Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβρίου 1922

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ

Τον καϋμένον τον μικροπωλητήν. Μας τον επαναφέρουν πάντοτε αι μεγάλαι αυταί ετήσιαι εορταί εις την άκρην του πεζοδρομίου των εμπορικών δρόμων, όπου στήνη την μικρούλαν εξέδραν του, όπου φέρη το καρροτσάκι του. Την νύκτα οι σκελετοί εκείνοι ομοιάζουν με τους χειμερινούς γυμνούς κλάδους των δένδρων. Η βροχή πλένει τα φύλα των και ο άνεμος τα συγκλονίζει. Κάποτε η νυκτερινή θύελλα ανατρέπει τα πρόχειρα ξύλινα κατασκευάσματα, αλλά την πρωϊαν ανασυντίθενται, μεταβάλλονται εις πολυχρώμους πύργους. Έχουν πανηγυρικόν τον στολισμόν των. Το τι δεν έρχεται και δεν εκτίθεται υπό του ψιλικατζή εις τον βοώντα και κραυγάζοντα εμπορικόν δρόμον. Μία πλημμύρα ειδών χρησίμων και διακοσμητικών, χρειωδών απαραιτήτων και παιγνιδιών ποικίλων. Ο μικροπωλητής των μεγάλων εορτών είναι βαθύς γνώστης των λαϊκών αναγκών, πόθων, ελπίδων. Έχει ψυχολογήση όλας τας ηλικίας, που θα περάσουν ενώπιόν του, το ευρύ κύμα των αγοραστών που γεμίζει τον εμπορικόν δρόμον, που δεν δύναται να χωρέση εις όλα τα καταστήματα, που ό,τι και αν αγοράσει εις αυτά, πάντοτε θα σταματήση εις μίαν εξεδρούλαν, εις ένα καρροτσάκι προ του πεζοδρομίου, διότι κάτι θα ελησμόνησε. Εκεί ο υπαίθριος πωλητής του το προσφέρει πρόθυμα, συγκαταβατικά με ρητορείαν σαγηνευτικήν: “Πάρτε κυρίαι και κύριοι. Τζάμπα ό,τι και αν πάρετε. Ορίστε, παρακαλώ.” Όσον αδιάφορον και αν κινήται το πλήθος ενώπιον των προχείρων αυτών πρατηρίων, πολλοί, περισσότεροι αφ’ όσον μπορούν να σταθούν εις τον στενόν χώρον, θα σταματήσουν. Σώματα σκύβουν επί των χύδην εκθεμάτων, χέρια απλώνονται, πιάνουν, ψηλαφούν, επιθεωρούν, εκλέγουν. Ο αγοραστής είνε ελέυθερος να αναστατώση τα πάντα, να βυθίση το χέρι του εις το εσωτερικόν βάθος των σωρών, να υποβάλη κάθε είδος εις τον αυστηρώτατον έλεγχον. Όρασις και αφή εργάζονται εκεί επί ώρας. Έχουν ως υπόκρουσιν την μελωδικήν διαλάλησιν του πωλητού. Καρδερίνα μπορεί να βραχνιάση, όχι όμως και αυτός. Ομιλεί, ρητορεύει, ψάλλει από την ογδόην πρωϊνήν έως την ογδόην εσπερινήν. Δωδεδάωρος εργασία λάρυγγος. Όσον και να πληρώσετε τα εμπορεύματά του, πάντοτε θα του μείνετε χρεώστης. Είνε ο πανηγυρικώτερος τόνος των μεγάλων λαϊκών εορτών εις ήχον, εις χρώμα επίσης. Που πηγαίνει και βρίσκει όλην την αφθονίαν των εντατικών χρωμάτων. Παραδείσιον πτηνόν είνε το καρροτσάκι του. Μπορεί να είνε απλά, κοινά, χονδρά, βάναυσα, - αλλά τι είνε λεπτότερον σήμερα, - τα εκτιθεμένα, τα χρώματά των όμως είνε ζωηρά. Γνωρίζει να είνε ο πλουσιώτερος κολλορίστας. Δεν τον ενδιαφέρει το πως θα είνε, αλλά γνωρίζει, ότι μιά λαϊκή χρωμολιθογραφία σταματά περισσότερους θεατάς αφ’όσον ένας Τιέπολο, ένας Βερονέζε, ένας Τισιανός. Οι πτηνοθήραι στήνουν το βαλσαμωμένον γαρδέλι των, αυτός την εμπορικήν πολυχρωμίαν του. Δεν μαγνητίζει μονάχα το φείδι τα πουλάκια, που σαστισμένα φέρονται προς το στόμα του, αλλά και το εμπορικόν καρροτσάκι του μικροπωλητού εις τον εορταστικόν δρόμον. Περνά από εκεί η συνοικία, το χωριό, η επαρχία, το νησί, η Ανατολή, όλη η αδίστακτος διάθεσις προς το φαντακτερόν χρώμα. Συλλαμβάνεται όπως τα ρινίσματα σιδήρου από τον μαγνήτην. Και αν δεν υπήρχαν τα χρώματα, θα τα εφεύρισκε ο μικροπωλητής των εορτών. Είνε ο μεγάλος παρήγορος των πολλών, των απλοϊκών και των θλιμμένων καρδιών, αι οποίαι έχουν την ανάγκην του ψεύδους, από την πίστην έως το όραμα, το θέατρον, τον κινηματογράφον. Δεν είνε μόνοι οι πολιτικοί, οι δραματικοί συγγραφείς, οι ηθοποιοί, οι ρήτορες, που χρησιμοποιούν την γοητείαν του ψεύδους δια να ελκύουν τα πλήθη. Εις αυτούς πρέπει να προστεθή και ο πραμματευτής των δρόμων των πόλεων και των χωρίων, ο γυρολόγος καθ’όλον τον χρόνον, ο ψιλικατζής, που εγκαθιστά τας εορτάς μίαν εξεδρίτσαν εις τον εμπορικόν δρόμον. Δεν πωλέι απλώς εμπόρευμα και αυτός, αλλά παρέχει την γοητείαν της απάτης, της αναγκαίας εις την ζωήν όσον και ο ήλιος. Καλλιτέχνης κοινωφελής είνε. Και πόσον ευεργετικώτερος γίνεται εις τα παιδάκια και τα κοριτσάκια, που τριγυρίζουν τα πολύχρωμα εκθέματά του. Εκεί αναδροσίζονται εις την συγκινητικήν ποίησιν των επισήμων εορτών καρδούλες πισπιρίγκων της λαϊκής τάξεως και εκεί χορταίνουν γοητείαν μυριάδες φαντασίαι νεαρών εγκεφάλων. Καταντά ο υπάιθριος εορταστικός πωλητής δημιουργός ψυχικών απολαύσεων, τας οποίας δεν παρέχει ούτε ο μύθος, η ευκολωτέρα και βαθυτέρα ποίησις της ζωής. Εφέτος πολύ ενωρίς κατέλαβον τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια της οδού Αιόλου οι υπαίθριοι πωληταί. Και περισσότεροι από άλλοτε είνε. Ένας πληθυσμός εδώ ανεδιπλασιάσθη, επομένως μας χρειάζονται και περισσότεροι πωλητές κελαδούντες. Ο ουρανός να τους ευνοήση και να τους χαρίση ανέφελον και άβροχον δεκαήμερον. Οι πτωχοί άνθρωποι έχουν ανάγκην να ευδοκιμήση το πρόχειρον εμπόριόν των, αλλά μεγαλητέραν ανάγκην έχουν οι αγορασταί του. Ένα τυμπανάκι κροτούν, μία σαλπιγγούλα ηχούσα, ένας καραγκιοζάκος χορεύων και γελών, ένα ταπάκι αναπηδών, μία κουκλίτσα αποκρύπτουσα την αχυρένιαν καρδούλαν της υπό χρωματιστόν φόρεμα, - αλλά έχομεν ολόκληρον την κοινωνίαν, την ζωήν εις μικρογραφίαν. Μίαν τόσον πολύχρωμον εκδήλωσίν της θα είνε πολύ σκληρός ο ουρανός να την διαλύση με βροχήν. Έπειτα το λαϊκόν χρήμα δεν πρέπει να συγκεντρώνεται ολόκληρον εις τα μεγάλα πορτοφόλια των βαθύπλουτων. Το χρειάζονται και άλλοι άνθρωποι δια να ζήσουν, οι πτωχοί, εις τα χέρια των οποίων δεν υπάρχει φόβος, αλλοίμονον! να παραμείνη.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

«ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβριου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ

Εκατόν εξήκοντα άγγλοι άεργοι εισήλθον εις ένα από τα καλλίτερα εστιατόρια του Λονδίνου, έφαγαν καλά και έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Συμπτώματα των καιρών. Η ομαδική πείνα οδηγεί εις ομαδικά αδικήματα. Ευτυχέστερον ήτο το λονδίνειον εστιατόριον από τα μεγάλα βιενναία ξενοδοχεία, εις τα οποία εισήλθον προ εβδομάδων πεινώσαι ομάδες και τα κατέστρεψαν. Τι τα θέλετε, ο κενός στόμαχος συσκοτίζει τον εγκέφαλον και η αυτοκυριαρχία πηγαίνει περίπατον. Η λαϊκή πείνα έφερε ανατροπάς αγρίας. Οι αρχαίοι δήμαρχοι ρωμαίοι κάτι ήξευραν που διένειμον δωρεάν τον σίτον εις τον λαόν. Συνάμα εφρόντιζαν δια την δωρεάν παροχήν θεάματος προς τα πλήθη. Ο λαός πρέπει να είνε χορτάτος και να απολαμβάνη θεάματα. Το ψωμί του κατευνάζει τους νυγμούς της πείνας, το όραμα του απασχολεί την σκέψιν. Όπου καπνίζουν φούρνοι και αντηχεί η κλαπαδόρα του θεάτρου, η γκραν κάσσα του ιπποδρομίου, το νταούλι της πανηγύρεως, δυνάμεθα να ήμεθα απολύτων ήσυχοι περί της ασφαλείας των δοθεισών καταστάσεων. Τοιάυτη η ανθρωπίνη ιστορία δια μέσου των αιώνων. Διότι νηστικόν αρκούδι δεν χορεύει. Πρέπει δε να χορεύη και να τέρπεται ο βασανισμένος άνθρωπος. Διατί τάχα οι ουδόλως κοπιάζοντες τα έχουν όλα ανέτως και καλοσιτίαν και πολυθέαμα; Από τα αυτά υλικά δεν έγιναν και οι άλλοι άνθρωποι; Ορίστε να αδικήσωμεν τους αδικήσαντες συμφώνως με τους παραδεδεγμένους νόμους 160 άγγλους αέργους, που εισήλθον εις ρεστωράν πολυτελείας και την ετύλωσαν χωρίς να πληρώσουν, αφού τους ήτο αδύνατον να πληρώσουν. Πόσον θα επιθυμούσαν και οι ίδιοι να είχαν φουσκωμένην την πορτοφόλλα των να την βγάλουν μεγαλοπρεπώς την ώραν του λογαριασμού. Δεν έπρεπε να φάγουν, αφού δεν είχαν να πληρώσουν; Σωστά και ο Ζαν Βαλλάν των “Αθλίων” επήγε εις τα κάτεργα, διότι έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Σήμερα όμως δύσκολα θα ευρίσκοντο ένορκοι να στείλουν εις το Παλαμήδι πτωχόν, πεινασμένον άνθρωπον, αφαιρούντα εις στιγμήν, επιτακτικής ανάγκης ολίγον ψωμάκι, οσον ακριβός και αν είνε τώρα ο άρτος. Εις το Παλαμήδι δεν στέλλονται πλέον άνθρωποι αφαιρούντες εκατομμύρια. Δεν επιδοκιμάζομεν τους 160 πειναλέους αέργους, αλλά τους συμπαθούμεν. Εις καταδίκην δεν καταλήγει η συμπάθεια.

Σκέπτομαι όμως, ότι είνε ίσως ενδεχόμενον να διαδοθή το αδίκημα των 160 πεινασμένων. Και όλα πιθανά. Αν του λοιπού κάθε άνθρωπος πεινών από έλλειψιν εργασίας εισέρχεται εις εστιατόριον και τρώγει χωρίς να πληρώνη, μοιραίως θα μεταβληθούν και οι όροι του γεύματος. Οι πελάται θα υποχρεώνονται να προπληρώνουν ένα χρηματικόν ποσόν, ως εγγύησιν, ότι δεν θα ρίξουν κανόνι. Θα παίρνωμεν μάρκες εις την θύραν των εστιατορίων, τας οποίας θα παραδίδωμεν εις τα γκαρσόνια, άλλως δεν θα μας σερβίρουν τίποτε. Και με την δυσχερή ζωήν μας εν μέσω του θηριεύσαντος κεφαλαίου, - εις καμμίαν άλλην ιστορικήν περίοδον το μεγάλον κεφάλαιον δεν είχε χιλιοπλασιασθή τόσον, - θα αναγκασθώμεν ίσως να περνώμεν από σιδηρόφρακτον θύραν δια να καθήσωμεν εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίσωμεν, Μπρε, πως καταντήσαμεν. Εις την ανωτέραν εκπολιτιστικήν μας εκδήλωσιν, εις τας παραμονάς της επικειμένης ίσως συνεννοήσεώς μας με τους κατοίκους άλλου πλανήτου, εις εποχήν, όπου νομίζομεν, ότι γνωρίζωμεν πλέον τα πάντα, ότι υπό μηχανικήν, χημικήν και επιστημονικήν έποψιν εφθάσαμεν το ζενίθ της νοήσεως και της εφευρετικότητος, - ορίστε τώρα, ότι και του σπανού τα γένεια θα γίνονται, κατόπιν της εφευρέσεως γονιμοποιητικού φαρμάκου και δια την φαλάκραν, - το ψωμάκι μας, η στοιχειώδης ανθρωπίνη ανάγκη, καθίσταται πρόβλημα. Ο πρωτάνθρωπος της τετατρογενούς περιόδου δεν θα ημύνετο με μεγαλυτέραν ανησυχίαν διά την τροφήν του. Ο Μωκλαίρ εις το προφητικόν του μυθιστόρημα περί των τελευταίων ημερών της ανθρωπίνης ζωής μας ζωγραφίζει τον υστερνόν άνθρωπον, πάνσοφον, τέρας διανοουμένου, με φοβερά χονδρήν κεφαλήν, κλεισμένον εις τα βάθη υπογείου, όπου έχει όλας τας δυνατάς ευκολίας, όπου με μίαν πίεσιν εις κωδωνάκι όλα του παρουσιάζονται έτοιμα δια της λαβυρινθώδους μηχανικής συνθέσεως. Και όμως στερείται της θερμότητος. Η γη ψύχεται γύρω του. Όλα τα απέκτησε ο υπεράνθρωπος και εις το τέλος όλα του ήσαν μάταια, διότι η γη έφθασε εις το μοιραίον τέλος της. Είνε φανταστική τραγωδία του πολιτισμένου ανθρώπου, όπου τίποτε δεν του λείπει, όπου όλα του είναι άφθονα και ο ήλιος λάμπει κατακαίνουργιος, καθώς εις την πρώτην ημέραν του. Και όμως ο άνθρωπος της σήμερον δυνατόν να στερήται και το ψωμάκι, οπότε ή τα κάμνει θάλασσα ή ρίχνει κανόνι προς τον ξενοδόχον, αφού καταπραΰνει την πείναν του. Παρακαλώ, λοιπόν, ομιλήσατε περαιτέρω περί αποστολής της ανθρωπότητος. Η γάτα μου ανήρπασε χθες το ψάρι. Παράδοξον. Δεν έκαμε διόλου θόρυβον περί της εκπολιτιστικής αποστολής του γένους των γαλών.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

"Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 "Eμπρός" 6 Αυγούστου 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ


Εις τας μεγάλας πόλεις η ησυχία είνε άγνωστος εις όλας σχεδόν τας εκδηλώσεις του καθημερινού βίου, επομένως και εις το φαγητόν. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρη εστιατόριον, όπου να εισέλθη αθορύβως, να μην ακούση τον κρότον του ιδικού του βήματος, καθώς και του των άλλων, να καθήση εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίση χωρίς φωνάς, φασαρίαν, ορυμαγδόν. Αι μεγάλαι ομάδες αγαπούν τον σάλον, την βοήν, την επίδειξιν, θέλουν να είνε κύματα σοροκάδας, η οποία μουγκρίζει και θραύεται παταγωδώς εις την ακτή. Δια τούτο εις τας μεγάλας πόλεις παρατηρούμεν κατά τα τελευταία χρόνια την ίδρυσιν και λειτουργίαν κολοσσιαίων εστιατορίων, εις τα οποία πυκνά πλήθη πελατών εισέρχονται και εξέρχονται καθ’όλας σχεδόν τας ώρας της ημέρας, έως αργά την νύχτα, καθόσον γευματίζουν συγχρόνως δυο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες άτομα εις συνεχομένας μεγάλας αιθούσας τεσσάρων πατωμάτων. Τρώγουν με τους ήχους της τρικυμίας εις τα αυτιά, αλλά κατορθώνουν να απομονούνται εις μικράν ή μεγαλυτέραν τράπεζαν, όπου συνηθέστατα αφοσιούνται εις τον ιδιαίτερον κύκλον των. Κατά την προπολεμικήν περίοδον τα παμμέγιστα αυτά εστιατόρια είχαν επιτυχίαν γενικήν. Το αυτό συνέβη και εις τα καφενεία. Εις πολλάς ευρωπαϊκάς πόλεις ιδρύθησαν καφενεία με τέσσαρα πατώματα. Εις το ισόγειον ήτο αίθουσα τεΐου, αναγνωστηρίου, κουρείου, εστιατορίου, εις το πρώτον πάτωμα υπήρχε καφενείον χωρίς μουσικήν, εις τον δεύτερον και τον τρίτον μεγάλαι αίθουσαι, όπου έπαιζαν μέχρι πρωίας εκκωφαντικαί ορχήστραι και μπάντες, ενώ το τέταρτον πάτωμα κατελάμβανον αι αίθουσαι του σφαιριστηρίου. Οι κολοσσοί αυτοί τέρψεως και αναπάυσεως απετέλουν τα προσφιλέστερα κέντρα του πλήθυσμού. Κατέλαμπον την νύχτα με τον θαυμαστόν φωτισμόν των ως μαγικά μυθικά παλάτια. Εις τας θύρας των χρυσοστόλιστοι θυρωροί υπεκλίνοντο προ των εισερχομένων και εξερχομένων. Οι ανελκυστήρες δεν εγνώριζον την ανακωχήν όλην τη νύχτα. Θα εχρειάζετο ο πελάτης των πολυκόσμων τούτων κέντρων να είχε αποκτήση την συνήθειαν του βίου των μεγαλοπόλεων, δια να κυκλοφορή ανέτως εντός αυτών, χωρίς νευρικήν διαταραχήν. Εις τον ερημικόν αγροτικόν βίον οξύνεται η ακοή του ανθρώπου και προσαρμόζεται με την μεγάλην ησυχίαν της φύσεως. Εις τον βίον των μεγαλοπόλεων το άτομον χρειάζεται μακρόν χρόνο δια να συνηθίση τους μεγάλους κρότους, τον βόμβον των χιλιάδων φωνών, την γοργήν, κινηματογραφικήν κίνησιν μυριάδων προσώπων. Βαθμηδόν η ακοή του δεν ενοχλέιται, το βλέμμα του δεν κουράζεται. Κάποτε αν αποτόμως διακοπή ο πολύς και μέγας θόρυβος, δοκιμάζει παράξενον εντύπωσιν από την επερχομένην σιγήν. Νομίζει πως εξεσφενδονίσθη με μιάς εις άγνωστον κόσμον.

Αλλά αν ο πολύς αριθμός παντού και πάντοτε ελκύεται από το άφθονον φως τον πολύηχον θόρυβον, την ενατένισιν προσώπων αλληλοπαρερχομένων, όπως μας συμβαίνει να βλέπωμεν εις τα πολυσύχναστα κέντρα εκάστης πόλεως, είνε όμως και άνθρωποι, οι οποίοι προτιμούν την σιγήν και την αναζητούν και μέσα εις την μεγαλόπολιν. Η αναζήτησίς των δεν είνε ματαία, διότι παντού θα βρουν ευτυχώς και μικρά, ήσυχα, αθόρυβα μέρη, τα οποία αποτελούν ευχάριστα, ηρεμούντα νησάκια, όπου δεν φθάνει η έφοδος του πλήθους. Ο βόμβος του παρέρχεται προ της κλειστής θύρας των, η οποία έχει και διπλά πυκνά παραπετάσματα, όπως την αποπνίγη εντελώς. Σύρει κανείς το παραπέτασμα και ευρίσκεται εις λοκάλ θρησκευτικής γαλήνης. Θα έλεγε την αίθουσαν του τραπεζαρίαν παλαιού μοναστηρίου. Κάτι σαν την θολωτήν παλαιάν, μισοφωτισμένην τραπεζαρίαν της μονής Αστερίου επί του Υμηττού, όπου μόλις εισερχόμενον φως αφίνει να διαφαίνεται το υψηλόν παράστημα και οι μεγάλοι μαύροι οφθαλμοί της Παναγίας την Αθηνιώτισσας, καλής εκδηλώσεως συνεχείας της μορφής της Παλλάδος Αθηνάς. Οι πελάται βαδίζουν τόσον ελαφρά, ώστε νομίζει κανείς, ότι εξέλειπε η ατμοσφαίρα εκεί μέσα, δια να μην ακούεται ο ήχος των βημάτων των, αλλά και κάθε ήχος. Και όταν οι πελάται ανταλλάσσουν χαιρετισμόν, τούτο γίνεται με ελαφράν κίνησιν της κεφαλής. Τα γκαρσόνια κύπτουν προς τους πελάτας και δέχονται ψιθυριστά τας παραγγελίας. Είνε σκιαί σερβίρουσαι. Μία ζωηροτέρα καλημέρα, που θα ηκούετο εκεί, θα εθεωρείτο σκάνδαλον, ασυγχώρητος παρανομία, έγκλημα καθοσιώσεως. Οι πελάται θεωρούνται κωφάλαλοι.

Και ένα από τα τελευταία μεσημέρια μου συνέβη να γευματίσω εις μίαν παρόμοιον αίθουσαν πρωτεύοντος αθηναϊκού ξενοδοχείου, σχεδόν απόκρυφην, μυστικήν. Κάποια αποκάλυψις πάντως εις την πόλιν μας, όπου χωρίς να έχωμεν μεγάλα εστιατόρια, δεν στερούμεθα του ενοχλητικωτάτου πατάγου. Εκλάθησα με καλόν, ευχάριστον σύντροφον εις λευκόν, απαστράπτον τραπεζάκι μιάς γωνίας και εδοκίμασα αρκετήν έκπληξιν. Οι πελάται έτρωγαν με σιγήν τραππιστών. ήσαν ιδικοί μας και ξένοι. Κυρίαι, δεσποινίδες και κύριοι. Επίσης και παιδάκια. Μία καν καρέκλα δεν εκροτούσε. Η συζήτησις άγνωστος. Το στρωμένον με τάπητα λινελάιου πάτωμα δεν έτριζε, ήχος μαχαιροπήρουνου δεν ηκούετο και τα γκαρσόνια διολίσθαινον σιωπηλά και σοβαρά, όπως σοβαροί εφαίνοντο και οι γευματίζοντες. Οι περισσότεροι ήσαν ένοικοι του ξενοδοχείου και ελάμβανον τροφήν εις ανομοίους ώρας. Το ρεστωράν λειτουργεί από την ενδεκάτην πρωινήν έως την τρίτην απογευματινήν. Ιδού ευκολία δια μίαν πόλιν, όπου εις όλα σχεδόν τα άλλα εστιατόρια ο πελάτης είνε υποχεωμένος να ενθυμηθή το φαγητόν ακριβώς με την καμπάναν, άλλως δεν το βρίσκει. Εις τας περισσοτέρας μεγαλοπόλεις συνήθως γευματίζουν οι κάτοικοι οποιανδήποτε ώραν του ημερονυκτίου θελήσουν. Η κουζίνα λειτουργεί συνεχώς. Είνε τόσον ποικίλος ο τρόπος του βίου, της εργασίας, εκατομμυρίων ανθρώπων, ώστε δεν είνε δυνατόν να γευματίζουν ταυτοχρόνως τα εκατομμύρια τούτων. Ο πόλεμος και αι συνέπειαί του σήμερα θα μετέβαλον αρκετά τας καλάς, ρυθμιζομένας συνηθείας των κατοίκων μεγαλοπόλεων και η δημοκρατική ασχημία πιθανών να εξηφάνισε και τα ήρεμα ρεστωράν, όπου δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να κρατή κανείς τύμπανον, διότι προβαίνει εις το κοσμοϊστορικόν γεγονός του γεύματος. Εδοκίμασα, λοιπόν, καλήν εντύπωσιν εις την αθόρυβον εκείνην αθηναϊκήν αίθουσαν, οπόθεν μετά το γεύμα κυρίαι και κύριοι διηυθύνοντο εις τα παρακείμενα σαλονάκια με κινήσεις καουτσού. Ο σύντροφός μου είπε μίαν στιγμήν ψιθυριστά:

- Έχουν, καθώς βλέπεις, και αι Αθήναι τα απρόοπτά των. Επίστευες, ότι θα υπήρχε εις την χωρίς κανένα σπουδαίον λόγον πολυθόρυβον πόλιν μας μία τοιαύτη αίθουσα σιγής;

- Τα συγχαρητήριά μου δια την ανακάλυψιν, αλλά μου έρχεται επιθυμία να απαγγείλω.

- Ποιήμα; Δι’ όνομα Θεού! Δεν εγκληματίσαμεν διότι εγευματίσαμεν τόσον απλά και καλά.

- Ολίγον Νοίστε: Άνθρωποι πατάτε στερεά, αναπνέετε ελέυθερα, φωνάζετε δυνατά!

- Θέλεις να λιποθυμήσουν οι πελάται.

- Τότε μου έρχεται η ακαταγώνιστος επιθυμία να φωνάξω μέσα εις την πρωτοφανή αυτήν αθηναϊκήν σιγήν: Ένα πιλάφι, σάλτσα περισσότερη, με γεώμηλον και γαρύφαλλον, περιμένω, μάστορα!

- Θα δειχθής αναρχικός της πράξεως, ώστε ρίξε καλλίτερα βόμβαν. Οι άνθρωποι θα είνε διατεθειμένοι να σου το συγχωρήσουν, όχι όμως και την φωνήν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

ΛΕΟΝΙΝΤ ΑΝΤΡΕΓΙΕΦ

 Χιουμοριστικό “θεατρικό” χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου που σχολιάζει μιά πρωτοποριακή παράσταση για την ελληνική σκηνή της εποχής, το έργο “Αικατερίνα Ιβάνοβνα” του Λεονίντ Αντρέγιεφ, γραμμένο μόλις τέσσερα χρόνια πριν. Ο Λεονίντ Νικολάγιεβιτς Αντρέγιεφ - Леонид Николаевич Андреев (9 Αυγούστου 1871 - 12 Σεπτεμβρίου 1919) ήταν Ρώσος συγγραφέας, θεατράνθρωπος, ζωγράφος και καινοτόμος φωτογράφος, ο κύριος εκπρόσωπος του εξπρεσιονισμού στη ρωσική λογοτεχνία. Υπάρχουν δεκάδες βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά, το πιο σημαντικό για μένα είναι οι “Εφτά κρεμασμένοι” (1908).

Γ. Χ.

Λεονίντ Αντρέγιεφ, Αυτοπροσωπογραφία, 1908, έγχρωμη φωτογραφία με τη μέθοδο “Αutochrome”.

ΕΜΠΡΟΣ” 6 Μαΐου 1916

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΕΥΣΤΟΧΙΑΣ

Από το δράμα του Ανδρέγεφ “Αικατερίνα Ιβάνοβνα” προκύπτει ένα πρακτικόν συμπέρασμα, εις το οποίον θα επρόσεξαν, υποθέτω, πολλοί εκ των εγγάμων κυρίων και των υποψηφίων εις τον γάμον, οίτινες παρηκολούθησαν προχθές το έργον εις το θέατρον Κυβέλης. Ότι ο έγγαμος ανήρ πρέπει να είνε καλός σκοπευτής· διότι αν ποτέ αποφασίση να φονεύση την γυναίκα του με πιστόλι, πρέπει εξ’άπαντος να την επιτύχη. Αν δεν την επιτύχη, το αποτέλεσμα θα είνε το αυτό χωρίς να είνε το ίδιον. Η κυρία θα διαφύγη τον θάνατον, τούτο όμως δεν θα σημαίνη ότι θα είνε και ζωντανή. Σωματικώς θα ζη, αλλα ψυχικώς θα είνε νεκρά.

Τοιούτοι βρυκόλακες είνε πολύ επικίνδυνοι, ως φαίνεται εις το δράμα του Ανδρέγεφ και εις την πραγματικότητα. Διότι αργά ή γρήγορα επανέρχονται εις την ζωήν του συζύγου, όχι ως άνθρωποι πλέον, αλλ’ ως δαίμονες εκδικήσεως. Δια να επιχειρήση κανείς να φονεύση εκ ζηλοτυπίας την σύζυγόν του, έπεται ότι την αγαπά. Αν του είνε αδιάφορος, θα έχη την ψυχραιμίαν να την αποπέμψη με τον ειρηνικώτερον τρόπον. Αν την απεχθάνεται, όχι μόνον δεν θα σκεφθή τραγικά πράγματα, αλλά και με κρυφίαν ευγνωμοσύνην θα δεχθή την υπό της απίστου προσφερομένην ευκαιρίαν ν’απαλλαγή από την μισητήν σύζυγον και να την αντικαταστήση ίσως με άλλην την οποίαν αγαπά. Και εις την μίαν και εις την άλλην περίπτωσιν, η ανδρική φιλαυτία ελάχιστα προσβάλλεται· και αν προσβάλλεται η προσβολή δεν είνε αρκετή δια να κάμη τον άνδρα να λησμονήση τον ποινικόν νόμον και την ανακούφισιν ήτις τον περιμένει ή την ευτυχίαν την οποίαν ονειροπολεί πλησίον άλλης γυναικός.

Αν όμως αγαπά την άπιστον σύζυγον και αποφασίση να δώση πέρας εις το ψεύδος και την απιστίαν διά του πιστολίοθ, πρέπει να μη αποτύχη. Διότι αν αποτύχη είνε πολύ ενδεχόμενον να πάθη ό,τι έπαθεν ο σύζυγος της Αικατερίνης Ιβάνοβνας. Η κυρία θα φύγη, θα επανέλθη εις την οικογένειάν της, παραλαμβάνουσα και τα τέκνα της, με την απόφασιν να μη επανίδη πλεόν τον άνδρα όστις την επυροβόλησε, όστις ηθέλησε να την φονεύση και την έκαμε να τρομάξη τόσον. Και ο σύζυγος θα μείνη εις ένα σπίτι κενόν, όπου το δωμάτιον των παιδιών θα είνε κενόν. Και ξέρετε τι είνε ένα δωμάτιον των παιδιών έρημον; Ξέρετε προ πάντων τι είνε ένα σπίτι από το οποίον έφυγεν η γυναίκα που αγαπούμεν, δια να μη επανέλθη;

Εάν την εφόνευεν, ίσως να κατόρθωνε, βοηθούμενος και από καμμίαν άλλην, να παρηγορηθή, να την λησμονήση. Αλλ’ όταν γνωρίζη ότι ζη και όταν εξακολουθή να την αγαπά και τώρα μάλιστα αισθάνεται ότι την αγαπά περισσότερον, είνε πιθανόν ότι πολύ ταχέως θα σκεφθή ότι είνε αδύνατος η ζωή του χωρίς αυτήν. Και θα έλθη ημέρα καθ΄ην την ταπεινωτικήν απόφασιν να ζητήση συγχώρησιν και να δώση λήθην του παρελθόντος. Και η ταπείνωσίς του θα είνε τοσούτον μεγαλειτέρα, καθ’ όσον θα φθάση μα ικετεύη και εκείνη θα τον αποκρούη και θα φαίνεται αδιάλλακτος. Ο εξευτελισμός του θα είνε η εκδίκησίς της και ο θρίαμβός της. Όταν δε μία γυναίκα, ως η Ιβάνοβνα, δαμάση την εκδίκησιν, δεν υπάρχει ελπίς να σταματήση, αλλά θα φθάση εις τα έσχατα. Ο άνδρας, ο οποίος την επυροβόλησεν, ο οποίος την έκαμε να τρομάξη τόσον, θα πίη μέχρι τρυϊγός το ποτήριον του εξευτελισμού, δια τον οποίον εξηγέρθη και εξηγριώθη η ανδρική του φιλαυτία.

Και αυτός ο οποίος δια μίαν υπόνοιαν την επυροβόλησε, τώρα θα την ανέχεται να τον απατά φανερά και όχι πλέον με ένα, αλλά με λεγεώνα και με τον πρώτον τυχόντα. Και όταν μεθυσμένη, θα της επανέρχεται η ιδέα να πάη με αυτοκίνητον και με ένα εραστήν της στιγμής, ο σύζυγος θα την βοηθήση να φορέση την γούναν και τις γαλότσες της και θα την προπέμπη.

Εάν η σφαίρα επετύγχανεν, όλα αυτά δεν θα συνέβαιναν βέβαια. Όλα αυτά συνέβησαν διότι ο σύζυγος της Αικατερίνης Ιβάνοβνας δεν εγνώριζε σκοποβολήν. Οι σύζυγοι επομένως πρέπει να είνε σκοπευταί. Είνε εκ των ουκ άνευ. Άλλως παθαίνουν ό,τι ο σύζυγος εις το ρωσσικόν δράμα. Αντί να σκοτώσουν την γυναίκα, σπάζουν ένα πιάτο· ούτω δ’ έχουν επί πλέον και την ζημίαν του πιάτου.

ΔΙΑΒΑΤΗΣ


ΠΗΓΕΣ

https://www.lifo.gr/blogs/almanac/leonint-antregief-syggrafeas-kai-fotografos

LEONID ANDREYEV'S “HE WHO GETS SLAPPED”: A GUIDE
https://hewhogetsslapped.wordpress.com/

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Ο ΜΑΗΣ KAI… ΤΑ ΣΚΟΡΔΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 2 Μαΐου 1916

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Ο ΜΑΗΣ


Επέστερφα από τα Πατήσια εις ένα βαγόνι, το οποίον εφαίνετο ως κινούμενος ροδών. Όλοι οι επιβάται εκράτουν ανθοδέσμας και στεφάνους τινές δε ήσαν και στεφανωμένοι με ρόδα και μόνον κάποιος καθήμενος όπισθέν μου είχε παραλείψη να πάρη άνθη και ήτο να σκάση. Τουλάχιστον τον ήκουσα να λέγη και να επαναλαμβάνη:

- Μωρέ, να μην πάρω ούτ’ένα γαρύφαλο! Να πάω στην Αλυσσίδα για Μάη και να ξεχάσω να πάρω! Τι μυαλό είν’ αυτό!

Δεν είχε παραλείψει όμως να πίη τον περίδρομον και να φάγη σκόρδα κατά κόρον. Ενώ ομίλει περί ανθέων, εξέπεμπε τοιαύτας ασφυκτικάς πνοάς σκόρδων και οίνου, τοιούτον ναυτιώδες μίγμα δριμείων οσμών, ώστε ο σύντροφός μου έσκυψε και μου είπεν:

- Αυτός πίσω ο σκορδοφάγος μας χάλασε όλο το Μάη.

Τόσον δριμεία και δυνατή ήτο η σκορδίλλα, την οποίαν απέπνεεν, ώστε επεκράτει του αρώματος της πλημμύρας των ρόδων και των άλλων ανθέων και το κατέπνιγεν, ούτως ώστε να νομίζη κανείς ότι τα άνθη εμύριζαν σκόρδον. Και όμως ο σκορδάνθρωπος εκείνος ήτο απαρηγόρητος, διότι δεν είχε πάρη Μάη.

- Παίρνεις στην Ομόνοια, του είπεν ο δίπλα καθήμενος.

- Μα πάει να γυρίζω από τα Πατήσια και ν’ αγοράσω Μάη από την Ομόνοια; Θάνε γρουσουζιά.

- Τότε μην πάρης. Δεν θα χαλάση ο κόσμος.

Μόνο δύο ερωτευμένοι, καίτοι εστέκοντο πλησίον του ηφαιστείου εκείνου της σκορδίλλας, δεν εφαίνοντο να ενοχλούνται. Και των δύο τα έτη δεν έφθαναν ν’ αποτελέσουν τον αριθμόν σαράντα· δεκαοκτώ ετών εκείνος, δέκα οκτώ εκείνη. Και εφαίνοντο ολίγον μεθυσμένοι αμφότεροι, μάλλον φαίνεται από έρωτα παρ’ από ζύθον. Εκείνος είχε μέγα τριαντάφυλλον εις την κομβιοδόχην του και εκείνη κύπτουσα το εμύριζε και του έδιδε φιλήματα. Εις μίαν δε στιγμήν τα λευκά της δοντάκια απέσπασαν πέταλα, τα οποία ανέτεινε προς τον νέον με λίγωμα των οφθαλμών, ως να εζήτει φιλήματα.

- Αυτός είνε Μάης! Εψιθύρισεν εις τ’ αυτί μου ο σύντροφός μου.

Το τραμ με τους κραδασμούς του υπεβοήθει το ειδύλλιον εκείνο. Οσάκις εσταμπτα αποτόμως το πονηρόν θήλυ εξέπεμπε κραυγήν φόβου· και εκείνος την περιέβαλλε με τους βραχίονάς του δια να μη πέση, καίτοι δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. Εις ένα τοιούτον εναγκαλισμόν ήρχισαν να τραγουδούν το τραγούδι, το οποίον έμεινεν από τ’ αποκριάτικα όργια:

Σφίξε και τα χείλη ενωμένα ας μείνουν...

Άλλα ζεύγη ηλεκτρισθέντα συνώδευσαν το άσμα και εσχηματίσθη μία μετέωρος και φεύγουσα μετά του τραμ συμφωνία νεανικών φωνών.

Ο σκορδοφάγος εν τοσούτω δεν ελησμόνει την παράλειψίν του να πάρη Μάη. Και όταν το τραμ επλησίαζε εις την πόλιν, ηκούσθη να λέγη:

- Θαύρω άρα γε στην Ομόμοια; Είνε ζήτημα να θαύρω.

Ο σύντροφός μου δεν εκρατήθη πλέον:

- Τι τα θες τα άνθη; εστράφη και του είπε. Δεν κρεμάς για Μάη μιά σκορδοπλεξάνα;

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

“Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα “ΕΜΠΡΟΣ” 25 Δεκεμβρίου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Εις την γέννησιν του Χριστού δεν οφείλουν οι άνθρωποι μόνον την θρησκείαν της συγνώμης και της ανοχής, αλλά και την ανέλιξιν της τέχνης. Εις τους χρόνους εκείνους όλα είχαν αποθάνη, διότι πολύ είχαν ζήση. Τα άνθη του λόγου, της γλυφίδος, του χρωστήρος είχαν μαραθή. Η Ρώμη είχε δόση ό,τι μπορεί να προσφέρη η ισχύς του δόρατος, του ξίφους, την αυστηρότητα της κρατικής επικρατήσεως, η οποία προϋποθέτει την δουλείαν του πνεύματος. Δεν υπήρχον πλέον ιδανικά εις τον κόσμον, ούτε εμπνεύσεις. Συνεπώς η τέχνη περιωρίζετο εις αντιγραφάς χωρίς πνοήν. Τα παλαιά σύμβολα είχαν περιέλθη εις την κατάστασιν τυπικής απομιμήσεως. Τα εργαστήρια των καλλιτεχνών δεν διέφερον από τα συμβολαιογραφεία, όπου παραγγέλομεν σήμερα αντίγραφα. Αλλά αιώνες εχρειάσθησαν δια την αναζωογόνησιν της καλλιτεχνικής πνοής. Δεδομένον γεγονός. Ο τεχνίτης δια να εκφρασθή γενικώτερον του χρειάζεται πρόσφορος κοινωνική κατάστασις. Από αυτήν κρούεται η ψυχή του και αναβλύζει η πηγή της καθολικωτέρας εμπνεύσεώς του. Και βαθύτερον, ευρύτερον ζωντανώτερον πεδίον καλλιτεχνικής εκφράσεως της ανθρωπίνης τέχνης ήσαν αι θρησκείαι. Εις τον διάμεσον χρόνον της πτώσεως της ελληνικής θρησκείας και της αναβιώσεως της χριστιανικής η τέχνη σιγά. Αξιολόγους εκδηλώσεις της δεν έχομεν. Μόνον όταν ερρίζωσε η νέα θρησκεία εις τας καρδίας των ανθρώπων επαναρχίζει η φανέρωσις της τέχνης με εκφράσεις γενικής αληθείας.

Πόσα δεν οφείλει η τέχνη εις τον χριστιανισμόν. Κατά ένα τυχαίον τρόπον, κατά αναπόφευκτον ιστορικόν λόγον, όπως θέλετε, η συνέχειά της επιστοποιήθη εις ελληνικά εδάφη. Η δύναμις του παρελθόντος. Οι πνευματικοί σπόροι δεν πηγαίνουν χαμένοι, καθώς και οι φυτικοί. Η τέχνη επανέθαλλε εις το Βυζάντιον. Είνε δυστύχημα ιστορικόν και φυλετικόν δι΄ημάς τους έλληνας η απώλεια των αριστουργημάτων της βυζαντικής τέχνης, της ελληνικής τέχνης εις την νέαν μορφολογίαν της. Κατέχομεν περισσότερα γνωρίσματα της τέχνης των π. χ. ελληνικών αιώνων παρά των βυζαντινών. Από όσα τούτων διεσώθησαν ελαχίστην ιδέαν μπορούμε να έχωμεν περί της αξίας της βυζαντινής τέχνης. Και τα περισσότερα εξ αυτών δεν είνε παρά αντίγραφα. Οι τύποι μας απέμειναν εκ της επαναλήψεως των με ψυχράν αντιγραφήν. Ό,τι σήμερα καλούμεν “βυζαντινήν τέχνην” είνε ωχροτάτη αντίλαμψις του αρχικού ωραίου φέγγους της. Η ελληνική γη διέσωσε φιλοστόργως πολλά γνήσια πονήματα των ελλήνων καλλιτεχνών. Έχομεν απτάς εκφράσεις του Σκόπα, του Φειδίου, του Πραξιτέλους κτλ. Κάτι θετικόν των μεγάλων βυζαντινών τεχνιτών δεν ηυτυχήσαμεν να βλέπωμεν. Μαντεύομεν, διαισθανόμεθα την καλλιτεχνικήν των πρωτοτυπίαν από την επίδρασίν των εις την τέχνην της Αναγεννήσεεως όχι μόνο εις την Ιταλίαν, αλλά και εις τας άλλας ευρωπαϊκάς χώρας. Αν αποβιβασθώμεν μίαν πρωϊαν εκ του ελληνικού εδάφους εις την Βενετίαν, δοκιμάζομεν αιφνιδίως εις την ενατένισιν των αρχιτεκτονικών ρυθμών της την ευχάριστον έκπληξιν επανευρέσεως γνωστών μας, οικειοτάτων μοτίβων εις τα μάτια μας, εις την ψυχήν μας. Η πνοή του βυζαντινισμού, όπως την συνηθίσαμεν εις τον τόπον μας εις τα ελάχιστα διατηρηθέντα μαρτύριά του. Μελετώντες μεθοδικά την μεσαιωνικήν τέχνην εις ευρωπαϊκά εδάφη, ανευρίσκομεν την επίδρασιν της βυζαντινής εις τους πρώτους σταθμούς της ιστορικής ανελίξεώς της, έως ότου αρχίζει η πρωτότυπος σφραγίς των διαφόρων ευρωπαϊκών σχολών της χριστιανικής τέχνης. Αλλά ένα γνώρισμα απομένει εις ταύτην, γνώρισμα της αρχικής επιδράσεως των καλλιτεχνών του Βυζαντίου. Το χρώμα. Είναι κολλορίσται της ιταλικής αναγεννήσεως, αναδειχθέντες εκ της χρωματικής μέθης των, οι οποίοι παραμένουν μαθηταί, άριστοι βέβαια, της βυζαντινής τέχνης. Καταλήγομεν όχι αυθαιρέτως εις το συμπέρασμα. Αν ο οφθαλμός μας ασκηθή εις την παρατήρησιν, την μελάνην των ιχνών, των υπολειμμάτων της βυζαντινής τέχνης, των αντιγράφων και απομιμήσεων ταύτης εις τας χιλιάδας των ερημοεκκλησίων της ελληνικής γης, τα οποία δεν έπεσαν από τη σελήνην αλλά ένα ιστορικόν λόγον έχουν εις αυτήν, κατανοούμεν βαθμηδόν περισσότερον την σπουδαιότητα, που είχε η βυζαντινή τέχνη επί της ευρωπαϊκής, δεδομένου, ότι αυτογενής δεν υπήρξε εκείνη. Εχρειάσθη το πλήρωμα του χρόνου, όπως εκδηλώση αυθόρμητον την δύναμίν της.

Αλλά πως συνέβη να χαθή μία ακμή, οποία η της βυζαντινής χριστιανικής τέχνης; Από τον ανθρώπινον φανατισμόν, από τα ανθρώπινα μίση. Δυστυχώς δι΄ημάς τους επιγενεστέρους η βυζαντινή τέχνη είχε απεριόριστον προτίμησιν εις την εκδήλωσίν της προς την ζωγραφικήν. Το μάρμαρον δεν εχρησιμοποίησε πολύ. Εκ της επαναστατικής μάλιστα χριστιανικής εκδηλώσεως προς την ειδωλολατρίαν το μάρμαρον επί πολλούς αιώνας εθεωρείτο ασεβές υλικόν προς πλαστούργησιν χριστιανικών μορφών. Οι τεχνίται έγιναν αποκλειστικώτεροι εις την ζωγραφικήν. Και το ξύλον, εις το οποίον εζωγράφιζαν συνηθέστερον οι βυζαντινοί, καλύπτοντες αυτό με ειδικόν επίστρωμα, δεν έχει την αντοχήν του μαρμάρου και του χαλκού. Αλλά την μεγαλυτέραν φθοράν της βυζαντινής εικονογραφίας έφερον οι εικονοκλάσται. Αριστουργήματα εχάθησαν κατά τους θλιβερούς εκείνους χρόνους. Αι ιεραί εικόνες έφευγαν τον όλεθρον εις τα τέσσαρα άκρα της αυτοκρατορίας. Μετά μακρόν χρόνον εφανερώθησαν μερικαί, αποτελούσαι σήμερα σύμβολα της χριστιανικής λατρείας, χωρίς να δυνάμεθα ούτε ιστορικώς, ούτε τεχνικώς να επιβεβαιώσωμεν απολύτως την προέλευσίν των εκ της κλασσικής βυζαντινής εποχής.

Τι οφείλωμεν όμως εις τον χριστιανισμόν υπό έποψιν τέχνης. Όλην την γνωστήν εις τας ημέρας μας παρελθούσαν ζωγραφικήν υπεροχήν κατά πρώτον λόγον. Ολιγώτερα εις αριθμόν τα γλυπτικά έργα της χριστιανικής τέχνης. Τι απέδοσε έκτοτε, μετά την σιγήν των χριστιανικών εκδηλώσεών της η τέχνη; Αρκετά βέβαια, αλλά απείρως καθυστερούντα εις γενικότητα χαρακτήρος, εις την ιδανικήν έξαρσιν. Μετά ένα Φειδίαν, μετά ένα Μιχαήλ Άγγελον, μετά ένα Πραξιτέλην, μετά ένα Ραφφαήλον, οι νεώτερο αιώνες τι μας εξεδήλωσαν; Πιθανόν την επιτακτικήν ανάγκην της αναγεννήσεως των ιδανικών με την πανίσχυρον ορμήν του αισθήματος, όπως επέτυχαν κατ΄εξοχήν εξαισιώτερα ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός αι δύο υπερλαμπρότεραι εποχαί της ιστορίας των ανθρώπων επί της γης.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

❞ 𝚶… 𝚬𝚽𝚶𝚷𝚲𝚰𝚺𝚻𝚮𝚺❞ 𝚻𝚶𝚼 𝚫𝚮𝚳𝚮𝚻𝚸𝚰𝚶𝚼 𝚾𝚨𝚻𝚭𝚶𝚷𝚶𝚼𝚲𝚶𝚼

 Χιουμοριστικό χρονογράφημα όπου ο Δημήτριος Χατζόπουλος ονειρεύεται – κυριολεκτικά και μεταφορικά – να γίνει… εφοπλιστής. Δεν θα πρέπει να μας φαίνεται παράξενη τέτοια επιθυμία, τότε, όπως και τώρα, οι εφοπλιστές ήταν ως επί το πλείστον πάμπλουτοι κροίσοι και η εμπορική ναυτιλία ήταν ένα θέμα πάντοτε επίκαιρο για τα ελληνικά χρονικά.

Οι Έλληνες πλοιοκτήτες, παρά το μονίμως δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, διατήρησαν διαχρονικά θετική πορεία ώστε να φέρουν σιγά σιγά την ελληνική ναυτιλία στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης. Ο ελληνόκτητος στόλος το 2016 έλεγχε το 30,14% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενοπλοίων, το 21,18% του παγκόσμιου στόλου φορτηγών πλοίων και το 16,61% του παγκόσμιου στόλου πλοίων μεταφοράς χημικών και παράγωγων προϊόντων πετρελαίου.

Παρόλο που η Ελλάδα περνά βαθιά οικονομική κρίση τα τελευταία χρόνια, οι Έλληνες εφοπλιστές βελτίωσαν ακόμα περισσότερο τη θέση τους στις διεθνείς αγορές, αφού κανείς άλλος δεν κάνει τόσες παραγγελίες σε ναυπηγεία όπως οι ναυτιλιακές εταιρείες της Ελλάδας. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες όχι μόνο διατηρούν τη πρώτη θέση παγκοσμίως, αλλά διευρύνουν και την απόσταση που τους χωρίζει από την Ιαπωνία, τη Κίνα, τη Γερμανία και την Σιγκαπούρη, που ακολουθούν στις επόμενες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Βέβαια, η φορολόγηση στην οποία υπόκεινται οι Έλληνες εφοπλιστές είναι παραδοσιακά χαμηλή, ώστε η ίδια η Ελληνική οικονομία συνολικά να μην επωφελείται σε ανάλογο βαθμό με τα ιδιωτικά συμφέροντα που αναπτύσσονται. (βλέπε κείμενο Αφροδίτης Χρυσικού στις πηγές).

Τα πάντα ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα, μιά περίοδο που θεωρείται “χρυσή” για την Ελληνική ναυτιλία. Τότε έκαναν την εμφανισή τους διάφοροι Έλληνες εφοπλιστές, είτε με καταγωγή από παραδοσιακές εφοπλιστικές οικογένειες είτε ως αυτοδημιούργητοι, που από καραβοκύρηδες τρίτης επιλογής έγιναν σοβαροί εφοπλιστές, εκμοντέρνησαν έγκαιρα το στόλο τους αγοράζοντας ατμοκίνητα καράβια και πήραν στα χέρια τους μεγάλο μέρος του διεθνούς εμπορίου όταν υπήρξε ιδιαίτερη ανάγκη με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα Greek shipping miracle (Διαδικτυακό μουσείο που δημιουργήθηκε από διακεκριμένα μέλη της ελληνικής ναυτιλιακής οικογένειας) “… Η εκρηκτική άνοδος των ναύλων λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επέφερε τεράστια κέρδη στους εφοπλιστές. Ωστόσο η συνεπαγόμενη αύξηση του μεταφορικού κόστους επηρέασε υπέρμετρα τις τιμές των εισαγόμενων αγαθών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία για πρώτη φορά αρνητικού κλίματος για τους Έλληνες εφοπλιστές στην ίδια τους την πατρίδα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ωρίμανση της ιδέας για τη σύσταση οργάνου με σκοπό τη συλλογική αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούσαν την ναυτιλία. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1916 ιδρύθηκε στον Πειραιά η “Ένωσις Ελλήνων Εφοπλιστών” με πρώτο πρόεδρο τον ανδριώτη Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο. Παρά τη ζοφερή εικόνα οι Έλληνες εφοπλιστές είχαν αποκομίσει εξαιρετικά κέρδη από πωλήσεις, αποζημιώσεις (στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βυθίστηκαν 143 πλοία), αλλά και από την εκμετάλλευση των ατμοπλοίων στη διάρκεια του Πολέμου, ιδιαίτερα την περίοδο της ελληνικής ουδετερότητας κατά τα έτη 1915 και ιδίως 1916. …”.
Στην περίοδο αυτή η αλματώδης αύξηση των ναύλων, που επήλθε από τη μεγάλη ζήτηση πλοίων για μεταφορές κάρβουνου από την Αμερική στην Αγγλία και Γαλλία, όπως και για τη μεταφορά σιτηρών από την Αργεντινή στα λιμάνια της Ευρώπης και της Μεσογείου, επέφερε ασύλληπτα κέρδη.

Η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα» κάνοντας μια ανασκόπηση του 1915 έγραφε, χαρακτηριστικά, ότι «τα κέρδη της υπερωκεανίου ελληνικής ναυτιλίας κατά το λήξαν έτος υπήρξαν κολοσσιαία, υπολογιζομένα εις το διπλάσιον περίπου της αξίας των υπερωκεανίων σκαφών»!
Οι εφοπλιστές επωφελήθηκαν επίσης από την αύξηση των τιμών των προϊόντων που παράγονταν στην Ελλάδα, όπως οι σταφίδες, τα αμύγδαλα και το ελαιόλαδο καθώς οι συμμάχοι αναζητούσαν εναλλακτικές πηγές προμηθειών λόγω του πολέμου.
Οι υψηλοί ναύλοι στα ποντοπόρα πλοία συνεχίστηκαν και το 1916 και στο πρώτο εξάμηνο υπολογιζόταν ότι «τα κέρδη υπερωκεανίου εμπορικής ναυτιλίας εις τας διαφόρους γραμμάς μεταξύ Ελλάδος, Ευρώπης και Αμερικής ανέρχονται εις 104.417.000 γαλλικά φράγκα». (βλέπε άρθρο του Σταύρου Μαλαγκονιάρη στις πηγές).
Η ιστορία επαναλήφθηκε το 1935 με την εισβολή της Αιθιοπίας, το 1936 με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, το 1939-45 με τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1956 με την κρίση στο Σουέζ, και με όλες τις επόμενες πολεμικές συγκρούσεις, φτάνοντας μέχρι σήμερα, με τον πόλεμο της Ουκρανίας.
Γ. Χ.

Από την διπλωματική εργασία της Αφροδίτης Χρυσικού “Ανάλυση ελληνικής και διεθνούς ναυτιλιακής πολιτικής υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας” Αθήνα 2017

Εφημερίδα “ΕΜΠΡΟΣ” 12 Αυγούστου 1916

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ

Από προχθές ευρίσκομαι εις μίαν ψυχικήν κατάστασιν, διότι κατέφυγα εις τον Μικρόν και τον Μέγαν Ονειροκρίτην, ζητών μίαν λέξιν και δεν την ευρήκα. Είδα καθ’ύπνον ότι ήμουν εφοπλιστής και το όνειρον μου έκανε τόσον βαθείαν εντύπωσιν, ώστε μόλις εξύπνησα ηθέλησα επιμόνως να μάθω την σημασίαν του ονείρου μου. Αλλ’ οι ονειροκρίται τους οποίους εφυλλομέτρησα εις τα βιβλιοπωλεία δεν περιέχουν την λέξιν εφοπλιστής ή αλλην ανάλογον. Δεν υπήρχον τάχα εφοπλισταί όταν ο γέρων Περίδης, ο συμπατριώτης μου, συνέταξε τον ονειροκρίτην του;
Απελπισθείς από τους ονειροκρίτας, κατέφυγα εις διαφόρους γνωστούς και αγνώστους· παρετήρησα δε ότι οι περισσότεροι σήμερον δεν πιστεύουν και δεν δίδουν σημασίαν εις τα όνειρα.
- Ωχ, αδελφέ, όνειρα μας λες;Μορφωμένος άνθρωπος και δίδεις προσοχήν εις τα όνειρα;
- Μα δεν ήταν όνειρον σαν τάλλα· ήτο εξαιρετικόν όνειρον. Είδα ότι ήμουν εφοπλιστής· καταλαβαίνετε; Εφοπλιστής !!! Δεν μπορεί να είνε χωρίς σημασίαν ένα τοιούτον όνειρον.
Και όπως τον πτωχόν σκυτοτόμον του Λουκιανού, με αφύπνησεν η φωνή ενός πετεινού και εις μίαν στιγμήν εξηφάνησε μεγαλοπρεπή εφοπλιστικά γραφεία, πελώρια χρηματοκιβώτια, υπαλλήλων σμήνος και ατμόπλοια αγκυροβολούντα εις τον λιμένα του Πειραιώς, εκφορτόνοντα και φορτόνοντα, σφυρίζοντα και πληρούντα θορύβου τον αέρα. Αλλά δεν ωργίσθηκα κατά του πετεινού και δεν τον αναθεμάτισα διότι μου διέλυσε το χρυσούν όνειρον. Διότι και εις το
όνειρον ακόμη διετήρουν μίαν παράδοξον αμφιβολίαν, η οποία δεν μ΄αφήκε να παρασυρθώ εντελώς εις τον φανταστικόν πλούτον.
Τα εφοπλιστικά μου γραφεία ευρίσκοντο εις μέρος από το οποίον εφαίνετο ολόκληρος ο λιμήν του Πειραιώς. Εν μέσω δε των πολυαρίθμων υπαλλήλων, μεσιτών και άλλων προσώπων τα οποία με περιεστόιχουν, ευρησκόμην εις μίαν παραζάλην, η οποία δεν διέφερε πολύ από μέθην, Και ενώ οι περί εμέ μου ωμί
λουν δια τα πλοία μου, δια φορτώσεις και εκφορτώσεις, εγώ διεμαρτυρόμην:
- Μα βρε παιδιά, έλεγα, ποιά καράβια μου; Που τα βρήκα τα καράβια;
- Αυτά όλα που είναι αραγμένα στην Τρούμπα δεν είνε δικά σου;
- Μα εγώ, ένας μισθωτός δημοσιογράφος, που τα βρήκα τα καράβια;
- Δημοσιογράφος; επανελάμβανον οι περί εμέ και αλληλοπαετηρούντο με λαθραία μειδιάματα.
Εννόησα δε ότι μ’ εθεώρουν τρελλόν και εφοβούμουν ότι δεν είχαν άδικον. Μήπως είχα τρελλαθή από την αιφνιδίαν μεταβολήν της καταστάσεώς μου; Αλλά τέλος πάντων πως έγινεν αυτή η μεταβολή, χωρίς να ενθυμούμαι;
- Μα τι λέτε καλέ; μου έλεγεν εις εκ των υπαλλήλων μου. Σεις είσθε ο εφοπλιστής Στεργιανός.
- Στεργιανός!
- Βέβαια· λησμονείτε το όνομά σας ή θέλετε να αστειευθήτε.
- Μα δεν είμαι εγώ ο Κ. ;
-
Περίεργον πως σας πέρασε αυτή η ιδέα!
- Ώστε αυτά τα καράβια; . . .
- Είνε δικά σας.
- Βρε παιδιά, μήπως είμαι τρελλός; Δεν μπορώ να πιστεύσω ότι εγώ δεν είμαι εγώ.
- Μα πως δεν είσθε σείς; Είνε ο εφοπλιστής Στεργιανόπουλος.
- Και έχω εκατομμύρια;
- Πολλά.
- Περίεργον να μην αισθάνομαι καμμίαν μεταβολήν! Και συ δεν μου λες ποιός είσαι;
- Υπάλληλος σας.
- Αυτό το βλέπω. Αλλά το όνομά σου;
Μου είπε το όνομα ενός εκ των γνωστοτέρων εφοπλιστών.
- Ώστε είσαι συ ο Χ. Και είσαι υπάλληλός μου. Βρε παιδιά είσθε καλά ή εγώ δεν είμαι καλά;
- Μα κύριε! … είπεν ο εκατομμυριούχος υπάλληλός μου συμπλέκων εις ικεσίαν τα χέρια του.
- Καλά, καλά, σας πιστεύω. Είμαι ο εφοπλιστής … πως τον είπες;
- Στεργιανόπουλος.
- Στεργιανόπουλος. Είμαι ο Στεργιανόπουλος και έχω καράβια και εκατομμύρια.
- Πολλά, επανέλαβεν ο υπάλληλος μου. Δεν βλέπετε; Αυτήν την στιγμήν εισπλέει η “Ελενίτσα”.
- Η Ελενίτσα!
- Το καινούργιο σας πλοίο ντε, που το αγοράσατε 400 χιλ. Λίρες. Κυττάχτε το με τι μεγαλοπρέπεια μπαίνει!
- Μα δεν μου λες; Τι ιδέα μου ήλθε να το ονομάσω “Ελενίτσα”;
- Εγώ να σας το πω; είπε μειδιών ο υπάλληλος. Εσείς το ξέρετε. Κάποιο τρυφερό αίσθημα ίσως…
- Μα
για Ελενίτσα είνε πολύ μεγάλη, Χριστιανέ μου. Αυτό γέμισε το λιμάνι. Μα τι κάνει αυτός ο πλοίαρχος; ανεφώνησα. Έξω πάει να το ρίξη;
Αλλ’ η Ελενίτσα, αντι να εξοκείλη, ήλθε κ’εδιπλάρωσεν υπό τα παράθυρα των γραφείων μου. Αλλ’εγώ είχα μίαν ανησυχίαν, η οποία δεν μ’άφηνε ν’απολαύσω το μεγαλοπρεπές θέαμα.
- Καιρός να πάω πάνω, στην Αθήνα, είπα προς τον υπάλληλον.
- Να κάμετε τι;
- Να γράψω το χρονογράφημά μου.
Ο υπάλληλος έκαμε κίνημα απελπισίας.
- Μα κύριε! … γιατί επιμένετε να νομίζετε ότι είσθε δημοσιογράφος;
-
Δεν σου φαίνεται περίεργον; … Κι΄εμένα. Δεν μπορώ να συνηθίσω εις την ιδέαν…
- Μα δεν είνε ιδέα. Είνε πραγματικότης.
- Μήπως τυχόν είσαι ο ταμίας μου;
- Έχω την τιμήν.
- Λοιπόν σε διατάσσω να μου φέρης ένα εκατομμύριον. Έχω ανάγκην να κάμω ολίγα λουτρά εις το Λουτράκι.
Αλλά επάνω εις αυτά έκραξε ο πετεινός από την γειτονικήν μάνδραν και μ’ επανέφερεν εις τον εαυτόν μου.

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

___________

Πηγές

Αφροδίτη Χρυσικού “Ανάλυση ελληνικής και διεθνούς ναυτιλιακής πολιτικής υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας” Διπλωματική εργασία
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ JEAN MONNET
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2017

https://jmce.gr/portal/wp-content/uploads/2017/04/Chrisikou-Analysi-ellinikis-kai-diethous-nayt.-politikis-1.pdf


Μικρό αφιέρωμα για την λεηλασία του ΝΑΤ …”
23 Αυγούστου 2023 by Stefenson
https://stefenson.gr/2023/08/ena-mikro-afieroma-sto-naftiko-apomachiko-tameio-diachroniki-i-leilasia-apo-to-kefalaio-kai-tis-kyverniseis-tou/


Μυλωνόπουλος Δημήτριος, “Ναυτιλία”, Εκδόσεις Σταμούλη Α.Ε, Αθήνα, 2004


Σταύρος Μαλαγκονιάρης Η πολεμική αρετή των Ελλήνων... εφοπλιστών”
Απόψεις ΕΦΣΥΝ 18.04 22
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/340440_i-polemiki-areti-ton-ellinon-efopliston


Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: Οι δύο μεγάλες μάχες του 1918” από το Huffington Post .
https://www.huffingtonpost.gr/entry/oi-deo-meyales-maches-toe-ellenikoe-stratoe-kata-ton-proto-paykosmio-polemo_gr_5be57206e4b0e8438896b894


Greek shipping miracle
https://greekshippingmiracle.org/istoria/%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CE%B9-1912-1918/

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΗΤΣΟΥ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Ο Μήτσος Χατζόπουλος άνθρωπος με σπάνια μόρφωση, καλλιέργεια, διορατικότητα και γλωσσομάθεια είχε ένα φοβερό ελάττωμα, τις απότομες μεταλλαγές: μπορούσε να αλλάξει γνώμη για σημαντικά ζητήματα κυριολεκτικά μέσα σε λίγες μέρες. Έτσι έγινε με τις απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα, για τις αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις, για το κοινωνικό πρόβλημα, για τη ζωή κοντά στη φύση.
Όταν εκδόθηκε από τον αδελφό του Κωσταντίνο το περιοδικό “Τέχνη”, πρώτο περιοδικό στα ελληνικά χρονικά γραμμένο αποκλειστικά στη δημοτική γλώσσα, όχι μόνο δεν συνεργάστηκε, αλλά κατάκρινε και προσπάθησε να γελοιοποιήσει την προσπάθεια.
Με ένα άρθρο που έγραψε στην εφημερίδα “Εμπρός” της 1ης Ιανουαρίου του 1899 όχι μόνο “έθαψε” χωρίς πολλές περιστροφές το πόνημα του αδελφού του, αλλά βρήκε κιόλας την ευκαιρία να επιτεθεί ανοιχτά και στον Κ. Παλαμά, η ποιητική παραγωγή του οποίου “τον είχε μπουχτίσει προ πολλού” όπως είχε εξομολογηθεί εκείνη την εποχή στον στενό του κύκλο (Γ. Καμπύση / ...λείπει η αναφορά).
Μέσα σε λίγους μήνες ο Μήτσος Χατζόπουλος άλλαξε πάλι γνώμη, πράγματι στο “Περιοδικό μας” που εκδόθηκε αμέσως μετά εμφανίστηκαν 10 κείμενα του Μποέμ (Δ.Χατζόπουλου) και 3 κείμενα του Πέτρου Βασιλικού (Κώστα Χατζόπουλου), μάλιστα στο τεύχος της 30 Νοεμβρίου 1900 μετά από τα ποιήματα “Η balade της ομίχλης - Ο χορός των ίσκιων” του Πέτρου Βασιλικού στις σελίδες 241-243 ακολουθούσε αμέσως το διήγημα “Το κοκκοράκι” του Μποέμ στις σελίδες 243-247, γεγονός πολύ απίθανο για να είναι σύμπτωση.
Όταν αργότερα ο Δημ. Χατζόπουλος με το Γ. Καμπύση εξέδωσαν τον “Διόνυσο” (1901-1902) η διαμάχη πρέπει να είχε πλέον αποσοβηθεί, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος συνεργάστηκε με δεκάδες κείμενα, ποιήματα και κριτικές.
Αργότερα η διαφοροποίηση των δύο αδελφών συνεχίστηκε με την διαφορετική αντιμετώπιση
από μέρους τους.του σοσιαλιστικού κινήματος, που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή.
Με το άρθρο του “Το κοινωνικό μας ζήτημα” που δημοσιεύτηκε στο “Νουμά” της 28ης Οκτωβρίου 1907 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος έδωσε δημόσια μαρτυρία της προσχώρησης του στον μαρξισμό, έτσι όπως εκφραζόταν τότε από την γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία είχε προσανατολιστεί οριστικά στη νόμιμη δράση μετατοπίζοντας σε νέα αόριστο μέλλον μία κάποια επαναστατική αλλαγή. Ο Δημ. Χατζόπουλος αντίθετα ασπάστηκε και έγινε ένθερμος οπαδός της μαξιμαλιστικής συνδικαλιστικής εκδοχής του μαρξισμού, που ήταν σε πλήρη αντίθεση με την επικρατούσα ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική πολιτική.
Η διαμάχη αυτή από το αισθητικό - πολιτικό επίπεδο πέρασε και στο προσωπικό, σε σημείο που οι οικογένειες των δύο λογοτεχνών συνέχισαν να έχουν κάκιστες σχέσεις ακόμη και πολλά χρόνια μετά το θάνατο των δύο αδελφών. Για το θέμα αυτό θα προσπαθήσω να μαζέψω στοιχεία και να ασχοληθώ εκτενέστερα σε μιά από τις προσεχείς αναρτήσεις μου.

Παραθέτω (συντομευμένο) το επίμαχο άρθρο του Δημ. Χατζόπουλου για το περιοδικό “Τέχνη”
Εφημερίδα “Εμπρός” 1η Ιανουαρίου 1899
Φιλολογία
(Σκέψεις Ρεπόρτερ)
Όταν η διεύθυνσις του “Εμπρός” μου ανέθεσε να γράψω μίαν τρίστηλον φιλολογικήν επιθεώρησιν του 1898 εσκέφθην να δηλώσω, ότι εν όσω δεν υπάρχει φιλολογική ζωή εις εν ολόκληρον διαρρεύσαν έτος, μου είνε αδύνατον να γράψω την φιλολογικήν αυτού επιθεώρησιν. …
… Ο τελεταίος ποιητικός θόρυβος οφείλεται εις μίαν μονομανίαν απλώς. Περί τους δέκα νέους απεφάσισαν να ιδρύσουν ιδίαν γλώσσαν, ιδίαν ποίησιν, ιδίαν αντίληψιν της τέχνης. Ο σκοπός των θα ήτο άγιος εάν ακολουθούντες το παράδειγμα των Στυλιτών του μεσαίωνος απεμονούντο εις τι μέρος και έζων και έδρων καθ’οίον δήποτε εκφυλισμένον τρόπον ήθελον. Αλλ’ οι άνθρωποι ούτοι τας παραδοξολογίας των και τα προϊόντα της εκτροχιασμένης εργασίας των ηθέλησαν να επιβάλωσιν εις τους άλλους, τους υγειέστερον, τους ορθώς σκεπτομένους και εργαζομένους, και να επιβάλωσιν κατά τον πλέον ενοχλητικώτερον τρόπον. Εδημιούργησαν εν είδος περιοδικού υπό τον τίτλον “Τέχνη”, του οποίου όμοιον δεν είδεν ακόμη καμμία κοινωνία γραμμάτων και εις ό η δημοτική, η αγνή δημοτική γλώσσα του λαού, σφαγιάζεται κατά τον ασπλαχνότερον τρόπον και εις ό συσσωρεύονται όλαι αι τελευταίαι επιπόλαιοι και έξω φρενών μόδαι της συμβολικής ποιήσεως, κατά την ατεχνικωτέραν αντιγραφήν και σαχλοτέραν μίμησιν. Οι τοιούτοι εξέλεξαν ως πρωτεργάτην της νόθου και αφυσίκου προς την ελληνικήν αντίληψιν και την ελληνικήν πρωτοτυπίαν πνευματικής ταύτης εργασίας τον κ. Κωστήν Παλαμάν, ο οποίος, ως γνωστόν έγραψε ποιήματα, τα οποία μετέχουν αφ’ ενός μεν γνησίας ποιητικής εμπνεύσεως και αφ’ ετέρου πλέον ή νόθου όσον και πεζής μιμήσεως παντός ξένου ποιητικού τόμου, ο οποίος περιπίπτει εις τας χείρας του. Τελευταίον μάλιστα η ποιητική του εργασία κατέστη τα μάλα πεζή και κουραστική ...

Μποέμ

_________________

Πηγές για εμβάθυνση

Μαρία Αντωνίου Τίλιου “Το περιοδικο ‘Η Τέχνη’ (1898/1899) Συμβολή στη μελέτη της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας” Διδακτορική διατριβή Ιωάννινα 1989
https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/1406#page/1/mode/2up

Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη Νεοελληνική Βιβλιογραφία - Τα περιοδικά “Τέχνη” και “Διόνυσος” 1969
http://epet.nlg.gr/db/icon/a1969/a69_37.pdf

Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη Νεοελληνική Βιβλιογραφία - Το Περιοδικό μας, 1970-71
http://epet.nlg.gr/all1.asp?id=660&pg=0

Χ. Λ. Καράογλου “Διόνυσος (1901-1902)” Εκδόσεις Διάττων 1989 Σελιδα 53
https://www.academia.edu/35238902/%CE%A4%CE%BF_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%94%CE%B9%CE%BF_%CE%BD%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%82_1901_1902_

Το κοινωνικό μας ζήτημα” του Κωσταντίνου Χατζόπουλου
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Α’
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2023/06/blog-post.html

 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

«ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ» ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εορταστικό κείμενο όπου ο Δημ. Χατζόπουλος με τη δικαιολογία των Χριστουγέννων βρίσκει την ευκαιρία να μιλησει για την αγαπημένη του πόλη, το Βερολίνο, όπως την είδε και την έζησε πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτηριστική η φιγούρα του "Χριστουγεννάνθρωπου" με το πράσινο ραβδί, που μοιράζει δώρα στα παιδιά. 
Γ.Χ. 

Εφημερίδα «Εμπρός» 25 Δεκεμβρίου 1919

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ

Εις το αντικρυνόν πάρκο, εις το πλησίον μπουλβάρ, το χιόνι είχε πλαστουργήση, εις όλα τα πάρκα, τα μπουλβάρ, τας πλατείας, τον ποταμόν και τα κανάλια του, τας δενδροστοιχίας και τα μεγάλα οικοδομήματα, τα μνημεία και τους στύλους της απεράντου πόλεως, τας φαντασμαγορικωτέρας απόψεις. Λευκοί σταλακτίται εκρέμαντο από τους κλάδους των υψηλών δένδρων, τους εξώστας των σπιτιών. Αι συνεχείς δεκεμβριαναί χιονοθύελλαι είχαν εργασθή με καλλιτεχνικήν διάθεσιν, δια το μέγιστον λευκόν κέντημα, που εκάλυπτε με δαντέλλας και κρόσσια την κοσμόπολιν. Τόση ευτυχία λευκής διακοσμήσεως δια την μεγάλην χριστιανικήν εορτήν, που είνε συμπαθητική εξ ίσου εις τας απλοϊκάς καρδίας και τους ανήσυχους αρνητικούς της θετικής σκέψεως, ήτο ένα βαθύ ποίημα. Νηνεμία απόλυτη και ο θολός ουρανός είχε χαμηλώση, δια να ευφρανθή την λευκήν γαλήνην, σχεδόν ήγγιζε τας στέγας των σπιτιών.
Ο θόρυβος των εκατομμυρίων ανθρώπων εφαίνετο, ότι είχε παγώση και αυτός εις την λευκήν σιγήν. Εις τα βάθη των χιονισμένων μπουλβάρ πυκναί μαύραι σκιαί εκινούντο και εξηφανίζοντο βαθμηδόν. Αθόρυβα ανοιγόμμεναι θύραι τας κατέπιναν. Ήσαν αι ομάδες των εργατών, που διέκοψαν την εργασίαν των ενωρίς το απόγευμα. Εξαιρετικώς την ημέραν εκείνην δεν επήγαιναν εις το μπαρ. Το ιερόν συναίσθημα, υποβλητικώς πανίσχυρον, τους οδηγούσε εις την κατοικίαν των νηφαλίους και εγκρατείς. Εις τα καταστήματα, εις τα κολοσσιαία πρατήρια, όπου το θέαμα της κινήσεως ομοιάζει το των μυρμηγκοφωληών, ελάχιστοι ήσαν οι αγορασταί. Βιαστικοί, καθυστερημένοι εις τας εορταστικάς προμηθείας των εψώνιζον και απήρχοντο. Έπειτα αι χιλιάδες των λαμπιονιών, οι μεγάλοι ήλιοι των πανυψήλων ορατηρίων έσβυσαν, σμήνη κοράκων διεχύθησαν εις τα λευκά μπουλβάρ. Αι χιλιάδες των πωλητριών με το μαύρον ένδυμα και τον πλεχτόν σκούφον, βυθισμένον έως τα μάτια, έφευγαν γοργαί δια το ζεστόν σπίτι. Τα περνώντα τραμ προς όλας τας διεθύνσεις τας επήραν, ο ατμήρης  σιδηρόδρομος, τα λεωφορεία με τους μεγαλόσωμους ίππους, τα αυτοκίνητα όμνιμπους, ο υπόγειος και ο ανώγειος ηλεκτρικός, τας απήγαγον εις μακρυνάς συνοικίας, εις χαμένα εις το λευκόν χάος πολυάριθμα προάστεια, εις δάση και λίμνας, εις ποταμούς και κανάλια. Η τεφρά ημέρα έσβυνε και η βραδειά είχε πλέον το φως της ανταυγείας του χιονιού. Τα μεγάλα καφενεία, τα οποία δεν κλείουν στιγμήν του ημερονυκτίου, δεν είχαν έναν πελάτην την εσπέραν εκείνην. Σιγά-σιγά έσβυσαν τον φωτισμόν των. Και ολόκληρον το μεγαθήριον, το οποίον καθ’όλον τον χρόνον ασθμαίνει με μυριάδας παλμούς εργασίας, η γιγαντιαία πόλις με τον ρυθμικόν μηχανισμόν, ήταν ωσάν να έπαθε συγκοπήν. Εις τα μεγαλήτερα μπουλβάρ της, όπου η κίνησις δεν γνωρίζει διακοπήν ημέραν και νύχτα, δεν εφαίνετο σκιά ζωντανή. Μονάχα εις τους σιδηροδρομικούς σταθμούς κατέφθανον με βροντάς θυέλλης τα μακρυά τραίνα, λευκά από τον χιονοστρόβιλον, δεν επρόφθαναν να σταματήσουν  και εξετινάσσοντο εις την νέαν γοργήν κίνησίν των. Ήσαν τραίνα ερχόμενα από το ένα άκρον της Ευρώπης και διευθυνόμενα εις το απώτερον άκρον της Ασίας και ήσαν τραίνα πηγαίνοντα εις τας άλλας πόλεις της μεγάλης χώρας. Οι τελευταίοι ταξειδιώται, εορτασταί, που τα ανέμεναν εις τους υπεργείους σταθμούς, με τας μεγάλας θολωτάς υαλίνους στέγας, ενέβαιναν εις αυτά επειγόμενοι, σύροντες τα χριστουγεννιάτικα δέματά των από καρτόνι.

Χρόνια κάθε παραμονήν των Χριστουγέννων εδοκίμαζα ζωηράν ευχαρίστησιν να πλανώμαι εις τους δρόμους της κοσμοπόλεως δι’ αυτό το θέαμα της μεγάλης, της γενικής αργίας, δια την εκπληκτικήν ερήμωσιν και το σταμάτημα πάσης κινήσεως εις αυτήν. Είχε κανείς την εντύπωσιν, ότι εβάδιζε εις νεκράν πόλιν, την οποίαν εσαβάνωνε το χιόνι. Και προς την ερήμωσιν αλλόκοτη ήταν η αντίθεσις της πανηγυρικής φωταγωγήσεως των ατελευτήτων σειρών των σπιτιών, δεξιά και αριστερά των νεκρών δρόμων. Από τα ισόγεια έως τον πέμπτον πάτωμα, όλα τα παράθυρα ήσαν φωτισμένα. Μυριάδες φωτεινά τετράγωνα απλώνοντο εις το χιονόστρωμα των δρόμων, εις τους κρεμμάμενους σταλακτίτας των γυμνών μαύρων δένδρων. Εβάδιζε κανείς εις τον συνεχή λευκόν τάπητα με τας φωτεινάς, χρυσάς ανταυγείας του, ως εις ονειρώδη πορείαν. Όπου τα λευκά παραπετάσματα των παραθυριών δεν είχαν συρθή, έβλεπε ο διαβάτης δια μέσου των μεγάλων τζαμιών σκιάς ανθρώπων κινουμένας, αστερόχρυσον την φωταγώγησιν του χριστουγεννιάτικου δένδρου με τον γλυκύν φωτισμόν των κεριών του ή των μικρών ηλεκτρικών σφαιριδίων του, με τον λαμπερόν παιγνιώδη διάκοσμόν του, κορίτσια λευκοφορεμένα με την αισθηματικήν μπλουζίτσαν της χειμερινής εορτής, ξανθόμαλλα παιδάκια σκιαζόμενα υπό το μαγικόν δένδρον, γεμάτα από έκφρασιν χαράς, συγκινήσεως, εκστάσεως. Εις το βάθος απήστραπτο από ολόφωτην γαλήνην η τραπεζαρία με το στρωμένον, έτοιμον τραπέζι. Τα ποτήρια εσπινθηροβολούσαν, ρουμπινιών αντανακλάσεις είχαν η καράφες με την ξανθήν μπείραν, ηλεκτρώδεις αι φιάλαι με τον παραρρήνειον οίνον. Εις το μέσον του τραπεζιού ερρόδιζε εις τεραστίαν πιατέλλαν η χριστουγεννιάτικη χήνα, μεγάλη ως πασχαλινός αμνός. Από τα μέγαρα των εκλεκτών τμημάτων της μεγαλοπόλεως έως τα ογκώδη στρατωνοειδή οικοδομήματα των εργατικών συνοικιών της το χαρμόσυνον εορταστικόν θέαμα της «αγίας βραδειάς» ήτο το ίδιον, φωτεινόν, γαλήνιον, αισθηματικόν, ευφρόσυνον. Δια πέντε εκατομμύρια ανθρώπων, στεγασμένων εις μίαν και την αυτήν πόλιν, καλοθερμασμένων από την ιδίαν υψηλήν πήλινην σόμπαν, την φθάνουσαν έως την οροφήν, δοκιμαζόντων το αυτό γλυκύ συναίσθημα της οικογενειακής συγκεντρώσεως, έγεννάτο ο Χριστός εξ ίσου. Ήταν τα προπολεμικά χρόνια, τα ηρεμώτερα οπωσούν εις ανθρώπινην εκδήλωσιν, με ολιγώτερον μίσος εις τας καρδίας των ανθρώπων, με ολιγώτερα δάκρυα εις τους οφθαλμούς των και με ολιγώτερον πένθος εις το ένδυμά των. Τα φυλετικά πάθη ύπνωττον και εξεδηλούντο μόνον με τον οικονομικόν ανταγωνισμόν, αι κοινωνικαί αντιθέσεις της πάλης των τάξεων εφανερώνοντο με την πολεμικήν των ειρηνικών μέσων, η εργασία δεν ήτο τόσον βαρειά, η φροντίς δεν απεξήραινε τόσον το αίσθημα, ο οικονομικός βίος ήτο ευκολώτερος, το αίμα δεν είχε ακόμη μιάνη την λευκότητα του χιονιού και ο Χριστός εύρισκε οπωσούν εις κάθε ανθρωπίνην καρδία μίαν γωνίαν, δια να την συγκινηση με την συμβολικήν γλυκείαν γέννησίν του.
Και ενώ τα εκατομμύρια των κατοίκων της μεγαλοπόλεως ανεπαύοντο εις την εσωτερικήν γαλήνην του σπιτιού, ένα μόνον άνθρωπος είχε πολλά ασχολίας την χιονισμένην δεκεμβριανήν εσπέραν. Ο «Χριστουγεννάνθρωπος» πόσα πατώματα έπρεπε να ανεβή, πόσας θύρας διαμερισμάτων ώφειλε να κρούση. Από τα πρώτα πατώματα της προσόψεως των πλουσίων έως τα τέταρτα των οπισθίων οικοδομημάτων, όπου κατοικούν οι πτωχοί άνθρωποι. Αλλά όλαι αι θύραι και όλαι αι κατοικίαι του είνε ομοίως προσφιλείς, διότι εις όλας τας κατοικίας, μεγάλας και μικράς, είνε παιδάκια με την αγωνίαν εις τα ματάκια των  δια τη άφιξίν του, με την φαντασίαν των εις πυρετόν δια την μυστηριώδη εμφάνισίν του και τα δώρα του. Και είνε αγαπημένος ο ερχομός του και δια τους μεγάλους, που μειδιούν ευχαριστημένοι δια το παραμύθι της ζωής, διότι θυμούνται, ότι έζησαν και αυτοί με τας συγκινήσεις του εις τα παιδικά των χρόνια και δεν τους είνε ξένη η αποψινή του ποίησις, αφού την βλέπουν να λάμπη εις τα μάτια των παιδιών, εις τα οποία έχομεν όλας τας ελπίδας της ζωής μας. Και όταν ο «Χριστουγεννάνθρωπος» σημάνη την θύραν και εμφανίζεται εις τον διάδρομον του σπιτιού, λευκός και κουρασμένος, κτυπών την ράβδον του, φορτωμένος με τον σάκκον, από τον οποίον θα εκχυθούν χαραί δια μικρούς και μεγάλους, είνε ωσάν να εξαγνίζεται η παναθλία αυτή ζωή από ένα φως ειρήνης και ιερότητος. Γίνεται κανείς τόσον παιδί, κυριευμένος  από απλούν συναίσθημα. Όλη η πικραμένη ζωή περιενδύεται την καλήν και ευγενή μορφήν του μύθου.
- Καλέ μου Χριστουγεννάνθρωπε, καλώς ώρισες και σε ευχαριστούμεν διά τα ευτυχή δώρα σου. Αλλά κάθησε, λοιπόν, λιγάκι δια να αναπαυθής. Σου έχομεν έτοιμον το τσάϊ σου και τα γλυκά σου τα έχομεν δέση με κόκκινην μεταξωτήν κορδέλλαν.
Αλλά ο γέρος είνε πολύ βιαστικός. Έχει να επισκεφθεί τόσα πολλά άλλα παιδάκια. Αποθέτει την πράσινην βέργαν του, σύμβολον της ακαταλύτου ισότητος εις τον βαρύν χειμώνα, ξεφορτώνεται τον σάκκον του, από την μακράν άσπρην γενειάδα του τινάζεται το χιόνι του δρόμου και ακούει ευχαριστημένος τα χαιρετιστήρια τραγουδάκια των παιδιών διά την ευτυχή άφιξίν του. Τα χαϊδεύει και τα νουθετεί. Η έκστασις, που εκπορεύεται από τα γοητευμένα ματάκια των γίνεται χαρά εις τα πρόσωπα των μεγάλων και εις το αναποδογύρισμα του σάκκου του ασπρομάλλη  γέροντος, επάνω εις το χριστουγεννιάτικον τραπέζι, το σπίτι γεμίζει από ζωηρά ξεφωνήματα. Εις το πιάνο ηχεί ο απλούς, λιτός ύμνος της ιεράς εσπέρας. Των προγόνων αι μορφαί εις τα κάδρα των τοίχων φαίνονται να κινούν τα χείλη εις ευλογίαν. Ποία ευωδία είνε αυτή, που διαχύνεται εις τον θερμόν, καλόν κλειστόν χώρον;
Αλλά δεν γνωρίζομεν καμμίαν άλλην μορφωτικήν δύναμιν, άλλην εξανθρωπιστικήν προσπάθεια, η οποία να κατώρθωσε να συγκινή βαθύτερον τας μυριάδας των ανθρώπων και να τας προσεγγίζει φιλίως, όπως το επιτυγχάνη η συμβολική χριστουγεννιάτικη εσπέρα.  Πιθανόν να μη γεννάται ασκόπως ο Χριστός μίαν νύχτα του Δεκεμβρίου δι’ημάς τους κακούς ανθρώπους, οι οποίοι επί τέλους τοιούτοι εδόθημεν ανευθύνως. Μας υπενθυμίζει, με την ηδείαν συγκίνησιν της συμβολικής ταύτης εορτής, ότι η αγάπη έχει, αν όχι τίποτε άλλο, δικαιώματα εις την ζωήν καθώς και το μίσος.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΜΟΥ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Διήγημα με τη μορφή χρονογραφήματος όπου ο συγγραφέας ξεκινώντας από ένα ασήμαντο γεγονός, την εμφάνιση ενός ποντικού «στο μέρος που εργάζεται» (που στη συνέχεια αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για ένα καφενείο)  κάνει μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση, μιλάει με αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο  για όλες τις πικρίες και απογοητεύσεις της επαγγελματικής αλλά και προσωπικής ζωής του.   
Αξιοπερίεργη είναι η επιμονή του Χατζόπουλου να χρησιμοποιεί προσφωνήσεις και σχόλια στα γερμανικά, γλώσσα που βέβαια ο ίδιος γνώριζε άπταιστα, σίγουρα όμως δεν γνώριζε το μεγαλύτερο ποσοστό από τους αναγνώστες του. Ο Καλαποθάκης, ιδιοκτήτης του «Εμπρός» του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και τον άφηνε να γράφει ότι θέλει, τα χρονογραφήματά του δημοσιευόταν πάντοτε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, πιθανώς αυτή η μανία να έδινε ένα διανοουμενίστικο τόνο στην ύλη της εφημερίδας, που μάλλον άρεσε στο αναγνωστικό κοινό.

Γ.Χ.

Στη φωτογραφία η πρόσοψη της Berlin Komische Oper όπως ήταν το 1906, εποχή που ζούσε στο Βερολίνο ο συγγραφέας. Βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ»

Κυριακή 3 Ιουλίου 1922

Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΜΟΥ

Εις το μέρος που εργάζομαι συχνά με επισκέπτεται ποντικός. Μέγας είνε. Μεγαλήτερον δεν είδα εις την ζωήν μου. Ούτε εις το ύπαιθρον αρουραίους. Πολλούς ποντικούς του υπαίθρου ενθυμούμαι. Είναι μεγάλοι, όχι όμως σαν τον μέγιστον περί του οποίου σας ομιλώ. Εις αρκετά κτήματα μου έχουν αφηγηθή, ότι ποντικοί των αγρών πνίγουν πουλιά εις πτηνοτροφείον. Ο ίδιος βλέπω τακτικά εις την Παναγίαν Ξυδού της Κηφισιάς ένα τεράστιον ποντικόν. Όταν τον παρετήρησα δια πρώτην φοράν προβάλλοντα το κεφάλι του από την υψηλήν θυρίδαν της νοτίας πλευράς του ναού, εφώναξα: «Μπα, μια νυφίτσα». Αλλά η εκκλησάρισσα ήτο καλλίτερά μου πληροφορημένη. Μου είπε: «Δεν είνε νυφίτσα, ποντικός είνε. Δεν αφίνει λάδι στα κανδήλια». Ιερός ποντικός. Μάλιστα, είνε και ιερά ζώα. Και ερπετά επίσης. Εις τα αρκετά ενδιαφέροντα ερείπια του ποτέ εκκλησιδίου της αγίας Κυριακής, που σας έχω αναφέρη, κάτωθεν του δάσους της Μαγκουφάνας (1), διαιτάται τεράστιος άγιος όφις, ο οποίος φυλάττει την εικόνα, - ταύτην δια να μη την κλέψουν την επροφύλαξαν εις το γειτονικόν περιβόλι - και το άγιον φείδι βγαίνει και βοσκά μονάχα κάθε Σάββατον. Ένα συρτάρι παραδόσεις αττικάς έχω, γεμάτας λαϊκήν φαντασία, αλλά δεν τας αναφέρω, όπως πολλά άλλα, διότι μόλις συστηματοποιήσης μιαν ατομικήν εργασίαν, η οποία δι’ένα «πραγματικόν», «αληθινόν» λόγον έχει κάποιαν επιτυχίαν, τζουπ εμφανίζονται ως σαλιάγκοι οι αυτόκλητοι μιμηταί και κακοαντιγραφείς. Εξασφαλίσωμεν το κουρελιασμένον σακκάκι μας, αδελφοί μου, διότι πολλοί, πάραπολλοί οι αφυείς και άρπαγες ταυτοχρόνως. Πταρνίζεσαι, τους κάμνεις τόσην εντύπωσιν, ώστε αρχίζουν να πταρνίζωνται, αφελέστατα δε. Ελησμονήσαμεν τον ποντικόν, που με επισκέπτεται. Ευρύς ο χώρος. Πολλοί οι συνάνθρωποι εντός αυτού. Ομιλούν, σκοτώνουν την ώραν των, αφηγούνται ξένας και ιδικάς των υποθέσεις. Κανένα των συμπολιτών δεν πλησιάζει ο ευτραφής ποντίκαρος. Μονάχα την αφεντιάν μου. - Ω! ιχ αμπε ντι Έρρε, μάϊν Μώϋσχεν. (2) Κοκοτίστικα, μπεμπεκίστιικα, τον προσφωνώ χαμηλοφώνως, όπως τους διαβάτας αι διακόσιαι χιλιάδες Στράσσενμαντόννεν (3) του Βερολίνου εις τα μέχρι χαραυγής ατελεύτητα ξενύχτια της βορείου κοσμοπόλεως. Τα μάτια  μου κυττάζουν το ρολόγι. Πέντε και πέντε. Το ρολόγι είνε παληόν σαν και μένα, αλλά τέλος πάντων εργάζεται. Κάποτε λιγάικι παράξενα, αλλά ίσως συγχωρημένοι να ήμεθα ημείς οι αρχαιότητες, τας οποίας φευ! δεν επροθυμοποιήθη να ζητήση και χρυσώση κανείς εφοπλιστής. Πέντε και πέντε ακριβώς, που τολμώ ακόμη να πίνω τσάϊ, με επισκέπτεται δημοσίως ο ογκώδης ποντικός. Περνά με χαριεστάτην οφιοειδή κίνησιν, την οποίαν δεν εγνώρισε κανέν μενουέτο των χρόνων μου, ήτοι την προ δύο-τριών αιώνων, ότε η Νινόν ακουμπούσε το τρυφερόν μπράτσο της στο δικό μου και είχε κάτι τακουνάκια τόσον ελαφρά, όπου ο ήχος ήταν μελωδία κοτσυφιού εις την τρελλά ώμορφην αττικήν χαράδραν της Περατής Ρεμπιέκο, διά την οποίαν θα ήθελα να σας πω ό,τι λέγουν τα βιολιά του Μότσαρτ εις την  ουβερτούραν των «Γάμων του Φίγκαρο». Ακούσατε ποτέ Μότσαρτ εις την «Κόμισε Όπερ» του Βερολίνου; Φυσικά. Ήκουσα Μότσαρτ από τρεις χιλιάδας ορχήστρας  15 χρόνια, αλλά τι ήταν εκείναι αι εκτελέσεις μιας τριετίας εις το νεωτεριστικόν φαιδρόν οικοδόμημα στο Φρείδριχστράσσεντάμ. Σουμπρεττίτσα, Σουζαννίτσα, μου γίνεται ο ποντίκαρος με την τακτικήν μεταμεσημβρινήν επίσκεψίν του. Δια να συννενοηθώ με τους ανθρώπους της εποχής, λέγω ό,τι χορεύει ένα φοξ-τροτ, κομψότερον και φευγαλεώτερον και από εκείνο που χορεύει ο νεαρός φίλος μου Ν. Κρυφά πηγαίνω και τον βλέπω εις τας θερινάς χορευτικάς αίθουσας. Τότε πίνω μερικά ποτήρια ουίσκι εις την μυστικήν γωνίαν μου και ευχαριστώ τον Θεόν, ότι δεν εχάθησαν εντελως οι Αλκιβιάδαι εις τον καιρόν της λίρας και του αυτοκινήτου. Τέλος κολακεύομαι να πιστεύσω, ότι με ηγάπησε μία ύπαρξις εις την ζωήν και εγώ τολμώ να ξαναγαπήσω τοιαύτην, - ένα ποντικόν. Ποία ευγενής αγάπη! Δεν εξερράσθημεν ποτέ. Αρκούμεθα να βλέπωμεν ο ένας τον άλλον. Όταν κανείς ήπιε από όλα τα ποτήρια της ζωής το πικρόν και αηδές κατακάθι της φιλίας, της αισθητικής, της κριτικής, της στοργής όλων των διαβαθμίσεων των παλμών και των ορμών της ανθρωπίνης καρδίας, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της φιλολογίας, της κοινωνιολογίας, της δράσεως και της απαθείας, ζήσας πολύ εδώ, ολίγον εκεί, μελετήσας, ψυχολογήσας τον εαυτόν του και του πλησίον του, όταν ικέτης έκρουσε όλας τα θύρας της ζωής προς ανεύρεσιν του ελαχίστου, - πόσον ανόητοι είμεθα, όταν πρόκειται περί του τρισμεγίστου – να συνεννοηθή με συνάνθρωπον του ανιδιοτελώς και ανεπιφυλάκτως και συνήντησε ξηρούς χειμάρους, πως να αρκεσθή εις την αγνήν φιλίαν, (…  δυσανάγνωστη λέξη) όστις δεν κροτεί και τον τενεκέ των ιδανικών, που στερούνται ιδιαιτέρως όσοι ενδεχόμενο να είνε οι ίδιοι εσώτατα ψυχικαί μούμιαι. Και θα αναφέρω κάτι συγκινητικώτερον δια τας σχέσεις μου με τον ποντικόν. Προχθές έλειψα όλην την ημέραν. Περιττόν να είπω που. Εις το χρηματιστήριον. Αργά την νύκτα επέρασα από το τακτικόν μου μέρος, δια να πιώ φλυτζάνι τσάι. Όταν, μεσάνυκτα περίπου, ο αγαπημένος μου επέρασε με κομψήν, αθόρυβον διαγραφήν προ των ποδών μου.
Εξεπλάγην ολίγον, αλλά περισσότερον το γκαρσόνι, το οποίον ανεφώνησε: «Παράξενον! Ο πόντικας ποτέ δεν εμφανίζεται τέτοιαν ώραν!» Υπάρχει, λοιπόν, μία ύπαρξις εις την γην, ενδιαφερομένη να με καλησπερίση, έστω και τόσον αργά, διότι δεν με είδε την ημέραν;
Και εσκέφθην την γεροντοκόρην του Φλωμπέρ, τον ζωϊκόν εκέινον τύπον, που αγάπησε τον παπαγάλον της. Εσυλογιζόμην ακόμη αυτά τα πράγματα, όταν είδα, ότι μου είχαν πάρη τα χειρόγραφα εις το τυπογραφείον. Ήτο αργά δια να ξεσχίσω την ανόητον αυτήν ιστορίαν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

 __________

1 Μαγκουφάνα  λεγόταν κάποτε η Πεύκη Αττικής.

2 «- Εχω την τιμή ποντικάκι μου».

3 Πόρνες, «Παναγίες του Δρόμου» τις λέει σκωπτικά ο συγγραφέας.

 

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

ΠΕΥΚΑ ΚΑΙ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ ΕΝΑ ΑΙΩΝΑ ΠΡΙΝ Επίκαιρο χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου

 Οι πυρκαγιές των τελευταίων ημερών μου έφεραν στο νου ένα κείμενο του Δημ. Χατζόπουλου γραμμένο 106 χρόνια πριν και όμως επίκαιρο, που μιλάει για την πυρκαγιά στο δάσος της Δεκέλειας το καλοκαίρι του 1916 (δάσος Τατοϊου το ονομάζουν άλλες εφημερίδες της εποχής, φαντάζομαι ότι θα ήταν πολύ πιο μεγάλο σε έκταση απ’ότι σήμερα). Το θέμα είναι ότι πέρασε πάνω από ένας αιώνας, δεκάδες κυβερνήσεις άλλαξαν, σημαντικές ανακατατάξεις έγιναν σε όλους τους τομείς, και όμως το πρόβλημα ξαναπαρουσιάζεται κάθε καλοκαίρι…
Γ.Χ.

Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» 4 Ιουλίου 1916

ΤΟ ΠΕΥΚΟΝ

  Το πεύκον αποδεικνύεται το ακαλληλότερον δια την Ελλάδα δένδρον και όμως είνε το πλεονάζον και κατ’ εξοχήν δένδρον των δασών. Όλα σχεδόν τα δάση της Ελλάδος αποτελούνται από πεύκα. Το προτιμά η Ελληνική φύσις, το προτιμώμεν και ημείς. Τα δάση τα οποία ευρήκαμεν ήσαν από πεύκα· τα νέα τα οποία φυτεύομεν είνε από πεύκα και αυτά. Πεύκα και αιωνίως πεύκα. Νομίζει κανείς ότι η Ελληνική φύσις και οι Έλληνες δεν γνωρίζουν άλλα είδη δένδρων προς σχηματισμόν δασών.

  Και η μεν προτίμησις  της Ελληνικής γης προς το πεύκον δεν είνε εύκολον να εξερευνηθή και εξηγηθή. Η προτίμησις όμως των Ελλήνων εις δένδρον τόσον ακατάλληλον, διότι τόσον εύκολα καίεται, μόνον ως απρονοησία δύναται να εξηγηθή και ως αδυναμία να ωφεληθώμεν από τα διδάγματα των πραγμάτων.

  Κατ΄έτος  έχομεν πυρκαϊάς δασών. Τα δάση μας καίονται ως φρύγανα, άλλα μεν εξ εμπρησμών παρ΄ανθρώπων ασυνειδήτων, οίτινες ούτω θέλουν να δημιουργήσουν βοσκάς διά το επόμενον έτος, άλλα εκ τυχαίων πυρπολήσεων ή και αυτομάτων αναφλέξεων. Αι πυρκαϊαί αύται γίνονται κυρίως διότι δεν υπάρχει επιτήρησις και φύλαξις των δασών, εξ άλλου διότι τα δάση μας είνε ύλη εύφλεκτος. Και είνε εύφλέκτος ύλη, διότι αποτελούνται από ρητινώδη δένδρα, των οποίων το φύλλωμα είνε βαρύ και πέπτον δεν διασκορπίζεται υπό του ανέμου, αλλά συσσωρεύεται υπό τα δένδρα σχηματίζον παχύ στρώμα εναύσματος.

  Διατί λοιπόν εξακολουθούμεν να φυτεύωμεν νέα δάση από πεύκα, αιωνίως από πεύκα; Διά να μη παύσουν ποτέ αι πυρκαϊαί των δασών; Δια να μη παύσουν θεάματα ως εκείνο το οποίον μας έδωσε προχτές το καιόμενον δάσος της Δεκελείας;

  Κάθε δάσος από πεύκα είνε καταδικασμένον να καή  εις την Ελλάδα τουλάχιστον, όπου η ξηρασία υποβοηθή και τας αυτομάτους ακόμη αναφλέξεις. Τούτο μας διδάσκει μακροτάτη πείρα. Διατί λοιπόν επιμένωμεν εις την φύτευσιν δασών, καταδικασμένων  εις βεβαίαν πυρπόλησιν;  Διότι το πεύκον είνε το μάλλον ευδοκιμούν και ταχύτερον αναπτυσσόμενον άγριον δένδρον εις την Ελλάδα; Τι σημαίνει αν ευδοκιμή και αναπτύσσεται, αφού θα καταστραφή και αποτελεί κίνδυνον;

  Αλλά και άλλα δένδρα ευδοκιμούν εις την Ελλάδα και ιδιαιτέρως εις την Αττικήν. Αν δε αναπτύσσωνται βραδύτερα, έχουν όμως αντοχήν μεγαλειτέραν. Εις το δάσος της Δεκελείας υπήρχον και άλλα δένδρα, λεύκαι και πλάτανοι, τα οποία όχι μόνον δεν εκάησαν, αλλά και επροφύλαξαν την περιοχήν περί την οποίαν ήσαν φυτευμένα.

  Διατί δεν φυτεύονται και τοιαύτα δένδρα και όπου δεν είνε δυνατόν να σχηματισθεί δι΄αυτών ολόκληρον δάσος να χρησιμοποιούνται ως διαχωρίσματα, τα οποία να ανακόπτουν το πυρ εν περιπτώσει πυρκαϊάς; Η φύσις μας έδωσεν από παράδοξον ιδιοτροπίαν ή μοχθηρίαν το ακαταλληλότερον δια το κλίμα και την κατάστασίν  μας δένδρον· και ημείς υποτασσόμεθα, χωρίς καμμίαν προσπάθειαν αντιδράσεως του λογικού μας, εις την ιδιοτροπίαν ή την κακοβουλίαν. Και εξακολουθούμεν  και θα εξακολουθώμεν να φυτεύωμεν πεύκα και μόνον πεύκα. Εφροντίσαμεν δε και φροντίζομεν να έχομεν μίαν ημέραν και εντός των Αθηνών πυρκαϊάς δασών. Το δάσος του Λυκαβηττού και το δάσος του Παγκρατίου είνε έτοιμα διά ταύτην φωταψίαν.

ΔΙΑΒΑΤΗΣ