Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγριολούλουδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγριολούλουδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ – ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ηθογραφικό διήγημα του είδους “φουστανέλα και τσαρούχι”, που ήταν πολύ της μόδας στις δεκαετίες 1880 / 1890. Δημοσιεύτηκε στην “Ποικίλη Στοά” του 1894, ένα είδος ετήσιου φιλολογικού ημερολογίου, μιά σοβαρή και προσεγμένη έκδοση που εξέδιδε στην Αθήνα ο Ιωάννης Αρσένης από το 1881 έως το 1914. Το διήγημα συμπεριλήφθηκε και στο πρώτο βιβλίο του Δημ. Χατζόπουλου με τίτλο “Αγριολούλουδα” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Κρίνοντας από το θέμα, η ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών” που ο Χατζόπουλος άρχισε να δημοσιεύει το 1896 στην εφημερίδα “Σκριπ”, με τη διαφορά ότι είναι γραμμένη στη δημοτική και οι -λιγοστοί - διάλογοι δεν είναι στα ρουμελιώτικα.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε εντελώς αυτού του είδους την αφήγηση, ιδιαίτερα στη νιτσεϊκή του φάση  - που λίγο-πολύ αντιστοιχεί με την περίοδο της έκδοσης του περιοδικού  “Διόνυσος” το 1901-02 – επέκρινε οξύτατα τα ηθογραφήματα του Καρκαβίτσα, του Εφταλιώτη,  του Παλαμά και του Δροσίνη. ( * )  Η διαμάχη με τον Παλαμά είχε βέβαια και άλλες αιτίες, στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε εκτενέστερα σε προσεχή ανάρτηση.
Γ.Χ.

Φιλολογικό ημερολόγιο “Ποικίλη Στοά” του 1894

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ

   - ΑΠΟ ΦΙΛΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ -

  Είμαστε  απάνω στον καφέ. Ο κυρ δήμαρχος είχε ξεχωστή τη φουστανέλα του, ξεκούμπωσε το γελέκο του, και ξαπλώθηκε γελαστός σε μιά πολτρόνα κάμνοντας ραχάτι. Εκεί απάνω μπαίνει ένας χωροφύλακας.
 - Κυρ δήμαρχε, τουφέκι στ’αμπέλια!... βαρέθηκαν για το νερό.
  Ο κυρ δήμαρχος ανατινάχτηκε, φύσησε τα μάγουλά του, και σέρνοντας τη φουστανέλα του, το φέσι του και τα τσαρούχια του άρχισε να κατεβαίνη τη σκάλα. Θέλησα να πάγω μαζή του και με μπόδισε.
 - Κάθησαι, αυτού που κάθεσαι, λεβέντη μου, δεν είσαι για κακονύχτιες. Αυτό που ήθελα κι’ εγώ. Είχα φάγη και καλά μάλιστα, είχα πιή κι’ όχι λίγο. Είχα λησμονήση και το σπαθί μου, και το καπέλο μου και το στέμμα μου. Μόνο ο καθρέφτης αντικρύ μόδειχνε τη στολή μου με τ’ αστεράκι του ανθυπολοχαγού. Όταν έφυγεν ο κυρ δήμαρχος άρχισε να φεύγη και η ησυχία μου. Η δημαρχοπούλα, όπως σου έλεγα και παραπάνω, δε ξέρω τι βρίσκει να με κοιτάζη πάντα στα μάτια, ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρόνων, ένα μαϊμουδάκι, μπεμπέ, παχουλό με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Και με την ίδια ευχαρίστηση άρχισε πάλι να καρφώνη τα ματάκια του το πιτσουνάκι στα δικά μου. Ανατινάχτηκα και μαζή μου και το τραπέζι με τα απομεινάρια του γλυκού και των φρούτων. Η δημαρχοπούλα χαμογέλασε και είπε με μια φωνή που όταν την ακούς, θαρρείς, πως κάτι τι άλλο είναι αυτό το τριαντάφυλλο παρά κόρη ενός κυρ δημάρχου:
 - Θα πάρετε, καφέ, κύριε Μιλτιάδη;
 - Ευχαριστώ, δεσποινίς.
  Με κοίταξε κάπως θυμωμένα. Έτσι πάντα με κοιτάζει εδώ κι΄ένα μήνα τώρα από τον καιρό που είχα την ευτυχία να με πετάξη ’ς αυτό το χωριό η νέα κυβέρνησις,  και να γνωριστώ με τον κυρ δήμαρχον και την κόρην του. Έτσι πάντα με κοιτάζει με τα ματάκια της, που αγριεύουν τόσο, όσο η θάλασσα στο φύσημα του μπάτη, όταν θελήσω να την κομπλιμεντάρω. Και χωρίς να μου μιλήση γυρίζει προς τη Βασίλω:
 - Βάσω, να σηκώσης το τραπέζι, και να μας φέρης τον καφέ στο μπαλκόνι.
  Η Βασίλω, και χαϊδευτικά η Βάσω είναι περίεργο ζώο. Ένας κορμός ολοστρόγγυλος με δυό χέρια ολοστρόγγυλα, με δυό ποδάρια ολοστόγγυλα, με δυό μάτια ολοστρόγγυλα, μ’ ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο, με μια μούρη ολοστρόγγυλη, με ένα στόμα ολοστρόγγυλο, απάνω κάτω οδοστρωτήρ, που όπου πατήση το πόδι της όλο το αρχοντόσπιτο του κυρ δημάρχου αρχίζει να χορεύη νευρικά.
  Μας έφερε δύο καρέκλες το μπαλκόνι και καθήσαμε. Το μπαλκόνι μαρμαρένιο, αψηλό πολύ με την πλατεία του χωριού κάτω και με  μια ακακία που ανεβαίνει  από μέρα σε μέρα προς τ’απάνω πράσινη και φουντωτή σαν ομπρέλλα, με τα σιδερένια του κάγγελα, είναι πολύ όμορφο πράμμα. Αν σου πω πως μ’ αυτό το μπαλκόνι ειμ’ ερωτεμμένος, θα με πάρης για κάνα γεροντάκι που τ’ αρέσει να ξαπλώνεται σε μια κώχη με τους ρευματισμούς στα πόδια και το βιβλίο στο χέρι. Απ’ εκεί ρίχνω τη ματιά μου κάτω στη πλατεία, την σηκόνω  ύστερα προς το βράχο του βουνού, και την αφήνω να τρέξη στην ελεύθερη θάλασσα. Να κι’ απόψε η ίδια χαρωπή, ήσυχη, γλυκειά όψη του. Η πλατεία με τα δενδράκια της, και το καφενεδάκι της που πίνουν τον καφέ τους και κόβονται για τα πολιτικά οι νέοι του χωριού μαζή με τους γέρους. Η κυβέρνησις στέκει καλά· όχι η κυβέρνησις θα πέση και έτσι πάει λέγοντας· παραπέρα η παρέα που ξεφαντόνει κάθε βράδυ, και ψάλλει για την κόρη της χήρας του χωριού με τόσο πάθος:

    σαν τι το θέλει η μάννα σου τη νύχτα το λυχνάρι … ώ!... ωχ!...

  Και πιο παρέκει ένας ύπνος και σιγαλιά μεγάλη σ’ όλα τα σπιτάκια που ξετυλίγονται κλιμακωτά στην αράδα. Και απόμακρα η θάλασσα η πάντα αφρισμένη με τα κατάρτια των καϊκιών της, που τόσο φαντάζουν μέσα στη νύχτα. Αποπάνω το βουνό ήσυχο με τα δεντράκια του κρεμασμένα, λες, το εν’ απάνω στ’ άλλο. Σιγαλιά μαγεμμένη. Αν θυμάσαι, την μεγάλη εκείνη λαγγαδιά της Πεντέλης που βαρούσαμε τα ορτύκια πέρυσι· μοιάζει πολύ αυτή η αγκωνή της γης. Τόπος που δεν σου ανοίγει μεγάλο ορίζοντα για να σου αναφτερόνη την καρδιά και να σου συνεπαίρνη τη σκέψη. Τόπος μικρός, γελαστός που σε σέρνει μαζή του και σου λέει κάθησαι εδώ αιώνια, μη ζητήσης τίποτες από τη ζωή πέρα από την ερημιά μου.
  Η Βάσω έφερε τον καφέ· έβαλε μια καρέκλα ανάμεσά μας, απίθωσε το δίσκο, κι’ έφυγε.
 - Κύριε Μιλτιάδη, θα σας σερβίρω μόνη μου, είπε η δημαρχοπούλα, και σηκώθηκε.
  Ειχ’ ανάψη ένα σιγάρο και κοίταζα τη θάλασσα σαν κουτός. Κι’ άξαφνα είδα το παχουλό της χέρι εμπρός στα μάτια μου. Ηλεκτρισμό να είχε δε θα ξαφνιαζόμουνα τόσο. Τι όμορφο χεράκι. Ποτές μου δεν είδα τόσο όμορφο χεράκι· παχουλό, μικρουλάκι σαν κουκλάκι, μαλακό και διάφανο σαν κρύσταλλο, μικρό, μικρό και παχουλό – όσο άφηνε να φαίνεται η ταντέλλα του μανικιού της. Το μαργιόλικο το κορίτσι· είδε τη φωτιά πόβγαλαν τα μάτια μου, χαμογέλασε και τ’ άφησε το χεράκι της ακόμα μπροστά στα μάτια μου. Εγώ που δε κυρίεψα κανένα φρούριο τούρκικο ακόμα, αλλ’ έχω κάμη αρκετές παλληκαριές, σάστισα !. Ένα χεράκι κοριτσιού δεκαπέντε χρονών, ένα χεράκι ενός μπεμπέ μ’έκανε απάνω κάτω. Στάθηκα αρκετά σαν κουτός, ασάλευτος, και ύστερα έπιασα το χεράκι της δημαρχοπούλας· ανατρίχιασα όλος κι’ ένιωσα το αίμα της να βράζη μέσα στις γαλάζιες φλεβίτσες της· πως έλαμπαν τα μάτια της από ηδονή και τι φωτιές μ’ άναβαν. Και συλλογιζόμουνα πως ήρθε έτσι άξαφνα αυτή η φωτιά. Και άρχισα να το χαϊδεύω αυτό το χεράκι το παχουλό και τ’απαλό σαν μετάξι. Κ’ εκεί που το χάϊδευα το σέρνω κοντά μου και σκύβω και το δίνω ένα φιλί γλήγωρο, γλήγωρο. Αναταράχθηκα και κοίταξα τρομασμένα τη δημαρχοπούλα. Το μαργιόλικο κορίτσι έστεκε ατάραχο. Και είπε αγάλι’ αγάλια που μόλις τ’ άκουσα:
- Μια φορά, μονάχα !. Ξαναφίλησέ το … ξανά …
  Κι έτσι χθές το βράδυ όσο να γυρίση ο κυρ δήμαρχος από τ’ αμπέλια που βαρεθήκαν καμιά ντουζίνα για το νερό, βάρεσα κι’ εγώ στο μπαλκόνι του κυρ δημάρχου για το καλό στο χεράκι της δημαρχοπούλας διπλές και διπλές ντουζίνες φιλιά. Απ’ αυτές σου στέλνω και σένα μια ντουζίνα εγώ ο τρομερός ανθυπολοχαγός και φίλος σου.

Σεπτέμβριος 1893           Αχιλλεύς Σπαθάτος

                                ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

___________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», τεύχος 2, σελ. 83-84.