και φέρνοντας ένα ρίγος ελαφρό στις φλέβες, του μισοκλείνει τα μάτια και ακουμπισμένη στο κάθισμά της, στηρίζονατς τον δεξιό της αγκώνα απάνω στο τραπέζι, πούνε εκεί κοντά της, φλυαρεί.

Έχει κέφια απόψε και λέει, λέει ακούραστη με τη συνειθισμένη της αφροντισία, και μέσα στα λόγια της αυτά, που εξαιρετικώς του τα εμπιστεύεται έτσι από ένα παράξενο γυναικείο καπρίτσιο, ζωγραφίζεται όλη η ματαιοδοξία της γυναίκας, όλη η απληστία της, η απονιά της, η απόλαυσή της, η ειρωνεία της, το συμφέρον, το τρομερό εκείνο συμφέρον των γυναικών του είδους της, που προξενεί τη φρίκη και την αηδία.

Μπροστά της εκεί, απάνω στο τραπέζι είνε ανοιχτό ένα μικρό τετράγωνο με ατλαζωτό ροζ ύφασμα σκεπασμένο κουτάκι. Και με το αριστερό της χέρι βγάζει από κεί μέσα με νωχελικά κινήματα ένα, ένα τα μπιζού της και του τα δείχνει με κάποια υπερηφάνεια, με κάποια άγρια χαρά ψιθυρίζοντας με σαρκαστικό πάντα γέλοιο:

- Αυτά τα σκουλαρίκια είνε δώρο ενός γέρο ραμμολή. Μ’ άφησε χρόνους τόρα… Τον γνώρισα στην Οντέσσα...

- Αυτή τη διαμαντένια εδώ καρφίτσα μου τη χάρισε ένας τραπεζίτης που γνώρισα στην Αλεξάνδρεια...

Και το λευκό, το κάτασπρο χέρι, το μακρουλό, το αφροπλασμένο με λεπτά μακρυά δάχτυλα και τριανταφυλλένια νύχια βγάζει πάντα ένα, ένα από το κουτί τα κοσμήματα, τα σηκώνει λίγο προς το φως των κηριών, τα γυρίζει τόρα απ’αυτό, ύστερα απ’ εκείνο το μέρος, τα κάνει να λαμποκοπούν στο φως, και έπειτα τ’αδειάζει απάνω στο τραπέζι τόνα κοντά στο άλλο με την αιώνια εκείνη σαρκαστική της έκφραση.

Εκείνος την έβλεπε, την άκουε με κάποιο αίσθημα αηδίας, αλλά με κάποια περιέργεια μαζί. Έξαφνα το χέρι έβγαλε έξω από το κουτί ένα βραχιόλι, ένα βραχιόλι μεγάλης αξίας, ένα βραχιόλι πολύτιμο, σκαλισμένο με τέχνη, φορτωμένο με πέτρες. Όταν το σήκωσε προς το φως, την είδε τότε να κοιτάζη αυτό το κόσμημα αυτή τη φορά βουβή, κάπως πικραμένη ξαφνικά. Και τα μάτια της έχασαν όλη τη σαρκαστική της ειρωνία, και τα χείλη εκείνα τα σουφρωμένα, τα κοκκινοβαμμένα σφίχτηκαν πιό πολύ σαν από πόνο ξαφνικής θλιβερής σκέψεως. Το κρατούσε ακόμα μέσα στα δάχτυλά της εκεί μπροστά στο φως, και ψιθύρισε σβυσμένα:

- Αυτό είνε το πρώτο, και το σκληρότερο δώρο της ζωής μου, είπε με λυπημένο τόννο.

- Ά! Κάποια ξεχωριστή, κάποια τρυφερή ενθύμηση, είπε εκείνος με μιά χαιρεκάκεια, που δεν κρυβόταν.

- Τίποτε απ’ όλα αυτά. Μονάχα μου φέρνει μιά πικρή ενθύμηση, μουρμούρισε, κοιτάζοντας το κόσμημα σαν αφηρημένη.

- Έτσι, λοιπόν, υπήρξες ποτέ και συ ερωτευμένη, είπε εκείνος θριαμβευτικώς.

-Ερωτευμένη όχι, αλλά το βραχιόλι αυτό μου ενθυμίζει μιά πολύ θλιβερή ιστορία που έπαιξα ρόλο φονιά, είπε τόρα εκείνη με ξερή φωνή, και το πρόσωπό της έγινε πιό χλωμό, πραγματικώς από ψυχική δόνηση χλωμό αυτή τη φορά.

Μιά ανατριχίλα περόνιασε το κορμί του και την έβλεπε μ’ανοιχτά φοβισμένα μάτια.

- Θα σου τα πω όλα, ξακολούθησε εκείνη. Είνε μιά ιστορία, παιδική, μιά πολύ θλιβερή, η μόνη αληθινά τόσο θλιβερή ιστορία της ζωής μου… Και την άκουσε για πρώτη φορά της ν’αναστενάζη με πόνο.

- Είμουνα, θυμούμαι, δεκάξη ετών. Είμουνα κόρη, είμουνα όμορφη, είχα την οικογένειά μου, τον πατέρα μου και τη μάννα μου. Η οικογένειά μας, λαϊκή οικογένεια, έβγαζε έντιμα το ψωμί της. Ο πατέρα είταν διανομεύς στο ταχυδρομείο, η μητέρα μου μοδίστρα ασπρόρουχων, εγώ τρελλοκόριτσο. Είχα μιά φίλη τότε της ηλικίας μου, κόρη ενος υπαλλήλου. Οικονομικώς η οικογένειά της είταν σε καλύτερη θέση από μας και μ’ όλη την αγάπη που της είχα την ζήλευα πολύ γιατί μπορούσε να κάνη καινούργιες τουαλέττες συχνά. Και οι δυό μας είμαστε τρελλές για τις μόδες, προ παντός για τα κοσμήματα. Θυμούμαι πως μας συνώδευε πάντα βράδυ, βράδυ στον περίπατο στα εμπορικά και τις δυό ο αδερφός της ένα ψηλό, αδύνατο, καχεκτικό παιδί δέκα εννιά χρόνων. Πηγαίναμε πάντα στα χρυσοχοεία και στεκόμαστε εμπρός στις βιτρίνες και θαυμάζαμε αφηρημένες και οι δυό τα κοσμήματα, ενώ ο καβαλλιέρος μας γυρισμένος πάντα προς το πλάϊ μου κρυφαναστέναζε. Μ’ είχε ερωτευθή τρελλά, μ’ ένα έρωτα παιδιάστικο, αλλά φλογερό, έξω φρενών. Και μ’ έκανε να γελώ πάντα, το μυξιάρικο… Ένα από τα πολλά κοσμήματα που βλέπαμε στις βιτρίνες εγώ και η αδερφή του, είταν κι αυτό το βραχιόλι εδώ, που βλέπεις τόρα. Σε μιά βδομάδα είχαμε ερωτευθή και οι δυό αυτό το βραχιόλι. Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν ύστερα και μεις κάθε βράδυ στεκόμαστε εκεί στο τροττσάρ και λιγουδεύαμε το βραχιόλι. Μας είχε γίνει πάθος αυτό το θέαμα. Και οι δυό μας ωνειροπολούσαμε η κάθε μιά χωριστά, πως να το αποκτήσουμε. Εγώ όσο σκεπτόμουνα πως είταν αδύνατο να γίνη δικό μου αυτό το βραχιόλι, έλυωνα από ζήλεια, από μανία. Όταν ένα απόγευμα που πήγα στο σπίτι της φίλης μου, να τη συγχαρώ για τη γιορτή της που εώρταζε, βλέπω άξαφνα το βραχιόλι εκείνο στο χέρι της.

- Τι χαρά, μου λέει. Ο θείος μου μου το αγόρασε το βραχιόλι...

Ένιωσα σα να μου έκοβαν μέσα μου τ’αντερά μου, σχεδόν θα λιποθυμούσα. Δεν είπα τίποτε, κρατήθηκα, και κάθησα σε μιά καρέκλα όλο το απόγευμα καταλυπημένη. Ήρθε ο αδερφός της προς το βράδυ. Κάθησε κοντά μου και όλο κρυφά αναστέναζε. Άξαφνα σηκόνομαι, χαιρετώ τη φίλη μου, τους δικούς της, και παρακαλώ το παιδί τους να με συνοδεύση εις το σπίτι μου. Πήγε να τρελλαθή από τη χαρά του. Μέναμε μόνοι μας τόσο σπάνια, ώστε είχε δίκιο να είταν τόσο χαρούμενο. Στο δρόμο γυρίζω και του λέω έξαφνα, πιάνοντας το χέρι του:

- Μ’ αγαπάς;

Εκείνο θέλησε να μου σφίξη το χέρι, και ψιθύρισε ξαφνιασμένο:

- ‘Ω, αν σ’αγαπώ, πεθαίνω για σένα!...

- Τότε θέλω να μου κάμης μιά χάρη…

- Ό,τι θέλεις.

- Μα θα μου την κάμης…

- Λέγε, διάταξε, τη ζωή μου δίνω για σένα, αρκεί να μ’ ευσπλαχνισθής.

- Θα είμαι δική σου, του είπα, όταν μ’αποχαιρετούσε τρέμοντας σχεδόν, στην πόρτα μου, αν κλέψης το βραχιόλι της αδερφής σου που της χάρισε ο θειός σας σήμερα…

Και έφυγα κλείνοντας την πόρτα.

Την άλλη μέρα το βράδυ καθόμουνα μόνη μου στο σπίτι – η μητέρα μου έλειπε κάπου – και είμουνα καταλυπημένη πάντα, ακούω βήματα βιαστικά στη σκάλα και βλέπω τον αδερφό της φίλης μου να μπαίνη μέσα στην κάμαρα κατακίτρινος σαν το φλωρί, λαχανιάζοντας, τρέμοντας, και να μου πετά στην ποδιά μου το βραχιόλι.

- Να!… πάρτο!… δικό σου είναι, αλλά τόρα κι εγώ είμαι δικός σου… Μάθε όμως πως σκότωσα … την αδερφή μου!...

- Τι; του είπα χωρίς να καταλάβω τι έλεγε.

- Ναι! … την σκότωσα! … Με κατάλαβε πως το πήρα κ’ έτρεξε να μου το πάρη… Την έσπρωξα… με κυνήγησε φωνάζοντας “θέλει να το πουλήση! θέλη να το πουλήση!”. Από κάμαρα σε κάμαρα φθάσαμε με το κυνήγι στην κουζίνα… εκεί μ’έπιασε από το λαιμό… δε ξέρω τότε τι έκανα… ένα μαχαίρι είταν απάνω στο τραπέζι… το πήρα… τόχωσα στα στήθη της κ’ έφυγα… Τόρα το βραχιόλι είνε δικό σου… κι εγώ είμαι δικός σου…

Και εκείνη σιώπησε. Ένας λυγμός ακούστηκε και έκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της. Έξω η βροχή έπεφτε μουρμουριστά, μελαγχολικά πάντα…

Κ’ εκείνος βουβός, με τα μάτια γεμάτα από φρίκη, πήρε το καπέλλο του, κι αγάλια’ αγάλια, πατώντας στα νύχια, βαδίζοντας με την πλάτη προς την πόρτα, βγήκε και κατέβηκε τις σκάλες γλήγωρα, γλήγωρα με πηδήματα παράφρονος…

Μποέμ

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

"Ο ΧΟΡΟΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “ΣΚΡΙΠ” 20.2.1894

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ο ΧΟΡΟΣ

Επι τέλους θα εχόρευεν ο άνθρωπος! Εισήλθεν αποφασιστικός εις το βάθος του καλλυντηρίου, όπου έβγαλε της κατάλευκες φιλντεκόζ κάλτσες του, της οποίαις έθεσε βαστικά εις την τσέπην του φράκου του, εις την αντίθετον της οποίας είχε θέσει μυροβόλον μανδύλιον. Εφόρεσε και πάλιν τα οχληρά λουστρινένια στιβάλια του και εξήλθε θριαμβευτικός, ευχαριστημένος. Θα εχόρευε !… Μόλις έκαμεν ένα βήμα προς τας χορεύτριας και Εκείνη επρόβαλε προκλητική, ωραία, έξωμος,μεγαλοπρεπής από κάλλος και εγωιστικότητα. Της ήνοιξε την αγκάλην του και ερρίφθησαν αμφότεροι εις την δίνην και την μέθην ακρατήτου pas de quatre. Και εχόρευον, εχόρευον και εσφίγγοντο και αι καρδίαι των έπαλλον και ο ιδρώς έρρεεν, οπότεν εκείνη ασθμαίνουσα, πνιγμένη από τον στρόβιλλον και την ερωτικήν περίπτυξιν ήρχισε ψιθυρίζουσα σβυσμένα και μεθυστικά:

- Πνίγομαι !… πνίγομαι !...

Εκείνος έντρομος εζήτησε πρόχειρα μέσα θεραπείας. Έθεσε βιαίως την χείρα του εις την τσέπην του φράκου του δια να εύρη το μανδύλιόν του και ήρχισε σφογγίζον απαλά απαλά και τρυφερώτατα τας αβράς και παλλομένας ροδολεύκους παρειάς της …

Όταν σχεδόν συνήλθον και οι δύο, ο εις εκ λιποθυμίας και ο άλλος εκ του τρόμου, είδον μετ’εκπλήξεως, ότι το πρόχειρον της θεραπείας μέσον δεν ήτο το μυροέν μανδύλιον.

Μποέμ

Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

"ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Τι μπορεί να κάνει μιά φασολάδα...

Ευθυμογραφική εβδομαδιαία επιθεώρησις “Σκριπ” 13/3/1894

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Η Μικρά επανήρχετο από την περιπλάνισίν της εις τους χλοερούς δρομίσκους περιχαρής και πηδώσα, φέρουσα μεγάλην δέσμην ανθέων κοπέντων μακράν των βλεμμάτων του φύλακος του βασιλικού κήπου. Επλησίασε και εξεπλάγη ιdούσα παρά το πλευρόν της ευειδούς παιδαγωγού της νεαρόν κύριον σφίγγοντα περιπαθώς τας χείρα της, κατατρώγοντα αυτήν δια βλεμμάτων φλογερών και είπεν αφελώς:

- Ω, ένας κύριος…

Δεν επρόσεξαν καθόλου την εμφάνισήν της και εξηκολούθησαν. Εκείνος έσφιγγε περιπαθέστερον τας χείρας της, τας έφερε σχεδόν εις τα χείλη του, ενώ εκείνη με κατεβασμένα μάτια εδείκνυε αντίστασιν θελκτικήν. Το παν ήρεμον και μυροβόλον και εξερεθιστικόν γύρω εις την απόκεντρον φωλιάν του απέραντου κήπου!

Αίφνης εκείνη εις την ερωτικήν των διάχυσιν, την παρατεινομένην τόσον γλυκά και τόσον αναταράττουσαν τον οργανισμόν της, έδειξε σημεία εσωτερικής ανησυχίας. Το προσωπάκι της υπό τον λευκόν διαφανή πέπλον έκαμε μορφασμούς προκλητικούς ώστε εκείνος ελiγοθυμούσε σχεδόν. Αλλ’ η εσωτερική αγωνία της επηύξανε. Το μικρόν της πρόσωπον έγινεν ερυθρότερον των πρώτων ρόδων της ανοίξεως. Έννοιωθε κάτι τι να ταράσσεται βαθειά εις την κοιλίαν της, ηγωνία ολόκληρος και ήρχισεν να ωχριά. Τρόμος διέτρεξε τα μέλη εκείνου. Θεέ μου τι είχεν!… Η καρδία της έπασχεν; Ίσως η υπερβολική θερμότης των ερωτικών του εκδηλώσεων, ίσως η συγκίνησις του έρωτός της, ίσως το πολύ της αίσθημα. Α! Ήτο τρομερόν και ανεσηκώθη έντρομος, σφίγγων έκφρων, φρικωδέστερον τας χείρας της.

- Θεέ μου! Τι έχετε; Συνεκινήθητε τόσον! Ά διατί να σας συναντήσω! Διατί να γίνω παραίτιος δυστυχήματος!

Εκείνη συνήλθε κάπως, η δε Μικρά προσέθηκε με ύφος κλαυθμηρίζον:

- Καλά να πάθης, αφού δεν άκουσες την Μαμά και έφαγες τρία πιάτα φασόλια!

Μποέμ

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

"ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ” 13 Αυγούστου 1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

(Από τις ιστορίες ενός Ρεπόρτερ)

Είταν από τους περίεργους εκείνους τύπους μέσα στην Αθήνα, που γι αυτούς η ζωὴ είνε αληθινό βάσανο. Από τους κοινωνικούς εκείνους τύπους, που προσπαθούν να φαίνουνται στην κοινωνία, ν' ανακατεύουνται στον κόσμο, που τρελλαίνονται να τους βγάζουν το καπέλλο στο δρόμο, όσο το δυνατόν περισσότεροι διαβάτες, που μπαίνουν παντού, που κομψεύονται, που περνούν για γνωστοί, που προσπαθούν να γίνουν μέρα με τη μέρα κάτι τι, που δείχνονται ανώτεροι απ' ό,τι είνε, που ελπίζουν και που φιλοδοξούν μεγάλα πράμματα, που κρύβουν την φτώχεια τους και την κακομοιριά τους. Και όση μεγάλη είνε η υποκρισία τους, τόσο φοβερά είνε τα βασανά τους. Από το πρωΐ ως το βράδυ η ζωή τους είνε ατέλειωτο μαρτύριο. Έχουν να πολεμήσουν όχι μόνο με την ανάγκη της ζωής, αλλά και με την κοινωνική ανάγκη, που απαιτεί μεγάλες θυσίες, λεπτή υπόκριση, μεγάλη τέχνη, και εξυπνάδα ακόμα. Έχουν να πολεμήσουν με όλα, χωρίς να έχουν πεντάρα στην τσέπη τους.

Φτωχοί μικροϋπάλληλοι, βιοπαλαισταί που αξίζει να τους συγχαρή κανείς για την επιτειδηοσύνη τους, κατορθώνουν και ζουν και φαίνονται με βάσανα και με όνειρα.
Ένας απ’ αυτούς είταν και αυτός. Υπάλληλος ς’ ένα συμβολαιογραφείο, είχε κολλήση εκεί μέσα από μικρό παιδί, εβδομήντα το πολύ δραχμές το μήνα, αντιγράφοντας όλη την ημέρα, χωρίς οικογένεια ευτυχώς κατώρθωνε περισσότερα απ’ ό,τι κατώρθωναν οι συνάδελφοί του που είχαν το ατύχημα να συνοδεύουν στο δρόμο αδερφές. Εβδομήντα μόλις ψωροδραχμές τι να κάμουν για ένα γκαρσόνι που θέλει να βγαίνη έξω με καθαρό φωκόλ, με φρέσκη κραβάτα, με καινούργιο παντελόνι, με ζακέ ή σακκάκι αλέκιαστο, με βερνικωμένα παπούτσια. Εβδομήντα ψωροδραχμές για ένα νέο που θέλει να κορτάρη στο Ζάππειο κάθε βράδυ, να κατεβαίνη μιά φορά το πολύ την εβδομάδα στο Φάληρο, να πίνη το ούζο του ή να τρώγη το παγωτό του στου Γιαννάκη, να στολίζη την μπουτονιέρα του. Εβδομήντα ψωροδραχμές που θέλει να φάη, να πληρώση το νοίκι, να πλυθή, να κουρευθή, να κάμη και τα γλεντάκια του κάποτε κάποτε!

Όλη αυτή η αντίθεση της δυστυχίας του, των βασάνων του προς τη ζωή την πλούσια, προς τη ζωή την ανοιχτή, προς τη ζωή του γλεντιού των άλλων, που τον χτυπούσε κατάμουτρα όπου κι αν πήγαινε, του γέμιζε τα στήθη πάντοτε από μιά πικρία απερίγραπτη. Φύσει μικροφιλότιμος και ψιλοπερήφανος είχε να παλαίση πιό πολύ ακόμα με τη ζωή από όλους τους ανθρώπους του είδους του. Κοκκίνιζε, γίνουνταν φλόγα, αν τύχαινε να τον πη κανείς φτωχό, δάγκανε τα χείλη του από μανία, όταν άκουγε να λέη στο γραφείο του κανένας συνάδελφός του:
- Καημένε Κώστα, φτωχοί άνθρωπο είμαστε, τι τα γυρεύεις!…

Το αιώνιο αυτό μαρτύριο, να φαίνεται ανώτερος από τα οικονομικά του, να μη καταλαβαίνουν στον δρόμο σαν περνούσε, πως είταν φτωχός, τον είχε κάμη πολύ παράξενο. Κανείς από τους συναδέλφους του, από τους φίλους του δεν ήξερε που κάθουνταν, που έτρωγε, πως περνούσε. Όταν έβγαινε από το δωμάτιό του, μιά σωστή τρώγλη μέσα σ’ ένα βρωμερό σοκάκι της Πλάκας, κοιτούσε πρώτα από το παράθυρό του κρυφά στο δρόμο μήπως περνούσε κανείς γνώριμός του, και τον έβλεπε, έπειτα πετιώνταν ορμητικά από την πόρτα του έξω κ’ έπαιρνε ένα ύφος αμέριμνου διαβάτου που τραβούσε το δρόμο του, σαν πρώτη φορά να περνούσε απ’ αυτό το μέρος, απ’ αυτό το δρόμο. Μαρτύριο γι’ αυτόν πιό μεγάλο είταν η πληρωμή κάθε μήνα του ενοικίου του. Ως ότου που οικονομούσε τις δέκα δραχμές έφτυνε αίμα. Πολλές φορές δεν έτρωγε ολόκληρη μέρα παρά μιά πάστα επιδεικτικώς στο ζαχαροπλαστείο το βράδυ που περνούσε ο κόσμος. Και έδινε τα 35 λεπτά του και μία πεντάρα για πουρ-μπουάρ στο γκαρσόνι με μιά αφέλεια εκατομμυριούχου, αν και ήξερε πολύ καλά πως μιά πεντάρα του έμεινε ακόμη στη τσέπη του για τη πρωϊνή κουλούρα του. Τα ευτυχισμένα βράδια του ή τα μεσημέρια του χώνονταν κρυφά σα κλέφτης μέσα σ’ ένα μπακάλικο, σε καμιά ταβέρνα εκεί κοντά στην Αγορά και έτρωγε βιαστικά μιά δεκάρα τυρί και μιά δεκάρα ψωμί, ή κανένα σηκωτάκι απ’ εκείνα που τηγανίζουν οι μάγειροι μπροστά στις ταβέρνες απάνω στη μικρή φουφού τους, έπινε ένα εκατοσταράκι ρετσίνα και έφευγε πάλι δειλά, μυστικά, με τρόπο να μη τον δη κανείς γνωστός του.

Όταν περπατούσε στο δρόμο έπαιρνε μία πόζα και μία αφέλεια μαζί αρχοντόπουλου. Χαιρετούσε ευγενικά, με λεπτή κίνηση, μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο. Όταν περνούσε μπροστά του καμιά καλλονή, αρχοντοπούλα, γίνουνταν λεπτός, λεπτός, μη μου άπτου, ίσιαζε με γλήγωρο κίνημα του χεριού του το λαιμοδέτη του και το μουστάκι του και γέμιζε τα μάτια του από ατελείωτη γλύκα κολλώντας αυτά επίμονα απάνω της, και χαμογελώντας, ενώ μέσα από τα δόντια του μόλις έβγαινε ένα ψιθύρισμα:
- Πάρε με ντε, να
δης πέταμα τα παλιοσυμβόλαια!...

Ζούσε αιώνια με όνειρα· λησμονούσε τα βασανά του όλα μπροστά στη θερμή ελπίδα “να μπλέξη με καμιά που να τον έχη τον βαμβακόσπορο!” Και πάντα μέσα στα μεγάλα όνειρά του, ενώ αντέγραφε στο τραπεζάκι του συμβόλαια ή περπατούσε στους δρόμους διαλογιζόταν πως μπορούσε να μπλέξη τόρα μ’ εκείνη, έπειτα με την άλλη. Από τις εξήντα χιλιαδίτσες που ωνειρεύουνταν έπαιρνε πολλές φορές τόσο δρόμο, ώστε να φθάνη και στο εκατομμύριο. Και ψιθύριζε κάποτε μονάχος του μέσα στα όνειρά του.
- Και τι παράξενο είταν αυτό να γίνη; Γιατί να μη βρεθή καμιά και γι’ αυτόν; Να ζηλέψη τα νιάτα του. Να του δώση τον παρά της, να της δώση τη νιότη του, την ομορφιά του, τη θέλησή του. Πως θα εργάζουνταν τότε! Πως θα πήγαινε μπροστά, πολύ μπροστά, πως θα γινόταν μεγάλος. Πως θα ένοιωθε κι αυτός τη ζωή, τον κόσμο !…
Και έφερε το χέρι του στη τσέπη του να βρη ένα τσιγάρο και … κολλούσαν τα νύχια του θυμωμένα στο αδειανό πανί!

Όταν μια μέρα έξαφνα αρρώστησε βαρειά, πολύ βαρειά. Καθώς πήγαινε πρωί, πρωί στο γραφείο του χωρίς παλτό, πούντιασε. Έτρεξαν οι συνάδελφοί του να τον βοηθήσουν. Τον έπιασε ντροπή, όταν τους είδε μέσα στο σπίτι του, στο βρωμοδωμάτιό του. Αλλά τι να έκανε; Δάγκασε τα χείλη του τόσο, που μια γραμμίστα αίμα φάνηκε γύρω τους. Η αρρώστεια τραβούσε εμπρός. Ένας φίλος του εφρόντισε για να τον πάνε στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Με χίλια βάσανα τα κατάφερε. Όταν του το είπαν λιποθύμησε από την είδηση αυτή.

- Εγώ στο Νοσοκομείο! Ψιθύρισε με θλίψη, όταν συνήλθε, τι ταπείνωση!... Αλλ΄ υπεχώρησε τέλος. Η ανάγκη, η μεγάλη φτώχεια τον έκαμαν να κλείση το θυμό του στα στήθη του, να πνίξη όλη την υπερηφάνεια του και την φιλοτιμία του. Τον πήγαν μ΄ένα αμάξι στον Νοσοκομείο.
Την άλλη μέρα ο καθηγητής της Κλινικής που τον πήγαν στις 9 το πρωί μπήκε στην αίθουσα μαζί με τους μαθητάς του. Άρχιζε η ιατρική επιθεώρηση μαζί με τη διδασκαλία των φοιτητών. Και ο φτωχός άνθρωπος καθώς έβλεπε όλο το πλήθος των νέων εκείνων με τον μισότριβον καθηγητή στη μέση να πλησιάζουν από στιγμή σε στιγμή, από κρεββάτι σε κρεββάτι προς αυτόν, άρχισε να κλαίη σιγά σιγά. Θα
έπιπτε σε τόση ταπείνωση! Να διδάξουν απάνω στο σώμα του! Όλα λοιπόν τα θερμά όνειρά του, όλες οι ελπίδες του τελείωναν μέσα στο Νοσοκομείο! Και τι είταν η σωματική αδυναμία του, ο πόνος του οργανισμού του μπροστά στον πόνο της ψυχής του, μπροστά στο βαθύ κέντημα της φιλοτιμίας του, της υπερηφάνειας του; Λογισμοί κακοί, λογισμοί πικροί του έρχουνταν. Του φάνηκε πως πέθαινε, πως τον πήγαιναν απάνω στα τραπέζια του Ανατομείου, και έβλεπε τα μέλη του, τις σάρκες του να τις κόβουν, να τις ανακατεύουν με τα μαχάιρια τους γελαστοί οι φοιτηταί. Κρύος ιδρώτας τον τσάκισε, η αναπνοή του πιάστηκε, δύσπνοια, στενοχώρια του έπνιγε τα στήθη, το λαιμό. Έσυρε το σκέπασμά του και έκρυψε το κεφάλι του βαθειά, βαθειά.

Ως τόσο τα βήματα των φοτητών και του καθηγητού ολοένα πλησίαζαν. Κάθε βήμα τους είταν και μιά μαχαιριά στην καρδιά για το δυστυχισμένο νέο. Όταν τέλος σίμωσαν στο κρεββάτι του. Ένιωσε ένα χέρι βαρύ να του σύρη το σκέπασμα. Θέλησε ν’ αντισταθή, αλλά δεν δεν είχε τη δύναμη.
- Έλα παιδί μου, μη φοβάσαι, μην ντρέπεσαι, δεν θα σε φάμε, είπε ο μισότριβος καθηγητής, ξεσκεπάζοντάς τον.

Άνοιξε τότε τα μάτια του, τα μεγάλα και αλλόκοτα από τον πυρετό, είδε γύρω τόσα κεφάλια να τον κοιτάζουν περίεργα, και κίνησε ως τ’ άκρα των αυτιών του, ανασηκώθηκε κομμάτι με πόνο, και είπε με φωνή που είχε βάλη όλη τη δύναμή του για να φανή φυσική:

- Μπα! Τι έχω να φοβηθώ; τι έχω να ντραπώ;… Για την Επιστήμη εγώ, κάνω κάθε θυσία!…

Μποέμ


Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

“Ο ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΜΜΗΣ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ” 2 Δεκεμβρίου 1896
ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΜΜΗΣ (Απὸ τις «Ιστορίες ενὸς Ρεπόρτερ»)

Όσοι προ πέντε χρόνων ανέβαιναν στο Υπουργείο των Οικονομικών θα τον ενθυμούνται ακόμη τον μπάρμπα Γιώργην. Ήτο ένας από τους γραφείς εκείνους, που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον στα Υπουργεία. Λείψανο της φουστανελλοφορούσης υπηρεσίας των Υπουργείων. Υψηλός, κατάψηλος, τσιλιγκρός, εφορούσε το εθνικόν ένδυμα με όση λεπτότητα φιγουράρει τις νουβωτέ της μιά υψηλή, ξανθή αριστοκράτις κυρία, τόσο γνωστή στα εμπορικά, τρεις φορές την εβδομάδα, με το στιλπνό κουπέ της και τα στιλπνότερα ολόμαυρα ουγγαρέζικα άλογά της. Δεν υπάρχει πεζότερο πράγμα από την φουστανέλλα της λεβεντιάς και της νιότης. Και την ομορφιά αυτή την είχε ολάκερη ο μπάρμπα-Γιώργης, αν και πενηντάρης άνθρωπος. Μιά γενιά ολόκληρη με τα φλογερά αισθήματά της, με τα εθνικά όνειρα, με τις μεγάλες ελπίδες είταν ζωντανή μέσα στο λιγερό κορμί του. Όσες φορές τον έβλεπα ανεβοκατεβαίνοντας το Υπουργείο δεν ξέρω γιατί η μορφή του, το παράστημά του, τα λεπτά του χαρακτηριστικά, μου ενθύμιζαν μόλις μιά μορφή γλυκειά, όσο και αλησμόνητη, που μόλις περνά τόρα μέσα στη φαντασία μου – το Γιώργο το Παράσχο. Και καθώς τον έβλεπα και τον πλησίαζα, και αλλάζαμε δυο λόγια, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, αναζούσε στα λόγια του όλη εκείνη η ζωή η προ και μετά το 62, η ζωή εκείνη η γεμάτη από πολιτικούς μεγάλους αγώνες, από σοβαρώτερα εθνικά γεγονότα, από όνειρα και ιδεώδη, που σήμερα δύσκολα να τα βρη κανείς μέσα στην κοινωνία μας, στα στήθη μας, στην καρδιά μας.

Όλοι στο Υπουργείο τον αγαπούσαν τον σέβονταν μπορεί να πη κανείς. Αυτός είχε κουρασθή προ καιρού με τα πολιτικά, κ’έμεινε πάντα ξένος από την πολιτική της ημέρας, κ’ έτσι είχε κατορθώση να τον αφήνουν τα κόμματα πάντα στη θέση του. Υπουργεία έπεφταν, κυβερνήσεις καινούργιες ερχόταν, αυτός κρατούσε πάντα τη θέση του. Και στο γραφείο του δε μπορούσε να πη κανείς πως δεν ήταν η ζωή, η πνοή της υπηρεσίας. Είχαν συνηθίση όλοι να τον ακούνε, να του ζητούν τη γνώμη του σ’ όλα· ήταν ένα είδος προϊσταμένου αυτός, που δεν είχε τα προσόντα για να προαχθή. Πρωί, πρωί, ήταν πρώτος στην υπηρεσία του· η μόνη του απόλαυσις ήταν το ρουμάκι και το τσιγάρο· προ του ν’ αρχίση τη δουλειά του ήθελε να πίνη κάνα δυό ποτηράκια, ενώ εργαζόταν το τσιγάρο δεν έπρεπε να του λείπη από το στόμα. Όλοι τον έλεγαν στο Υπουργείο, στο καφενείο, στη γειτονιά του, ο άντρας της μαμμής. Έτσι ήταν γνωστός σ’ όλους, γιατί η γυναίκα του ήταν η πιό περίφημη μαμμή της Βάθειας.(*) Και η γυναίκα του ήταν που διατηρούσε το σπίτι, που τον έκανε να φαίνεται πάντα καθαρός, κομμάτι κουβαρντάς στον κόσμο. Ο ψωρομισθός ο δικός του τι να του έκανε. Η μαμμή ήταν που έβγαζε όλα τα έξοδα του σπιτιού και καθώς δεν είχαν παιδιά στο σπίτι τους ήταν μιά χαρά να πηγαίνη κανείς. Ήταν ένα σπιτάκι εκεί κάτω στη Βάθεια, που νόμιζε κανείς πως η ευτυχία κατοικούσε εκεί μέσα. Θυμούμαι μιά φορά του Άη Γιωργιού που πήγαμε καμπόσοι φίλοι να του κάμουμε βίζιτα όλοι ζηλέψαμε το σπιτάκι εκείνο.

Περιποιημένο, καθαρό, στολισμένο με τη λαϊκή εκείνη καλαισθησία, που συγκινεί κάποτε περισσότερο αφ’ ότι θαμπόνει η λάμψη του πλούτου. Μέσα στο σπίτι όλα είταν της παλαιάς εποχής. Ο δίσκος γεμάτος από κούπες γλυκό, από ποτηράκια με μαστίχες, με κονιάκ είταν τοποθετημένος στο μεγάλο τραπέζι της μέσης. Απ’ αυτόν τραταρίζονταν, όπως και στις επαρχίες, οι επισκέπται. Όλη η γειτονιά, πολλοί από την Πλάκα, από το Ψυρρή μπαινόβγαιναν στο σπίτι, και προ του να μπουν στη σάλα, ακούονταν απ’έξω ακόμη η φωνή τους χαρούμενη: “Και του χρόνου!… Έτη πολλά!”. Γελαστός ο άντρας της μαμμής, γελαστή η μαμμή δέχονταν όλον αυτόν τον λαϊκόκοσμο, κάποτε δε και κανένα γνωστό της οικογενείας με ρεδικότα, με μαύρο καπέλλο, και με γάντια, που έρχονταν και έκανε μιά βίζιτα ετικέττας και σ’ αυτό το λαϊκό σπίτι, σοβαρός, σοβαρώτατος. Τα γειτονόπουλα γύρω είχαν μαζευθή στην αυλή κάτω και έτρωγαν γλυκά, και έπαιζαν, και εφώναζαν… Είταν η τελευταία αυτή χαρά του μπάρμπα Γιώργη και της μαμμής.
Ύστερα από λίγες μέρες η γυναίκα του αρρώστησε· κάθησε δύο μήνες στο στο κρεββάτι, παιδεύτηκε απόνα απόστημα, και τέλος πέθανε.

Η δυστυχία τότε κτύπησε κατακέφαλα τον φτωχοϋπάλληλο. Τον βλέπαμε και τότε στο Υπουργείο, αλλά πολύ λυπημένο, πάντα σκεπτικό, με λιγώτερα σιγάρα τόρα, με κάποια αταξία στο ντύσιμό του. Έλειψε η μαμμή, έλειψαν τα κέρδη, και απόμεινε μόνο αυτός με το ψωρομισθό του, με την καρδιά του και την τσέπη του αδειανή. Όσο πήγαινε φαίνεται υπόφερε οικονομικώς και ψυχικώς. Είχε χάση και τη λεβεντιά του, και τη χάρη του.

Το μαύρο κρεπ που είχε στο φέσι του για πένθος έδειχνε το κίτρινο πρόσωπό του τόρα πια κίτρινο, πιο λυπημένο μέρα με την ημέρα. Τα μάτια του που άρχισαν να σβύνουν φανέρωναν πως η ζωή έφευγε γιά πάντα από την ύπαρξή του.

Ένα απόγευμα θυμούμαι περνούσα εμπρός από το γραφείον του, όταν τον απάντησα να βγαίνη αγάλι’ αγάλια κρατώντας ένα χαρτί στα χέρια του, άψυχα, χαιρετώντας λυπημένα τους συναδέλφους του, μ’ ένα τρόπο σαν να τους έλεγε: σας αφήνω όλους για πάντα.
Στάθηκε λίγο στην πόρτα και ξαναγύρισε και κοίταξε το τραπεζάκι του που έγραφε συνήθως. Μπροστά σ’ αυτό το τραπέζι ήταν ένας νέος, ένα παιδί, κομψευόμενο, ζωηρό, που άναβε το τσιγάρπ του, με την πέννα κολλημένη στ’ αυτί του.
- Έ, μπάρμπα Γιώργη, καλή μέρα του είπα, τι νέα έχομε;

Με κοίταξε με το ίδιο εκείνο λυπημένο ύφος που κοίταξε όλους τους άλλους, το γραφείο ολόκληρο, και είπε:
- Τόρα νέα γυρεύεις από μ’ενα, παιδί μου; … Άλλοι από σήμερα θα σου λέν νέα, εγώ πήρα το πασαπόρτι μου… Και μου έδειχνε ένα χαρτί, την παύση του. Τον κοίταξα έκπληκτος. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μαζί τις γέρικες σκάλες του Υπουργείου αγάλι’ αγάλια, άφωνοι.

Όταν βρεθήκαμε κάτω από τον κήπο της Αστυνομίας, ο άντρας της μαμμής στάθηκε κομμάτι απάνω στο πεζοδρόμιο και κοίταξε πολύ το παλιό κτίριο του Υπουργείου.
Η χρυσή λιακάδα του Γενάρη το έλουζε από κύματα φωτός ξανθού, ολοχρύσου. Κόσμος, υπάλληλοι, επαρχιώται, βουλευταί, κομματάρχαι έμπαιναν και έβγαιναν, άλλοι στη μεγάλη πόρτα του Υπουργείου, άλλοι στο Κεντρικό Ταμείο μ’ έγγραφα, με χαρτόσημα στα χέρια, παραμάσχαλα, απησχολημένοι, βιαστικοί. Όλη η ζωή του Υπουργείου, η καθημερινή, η τακτική, η ίδια ξεχυνόταν εκεί για τελευταία φορά στα μάτια του. Αυτός που την είχε νιώσει κατάβαθα, που είχε ζήση μεσ’ αυτή τη ζωή τόσα χρόνια, με τη λυπημένη εκείνη ματιά του την αποχαιρετούσε εκείνη τη στιγμή γιά πάντα. Η ζωή που χάνεται, και η ζωή που έρχεται ζωγραφίζονταν πολύ θλιβερά σ’ αυτή τη μικρογραφία μπροστά στα μάτια μου. Και όλη η πικρή λύπη που νιώθει κανείς, όταν αφίνη, όταν αποχαιρετά τη ζωή του κόσμου, τη δική του τη ζωή, τη ζωή πού έζησε τόσα χρόνια, και που του φέρνει τόσες ενθύμησες και βλέπει να έρχεται να πιάνη τη θέση του άλλη ζωή καινούργια, άλλη ζωή με καινούργια αισθήματα, με την όρεξη της νιότης της, με τη λάμψη νέων σκέψεων και νέων ονείρων, με τη χαραυγή νέου ορίζοντος, ξαπλώθηκε στη ψυχή του, στη μορφή του και φανερώθηκε με μιά τόση δυνατή έκφραση, μ΄ένα τόσο παράπονο του ατόμου, που το συνεπαίρνει το σάρωμα του χρόνου και η εκμηδένιση του παντός, που είνε τόσο πικρότερο κάποτε, όταν έρχεται από την πιό ασήμαντη ύπαρξη ς’ αυτό τον κόσμο – μ’ αυτά τα λόγια μονάχα:
- Πάει, εμείς τόρα εξοφλήσαμε με τη ζωή, με τον κόσμο· ας έλθουν οι άλλοι να ζήσουν, να χαρούν !...

Και απομακρύνθηκε. Ύστερα από μιά βδομάδα ένας γραφεύς του Υπουργείου μου έλεγε ένα άλλο απόγευμα:
- Νέα θέλεις σήμερα; Ο άντρας της μαμμής σ’ άφησε χρόνους χτές· το πρωί είχαμε την κηδεία του…

Μποέμ


_________________

(*) Η Βάθεια (σημερική Πλατεία Βάθης), πήρε το όνομά της από το χαμήλωμα του εδάφους, όπου λίμναζαν τα νερά του χειμάρρου Κυκλοβόρου. Από εκεί περνούσε ο δρόμος του Μενιδίου (Αχαρνών), μέσα από την κοίτη του ρέματος που κάποτε καλύφθηκε και αποτέλεσε την σημερινή οδό Μάρνη.


Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

"ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΑΟΥΣΤ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ” 3 Ιουλίου 1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΑΟΥΣΤ (Απὸ τις «Ιστορίες ενὸς Ρεπόρτερ»)

Άποψη της Σμύρνης το 1910

Κάτω εκεί στην Κολοκυθού (*) μέσα στις ψηλές λεύκες και στα μυροβόλα περιβόλια ξέρω ένα μικρό καφενεδάκι ποιητικώτατο. Έχει δροσιά, πρασινάδα, περίσσια αγροτικὴ χάρη, και κάποτε την περασμένη άνοιξη περνούσα πολλὲς ήσυχες ώρες το πρωί, ἡ τ᾿ απόγευμα μέσα στις τριανταφυλλιές του, αποκάτω απ' τις ανθισμένες ροδακινιές του. Στο καφενεδάκι αυτό μαζεύουνταν όλοι οι γύρω περιβολάρηδες, οι καρροτσέρηδες που στέκουνταν κομμάτι εκεί για ανάπαυση και αρκετοί Αθηναίοι έμποροι, υπάλληλοι με τις φαμελιές τους αφίνοντας μπόλικο άρωμα μπουρζουαζὶ από κάτω απ᾿ τα πράσινα κλωνάρια του κήπου. Δύο τρία γκαρσόνια κουτσαβάκηδες σερβίριζαν όλους αυτοὺς τους πελάτες ανάκατα.

Όπως πάντα και κείνη την ημέρα είχα ξαπλωθή σε μια καρέκλα και χάζευα κοιτάζοντας μια θεόρατη λεύκα καταπράσινη από την πανύψηλη κορφή της έως κάτω, που το βραδυνό αεράκι την έκανε ν᾿ ανατριχιάση μ᾿ ένα αδιάκοπο φρου-φρου μεθυστικώτερο κι από φρουφρού ποδόγυρου. Ο ήλιος κάτω στο Δαφνί έρριχνε λουξές τις κατακόκκινες αχτίδες του στις ψηλές καμινάδες που ύψωναν στο γαλανό ουρανό οι φάμπρικες του Φαλήρου, τα μαγκανοπήγαδα δουλεύαν στην εξοχή και άρια και που ακούονταν το σφύριγμα και το τραντάρισμα του Τραμ που περνούσε στο δρόμο.

Αντικρύ μου κάθουνταν ένας σαραντάρης ανθρωπάκος και ρουφούσε πότε το σιγάρο του, πότε τον καφέ του, με τώνα ποδάρι απάνω στ᾿ άλλο. Κάποτε μου έρριχνε κάτι ματιές που φαίνουνταν σα να ζήλευε κάτι τι σε μένα. Άξαφνα μια στιγμή γυρίζει και μου λέει με μιά φωνή ανθρώπου σκασμένου γιὰ κουβέντα.

Ωραία εσπέρα απόψε, έ, κύριε;

Ναι, ψιθύρισα κομμάτι πειραγμένος.

Όταν είνε κανείς νέος, εξηκολούθησεν ο σαραντάρης ανθρωπάκος σιμώνοντας το κάθισμά του κοντήτερα προς το μέρος μου, δὲ μπορεί παρά να βρίσκη όλα όμορφα και μάλιστα την άνοιξη, έ; και έρριξε μια μελαγχολική ματιά κάτω προς τη δύση, πολύ κάτω ακόμα σα να θυμήθηκε κάτι πολύ θλιβερό.

Εκείνη τη στιγμή μιά πορτίτσα ξύλινη του κοκκινόχωματου τοίχου εκεί κοντά έτριξε, πάμ! άνοιξε δυνατά και φάνηκε πηδώντας ορμητική πίσω από το περιβόλι μ᾿ένα καλάθι στο κεφάλι, μια παιδούλα γελαστή, νόστιμη. Είταν όλη γεμάτη αγροτική ζωή. Ένα κεφαλάκι με σκορπιστά σγουρά μαλλιά, με μεγάλα κομμένα μαύρα μάτια, με γυμνά τριανταφυλλένια μπρατσάκια, με τα βυζάκια της μόλις μπουμπουκιασμένα, με κάτι ολοστρόγγυλες γυμνές γάμπες, ξυπόλυτη, γεμάτη υγεία και δροσιά, κάτι τι αναμιχτό από κορίτσι και γυναίκα μαζί. Διάβηκε μπροστά μας γλήγωρα, βιαστική, με κάτι κουνήματα νευρόσπαστου, αφού μας έρριξε μια κρυφή ματιά χαμογελώντας.

Ὁ σαραντάρης είχε ανάψη αυτή είχε χαθή πέρα στο βάθος του δρόμου κι αυτός κοίταζε ακόμα γυρισμένος προς το μέρος που χάθηκε, γεμάτος συγκίνηση, ταραχή, με τα μάτια του γεμάτα επιθυμία, με μιά έκφραση που φαίνουνταν πως ήθελε ξαφνικά να το πιπιλίση, να το δαγκάσει, να το ρουφήξη το μικρουλάκι εκείνο, χαμήλωσε πιο ταραγμένος τα μάτια του σα μ᾿ είδε να τον βλέπω με κάποια ειρωνεία. Έπειτα είπε μ᾿ ένα στεναγμό:

- Σου έκαμε αίσθηση βέβαια που μ' είδες να κοιτάζω έτσι ένα κοριτσάκι; Αν ήξερες όμως, κύριε, τί νιώθω αυτή τη στιγμή μέσα μου· τι είδος επανάσταση που γίνεται μέσα στο αίμα μου, στο κεφάλι μου, στην καρδιά μου. Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος· δεν είμαι ίσως ο μόνος μέσα στην Αθήνα, άλλα τί σημαίνει· είμαι πολύ δυστυχισμένος. Αλλά θα σας κουράζω με τη φλυαρία μου;
- Μπα καθόλου, είπα εγκαρδιόνοντάς τον τόρα αρκετά περίεργος με τις κουβέντες του.

- Ε, τότε ας σας μιλήσω ξάστερα. Θα το πιστεύσετε, κύριε; Δεν έχω αγαπήση ακόμα γυναίκα στη ζωη μου, και όμως είμαι απάνω από σαράντα χρόνια. Έως τα τόρα δε μου φαίνουνταν τίποτε αυτό, μα είνε καμπόσος καιρός τόρα που αγριεύω σαν ταύρος. δεν αγάπησα, δε γλέντησα, δεν ένιωσα νιότη, ζωή, δεν έκαμα τρέλλες, δε ξενύχτησα σε χαρτιά, σε καρέ κον σέρ, με γυναίκες, με κοκκότες. Τίποτε απ'αυτά, τίποτε. Όχι γιατί δεν τα ήθελα, άλλα γιατί δε μπόρεσα να τα κάμω. Δώδεκα χρόνων έμεινα ορφανός από μητέρα, εγώ και δύο αδερφές μου. Ο πατέρας μου είταν αυστηρός άνθρωπος. Με βασάνισε με τη μελέτη περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Άπό μικρό παιδί χειμώνα καλοκαίρι κλεινόμουνα στο δωμάτιό μου και διάβαζα, διάβαζα· ο λίγος καιρός που μόμεινε τον περνούσα κάμνοντας αντίγραφα ενός δικηγόρου φίλου μας γιατί τα οικονομικά δὲ πήγαιναν καλά! Έτσι έβγαλα το γυμνάσιο με χίλια βάσανα. Κατόπι άρχισαν τα μαρτύρια στο Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου πέθανε πρὸ του να πάρω δίπλωμα. Οι αδερφές μου μέμειναν πάντα στην πλάτη μου. Πέντε χρόνια έλυωσα στη μελέτη σπούδαξα δικηγόρος· κανένα μέσον δεν είχα· έπρεπε να γίνω πολύ δυνατός για να πάρω χαρτί. Ω, εκείνη η μελέτη! Νύχτα μέρα κλεισμένος σε μια καμάρα μισοσκότεινη με το κεφάλι μέσα στα χέρια μου, με τα μάτια κολλημένα στις σελίδες των βιβλίων. Το δυστύχημα είταν πως είμουνα στενοκέφαλος· δεν είχα καθόλου αντίληψη κ᾿ έπρεπε να διαβάζω ένα ζήτημα είκοσι φορές για να το καταλάβω. Έτσι πέρασαν για με πολύ σκληρά χρόνια. Πήρα τέλος το χαρτί, την άδεια. Νομίζετε πως τελείωσαν τότε τα βάσανά μου; Όχι. ‘Επρεπε να εξασκήσω το επαγγελμά μου· αλλά πως, με τι φίλους; Μ' αυτή μου την κλεισμάρα, στην ᾿Αθήνα δε γνώριζα και πολύ κόσμο· αποφάσισα να πάω στη Σμύρνη την πατρίδα του πατέρα μου. Και πήγα μαζί με τις αδερφές μου. Άλλα βάσανα εκεί. Δε σκάμπαζα καμμιά γλώσσα. Έπρεπε να μάθω τουρκικά, γαλλικά, ιταλικά, εγγλέζικα για να πάω εμπρός. Η μελέτη άρχισε πάλι, η κούραση πάλι μ' έσπασε. Την ημέρα στα δικαστήρια, τη νύχτα μελέτη και ξαγρύπνισμα. Έτρωγα λεξικά, μεθόδους, γραμματικές. Ά! πόσο πρέπει να παιδευθή σήμερα ένας φτωχός νέος για να γίνη κάτι τι. Κόπιασα, έλυωσα. και τα χρόνια περνούσαν ξηρά, μονότονα για μένα, κ' η νιότη μου στράγγιζε μέσα στις δικογραφίες, στα βιβλία. Πέρασαν μπόλλικα χρόνια η κουραστική ζωή, οι διάφορες δουλειές μου κ' έκαναν να είμαι πότε νευρικός και παράξενος, και πότε μωραμένος, χάχας, σχεδόν κουτός. Έβγαλα μερικά παραδάκια, πάντρεψα τις αδερφές μου κ' ήρθα πάλι στην Αθήνα εδώ και ένα χρόνο. Κάνω τώρα κ' εδώ το δικηγόρο, αλλ' όχι με πολλή πια όρεξη. Κουράσθηκα πολύ, πάρα πολύ τελείωσα το στάδιό μου στην εποχή που έπρεπε να τ' αρχίσω. Αυτό δε με μέλλει και τόσο, όσο με βασανίζει ἡ ιδέα που δεν κατάλαβα τίποτε από ζωὴ, από νιότη, απ' αγάπη. Είμαι σαν το γέρο Φάουστ απελπισμένος στα μέσα της ηλικίας μου όμως εγώ, και χωρίς να ελπίζω, ότι μπορεί να υπάρξη για μένα κανείς διάβολος και καμμιά Μαργαρίτα. Μ' είδες να τρέμω μπροστά σ' ένα κοριτσάκι προ ολίγου σαν ένα παιδί δεκάξη χρόνων; να ήξερες τι θάλασσα παθών, τι ωκεανός επιθυμίας γεννάται μέσα μου σήμερα, όταν βλέπω μια όμορφη γυναίκα στο δρόμο. Και οι καημοί μου αυτοί όσο μεγάλοι και τρομεροί είνε, τόσο σβύνονται, νεκρόνονται στη στιγμή, για να ξαναγεννηθούν ύστερα πιο φλογεροί, χωρίς να μπορώ πια να τους δώσω όπως όλοι αυτοί οι νέοι που περνούν μπροστά μου σήμερα, όπως θα μπορούσα να τους δώσω, αν ήμουνα κι' εγώ σαν αυτούς σήμερα. Ώ, πόσο σκληρή πόσο σκληρή είνε η ζωή σήμερα, κύριε, πόσο άδικη είνε η ζωή, η κοινωνία για τους φτωχούς ανθρώπους, και πόσο ακριβά πληρώνουν όλοι του είδους μου οι επιστήμονες το ψωμί που βγάζουν μισότριβοι τώρα, αφού το πληρώνουν με το πολυτιμώτερο νόμισμα, με τη γλυκύτερη ζωή τους, με τη χαμένη νιότη τους. Κι' ο σαραντάρης ανθρωπάκος άναψε ένα άλλο σιγάρο και άρχισε να το καπνίζη πολύ μελαγχολικά.

Μποέμ

Στη φωτογραφία άποψη της Σμύρνης το 1910.

_____________________

(*) Η Κολοκυθού (ή Κολοκυνθού) είναι δυτική συνοικία του Δήμου Αθηναίων, συνορεύει με τον Κολωνό, την Ακαδημία Πλάτωνος και τους Δήμους Αιγάλεω και Περιστερίου. Μέχρι το 1960-’70 ήταν γεμάτη κήπους και περιβόλια και το γεγονός αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι το όνομα της περιοχής ίσως να προέρχεται από τις κολοκύθες που καλλιεργούνταν κάποτε εκεί (ακόμη και στην Βικιπαίδεια λανθασμένα αναφέρεται αυτή η εκδοχή). Στην πραγματικότητα το όνομα στην περιοχή έδωσε το ναϊδριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγία της Κολοκυνθούς), που αναγέρθηκε τον 17° αιώνα από τη γνωστή αθηναϊκή οικογένεια Κολοκύνθη. Ο ναός ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων το 1854 και ξανά το 1967, σήμερα βρίσκεται στη συμβολή Λένορμαν και Κηφισού.

Πηγή: https://www.taathinaika.gr/otan-oi-athinaioi-giortazan-tin-panagia-kolokynthou/#_ftn1

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

“ΟΙ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ” ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ”

Αθήναι, Σάββατον 6 Ιανουαρίου 1896
ΛΑΪΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΑΙ

ΟΙ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ


Μόλις παρήλθεν η βασιλεία των, βασιλεία δώδεκα μόνο ημερών επί της γης. Ήλθαν με τα Χριστούγεννα και έφυγαν με τα Φώτα, τα εύθυμα και ευτράπελα αυτά δαιμόνια. Ήλθαν – οι αρχαίοι αυτοί Σάτυροι – οικογενειακώς με τα μουρέλια των, εξ ών αγαπούν μετά μανίας τα άρρενα, και με τας γυναίκας των, όσας αρπάσαντες κατά το παρελθόν έτος δεν τας κατέφαγον. Τι περίεργα δαιμόνια τα δυσμορφότατα αυτά όντα, με τους πόδας ομοιάζοντας πολύ προς τους των όνων, και των τράγων, και με μορφήν ανθρωπίνην! Ποτέ σχεδόν δεν αποδεικνύονται κακοποιά. Δι’ αυτά ζωή και ύπαρξις είνε το γυναικείον κάλλος, δια το οποίον χάνονται κυριολεκτικώς, και το οποίον καταβασανίζουν ποικιλοτρόπως, ως να θέλουν να τιμωρήσουν το προπατορικόν αμάρτημά του. Ήλθον, διεσκόρπισαν τον φόβον εις τους χωρικούς και τα χωρία, παρεμβάλλοντες μυρίας μαγγανίας, μύρια κωλύματα εις τος χριστιανούς. Το φως της ημέρας ουδέποτε τους είδε. Διέμενον όπως πάντοτε εις σκοτεινά και ανήλια σπήλαια, ευωχούμενοι καθ΄όλην την ημέραν δια των σαρκών ναρκωμένων όφεων και σαυρών, ποικιλλομένων ενίοτε και δια της ροδαλής ευσαρκίας απογόνου τινός της Εύας. Και όταν η νυξ επήρχετο καλύπτουσα δια του μέλανος πέπλου της κοιλάδας και τα όρη, δάση και λαγκάδια, πολιτείας και χωρία, απετίνασσον την ημερησίαν νάρκην των, και την υπνηλότητά των, και διασκορπίζοντο ανά τους αγρούς και τους λόγκους, συνάπτοντες μεθυστικούς χορούς αδελφικώς μετά διαφόρων άλλων πνευμάτων, και προπάντων μετά των καλλιζώνων Νεράιδων, δια τας οποίας τρελλαίνονται, οι ευτράπελοι αυτοί δαιμονίσκοι. Και δεν διέλυον τον συνεχή και ακούραστον χορόν των, την χαροπήν και ηδονικήν ευθυμίαν των, προ των πρώτων λαρυγγισμών των αλεκτόρων της υποφωσκούσης πρωϊας.

Αλλά το μακρόν διάστημα των χειμερινών νυκτών δεν κατηναλίσκετο ολόκληρον εις χορούς μόνον. Είχον και άλλας αποστολάς, και άλλα καθήκοντα να εκπληρώσουν αι μικροσκοπικαί θεότητες. Και τώρα μεν, ενώ περιπλανώντο αναμέσον της νυκτερινής σκοτίας, επέπιπτον κατά του τυχόντως διαβάτου,τυραννούντες και εμπαίζοντες τον δυστυχή δια φοβερών μαγγανειών, κάμνοντες τον όνον του – αν τυχόν είχε τοιούτον – να παρεκκλίνη του σκοπού του, και να χάση τον δρόμον, και ξυλοκοπούντες εν τέλει τον αναβάτην του, όστις τότε μόνο θα ηδύνατο να διαφύγη σώος της επιδρομής των, αν ενθυμείτο να φωνάξη ξ ύ λ α κ ο ύ τ σ ο υ ρ α, και τούτο, αν ευρίσκετο πλησίον κατοικημένου μέρους, ή αν έτρεφεν εις τον οίκον του μέλανα αλέκτορα. Άλλοτε δε εφώρμων κατά των μύλων, προς ους τρέφουσιν ιδιάζουσαν στοργήν, και εισέλθοντες εις αυτούς παρενόχλουν δια παντοίων μηχανευμάτων τους μυλωθρούς, κατασκευάζοντες πήττες, μ α γ α ρ ί ζ ο ν τ ε ς τα τρόφιμά των, την στάκτην της πυράς, τον συντριβόμενον σίτον υπό την ασφυκτικήν πίεσιν της μυλόπετρας. Και αν κατά τύχην ευρίσκετο εντός του μύλου γυνή τις – ωραία όμως, διότι το γήρας βδελύσσονται, και εξαφανίζονται ενώπιόν του οι κύριοι αυτοί – εφιλοτιμούντο ν’ αλέσωσι δια των ιδίων χειρών των τον σίτον της, και κατόπιν επετίθοντο κατ’αυτής, τριγυρίζοντες και εποφθαλμιώντες ερωτικώτατα. Και δυστυχία εις την καλλονήν εκείνην, αν εστερείτο ευφυίας και ετοιμότητος, δια να τους αποστείλη αίφνης να της φέρουν τα ν υ φ ι κ ά της, αποπλανώσα αυτούς και κερδίζουσα καιρόν να φορτώση το άλευρόν της, και να ευρεθή μίαν ώραν αρχήτερα εις το χωρίον της.

Άλλοτε περιφερόμενοι πέριξ των οικιών, και οσφραινόμενοι εκ του αναθρώσκοντος καπνού των καπνοδόχων την οικογενειακήν συγκέντρωσιν πέριξ της φλογοβολούσης εστίας με τον παππούν κατέχοντα την πλησιεστέραν προς το πυρ θέσιν και τους μικρούς ουλότριχας εγγόνους του συνωστιζομένους περί αυτόν, εισεπήδων κατερχόμενοι δια της καπνοδόχου εντός της οικίας, και εις την πρώτην αταξίαν των μικρών ε μ α γ ά ρ ι ζ ο ν τας κάλτσας των και τα χονδρά των σανδάλια. Και δεν έφευγον εκείθεν, αν δεν εφώνει ο αμείλικτος εχθρός των, ο αλέκτωρ, εξερχόμενοι εν είδει καπνού δια μέσου των κλείθρων της θύρας. Άλλοτε πάλιν παρεφύλαττον την φιλεργό οικοκυράν, καθ’ ήν ώραν εξηγείρετο την νύκτα, δια να κατασκετάση τας απαραιτήτους τ η γ α ν ή τ α ς των εορτών, και κατήρχοντο πάλιν δια των καπνοδόχων, και αλληλοκρατούμενοι δια των χειρών εσχημάτιζον μακράν άλυσον πέριξ των αχνιζόντων γλυκισμάτων και έψαλλον επιμόνως, έως ότου τοις παρείχετο το ποθούμενον:

Μάννα, τσιτσί λουκάνικο
μαχαίρι μαυρομάνικο,
κομμάτι ξεροτήγανο
να φάω και να φύω.

Και άλλοτε ηλεκτριζόμενοι εκ της συνεχούς κωδωνοκρουσίας των νυκτερινών λειτουργιών των Χριστουγέννων, και του αγίου Βασιλείου, παραμόνευον τους εξεγειρομένους δια να λειτουργηθώσι και να κοινωνήσωσι, σβύνοντες τα μικρά φαναράκια των, και παρεμβάλλοντες σκότος πυκνόν προ των οφθαλμών των, μυκτηρίζοντες και περιπλανώντες αυτούς μακράν της εκκλησίας· ενίοτε δε καταμολύνοντες μόνον τα ενδύματα αμαρτωλού τινος, τον άφινον να υπάγη εν οικτρά καταστάσει εις τον ναόν. Και τέλος καθ’ όλον το διάστημα της δωδεκαημέρου βασιλείας των, εφεύρισκον από στιγμής εις στιγμήν πλεκτάνας απείρους, εν αις περιέπλεκον αδιεξόδως πάντα άνθρωπον, μη φέροντα ιδιαίτερα τινα γνωρίσματα, δι’ ών καθίστατο αδύνατον να τον βλάψωσιν. Αλλ’ επήλθε τέλος η ημέρα των Θεοφανείων.

Οι ιερείς ητοίμασαν τον αγιασμόν των, και την επάυριον αφού εψάλη η δοξολογία, ο Σταυρός, παρόντος απείρου πλήθους, εορτασίμως ενδεδυμένου, και ανάμεσον των ημιγύμνων ναυτών και λεμβούχων, ανυπομόνως αναμενόντων την ιεράν κατάδυσιν, ερρίφθη εις τους ποταμούς και τας θαλάσσας καθαγιάσας τα ν ε ρ ά, και οι πονηροί και ευτράπελοι δαίμονες περίτρομοι εκ της εμφανίσεως του πολιού ιερέως με το σύμβολον του αγιασμού εις την χείρα, έφυγον με ορμήν ανέμου, και κατέβησαν εις τα θεμέλια της γης όπου θα μοχθήσωσι καθ’ όλον τον υπόλοιπον χρόνον, πριονίζοντες το γιγαντιαίον δένδρον, το υποστηρίζον την γήν, μυκτηρίζοντες και εις αυτήν την φυγήν των ακόμη, τον πολιόν ιερέα δια της ευτραπέλου επωδού των

Φεύγεστε να φύγουμε
κ’ έφθασε ο Ζουρλόπαππας!
Με την αγιαστούρα του,
και με την βρεχτούρα του·
και θα μας ραντίση
και θα μας μαγαρίση!

Μ. Χ.

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ – ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ”, 25 Δεκεμβρίου 1895

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ

Περί το μεσημέρι μας τον έφεραν εις το Θεραπευτήτιον. Δεν είχαμεν πολλούς ασθενείς την ημέραν των Χριστουγέννων και δύο τρεις απ’ αυτούς εν αναρρώσει ευρισκόμενοι είχον κατέλθη μαζί μας με την λινήν περιβολήν των εις την ευρείαν αυλήν, όπου αντί άλλης διασκεδάσεως ο προϊστάμενος του Θεραπευτηρίου, ένας κοντός δεκανίσκος, οι δύο νοσοκόμοι, οι τρείς οικουροί, και ο υποφαινόμενος ο φαρμακοτρίπτης ερρίχναμε τα φέσια μας στον αέρα, “οποιανού πάει ψ’λότερα ορέ”. Ότε μας τον έφεραν τέσσαρες άνδρες επί τινος ψάθας ξαπλωμένον, φρικωδώς οιμώζοντα με βλοσυρούς οφθαλμούς και φοβερά κόκκινον τον ωραίον εύσωμον όσον και κοντόχονδρον και ολοστρόγγυλον λοχίαν του δ’ λόχου, αν δεν απατώμαι, του τάγματος.
- Τι τρέχει ορέ; εβόηξε το προσωπικόν του Θεραπευτηρίου και προσέδραμεν ολόκληρον προς τον εξαφνικόν εκείνο φορτίον.
- Ντέτε ορέ, ου κυρ λοχίας είναι, τι καν’ τε έτσι, απήντησαν κάθιδροι οι φορείς.
Αλλ’η διαβεβαίωσις των αύτη δεν καθησύχασεν την περιέργειάν μας. Τι συνέβαινε, τι είχε πάθει ο λοχίας; Και περεκυκλώναμεν ολοέν τον ατυχή φερόμενον λοχίαν, όστις εφαίνετο, από στιγμής εις στιγμήν ότι θα διερρηγνίετο. Τόσην στενοχώριαν ενείχε το πρόσωπόν του, το σώμα του ολόκληρον! Οι νοσοκόμοι, οι οικουροί συγκινηθέντες εκ του απαισίου αυτού θεάματος ηρώτησαν με απαλήν, παρηγορητικήν φωνήν.
- Τι έχεις, κυρ λοχία;
Και ο κατακείμενος τότε μη απολέσας ουδόλως την στρατιωτικήν του μεγαλοπρέπειαν και το αρειμάνιον ύφος του παρόλην την φοβεράν αγωνίαν που τον παράδερνεν, εβρυχήθη.
- Μωρ’ σύρτε με απάνω, κουθώνια τ’ διαόλου κι θα σκάσου η κακομοίρης!…
~ ~ ~
Τον ανεβάσαμεν επάνω εις την μεγάλην αίθουσαν των ασθενών, ενώ η κλίμαξ έτριζεν απαισίως εκ των βαρέων βημάτων και εκ των μηκυθμών(1) του λοχίου. Τον εξαπλώσαμεν τότε επί τινος κλίνης , και προσεπαθήσαμεν να τον γδύσωμεν, μόλις τολμήσαντος του προϊσταμένου δεκανέως, να τον ερωτήση τι είχε, τι ησθάνετο.
- Ορ’ τι έχου ρουτάς; Για αγγούσα(2) μούρχεται πάου να σκάσου η κακομοίρης!... Ανοίξ’ τι ορέ χαϊβάνια τ’διαόλ’ κάνα περιθύρι. Θα σκάσου δεν ακούτε;…
Ανοίξαμεν παραπλεύρως εν παράθυρον, σκεπάσοντες καλά προηγουμένως τους πλησίον ασθενείς. Ήλιος θερμός ήρχετο εκ του παραθύρου θωπεύων απαλά το φαιόν σανίδωμα και τους υψηλούς ωχρούς τοίχους. Ήτο γλυκεία χειμωνιάτικη θαλπωρή, τα πουλιά επτερύγιζαν τρελλά και πέραν από την πόλιν ήρχετο ζωηρός ο θόρυβος των εορταζόντων την πρώτην Χριστουγεννιάτικην ημέραν Χριστιανών. Και όσον η θαλπωρή απέβαινε χλιαρωτέρα και ο ήλιος εθώπευε μαλακά, εκνευρισμένα την αυλήν κάτω, το Θεραπευτήριον όλον με τους προσεγγίζοντας επί των παραθύρων του πρωϊμως ανθισμένους κλώνους μερικών γηραιών αμυγδαλεών, και ζέστη σχεδόν εαρινή υπήρχε, τότε εμαίνετο ο ατυχής λοχίας, βροχώμενος.
- Θα σκάσου ου μαύρος, θα σκάσου!… Καμ’ τε μου αέρα με τα λαγγιόλα(3) σας ουρέ, με τς’ φουστανέλλες σας κάματ’ αέρα, θα σκάσου ου άτυχους.
~ ~ ~
Περί την δευτέραν ώραν μ.μ. έφθασεν ο ιατρός. Λοχαγός, μεσόκοπος, με ψαρά γενειάδα, μ’ένα οφθαλμόν κόκκινον από θερμήν λατρείαν προς την εγχώριον οινοπνευματοπαραγωγήν και τον άλλον κόκκινον τις οίδεν εκ τίνος δυστυχήματος, αγαθός όσον δεν έπαιρνε, περιπατών πάντοτε κατά γραμμήν των οικιών, και τρικλιζόμενος, ως ήτο κόκκινος κόκκινος, σαν παπαρούνα θωπευομένη υπό της αύρας. Ανέβη όχι με πολλήν ευκολίαν την κλίμακα και ήλθεν εις την αίθουσαν.
Τσιμουδιά ήδη εν αυτή, ησυχία απόλυτος και ευθεία στάσις σωμάτων ακινήτων. Ως είδε τον ιατρόν ο λοχίας ανεθάρρησε κάπως, ανεκάθησεν ολίγον επί της κλίνης και εμουρμούρησεν εν αμηχανία:
- Θα σκάσου κυρ γιατρέ!
Ο ιατρός προσήγγισε πλησιέστερον, επήρε την χείρα του, προσπαθών να εύρη τον σφιγμόν του, και τον ηρώτησε τι ησθάνθη, τι έπαθεν. Ο λοχίας ευτυχώς ήρχισε διαλευκαίνων το γεγονός με ολίγας λέξεις:
- Να με συμπαθής , κυρ γιατρέ, έχου κουμάτ’ αδύνατου στουμάχι. Λίγου πλειότερου να φάου μι σακατεύει.
- Ε! Τι έφαγες σήμερα;
- Είχαμε ένα γρουνοπ’λάκ’ ιγώ κιου Μήτρους η Μηλιάς ου δικανέας. Τούχαμε στου φούρνου, κι θάτανε εξ ιφτά ουκάδες. Καθόμαστε τ’λες , κυρ γιατρέ, και δυο μπονουρούλια κι του κάνουμε για του ταψί. Πως διάτανον μι χάλιασε, έχου γλέπεις, κυρ γιατρέ αδύνατου στουμάχι, ή Μηλιάς η δικανέας δεν έπαθε ντιπ του ζαγάρι. Ου!… ου…! Ου…! Θα σκάσου, τι θα γένου η μαύρος!
Ο ιατρός παρ-όλην την εκτάκτως χριστουγεννιάτικην ερυθρότητά του, εμειδία σατανικώτατα και τρικλιζόμενος, με φουσκωμένες τις κυλλότες του και τας τριζούσας μπότας του, είπε:
- Ποιός σούπε να το φας μονάχος σου. Δεν άφινες να πάθωμε κι’ ημείς.
Μ. Χ.
______________________

(1) μηκυθμός: μούγκρισμα.
(2) αγγούσα: πνιγμονή. ασφυξία
(3) λαγγιόλι ή λαγκιόλι: Τρίγωνο κομμάτι τής φουστανέλλας.


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες – Μέρος Β’

 Όπως έγραψα στην προηγούμενή μου ανάρτηση, το χλευαστικό άρθρο του Ροΐδη για τις «γράφουσες Ελληνίδες» που δημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη» στις 28 Απριλίου 1896 τάραξε τον φιλολογικό κόσμο. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες της εποχής που οι άνθρωποι του πνεύματος στην πλειοψηφία τους δεν  τολμούσαν να αποκαλέσουν τις γυναίκες «συγγραφείς» γιατί πίστευαν ότι το συγγραφικό έργο ήταν ασυμβίβαστο με τη γυναικεία φύση.

Η εφημερίδα «Σκριπ», λίγες μόλις μέρες μετά τη δημοσίευσή του εν λόγω άρθρου, σαν απάντηση ανάθεσε στον Μήτσο Χατζόπουλο τη διεξαγωγή κύκλου συνεντεύξεων από «γράφουσες» που κινούνταν λίγο ή πολύ στο χώρο της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν. Το «Σκριπ» και ο Χατζόπουλος δεν τόλμησαν να εναντιωθούν ανοιχτά στον Ροΐδη με κάποιο άρθρο, προτίμησαν τον πλάγιο και πρωτότυπο τρόπο των συνεντεύξεων. Ανοίγοντας τον κύκλο συνεντεύξεων στο φύλλο της 1ης Μαϊου 1896 σε ένα είδος προλόγου ο Χατζόπουλος βρήκε τον τρόπο να ρίξει μπηχτές, μεταξύ των άλλων έγραψε: «Α! ο κ. Ροΐδης εφάνη πολύ σκληρός προς τας γυναίκας. Αλλά τι άλλο ηδύνατο τις να περιμένη από τον κ. Ροΐδην, όν η γυναικεία στοργή οικογενειακώς δεν εθέρμανε ποτέ;» και πιο κάτω: «Ημείς… μη αναλαμβάνοντες να υπερασπίσωμεν τας τόσον πικραθείσας εκ της γραφίδος του ειρωνικωτάτου συγγραφέως, αφίνομεν αύτας τας ιδίας να ομιλήσωσιν».
Οι συνεντεύξεις που δημοσιεύτηκαν ήταν οι εξής:
Καλλιρρόη Παρρέν 1/5/1896,
Ευγενία Ζωγράφου 2/5/1896,
Ελένη Κανελλίδου 3/5/1896,
Σωτηρία Αλιμπέρτη 3/5/1896,
Σεβαστή Καλλισπέρη 4/5/1896,
Καλλιόπη Κεχαγιά 5/5/1896,
Αρσινόη Παπαδοπούλου 6/5/1896,

και κλείνοντας στις 8/5/1896 δημοσιεύτηκε η συνέντευξη/απάντηση του Εμμανουήλ Ροΐδη που παραθέτω σήμερα.
Γ.Χ.

Εμμανουήλ Ροϊδης

Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» 8 Μαΐου 1896
ΑΙ ΓΡΑΦΟΥΣΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ Κου ΡΟΪΔΟΥ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕΤ’ ΑΥΤΟΥ
Έστι δε Ροϊδης…
Τι περίεργον γραφείον που έχει ο αμυθήτου ευφυίας συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» της έβδομην ήδη έκδοσιν αριθμούσας εν τω γαλλικώ του
Barbey dAurevilly. Μια μεγάλη πανίψηλος βιβλιοθήκη φιλολογική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική. Ένα γραφείον απλούστατον στο μέσον του δωματίου, με τετράδια χειρόγραφα επ’αυτού, παράξεναι έδραι εκ γεγλυμμένης δρυός, μία εξ αυτών τεραστίων διαστάσεων παρά το παράθυρον το βλέπον πέραν δια μέσου στεγών και τοίχων οικιών προς τον δύοντα εκείνην την στιγμήν εις τους λόφους του Δαφνίου ήλιον  αρχαϊκαί εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα, ακόντια, κτλ. Ιπποτών, είς καναπές παράξενος και αυτός, σύνολον περιεργότατον ελαφρώς ροδιζόμενον από τον βασιλεύοντα κάτω ήλιον, τον πυρπολούντα εκείνην την στιγμήν όλα εκείνα τα αντικέιμενα, τα αναδίδοντα οσμήν παλαιών ημερών, τα εγκλείοντα όλα κάτι τι το ολόκληρον την εξόχως ειρωνικήν ζωήν και χαριτωμένην εργασίαν του συγγραφέως των «Συριανών διηγημάτων».  Ο. κ. Εμμανουήλ Ροϊδης; Εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν πασίγνωστος ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων ανά τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τᾐ ζωᾐ, τᾐ μελέτῃ και τᾐ παραγωγᾐ πρωτοτυπίας και ειρωνείας, και δηκτικότητος επιφερούσης πόνον βαθύν, οξύν πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδος του. Ανάστημα μέτριον, διάπλασις σώματος αιλουροειδής, λεπτοτάτη, τόσον που νομίζετε άμα πως τον φυσήσετε, θα πέση, κεφαλή σατανικώς ιδιόρρυθμος, καλλιτεχνική, οφθαλμοί λάμποντες, χείλη σατανικώτερα μ’ένα ανεξάλειπτον επ’ αυτών μειδίαμα σαρκαστικόν, μειδίαμα που μόνον εις τα χείλη του Ροϊδου το απαντάτε. εν Αθήναις. Η κουβέντα του – απόλαυσις η συντροφιά του θελκτική, τσιγάρα να καπνίζετε, τσαϊ να πίνετε, έξω να βρέχη, και Ροϊδην ν’ ακούετε. Causeur πρώτης, γέλωτα σκορπών άφθονον, τα πάντα ανατέμνων ρήτορας, επιστήμονας, δικηγόρους, ιατρούς, φιλολόγους, λογίους – ώ ! της χαριτωμένης του ειρωνείας! – θέατρον, κοινωνίαν, πολιτείαν, Βουλήν, χορούς, άϊ-λάϊφ, λαόν, τύπους δρόμων, γραφείων, σαλονιών, γάτας, σκύλους, παπαγάλλους… γυναίκας! Δεν υπάρχει λόγιος, ποιητής, διηγηματογράφος, αρθρογράφος, ρεπόρτερ, γραφιάς, ου αυτός αναγιγνώσκων και το ελάχιστόν του πνευματικόν προϊόν, να μην ανεύρεν εν αυτώ γραμματικούς, συντακτικούς, λογοτεχνικούς μαργαρίτας! Και τους αραδιάζει τους μαργαρίτας τούτους τόσον ειρωνικώς, τόσον χαριέντως. Εάν μου επέτρεπε, θα εξέδιδον τους «κατά Ροϊδην μαργαρίτας». Όλαι αι φιλολογικαί και επιστημονικαί, και πολιτικαί δόξαι μας θα κατέπιπτον εις κουρέλια! Ροϊδην τέλος δεύτερον εν Αθήναις δεν έχομεν. Και μία παράξενος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του. Ο κύριος Ροϊδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος. Όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιάυτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή. Και ήδη η απάντησίς του προς τας γράφουσας Ελληνίδας.  

Η εντύπωσις του εκ των γυναικείων συνεντεύξεων
- Ποίαν εντύπωσιν σας επροξένησαν, τον ερωτώμεν εις την διαπασών, τα παράπονα των λογίων γυναικών καρά του άρθρου σας;
- Μεγάλην μόνον απορίαν, αφού από της πρώτης μέχρι της τελευταίας στιγμής, ουδέν άλλο ήτο το άρθρον εκείνο παρά ύμνος εις την γυναίκα, την οποία εκήρυξα ικανήν ν’ανυψωθή εις το είδος της υπεράνω του ανδρός, και ότι το είδος τούτο προτιμώ παντός άλλου. Και όχι μόνον την γυναίκα εν γένει, αλλά και ιδιαιτέρως την Ελληνίδα υπερεπήνεσα παραστήσας αυτήν εξισωθείσαν προς την Ευρωπαίαν κατά την κομψότητα της ενδυμασίας και την χάριν της κοσμικής συμπεριφοράς, πολύ ανωτέραν του σημερινού Έλληνος κατά την οξύτητα του πνεύματος, και μόνην ικανήν να μεταδώση εις τη ανδρικήν μας φιλολογίαν τα ελλείποντα απ’αυτής προσόντα χάριτος, λεπτότητος και φιλοκαλίας. Ούτε είνε βεβαίως βασιμώτερον το παράπονον, ότι απαιτώ πολλά από τας σήμερον γράφουσας, αφού εκ φόβου τοιαύτης παρεξηγήσεως δις και τρις επανέλαβα, ότι ουδέν άλλο ζητώ παρ’ αυτών παρά να αποδεικνύωνται όταν γράφουν επίσης χαρίεσσαι έξυπνοι και διασκεδαστικαί, όσον είνε όταν ομιλώσι. Τοιαύται ήσαν αι πλείσται εκ όσων ηυτύχησα να συναναστραφώ. Ουδόλως λοιπόν υπερβολική ήτο η απαίτησις ν’ανεύρω τα προσόντα ταύτα και εις όσας έτυχε ν’αναγνώσω. Μεγάλη πιστεύω θα ήτο αδικία όχι μόνον προς τας Ελληνίσας εν γένει, αλλά και προς αύτας τας γραφούσας το να εκρίναμεν περί του πνεύματος, της καρδίας και της φιλοκαλίας των εκ μόνων των γραφομένων των. Ως παράδειγμα αρκούμαι ν’αναφέρω την τόσην όμορφην και έξυπνον δεσποινίδα Ευγενίαν Ζωγράφου.

Τι είπε δια την Ευγ. Ζωγράφου
 Τα απόντα ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αντιπροσωπευόμενα εις τα διηγήματα της δεσποινίδος Ζωγράφου προσόντα φυσικότητος, ευαισθησίας και αφελείας ακτινοβολούσιν εις την συνέντευξιν την οποίαν ηυτυχήσατε να λάβετε μετ’ αυτής.  Τι λογου χάριν ερασμιώτερον, ή μάλλον χαρακτηριστικόν της γυναικείας φύσεως παρά το: «εθαύμαζα πριν πολύ τον κ. Ροϊδην, αλλά τόρα δεν τον θαυμάζω πλέον;» Τι αφελέστερον της μεταβιβάσεως της ευθύνης ολοκλήρου σειράς φράσεων εις την ράχιν του στοιχειοθέτου, ή τι συγκινητικώτερον της αγανακτήσεως αυτής κατά των κολάκων, οίτινες δεν της είπαν την αλήθειαν περί του δράματός της, και των παραπόνων της κατά της κακκίας του κόσμου. Επειδή δε αφού έπαυσε να μας αγαπά (;), ηρχίσαμεν ημείς να την αγαπώμεν (!), ζητούμεν  παρ’ αυτής την άδειαν να της δώσωμεν μιαν συμβουλήν, την οποίαν πιστεύομεν χρησιμωτέραν πάσης άλλης, ν’αγοράση ένα φωνογράφον και αντί  στομφώδεις κοινοτυπίας, διά τας οποίας δεν πταίει ούτε το πνεύμα, ούτε η καρδία της, αλλά μόνη η μνήμη της, να γράφη καθ’υπαγόρευσιν του φωνογράφου, όσα εκφεύγουν εκ των ροδίνων χειλέων της φυσικά, αφελή, γυναικεία, χαριτωμένα.

Αι φοιτήτριαι της ιατρικής. – Ο κ. Ζωχιός και μία καρδία πτώματος. – Γυναίκες λιποθυμούσαι!
- Και περί των φοιτητριών μας της ιατρικής τι φρονείτε;
- Ενθυμούμαι, ότι προ τινων ετών είς των πρωτευόντων ιατρών μας, ο κ. Ζωχιός, αν δεν μ’απατά η μνήμη, μου διηγείτο, ότι αναλαβών να δώση στοιχειώδη μαθήματα ανατομίας εις τας (…) του Ερυθρού Σταυρού, επέδειξεν ημέραν τινά εις αυτάς μίαν εξαχθείσαν εκ πτώματος ανθρωπίνην καρδίαν, και άλλαι μεν τούτων ωχρίασαν, άλλαι δε ελιποθύμησαν! Τας συγχαίρω δια τούτο εξ όλης καρδίας, ενώ θα τας απεστρεφόμην, αν τας επίστευα ικανάς να πριονίσωσι κόκκαλα ή να εκριζώσωσι καρκίκους! Η γυνή είνε ασυγκρίτως ανωτέρα του ανδρός νοσοκόμος, παρηγορήτρια, ή και χορηγός σιναμικής και χαμομήλων! Διστάζω όμως να πιστεύσω, ότι δύναται και ν’ αποκτήση το απαιτούμενον προς ασφαλή χρήσιν της στρυχνίνης ή του πυρακτωμένου σιδήρου ποσόν ψυχραιμίας ή και αναλγησίας. Όπως εις πάντα τα άλλα, ούτω και εις την ιατρικήν υπερέχει η γυνή τον άνδρα εις τα μικρά, και υστερεί αυτού εις τα μεγάλα.

Δια ποίας άλλας γυναίκας θα γράψη. – Η κυρία Αρσινόη Παπαδοπούλου
- Σκοπεύετε να παρουσιάσετε και άλλας γράφουσας Ελληνίδας;
- Χρησιμώτερον θεωρώ να καταστήσω δια σειράς άρθρων γνωστοτέρας εις το Ελληνικόν κοινόν Γαλλίδας τινάς και Αγγλίδας, δυναμένας να χρησιμεύσωσιν ως πρότυπον γυναικογραφίας.
- Και από ποίαν θ’αρχίσετε;
- Ακόμη δεν απεφάσισα. Την Δελφίνην Γιραρδίνου πιθανώς.
- Διατί τόσον αποκλειστικώς επηνέσατε  την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, περί της οποίας μου είπεν η διευθύντρια της «Εφημερίδος των Κυριών» κ. Παρρέν, ότι έγραψεν εν ή δυο καλά πραμματάκια παιδικά, όχι όμως μεγάλα πράμματα;
- Δι’αυτό τούτο την επήνεσα, εκτιμών πολύ μάλλον του μεγέθους την ποιότητα των πραγμάτων. Τα διηγήματα της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου κοσμούσιν απ’ αρχής έως τέλους, αν όχι μεγάλοι, γνήσιοι τουλάχιστον και άμωμοι μαργαρίται.
 Και έλαβεν εκ της τραπέζης του το αντίγραφον των «Αθηναϊκών Ανθυλλίων», και μου επέδειξε τα επί των σελίδων του δια μολυβδοκονδύλου ή του όνυχος σημάδια, προσθέτων
- Έκαστον των σημείων τούτων υποδεικνύει χωρίον διακρινόμενον δι’ ιδιάζουσαν  χάριν, αφέλειαν ή και πρωτοτυπίαν. Τα σημάδια, ως βλέπετε, είνε πολλά.  Περί δε του ποιού κρίνατε ο ίδιος εκ του εξής: «Αν έστρεφε την κεφαλήν θα έβλεπε τα τέσσερα γατάκια ανωρθωμένα με όλην των την χάριν. Την εκύτταζαν ασκαρδαμυκτεί με την γλώσσαν προς τα έξω. Η μήτηρ των ήτο και αυτή εκεί και την εκάλει να έλθη να καμαρώση τα τέκνα της με την θωπευτικήν εκείνη φωνήν με την οποίαν αι μητέρες γαλαί ειξεύρουν ν’αποτείνονται προς όσους εμπνέουν εις αυτάς εμπιστοσύνην» (Εκ του διηγήματος: «τα πρώτα δάκρυα») Την ακρίβειαν της περιγραφής ταύτης ηδυνήθην να εκτιμίσω από τινων ημερών δια του αυτού ακριβώς τρόπου προσκαλούμενος και υπό της ιδικής μου γάτας να καμαρώσω τα τέκνα της.
  Ακόμη δεν την νομίζω, την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, και πρωτότυπον διότι ούτε εις τον Μονκρίφ, ούτε εις την
Physiologie passionelle, ούτε εις την ειδικήν γατολογίαν του ημετέρου κ. Μηλιαράκη, γίνεται ιδιαίτερος λόγος περί της τοιαύτης των γαλών μητρικής φιλαρεσκίας. Την τοιαύτην περιγραφικήν ικανότητα, όπως και την επιτυχή ψυχολογικήν ανάλυσιν του παιδικού χαρακτήρος, και των παιδίων την χαριτωμένην ομιλίαν, ονομάζει περιφρονητικώς η παρ’ημίν απόστολος της γυναικείας χειραφετήσεως πραγματάκια, λησμονούσα, ότι τα τοιαύτα ήρκεσαν αλλαχού να φημίσωσι γυναίκας, ότι και αυτή η Σάνδη αποβαίνει πληκτική, οσάκις παρεισάγει εις τ’απαράμιλλα μυθιστορήματα της κοινωνικάς ή φιλοσοφικάς  παρεμβάσεις, και ότι πολύ περισσότερον από όλα τα φιλολογήματα της Δακερίας, την σοφίαν της Duchatelet, τον στόμφον της Στάελ, και την εμβρίθειαν της Δόρας Ιστριάσος, αξίζει, φιλολογικώς τουλάχιστον μία επιστολή της Καϋλούς, ή μία επιφυλλίς της Gyp, ή της Γιραρδίνου. Όπως δήποτε αντιφατικόν φαίνεται να κατηγορούμαι συγχρόνως παρά της κυρίας ταύτης και ότι ζητώ πάρα πολύ μεγάλα πράγματα από τας γράφουσας ελληνίδας και ότι υπερτιμώ πραγματάκια κατορθώνων παραδόξως να είμαι εν ταυτώ και παραπολύ απαιτητικός και υπέρ το δέον ολιγαρκής. Το θαύμα τούτο ζητεί να εξηγήση, βεβαιούσα, ότι το άρθρον μου είνε προϊόν  παρακλήσεων και προσωπικής προς την γράψασαν τα «Ανθύλλια» συμπαθείας. Εις ταύτα ουδέν άλλο έχω ν’απαντήσω παρά μόνο, ότι δεν ηυτύχησα ποτέ να ίδω την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, ουδ’άλλο  τι περί αυτής, πλην του βιβλίου της, γνωρίζω. Το επροτίμησα δε των άλλων εν Ελλάδι γυναικογραφημάτων ως ασυγκρίτως θηλυκώτερον παντός άλλου. Δια την προτίμησιν όμως ταύτην ως και δια το όλον άρθρον μου πολύ δικαιότερον θα ήτο να κατηγορηθώ ως καθ’ υπερβολήν γυναικολάτρης παρά ως μισογύνης. Αδύνατον όμως είνε ν’ αγαπώ τόσον πολύ τας γυναίκας χωρίς ν΄αποστρέφομαι τας ανδρογυναίκας!

Η δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

- Και η εκ Κωνσταντινουπόλεως δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου;
- Δεν έτυχε να διαβάσω τι ιδικόν της. Πολλάκις δε βλέπων το όνομά της : Α. Παπαδοπούλου, υπέθετα πως επρόκειτο περί της Αρσινόης Παπαδοπούλου. Τόρα λαμβάνω γράμματα και πολλοί μου λένε και προφορικώς να γράψω και δι’ αυτήν.

Τα Ολύμπια
- Και τα «Ολύμπια»;
- Ένα πράγμα δεν ειμπορώ να νοιώσω, απεκρίθη υψόνων τους ώμους, πως για να του δώσω ένα άρθρο του κ. Μπάμπη Άννινου μ’εσταύρωσε μ΄έφαγεν, ενώ τόρα ευρίσκει, ότι δεν ξέρω να γράψω πλέον! Και κάτι το πλέον περίεργον, προσέθεσε σατανικώς μειδιών: Με κατηγορεί, ότι είμαι γέρος – αλλά αυτό το ακούω προ πολλού. Πρί είκοσι πέντε ετών ο
DAurevilly που μετέφρασε την «Πάπισσαν Ιωάνναν» μου, έγραφε στα προλεγόμενά του, ότι το έργον αυτό μόνον εβδομηκοντούτης γέρων ειμπορούσε να το γράψη, ενώ τότε ήμην ο ατυχής μόνον εικοσιτετραετής!
- Και η απάντησις της «Εφημερίδος των Κυριών» πως σας εφάνη;
- Εξ’αυτής δεν έμαθα τίποτε το νεώτερον, αλλά μόνον πράγματα τα οποία κάλλιστα εγνώριζα, ότι δηλ.  αι τρίχες μου είνε φαιαί και ως εκ τούτου δεν αρέσκω πλέον εις τας κυρίας, και ότι εστερήθην της περιουσίας μου και της ευτυχίας ν’ακούω τα τερετίσματα των σαλονίων. Τον τοιούτον τρόπον συζητήσεως θα εθεώρουν ανάρμοστον εις γυναίκα, αν δεν ενθυμούμην ότι ούτω συζητούσιν εν Γαλλία, ουχί βεβαίως αι
divorceuses και αι emancipées, αλλ΄αι harengères  και αι poissardes (*).
  Και έβλεπεν ειρωνικώς μειδειών τον σβύνοντα ήδη ήλιον στους βουνούς του Δαφνιού, τον μόλις αφίνοντα εντός της αιθούσης της παλαιάς εκείνης οικίας της οδού Νικοδήμου ροδινωτάτας εκπνέουσας ακτίνας.
Μποέμ

______________
(*) «όχι βέβαια οι διαζευγμένες και οι χειραφετημένες, αλλά οι κυρίες της ψαραγοράς».
Εκείνη την εποχή, οι κυράτσες που πουλούσαν ψάρια στις ψαραγορές της Γαλλίας φημίζονταν για την ωμή ειλικρίνεια και τους τραχείς τρόπους τους, τόσο πολύ που ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιούνταν για όλες τις γυναίκες χαμηλού επιπέδου που μιλούσαν με αυθάδεια και χωρίς τρόπους.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Ροϊδης εξισώνει τις διαζευγμένες με τις χειραφετημένες γυναίκες

Πηγές για εμβάθυνση

Κοντοειδή Γεωργία «Η ιστορική σκιαγράφηση των Ελληνίδων συγγραφέων» Ρέθυμνο 2016,  Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα φιλολογίας.

Βαλάντω Λάνδρου «Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)», Θεσσαλονίκη 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών – Μεταπτυχιακό πρόγραμμα νεοελληνικής φιλολογίας.

Γιαννάτη Ευδοκία  «Εφημερίς των Κυριών (1887 – 1917) Όψεις και διαπραγματεύσεις της γυναικείας ταυτότητας», Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2010, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή - Διατμηματικό  μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Σταύρος Μαλαγκονιάρης «Ο Ροΐδης χλευάζει τη γυναικεία χειραφέτηση», «Εφημερίδα των Συντακτών» 04.03.2018.

Ελένη Βαρίκα, «Μια δημοσιογραφία στην υπηρεσία της “γυναικείας φυλής”», Διαβάζω, αρ. 198,
14.9.1988.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html