Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Πως η μουσική του Richard Wagner επηρέασε την ελληνική ποίηση

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος, γνωστότερος ως Μήτσος, συνέδεσε το όνομά του με την ελληνική λογοτεχνία, το χρονογράφημα και την κριτική, συμμετέχοντας ενεργά από μικρή ηλικία στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής του. Με τα χρονογραφήματά του, τα διάσπαρτα διηγήματά του, τα άρθρα, τις μεταφράσεις, την έκδοση βιβλίων, καθώς και ως συνεκδότης του περιοδικού «Διόνυσος» με τον Ι. Καμπύση, ο Μήτσος Χατζόπουλος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο, προσωπικό λογοτεχνικό προφίλ.
Αν και διαφορετικός από τον αδελφό του, ο Μήτσος Χατζόπουλος μοιράστηκε μαζί του κοινές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Και οι δύο υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του βαγκνερισμού. Στο Μήτσο Χατζόπουλο οφείλουμε την σημαντική μελέτη «Η επανάσταση των λέξεων» που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” της 14/1/1900 με υπογραφή “Μποέμ”, όπου για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά αναδεικνύεται, με αναλυτικότητα και ευγλωττία, η βαθιά επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στους Έλληνες συμβολιστές ποιητές.
Σε αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, ο Χατζόπουλος επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις μεταμορφώσεις που υπέστη η ελληνική γλώσσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Απομακρυνόμενος από τις εξισώσεις του δημοτικισμού, ο κριτικός αναλύει πώς η επίδραση του βαγκνερισμού επηρέασε τόσο καθαρευουσιάνους όσο και “μαλλιαρούς” ποιητές.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πόσο πιο σαφώς θα μπορούσε να εξαρτήσει κανείς την νέα μορφή έκφρασης στην ποίηση από τη μουσική;» Εστιάζοντας ιδιαίτερα στο έργο του Βάγκνερ, ο Χατζόπουλος παραθέτει παραδείγματα από τη «νεοδημοτική» ποίηση, αναφερόμενος σε ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Καμπύσης, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Μαλακάσης και ο Βασιλικός (ψευδώνυμο του αδελφού του) που «... ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων».
Ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της βαγκνερικής επιρροής, ο Χατζόπουλος αναφέρει τη «σκοτεινή» ποίηση του Γιάννη Καμπύση, η οποία, όπως υποστηρίζει, αποδίδει «ἕναν παλμὸν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ὀρχήστρας».
Λίγες σελίδες πιο κάτω παρατίθεται ένα ποίημα του Κώστα Χατζόπουλου (με ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός), που φαίνεται να πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κείμενο του αδελφού του Μήτσου, παρόλο που στο άρθρο δεν γίνεται βέβαια συγκεκριμένη μνεία (θα το βρείτε στο τέλος του κειμένου).
Γ.Χ.

Η επανάστασις των λέξεων” υπό Μποέμ
“Το Περιοδικό μας” 14 Ιανουαρίου 1901

Πάντοτε ησθάνθην και αισθάνομαι κάποιαν απέχθειαν προς τας λέξεις, απέχθειαν η οποία νομίζω, ότι θα προέρχηται από ειλικρινή αγάπην προς αυτάς. Ό,τι αγαπά τις με πάθος δεν δύναται παρά να αισθάνεται εις στιγμάς παροξυσμού ψυχικού και μίσος προς αυτό. Ό,τι μάς είνε αδιάφορον, ο,τι μας κινεί την περιφρόνησιν δεν δύναται να γεννήση εις την ψυχήν μας το αίσθημα του μίσους. Αλλά νομίζω ακόμη, ότι η απέχθειά μου προς τας λέξεις δεν προέρχεται εντελώς εκ της μεγάλης αγάπης μου προς αυτάς. Υπάρχει και αφορμή εκτάκτως διάφορος. Αισθάνομαι, ότι η πρώτη αποστροφή προς τον κόσμον των λέξεων μου εγεννήθη, όταν άνεκάλυψα εν τη εργασία μου ότι πολλοί ευρύτερον εύρον και ευρίσκουν την απόστασιν ήτις χωρίζει τας λέξεις από τας αισθήσεις. Εάν επρόκειτο να εξομολογηθώ μετά συντριβής ενώπιον πνευματικού καλλιτέχνου θα ωμολόγουν, ότι η σκέψις μου, η αίσθησις μου εβάδισε μάλλον παραλλήλως προς τας λέξεις δι’ ών έξεφράσθη αυτή παρά συμφυώς και ομοουσίως. Δεν θα υπάρξη δε αντίρρησις, ότι οι αληθείς λάτρεις των λέξεων ουδέποτε κατόρθωσαν να συλλάβουν ταύτας ασφαλώς, να τας υποτάξουν εις την δημιουργικήν πνοήν των, να τας μεταβάλουν εις μαλακήν λάσπην με την οποίαν να ζυμώσουν τον χρυσόν της σκέψεως και να εκφράσουν το αίσθημά των κατ’ευθείαν, αμέσως άνευ κωλύματος, πάναγνον από την πηγήν της ’Ιδέας. Υπάρχει εις την περίπτωσιν ταύτην μυστήριον, εις το οποίον όσον τις εμβαθύνει τόσον διαυγέστερον βλέπει και κρίνει ότι ο κόσμος των αισθημάτων και ο κόσμος των λέξεων συμπίπτουν και συνταυτίζονται όσον ο φυσικός κόσμος και ο μεταφυσικός. Όσον και αν φαίνωνται συμφυείς και αδελφικαί αι ιδιότητες αύται τόσον χωρισμέναι απ’ αλλήλων είνε εν τη βαθυτάτη ρεαλιστική διεισδύσει, εν τη μυστική περιπλανήσει των ονείρων. Το μόνον μέσον υπελείπετο να είνε διά τον καλλιτέχνην η άρνησις η παντελής του κόσμου των λέξεων και η ολοσχερής καταφυγή του εις τον κόσμον της αισθήσεως και της σκέψεως, εις τον μέγαν και απέραντον κόσμον της εν σιγή ενεργείας. Και ενθυμούμαι ακόμη το χαρμόσυνον ψυχικόν ρίγος, το οποίον ησθάνθην, όταν ήκουσα τον Ίσλανδόν του Ίψεν Ζάτζεζρ, τον όντα ποιητήν διά τον έχοντα κατά την ιδίαν του βαθειάν έκφρασιν το δώρον του πόνου, λέγοντα προς τον Βασιλέα του ζητούντα να θυσιάση απέναντι ενός στέμματος τα ποιήματά του εκείνα, τα όποια δεν είδον ακόμη το φως, τα ποιήματά του τα εγρηγορούντα εις τας πτυχάς του εγκεφάλου του :

Τα ποιήματα αυτά είνε πάντοτε τα ωραιότερα.

Ώ ! εάν υπάρχη τι ωραίον εις την τέχνην, βεβαίως θα υπάρχη εκείνο, το οποίον δεν έλαβε ποτέ σχήμα και έκφρασιν, παλμόν και ζωήν, το οποίον είνε ωραίον διότι εις την νεφελώδη του υπόστασιν έχει τόσους σπόρους αλήθειας και τόσην θερμήν ενέργειαν.

Εις την Ελληνικήν φιλολογίαν ο κόσμος των λέξεων υπέστη ριζικήν και μεγάλην επανάστασιν κατά τα τελευταία έτη. Αι λέξεις έπαυσαν διά τούς αληθείς τεχνίτας να είναι είδος ωραίων πανοπλιών κρεμασμένων εις τον τοίχον και από τας όποιας εκλέγει τις οποίον θα ήθελε να περιβληθή, καμαρώνων μετά την αμφίεσιν πρό του καθρέπτου του.

Τοιαύτην εντύπωσιν τουλάχιστον αισθάνομαι όταν αναγινώσκω σελίδας γραμμένας προ της παρελθούσης δεκαετίας είτε εις την δημοτικήν, είτε εις την καθαρεύουσαν. Αι σελίδες αύται βεβαίως έξακολουθούν ακόμη να γράφωνται και εν πλειονότητι μάλιστα, αλλ’ αι σελίδες αύται απέναντι των νέων σελίδων τας οποίας φέρει εις φώς η συντελουμένη επανάστασις των λέξεων δεν ανήκουν παρά εις το παρελθόν. Γιά ιδέτε, γύρω σας, εις ότι φυλλάδιον, η περιοδικόν, η εφημερίδα, εις όσα έντυπα τέλος πόσαι ξηραί, άψυχοι, ψυχραί πανοπλίαι λέξεων και ύφους υπάρχουν. Αφθονία καλουπιών γλώσσης δημοτικής, γλώσσης καθαρευούσης. Λούσατε εις πηγήν υψηλού όρους, εις μίαν βρύσιν του Παρνασσού τους οφθαλμούς της διανοίας σας, σύρατε την ψυχήν σας εις κόσμον ωραιότερον του κόσμου που ζήτε, έλθετε εις ιδανικωτέρους ορίζοντας και παρατηρήσατε εν μέσω πανοπλιών των αψύχων, των λαξευτών λέξεων, θα ίδετε ένα νέον κόσμον λέξεων, νεφελωδώς εναργό, μίαν νέαν πνευματικήν κοινωνίαν ασχημάτιστον έτι, εις ατελή σύστασιν, η όποία αγωνίζεται να θερμάνη τας πανοπλίας των ψυχρών λέξεων και να δώση εις αυτάς την ζωήν του απολύτως ωραίου, τον παλμόν της ιδανικής σκέψεως, την αοριστίαν του μυστικισμού, προ παντός δε μίαν πρωτοφανή εκδήλωσιν, αόριστον και ασύλληπτον ως το ά ρ ω μ α του φωτός, μίαν μουσικήν απήχησίν,—θα ίδετε μίαν πνευματικήν κοινωνίαν μουσικοποιούσαν τας λέξεις, εγχύνουσαν εις αυτάς περισσότερον ήχον από την μέχρι τούδε ψευδή των λάμψιν. Η πεζή σύνθεσις των λέξεων παντός ότι γράφεται εκ δημοσιογραφικής ορμήσεως εις τας ελληνικάς εφημερίδας, παντός ότι γράφεται εις τα εικονογραφημένα περιοδικά με την χαμηλήν αντίληψιν και τας οπισθοδρομικάς ιδέας, η φουσκωμένη ατμόσφαιρα των λέξεων των ρητόρων των δικαστηρίων, ο μονότονος χρωματισμός των λέξεων των ακουομένων από τας πανεπιστημιακός έδρας και των απαντωμένων εις τας εγκυκλίους των Υπουργείων αποπνίγει διά τα ώτα τα συνηθίσαντα εις την μονοτονίαν ταύτην τον μουσικόν αυτόν ήχον, όν αφίνουν αι λέξεις της μικράς πνευματικής κοινωνίας, ήτις έπανεστάτησε παρ’ ημίν τελευταίως τον μυστηριώδη κόσμον των λέξεων.

Η επανάστασις αύτη των λέξεων έλαμψε δια μίαν στιγμήν ωραίαν λάμψιν εις τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος εις την τελευταίαν τεχνοτροπίαν του Σολωμού, εις τας πλήρεις μυστικισμού μουσικάς εκείνας συμφωνίας των ατελών κομματιών της τελευταίας του ποιήσεως,(*) έπειτα παρήλθον δεκάδες ετών, καθ’ άς η επανάστασις απεπνίγη διά να εκδηλωθή μάλλον καρποφόρα εις την εποχήν μας. Η επανάστασις των λέξεων είχε, λοιπόν, την αρχήν της εις την ποίησιν, εις το είδος αυτό της τέχνης το μάλλον συμφυές με την ψυχήν του τεχνίτου και εκείθεν επήλθεν εις τον πεζόν λόγον. Η εισαγωγή του ελευθέρου ρυθμού τελευταίως εις την ποίησιν υπεβοήθησε μεγάλως την επανάστασιν τών λέξεων, την μουσικοποίησιν αυτών, από την εισαγωγήν δε της μουσικής εις τον στίχον, έλαβε μουσικόν τόνον και η φράσις του πεζού λόγου. Φυσική δε η εξήγησις της μουσικοποιήσεως των λέξεων των στίχων και των λέξεων των πεζογραφημάτων παρά των ανταρτών τεχνιτών μας σήμερον. Ό,τι έγινε και αλλού όπου καλλιεργείται η Ιδέα δεν ηδύνατο παρά να γίνη και εδώ από τούς τεχνίτας τούς ειλικρινείς και αγνώς καλλιεργούντας ταύτην. Αφ’ ότου η κλίσις του κόσμου των τεχνιτών εξεδηλώθη ζωηρά προς την μουσικήν δεν ηδύνατο παρά να επιδράση η μουσική εις την ποίησιν, η μία τέχνη επί της άλλης. Είτε εξ ενσυνειδήτου ενεργείας, είτε εξ ασυνειδήτου εξεδηλώθη εκ της κλίσεως ταύτης προς την μουσικήν, τάσις προς μουσικοποίησιν των λέξεων, τάσις προς σπουδήν υπολογιστικήν η ορμέμφυτον των μουσικών ιδιοτήτων των λέξεων, του χρώματος του ήχου αυτών. Παραδόξως δε, η μάλλον πολύ συνεπώς η μουσικοποίησις των λέξεων εγένετο και γίνεται με πολλήν λεπτότητα και καλαισθησίαν, κατά τους επιδεξίους νόμους.

Οί περισσότεροι των γραφόντων υπό την επήρειαν της επαναστάσεως των λέξεων συχνάζουν σήμερον εις τα κοντσέρτα της «Μουσικής Εταιρίας» και του «Ωδείου», όπου πολλάκις αν δεν υπάρχη εκτέλεσις μουσικής αξία της εκτελουμένης μουσικής, ακούει τις κάποτε αληθείς καλλιτέχνας και καλλιτέχνιδας. Αρκετοί δε των νέων συγγραφέων μας και ποιητών μας έχουν ταξειδεύση ταξείδια προσκυνήματος προς τας Τέχνας εις την Γερμανίαν και την Γαλλίαν, πολλοί δε τούτων δεν έλειψαν από του να επισκεφθούν ευλαβώς και τον ναόν του Βάγνερ εις το Μπάϋροιτ. Εις την ζωηρώς, λοιπόν, εκδηλουμένην αυτήν κλίσιν προς την μουσικήν των νέων τεχνιτών παρουσιάζεται και η τέχνη σήμερον εν Έλλάδι μάλλον μουσικοποιημένη.

Γενικώτερον δε η ποίησις σήμερον έχει την ιδέαν τέχνης μάλλον ρ ε ο ύ σ η ς παρά λαξευτής, πλέον δονουμένης παρά σταθεράς, μάλλον ικανής να θίξη τας λεπτυνθείσας ψυχάς μας διά της επιβολής του ήχου. Δεν το διακηρύσσει αυτό η νεωτέρα κριτική σήμερον, η ομιλούσα εκ της εναργείας των αποτελεσμάτων της μουσικής επαναστάσεως των λέξεων εις τας φιλολογίας, αυτό το ίδιον προείπεν η υψηλή αντίληψις του Ταίν, του όποιου τους άλλοτε λόγους με όχι πολλήν έκπληξιν ενθυμούνται οι τεχνίται σήμερον. «Δεν θα παρέλθουν πεντήκοντα έτη και η ποίησις θα διαλυθή εν τη μουσική» είπεν ο φιλόσοφος. Οι Βαγνερισταί δε σήμερον προχωρούν, θαρραλεότερον, ενισχυόμενοι εκ του μουσικού ποιητικού έργου των ποιητών και αποφαίνονται ότι η μουσική θα εκμηδενίση τας άλλας τέχνας, αι οποίαι σήμερον δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να υποβοηθούν το έργον της μουσικής.

Και η επανάστασις αυτή των λέξεων έφερε φυσικά την επανάστασιν των δύο γραφομένων παρ’ ημίν γλωσσών αι οποίαι αργά η γρήγωρα θα καταλήξη να γίνουν μία, αδιάφορον ποία. Σήμερον χάρις εις την επανάστασιν των λέξεων εισήλθομεν ίσως και εις την λύσιν του γλωσσολογικού ζητήματος. Δεν έχομεν πλέον όπως προ δεκαετίας δημοτικήν και καθαρεύουσαν, αλλ’ έχομεν μίαν γλώσσαν είτε δημοτικώς γράφεται αύτη, είτε καθαρευόντως, παλλομένην από μουσικούς τόνους παρά γλυπτήν ως άψυχος πέτρα. Δημοτική και καθαρεύουσα εις τα γραφόμενα παρά των νεωτέρων είνε λέξεις και έννοιαι, αναφερόμεναι εις το παρελθόν.

Πρό δεκαπενταετίας θα ηδύνατο να ομιλή τις περί καθαρευούσης και δημοτικής, σήμερον δύναται να ομιλή περί νεο καθαρευούσης και περί νεο δημοτικής. Έχομεν δηλ και σήμερον διγλωσσίαν, αλλά διγλωσσίαν τείνουσαν να διαπλάτη μίαν γλώσσαν. Έχομεν την γλώσσαν την διαπλασθείσαν από τούς ορμηθέντας να γράφουν δημοτικά από την γλώσσαν του λαού, και η οποία γλώσσα σήμερον έχει ανυψωθή εις το ύψος της αποκαθαριξομένης καθαρευούσης διά της ενδελεχούς εργασίας πολλών αρτιστών, έχομεν την γλώσσαν την ανακαινισθείσαν από την γλώσσαν των λεξικών και των βιβλίων και η οποία σήμερον έχει προστρέξη αρκετά προς συνάντησίν της αδελφής της εν πνεύματι νεοδημοτικής γλώσσης. εις ποίον σημείον και κατά πόσον θα συναντηθούν αι δύο αύται νεοφιλολογικαί γλώσαι δεν δύναται να μάς είνε απολύτως γνωστόν, αρκούμεθα μόνον να πιστεύωμεν, ότι η μία θ’ αφομοιώση την άλλην. Τοιουτοτρόπως θ’ αποτελεσθή μία γλώσσα ενιαία εις την οποίαν το μέλλον θα δυνηθή, ίσως να εμπιστευθή το πάν, τοιουτοτρόπως θα έλθη ημέρα καθ’ ήν και η νέα αύτη γλώσσα θ’ αναθεματίζηται παρά των συγχρόνων της τεχνιτών και επαναστατικαί εκδηλώσεις θα υπάρξουν κατ' αυτών και νέαι αναγεννήσεις διαλέκτων θα αναφανώσι και νέοι αγώνες γλωσσολογικοί, διότι όσον συμπήγνυται μία γλώσσα τόσον και απονεκρούται, διότι όσον σταθερά και ωρισμένη και μεθοδική γίνεται τόσον στείρα δημιουργικών καλλιτεχνικών προϊόντων καθίσταται και τόσον γεννά αυτή η ιδία επαναστάσεις κατ’ αύτής. Τελεία λύσις γλωσσολογικού ζητήματος ποτέ ίσως δεν δύναται να υπάρξη άπαξ υπάρξη, θα λείψη η φιλολογική ζωή από τον τόπον, θα λείψουν αι νέαι διάνοιαι και οι νέοι αρτίσται, θα λείψη η ζωή απ’ αυτόν τον λαόν, ο ακοίμητος οργασμός των κοινωνιών. Η ρευστότης είνε η ζωή και η ύπαρξις των γλωσσών, θάνατος δε αυτών η σύμπηξίς των, οι ακλόνητοι κανόνες του συντακτικού των και της γραμματικής των. Όσον αποκαθαίρεται ξενικών στοιχείων, επηλύδων λέξεων, νέων εκφράσεων, πάσης καινοτομίας τέλος μία γλώσσα τόσον άψυχος γίνεται. Παράδειγμα η γλώσσα των υπηρεσιακών εγκυκλίων και εγγράφων, η οποία είνε ξηρά ως μούμια. Αι γλώσσαι, ομοιάζουν τας γυναίκας, διότι όπως και εκείναι και αυταί είνε προωρισμέναι να γονιμοποιούν και να παράγουν. Όταν μία όμορφη κόρη αγκαλιάζεται από όμορφο παλληκάρι θα φέρη εις το φώς εύρωστα καί σφριγώντα παλληκάρια, όταν αφεθή εις το ράφι θα γίνη μιά μαραζωμένη γεροντοκόρη, κινούσα τον οίκτον. Αι γλώσσαι, όπως τα πλατάνια λέγει κάποιος νεώτερος κριτικός, δεν ζουν παρά ανακαινίζοντα τον φλοιόν των, και τα όποια αφίνουν να πέσουν κάθε άνοιξιν μαζί με την φλοίδαν των και τα ονόματα των ερωμένων, τα χαραχθέντα επ'αυτών.

Έχομεν, λοιπόν, εν επαναστάσει τας δύο νεοελληνικός γλώσσας την νεοκαθαρεύουσαν και την νεοδημοτικήν. Η πρώτη απετίναξεν απ’ αυτής πάντα κανόνα δασκαλισμού, πάσαν ψυχράν καθηγητικήν διδασκαλίαν και εις τα γραφόμενα εν αυτή παρά των νέων παρουσιάζει μίαν ανατροπήν εξ ίσου ευχάριστον με την παρουσιαζομένην ανατροπήν εις την αρχικήν γλώσσαν του λαού με την οποίαν εκφράζονται τόσα ισχυρά ποιητικά ταλέντα παρ’ημίν. η σύνταξις της νεοκαθαρευούσης έχει ύποστή ωραίον αναρχικόν αναποδογύρισμα, αι δε λέξεις αναβράζουν εις αυτήν με όλην την γοητευτικήν έλξιν της μουσικής των απηχήσεως.

Εκεί όπου τα χονδρά πνεύματα των αστών, η δήθεν σκώπτουσα παρατηρητικότης των εφημερίδων ανακαλύπτει άγνοιαν γλωσσικήν, μαργαρίτας συντακτικούς και γραμματικούς, εκεί άκριβώς ύπάρχει η νέα ζωή της ανακαινιζομένης επί το ζωτικώτερον, της αναπλασσομένης επί το καλλιτεχνικώτερον γλώσσης. Αι νέαι και αι παλαιαί λέξεις προσλαμβάνουν τόρα ολονέν και αυξάνουσαν μουσικήν ηχηρότητα, έπειτα αερώδη τινά υπόστασιν διά μέσου της όποίας θα αναγινώσκει τις αυτήν την σκέψιν του τεχνίτου, διά μέσου της όποιας έρχεται τις εις άμεσον, όσον είνε δυνατόν να έλθη τις ποτέ εις άμεσον συνάφειαν με την σκέψιν κατ’ αυτήν την στιγμήν της γεννήσεώς της. Η αλλοίωσις της συνθετικής ιδιότητος των λέξεων δεν μας παρουσιάζει ενίοτε την απόστασιν ήτις έμφαίνεται σχεδόν πάντοτε καταφανής μεταξύ της σκέψεως και της εκφράσεως αυτής. Κάμνουν πολλάκις και αι λέξεις θαύματα απευθυνόμενα μόνον προς την καλλιτεχνικήν έννοιαν, οπόταν δεν οδηγεί αυτάς η γραμματική και το καθιερωμένον, αλλ’ η πνοή του καλλιτέχνου. Καθίσταται δηλ. η έκφρασις των λέξεων μεταφυσικωτέρα, αι δε λέξεις αποβάλλουν κατά πολύ τήν ψευδότητά των, χάνουν πολλάκις την βαρείαν και την ψευδή μάσκαν των. Βεβαίως εντός δημοσιογραφικού γραφείου το μυστήριον των λέξεων δεν δύναται να διευκρινισθή, ούτε μέσα εις τας λέξεις των συναναστροφών και των καφενείων. Την πεποίθησιν αυτήν την έχω ακράδαντον διότι εις τας λέξεις των δημοσιογραφικών βαναύσων γραψιμάτων, εις την καταναγκαστικήν ταύτην εργασίαν, κατά την οποίαν αι λέξεις δεν έχουν ποτέ την αληθή των έννοιαν ούτε την αληθή των αξίαν, έτυχε δυστυχώς ν’ αποπνίξω μίαν ζωήν ωραίαν. Αλλά και δεν πρέπει ν’αδική τις ένα δημοσιογράφον, όταν γράφη διαμαρτυρόμενος κατά των καλλιτεχνικών νέων εκφράσεων, οποίας υπερηφάνως τας παρουσιάζει εις τούς αναγνώστας του ως μαργαρίτας. Ό,τι αγνοεί αυτός, ότι δεν δύναται να εννοήση, ότι διαφεύγει την αντίληψιν του προς τας λέξεις, των αρχών του προς την ξηράν γραμματικήν και το ξηρόν συντακτικόν, πολύ φυσικά το θεωρεί ως άγνοιαν, ως σολοικισμόν του άλλου. Φαντάζομαι εάν ο συγγραφεύς του «Κωδονοκρούστου» έγραφεν ελληνικά όπως έχη γράψη εις ενα διήγημά του προκειμένου περί ενός τρελλού, ότι «εθαύμαζε τα κάτοπρα ως ανοικτά παράθυρα επί του απείρου», τί προσωπικάς ύβρεις θα εδέχετο ο πτωχός Ρόντεμπαχ, φαντάζομαι δε άκόμη εάν ό Στέφανος Μαλλαρμέ, ο Σωκράτης αυτός του δεκάτου έννάτου αίώνος, έγραφεν ελληνιστί το «Après-midi d’ un faune», πως θα ελιθοβολείτο εξ άπαντος ως και ο μακαρίτης άγιος, του οποίου το όνομα έφερεν. Αμφιβάλλω δε εάν θα έστεργον να μη ονομασθή αγράμματος εάν έτυχε να έγραφεν ελληνιστί εις μίαν ερημικήν γωνίαν της Ελλάδος ο κ. Elemir Bourges, ο συγγραφεύς του «Τα πτηνά φεύγουν και τα άνθη πίπτουν». Εάν κατεδέχετο δε κανέν εικονογραφημένον περιοδικόν να του δημοσιεύση το μυθιστόρημά του το «Λυκόφως των θεών», η δυστυχής ελλανόδικος επιτροπή, ήτις θ’ ανεγίνωσκε το έργον του θα ήναγκάζετο να σχίση τα ρούχα της.

Εξ ίσου ωραία είνε η επανάστασις των λέξεων εις την δευτέραν γλώσσαν την νεοδημοτικήν. Πολυαριθμότεροι οι επαναστάται εδώ, λαμπρότερα τα αναρχικά των κατορθώματα. η επανάστασις της ελληνικής ποιήσεως, αξίζει ιδιαίτερον κεφάλαιον και θα επιχειρήσωμεν μίαν ημέραν να ομιλήσωμεν ειδικώτερον περί αυτής. Εάν ο Σολωμός ανεγεννάτο σήμερον θα εχειροκρότει με τας δύο χείρας του την επελθούσαν ποιητικήν αλλοίωσίν. Εκλεκτή χορεία νέων ποιητών προεξάρχοντος του κ. Κωστή Παλαμά εν υψηλή πτήσει, εργαζομένων εν εμπνεύσει και καλλιτεχνική αποβλέψει, ποιητών ως ο κ. Γρυπάρης, ο κ. Καμπύσης, ο κ. Πορφύρας, ο κ. Παπαντωνίου εις μερικά τελευταία ποιήματα, ο κ. Μαλακάσης, ο κ. Βασιλικός, κτλ. ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων. Απτότερον το αποτέλεσμα τούτο απαντώμεν εις την εκλάμπρως σκοτεινήν ποίησιν του κ. Γιάννη Α Καμπύση. Όπως τα επαναστατικά δράματά του μάς ενθυμίζουν την υψηλήν πνοήν του Ίψεν και την βαυκαλιστικήν ποίησιν του Μαίτερλίνγκ, ούτω τα ποιήματα του «Βιβλίου των Συντριμιών» μάς δίδουν ένα παλμόν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ορχήστρας. η ποίησις του κ. Καμπύση χειραφετημένη πλέον και από τας καταναγκαστικάς απαιτήσεις του κ. Ψυχάρη, η έκφρασις αύτής χειραφετημένη από πάσαν ιταλικήν μελωδικότητα μας ανοίγει ένα ορίζοντα βαθύτατον. Κατόπιν της επαναστάσεως ταύτης των ποιητών δύνανται ούτοι να επανέλθουν πάλιν εις τον Αλεξανδρινόν στίχον, δεν θα μάς κουράσουν, θα μάς αποδώσουν αυτόν μουσικώτερον, εύηχον, καθόλου γλυπτώς αβίαστον, όπως συμβαίνει εις τα τελευταία ωραία ποιήματα του κ. Κωστή Παλαμά.

Εις την ποίησιν ταύτην των τελευταίων ετών αι λέξεις ήκολούθησαν θαυμαστώς την γενικήν επαναστατικήν τάσιν του παγκοσμίου πνεύματος, εβαπτίσθησαν εις το μουσικόν ρεύμα το συγκλονίζον την παγκόσμιον καλλιτεχνίαν. Πολλαί αυτών προσέλαβον μίαν αόριστον και αμφίβολον σημασίαν, μουσικώς υποσημαίνουσαι το πράγμα, ωσεί διά μέσου νεφέλης απηχούσαι, πολλαί δε άπέβαλον την μέχρι τούδε κοινότοπον σημασίαν των και προσέλαβον ωσεί εν αναβαπτίσει νευρικόν παλμόν. Εν γένει δε από το όλον της επαναστάσεως ταύτης των λέξεων πνέει αύρα μεταβάσεως προς εποχήν αν όχι άγνωστον άπολύτως, αλλά νέαν καί ώραίαν ώς κόσμος πρωτόπλαστος, η οποία θα εγκυμονήση εξ άπαντος ωραιότερον πνευματικόν κόσμον, καθ' όν οι ποιηταί και οι συγγραφείς ή θα ομιλούν με νέαν πάντοτε απήχησιν και με νέαν σημασίαν ή θα παύσουν να ομιλούν καθόλου, διότι το να επανέλθουν εις την γλώσσαν της δημοσιογραφίας και εις την γλώσσαν του τσοπάνου θα ήτο καλλιτεχνική αδυναμία, επομένως κατάστασις η oποία ζήτημα αν θα ωδήγει πρός πρόοδον.

Μ π ο έ μ

__________________

(*) Οι “Ελεύθεροι Πολιορκούμενοι”, Άπαντα Διονυσίου Σολωμού.


VARIATIONS ΣΕ ΓΝΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

ΥΙΙΟ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Το μυστικό μου !
τό μυστικό μου ποιός μόχει πάρει;
Μιάν άχνα τύλιγε εκειό το βράδυ,
μιάν άχνα τύλιγε το φεγγάρι·
μιά νέκρα γύρω·
οι γρύλλοι σώπαιναν.
τα κυπαρίσσια,
ουτ' ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.
Κ ’ είδαν —
μα δεν τον γνώρισαν τον καβαλλάρη,
τόν καβαλλάρη που το σούρπωμα είχε περάσει
και πάει σαν άνεμος και χάθηκε μες στα δάση·

Το μυστικό μου,
το μυστικό μου ποιός μόχει πάρει ;
Και δεν μου χτύπησε κανείς τη θύρα,
κι άλλος δεν πέρασε εκειό το βράδυ,
άλλος δεν πέρασε στο δρόμο κάτου·
άλλος δεν πέρασε παρά η κόρη
η άρρωστη του βασιλιά,
κ’ έπαιζε ο ήλιος (με τι θλίψη!)
στα μαραμένα της μαλλιά·
κ' οι γρύλλοι σώπαιναν,
κι ούτε ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.

Κ' είδαν τάχα — κ' είπαν άκουσαν στο σκοτάδι,
κ’ είπαν είδαν —
ποιοι ; —ξέρω γω ;
κάποιους ίσκιους πόφευγαν τρομασμένοι
προς τον έρημο πέρα γιαλό.

Και πέρασα μιά αυγή απ' το σπίτι πάλε,
μιά αυγή που γέλαγε ένας ήλιος
και που ένα όνειρο άνοιξης μηνούσε·
και πέρασα από το παλιό το σπίτι πάλε·
Νέκρα τριγύρω·
στην αυλή τα σκόρπια φύλλα, τα ξερά τα φύλλα μες στο χιόνι
μου πρόδωσαν το πέρασμα μιας μπόρας.
Και στάθηκα—
καπνός δε θόλωνε απ’ το τζάκι τον αγέρα,
ψυχή πουλιού δεν έχυνε έναν ήχο
κ’ έχασκε στάδειο πέρα τάδειο παραθύρι.
Το μυστικό που μόκρυβαν τα κυπαρίσσια !
τα όρθά ψηλά, τάσάλευτα τα κυπαρίσσια !
Και πέρασα—και δεν εχτύπησα τη θύρα.
μα κάποια χνάρια το κατόπι πήρα,
τα χνάρια πόφευγαν στο χιόνι απάνου,
κάποια χνάρια που χάνονταν βαθιά στο δάσος.

Πέτρος Βασιλικός

____________________

Πηγές

Στέλλα Κουρμπανά, “Όψεις του Βαγκνερισμού στον Ελληνικό 19ο αιώνα”, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Μουσικών Σπουδών – Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017

https://www.academia.edu/35932540/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_19%CE%BF_%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1

https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT1911/%CE%98%CE%95%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%2019%CE%BF%20%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1.pdf

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/41961



Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΛΑΡΑΣ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Το όνειρο της Κλάρας” πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1913” του Κωνστ. Σκόκου με την ένδειξη: Μόναχο, 1912, και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή “Τάσω, στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα”, του Κωστ. Χατζόπουλου, που τυπώθηκε στο τυπογραφείο της “Εστίας” στην Αθήνα και κυκλοφόρησε το 1916.
Διήγημα σκοτεινό, “βορεινό” όπως έλεγαν τότε, προπομπός του “Φθινόπωρου”, βυθίζει τον αναγνώστη σε ένα αινιγματικό σύμπαν, όπου οι λέξεις ξεπερνούν τα προφανή νοήματα και διερευνούν τα κρυφά βάθη της ψυχής.

Η Κλάρα είναι μια άσχημη ανέραστη κοπέλα, που αναπληρώνει την ερωτική της στέρηση με τα όνειρα που πλάθει η άρρωστη, από τον καταπιεσμένο πόθο, φαντασία της. Ζει σ’έναν δικό της κόσμο με φανταστικούς έρωτες, που διηγείται με πολλή πειστικότητα στις συντροφιές της. 0 αναγνώστης, παρασυρμένος από τις φαντασιοπληξίες της ηρωίδας, μετεωρίζεται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ο Χατζόπουλος στήνει έναν αφηγηματικό καμβά, όπου η πραγματικότητα λειτουργεί ως πέπλο που καλύπτει τις φαντασιώσεις της Κλάρας και την έντονη επιθυμία της για ανταποδοτικό έρωτα. Η ηρωίδα, λοιπόν, χτίζει έναν ιδιωτικό κόσμο όπου πρωταγωνιστεί ο ανύπαρκτος εραστής των ονείρων της, σε ένα αφήγημα που θυμίζει έντονα το «ονειρόδραμα». Το κλίμα ασάφειας, του υπονοούμενου και της αοριστίας που επικρατεί στο διήγημα αποτελεί βέβαια ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Συμβολισμού.
Όπως υποστηρίζει ο Χρήστος Τζούλης, στην γραφή του Χατζόπουλου εντοπίζεται η έννοια της «ανικανοποίητης επιθυμίας» όπως την έχει περιγράψει ο Φρόιντ.(*) Αυτή ακριβώς η ανικανοποίητη επιθυμία αποτελεί και τον πυρήνα του «Φάουστ» του Γκαίτε, έργο που ο Χατζόπουλος μετέφρασε. Η Κλάρα, παγιδευμένη σε αυτό το διαλεκτικό πεδίο επιθυμίας και φόβου, προσπαθεί να εξορθολογίσει το όραμά της για τον εραστή, όμως η επιθυμία παραμένει κυρίαρχη, ανεξάρτητα από τις αναστολές και τους φραγμούς που αντιμετωπίζει.
Ο άγνωστος εραστής είναι βέβαια ένα κατασκεύασμα της φαντασίας της Κλάρας, η συμπεριφορά του καθορίζεται από τις βαθύτερες επιθυμίες και ανασφάλειες της ηρωίδας, οι σκέψεις και οι ενέργειές του δεν είναι παρά αντανάκλαση των δικών της εσωτερικών διεργασιών. Το διήγημα κλείνει με ένα σαρκαστικό γέλιο. Το γέλιο είναι καταλυτικό και σκόπιμα ο αφηγητής αφήνει ασαφή την προέλευσή του. Η χρησιμοποίησή του μπορεί να οφείλεται στην “Ηλέκτρα” του Hugo von Hoffmannsthal, που ο Χατζόπουλος μετάφρασε και εξέδωσε το 1916. (**)
Γ.Χ.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΛΑΡΑΣ

Την Κλάρα δεν την αγάπησε ποτέ κανείς. Πώς ήταν τόσο άσχημη δεν ήθελε να το πιστέψη, κι ας το φοβότανε. Όμως δεν την αγάπησε ποτέ κανείς, και στις συντρόφισσές της πού φλυαρούσαν για τούς έρωτές τους, έπρεπε να κάθεται να πλάθη και να διηγήται κι αυτή φανταστικές ιστορίες για νέους πού την αγαπήσαν μιά φορά και γι' άλλους πού την κυνηγούν ακόμα. Πότε διηγότανε ρομαντικούς περίπατους μέσα στα δάση μέ τον έναν, πότε ταξίδια με τις βάρκες και τα βαποράκια στο ποτάμι και στις λίμνες με τον άλλον. Αυτά όλα γίνονταν τις Κυριακές που η Κλάρα έμενε στο σπίτι και συντρόφευε την άρρωστη μητέρα της, ή έβγαινε το αποβραδίς στ' απόμερα για ν' ανασάνη και νά πλάση καλύτερα έξω στον αέρα το όνειρο πού θα ιστορούσε την άλλη μέρα στις συντρόφισσές της. Ό φίλος πού είχε τώρα ήταν ένας ξένος με μελαψή θωριά, μέ μαύρα μάτια και μαλλιά. Ήταν από μακρυσμένον τόπο, από μια χώρα όπου δεν πέφτει ποτέ χιόνι, όπου οι κάμποι χάνονται στο άπειρο μάκρος σε πυρρή άχνα, τα δέντρα κρεμούνε προς τα κάτω τα κλαδιά, μέσα στα δάση ζουν πουλιά παράξενα και τα λευκά και σιωπηλά παλάτια καθρεφτίζουν τις κολώνες τους και τις κορφές στ' ακίνητα κίτρινα νερά των ποταμιών. Οι συντρόφισσές της ανοίγανε πλατιά τα μάτια, όταν ή Κλάρα διηγόταν πώς έχει κι ο φίλος της ένα παλάτι και θα την πάρη να πάν εκεί να ζήσουνε μαζί.

Κ' ή Κλάρα τον περίμενε να ρθή, όπως είχε περιμείνει και τούς άλλους πού δεν ήρθαν. Κ' ένα βράδυ, εκεί πού γύριζε στο σπίτι κ' ένιωσε ξαφνικά να την ακολουθούν σιγά κι αργά σαν τα δικά της κάποια πατήματα, υποψιάστηκε μην είναι αυτός αληθινά. Μα σα να τη σταμάτησε μεμιάς το αίμα, ή καρδιά της χτυπούσε τόσο πού δεν μπόρεσε να στρέψη πίσω να στρέψη πίσω να τον δεί. Μόνο όταν έφτασε στην πόρτα της και μπήκε μέσα, γύρισε κ' έριξε πίσω γλήγορη ματιά και είδε αντίκρυ τα μάτια του πού λάμπαν κάτω από το φως του φαναριού. Ανέβηκε βιαστική τη σκάλα κ' έτρεξε στο παράθυρο. Εκείνος στεκόταν ακίνητος κοντά στο στύλο του φαναριού κ' είχε τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο της.

Η Κλάρα δεν κοιμήθηκε ούτε κείνη τη νύχτα ούτε την άλλη. Γιατί τα βήματα του αγνώστου την ξαναπήρανε κοντά και το άλλο βράδυ. Κι όταν ανέβηκε στο σπίτι, εκείνος ξαναστάθηκε σα στύλος αντίκρυ στο παράθυρο με τα μάτια γυρισμένα εκεί. Το τρίτο βράδυ δεν βαστούσε άλλο ή Κλάρα. Φόρεσε πάλι το καπέλο της και ξανακατέβηκε στο δρόμο. Κατέβηκε αποφασισμένη να πάη ίσια στον άγνωστο, αθέλητα όμως τράβηξε ίσια στο δρόμο χωρίς να ξέρη που τραβά. Ο ένας δρόμος έβγαζε στον άλλο και κείνος έξω στο μεγάλο πάρκο. Η Κλάρα πέρασε το μέρος πού ήτανε γεμάτο φως και κόσμο και μπήκε σ' ένα από τα στενά μονοπάτια, πού φιδωτά και μισοφωτισμένα χανόνταν κάτω από τούς μαύρους θόλους των κλαριών. Χώθηκε μέσα σε αυτούς και προχωρούσε. Πίσω της ένιωθε να την ακολουθούν τα βήματα τού αγνώστου αργά, σιγά σαν τα δικά της πάντα. και προχωρούσε όσο πού έφτασε στο μέρος όπου μια λίμνη μισοκρυμμένη κάτω από τα δέντρα έκοβε το πάρκο. Άμα σταμάτησε, σταματήσαν και τα βήματα κοντά της, κι όταν κάθισε στο κάθισμα πού ήταν εκεί στην άκρη του νερού, βρέθηκε καθισμένος σιμά της κι ο άγνωστος. Ένα φανάρι κρεμασμένο ανάμεσα στα δέντρα, τής έφεξε και κει να ξαναδή την όψη του. Ήταν μελαψή, μέ μαύρα μάτια και μαύρα μακριά μαλλιά. Ήταν εκείνος.
Η Κλάρα τον κοίταζε αμίλητη κι ασάλευτη, σα βυθισμένη σε όραμα. Δέντρα κοντά, λιγνά, σκυφτά, γυρτόκλωνα, δέντρα μέ φύλλα αριά, μακριά, λεπιδωτά, πολύχρωμα, παράξενα χρυσοφεγγίζανε σα γνώριμα, σαν άγνωρα στη ρόδινη αντηλιά, ή έκταση των πλατιών κάμπων πού χάνονται πέρα μακριά σέ πυρρά βάθη ανοιγόταν γλαυκόλαμπη μπροστά της.
Είχε διαβάσει στα βιβλία για τα μέσα μάτια πού κάποτε βλέπουν πρωτύτερα από τα έξω μάτια, και κοίταζε πάντα τον άγνωστο και περίμενε να της μιλήση κι ονειρευόταν και λαχτάριζε να τής μιλήση για το μακρινό τόπο του, για τα παράξενα πουλιά πού ζουν στα δάση, για τα κίτρινα ακίνητα νερά πού καθρεφτίζουν τα λευκά παλάτια. Μα ο άγνωστος δεν άνοιγε τα χείλη, παρά την κοίταζε και κείνος σιωπηλός κι ασάλευτος. Έτσι σιωπηλός όλο το βράδυ εκείνο, έτσι ασάλευτος και σιωπηλός και τ' άλλα βράδυα στη σειρά, όταν ή Κλάρα τον έσερνε κατόπι της κ' έρχονταν και καθίζανε κοντά - κοντά στο ίδιο κάθισμα εκεί στην άκρη του νερού.

Η Κλάρα τώρα δε μιλούσε λόγο στις συντρόφισσές της για την ιστορία αυτή. Έμενε σιωπηλή, συλλογισμένη όλη την ήμερα, σα να ονειρευόταν και να περίμενε μόνο να ρθει το βράδυ.

Τέλος ένα βράδυ σιωπηλό και σκοτεινό σαν όλα τ' άλλα, ένα βράδυ πού σαν πάντα το φως του φαναριού έπεφτε στο πρόσωπο του άγνωστου και σερνότανε στα πόδια του σα φίδι και τρεμόπαιζε κιτρινωπό εκεί στην άκρη του νερού, ή Κλάρα σίμωσε πιο κοντά τον άγνωστο και του έπιασε το χέρι.

Εκείνος δεν κουνήθηκε. Την άφησε να το κρατά, την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε:

«Πώς σε λένε;»

Η Κλάρα είπε το όνομά της.

Κι ό άγνωστος κοιτάζοντας την πάντα ψιθύρισε:

«Δεν είσαι συ — »

Η Κλάρα τέντωσε τα μάτια.

«δεν είσαι συ, της μοιάζεις μόνο, της μοιάζεις στην ασχημιά —· »

Η Κλάρα έκαμε να τραβήξη το χέρι της, μα εκείνος το κράτησε:

«τά ίδια κρεμασμένα χείλη, τα ίδια τ' αχαμνά, τα κοκαλιάρικα τα μάγουλα, τα πεταγμένα έξω' τα ίδια τα μικρά, τ' άχρωμα, τ' άλαμπα τα μάτια, το ίδιο το καμπουριασμένο το κορμί.

Ήταν η πιο άσχημη και κείνη απ' όλες. Κανείς δεν την κοίταζε, κανείς δεν της μιλούσε, κανείς δεν την αγάπησε. Οι άνθρωποι δεν μπορούνε να δούνε την ψυχή. και κείνη είχε καλή ψυχή. Δε μίλησε ποτέ δέ γέλασε ποτέ με μένα εκείνη. Καθότανε μόνη στην άκρη, μαζεμένη, και κοίταζε άφωνη, σαν πάρδαλη από το κλουβί, τις άλλες πού γελούσανε με μένα. Εκείνη δεν έμοιαζε μ' αυτές, δεν ταίριαζε στον κόσμο. Γι' αυτό τή σκότωσα».

Κλάρα τινάχτηκε, μα ο άγνωστος δεν της άφησε το χέρι.

«Τήν αγαπούσα και τή σκότωσα», ξακολούθησε, «μα μη φοβάσαι, εσέ δε σ' αγαπώ. Εσύ δεν είσαι κείνη, όπως φαντάστηκα όταν σε είδα πρώτη φορά. Νόμισα πώς πέρασε ή ψυχή της σε σένα, πώς αναστήθηκε σε σένα, πώς ξαναήρθε στη ζωή με σένα. Μα όχι, εσύ δεν είσαι εκείνη. Εσύ τρέμεις. Εκείνη δεν έτρεμε. Ξέπλεξε μόνη τα μαλλιά και μου τα έδωσε στο χέρι. Μου τα έδωσε και της τα πέρασα γύρω στο λαιμό θηλιά, τράβηξα, έσφιξα τη θηλιά γερά, και τα μάτια της, τα μικρά τα μάτια της ανοίξανε πλατιά στο χάος, τεντωθήκανε πόρτες ορθάνοιχτες στην άβυσσο σαν πλάκες σμάλτο άσπροφεγγίσαν τ' άχρωμα τα μάτια, σαν αίμοστάλαχτα ρουμπίνια αστράψαν τ' άλαμπα τα μάτια. Τρόμαξα και της σκέπασα το πρόσωπο. Έβλεπα μόνο το γυμνό κορμί. Παίζανε φέγγη χλωμοκίτρινα, αχνορόδινα κι αυτού, πνιγόταν άσπρογάλαζες, πρασινωπές, θαμπόχρυσες αναλαμπές. Πώς πνίγονται μουντά μιά μέρα θαμπερή τα χρώματα στο φίλδισι, πώς τρεμοφέγγει στα νερά εκεί το λειψό φεγγάρι πού τρυπά τούς κλάδους — έτσι έφεγγε μπροστά μου το γυμνό κορμί».

Η Κλάρα, κοίταξε στη λίμνη όπου έδειχνε το χέρι του. Τα νερά ήταν σκοτεινά, φεγγάρι δε φαινόταν. μόνο στήν άκρη, εκεί μπροστά θαμπότρεμε ή λάμψη του φαναριού κιτρινωπή. «Γιατί τη σκότωσα, γυμνή», ξακολούθησε ο άγνωστος. «γυμνώθηκε όταν είδε πώς την ήθελα γυμνή, κ' έπεσε στο κρεβάτι,. Εσύ δε θέλεις, εσύ δε λύνεις μόνη τα μαλλιά —- »

Έφερε το χέρι στο λαιμό της, σα να ήθελε να της ξεκουμπώση την τραχηλιά.

Η Κλάρα ξανατινάχτηκε.

«Μην τρομάζης. δεν σε θέλω εσένα», είπε ο άγνωστος και κατέβασε το χέρι. «Εκείνη άφησε και τη γύμνωσα, κ' έπεσε έτσι στο κρεβάτι. Δεν το μόλυνα. Σκέπασα το γυμνό κορμί γιατί με φόβισε κι αυτό όπως έφεγγε. Τής φίλησα μόνο το χέρι πού κρεμόταν κάτω ασκέπαστο. Ήταν τόσο μικρό, τόσο απαλό το χέρι της. Το δικό σου είναι άσχημο, δεν το φιλώ. Τραχύ, πλατύ, κακοπλασμένο. Δεν είσαι εκείνη εσύ, δεν ξαναβγήκες από το κίτρινο νερό πού πήγα και την έριξα για να μην της δη κανένας άλλος το γυμνό κορμί. Δεν είσαι συ, της μοιάζεις μόνο. Εσύ δε θέλεις να πεθάνης, δε θέλεις ν' αγαπήσης, δέν μπορείς — ή θέλεις; Λέγε!»

Έμεινε κρατώντας, σφίγγοντας δυνατά το χέρι της.

Η Κλάρα έσκυψε το πρόσωπο. Δε μπορούσε ν' αντικρύζη το δικό του, δε βαστούσε να βλέπη τα μάτια του πού αστράφτανε μεγάλα, μαύρα, κρύα κάτω από το κίτρινο φως.

Σε λίγο ένιωσε πώς τής άφησε το χέρι, κι όταν τόλμησε και ξανασήκωσε το πρόσωπο, ό άγνωστος είχε χαθή.

Το άλλο βράδυ, όταν γύριζε στο σπίτι, δεν άκουσε πίσω της το βήμα του. Κι όταν βγήκε στο παράθυρο, δεν τον είδε να στέκη αντίκρυ, να περιμένη. Περίμενε, περίμενε κι αυτή — δε φάνηκε. Ύστερα κατέβηκε στο δρόμο και δίχως να το νιώση βρέθηκε στο πάρκο καθισμένη στην άκρη του νερού. Έμεινε ώρες μόνη, ασάλευτη, σκυφτή. Ό άγνωστος δεν ήρθε. Όταν όμως σηκώθηκε να φύγη και μπήκε στο στενό σκοτεινό μονοπάτι, τότε της φάνηκε πώς άκουσε να σβήνη σαν αποπίσω της, σαν από μακριά ή κοντά, ή σαν απομέσα της μονάχα ένα μακρύ, τρικυμιστό, χαχανιστό άγριο γέλιο.


______________

(*) Βλ. Χρήστος Τζούλης, «Η ονειρική διεργασία στον Κ. Χατζόπουλο. Προσπάθεια ανίχνευσης με βάση την ερμηνευτική των ονείρων του S. Freud», Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος ως συγγραφέαςκαιθεωρητικός, Αγρινιο 14 έως 17 Μαΐου 1993, σ.347.

(**) Η Ηλέκτρα μιλώντας στη μητέρα της Κλυταιμνήστρα, της λέει και τα εξής: «Έτσι, όπως τότε που έπνιγες τον πατέρα κάθονται [οι θεοί] στο δείπνο κ’ είναι κουφοί σε κάθε αγκομαχητό. Μόνο ένας μισότρελος θεός, το Γέλιο, μπαίνει στην πόρτα τρεκλιστά: θαρρεί πως παίζεις χωρατά, ερωτικά παιχνίδια με τον Αίγισθο, μα βλέπει ευθύς την πλάνη του, γελά σπαρταριστά και χάνεται μεμιάς». Βλ. “Κωνσταντίνος Χατζόπουλος ο πρωτοπόρος” Τάκης Καρβέλης, Εκδόσεις Αθηνά Σοκόλη, 1998 σ. 185.


Πηγές

Χριστίνα Γκορίτσα, “Οι ανδρικοί χαρακτήρες στα διηγήματα του Κώστα Χατζόπουλου” διπλωματική εργασία, ΑΘΗΝΑ 2017
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/uoadl:1668150

Ανθούλα Σεφεριάδου, “Οι γυναικείες μορφές στο πεζογραφικό έργο του Κ.Χατζόπουλου”
Διδακτορική διατριβή - Ιωάννινα 1982
https://search.lib.auth.gr/Record/456192

https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/7247/1/%CE%94.%CE%94.%20-%20%CE%91%CE%9D%CE%98%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%91%20%CE%A3%CE%95%CE%A6%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%91%CE%94%CE%9F%CE%A5.pdf 

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

“Η ΒΑΒΩ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ένα από τα πρώτα δημοσιευμένα διηγήματα του Δημ. Χατζόπουλου, γράφτηκε όταν ήταν ακόμη 18 χρονών, το ύφος και η αφήγηση είναι ώριμου λογοτέχνη. Όπως πολλά διηγήματα της πρώτης περιόδου του Χατζόπουλου, έχει μιά παραπλανητική, αρκετά μακρυά εισαγωγή, που φαίνεται σχεδόν άσχετη με το κυρίως θέμα, που είναι η μαρτυρία της πολυπαθούσης “Βάβως” για την πολιορκία του Μεσολογγίου.

Η “Βάβω”, ένας από του στύλους της οικογένειας Χατζοπούλου, λεγόταν Ελένη Στάικου, κόρη του οπλαρχηγού Ζαχαράκη Στάικου, ήταν εξοδίτισσα στο Μεσολόγγι, αιχμαλωτίσθηκε και έβγαλε το μάτι της για να μην πουληθεί σε τούρκικο χαρέμι. Ανάθρεψε τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο, και απ’ ότι διαβάζουμε στο παρόν διήγημα φιλοξενούσε πολύ συχνά στο σπίτι της και τα άλλα χατζοπουλάκια. Βοήθησε ηθικά και υλικά όλη την οικογένεια, μέχρι την τελευταία της πνοή. Απεβίωσε στο Αγρίνιο το 1887. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της αγαπητής μου εξαδέρφης Σοφίας Λαχανά -Πατρώνη.


ΕΚΛΕΚΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗΝ

Αρ. 538 Εν Αθήναις 23 Δεκεμβρίου 1890


𝚷𝚨𝚲𝚮𝚨 𝚾𝚸𝚰𝚺𝚻𝚶𝚼𝚪𝚬𝚴𝚴𝚨

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΩ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΩ

Η "Βάβω", Ελενη Σταικου

Ο κόσμος γυρίζει…
Επέρασαν πολλά χρόνια από τον καιρόν της ιστορίας ταύτης, την οποίαν αι γλυκείαι ημέραι των Χριστουγέννων μου έφερον εις τον νουν, εντός του οποίου εκοιμάτο τόσο βαθέως, όσον κοιμούνται τόρα τα σεβαστότερα αυτής πρόσωπα παρά την ρίζαν υψηλής πλατάνου, υπό το βάρος απλού σταυρού, εις το ερημικόν εξωκκλήσιον της οικογενείας μας, εκεί πέραν εις την Ρούμελην.
Ήμην παιδίον. Ο αδελφός μου και η αδελφή μου δεν ήσαν πολύ μεγαλύτεροί μου.
Εφιλοξενούμεθα προ πολλών ημερών εις την εξοχικήν έπαυλιν του μακαρίτου θείου μας, συζώντος ουχί μακράν επαρχιακής πόλεως, εν τη οποία ητένησα πρώτην φοράν το φως της ημέρας, μετά της γηραιάς αδελφής του – της αγαπημένης Βάβως – απομεμονωμένος του κόσμου, δια λόγους τους οποίους ούτε τόρα ακόμη δύναμαι να εξηγήσω, αν και πολλοί τον απεκάλουν ιδιότροπον, πράγμα το οποίον δεν τον ημπόδιζεν όλως διόλου, από του να ήνε ο καλύτερος φίλος, εις εκείνους οι οποίοι τον εγνώριζαν.

***

Εξημέρωναν Χριστούγεννα. Έξω έπεφτε από βραδύς το χιόνι με τ’ασκί, και ο άνεμος εβογκούσε όλην την νύχτα εις την χαμηλήν στέγην της επαύλεως.
Οι απομεμακρυσμένοι ήχοι των κωδώνων της πολύχνης, μόλις έφθανον μέχρις ημών, ότε αφυπνίσθημεν εκ της θερμής στρωμνής μας.
Ο μπάρμπας εκάθητο από το ένα μέρος της γωνιάς, και από τ’άλλο η Βάβω. Είχαν ξυπνίσει προ πολλού, και εθερμαίνοντο προ της εστίας, ο μπάρμπας καπνίζων πάντοτε το μακρύ του τσιμπούκι, και η Βάβω ανοιγοκλείνουσα κατά διαλέιμματα την αργυράν της ταμπακέρας, ίνα ροφήση ολίγον ταμπάκον.
Η αφύπνισις μας εξεδηλώθη δια ζωηρών κραυγών, εις τας οποίας η Αγγέλω, η ψυχοκόρη της Βάβως, προσέδραμε πάραυτα να μας ενδύση, προβλέπουσα λίαν συνήθεις σκηνάς ταραχών, αλλ’ατυχώς είχομεν αναπηδήσει της κλίνης ημίγυμνοι, και ετρέχομεν εν μεγάλη ζωηρότητι ανά πάσας τας γωνίας του ευρυχώρου δωματίου, εξαφανιζόμενοι άλλοτε μεν υπό την κλίνην, άλλοτε δε εισερχόμενοι εντός μεγάλου δουλαπίου, εν τω οποίω είχον αποταμιευθεί διάφορα είδη απεξηραμένων καρπών, προς μεγάλην απελπισίαν της δυσκινήτου Αγγέλως, ήτις έτρεχεν ασθμαίνουσα προς αναζήτησίν μας, μ’ ένα πανταλόνι, μ’ ένα υπόδημα ανά χείρας.
Δεν ηργήσαμεν να καθίσωμεν τέλος προ της σπινθηροβολούσης εστίας, αποδεχόμενοι ευχαρίστως γλυκείας γεροντικάς θωπείας, συνοδευομένας μετά ουχί ευκαταφρονήτων τεμαχίων λουκουμίου, ενώ το μπρίκι δια τον καφφέ ήρχιζε να ψάλλη το γλυκύ μουρμούρισμά του.

Επειδή ο καιρός μας είχε αποκλείσει, και ήτο αδύνατον να εκκλησιασθώμεν κατά την επίσημον της ημέρας εκείνης λειτουργίαν, η Βάβω, μη λησμονούσα τα χριστιανικά της καθήκοντα, μας έφερε όλους προ του μικρού εικονοστασίου της επαύλεως, εν τω οποίω, μεταξύ των άλλων αναριθμήτων εικονισμάτων, ενθυμούμαι ακόμη, και μίαν μεγάλην τετράγωνον σανίδα, παριστώσα τον νέον Αγιώργη, ένα πελώριον φουστανελλά, με παμμέγιστον φέσι, και με κλάδον ελαίας εις την χείρα, άξεστον έργον χωρικού ζωγράφου, αντιγράφοντος, όσον το δυνατόν πιστώς, προσωπογραφίας εκ του τυχόντος φύλλου Αθηναϊκής εφημερίδος.
Ανήψε εκεί η Βάβω μίαν μεγάλην λαμπάδα, και ήρχισε σταυροκοπουμένη να υποψιθυρίζη τα πατερημά της. Όλοι την εμιμήθημεν, εις εμέ δε ο μπάρμπας κατ’εξαίρεσιν την νύκτα εκείνην επεφόρτισε την ανάγνωσιν ενός Αποστόλου, όστις εννοείται απετέλει λίαν σοβαρόν μέλος εν τη μικρά μας βιβλιοθήκη.
Ευλογημέναι στιγμαί!
Ομολογώ ότι δεν ησθάνθην έκτοτε εν τω βιω μου την γλυκείαν απλότητά σας.
Μετά την προσευχήν ο μπάρμπας μας εκουκούλωσε καλά και τους τρεις με τα μικρά μας επανωφόρια, επήρε μιά μικρή γαβάθα υπό την μασχάλην του και μας επήγε μαζή του ν’αρμέξωμε τη γίδα μας, και να ροφήσωμε την λίαν ποθητήν αφρή του γάλακτος, εν τη οποία πάντοτε τα πρωτεία κατείχεν ο μεγαλέιτερος αδελφός μου, και του οποίου την πολλήν καλοσύνην εννοείται ότι εγώ μόνο κατεχρώμην πάντοτε.
Έξω έπεφτε σωρός το χιόνι˙ ούτε βουνά, ούτε ράχες, ούτε καμπο εξάνοιγές που ένα λευκό σεντόνι είχε σκεπάσει την εξοχή.
Η Σούτα μας, της οποίας είμεθα και βοσκοί ανά τους αγρούς κατά τας θερμάς ημέρας, ως μαλτέζικη γίδα που ήτο, της είχομεν κατασκευάσει ιδιαιτέραν θερμήν καλύβην, εστρωμένην με άφθονο ξηρόν χόρτον, και την αγαπούσαμεν τόσο πολύ, εις τρόπον ώστε εις στιγμάς αυθορμήτων διαθέσεων ιππασίας, πολλάκις εδέχετο, εν άκρα πάντοτε υπομονή, τα νώτα μας επί της ράχεώς της.
Αλλά πάντα ταύτα εν μεγάλη μυστικότητι, και μακράν των βλεμμάτων του μπάρμπα, δια την αγάπην του οποίου η Σούτα ημπρούσε να καυχάται πάντοτε… αν ηδύνατο.
Όταν μας είδεν εισερχομένους έτρεξε ζωηρώς βελάζουσα, και ακολουθουμένη υπό της δυάδος των τέκνων της – δύο ασπρόμαλλα κατσικάκια, με μικρά κατάλευκα σκουλαρίκια, των οποίων ελάβομεν την φροντίδα να στολίσωμεν τον λαιμόν δια πλατειών ερυθρών ταινιών, ως μικροσκοπικών κωδωνίσκων – προς την μεστήν άλατος βαθουλήν παλάμην του μπάρμπα.
Το άλας διεδέχθη γενναία δόσις κριθής, και ενώ η αγαπημένη μας Σούτα επέπιπτε λαιμάργως επ’ αυτής, ο μπάρμπας ετοποθέτει την γαβάθαν προ των σκελών της, και μετ’ ολίγον εν τω στενώ της καλύβης χώρω ηκούσθη ο ευφρόσυνος ήχος του γάλακτος, πίπτοντος εντός της γαβάθας.
Η Αγγέλω ίστατο εκεί που πλησίον φωτίζουσα την σκηνήν με τον μακρυλαίμην κανδηλιέρην ανά χείρας, και με ανοικτόν υπέρ το δέον το στόμα, όπερ δεν δύναμαι ν’αποκρύψω ότι δε συνέβαινε και εις ημάς τους άλλους, με την διαφοράν όμως ότι μόνον το ιδικόν μας εκοινώνησε λίαν συχνά μετά του περιεχομένου της γαβάθας, ενώ το ιδικόν της, αν και εδοκίμασε κατά την επιστροφήν μας, ενώ μετέφερε την γαβάθαν, να μας μιμηθή, ατυχώς όμως απέτυχε˙ διότι ο κανδηλιέρης, καίτοι εξέπνευσεν εις το πρώτον σφοδρόν ρεύμα του ανέμου, επρόφθασεν όμως να την προδώδη εις τους οφθαλμούς μου δια της τελευταίας αναλαμπής του, και ούτω επ’ αυτοφώρω συλληφθείσα η γαβάθα μετήλθεν εξ ολοκλήρου εις τας απαιτητικάς χείρας μου, με όλον αυτής το περιεχόμενον.
Ήδη η φωτιά ανέδιδε ζωηράς φλόγας εις την εστίαν.
Επί της προετοιμασθήσης ανθρακιάς μακρύς οβελός, κατάφορτος από παχείας ξυλόκοτας – το εσπερινόν κυνήγιον του επιστάτου του κτήματος, ενός Βασίλη Σκαραμαγκιά, επιδεικνύοντος από τον τόνον της φωνής μέχρι των ελαχίστων κινήσεων του σώματος, την Γιαννιώτικην καταγωγήν του – έτριζε στρεφόμενος υπό της ερυθράς χειρός της Αγγέλως.
Το λίπος των σαρκών σταλάζον αδιακόπως επί των ανθράκων ανέδιδεν ανά το δωμάτιον ελαφράν κνίσσαν, εις την οποίαν ενεργόν μέρος ελάμβανον και οι ενοχλητικοί ρώθωνες του κυνηγετικού σκύλου του επιστάτου, του Μούργου - μεθ’ου αι σχέσεις μας δεν ευρίσκοντο εις ουδόλως ομαλήν κατάστασιν, εμαρτύρουν δε τούτο, τα σήματα των οδόντων του επί των ενδυμάτων μας, και αι πολλαί μελαναί ραβδώσεις επί του δέρματος εκείνου – ανακινούντως ζωηρώς την ουράν, ως να εζήτει θωπείας οφειλομένας παρά της χονδρής χειρός του αυθέντου του, όστις συσπειρούμενος παρά την πυράν, με την βαρείαν κάππαν του, ανεφώνει κατά διαλείμματα, εν τη διαχύσει των κυνικών αισθημάτων του, με την ιδιάζουσαν Γιαννιώτικην προφοράν του:
- Τι λιέει ο Μούργος! … τι λιέει ο Μούργος!

***

Και επροχώρει ούτω μακρά, ατελείωτος, πληκτική, η νυξ των Χριστουγέννων, και το επί της εστίας εκκρεμές εξηκολούθει τον μονότονον παλμόν του, και εδιπλασίαζε τους μυκηθμούς έξω ο άνεμος.
Ο οβελός εξηκολούθει στρεφόμενος υπό της Αγγέλως, της οποίας οι ημίκλειστοι οφθαλμοί, και τα παρατεταμένα χασμήματα ενέφαινον ακράτητον τάσιν προς ύπνον.
Όλοι ησθανόμεθα την ανάγκην να λέγωμεν κάτι, για να περνά η ώρα, μόνον η Βάβω εκάθητο σκεπτική, ροφώσα αραιότερον τόρα τον ταμπάκον της, και θωπεύουσα μηχανικώς με την γεροντικήν της χείρα την μακράν άτακτον κόμην της κεφαλής μου .
Ο επιστάτης ήθελε κάτι να λέγη πάντοτε, χωρίς να κατορθώνη ποτέ, αρχίζων και μένων με την αυτήν στερεότυπον φράσιν του, κολλημένην εις τα εξωδηκότα χείλη του:
- Καρδιά χειμωνιού˙ δεν είνε παίξε γέλασε, γλέπεις…
Και όμως υπήρχε μεταξύ μας, ένας όστις ημπορούσε να μας κρατήση εξύπνους μέχρι πρωίας.
Και αυτός ποιός άλλος ήτο, ειμή η αγαπημένη Βάβω, η οποία έζησε ’ς τα δοξασμένα χρόνια του παληού καιρού, αιχμαλωτισθείσα εις την ηρωϊκήν του Μεσολογγίου έξοδον, και μεταφερθείσα μαζή με τα άλλα γυνακόπαιδα μακράν της Πατρίδος, εις τα μέρη της Θεσσαλίας, ένθα απώλεσε και τον έτερο των οφθαλμών, και ελευθερωθείσα τέλος, μετά πολλάς σκληράς περιπετείας εν μέσω του εχθρού της πατρίδος, υπό του μακαρίτου πατρός της – ενός Ζαχαρία Σταίκου - αγνώστου αγωνιστού, εξ εκείνων, οίτινες έχυσαν το αίμα των χάριν της ελευθερίας.
Πόσας λύπας είχεν υποστεί, και πόσα ήξευρε η καϋμένη η Βάβω.
Αυτά απάνω κάτω, ενώ ακουμπούσα την κεφαλήν επί των γονάτων της, ανεκύκλουν εις τον στενόν μου εγκέφαλον, εν μέσω της γενικής σιγής, και μη αμφιβάλλων, ότι η Βάβω μόνον εις τον λαμπρόν ορίζοντα των παλαιών της αναμνήσεων θα ήτο βυθισμένη, την διέκοψα αποτόμως εκ των βαθέων λογισμών της, ερωτήσας με την αφέλειαν της ηλικίας μου:
- Είχατε Χριστούγεννα τον παληό καιρό, Βάβω;

Εχαμογέλασε και ωσεί ευχαρισθείσα εις την ερώτησήν μου, διότι θα επανήρχετο εις προσφιλές δι’ αυτήν θέμα, εξέβαλε προς στιγμήν βαθύν στεναγμόν, και ανεφώνησε μετά πικρίας:

- Παληά χρόνια! Παληά χρόνια!

Και ύστερα, ωσεί απετείνετο καθ’εαυτήν μάλλον, ή εις την ερώτησήν μου, εξηκολούθησε να λέγη:

- Περάσατε τόσο γλήγορα, αλλά ποιός ’μπορεί να σας ξεχάση τόσο εύκολα.

Σαν σήμερα, παιδιά μου, τέτοια νυχτιά εγιορτάσαμε κ’εμείς ’ς το Μεσολόγγι τα Χριστούγεννα , προσκυνούμε τη Χάρη του.

Μας έζωνε σαν στοιχειό το κάστρο ο Κιουταχής αντάμα με τον Ομέρ Βριώνη. Άντρες, παιδιά, και γυναίκες ακόμα εξημερονότανε ’ς τες τάπιες, χωρίς να παύη το τουφέκι και το κανονοβολίδι από μέσα κ’ απόξω. Τι αμέτρητο ασκέρι ήταν εκείνο, Παναγιά μου!

Ένας έπεφτε και δέκα εξεφυτρώνανε ’ς τ΄τόπο του. Μα όσοι κι’ αν ξεφύτρωναν το βόλι μας ήταν αλάθευτο πάντα. Κάθε τουφεκιά και μιά ζωή εθέριζε.

Δεν θάμουνα δέκα χρονών κορίτσι , και τα θυμάμε ακόμα σαν τόρα.

Δεν ήτανε μιά φορά και δυό που είδα να κυλιστούνε μπροστά μου χιλιάδες τουρκικές μπόμπες. Το σπίτι μας τώχαν κάμει κομμάτια, και τες είχαμε συνειθίσει που δεν μας έμελλε τόσο.

Εσήκωνες τα μάτια σου ’ς τον ουρανό, κ’ έβλεπες τες μπάλες νάρχωνται κάτω η μιά απάνω ’ς την άλλη ’σαν βροχή.

Μιά μέρα εκεί που καθώμαστε ’ςτο κατώγι, για περισσότερη προφύλαξι, πέφτει μιά ’ςτη στέγη του σπιτιού μας, τρυπάει το πάτωμα και σπάει εμπρός ’ςτα μάτια μας. Ένα κομμάτι κόφτει και τα πέντε δάκτυλα μιάς Βραχωρίτισσας γειτόνισσάς μας, που από το φόβο της εξεψύχησε την ίδια ώρα. Ένα άλλο πέρνει ’ςτο κεφάλι μιά Σουλιώτισσα, που αν δεν επρόφθανε να βάλλη το μανδύλι της ’ςτη τρύπα, θα σκορπούσαν τα μυαλά της ’ςτο χώμα. Αργότερα ένας χειρούργος γιατρός της έβαλε κολοκύθι ’ςτο κεφάλι, κ’ έθρεψε κ’ έζησε πολύ καιρό.

Τέτοιες γυναίκες είχαμε εκειά τα χρόνια, με καρδιά ατσαλένια, και τέτοια απίστευτα θάμματα ’σαν της Σουλιώτισσας, παιδιά μου, έγειναν πολλά ’ςτην εποχή μας.

Εσίμωναν τα Χριστούγεννα, κ’ εβλέπαμε τα σκυλιά να κόβουν έξω ’ςτα λιοστάσια τις εληές κάθε ’μέρα χωρίς να ’μπορούμε να καταλάβουμε τι ’μπορούσαν να τες κάνουν.

Καθώς μαθεύτικε’ς τα ύστερα, εκάνανε μεγάλες σκάλες για ν’αναιβούνε ’ςτο κάστρο.

Ο Θεός, δεν ’θέλησε να μας πάρουν τα σκυλιά αυτή την ίδια νύχτα, που εγεννιώταν το παιδί του, και ’βρέθηκε ένας χριστιανός και ήρθε προς το μέρος μας, και μας το φανέρωσε πως οι Τούρκοι είχαν βουληθεί να κάμουν γιουρούσι ’ς το κάστρο την ώρα που θα λειτουργώμαστε ’ς τες εκκλησιές.

Οι δικοί μας δεν έδειξαν κάνα σημείο πως είχαν μάθει το μυστικό, μονάχα κρυφά, κρυφά ετοιμάζονταν. Αχ! Τι αλησμόνητη νυχτιά ήταν εκείνη! Τι καρδιοχτύπι ενοιώσανε τα στήθη μας!

Τα παλληκάρια εσυνάχθησαν από βραδύς σκωμμένα, ήσυχα, ’ς τες τάπιες, με χαμηλωμένα τα καρυοφίλια, και με τα γιαταγάνια λαχταριστά ’ς τα φκιάρια απ’ το τρόχισμα. Εγώ η ίδια εκείνη τη ’μέρα είχα τροχίσει του πατέρα μου, που από τη ’μέρα που άναψε το τουφέκι δεν τον είχα δει νάρθη ’ς το σπίτι ούτε μιά φορά. Μέρα νύχτα ’ςτη τάπια του έμενε˙ εκεί έτρωγε, εκεί εκοιμώτουν.

Εκείνη τη νύχτα όλο το Μεσολόγγι έμεινε άγρυπνο, ’ς το πόδι, μ’ ένα δάκρυ ’ς τα μάτια, με μιά ευχή ’ς το στόμα:

- Θάνατος ’ς το τύραννο της πατρίδας.

Κατά τα μεσάνυχτα άνοιξαν η γυναίκες τις εκκλησιές, κι’ άρχισαν να σημαίνουν όλαις η καμπάνες δυνατά, για να ’ξαπατήσουν τους Τούρκους.

Κατά τα ξημερώματα, οι Τούρκοι έκαμαν το γιουρούσι. Τους άφησαν κι’ ακούμπησαν καλά – καλά τες σκάλες ’ς το κάστρο, κι’άρχισαν ν’ ανεβαίνουν. Δυό τρεις απ’ αυτούς επάτησαν απάνω.

Άξαφνα μέσα ’ς τη μεγάλη εκείνη σιγαλιά και νεκραμάρα της νύχτας, μιά καταχθόνια βοή αντήχησε, ’σαν να την ‘’ξέρασε η κόλασι, και μιά φλόγα μεγάλη εφώτισε ανάμεσα σε πυκνό καπνό, και ’ς το βαθύ σκοτάδι, χιλιάδες κορμιά ’ς τον αέρα. Είχαν βάλει φωτιά ’ς το λαγούμι, πούχαμε σκάψει κρυφά, κ΄εξέσπασε μέσα ’ς τ’ ασκέρι των Τούρκων.

Την ίδια ώρα τα καρυοφίλια και τα τρυμπόνια έσκουζαν από το κάστρο, και η σκάλαις αναποδογυρισθήκανε κάτω ’ς το βαθύ χαντάκι πούταν ολόγυρα ’ς το κάστρο.

Τι χαλασμός είχε γίνει εκείνη τη νύχτα.

Το πρωί, αν έφεξε ο Θεός την ημέρα, χιλιάδες κορμιά δίχως κεφάλια, χέρια άπειρα κομμένα, και σχισμένα σκόρπια κεφάλια εκύκλωναν το κάστρο.

Τότες έψαλλαν δοξολογίες ’ς τες εκκλησίες, κ’εγιορτάσαμε αδελφωμένοι όλοι τη γέννα του Χριστού μας, με μιά μεγάλη χαρά ’ς τα στήθη, με μιά ολόχαρη φωνή ’ς το στόμς:

- Και του χρόνου ’ς την Πόλι, να δώση ο Θεός...

Περάσανε, περάσανε εκειά τα χρόνια τόρα”, εψιθύρισε με παράπονο η Βάβω, σφογγίζουσα δια της σκελετώδους χειρός της ένα λησμονημένο δάκρυ, από την αρχήν της διηγήσεώς της, εις την ζαρωμένην όψιν της, και εσίγησε λίαν συγκεκινημένη.

***

Η φωτιά ανέδιδεν ήδη την τελευταίαν αναλαμπήν της, ο κανδηλιέρης έρριπτεν ημίσβεστον το φως των τεσσάρων θρυαλλίδων του επί της εστίας, ως να ενύσταξεν από την διήγησιν της γραίας, ενώ ημείς όλοι εμένομεν άφωνοι, διατελούντες εισέτι υπό την εντύπωσιν των λόγων της. Μόνο η Αγγέλω είχε κλίνει την κεφαλήν επί του στήθους, κ’εροχάλιζεν ησύχως εν υψίστη ευδαιμονία.
Έξω ο άνεμος εβογκούσε ακόμη, οι αλέκτορες ετόνιζον το πρωϊνόν των άσμα, θορυβούντες εν τω παρακειμένω ορνιθώνι, και αι πρώται ωχραί ανταύγειαι της ηούς έστεφον τας υέλους του μικρού παραθύρου της επαύλεως, δια μέσου των οποίων εφαίνετο πίπτον, πίπτον πάντοτε το χιόνι κατά πυκνάς νυφάδας…

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

_________________

ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ, ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ!

21/06/2023 Ιωάννης Κουζίου
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/lifestyle/item/141637-eleni-staikou-mia-iroida-tis-eksodou

Η ΕΞΟΔΙΤΙΣΣΑ ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΤΟΠΟ…
09/04/2018 Μαρίλη Χαραμή
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/themata/item/70364-i-eksoditissa-eleni-staikou-epistrefei-ston-iero-tis-topo

Ενδιαφέρον άρθρο, που περιέχει όμως ανακρίβειες, πχ. η Ε. Σταικου δεν πέθανε βέβαια το 1840, άλλα το 1887.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΗΤΣΟΥ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Ο Μήτσος Χατζόπουλος άνθρωπος με σπάνια μόρφωση, καλλιέργεια, διορατικότητα και γλωσσομάθεια είχε ένα φοβερό ελάττωμα, τις απότομες μεταλλαγές: μπορούσε να αλλάξει γνώμη για σημαντικά ζητήματα κυριολεκτικά μέσα σε λίγες μέρες. Έτσι έγινε με τις απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα, για τις αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις, για το κοινωνικό πρόβλημα, για τη ζωή κοντά στη φύση.
Όταν εκδόθηκε από τον αδελφό του Κωσταντίνο το περιοδικό “Τέχνη”, πρώτο περιοδικό στα ελληνικά χρονικά γραμμένο αποκλειστικά στη δημοτική γλώσσα, όχι μόνο δεν συνεργάστηκε, αλλά κατάκρινε και προσπάθησε να γελοιοποιήσει την προσπάθεια.
Με ένα άρθρο που έγραψε στην εφημερίδα “Εμπρός” της 1ης Ιανουαρίου του 1899 όχι μόνο “έθαψε” χωρίς πολλές περιστροφές το πόνημα του αδελφού του, αλλά βρήκε κιόλας την ευκαιρία να επιτεθεί ανοιχτά και στον Κ. Παλαμά, η ποιητική παραγωγή του οποίου “τον είχε μπουχτίσει προ πολλού” όπως είχε εξομολογηθεί εκείνη την εποχή στον στενό του κύκλο (Γ. Καμπύση / ...λείπει η αναφορά).
Μέσα σε λίγους μήνες ο Μήτσος Χατζόπουλος άλλαξε πάλι γνώμη, πράγματι στο “Περιοδικό μας” που εκδόθηκε αμέσως μετά εμφανίστηκαν 10 κείμενα του Μποέμ (Δ.Χατζόπουλου) και 3 κείμενα του Πέτρου Βασιλικού (Κώστα Χατζόπουλου), μάλιστα στο τεύχος της 30 Νοεμβρίου 1900 μετά από τα ποιήματα “Η balade της ομίχλης - Ο χορός των ίσκιων” του Πέτρου Βασιλικού στις σελίδες 241-243 ακολουθούσε αμέσως το διήγημα “Το κοκκοράκι” του Μποέμ στις σελίδες 243-247, γεγονός πολύ απίθανο για να είναι σύμπτωση.
Όταν αργότερα ο Δημ. Χατζόπουλος με το Γ. Καμπύση εξέδωσαν τον “Διόνυσο” (1901-1902) η διαμάχη πρέπει να είχε πλέον αποσοβηθεί, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος συνεργάστηκε με δεκάδες κείμενα, ποιήματα και κριτικές.
Αργότερα η διαφοροποίηση των δύο αδελφών συνεχίστηκε με την διαφορετική αντιμετώπιση
από μέρους τους.του σοσιαλιστικού κινήματος, που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή.
Με το άρθρο του “Το κοινωνικό μας ζήτημα” που δημοσιεύτηκε στο “Νουμά” της 28ης Οκτωβρίου 1907 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος έδωσε δημόσια μαρτυρία της προσχώρησης του στον μαρξισμό, έτσι όπως εκφραζόταν τότε από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία είχε προσανατολιστεί οριστικά στη νόμιμη δράση μετατοπίζοντας σε νέα αόριστο μέλλον μία κάποια επαναστατική αλλαγή. Ο Δημ. Χατζόπουλος αντίθετα ασπάστηκε και έγινε ένθερμος οπαδός της μαξιμαλιστικής συνδικαλιστικής εκδοχής του μαρξισμού, που ήταν σε πλήρη αντίθεση με την επικρατούσα ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική πολιτική.
Η διαμάχη αυτή από το αισθητικό - πολιτικό επίπεδο πέρασε και στο προσωπικό, σε σημείο που οι οικογένειες των δύο λογοτεχνών συνέχισαν να έχουν κάκιστες σχέσεις ακόμη και πολλά χρόνια μετά το θάνατο των δύο αδελφών. Για το θέμα αυτό θα προσπαθήσω να μαζέψω στοιχεία και να ασχοληθώ εκτενέστερα σε μιά από τις προσεχείς αναρτήσεις μου.

Παραθέτω (συντομευμένο) το επίμαχο άρθρο του Δημ. Χατζόπουλου για το περιοδικό “Τέχνη”
Εφημερίδα “Εμπρός” 1η Ιανουαρίου 1899
Φιλολογία
(Σκέψεις Ρεπόρτερ)
Όταν η διεύθυνσις του “Εμπρός” μου ανέθεσε να γράψω μίαν τρίστηλον φιλολογικήν επιθεώρησιν του 1898 εσκέφθην να δηλώσω, ότι εν όσω δεν υπάρχει φιλολογική ζωή εις εν ολόκληρον διαρρεύσαν έτος, μου είνε αδύνατον να γράψω την φιλολογικήν αυτού επιθεώρησιν. …
… Ο τελεταίος ποιητικός θόρυβος οφείλεται εις μίαν μονομανίαν απλώς. Περί τους δέκα νέους απεφάσισαν να ιδρύσουν ιδίαν γλώσσαν, ιδίαν ποίησιν, ιδίαν αντίληψιν της τέχνης. Ο σκοπός των θα ήτο άγιος εάν ακολουθούντες το παράδειγμα των Στυλιτών του μεσαίωνος απεμονούντο εις τι μέρος και έζων και έδρων καθ’οίον δήποτε εκφυλισμένον τρόπον ήθελον. Αλλ’ οι άνθρωποι ούτοι τας παραδοξολογίας των και τα προϊόντα της εκτροχιασμένης εργασίας των ηθέλησαν να επιβάλωσιν εις τους άλλους, τους υγειέστερον, τους ορθώς σκεπτομένους και εργαζομένους, και να επιβάλωσιν κατά τον πλέον ενοχλητικώτερον τρόπον. Εδημιούργησαν εν είδος περιοδικού υπό τον τίτλον “Τέχνη”, του οποίου όμοιον δεν είδεν ακόμη καμμία κοινωνία γραμμάτων και εις ό η δημοτική, η αγνή δημοτική γλώσσα του λαού, σφαγιάζεται κατά τον ασπλαχνότερον τρόπον και εις ό συσσωρεύονται όλαι αι τελευταίαι επιπόλαιοι και έξω φρενών μόδαι της συμβολικής ποιήσεως, κατά την ατεχνικωτέραν αντιγραφήν και σαχλοτέραν μίμησιν. Οι τοιούτοι εξέλεξαν ως πρωτεργάτην της νόθου και αφυσίκου προς την ελληνικήν αντίληψιν και την ελληνικήν πρωτοτυπίαν πνευματικής ταύτης εργασίας τον κ. Κωστήν Παλαμάν, ο οποίος, ως γνωστόν έγραψε ποιήματα, τα οποία μετέχουν αφ’ ενός μεν γνησίας ποιητικής εμπνεύσεως και αφ’ ετέρου πλέον ή νόθου όσον και πεζής μιμήσεως παντός ξένου ποιητικού τόμου, ο οποίος περιπίπτει εις τας χείρας του. Τελευταίον μάλιστα η ποιητική του εργασία κατέστη τα μάλα πεζή και κουραστική ...

Μποέμ

_________________

Πηγές για εμβάθυνση

Μαρία Αντωνίου Τίλιου “Το περιοδικο ‘Η Τέχνη’ (1898/1899) Συμβολή στη μελέτη της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας” Διδακτορική διατριβή Ιωάννινα 1989
https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/1406#page/1/mode/2up

Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη Νεοελληνική Βιβλιογραφία - Τα περιοδικά “Τέχνη” και “Διόνυσος” 1969
http://epet.nlg.gr/db/icon/a1969/a69_37.pdf

Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη Νεοελληνική Βιβλιογραφία - Το Περιοδικό μας, 1970-71
http://epet.nlg.gr/all1.asp?id=660&pg=0

Χ. Λ. Καράογλου “Διόνυσος (1901-1902)” Εκδόσεις Διάττων 1989 Σελιδα 53
https://www.academia.edu/35238902/%CE%A4%CE%BF_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%94%CE%B9%CE%BF_%CE%BD%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%82_1901_1902_

Το κοινωνικό μας ζήτημα” του Κωσταντίνου Χατζόπουλου
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Α’
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2023/06/blog-post.html

 

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Β΄

Ο όρος “σοσιαλισμός” άρχισε να γίνεται γνωστός στην Ελλάδα με αργοπορία μερικών δεκαετιών σε σχέση με την δυτική Ευρώπη. Στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα η ενασχόληση με το καινούργιο φρούτο που φαινόταν να επικρατεί σιγά σιγά στις “προηγμένες” χώρες της γηραιάς ηπείρου είχε γίνει ένα είδος μόδας. Λίγο πολύ όλες οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν άρθρα και ειδήσεις που αφορούσαν το νέο φαινόμενο, παρόλο που δεν υπήρχε βέβαια κάποια σημαντική παρουσία σοσιαλιστών στον πολιτικό αγώνα.
Tο 1907, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το Κοινωνικό μας ζήτημα», το πρώτο θεωρητικό έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής φιλολογίας, που συνόψιζε με συγκροτημένο τρόπο την κλασσική μαρξιστική θεωρία και ανέλυε την ιστορία και την κατάσταση στην Ελλάδα από μαρξιστική μεριά προτείνοντας την πάλη των τάξεων σαν παράγοντα κοινωνικής προόδου. Το κείμενο τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής διανόησης, από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου μέσα από τις σελίδες του περιοδικού “Νουμάς” άρχισε μια συζήτηση που διάρκεσε χρόνια και στην οποία πήραν μέρος τα μεγαλύτερα ονόματα της ιντελιγκέντσιας της εποχής. Σημαντικό ήταν το άρθρο του Πέτρου Βασιλικού (Κώστα Χατζόπουλου) με τον ίδιο τίτλο (“Το κοινωνικό μας ζήτημα” “Ο Νουμάς” 28 Οκτωβρίου 1907) όπου βασικά εξηγείται με απλά λόγια η σοσιαλιστική θεωρία του Carl Kautsky.

Δημ. Χατζόπουλος

Οι αδελφοί Χατζόπουλοι έζησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γερμανία, που ήταν το κέντρο της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας (*), ήρθαν σε επαφή από πρώτο χέρι με τα νέα πολιτικά και συνδικαλιστικά ρεύματα και γύρω στο 1905-1906 αποποιήθηκαν το νιτσεϊσμό και ενστερνίστηκαν τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Το Μάη του 1911 συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Σοσιαλιστικό Κέντρο από τον Ν. Γιαννιό, στο οποίο συμμετείχε σαν ιδρυτικό μέλος (κατόπιν υπόδειξης του αδελφού του Κώστα Χατζόπουλου που ήταν ακόμη στη Γερμανία) ο Δημ. Χατζόπουλος. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο είχε δικό του πρόγραμμα, με βάση τα διεθνή σοσιαλιστικά συνέδρια της Β` Διεθνούς. Επιδιώξεις του ήταν, μεταξύ των άλλων, η προώθηση των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα, η οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα, η αποχή από κάθε επιθετικό πόλεμο, η διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν το δικαίωμα ψήφου και εκλογής σε άντρες και γυναίκες, η καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της αναλογικής αντιπροσώπευσης, κλπ. Αργότερα ο Δημ. Χατζόπουλος διαφώνησε και ηγήθηκε της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, με μαξιμαλιστικό-συνδικαλιστικό προσανατολισμό. Στο σημείο αυτό ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Κώστα, που αντίθετα υποστήριζε την ανάγκη της πολιτικής οργάνωσης των εργατών κατά τα γερμανικά σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα, παρόλο που η ρήξη τους αυτής ποτέ δεν ήταν δημόσια. (βλέπε στις πηγές την ανάρτηση Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση”).

Παραθέτω άρθρο της εφημερίδας “Χρόνος” όπου γίνεται η αναγγελία δύο διαλέξεων που έδωσε ο Δημ. Χατζόπουλος στην αίθουσα της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών) στην οδό Σταδίου, τις 16 και 17 Απριλίου του 1911, με θέμα “ο Πραγματιστικός επιστημονικός Σοσιαλισμός”, με πολύ πλούσιο απ ότι φαίνεται περιεχόμενο, καθώς και ένα άρθρο του Σπύρου Μελά της μεθεπόμενης ημέρας, όπου συνοψίζονται περιληπτικά, κάπως επιφανειακά και σχεδόν ανεκδοτολογικά, τα όσα ειπώθηκαν στις δύο διαλέξεις.
Γ.Χ.

 “Χρόνος”, 16 Απριλίου 1911 σελ. 2
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΔΗΜΟΣΙΑΙ ΟΜΙΛΙΑΙ

Όμιλος λογίων και δημοσιογράφων εκ των κ.κ. Ν. Ποριώτου, Σ. Μελά, Ζ. Παπαντωνίου, Σ. Καμπάνη, Δ. Χατζοπούλου, Δ. Κοκκίνου και Φραγκοπούλου απεφάσισε την διοργάνωσιν δημοσίων ομιλιών επί ζητημάτων κοινωνικού ενδιαφέροντος με είσοδον ελευθέραν. Αι δύο πρώται διαλέξεις θα γείνουν σήμερον Σάββατον ώραν 4 1/2 μ.μ. και αύριον Κυριακήν ιδίαν ώραν εις την αίθουσαν της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών), οδός Σταδίου αριθ. 16 απέναντι της Βουλής. Ο κ. Δ. Χατζόπουλος θα ομιλήση περί του “Πραγματιστικού επιστημονικού Σοσιαλισμού”. Τα αντικείμενα εις τα οποία θα περιστραφούν αι δύο αυταί διαλέξεις είνε τα εξής:
Τα πρώτα στάδια του Σοσιαλισμού. Τα ουτοπιστικά σοσιαλιστικά κινήματα και αι μεγάλαι ουτοπιστικαί σοσιαλιστικαί μορφαί εις την Αγγλίαν, Γαλλίαν και Γερμανίαν. Πως ο σοσιαλισμός από ουτοπίας έφθασεν εις επιστημονικήν βάσιν και πρακτικήν εφαρμογήν. Η εμφάνισις του Καρλ Μαρξ και Φρείδριχ Ένγελς. - Ολόκληροι αι θεωρίαι του Μαρξ. - Η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Η επίδρασις του Σπινόζα και Δάρβιν. - Λεπτομερής ανάπτυξις της θεωρίας. - Πόσον αρμόζει κυρίως εις την πράξιν και τι δυνάμεθα να λάβωμεν απ΄αυτήν ως πρακτικήν βάσιν γνησίου, καθαρώς εργατικού κινήματος. - Ο Ένγελς και η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Ποία η θέσις των νεωτέρων σοσιαλιστών απέναντί της. - Η θεωρία της αξίας – Έως που την είχον εννοήσει οι προηγούμενοι θεωρητικοί οικονομολόγοι και πως την έθεσεν ο Μαρξ. - Σύγκρισις της Μαρξιστικής ταύτης θεωρίας και των θεωριών της Αστικής πολιτικής Οικονομίας. - Το “Κομμουνιστικόν μανιφέστο” και το “Κεφάλαιον”. - Η ένωσις των εργατών όλου του κόσμου. - η θεωρία του πλεονάσματος του Μαρξ. - Έκθεσίς της κατά ευνόητον, απλούστερον τρόπον. – Η οριστική εξήγησις του ζητήματος εργασίας και κεφαλαίου και η ακλόνητος βάσις επί της οποίας εστηρίχθη, στηρίζεται και πορεύεται η σοσιαλιστική κίνησις εις τον πολιτισμένον κόσμον. - Τα νεώτερα κινήματα. - Σοσιαλιστική δημοκρατία και Συνδικαλισμός.

Χρόνος”, 19 Απριλίου 1911 σελ. 1
Σ. Μελάς
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Εις τας Αθήνας συμβαίνει μέγα δυστύχημα εις τον σοσιαλισμόν. Όσοι γνωρίζουν τι είνε δεν ομιλούν, και όσοι ομιλούν δεν γνωρίζουν τι είνε. Ο συνάδελφος κ. Χατζόπουλος, από τους ολίγους γνωρίζοντες περί τίνος πρόκειται, είνε ο πρώτος που ανέπτυξε λεπτομερώς την Μαρξιστικήν θεωρίαν, με δύο διαλέξεις εις την αίθουσαν των Συντακτών. Έδωσεν ένα σύντομον ιστορικόν της εξελίξεως του σοσιαλισμού από ουτοπίας εις επιστήμην. Και υπενθύμισε κατ’αρχάς, ότι ο σοσιαλισμός δεν είνε “ξένον φυτόν, το οποίον αποπειρώνται τινες να μεταφυτεύσωσιν ενταύθα”. Απεναντίας είνε το εκλεκτότετον άνθος της ελληνικής φιλοσοφίας, αφού ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης έδωσαν τα πρώτα πρότυπα μιάς μελλοντικής κοινωνίας, ο πρώτος εις την περίφημον Πολιτείαν του και ο δεύτερος εις την σοσιαλιστικήν δημοκρατίαν του με βάσιν τους δούλους. Η ιδέα της κοινοκτημοσύνης επραγματοποιήθη δια πρώτην φοράν εις την Σπάρτην. Μία επιγραφή αποδεικνύει, ότι σοσιαλισμός υπήρχεν επίσης από αρχαιοτάτων χρόνων εις την Κίναν. Μεγιστάνες αναφέρονται εις τον αυτοκράτορα και τον παρακαλούν να τους περιορίση. Αναφαίνευται εις την Ρώμην έπειτα με τους Γράκχους, εις αυτόν τον μεσαίωνα με τους αδιάκοπους αγώνας μεταξύ χωροδεσποτών και δουλοπαροίκων και τέλος εις την Ευρώπην των ημερών μας κατ’ αρχάς ως ουτοπία, κατόπιν ως επιστημονική θεωρία και τέλος ως πράξις. Οι ουτοπισταί σοσιαλισταί είνε γνήσια τέκνα των ρασιοναλίστ του δεκάτου ογδόου αιώνος, άγουρος καρπός της Γαλλικής επαναστάσεως. Εις την βαθυτάτην κριτικήν, την οποίαν έκαμε ο Ρενάν εις τον δέκατον όγδοον αιώνα, μας έδειξε με τον ωραιότερον τρόπον το θεμελιώδες ελάττωμά του. Ο αιών αυτός, ο οποίος εκατάλαβε περίφημα τον εαυτόν του, δεν ηννόησε την φύσιν. Δεν ηννόησε τον άνθρωπον, δεν επρόσεξε το παρελθόν του. Τον επίστευσε κατά βάθος αγαθόν και απέδωσεν όλας τα κακίας εις την αμάθειαν. Αρκεί να φωτισθή ο άνθρωπος, εφαντάσθησαν οι ρασιοναλίστ, και γίνεται αμέσως εξαίσιος, έτοιμος να δεχθή πάσαν αλήθειαν, να καταλύση πάσαν αδικίαν, να μεταβάλη την γην εις παράδεισον. Ο αιών αυτός πολύ επίστευσεν εις την δύναμιν της λογικής και της πειθούς. Και ανέλαβε δια της λογικής να πείση τον άνθρωπον να αλλάξη την φύσιν του. Την αχαλίνωτον αυτήν αισιοδοξίαν ευρίσκομεν εις το βάθος της ουτοπίας του Σαιν-Σιμόν. Ωνειρεύθη μίαν κοινωνίαν ειδύλλιον, όπου οι άνθρωποι, απείρως αγαθοί, διότι θα ήσαν τελείων φωτισμένοι, θα ζούσαν κατά λόχους εις την εξοχήν. Επερίμενε δε να ευρεθή κανένας πλούσιος ανθρωπιστής να κάμη τα έξοδα της παραστάσεως του ειδυλλίου. Ο υποφαινόμενος ευρήκε και τον πλούσιον αυτόν εις τους “Μαύρους Ανθρώπους”, ένα μυθιστόρημα, το οποίον εδημοσιεύθη προ ετών εις το “Άστυ” των κ.κ. Βουτσινά-Παπαντωνίου. Την ανακάλυψιν αυτή δεν θα την συγχωρήση ποτέ εις τον εαυτόν του, αν και την έκαμεν εις ηλικίαν είκοσι τριών ετών, όταν δηλαδή δεν εθεώρει ακόμη σπουδαίον αμάρτημα να πιστεύη εις την αγαθότητα των ανθρώπων και την καλήν θέλησιν των πλουσίων. Ο. κ. Χατζόπουλος μας διηγήθη μίαν φαιδράν περιπέτειαν μερικών μαθητών του Σαιν-Σιμόν. Απεσύρθησαν εις ένα προάστειον των Παρισίων. Ήσαν όλοι ντυμένοι ομοιόμορφα, με λευκά παντελόνια και μπλε σακκάκια. Τα γελέκα των εκούμπωναν από πίσω και τούτο δια να κουμπώνη ο ένας τον άλλον και να εννοούν καλλίτερα ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκην του πλησίον και εις τα παραμικρότερα. Εις το στήθος είχαν κεντήσει τα ονόματά των, και τούτο εσήμαινεν ότι ο άνθρωπος μόλις παρουσιάζεται πρέπει να γίνεται γνωστός ποίος είνε. Η Αστυνομία όμως δεν είχε τας αυτάς αρχάς, τους επήρε μέσα και το ειδύλλιον εξητμίσθη τελείως εις τας φυλακάς. Η ουτοπία μόλις αντίκρυσε την πραγματικότητα τώβαλε στα πόδια. Ένας άλλος τύπος ουτοπιστού, πολύ συμπαθητικώτερος αυτός, ο Άγγλος Όεν, ετελείωσε κακήν κακώς. Ο Όεν δεν είχε απλώς φαντασίαν, όπως ο Σαιν-Σιμόν, αλλά και πολλά χρήματα και συγχρόνως εργοστάσιον, το οποίον μετέβαλεν εις παράδεισον. Με κήπους, με κατοικίας δια τους εργάτας, με σχολείον και νοσοκομείον. Και τα εισοδήματα του εργοστασίου τα εμοίραζεν εις τους εργάτας. Όταν απηλπίσθη ότι και οι άλλοι εργοστασιάρχαι θα τον μιμηθούν εστράφη προς την Πολιτείαν. Προσεπάθει να πείση το Κράτος να πάρη όλα τα εργοστάσια και να τα κάμη όπως το δικό του. Αλλά το Κράτος ουδέποτε πείθεται, διότι αυτό είνε αντίθετον προς την φύσιν του. Το Κράτος μόνον η τ τ ά τ α ι δ ι α β ί α ς, και τούτο δεν έχουν εννοήσει όλοι οι ουτοπισταί από του Σαιν-Σιμόν μέχρι του τελευταίου σοσιαλιστού βουλευτού. Ο Όεν απηλπίσθη και τότε η ανάγκη των πραγμάτων τον οδήγησεν εις την ευθείαν, εις την γενικήν απεργίαν. Αυτή όμως, κακά οργανωμένη, απέτυχεν, ο αγγλικός στρατός ετσάκισε τους εργάτας και ο Όεν, πάμπτωχος, απέθανεν εξόριστος μακράν της πατρίδος του. Οι εργάται μας, λοιπόν, καθώς και οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, πρέπει να διδαχθούν από τας αποτυχίας των ουτοπιστών. Να μη περιμένουν τίποτε από κανέναν. Ούτε από το σημερινόν Κράτος, ούτε από την καλήν θέλησιν των ανθρώπων. Να αποβλέπουν μόνον εις τον εαυτόν των, να έχουν εμπιστοσύνην εις τα ιδίας των δυνάμεις και εις αυτάς να εγκαταλειφθούν.
Όταν οργανωθούν εις ένα ισχυρόν σώμα, εμψυχωμένον από την πίστην εις το δίκαιον και το μέλλον, θα αποτελέσουν κολοσσιαίαν δύναμην, προς την οποίαν μοιραίως θα κλίνη η οριστική νίκη.

Σ. ΜΕΛΑΣ

________

(*) Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, παντοδύναμο στα συνδικάτα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, βγήκε πρώτο κόμμα στις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις του 1890, 1893, 1898, 1903, 1907 και 1912 με ποσοστά όλο και πιο μεγάλα, αλλά παρέμεινε μόνιμα στην αντιπολίτευση για όλα αυτά τα χρόνια. Την ηγεσία του αποτελούσε η αφρόκρεμα της σοσιαλιστικής διανόησης, ο Carl Kautsky, ο August Bebel, η Clara Zetkin, η Rosa Luxemburg.

________

ΠΗΓΕΣ

Για ένα ‘διαλεκτικόν ενσταντανέ’: οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)”, Βαλάντω Λάνδρου, Θεσσαλονικη 2017

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002/files/GRI-2017-20554.pdf

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση” ανάρτηση στην ιστοσελίδα anarkismo.net 3/7/2010
http://www.anarkismo.net/article/17001
Από το Δέκατο Τέταρτο Κεφάλαιο με τίτλο “Αναρχικοί & Ελευθεριακοί σε μη Αναρχικές & Ελευθεριακές Οργανώσεις” του έργου “Για Μια Ιστορία του Αναρχικού Κινήματος του Ελλαδικού Χώρου”. Ολόκληρο το έργο δημοσιεύεται στο http://ngnm.vrahokipos.net

Ο Δ. Χατζόπουλος, «Πεζοπόρος» στην Πάρνηθα”, διάλεξη του Λεωνίδα Κουρή, μεταλλειολόγου, πρώην Νομάρχη Ανατολικής Αττικής στην 5η Συνεδρίαση του δέκατου Συμπόσιου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρίας Αχαρνών -21 Οκτωβρίου 2010 – Δεύτερη ημέρα.
https://eleftherovima.wordpress.com/2011/11/01/
https://eleftherovima.files.wordpress.com/2011/11/cebbceb5cf89cebdceb9ceb4ceb1cf83-cebd-cebacebfcf85cf81ceb7cf83-cebcceb5-cf84cebfcebd-cf80ceb5ceb6cebfcf80cf8ccf81cebf-cf83cf84ceb7cebd.pdf


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΑΣ ΖΗΤΗΜΑ – ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΥΜΑΣ 28 Οκτωβρίου 1907
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html


https://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1914.gianios.htm


Χ.-Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία, 1897-1912, Αθήνα, Κέδρος, 1984.


Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ από το 1875 ως το 1974

Εισαγωγή, επιλογή κειμένων, υπομνηματισμός Παναγιώτης Νούτσος Τόμος Β΄, Αθήνα 1991