Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Από το βιβλίο του Νίκου Παπαγεωργίου, “Τρία χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά” Αθήνα 2020

Η πλατεία Χατζοπούλου
Η πλατεία που βρισκόνταν
το σπίτι του παππού και της γιαγιάς
λεγόταν “πλατεία Χατζοπούλου”.
Ο Δήμος Αγρινίου είχε τιμήσει
ένα από τα αδέλφια του παππού,
τον ποιητή και πεζογράφο
Κώστα Χατζόπουλο.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην περίοδο της κατοχής. Σε πρώτο πλάνο τα “Χατζοπουλεϊκα”, η κοπέλα στο μπαλκόνι είναι κατά πάσα πιθανότητα η Ειρήνη Χατζοπούλου.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην δεκαετία του '50, υπάρχει ήδη η πρώτη προτομή του Κώστα Χατζόπουλου.

Μετά τον πόλεμο ο Δήμος Αγρινίου
έστησε στην πλατεία την προτομή του.
Η προτομή αργότερα κατέληξε
στο πάρκο του Αγρινίου.
Το πάρκο ήταν τα χωράφια του
Κώστα Χατζόπουλου.
Αγοράστηκαν από τους αδελφούς
Παπαστράτου και γίναν πάρκο.

Στον πόλεμο και στην κατοχή
η πλατεία ήταν πρωτόγονη.
Γύρω-γύρω ένας φούρνος αστείος,
ένα  μπακάλικο, ένα σιδηρουργείο,
τα γραφεία της Εφορίας, ο υποσταθμός
της ΔΕΗ, ένας οίκος ανοχής  προσωρινός,
για τους Ιταλούς της κατοχής.
Εκείνο όμως που έγραψε ιστορία 
ήταν το ψιλικατζίδικο του Κολοβού.
Με στέλναν συνέχεια οι θείες
για “λάστιχο”, κλωστές και “μασουράκια”.
Και εκείνες οι θεόρατες καραμέλες
του “Αστακού” χοντρές σαν γαρίδες
και οι καραμέλες “Τσάρλεστον”...
Εκεί αγόραζα το σπάγκο
και τα χρωματιστά χαρτιά
για το χαρταετό μου.

 Θυμάμαι μόνο τρεις δρόμους.
Ο ένας πήγαινε στο τραίνο.
Ο άλλος πήγαινε στην αγορά.
Ο τρίτος πήγαινε στο Ζαπάντι.
Ο αγαπημένος μου δρόμος.
Ο παππούς ετοίμαζε το άλογο.
Ανέβαινε επάνω και “πισωκάπουλα” εγώ.
Ξεκινούσαμε για το Ζαπάντι.
Η χαρά μου απερίγραπτη.
Ήταν ένας φαρδύς χωματόδρομος.
Περνούσαμε τον συνοικισμό των γύφτων.
Κοντεύοντας να φτάσουμε στο κτήμα
αντικρίζαμε το μισογκρεμισμένο
τούρκικο τζαμί.
Πάνω στο δρόμο.
Το “στοιχειό” του δρόμου.
Φτάνοντας κοντά στο κυπαρίσσι
του σπιτιού ένοιωθα πως μπαίνω
μέσα σε ένα ανοιχτό πολύχρωμο
βιβλίο, γεμάτο από ωραίες εικόνες
και χρώματα της φύσης.

 

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΛΙΤΣΑ

Αθήνα 16-4-2021

Αγαπητέ μου Γιάννη,

κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την αδελφή μου Τσούπρου Σπανοπούλου που κατοικεί στην Χαλκίδα και την επιθυμία σου να πληροφορηθείς ιστορίες και γεγονότα συνδεδεμένα με την οικογένειά σου, αποφάσισα να σου παραθέσω τα παιδικά μου βιώματα που σχετίζονται με τη ζωή μου στο Αγρίνιο και γενικά με την οικογένεια των παππούδων σου.

Ονομάζομαι Ιουλία Παπαδοπούλου το γένος Σπανοπούλου, γεννήθηκα το 1941 και έμεινα στην πλατεία Χατζοπούλου, συγκατοικούσα στο ίδιο σπίτι πάνω-κάτω με τους παππούδες σου Γιώργο και Σοφία, τον πατέρα σου και τις αδελφές του Φανή, Ελένη, Ειρήνη, Φιφή και Μάρθα.

Εγώ και τα τέσσερα αδέρφια μου, δύο κορίτσια και τρία αγόρια, γεννηθήκαμε σε αυτό το σπίτι και ζήσαμε τα περισσότερα χρόνια της ζωής μας μία ζωή γεμάτη ανεμελιά, χαρά, παιχνίδι και άρρηκτα συνδεδεμένα με την οικογένειά του πατέρα σου. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν στο παρελθόν και ας βρεθούμε στην πλατεία Χατζοπούλου, στο μεγάλο Αρχοντικό, στο αξέχαστο σπίτι μας, αφού στο ισόγειο έμενε η δική μου οικογένεια και στον πάνω όροφο οι παππούδες σου.

Ας ανοίξουμε λοιπόν την μεγάλη ξύλινη πόρτα που το βράδυ έκλεινε από μέσα με μία βαριά σιδερένια μπάρα, δεν νομίζω όμως να έκλεισε ποτέ καθότι οι πόρτες εκείνης της εποχής έμειναν όλο ανοιχτές μέρα-νύχτα.

Αχ Θεέ μου! ανοίγει η μεγάλη πόρτα και βρισκόμαστε σε μία -όχι μεγάλη- αλλά μιά τεράστια πλακόστρωτη αυλή, στην άκρη παρτέρια με νυχτολούλουδα και σκορπισμένες μέσα σε αυτή τρεις αποθήκες-πλυσταριά. Ένα από αυτά, το πιο καλοδιατηρημένο, υπήρξε η παιδική μας θεατρική σκηνή, το μικρό μας θέατρο. Καλλιτεχνικός διευθυντής, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ποιος άλλος; εγώ. Όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες στα χέρια μου: ηθοποιοί όλες οι μικρές μας φίλες που τα σπίτια τους ήταν γύρω γύρω από την πλατεία και είχαν επιφορτιστεί να φέρουν ότι καλό υπήρχε στα συρτάρια των σπιτιών τους, μεταξωτά υφάσματα, σεντόνια, κουρτίνες για την κατασκευή φορεσιών, εγώ στην κυριολεξία είχα αδειάσει τα συρτάρια της μητέρας μου.

Η Λίτσα Σπανοπούλου με τη "στολή της Αμαλίας"  που επιδιόρθωσαν για την παρέλαση ο πατέρας μου και η Μάνθα Χατζοπούλου.  Φωτογραφία Ξυθάλη του 1952 (υπολογισμοί δικοί μου).  

Φαντάζεσαι λοιπόν τι γινόταν όλη την ημέρα στην αυλή, πρόβες, φασαρία, τσακωμοί έως ότου έρθει η πολυπόθητη ημέρα της πρεμιέρας όλη η γειτονιά στο πόδι, που στο τέλος η γιαγιά σου δεν αντέχει άλλο έβγαζε το κεφάλι της στο παράθυρο της κουζίνας και φώναζε: “Λίτσα α α α ... πάλι μάζεψες όλη τη γειτονιά στην αυλή!”
Θεατρόφιλο κοινό ήταν οι υπόλοιποι μικροί μας φίλοι που δεν είχαν την τύχη να λάβουν μέρος στην παράσταση και ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν εισιτήριο, ίσως είχα κάποια έφεση στα καλλιτεχνικά, είχα το ίδιογονίδιο του πατέρα μου ο οποίος ήταν θεατρόφιλος και φανατικός λάτρης της κλασικής μουσικής με αγαπημένο του μουσικό τον Βέρντι. Ηθοποιός έγινε η κόρη μου, αναγνωρισμένη στην Ελλάδα.

Το πλυσταριό αυτό διαμορφωνόταν ανάλογα των περιστάσεων, πότε γινόταν χοροδιδασκαλείο και πότε διδασκόταν παραδοσιακοί χοροί: μπάλος, συρτός και λοιπά, πότε εκκλησιαστικός χώρος αφού γινόταν τελετές βαπτίσεων, αρραβώνων και γάμων με πρωταγωνιστές τα μικρά μας αδέλφια και τις μικρές μας φίλες με κουφέτα και γλυκά που αγόγγυστα ετοίμαζε η μητέρα μου.
Μόλις τελείωνε η δική μου θεατρική σεζόν ανέβαιναν τα σκηνικά του καραγκιόζη με παραγωγούς τα μικρά μας αδέλφια και σκηνικά και κατασκευή φιγούρων αποκλειστικά δική τους. Το κοινό, πάντα οι μικροί μας φίλοι: “οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ” - πλατεία Χατζοπούλου.
Μέσα σε αυτή την αυλή υπήρχε ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο σπίτι του πατέρα σου/Αρχικά υπήρχε μία μεγάλη σκεπαστή λότζα βεράντα με γλάστρες και ένα μεγάλο καναπέ που καθόταν ο παππούς σου και με είχε επιφορτίσει να το διαβάζω καθημερινά τον “Τσακιτζή” αληθινό ήρωα της Μικράς Ασίας που δημοσιευόταν σε σειρές στην εφημερίδα. Το σπίτι αυτό ήταν και δικό μας σπίτι αφού όλη την ημέρα ήμασταν πάνω-κάτω το δε μεσημέρι που όλοι κοιμόταν εμείς βρίσκαμε καταφύγιο στο μικρό καμαράκι. Εκεί μέσα ήταν ο κρυμμένος θησαυρός: μέσα από παλιά σεντούκια βγάζαμε άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες, την αλληλογραφία του ποιητή με άλλους λογοτέχνες, πολύτιμα αντικείμενα, λαϊκές ενδυμασίες καθώς και η “στολή της Αμαλίας” που την φόρεσα και εγώ μετά από ολονύχτια εργασία του πατέρα σου και της Μάρθας για να επιδιορθώσουν το φέσι που είχε χαλάσει για να το φορέσω εγώ την άλλη μέρα στην παρέλαση καθότι ήμουν παραστάτης. Τη στολή αυτή την φόρεσε και η Σέντα Χατζοπούλου, σήμερα βρίσκεται στο Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών.

Γενικά όμως το Αγρίνιο είχε αρκετά υψηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο καθότι λειτουργούσαν δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, μορφωτικοί σύλλογοι, φιλαρμονική στην οποία ήταν μέλος και ο αδερφός μου με ειδικότητα στο όργανο όμποε, σχολεία, γυμνάσιο αρρένων και θηλέων, εμπορική σχολή, ευεργετήματα των μεγάλων βιομηχανιών καπνού Παπαστράτου, γόνων Αγρινίου εξ΄ου και οδός Παπαστράτου, Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια κλπ. Η καλλιέργεια του καπνού είχε τονώσει την οικονομία της πόλης αφού λειτουργούσαν πολλές καπναποθήκες επεξεργασίας καπνού όπου απασχολούνταν εκατοντάδες άνθρωποι καθημερινά.

Το Αγρίνιο είχε ονομαστεί η πόλις του Κροίσου”, ο καπνός καλλιεργούνταν σε ένα μικρό προάστιο, το Ζαπάντι, παλιά τουρκοκατοικημένο, έως σήμερα διασώζεται το τζαμί. Στο προάστιο αυτό υπήρχαν σπίτια εύπορων οικογενειών που διέθεταν πολλά κτήματα για την καλλιέργεια του καπνού. Μεταξύ αυτών του παππού σου και τον πατέρα μου. Εκεί περνούσαμε τα καλοκαίρια μας, το δικό μας σπίτι ήταν μία μικρή έπαυλη ακριβώς στο κέντρο του μεγάλου κτήματος, με ξύλινα στολίδια εξωτερικά και επικλινή σκεπή ήταν διώροφο με εσωτερική ξύλινη σκάλα και παράθυρα από όλα τα σημεία του ορίζοντα από όπου βλέπαμε το σπίτι του παππού σου και κάθε πρωί φωνάζοντας δυνατά τους καλημερίζαμε: “γιαγιά Σοφία α α α” “Μάρθα α α” “Ελένη η η”, άμεσα μας ανταπέδιδαν την καλημέρα.

Αυτόν τον τύπο του σπιτιού τον είδα για πρώτη φορά στα αγροκτήματα της Ιταλίας σε κάποιο ταξίδι που έκανα εκεί και αναφώνησα: “το σπίτι μου ... το σπίτι μου”!

Ο πατέρας μου μου διηγήθηκε πως όταν τελείωσε το κτίσιμο του σπιτιού ο παππούς μου μίσθωσε όλες τις άμαξες στο Αγρίνιο για να μεταφέρουν δωρεάν όσους ήθελαν να το δουν. Η φιλαρμονική παιάνιζε όλη την ημέρα, ο κόσμος έτρωγε και έπινε, τραγουδούσε και χόρευε. 'Οπως βλέπεις συμπορευτήκαμε όλη μας τη ζωή με την οικογένειά του πατέρα σου, μαζί τους χειμώνες, μαζί και τα καλοκαίρια.

Η θεία σου η Ειρήνη ήταν η καλύτερη μοδίστρα του Αγρινίου και είχαμε επιστρατευθεί εγώ και ο μεγάλος μου αδερφός να μεταφέρουμε τα έτοιμα ρούχα στα σπίτια των πελατών με αντάλλαγμα φιλοδωρήματος άλλοτε μικρού και άλλοτε μεγάλου. Πελάτισσες; η γυναίκα του δημάρχου, οι γυναίκες των βιομηχάνων αλλά και των εμπόρων καπνού που κατά καιρούς ερχόταν για την αγορά του και επέλεγαν την Ειρήνη για το ράψιμο τουαλετών που θα φορούσα στις χοροεσπερίδες. Εμένα προσωπικά η Ειρήνη μου έραψε μία ωραιότατη στολή για το γυμνάσιο αφού υποχρέωσε την μητέρα μου -η οποία βέβαια δεν είχε αντίρρηση- να αγοράσει το καλύτερο ύφασμα και έτσι και έγινε. Εγώ ήμουν πάλι περήφανη αφού όλες οι φίλες μου με ρωτούσαν ποιος μου την έφτιαξε.

Ας τελειώσουμε με ένα ευτράπελο περιστατικό. Ο παππούς σου Γιώργος ένα βράδυ δεν είχε ύπνο και ήταν και πολύ ανήσυχος. Άρχισε να χτυπάει με τη μαγκούρα δυνατά το σανιδένιο πάτωμα και να ζητάει από την γιαγιά σου να πάει στο γιατρό εκείνη την ώρα -ήταν βέβαια αργά το βράδυ- και να του φέρει φάρμακο για να κοιμηθεί. Η γιαγιά σου, γυναίκα με μεγάλη υπομονή και στωικότητα, του εξήγησε πως ήταν πολύ αργά για το γιατρό αλλά ο παππούς σου δεν άκουγε τίποτα και επέμενε. Κατέβηκε τότε στη μητέρα μου -υπήρχε εύκολη πρόσβαση στο σπίτι μας από την πόρτα της κουζίνας που έβλεπε την αυλή- και ζήτησε τη βοήθειά της. Εμείς βέβαια κάτω είχαμε ακούσει τις μαγκουριές στο ταβάνι μας και είχαμε καταλάβει. Η μητέρα μου, πολύ ευρηματική, είπε στον παππού σου να μην στεναχωριέται γιατί θα τακτοποιούσε αυτή το θέμα αμέσως. Πράγματι έβαλε το τηγάνι στη φωτιά, έριξε αλεύρι, μέλι, και δεν θυμάμαι τι άλλο και έφτιαξε μικρά στρογγυλά σουβλάκια, τα έριξε σε ένα μικρό μπουκαλάκι και ανέβηκε πάνω. Ο παππούς σου ήταν ακόμη μαινόμενος ταύρος. Τον ενημέρωσε πώς δήθεν πήγε η ίδια στο γιατρό και πήρε το φάρμακο. Του έδωσε να πιει ένα μικρό σβωλάκι και του επέστησε την προσοχή να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες του γιατρού. Σε λίγη ώρα ο παππούς σου είχε ηρεμήσει και διαβεβαίωσε τη μητέρα μου πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το καλό που του έκανε την ευχαριστούσε συνέχεια ώσπου βυθίστηκε σε ένα βαθύ παιδικό ύπνο. Καταλαβαίνεις τι έγινε τότε, γέλια, γέλια, χωρατά, το περιστατικό αυτό ήταν καθημερινή συζήτηση για μέρες στο απογευματινό καφεδάκι που η γιαγιά σου σχεδόν κάθε μέρ κατέβαινε να πάρει στο σπίτι μας.

Αγαπητέ μου Γιάννη, πιστεύω να σε ταξίδεψα νοερά όσο το δυνατόν στο παρελθόν και να γεύτηκες κάπως την ατμόσφαιρα και τη ζεστασιά του σπιτιού του πατέρα σου,

στέλνω χαιρετισμούς στην οικογένειά σου και ολόθερμες ευχές σε όλους σας για το επερχόμενο Πάσχα!

Αν χρειάζεσαι κάτι άλλο και μπορώ να βοηθήσω θα το κάνω με μεγάλη χαρά και προθυμία.

Σας φιλώ όλους με πολύ αγάπη

Ιουλία

Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Γεώργιος Ιωάννη Χατζόπουλος 1874 - 1953

Ο Γιώργος (Γεώργιος) Χατζόπουλος γεννήθηκε και έζησε στο Αγρίνο. Σε αντίθεση με τα πιό γνωστά του αδέλφια Κώστα, Μήτσο και Ζαχαρία Χατζόπουλου δεν ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Παρόλο που δεν είχε τη φήμη και την αίγλη των αδελφών του, στο Αγρίνιο ήταν μιά προσωπικότητα. Σπούδασε, έβγαλε το γυμνάσιο και άρχισε να ασχολείται με την καπνοκαλλιέργεια. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ανέμελα, με ταξίδια, φλερτ και ζωή χωρίς πολλές έγνοιες, μιά και τη διαχείριση των οικονομικών την είχε ο πατέρας του Ιωάννης. Αργότερα σοβαρεύτηκε, παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος για τα δεδομένα της εποχής, από έρωτα και ενάντια στη θέληση των δικών του με μιά πολύ πιό νέα κοπέλα, τη Σοφία Γραβάλου. Η ζωή του σημαδεύτηκε και άλλαξε όταν το 1928 αυτοκτόνησε σε ηλικία 16 ετών ο πρωτότοκος γιός του Γιάννης.

Ο Γεώργιος Χατζόπουλος σε μιά φωτογραφία τραβηγμένη γύρω στο 1920

Όπως όλοι σχεδόν οι Χατζοπουλαίοι ήταν λίγο περίεργος, ιδιόρρυθμος τύπος. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικογένεια ήταν ενεργά φιλοβασιλικός, στα κρίσιμα χρόνια του εθνικού διχασμού, από το 1916 έως το 1920, διατέλεσε επίστρατος. Μπόρεσε να εκμεταλλευτεί αυτή του την επιλογή πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο γιός του Πάνος καταδικάστηκε και καταδιώχτηκε από τα εμφυλιοπολεμικά δικαστήρια, οπότε οι γνωριμίες στον υψηλά ιστάμενο φιλοβασιλικό χώρο φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του – παρόλο που στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ φανατικός – αυτές του οι πεποιθήσεις μετεξελίχθηκαν σε ένα εντελώς προσωπικό -και αρνητικό - τρόπο αντιμετώπισης της εξουσίας και των οργάνων της.
Χαρακτηριστική είναι η καθημερινή διαμάχη του στα χρόνια του εμφυλίου με ένα χωροφύλακα που επιτηρούσε την τάξη γυροφέρνοντας στην πλατεία Χατζοπούλου. Ο μπάρμπα Γιώργος, όπως τον έλεγαν πλέον όλοι, χωρίς να λέει τίποτε καθόταν σε ένα μπαλκόνι που έβλεπε στο δρόμο στον πρώτο όροφο του σπιτιού του και ρέμβαζε καπνίζοντας. Κάθε φορά που περνούσε από κάτω ο χωροφύλακας, αυτός τίναζε επιδεικτικά το τσιγάρο του ώστε οι στάχτες να πέφτουν στο πρόσωπο του χωροφλά. Η ιστορία πήρε διαστάσεις αλλά ο Χατζόπουλος το χαβά του. Μία, δυό, τρεις, κάποτε αντί για στάχτη έπεσε όλη η κάφτρα του τσιγάρου πάνω στο καπέλο του οργάνου της τάξεως που περπατούσε καμαρωτός από κάτω. Ο Χατζόπουλος δεν είπε τίποτε, το καπέλο άρχισε να παίρνει φωτιά χωρίς ο ενδιαφερόμενος να το παίρνει είδηση, τον είδαν κάτι περαστικοί, φώναξαν, του΄βγαλαν το καπέλο και τελικά δεν κάηκε το κεφάλι του. Η ιστορία περιέργως δεν είχε συνέχεια.
Μιά άλλη του παραξενιά -που έγινε μανία- ήταν η απόλυτη του δυσπιστία στους γιατρούς του Αγρινίου. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να έχει διάφορα προβλήματα, ιδιαίτερα με τα πόδια του, όποτε άρχισε να χρησιμοποιεί μπαστούνι, κάτι το πολύ κοινό εκείνα τα χρόνια. Στην αρχή πήγαινε στην Πάτρα, σε αναζήτηση του γιατρού που θα τον καταλάβαινε και θα έδινε τη σωστή προσοχή στις αρρώστιες που τον τυραννούσαν. Άρχισε να κάνει εξετάσεις αίματος, κοπράνων και ούρων σε μηνιαία βάση, χωρίς να το έχει ζητήσει γιατρός. Αλλά και οι γιατροί της Πάτρας δεν τον ικανοποιούσαν, οπότε άρχισε να πηγαίνει στην Αθήνα, με το αεροπλάνο. Μάλιστα! στο Αγρίνιο τότε υπήρχε αεροδρόμιο και ταχτική σύνδεση με Αθήνα και Γιάννενα. Κάποια μέρα επέστρεψε στο σπίτι βρωμισμένος, με τα ρούχα στραπατσαρισμένα, ακατάστατος, φουρκισμένος, τάχε με κάποιον, τον έβριζε, αλλά δεν ήθελε να πει τι του είχε συμβεί. Όταν τελικά ηρέμησε, διηγήθηκε ότι εκείνη τη μέρα είχε κλείσει θέση για να πάει αεροπορικά στην Αθήνα, και είχε πάρει μαζί του μιά γυάλινη φιάλη με ούρα και ένα κουτάκι με κόπρανα για να τα πάει σε μικροβιολογικό εργαστήριο για εξετάσεις. Στο αεροδρόμιο ένας χαμάλης πέρασε με ορμή μπροστά του και τον έκανε να πέσει, η φιάλη και το κουτάκι έσπασαν, το περιεχόμενο τους χύθηκε έξω και ο μπάρμπα Γιώργος πέρα που λερώθηκε έγινε και ρεζίλι μπροστά σε τόσο κόσμο.
Η δυσπιστία του αυτή προς τους άλλους με το πέρασμα των χρόνων μεγάλωσε, άρχισε να πιστεύει ότι η αιτία που δεν αισθανόταν καλά στις δυνάμεις του ήταν το ότι το γάλα και το κρασί που έπινε ήταν νερωμένο, και τα φαγητά που έκανε η γυναίκα του δεν ήταν περιεκτικά.
Η συντοπίτισσα Ελένη Σπανοπούλου Τσιούπρου που πολύ ευχαριστώ, μου ανέφερε το ακόλουθο ανέκδοτο που μεταφέρω: κάποια περίοδο η γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη πήγε στην Αθήνα και έλειψε για ένα διάστημα. Η μητέρα της Ελένης, Ντίνα Σπανοπούλου κατοικούσε στο ισόγειο της οικίας Χατζοπούλου, οπότε ο μπάρμπα Γιώργος απευθυνόταν σ΄αυτήν για να παραπονεθεί ότι δεν αισθανόταν τις δυνάμεις του, ότι ήταν άρρωστος και δεν τον παίρναν στα σοβαρά κλπ.
- Αυτό ήταν και δεν μου το΄λεγες τόσο καιρό! του απάντησε η κ. Ντίνα. - Τώρα θα σου δώσω το θαυματουργό χάπι που είναι πανάκεια, κάνει πέρα όλα τα κακά!...
Και με νερό και αλεύρι έπλασε κάτι σαν χαπάκια, τ΄αφησε να στεγνώσουν και έδωσε μερικά στον κατά φαντασίαν ασθενή. Ο μπάρμπα Γιώργος τα πήρε για μερικές μέρες, κατόπιν έσπευσε να ευχαριστήσει την ευσπλαχνική γειτόνισσα:
- Να σ΄έχει ο Θεός καλά, Ντίνα μου, μ΄ έσωσες, ξανάνοιωσα, έγινα άλλος άνθρωπος, σε ευχαριστώ από βάθους καρδίας...

Αυτός ήταν ο μπάρμα Γιώργος, ο παππούς μου, που δεν πρόλαβα να γνωρίσω γιατί πέθανε ένα χρόνο πριν γεννηθώ.