Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Σμύρνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Σμύρνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ο ΞΕΜΥΑΛΙΣΤΡΑΣ

 Το 1970 στάθηκε χρονιά σημαδιακή για την εφηβική μου ζωή. Το ξεμυάλισμα -που είχε αρχίσει να διαγράφεται ήδη από τον προηγούμενο χρόνο- πήρε μεγάλες διαστάσεις κι έγινε η νέα μου καθημερινότητα. Δεν είχα πλέον κανένα ενδιαφέρον για διάβασμα, μαθήματα, αθλητισμό, πειθαρχία, ζωή του “καλού μαθητή”.

Φυσικά είχα κόψει από καιρό κατηχητικά, χριστιανικές ομάδες, και στον προσκοπισμό πήγαινα όσο το δυνατόν λιγότερο. Οι παρέες μου ήταν τα “ξύπνια” παιδιά της γειτονιάς, περισσότερο ο Γιάννης ο Κατωμερής, αλλά και ο Μιχάλης Τριανταφύλλου, ο Δημήτρης Κούβαρης και ο Νάσος ο Χατζηγεωργίου. Μεγάλο μέρος της ημέρας το πέρναγα στα σφαιριστήρια, σε μπαρ, κινηματογράφους και, ελλείψει άλλου, στο δρόμο. Οι γονείς μου δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν αυτή μου την αλλαγή. Μιά από τις φαιανές ιδέες της μάνας μου ήταν να με βάλει να πηγαίνω σε ψυχολόγο, καμουφλάροντας αυτές τις επισκέψεις σαν “μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού”. Που να φανταζόταν η δύστυχη τι κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει. Λοιπόν η ψυχολόγος -μια μακρινή μας συγγενής- δεχόταν κάπου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και όταν το “μάθημα” τελείωνε πήγαινα φυσέκι στο σπίτι του ξαδέρφου μου Κώστα Μεντή στην πλατεία Γκύζη. Η θειά μου η Φιφή μου είχε αδυναμία και από πάντα επεδίωκε να κάνουμε παρέα ο γιος της κι’εγώ. Στο σπίτι των Μενταίων υπήρχε ένας σημαντικός νεωτερισμός. Ο γέρο Μεντής είχε μόλις αγοράσει ένα στερεοφωνικό σύστημα με πικαπ, κασετόφωνο ντεκ, ενισχυτή και ηχεία. Είχαμε ήδη αρχίσει ν’αγοράζουμε βινύλια με μοντέρνα μουσική της εποχής και καθόμασταν ν’απολαύσουμε με τις ώρες. Η παρέα του Κώστα εκείνη την περίοδο ήταν ο Νίκος ο Κούνας, ο Λάκης ο Μπουκλής και ο Βασίλης ο “Πινόκιο” όπως τον λέγαμε. Όμως η συναναστροφή με τον ξάδερφο δεν περιοριζόταν σε αυτές τις επισκέψεις. Συχνά βρισκόμασταν στο κέντρο για να πάμε μαζί σινεμά, σιγά σιγά όμως δημιουργήθηκε και μιά συνήθεια που έβαλε σε κίνδυνο το μέλλον των σπουδών μου. Πολλές φορές τα πρωινά, καθόμασταν τότε στην Νεα Σμύρνη στην οδό Ηλία Κοκκώνη, βγαίνοντας αμέριμνος από το σπίτι και κατευθυνόμενος προς το σχολείο, λίγο πριν από τη γωνία με την οδό Αιγαίου, από μιά αλάνα υπερυψωμένη σε σύγκριση με το δρόμο ερχόταν μια απόμακρη, σχεδόν σκωπτική φωνή:

- Γιαννάκη, γιαννάκη…

Ήταν ο Μεντής, που ερχόταν με το λεωφορείο από του Γκύζη και με περίμενε εκεί. Η πρόθεση ήταν φανερή: εκείνη τη μέρα θα κάναμε κοπάνα. Αν δεν πηγαίναμε να τη βγάλουμε στο Σινεάκ στην Πανεπιστημίου στο κέντρο της Αθήνας που είχε πολύωρο πρόγραμμα από το πρωί, ο άλλος προορισμός ήταν σχεδόν μονόδρομος: Άγιος Κοσμάς. Στον Άγιο Κοσμά υπήρχαν αθλοπαιδιές, ήταν ο προορισμός των απανταχού κοπανατζήδων Αθηνών και Πειραιώς και περιχώρων. Εκεί γνωρίζαμε άλλα παιδιά, κάναμε πλάκα, παίζαμε αυτοσχέδιες παρτίδες βόλεϊ ή μπάσκετ, κάναμε “μπούγιο”, όπως λέγαμε τότε. Όταν βαριόμασταν πηγαίναμε στη μαρίνα να χαζέψουμε τα πλεούμενα, φανταζόμαστε και καταστρώναμε περιπέτειες με τα πλεούμενα που θα αγοράζαμε όταν θα γινόμασταν πλούσιοι. Με τις απουσίες που αναγκαστικά καταγραφόταν είχα βρει μια βολική λύση: λόγω Πανιωνίου ήμουν φίλος με τον καθηγητή της γυμναστικής και με τη δικαιολογία των -ανύπαρκτων- προπονήσεων λίγο ή πολύ οι περισσότερες απουσίες μου σβηνόταν...

Η ιστορία αυτή διήρκησε για αρκετούς  μήνες και όπως ήταν προβλεπόμενο είχε ένα αρκετά τραγικό τέλος.

Κάποιο πρωί Απριλίου, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, βγήκα από το σπίτι μου χωρίς καμιά διάθεση να πάω για μάθημα. Σα να είχαμε συνεννοηθεί τηλεπαθητικά, στη γωνία με περίμενε ο Μεντής. Κρύψαμε τα βιβλία μας κάτω από κάτι θάμνους στην αλάνα και κατευθυνθήκαμε στη λεωφόρο Συγγρού για να πάρουμε το λεωφορείο για Άγιο Κοσμά. Περάσαμε ανέμελα όλο το πρωί και ανυποψίαστοι κατά το μεσημέρι κατευθυνθήκαμε στην αλάνα για να πάρουμε τα βιβλία. Ψάξε εδώ, ψάξε εκεί τα βιβλία είχανε γίνει καπνός. Δεν θυμάμαι πως έσωσε την κατάσταση ο ξαδερφός μου. Εγώ, χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου πήγα στο σπίτι του φίλου μου του Κατωμερή και του ζήτησα δανεικά μερικά βιβλία και τετράδια για να μην εμφανιστώ με άδεια χέρια στο σπίτι. Όταν μπήκα στο σπίτι η μάνα μου με υποδέχτηκε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Μήπως έχασες τίποτα παιδί μου;

Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ την έκταση της χαλάστρας που είχε γίνει.

- Βρε αλήτη που ήσουνα που μ’έκανες ρεζίλι, δεν ντρέπεσαι, πήρανε τηλέφωνο από το σχολείο και αύριο πρέπει να παρουσιαστείς με τον κηδεμόνα σου, μιά κυρία σας είδε από το μπαλκόνι και πήγε και πήρε τα βιβλία και τα πήγε στη γραμματεία στο σχολείο, τι κακό με βρήκε, πως θα αντικρίσω τον Λυκειάρχη, εσύ θα με πεθάνεις κλπ.

Την άλλη μέρα με τ’αυτιά κατεβασμένα παρουσιάστηκα “μετά του κηδεμόνος μου”, έφαγα μιά ψυχρολουσία από τον Διευθυντή, που παρόλα αυτά δεν φάνηκε νάναι τόσο αυστηρός στην κρίση του, είπε ότι για ένα τέτοιο παράπτωμα η σωστή τιμωρία ήταν τρεις μέρες αποβολή. Για μεγάλη μου ατυχία εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή ένας από τους υποδιευθυντές, κέρατο βερνικωμένο, θιασώτης της 21ης Απριλίου, έκανε αιφνιδιαστικές εφόδους στις διάφορες τάξεις και έψαχνε για τσιγάρα, “Μάσκες” και άλλα απαγορευμένα περιοδικά στις σάκες των μαθητών, αλλά το χειρότερο είχε στην τσέπη του ένα υποδεκάμετρο και μέτραγε φαβορίτες και μήκος μαλλιών δεξιά κι αριστερά. Μόλις μπήκε στο γραφείο και κατάλαβε τι γινόταν έβγαλε το υποδεκάμετρο και άρχισε να μετράει τις φαβορίτες μου. Ήταν μέρες που δεν ξυριζόμουνα και είχα αρκετά εμφανή και ακατάστατα γένια.

- Πολύ ωραία, πάμε ν’ αφήσωμεν και μούσι, τι κατάστασις είναι αυτή; που θα καταλήξωμεν κύριε Διευθυντά με αυτούς τους αλήτες, έπειτα τι βλέπω, φοράμε και μπλου τζην, που είμεθα εις το Τέξας ή το Φαρ Γουέστ;

- Είναι μπλε παντελόνια, εγώ τα έχω ράψει, πήγε να με υπερασπιστεί η μάνα μου...

- Κύριε Διεθυντά εισηγούμαι διήμερον επιπρόσθετον αποβολήν δι’ αυτόν τον χίπην καθώς και εν χρω κουρά, όχι αστειευόμεθα...

Την εν χρω κουρά τη γλύτωσα αλλά έφαγα πέντε μέρες αποβολή που σήμαινε μια βδομάδα εις κατ’ οίκον περιορισμό, με συνεχή γκρίνια και φοβέρες. Ο γέρο Μεντής, όπως έκανε πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις είπε ότι είχε έτοιμα τα κασελάκια για να πάμε να γυαλίζουμε παπούτσια στην Ομόνοια, μόνο γι’αυτό είμασταν ικανοί. Οι μανάδες μας συμφώνησαν να μας απαγορέψουν τη συναναστροφή “μέχρι νεωτέρας διαταγής”, αλλά φυσικά αυτή η απαγόρευση διάρκεσε για μερικές μέρες, ήδη για το Πάσχα πήγα με τους Μενταίους εκδρομή στον ‘Οσιο Λουκά.

- Ο Κώστας (Μεντής) και ο Γιάννης (Κατωμερής) είναι ξεμυαλίστρες, πρέπει να κάνεις παρέα τα παιδιά του κατηχητικού, μου λεγε κάθε μέρα η μάνα μου, ευτυχώς δεν την άκουσα.

Βέβαια στο τέλος της σχολικής χρονιάς με κόψανε σε μία σειρά μαθήματα, μου΄βαλαν και διαγωγή “καλή”, οπότε δε γινόταν να συνεχίσω στην Ευαγγελική Σχολή. Δια μέσου γνωριμιών της μάνας μου με δέχτηκαν τελικά στο Λύκειο της Πλάκας και εκεί άρχισε ένα καινούργιο κεφάλαιο της ζωής μου.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

… KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία που φαίνεται ατελείωτος μου’φερε στο μυαλό ένα ποίημα που ‘χει γράψει ο πατέρας μου δεκαετίες πριν. Διαβάζοντάς το με τα μάτια και τις εμπειρίες του σήμερα φαίνεται κάπως αφελές και αθώο («η νικητήρια ιαχή των νέων ανθρώπων», «η χαραυγή του νέου κόσμου» κατάληξαν άσχημα…)  θάπρεπε όμως να πάρουμε υπόψη μας ότι γράφτηκε σε μια αρκετά ευνοϊκή για το προοδευτικό κίνημα περίοδο, όταν είχαμε ήδη είκοσι χρόνια συνεχούς ειρήνης στην Ευρώπη, κατέρρεαν τα αποικιακά καθεστώτα και φαινόνταν νέοι ορίζοντας για τις υπανάπτυκτες χώρες και τους καταπιεσμένους λαούς.

Νεα Σμύρνη, 1966. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο πατέρας μου, Πάνος Χατζόπουλος, αριστερά ο ξαδερφός μου Τάσος Πετρόπουλος, δεξιά εγω.


Στη δεκαετία του ’50 – ’60 τα νέα ιστορικά δεδομένα, ο ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής δημιούργησαν ένα  διάχυτο αίσθημα κατά του πολέμου, που συγκεκριμενοποιήθηκε με τη δημιουργία του Διεθνούς Κινήματος Ειρήνης, που ξεκίνησε από τις  χώρες της Ευρώπης και αργότερα έφτασε και στην Ελλάδα.

Ο πατέρας μου, αντιστασιακός με χρόνια φυλακές και εξορίες, ήταν μπλεγμένος μεταξύ των άλλων και με το κίνημα ειρήνης, συχνά τα απογεύματα καθόταν και έγραφε εισηγήσεις για συνεδριάσεις στις οποίες προφανώς συμμετείχε. Πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι μας νεαροί Λαμπράκηδες ή άλλοι «περίεργοι» και συζητούσαν μέχρι αργά το βράδυ, η μάνα μου δεν τους ήθελε «θα μας χαρακτηρίσουν, οι γειτόνοι βλέπουν» «τι θα πει ο κύριος Τέλης» (ήταν στρατιωτικός στο επάνω πάτωμα) και τα τοιαύτα.  

Σε μια πορεία Ειρήνης, tο 1965 γνώρισε έναν Ιταλό ακτιβιστή που ανήκε σε ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το PSIUP, με τον οποίο αργότερα είχε συχνή αλληλογραφία, δεν ξέρω σε ποια γλώσσα, ο οποίος μάλιστα όταν έγινε το πραξικόπημα του ΄67 τον παρακίνησε να ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ιταλία, σχέδιο που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Στο σπίτι μας εκείνη την εποχή δεν έλειπε ποτέ το περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» που μου φαινόταν μεν λίγο ανιαρό, αλλά διαβάζοντας το μου άνοιξε τα μάτια για πολλά θέματα, έμαθα τι είναι η αποικιοκρατία, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, οι  εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες.

Σε μια πορεία  πήρα μέρος κι εγώ, όχι βέβαια μόνος μου, με τον πατέρα μου, μια Κυριακή απόγευμα στα τέλη Μαΐου του 1966.  Δεν πήγαμε βέβαια στον Μαραθώνα, πούλμαν που ξεκίναγαν από τη Δάφνη ή το Νέο Κόσμο μας άφησαν κάπου στους Αμπελόκηπους, όπου μετά από βόλτες φτάσαμε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Για μένα ήταν πράγματα πρωτόγνωρα. Κάποιοι νεολαίοι είχαν πλακάτ με συνθήματα του τύπου «Κάτω τα χέρια από την Κύπρο» «συμπαράσταση στον λαό του Βιετνάμ» «Έξω οι βάσεις», θέματα που είναι επίκαιρα και άλυτα ακόμη και σήμερα. Μου φάνηκε μια μεγάλη χαρούμενη γιορτή, μερικοί ανησυχούσαν μήπως μας επιτεθεί η αστυνομία που ήταν παρούσα πολυάριθμη και δυναμική λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτε.   

Η τελική μορφή του ποιήματος γράφτηκε στο τραπέζι ενός εστιατορίου μια Κυριακή μεσημέρι το καλοκαίρι του ΄66. Είχαμε πάει εκδρομή στο Λαγονήσι, μάλλον για να βρούμε τον αδερφό την μάνας μου, και καθίσαμε να φάμε σε μια ταβέρνα με θέα. Εκεί που μιλάγαμε και περιμέναμε να έρθουν τα πιάτα ο πατέρας μου έβγαλε το μικρό σημειωματάριο πουχε πάντα μαζί του και άρχισε να γράφει και να σβήνει χωρίς να συμμετέχει στη συζήτηση. Στη συνέχεια είδα ότι ήθελε να πάρει μέρος στη συγγραφική δραστηριότητα  και η μάνα μου, του υποδείκνυε  να διορθώσει κάτι, πράγμα δημιούργησε φανερό εκνευρισμό. Τελικά μετά από πολλά αποφάσισαν να μην αφιερωθεί το ποίημα «στα παιδιά όλου του κόσμου» όπως ήθελε ο πατέρας μου αλλά «στο Γιαννάκη μου» που ήθελε η μάνα μου και όπως αρχικά ήταν γραμμένο.

(παραθέτω από το βιβλίο του Πάνου Χατζόπουλου «Αιτωλικά», 1967)

  KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Στο Γιαννάκη μου

Μέσα στα μάτια σου βλέπω του κόσμου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μεσ΄στη φωνούλα σου γροικάω φως μου,
φως μου χιλιάκριβο, την ιαχή
την νικητήρια των νέων ανθρώπων,
“Ειρήνη – Ειρήνη
πάψαν οι θρήνοι
πάνω στη Γη...”

Κι έτσι όπως σφίγγεσαι στην αγκαλιά μου
νοιώθω στα χέρια μου σα να κρατώ
τ΄αύριο πούρχεται, τα ονείρατά μου
τ' ανθρώπου το όραμα το μακρυνό,
των Αρχαγγέλων μας τ'αρχαίο τραγούδι.
“Ειρήνη – Ειρήνη
γιομίστε οι κρίνοι
γη και ουρανό...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, όποιοι και νάστε
κίτρινοι, κόκκινοι, μαύροι, λευκοί
το χέρι μου άπλωσα, μη με φοβάστε.
Είμαι ένα αδέρφι σας που σας μιλεί
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας

“Ειρήνη – Ειρήνη
για πάντα ας γίνει
πάνω στη Γή...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, καινούργιους δρόμους
γιοφύρια ας φκιάξουμε στη νέα γενιά.
Θεμέλιο ας βάλουμε για νέους κόσμους
- κατάρα ο πόλεμος και απανθωπιά -
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας
“Ειρήνη – Ειρήνη
μιά λέξη ας κλείνει
κάθε καρδιά...”

Μέσα στα μάτια σου βλέπω, παιδί μου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μέσα στο γέλιο σου γροικάω ψυχή μου,
φως μου μυριάκριβο, την ιαχή
τη νικητήρια των νέων ανθρώπων.
“Ειρήνη – Ειρήνη
ανθίστε οι κρίνοι
σ'όλη τη Γη...”

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Η ΛΙΖΑ

 Με το που μπήκα στο Γυμνάσιο άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή μου. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να βλέπω τα πράγματα με διαφορετικό μάτι, άλλαξα γούστα, συνήθειες, παρέες. Άρχισα να παραμελώ τα μαθήματα και το διάβασμα, από σπασίκλας έγινα ένας μέτριος μαθητής, η προσοχή μου μετατοπίστηκε σε νέες, πιο ενδιαφέρουσες ασχολίες. Πρώτα απ΄όλα έπαψα ν’ακούω τόσο συχνά Τρίτο Πρόγραμμα στο ράδιο. Το έναυσμα μου το έδωσε άθελά του ο ξάδερφός μου Κώστας Ζαρόκωστας. Κάποια φορά πήγαμε επίσκεψη στη θειά μου την Ελένη, μητέρα του Κώστα που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός μου. Στο δωμάτιο του άκουγε δίσκους 45 στροφών με τους φίλους του, ένα κομμάτι τους άρεσε τόσο πολύ που το έβαζαν ξανά και ξανά, ήταν το "No Milk Today" των Herman's Hermits. Κατάλαβα ότι υπήρχαν και άλλου είδους ενδιαφέρουσες μουσικές εκτός από την κλασσική, μουσικές που ήταν κιόλας πιο «νεανικές». Ψάχνοντας βρήκα τις εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη στο σταθμό Ενόπλων, ανακάλυψα την ύπαρξη του ραδιοφωνικού σταθμού AFRS (του λεγόμενου «αμερικάνου») που είχε αρκετές εκπομπές με μοντέρνα μουσική στα μεσαία κύματα.

Εγώ με τη Λίζα, Ηλία Κοκκώνη 1971


Γιάννης Κατωμερής, Λίζα και Κώστας Μεντής, 1971, η μπλούζα του Μεντή είναι μπατίκ καμωμενο απο μένα 


Εγώ, η Λίζα και ο Γιάννης Κατωμερής 1969


Φωτογραφικο πειραμα του 1970, "διπλή έκθεση"


Lisa under the table...

Σιγά σιγά απομακρύνθηκα από τους φίλους του Δημοτικού, βρήκα νέες παρέες, παιδιά πιο ανεξάρτητα που αισθανόταν εντονότερα τα σκιρτήματα της εφηβείας, γνώρισα το Γιάννη Κατωμερή -που έμελλε να γίνει ένας από τους καλύτερους φίλους μου- και τον Δημήτρη Κούβαρη που ήταν και γείτονες. Από τους δύο ο πιο «περίεργος» ήταν ο Κούβαρης, λίγο τον ζηλεύαμε, ζούσε πρακτικά μόνος του, οι δικοί του ήταν χωρισμένοι και ο πατέρας του εμφανιζόταν στο σπίτι μόνο για ύπνο, οπότε είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων: ψώνιζε, μαγείρευε, έπλενε, συγύριζε, ένα παιδί 13 χρόνων δεν έδινε λόγο σε κανένα για να βγει έξω και να γυρίσει όποια ώρα ήθελε. Τι κάναμε τις ελεύθερες ώρες μας; Ακούγαμε μουσική ή πηγαίναμε κινηματογράφο, σχεδόν κάθε μέρα. Ο Δημήτρης είχε ένα πικάπ Dual και μερικούς δίσκους με μοντέρνα μουσική που έπαιζε όλη μέρα,  όταν βγήκε το White album των Beatles ανακάλυψε ότι βάζοντας ένα ταληράκι πάνω στην κεφαλή του πικάπ ακουγόταν καλύτερα, το πράγμα τότε με είχε εντυπωσιάσει. Κάποτε, πρέπει νάταν φθινόπωρο του 1968, βρέθηκε με ένα κουτάβι παχουλό παχουλό που αγαπήσαμε από τη πρώτη στιγμή που το είδαμε. Δεν είναι ότι δεν το αγαπούσε και ο Δημήτρης, αλλά κάπως το παραμελούσε: πότε το άφηνε μόνο του, πότε ξέχναγε να του δώσει φαΐ, τέλος πάντων μας έδινε την εντύπωση ότι δεν το ντάντευε όπως έπρεπε.  Πως έγινε δεν ξέρω, πάντως επενέβη ο Γιάννης ο Κατωμερής και η σκυλίτσα, Λίζα τ’όνομά της έγινε δική του. Η Λίζα μεγάλωσε και έγινε όμορφη, έξυπνη και αγαπιάρα, η μασκώτ μας, πάντα μαζί, συμμετείχε στις χαρές και στις λύπες μας, ο Γιάννης την περιποιήθηκε σαν παιδί. Οι καιροί ήταν τότε διαφορετικοί, στη Νέα Σμύρνη δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι, η Λίζα με το λουράκι της πήγαινε βόλτες και μόνη της, συχνά άκουγα χαρχαλέματα στην πόρτα του κήπου, πήγαινα να δω ποιος είναι, ήταν η Λίζα πούχε έρθει να μας κάνει επίσκεψη.
Δεν ήταν βέβαια χωρίς κινδύνους αυτό το καθεστώς ελευθερίας: κάποιο απόγευμα, θάταν Νοέμβρης του 1969 πήγαινα με τον μακαρίτη το Μιχάλη Τριανταφύλλου (εξαιρετικός άνθρωπος, κρίμα που μας άφησε νωρίς) να παίξουμε μπάλα στη «Δεξαμενή» και στη διασταύρωση Αιγαίου και Αρτάκης συναντήσαμε παρκαρισμένο ένα περίεργο άσπρο φορτηγάκι, έξω ήταν δύο γλοιώδεις τύποι με το τσιγάρο στο στόμα που προσπαθούσαν να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό στο μικροσκοπικό ασπρόμαυρο σκυλάκι της κυρίας Παπαϊωάννου, μιας φίλης της μάνας μου. Φώναξα, τους έβρισα, αυτοί γελάγανε, «μα κάνουμε τη δουλειά μας», το φορτηγάκι ήταν γεμάτο κλουβιά με δυστυχισμένους σκύλους που είχαν πιάσει στην παγανιά που είχαν βγει. Πέταξα τη μπάλα στα μούτρα ενός απ΄αυτούς, το τσιγάρο τον έκαψε και άρχισε να φωνάζει, ο Μιχάλης με κάλυψε, πήρα το σκυλάκι και το πήγα στην κυρία του, το σπίτι της ήταν δυο τετράγωνα πιο πάνω, στην Παλαιών Πατρών Γερμανού.   

Δεν ξέρω τι τέλος είχε η Λίζα, το ’75 έφυγα για την Ιταλία και λίγο αργότερα έφυγε και ο Γιάννης για την Αμερική. Με τον Κατωμερή έχουμε ακόμη επαφή, δεν έχει χάσει την αγάπη του για τα σκυλιά, τον Κούβαρη τον έχω ψάξει στο διαδίκτυο δεν κατάφερα να βρω τίποτε, στο Google maps  το σπίτι του στην Σπύρου Αλεβίζου φαίνεται ερημωμένο.
Όσο για μένα, μετά από μια εικοσαετία γατοβασιλείας βρέθηκα να έχω δύο σκυλάκια, πολυαγαπημένα και καλο
νταντεμένα, τη Λίζα δεν την ξεχνάω, για μένα είναι το πρότυπο του καλοκάγαθου σκύλου, πρότυπο ομορφιάς, εμπιστοσύνης, αθωότητας και σκυλίσιας ειλικρίνειας.

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

Ο ΡΙΚΟΣ

Στο πατρικό μου σπίτι για αρκετό διάστημα δεν είχαμε κατοικίδια ζώα γιατί η μάνα μου ζούσε με τον τρόμο του εχινόκοκκου, μιας αρρώστιας για την οποία δεν ακούγονται πολλά τα τελευταία χρόνια. Προς το τέλος του 1964, θάταν Νοέμβρης ή Δεκέμβρης, γυρίζοντας από το σχολείο ανακάλυψα στα σκουπίδια μερικά νεογέννητα γατάκια που κάποιος αχρείος είχε πετάξει και νιαούριζαν φοβισμένα. Τόλμησα να βάλω στην τσάντα μου το πιο ζωηρό, και χωρίς να πω τίποτε το τρύπωσα στο σπίτι, κρύβονταςτο μέσα σε ένα ντουλάπι στην κουζίνα. Η μάνα μου πέρασε όλο το απόγευμα ψάχνοντας να εντοπίσει από που προερχόταν κάτι μακρινά νιαουριτά, έως ότου αποφάσισα να αποκαλύψω την αλήθεια. Με μεγάλη μου έκπληξη οι γονείς μου δεν αντέδρασαν άσχημα, είδαν το γατάκι όμορφο και ανυπεράσπιστο και αποφάσισαν να το κρατήσουμε, ο πατέρας μου του ‘δωσε τ‘όνομα «Ρίκος», έτσι έλεγαν το γάτο ενός  χωροφλά στον Αι Στράτη, όταν ήταν εξόριστος εκεί. 

Ο Ρίκος το 1966

Ο Ρίκος μεγάλωσε με φροντίδες και αγάπη, μου είχε προφανώς μεγάλη αδυναμία και τυφλή εμπιστοσύνη, τον αγάπησα όσο δε γινόταν άλλο, παίζαμε, διαβάζαμε και κοιμόμαστε μαζί.  Με τα καμώματά και τη γατίσια του τσαχπινιά σιγά σιγά κατάκτησε -φαινομενικά- και τους γονείς μου που στην αρχή ήταν διστακτικοί. Όμως η μάνα μου δεν είχε χάσει τη μανία της καθαριότητας, κάθε φορά που μ΄έβλεπε αγκαλιά με το Ρίκο όλο γκρίνιαζε, δυσανασχετούσε, όταν δε - λόγω εποχής - ο γάτος άρχισε να αλλάζει το τρίχωμα έκανε σαν τρελή: «θα κολλήσεις αρρώστιες» «πρόσεχε τον εχινόκοκκο…» «θα το κατσιάσεις το γατί» κλπ. Ο γατούλης ήταν από τη φύση του καθαρός, πέρναγε απογεύματα ολόκληρα κάνοντας τουαλέτα, είχε μάθει κιόλας να κάνει τις ανάγκες του σ΄ένα πλαστικό κάδο στο μπάνιο και να τις σκεπάζει με χαρτί τουαλέτας!  Παρόλαυτα  η μάνα μου από τα λόγια κάποτε πέρασε και στα έργα, χωρίς να μου πει τίποτε, με το γάτο σε μια τσάντα ξεκίνησε με τον πατέρα μου μια βόλτα μέχρι τη Βούλα ή τη Βουλιαγμένη, όπου άκαρδα τον πέταξαν σε κάποιο κήπο κάπου εκεί κοντά. Μη βλέποντας το Ρίκο στο σπίτι ανησύχησα πολύ, έψαξα παντού, ρώτησα γνωστούς και αγνώστους, κανείς δεν ήξερε ή είχε δει κάτι. Οι δικοί μου έκαναν την παλαβή, «θα ψάχνει αρραβωνιάρες», «οι αρσενικοί γάτοι είναι αλανιάρηδες» μού έλεγαν.  Έκλαψα, θύμωσα, απογοητεύτηκα, τελικά άρχισα να συνηθίζω στην ιδέα ότι ο Ρίκος είχε χαθεί. Πέρασε πάνω από μήνας, και ένα πρωί, σπασίκλας καθώς ήμουνα είχα ξυπνήσει νωρίς και έκανα επανάληψη κάποιο μάθημα στην κουζίνα ετοιμάζοντας πρωινό για όλους, οπότε άκουσα κάτι να χτυπάει απαλά το παράθυρο, άνοιξα και προς μεγάλη μου έκπληξη βρώμικος και καταπονημένος έπεσε στην αγκαλιά μου ο Ρίκος! Πως κατάφερε να βρει το δρόμο για να έρθει πίσω είναι ένα μυστήριο. Όταν τον είδε η μάνα μου έκπληκτη και μετανοιωμένη αναγκάστηκε να παραδεχτεί την πλεκτάνη, της έκανα μούρη για καιρό.  Με την επιστροφή του ο Ρίκος καταξιώθηκε σαν το επίσημο κατοικίδιο του σπιτιού, που του γινόταν όλα τα χατήρια. Τόλμαγε να παρουσιαστεί όταν ερχόταν οι πελάτισσες της μητέρας μου να κάνουν πρόβα – πριν ήταν κάτι το αδιανόητο – που τον γνώριζαν και τον αποζητούσαν και ξάπλωνε πάνω στα πατρόν και στα μισοτελειωμένα ρούχα για να ξεκουραστεί δίχως κανείς να του πει τίποτε.

Τον Ιούλιο του ’65 χρειάστηκε να τον πάμε στον κτηνίατρο, η υπάλληλος στο check-in (τότε το λέγαμε εισαγωγή) στην κλινική έγραψε στην καρτέλα του «Όνομα: γαλή  Ρίκος Χατζόπουλος», το γεγονός φάνηκε πολύ διασκεδαστικό στον πατέρα μου, το ’λεγε και το επαναλάμβανε για μέρες…  Πηγαίνοντας στο κέντρο στην Αθήνα ψάχνοντας να βρούμε κολλάρο για γάτους κινδυνέψαμε να μας ξυλοφορτώσει η αστυνομία, ήταν η περίοδος των Ιουλιανών, έχω περιγράψει την περιπέτεια σε παλαιότερη ανάρτηση.

Η βασιλεία του Ρίκου δεν δυστυχώς δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ: το καλοκαίρι του ‘67 αρρώστησε από απροσδιόριστη αρρώστια, ο γιατρός μας έδωσε αντιβιοτικό που όμως δεν έκανε τίποτε… παρόλες τις προσπάθειές μας πέθανε μέσα σε λίγες μέρες.  

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Ο ΝΙΟΝΙΟΣ

Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στη Νέα Σμύρνη. Σε μιά μονοκατοικία με ατελείωτη για τα παιδικά μου μάτια αυλή ζούσε όλη η ευρύτερη οικογένεια της μητέρας μου, μεταξύ των οποίων και ο μικρότερος αδελφός της, ο Διονύσης Στούμπος – ο Νιόνιος. Η παρουσία του στο σπίτι στάθηκε για μένα καταλυτική, τα λίγα χρόνια που ζήσαμε μαζί χρησίμεψαν σαν καθημερινή εκπαίδευση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, των προτιμήσεων και της αντίληψης μου για τα πράγματα και τη ζωή.
Έξω από το σπίτι της γιαγιάς μου στη Νέα Σμύρνη το 1965. Οι δρόμοι (η Ηλία Κοκκώνη που είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητο, αλλά και η Κράτητος που φαίνεται πίσω) είναι ακόμη όλοι χωματόδρομοι.
 Όπως και οι άλλοι αρσενικοί της οικογένειας ο θείος Νιόνιος δούλευε σαν ιατρικός επισκέπτης, χωρίς βέβαια να έχει τα τυπικά προσόντα που χρειάζονται σήμερα, άλλες εποχές τότε. Και ήταν καλός, πολύ καλός στη δουλειά του. Λόγω επαγγέλματος ταξίδευε συχνά, αυτή η συνεχής μετακίνηση και η σχετική οικονομική ευχέρεια του έδωσαν σιγουριά, έγινε δανδής, γλεντζές, πάντα καλοντυμένος, σύχναζε σε μπαρ και ακριβά εστιατόρια, έπινε single malt whisky (το 1960… ). Γερό ποτήρι, κατάφερνε να βγαίνει με τους φίλους του για χαβαλέ και πιοτό μέχρι αργά και παρ' όλ' αυτά το πρωί να παρουσιάζεται φρέσκος φρέσκος, πλυμένος, ξυρισμένος, έτοιμος για να πάει δουλειά. Το δωμάτιό του ήταν πάντα κλειστό και δεν επιτρεπόταν σε μας τα παιδιά να πλησιάσουμε. Τι κρυβόταν εκεί μέσα στάθηκε για μένα αξεδιάλυτο μυστήριο για χρόνια. Όταν κάποτε κατάφερα στα κρυφά να μπω μέσα δεν βρήκα τίποτε το περίεργο, δυο τρεις ντουλάπες με αντρικά ρούχα, κυρίως πουκάμισα και γραβάτες όλων των ειδών και αποχρώσεων. 
Το 1960 αγόρασε ένα Renault Dauphine για τη δουλειά του, χρώμα λαχανί, το έπλενε, το περιποιόταν, το στόλιζε, του'βαλε και ραδιόφωνο, άκουγε κυρίως Τρίτο Πρόγραμμα και μου κόλλησε την αγάπη για την κλασσική μουσική. Τις Κυριακές πηγαίναμε πάντα εκδρομή, στη Γλυφάδα, στην Πάρνηθα, στο Λαγονήσι ή απλά στο Φάληρο για μαριδάκι, γαρίδες ή ψαρομεζέ. 
Λυπήθηκα πολύ όταν παντρεύτηκε, γιατί βέβαια μετακόμισε στο νέο σπίτι με τη γυναίκα του, μιά μοντέρνα και όμορφη αιτωλικιώτισα. Το σπίτι τους ήταν αρκετά μακριά από μας για τα δεδομένα της εποχής, στην Αθήνα στην οδό Ισαύρων ή ίσως Τσιμισκή, ψηλά στο Λυκαβηττό. Παρόλ'αυτά δε χαθήκαμε, ερχόταν συχνά να με βρει και που και που - φαντάζομαι για το εθιμοτυπικό - πηγαίναμε επίσκεψη με τη μητέρα μου. Μαζί τους ζούσε για ένα διάστημα και ο εργένης αδελφός της συζύγου, ο Τάκης, που ήταν τότε ένας άσημος ηθοποιός που όμως μέσα σε λίγα χρόνια έκανε καριέρα. Ο Τάκης πρέπει να είχε μεγάλη επιτυχία με τις γυναίκες, κάθε φορά τον βλέπαμε με καινούργια φιλενάδα. Κάποια φορά με άφησαν μόνο μου για πολλή ώρα με μία από τις αρραβωνιάρες, μια ψηλή και αδύνατη κοπέλα, φιλική και οικεία, με κοντά κόκκινα μαλλιά και εντυπωσιακά, μεγάλα πράσινα μάτια. Υπνωτίστηκα, δεν τολμούσα να την κοιτάξω κατάματα, έγινα κατακόκκινος και δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη. Αργότερα όταν η μάνα μου με πήρε να φύγουμε με επέπληξε γιατί “καθόμουνα σα βλάκας χωρίς να μιλάω με τον ξένο κόσμο”... 
Το καλοκαίρι του 1963 πήγαμε μαζί οι δυο οικογένειες, οι Στουμπαίοι και οι Χατζοπουλαίοι διακοπές στο “Νησί Τουρλίδας”, ένα τεχνητό νησί που δημιουργήθηκε όταν σκάφτηκε το κανάλι για τα καράβια στο λιμάνι του Μεσολογγίου. Στο νησί δεν υπήρχε ηλεκτρικό ούτε τρεχούμενο νερό, ήδη από την δεύτερη μέρα αρρώστησα γιατί έφαγα πολλά ωμά σπαρίδια (η ιδέα ήταν του Νιόνιου), η μάνα μου μ' έτρεχε σε γιατρούς και καταράστηκε τη στιγμή που σκέφτηκε να κάνει “προσκοπικές” διακοπές. Όταν τελικά έγινα καλά μου κόλλησε η ιδέα να πάρω μαζί μου στην Αθήνα ένα μαύρο γατάκι που είχα βρει εκεί, είδαν και έπαθαν να με μεταπείσουν, τελικά το αφήσαμε σε μια φίλη της μάνας μου στο Μεσολόγγι. 
Παρόλα τα ταξίδια και την παντρειά, ο Νιόνιος εύρισκε πάντα χρόνο να αφιερώσει σε μένα. Ερχόταν συχνά τα απογεύματα και μου άνοιγε συζητήσεις για μουσική, μ’έβαζε με το σώνει και καλά να διαβάζω ποίηση, Παλαμά, Μαλακάση, Σικελιανό. Άλλες φορές έβγαζε από την τσέπη την εφημερίδα, στην αρχή τα “Νέα” και από το '64 την «Δημοκρατική Αλλαγή» (1) και μου εξηγούσε την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Τον θαύμαζα και τον αγαπούσα πολύ, παρόλο που με φόβιζε λίγο, ήξερε να είναι τρυφερός και ήπιος αλλά συγχρόνως απαιτητικός και σχολαστικός, ενδόμυχα τον έβλεπα σαν παράδειγμα προς μίμηση παρόλο που δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Αυτή του η μανία για την εγκυκλοπαιδική μόρφωση (μανία που είχε ίσως σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό ο πατέρας μου) με έσωσε πολλές φορές στο σχολείο, γιατί αρκετά θέματα από τη διδακτέα ύλη πολλών μαθημάτων τα ήξερα ήδη από τις ατελείωτες συζητήσεις με τον πατέρα μου ή με τον Νιόνιο. Αυτός και η γυναίκα του, η Δήμητρα, μου χάρισαν δεκάδες βιβλία, πολλά “παιδικά” (Ιούλιο Βερν, Αλ. Δουμά κλπ) αλλά και “σοβαρά” Χέμινγουεϊ, Στάϊνμπεκ, Κορδάτο, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι. Κάποτε βρήκε στο Μοναστηράκι ένα αντίτυπο από τα “Ελεγεία και ειδύλλια” του Κωστα Χατζόπουλου και ενθουσιασμένος απαίτησε από μένα όχι μόνο να το διαβάσω αλλά και να το αποστηθίσω (πράγμα που βέβαια δεν κατάφερα).

Μεσολόγγι, Κήπος των Ηρώων, 1995, ο Διονύσης Στούμπος με τη μητέρα μου Σταυρούλα και τη γυναίκα μου Νατσαρένα. 

Όταν κατάλαβε ότι δεν είχα κλίση προς την ποίηση προσπάθησε (και το πέτυχε) να μου εμφυσήσει την αγάπη του για τη φωτογραφία. Το 1964 μου χάρισε μία απλοϊκή φωτογραφική μηχανή Kodak brownie, τον επόμενο χρόνο μια διοπτική Lubitel 2 (6x6) και το 1967 μια κινηματογραφική μηχανή λήψης 8mm Yashica 8-E III. Μαζί με τη μηχανή λήψης μου χάρισε και μιά μηχανή προβολής και ένα έντιτορ να κάνω μοντάζ στα φιλμ που τραβούσα. Στο κουτί της μηχανής προβολής βρισκόταν και μια μπομπινούλα με ένα λιγόλεπτο φιλμ που λεγόταν «Η διακόρευσις της Χουανίτα», η πρώτη «τολμηρή» ταινία που είδα στη ζωή μου. Όταν έγινα 13 χρονών, χωρίς να δώσει εξηγήσεις στους δικούς μου ήρθε ένα βράδυ και με πήρε “να πούμε τα αντρικά μας”. Μετά από πολλούς γύρους και αφού ήταν πλέον αργά φτάσαμε σε μιά σκοτεινή περιοχή, Τζιτζιφιές, Μοσχάτο, Καλλιθέα δεν προσανατολίστηκα καλά. Μπήκαμε σ' ένα κέντρο που έξω δεν φαινόταν να έχει φώτα ή επιγραφή, μέσα όμως ήταν πολυτελέστατο, χλιδάτο, κάτι το εντελώς πρωτόγνωρο για μένα. Υπήρχε ορχήστρα, κορίτσια με φανταχτερά ρούχα, κουστουμαρισμένα γκαρσόνια και τα τοιαύτα. Παρ'όλη τη μικρή μου ηλικία μου έδειχνα ενήλικας, ήμουν ήδη 1,80 ύψος και ξυριζόμουνα, οπότε κανείς δεν φαντάστηκε ότι ήμουν παιδί. Ήπια για πρώτη φορά στη ζωή μου ουίσκι και χάζεψα το χορευτικό πρόγραμμα. Όταν μετά από μέρες μου ξέφυγε και ανέφερα το γεγονός στη μάνα μου έγινε πυρ και μανία, τον κατσάδιασε για τα καλά και του κράτησε μούρη για καιρό. 
Στο σπίτι μου στο Γαλάτσι, 2003.
Μπαίνοντας στην εφηβεία άρχισα να βλέπω τα πράματα με άλλο μάτι, έπαψα να ενδιαφέρομαι τόσο για το διάβασμα και τα μαθήματα, άλλαξα παρέες, συνήθειες, προτιμήσεις, οπότε αναπόφευκτα έπαψα να βλέπω το θειό μου το Νιόνιο σα δάσκαλο ζωής. Όχι ότι χαθήκαμε, βλεπόμασταν πιο αραιά, κάποιες χρονιές πήγαμε μαζί διακοπές το καλοκαίρι, δεν χάσαμε ποτέ επαφή. Όταν εγκαταστάθηκα στο εξωτερικό αποξενωθήκαμε κάπως περισσότερο, παρόλο που δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ και να τον εκτιμώ πιο πολύ απ'όλα τα αδέρφια της μάνας μου. Το '82 αρρώστησε βαριά από την καρδιά του, χειρουργήθηκε στην Αγγλία, κατάφερε να επιζήσει και να καλοζωήσει για εικοσιεφτά ακόμη χρόνια. 
Πάνε δεκατρία χρόνια που μας άφησε, δεν τον ξέχασα, μου λείπει ακόμη και τώρα, μου λείπει το πρόσχαρο του χαμόγελο, το καλοκάγαθο του γέλιο, πολλές φορές ασυναίσθητα τον σκέφτομαι λες και είναι ακόμη ζωντανός, δεν νομίζω ότι θα καταφέρω ποτέ να αποδιώξω από μέσα μου αυτή τη σκέψη. 

 (1) Η «Δημοκρατική Αλλαγή» ήταν μία φιλοαριστερή εφημερίδα με πιο ελαφρό περιεχόμενο από την «Αυγή», κυκλοφόρησε από το 1964 έως το 1967 όταν την έκλεισε η δικτατορία.