Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζοπόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζοπόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβρίου 1922

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ

Τον καϋμένον τον μικροπωλητήν. Μας τον επαναφέρουν πάντοτε αι μεγάλαι αυταί ετήσιαι εορταί εις την άκρην του πεζοδρομίου των εμπορικών δρόμων, όπου στήνη την μικρούλαν εξέδραν του, όπου φέρη το καρροτσάκι του. Την νύκτα οι σκελετοί εκείνοι ομοιάζουν με τους χειμερινούς γυμνούς κλάδους των δένδρων. Η βροχή πλένει τα φύλα των και ο άνεμος τα συγκλονίζει. Κάποτε η νυκτερινή θύελλα ανατρέπει τα πρόχειρα ξύλινα κατασκευάσματα, αλλά την πρωϊαν ανασυντίθενται, μεταβάλλονται εις πολυχρώμους πύργους. Έχουν πανηγυρικόν τον στολισμόν των. Το τι δεν έρχεται και δεν εκτίθεται υπό του ψιλικατζή εις τον βοώντα και κραυγάζοντα εμπορικόν δρόμον. Μία πλημμύρα ειδών χρησίμων και διακοσμητικών, χρειωδών απαραιτήτων και παιγνιδιών ποικίλων. Ο μικροπωλητής των μεγάλων εορτών είναι βαθύς γνώστης των λαϊκών αναγκών, πόθων, ελπίδων. Έχει ψυχολογήση όλας τας ηλικίας, που θα περάσουν ενώπιόν του, το ευρύ κύμα των αγοραστών που γεμίζει τον εμπορικόν δρόμον, που δεν δύναται να χωρέση εις όλα τα καταστήματα, που ό,τι και αν αγοράσει εις αυτά, πάντοτε θα σταματήση εις μίαν εξεδρούλαν, εις ένα καρροτσάκι προ του πεζοδρομίου, διότι κάτι θα ελησμόνησε. Εκεί ο υπαίθριος πωλητής του το προσφέρει πρόθυμα, συγκαταβατικά με ρητορείαν σαγηνευτικήν: “Πάρτε κυρίαι και κύριοι. Τζάμπα ό,τι και αν πάρετε. Ορίστε, παρακαλώ.” Όσον αδιάφορον και αν κινήται το πλήθος ενώπιον των προχείρων αυτών πρατηρίων, πολλοί, περισσότεροι αφ’ όσον μπορούν να σταθούν εις τον στενόν χώρον, θα σταματήσουν. Σώματα σκύβουν επί των χύδην εκθεμάτων, χέρια απλώνονται, πιάνουν, ψηλαφούν, επιθεωρούν, εκλέγουν. Ο αγοραστής είνε ελέυθερος να αναστατώση τα πάντα, να βυθίση το χέρι του εις το εσωτερικόν βάθος των σωρών, να υποβάλη κάθε είδος εις τον αυστηρώτατον έλεγχον. Όρασις και αφή εργάζονται εκεί επί ώρας. Έχουν ως υπόκρουσιν την μελωδικήν διαλάλησιν του πωλητού. Καρδερίνα μπορεί να βραχνιάση, όχι όμως και αυτός. Ομιλεί, ρητορεύει, ψάλλει από την ογδόην πρωϊνήν έως την ογδόην εσπερινήν. Δωδεδάωρος εργασία λάρυγγος. Όσον και να πληρώσετε τα εμπορεύματά του, πάντοτε θα του μείνετε χρεώστης. Είνε ο πανηγυρικώτερος τόνος των μεγάλων λαϊκών εορτών εις ήχον, εις χρώμα επίσης. Που πηγαίνει και βρίσκει όλην την αφθονίαν των εντατικών χρωμάτων. Παραδείσιον πτηνόν είνε το καρροτσάκι του. Μπορεί να είνε απλά, κοινά, χονδρά, βάναυσα, - αλλά τι είνε λεπτότερον σήμερα, - τα εκτιθεμένα, τα χρώματά των όμως είνε ζωηρά. Γνωρίζει να είνε ο πλουσιώτερος κολλορίστας. Δεν τον ενδιαφέρει το πως θα είνε, αλλά γνωρίζει, ότι μιά λαϊκή χρωμολιθογραφία σταματά περισσότερους θεατάς αφ’όσον ένας Τιέπολο, ένας Βερονέζε, ένας Τισιανός. Οι πτηνοθήραι στήνουν το βαλσαμωμένον γαρδέλι των, αυτός την εμπορικήν πολυχρωμίαν του. Δεν μαγνητίζει μονάχα το φείδι τα πουλάκια, που σαστισμένα φέρονται προς το στόμα του, αλλά και το εμπορικόν καρροτσάκι του μικροπωλητού εις τον εορταστικόν δρόμον. Περνά από εκεί η συνοικία, το χωριό, η επαρχία, το νησί, η Ανατολή, όλη η αδίστακτος διάθεσις προς το φαντακτερόν χρώμα. Συλλαμβάνεται όπως τα ρινίσματα σιδήρου από τον μαγνήτην. Και αν δεν υπήρχαν τα χρώματα, θα τα εφεύρισκε ο μικροπωλητής των εορτών. Είνε ο μεγάλος παρήγορος των πολλών, των απλοϊκών και των θλιμμένων καρδιών, αι οποίαι έχουν την ανάγκην του ψεύδους, από την πίστην έως το όραμα, το θέατρον, τον κινηματογράφον. Δεν είνε μόνοι οι πολιτικοί, οι δραματικοί συγγραφείς, οι ηθοποιοί, οι ρήτορες, που χρησιμοποιούν την γοητείαν του ψεύδους δια να ελκύουν τα πλήθη. Εις αυτούς πρέπει να προστεθή και ο πραμματευτής των δρόμων των πόλεων και των χωρίων, ο γυρολόγος καθ’όλον τον χρόνον, ο ψιλικατζής, που εγκαθιστά τας εορτάς μίαν εξεδρίτσαν εις τον εμπορικόν δρόμον. Δεν πωλέι απλώς εμπόρευμα και αυτός, αλλά παρέχει την γοητείαν της απάτης, της αναγκαίας εις την ζωήν όσον και ο ήλιος. Καλλιτέχνης κοινωφελής είνε. Και πόσον ευεργετικώτερος γίνεται εις τα παιδάκια και τα κοριτσάκια, που τριγυρίζουν τα πολύχρωμα εκθέματά του. Εκεί αναδροσίζονται εις την συγκινητικήν ποίησιν των επισήμων εορτών καρδούλες πισπιρίγκων της λαϊκής τάξεως και εκεί χορταίνουν γοητείαν μυριάδες φαντασίαι νεαρών εγκεφάλων. Καταντά ο υπάιθριος εορταστικός πωλητής δημιουργός ψυχικών απολαύσεων, τας οποίας δεν παρέχει ούτε ο μύθος, η ευκολωτέρα και βαθυτέρα ποίησις της ζωής. Εφέτος πολύ ενωρίς κατέλαβον τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια της οδού Αιόλου οι υπαίθριοι πωληταί. Και περισσότεροι από άλλοτε είνε. Ένας πληθυσμός εδώ ανεδιπλασιάσθη, επομένως μας χρειάζονται και περισσότεροι πωλητές κελαδούντες. Ο ουρανός να τους ευνοήση και να τους χαρίση ανέφελον και άβροχον δεκαήμερον. Οι πτωχοί άνθρωποι έχουν ανάγκην να ευδοκιμήση το πρόχειρον εμπόριόν των, αλλά μεγαλητέραν ανάγκην έχουν οι αγορασταί του. Ένα τυμπανάκι κροτούν, μία σαλπιγγούλα ηχούσα, ένας καραγκιοζάκος χορεύων και γελών, ένα ταπάκι αναπηδών, μία κουκλίτσα αποκρύπτουσα την αχυρένιαν καρδούλαν της υπό χρωματιστόν φόρεμα, - αλλά έχομεν ολόκληρον την κοινωνίαν, την ζωήν εις μικρογραφίαν. Μίαν τόσον πολύχρωμον εκδήλωσίν της θα είνε πολύ σκληρός ο ουρανός να την διαλύση με βροχήν. Έπειτα το λαϊκόν χρήμα δεν πρέπει να συγκεντρώνεται ολόκληρον εις τα μεγάλα πορτοφόλια των βαθύπλουτων. Το χρειάζονται και άλλοι άνθρωποι δια να ζήσουν, οι πτωχοί, εις τα χέρια των οποίων δεν υπάρχει φόβος, αλλοίμονον! να παραμείνη.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

«ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβριου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ

Εκατόν εξήκοντα άγγλοι άεργοι εισήλθον εις ένα από τα καλλίτερα εστιατόρια του Λονδίνου, έφαγαν καλά και έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Συμπτώματα των καιρών. Η ομαδική πείνα οδηγεί εις ομαδικά αδικήματα. Ευτυχέστερον ήτο το λονδίνειον εστιατόριον από τα μεγάλα βιενναία ξενοδοχεία, εις τα οποία εισήλθον προ εβδομάδων πεινώσαι ομάδες και τα κατέστρεψαν. Τι τα θέλετε, ο κενός στόμαχος συσκοτίζει τον εγκέφαλον και η αυτοκυριαρχία πηγαίνει περίπατον. Η λαϊκή πείνα έφερε ανατροπάς αγρίας. Οι αρχαίοι δήμαρχοι ρωμαίοι κάτι ήξευραν που διένειμον δωρεάν τον σίτον εις τον λαόν. Συνάμα εφρόντιζαν δια την δωρεάν παροχήν θεάματος προς τα πλήθη. Ο λαός πρέπει να είνε χορτάτος και να απολαμβάνη θεάματα. Το ψωμί του κατευνάζει τους νυγμούς της πείνας, το όραμα του απασχολεί την σκέψιν. Όπου καπνίζουν φούρνοι και αντηχεί η κλαπαδόρα του θεάτρου, η γκραν κάσσα του ιπποδρομίου, το νταούλι της πανηγύρεως, δυνάμεθα να ήμεθα απολύτων ήσυχοι περί της ασφαλείας των δοθεισών καταστάσεων. Τοιάυτη η ανθρωπίνη ιστορία δια μέσου των αιώνων. Διότι νηστικόν αρκούδι δεν χορεύει. Πρέπει δε να χορεύη και να τέρπεται ο βασανισμένος άνθρωπος. Διατί τάχα οι ουδόλως κοπιάζοντες τα έχουν όλα ανέτως και καλοσιτίαν και πολυθέαμα; Από τα αυτά υλικά δεν έγιναν και οι άλλοι άνθρωποι; Ορίστε να αδικήσωμεν τους αδικήσαντες συμφώνως με τους παραδεδεγμένους νόμους 160 άγγλους αέργους, που εισήλθον εις ρεστωράν πολυτελείας και την ετύλωσαν χωρίς να πληρώσουν, αφού τους ήτο αδύνατον να πληρώσουν. Πόσον θα επιθυμούσαν και οι ίδιοι να είχαν φουσκωμένην την πορτοφόλλα των να την βγάλουν μεγαλοπρεπώς την ώραν του λογαριασμού. Δεν έπρεπε να φάγουν, αφού δεν είχαν να πληρώσουν; Σωστά και ο Ζαν Βαλλάν των “Αθλίων” επήγε εις τα κάτεργα, διότι έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Σήμερα όμως δύσκολα θα ευρίσκοντο ένορκοι να στείλουν εις το Παλαμήδι πτωχόν, πεινασμένον άνθρωπον, αφαιρούντα εις στιγμήν, επιτακτικής ανάγκης ολίγον ψωμάκι, οσον ακριβός και αν είνε τώρα ο άρτος. Εις το Παλαμήδι δεν στέλλονται πλέον άνθρωποι αφαιρούντες εκατομμύρια. Δεν επιδοκιμάζομεν τους 160 πειναλέους αέργους, αλλά τους συμπαθούμεν. Εις καταδίκην δεν καταλήγει η συμπάθεια.

Σκέπτομαι όμως, ότι είνε ίσως ενδεχόμενον να διαδοθή το αδίκημα των 160 πεινασμένων. Και όλα πιθανά. Αν του λοιπού κάθε άνθρωπος πεινών από έλλειψιν εργασίας εισέρχεται εις εστιατόριον και τρώγει χωρίς να πληρώνη, μοιραίως θα μεταβληθούν και οι όροι του γεύματος. Οι πελάται θα υποχρεώνονται να προπληρώνουν ένα χρηματικόν ποσόν, ως εγγύησιν, ότι δεν θα ρίξουν κανόνι. Θα παίρνωμεν μάρκες εις την θύραν των εστιατορίων, τας οποίας θα παραδίδωμεν εις τα γκαρσόνια, άλλως δεν θα μας σερβίρουν τίποτε. Και με την δυσχερή ζωήν μας εν μέσω του θηριεύσαντος κεφαλαίου, - εις καμμίαν άλλην ιστορικήν περίοδον το μεγάλον κεφάλαιον δεν είχε χιλιοπλασιασθή τόσον, - θα αναγκασθώμεν ίσως να περνώμεν από σιδηρόφρακτον θύραν δια να καθήσωμεν εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίσωμεν, Μπρε, πως καταντήσαμεν. Εις την ανωτέραν εκπολιτιστικήν μας εκδήλωσιν, εις τας παραμονάς της επικειμένης ίσως συνεννοήσεώς μας με τους κατοίκους άλλου πλανήτου, εις εποχήν, όπου νομίζομεν, ότι γνωρίζωμεν πλέον τα πάντα, ότι υπό μηχανικήν, χημικήν και επιστημονικήν έποψιν εφθάσαμεν το ζενίθ της νοήσεως και της εφευρετικότητος, - ορίστε τώρα, ότι και του σπανού τα γένεια θα γίνονται, κατόπιν της εφευρέσεως γονιμοποιητικού φαρμάκου και δια την φαλάκραν, - το ψωμάκι μας, η στοιχειώδης ανθρωπίνη ανάγκη, καθίσταται πρόβλημα. Ο πρωτάνθρωπος της τετατρογενούς περιόδου δεν θα ημύνετο με μεγαλυτέραν ανησυχίαν διά την τροφήν του. Ο Μωκλαίρ εις το προφητικόν του μυθιστόρημα περί των τελευταίων ημερών της ανθρωπίνης ζωής μας ζωγραφίζει τον υστερνόν άνθρωπον, πάνσοφον, τέρας διανοουμένου, με φοβερά χονδρήν κεφαλήν, κλεισμένον εις τα βάθη υπογείου, όπου έχει όλας τας δυνατάς ευκολίας, όπου με μίαν πίεσιν εις κωδωνάκι όλα του παρουσιάζονται έτοιμα δια της λαβυρινθώδους μηχανικής συνθέσεως. Και όμως στερείται της θερμότητος. Η γη ψύχεται γύρω του. Όλα τα απέκτησε ο υπεράνθρωπος και εις το τέλος όλα του ήσαν μάταια, διότι η γη έφθασε εις το μοιραίον τέλος της. Είνε φανταστική τραγωδία του πολιτισμένου ανθρώπου, όπου τίποτε δεν του λείπει, όπου όλα του είναι άφθονα και ο ήλιος λάμπει κατακαίνουργιος, καθώς εις την πρώτην ημέραν του. Και όμως ο άνθρωπος της σήμερον δυνατόν να στερήται και το ψωμάκι, οπότε ή τα κάμνει θάλασσα ή ρίχνει κανόνι προς τον ξενοδόχον, αφού καταπραΰνει την πείναν του. Παρακαλώ, λοιπόν, ομιλήσατε περαιτέρω περί αποστολής της ανθρωπότητος. Η γάτα μου ανήρπασε χθες το ψάρι. Παράδοξον. Δεν έκαμε διόλου θόρυβον περί της εκπολιτιστικής αποστολής του γένους των γαλών.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

"Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 "Eμπρός" 6 Αυγούστου 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ


Εις τας μεγάλας πόλεις η ησυχία είνε άγνωστος εις όλας σχεδόν τας εκδηλώσεις του καθημερινού βίου, επομένως και εις το φαγητόν. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρη εστιατόριον, όπου να εισέλθη αθορύβως, να μην ακούση τον κρότον του ιδικού του βήματος, καθώς και του των άλλων, να καθήση εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίση χωρίς φωνάς, φασαρίαν, ορυμαγδόν. Αι μεγάλαι ομάδες αγαπούν τον σάλον, την βοήν, την επίδειξιν, θέλουν να είνε κύματα σοροκάδας, η οποία μουγκρίζει και θραύεται παταγωδώς εις την ακτή. Δια τούτο εις τας μεγάλας πόλεις παρατηρούμεν κατά τα τελευταία χρόνια την ίδρυσιν και λειτουργίαν κολοσσιαίων εστιατορίων, εις τα οποία πυκνά πλήθη πελατών εισέρχονται και εξέρχονται καθ’όλας σχεδόν τας ώρας της ημέρας, έως αργά την νύχτα, καθόσον γευματίζουν συγχρόνως δυο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες άτομα εις συνεχομένας μεγάλας αιθούσας τεσσάρων πατωμάτων. Τρώγουν με τους ήχους της τρικυμίας εις τα αυτιά, αλλά κατορθώνουν να απομονούνται εις μικράν ή μεγαλυτέραν τράπεζαν, όπου συνηθέστατα αφοσιούνται εις τον ιδιαίτερον κύκλον των. Κατά την προπολεμικήν περίοδον τα παμμέγιστα αυτά εστιατόρια είχαν επιτυχίαν γενικήν. Το αυτό συνέβη και εις τα καφενεία. Εις πολλάς ευρωπαϊκάς πόλεις ιδρύθησαν καφενεία με τέσσαρα πατώματα. Εις το ισόγειον ήτο αίθουσα τεΐου, αναγνωστηρίου, κουρείου, εστιατορίου, εις το πρώτον πάτωμα υπήρχε καφενείον χωρίς μουσικήν, εις τον δεύτερον και τον τρίτον μεγάλαι αίθουσαι, όπου έπαιζαν μέχρι πρωίας εκκωφαντικαί ορχήστραι και μπάντες, ενώ το τέταρτον πάτωμα κατελάμβανον αι αίθουσαι του σφαιριστηρίου. Οι κολοσσοί αυτοί τέρψεως και αναπάυσεως απετέλουν τα προσφιλέστερα κέντρα του πλήθυσμού. Κατέλαμπον την νύχτα με τον θαυμαστόν φωτισμόν των ως μαγικά μυθικά παλάτια. Εις τας θύρας των χρυσοστόλιστοι θυρωροί υπεκλίνοντο προ των εισερχομένων και εξερχομένων. Οι ανελκυστήρες δεν εγνώριζον την ανακωχήν όλην τη νύχτα. Θα εχρειάζετο ο πελάτης των πολυκόσμων τούτων κέντρων να είχε αποκτήση την συνήθειαν του βίου των μεγαλοπόλεων, δια να κυκλοφορή ανέτως εντός αυτών, χωρίς νευρικήν διαταραχήν. Εις τον ερημικόν αγροτικόν βίον οξύνεται η ακοή του ανθρώπου και προσαρμόζεται με την μεγάλην ησυχίαν της φύσεως. Εις τον βίον των μεγαλοπόλεων το άτομον χρειάζεται μακρόν χρόνο δια να συνηθίση τους μεγάλους κρότους, τον βόμβον των χιλιάδων φωνών, την γοργήν, κινηματογραφικήν κίνησιν μυριάδων προσώπων. Βαθμηδόν η ακοή του δεν ενοχλέιται, το βλέμμα του δεν κουράζεται. Κάποτε αν αποτόμως διακοπή ο πολύς και μέγας θόρυβος, δοκιμάζει παράξενον εντύπωσιν από την επερχομένην σιγήν. Νομίζει πως εξεσφενδονίσθη με μιάς εις άγνωστον κόσμον.

Αλλά αν ο πολύς αριθμός παντού και πάντοτε ελκύεται από το άφθονον φως τον πολύηχον θόρυβον, την ενατένισιν προσώπων αλληλοπαρερχομένων, όπως μας συμβαίνει να βλέπωμεν εις τα πολυσύχναστα κέντρα εκάστης πόλεως, είνε όμως και άνθρωποι, οι οποίοι προτιμούν την σιγήν και την αναζητούν και μέσα εις την μεγαλόπολιν. Η αναζήτησίς των δεν είνε ματαία, διότι παντού θα βρουν ευτυχώς και μικρά, ήσυχα, αθόρυβα μέρη, τα οποία αποτελούν ευχάριστα, ηρεμούντα νησάκια, όπου δεν φθάνει η έφοδος του πλήθους. Ο βόμβος του παρέρχεται προ της κλειστής θύρας των, η οποία έχει και διπλά πυκνά παραπετάσματα, όπως την αποπνίγη εντελώς. Σύρει κανείς το παραπέτασμα και ευρίσκεται εις λοκάλ θρησκευτικής γαλήνης. Θα έλεγε την αίθουσαν του τραπεζαρίαν παλαιού μοναστηρίου. Κάτι σαν την θολωτήν παλαιάν, μισοφωτισμένην τραπεζαρίαν της μονής Αστερίου επί του Υμηττού, όπου μόλις εισερχόμενον φως αφίνει να διαφαίνεται το υψηλόν παράστημα και οι μεγάλοι μαύροι οφθαλμοί της Παναγίας την Αθηνιώτισσας, καλής εκδηλώσεως συνεχείας της μορφής της Παλλάδος Αθηνάς. Οι πελάται βαδίζουν τόσον ελαφρά, ώστε νομίζει κανείς, ότι εξέλειπε η ατμοσφαίρα εκεί μέσα, δια να μην ακούεται ο ήχος των βημάτων των, αλλά και κάθε ήχος. Και όταν οι πελάται ανταλλάσσουν χαιρετισμόν, τούτο γίνεται με ελαφράν κίνησιν της κεφαλής. Τα γκαρσόνια κύπτουν προς τους πελάτας και δέχονται ψιθυριστά τας παραγγελίας. Είνε σκιαί σερβίρουσαι. Μία ζωηροτέρα καλημέρα, που θα ηκούετο εκεί, θα εθεωρείτο σκάνδαλον, ασυγχώρητος παρανομία, έγκλημα καθοσιώσεως. Οι πελάται θεωρούνται κωφάλαλοι.

Και ένα από τα τελευταία μεσημέρια μου συνέβη να γευματίσω εις μίαν παρόμοιον αίθουσαν πρωτεύοντος αθηναϊκού ξενοδοχείου, σχεδόν απόκρυφην, μυστικήν. Κάποια αποκάλυψις πάντως εις την πόλιν μας, όπου χωρίς να έχωμεν μεγάλα εστιατόρια, δεν στερούμεθα του ενοχλητικωτάτου πατάγου. Εκλάθησα με καλόν, ευχάριστον σύντροφον εις λευκόν, απαστράπτον τραπεζάκι μιάς γωνίας και εδοκίμασα αρκετήν έκπληξιν. Οι πελάται έτρωγαν με σιγήν τραππιστών. ήσαν ιδικοί μας και ξένοι. Κυρίαι, δεσποινίδες και κύριοι. Επίσης και παιδάκια. Μία καν καρέκλα δεν εκροτούσε. Η συζήτησις άγνωστος. Το στρωμένον με τάπητα λινελάιου πάτωμα δεν έτριζε, ήχος μαχαιροπήρουνου δεν ηκούετο και τα γκαρσόνια διολίσθαινον σιωπηλά και σοβαρά, όπως σοβαροί εφαίνοντο και οι γευματίζοντες. Οι περισσότεροι ήσαν ένοικοι του ξενοδοχείου και ελάμβανον τροφήν εις ανομοίους ώρας. Το ρεστωράν λειτουργεί από την ενδεκάτην πρωινήν έως την τρίτην απογευματινήν. Ιδού ευκολία δια μίαν πόλιν, όπου εις όλα σχεδόν τα άλλα εστιατόρια ο πελάτης είνε υποχεωμένος να ενθυμηθή το φαγητόν ακριβώς με την καμπάναν, άλλως δεν το βρίσκει. Εις τας περισσοτέρας μεγαλοπόλεις συνήθως γευματίζουν οι κάτοικοι οποιανδήποτε ώραν του ημερονυκτίου θελήσουν. Η κουζίνα λειτουργεί συνεχώς. Είνε τόσον ποικίλος ο τρόπος του βίου, της εργασίας, εκατομμυρίων ανθρώπων, ώστε δεν είνε δυνατόν να γευματίζουν ταυτοχρόνως τα εκατομμύρια τούτων. Ο πόλεμος και αι συνέπειαί του σήμερα θα μετέβαλον αρκετά τας καλάς, ρυθμιζομένας συνηθείας των κατοίκων μεγαλοπόλεων και η δημοκρατική ασχημία πιθανών να εξηφάνισε και τα ήρεμα ρεστωράν, όπου δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να κρατή κανείς τύμπανον, διότι προβαίνει εις το κοσμοϊστορικόν γεγονός του γεύματος. Εδοκίμασα, λοιπόν, καλήν εντύπωσιν εις την αθόρυβον εκείνην αθηναϊκήν αίθουσαν, οπόθεν μετά το γεύμα κυρίαι και κύριοι διηυθύνοντο εις τα παρακείμενα σαλονάκια με κινήσεις καουτσού. Ο σύντροφός μου είπε μίαν στιγμήν ψιθυριστά:

- Έχουν, καθώς βλέπεις, και αι Αθήναι τα απρόοπτά των. Επίστευες, ότι θα υπήρχε εις την χωρίς κανένα σπουδαίον λόγον πολυθόρυβον πόλιν μας μία τοιαύτη αίθουσα σιγής;

- Τα συγχαρητήριά μου δια την ανακάλυψιν, αλλά μου έρχεται επιθυμία να απαγγείλω.

- Ποιήμα; Δι’ όνομα Θεού! Δεν εγκληματίσαμεν διότι εγευματίσαμεν τόσον απλά και καλά.

- Ολίγον Νοίστε: Άνθρωποι πατάτε στερεά, αναπνέετε ελέυθερα, φωνάζετε δυνατά!

- Θέλεις να λιποθυμήσουν οι πελάται.

- Τότε μου έρχεται η ακαταγώνιστος επιθυμία να φωνάξω μέσα εις την πρωτοφανή αυτήν αθηναϊκήν σιγήν: Ένα πιλάφι, σάλτσα περισσότερη, με γεώμηλον και γαρύφαλλον, περιμένω, μάστορα!

- Θα δειχθής αναρχικός της πράξεως, ώστε ρίξε καλλίτερα βόμβαν. Οι άνθρωποι θα είνε διατεθειμένοι να σου το συγχωρήσουν, όχι όμως και την φωνήν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

“Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα “ΕΜΠΡΟΣ” 25 Δεκεμβρίου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Εις την γέννησιν του Χριστού δεν οφείλουν οι άνθρωποι μόνον την θρησκείαν της συγνώμης και της ανοχής, αλλά και την ανέλιξιν της τέχνης. Εις τους χρόνους εκείνους όλα είχαν αποθάνη, διότι πολύ είχαν ζήση. Τα άνθη του λόγου, της γλυφίδος, του χρωστήρος είχαν μαραθή. Η Ρώμη είχε δόση ό,τι μπορεί να προσφέρη η ισχύς του δόρατος, του ξίφους, την αυστηρότητα της κρατικής επικρατήσεως, η οποία προϋποθέτει την δουλείαν του πνεύματος. Δεν υπήρχον πλέον ιδανικά εις τον κόσμον, ούτε εμπνεύσεις. Συνεπώς η τέχνη περιωρίζετο εις αντιγραφάς χωρίς πνοήν. Τα παλαιά σύμβολα είχαν περιέλθη εις την κατάστασιν τυπικής απομιμήσεως. Τα εργαστήρια των καλλιτεχνών δεν διέφερον από τα συμβολαιογραφεία, όπου παραγγέλομεν σήμερα αντίγραφα. Αλλά αιώνες εχρειάσθησαν δια την αναζωογόνησιν της καλλιτεχνικής πνοής. Δεδομένον γεγονός. Ο τεχνίτης δια να εκφρασθή γενικώτερον του χρειάζεται πρόσφορος κοινωνική κατάστασις. Από αυτήν κρούεται η ψυχή του και αναβλύζει η πηγή της καθολικωτέρας εμπνεύσεώς του. Και βαθύτερον, ευρύτερον ζωντανώτερον πεδίον καλλιτεχνικής εκφράσεως της ανθρωπίνης τέχνης ήσαν αι θρησκείαι. Εις τον διάμεσον χρόνον της πτώσεως της ελληνικής θρησκείας και της αναβιώσεως της χριστιανικής η τέχνη σιγά. Αξιολόγους εκδηλώσεις της δεν έχομεν. Μόνον όταν ερρίζωσε η νέα θρησκεία εις τας καρδίας των ανθρώπων επαναρχίζει η φανέρωσις της τέχνης με εκφράσεις γενικής αληθείας.

Πόσα δεν οφείλει η τέχνη εις τον χριστιανισμόν. Κατά ένα τυχαίον τρόπον, κατά αναπόφευκτον ιστορικόν λόγον, όπως θέλετε, η συνέχειά της επιστοποιήθη εις ελληνικά εδάφη. Η δύναμις του παρελθόντος. Οι πνευματικοί σπόροι δεν πηγαίνουν χαμένοι, καθώς και οι φυτικοί. Η τέχνη επανέθαλλε εις το Βυζάντιον. Είνε δυστύχημα ιστορικόν και φυλετικόν δι΄ημάς τους έλληνας η απώλεια των αριστουργημάτων της βυζαντικής τέχνης, της ελληνικής τέχνης εις την νέαν μορφολογίαν της. Κατέχομεν περισσότερα γνωρίσματα της τέχνης των π. χ. ελληνικών αιώνων παρά των βυζαντινών. Από όσα τούτων διεσώθησαν ελαχίστην ιδέαν μπορούμε να έχωμεν περί της αξίας της βυζαντινής τέχνης. Και τα περισσότερα εξ αυτών δεν είνε παρά αντίγραφα. Οι τύποι μας απέμειναν εκ της επαναλήψεως των με ψυχράν αντιγραφήν. Ό,τι σήμερα καλούμεν “βυζαντινήν τέχνην” είνε ωχροτάτη αντίλαμψις του αρχικού ωραίου φέγγους της. Η ελληνική γη διέσωσε φιλοστόργως πολλά γνήσια πονήματα των ελλήνων καλλιτεχνών. Έχομεν απτάς εκφράσεις του Σκόπα, του Φειδίου, του Πραξιτέλους κτλ. Κάτι θετικόν των μεγάλων βυζαντινών τεχνιτών δεν ηυτυχήσαμεν να βλέπωμεν. Μαντεύομεν, διαισθανόμεθα την καλλιτεχνικήν των πρωτοτυπίαν από την επίδρασίν των εις την τέχνην της Αναγεννήσεεως όχι μόνο εις την Ιταλίαν, αλλά και εις τας άλλας ευρωπαϊκάς χώρας. Αν αποβιβασθώμεν μίαν πρωϊαν εκ του ελληνικού εδάφους εις την Βενετίαν, δοκιμάζομεν αιφνιδίως εις την ενατένισιν των αρχιτεκτονικών ρυθμών της την ευχάριστον έκπληξιν επανευρέσεως γνωστών μας, οικειοτάτων μοτίβων εις τα μάτια μας, εις την ψυχήν μας. Η πνοή του βυζαντινισμού, όπως την συνηθίσαμεν εις τον τόπον μας εις τα ελάχιστα διατηρηθέντα μαρτύριά του. Μελετώντες μεθοδικά την μεσαιωνικήν τέχνην εις ευρωπαϊκά εδάφη, ανευρίσκομεν την επίδρασιν της βυζαντινής εις τους πρώτους σταθμούς της ιστορικής ανελίξεώς της, έως ότου αρχίζει η πρωτότυπος σφραγίς των διαφόρων ευρωπαϊκών σχολών της χριστιανικής τέχνης. Αλλά ένα γνώρισμα απομένει εις ταύτην, γνώρισμα της αρχικής επιδράσεως των καλλιτεχνών του Βυζαντίου. Το χρώμα. Είναι κολλορίσται της ιταλικής αναγεννήσεως, αναδειχθέντες εκ της χρωματικής μέθης των, οι οποίοι παραμένουν μαθηταί, άριστοι βέβαια, της βυζαντινής τέχνης. Καταλήγομεν όχι αυθαιρέτως εις το συμπέρασμα. Αν ο οφθαλμός μας ασκηθή εις την παρατήρησιν, την μελάνην των ιχνών, των υπολειμμάτων της βυζαντινής τέχνης, των αντιγράφων και απομιμήσεων ταύτης εις τας χιλιάδας των ερημοεκκλησίων της ελληνικής γης, τα οποία δεν έπεσαν από τη σελήνην αλλά ένα ιστορικόν λόγον έχουν εις αυτήν, κατανοούμεν βαθμηδόν περισσότερον την σπουδαιότητα, που είχε η βυζαντινή τέχνη επί της ευρωπαϊκής, δεδομένου, ότι αυτογενής δεν υπήρξε εκείνη. Εχρειάσθη το πλήρωμα του χρόνου, όπως εκδηλώση αυθόρμητον την δύναμίν της.

Αλλά πως συνέβη να χαθή μία ακμή, οποία η της βυζαντινής χριστιανικής τέχνης; Από τον ανθρώπινον φανατισμόν, από τα ανθρώπινα μίση. Δυστυχώς δι΄ημάς τους επιγενεστέρους η βυζαντινή τέχνη είχε απεριόριστον προτίμησιν εις την εκδήλωσίν της προς την ζωγραφικήν. Το μάρμαρον δεν εχρησιμοποίησε πολύ. Εκ της επαναστατικής μάλιστα χριστιανικής εκδηλώσεως προς την ειδωλολατρίαν το μάρμαρον επί πολλούς αιώνας εθεωρείτο ασεβές υλικόν προς πλαστούργησιν χριστιανικών μορφών. Οι τεχνίται έγιναν αποκλειστικώτεροι εις την ζωγραφικήν. Και το ξύλον, εις το οποίον εζωγράφιζαν συνηθέστερον οι βυζαντινοί, καλύπτοντες αυτό με ειδικόν επίστρωμα, δεν έχει την αντοχήν του μαρμάρου και του χαλκού. Αλλά την μεγαλυτέραν φθοράν της βυζαντινής εικονογραφίας έφερον οι εικονοκλάσται. Αριστουργήματα εχάθησαν κατά τους θλιβερούς εκείνους χρόνους. Αι ιεραί εικόνες έφευγαν τον όλεθρον εις τα τέσσαρα άκρα της αυτοκρατορίας. Μετά μακρόν χρόνον εφανερώθησαν μερικαί, αποτελούσαι σήμερα σύμβολα της χριστιανικής λατρείας, χωρίς να δυνάμεθα ούτε ιστορικώς, ούτε τεχνικώς να επιβεβαιώσωμεν απολύτως την προέλευσίν των εκ της κλασσικής βυζαντινής εποχής.

Τι οφείλωμεν όμως εις τον χριστιανισμόν υπό έποψιν τέχνης. Όλην την γνωστήν εις τας ημέρας μας παρελθούσαν ζωγραφικήν υπεροχήν κατά πρώτον λόγον. Ολιγώτερα εις αριθμόν τα γλυπτικά έργα της χριστιανικής τέχνης. Τι απέδοσε έκτοτε, μετά την σιγήν των χριστιανικών εκδηλώσεών της η τέχνη; Αρκετά βέβαια, αλλά απείρως καθυστερούντα εις γενικότητα χαρακτήρος, εις την ιδανικήν έξαρσιν. Μετά ένα Φειδίαν, μετά ένα Μιχαήλ Άγγελον, μετά ένα Πραξιτέλην, μετά ένα Ραφφαήλον, οι νεώτερο αιώνες τι μας εξεδήλωσαν; Πιθανόν την επιτακτικήν ανάγκην της αναγεννήσεως των ιδανικών με την πανίσχυρον ορμήν του αισθήματος, όπως επέτυχαν κατ΄εξοχήν εξαισιώτερα ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός αι δύο υπερλαμπρότεραι εποχαί της ιστορίας των ανθρώπων επί της γης.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

«ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ» ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εορταστικό κείμενο όπου ο Δημ. Χατζόπουλος με τη δικαιολογία των Χριστουγέννων βρίσκει την ευκαιρία να μιλησει για την αγαπημένη του πόλη, το Βερολίνο, όπως την είδε και την έζησε πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτηριστική η φιγούρα του "Χριστουγεννάνθρωπου" με το πράσινο ραβδί, που μοιράζει δώρα στα παιδιά. 
Γ.Χ. 

Εφημερίδα «Εμπρός» 25 Δεκεμβρίου 1919

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ

Εις το αντικρυνόν πάρκο, εις το πλησίον μπουλβάρ, το χιόνι είχε πλαστουργήση, εις όλα τα πάρκα, τα μπουλβάρ, τας πλατείας, τον ποταμόν και τα κανάλια του, τας δενδροστοιχίας και τα μεγάλα οικοδομήματα, τα μνημεία και τους στύλους της απεράντου πόλεως, τας φαντασμαγορικωτέρας απόψεις. Λευκοί σταλακτίται εκρέμαντο από τους κλάδους των υψηλών δένδρων, τους εξώστας των σπιτιών. Αι συνεχείς δεκεμβριαναί χιονοθύελλαι είχαν εργασθή με καλλιτεχνικήν διάθεσιν, δια το μέγιστον λευκόν κέντημα, που εκάλυπτε με δαντέλλας και κρόσσια την κοσμόπολιν. Τόση ευτυχία λευκής διακοσμήσεως δια την μεγάλην χριστιανικήν εορτήν, που είνε συμπαθητική εξ ίσου εις τας απλοϊκάς καρδίας και τους ανήσυχους αρνητικούς της θετικής σκέψεως, ήτο ένα βαθύ ποίημα. Νηνεμία απόλυτη και ο θολός ουρανός είχε χαμηλώση, δια να ευφρανθή την λευκήν γαλήνην, σχεδόν ήγγιζε τας στέγας των σπιτιών.
Ο θόρυβος των εκατομμυρίων ανθρώπων εφαίνετο, ότι είχε παγώση και αυτός εις την λευκήν σιγήν. Εις τα βάθη των χιονισμένων μπουλβάρ πυκναί μαύραι σκιαί εκινούντο και εξηφανίζοντο βαθμηδόν. Αθόρυβα ανοιγόμμεναι θύραι τας κατέπιναν. Ήσαν αι ομάδες των εργατών, που διέκοψαν την εργασίαν των ενωρίς το απόγευμα. Εξαιρετικώς την ημέραν εκείνην δεν επήγαιναν εις το μπαρ. Το ιερόν συναίσθημα, υποβλητικώς πανίσχυρον, τους οδηγούσε εις την κατοικίαν των νηφαλίους και εγκρατείς. Εις τα καταστήματα, εις τα κολοσσιαία πρατήρια, όπου το θέαμα της κινήσεως ομοιάζει το των μυρμηγκοφωληών, ελάχιστοι ήσαν οι αγορασταί. Βιαστικοί, καθυστερημένοι εις τας εορταστικάς προμηθείας των εψώνιζον και απήρχοντο. Έπειτα αι χιλιάδες των λαμπιονιών, οι μεγάλοι ήλιοι των πανυψήλων ορατηρίων έσβυσαν, σμήνη κοράκων διεχύθησαν εις τα λευκά μπουλβάρ. Αι χιλιάδες των πωλητριών με το μαύρον ένδυμα και τον πλεχτόν σκούφον, βυθισμένον έως τα μάτια, έφευγαν γοργαί δια το ζεστόν σπίτι. Τα περνώντα τραμ προς όλας τας διεθύνσεις τας επήραν, ο ατμήρης  σιδηρόδρομος, τα λεωφορεία με τους μεγαλόσωμους ίππους, τα αυτοκίνητα όμνιμπους, ο υπόγειος και ο ανώγειος ηλεκτρικός, τας απήγαγον εις μακρυνάς συνοικίας, εις χαμένα εις το λευκόν χάος πολυάριθμα προάστεια, εις δάση και λίμνας, εις ποταμούς και κανάλια. Η τεφρά ημέρα έσβυνε και η βραδειά είχε πλέον το φως της ανταυγείας του χιονιού. Τα μεγάλα καφενεία, τα οποία δεν κλείουν στιγμήν του ημερονυκτίου, δεν είχαν έναν πελάτην την εσπέραν εκείνην. Σιγά-σιγά έσβυσαν τον φωτισμόν των. Και ολόκληρον το μεγαθήριον, το οποίον καθ’όλον τον χρόνον ασθμαίνει με μυριάδας παλμούς εργασίας, η γιγαντιαία πόλις με τον ρυθμικόν μηχανισμόν, ήταν ωσάν να έπαθε συγκοπήν. Εις τα μεγαλήτερα μπουλβάρ της, όπου η κίνησις δεν γνωρίζει διακοπήν ημέραν και νύχτα, δεν εφαίνετο σκιά ζωντανή. Μονάχα εις τους σιδηροδρομικούς σταθμούς κατέφθανον με βροντάς θυέλλης τα μακρυά τραίνα, λευκά από τον χιονοστρόβιλον, δεν επρόφθαναν να σταματήσουν  και εξετινάσσοντο εις την νέαν γοργήν κίνησίν των. Ήσαν τραίνα ερχόμενα από το ένα άκρον της Ευρώπης και διευθυνόμενα εις το απώτερον άκρον της Ασίας και ήσαν τραίνα πηγαίνοντα εις τας άλλας πόλεις της μεγάλης χώρας. Οι τελευταίοι ταξειδιώται, εορτασταί, που τα ανέμεναν εις τους υπεργείους σταθμούς, με τας μεγάλας θολωτάς υαλίνους στέγας, ενέβαιναν εις αυτά επειγόμενοι, σύροντες τα χριστουγεννιάτικα δέματά των από καρτόνι.

Χρόνια κάθε παραμονήν των Χριστουγέννων εδοκίμαζα ζωηράν ευχαρίστησιν να πλανώμαι εις τους δρόμους της κοσμοπόλεως δι’ αυτό το θέαμα της μεγάλης, της γενικής αργίας, δια την εκπληκτικήν ερήμωσιν και το σταμάτημα πάσης κινήσεως εις αυτήν. Είχε κανείς την εντύπωσιν, ότι εβάδιζε εις νεκράν πόλιν, την οποίαν εσαβάνωνε το χιόνι. Και προς την ερήμωσιν αλλόκοτη ήταν η αντίθεσις της πανηγυρικής φωταγωγήσεως των ατελευτήτων σειρών των σπιτιών, δεξιά και αριστερά των νεκρών δρόμων. Από τα ισόγεια έως τον πέμπτον πάτωμα, όλα τα παράθυρα ήσαν φωτισμένα. Μυριάδες φωτεινά τετράγωνα απλώνοντο εις το χιονόστρωμα των δρόμων, εις τους κρεμμάμενους σταλακτίτας των γυμνών μαύρων δένδρων. Εβάδιζε κανείς εις τον συνεχή λευκόν τάπητα με τας φωτεινάς, χρυσάς ανταυγείας του, ως εις ονειρώδη πορείαν. Όπου τα λευκά παραπετάσματα των παραθυριών δεν είχαν συρθή, έβλεπε ο διαβάτης δια μέσου των μεγάλων τζαμιών σκιάς ανθρώπων κινουμένας, αστερόχρυσον την φωταγώγησιν του χριστουγεννιάτικου δένδρου με τον γλυκύν φωτισμόν των κεριών του ή των μικρών ηλεκτρικών σφαιριδίων του, με τον λαμπερόν παιγνιώδη διάκοσμόν του, κορίτσια λευκοφορεμένα με την αισθηματικήν μπλουζίτσαν της χειμερινής εορτής, ξανθόμαλλα παιδάκια σκιαζόμενα υπό το μαγικόν δένδρον, γεμάτα από έκφρασιν χαράς, συγκινήσεως, εκστάσεως. Εις το βάθος απήστραπτο από ολόφωτην γαλήνην η τραπεζαρία με το στρωμένον, έτοιμον τραπέζι. Τα ποτήρια εσπινθηροβολούσαν, ρουμπινιών αντανακλάσεις είχαν η καράφες με την ξανθήν μπείραν, ηλεκτρώδεις αι φιάλαι με τον παραρρήνειον οίνον. Εις το μέσον του τραπεζιού ερρόδιζε εις τεραστίαν πιατέλλαν η χριστουγεννιάτικη χήνα, μεγάλη ως πασχαλινός αμνός. Από τα μέγαρα των εκλεκτών τμημάτων της μεγαλοπόλεως έως τα ογκώδη στρατωνοειδή οικοδομήματα των εργατικών συνοικιών της το χαρμόσυνον εορταστικόν θέαμα της «αγίας βραδειάς» ήτο το ίδιον, φωτεινόν, γαλήνιον, αισθηματικόν, ευφρόσυνον. Δια πέντε εκατομμύρια ανθρώπων, στεγασμένων εις μίαν και την αυτήν πόλιν, καλοθερμασμένων από την ιδίαν υψηλήν πήλινην σόμπαν, την φθάνουσαν έως την οροφήν, δοκιμαζόντων το αυτό γλυκύ συναίσθημα της οικογενειακής συγκεντρώσεως, έγεννάτο ο Χριστός εξ ίσου. Ήταν τα προπολεμικά χρόνια, τα ηρεμώτερα οπωσούν εις ανθρώπινην εκδήλωσιν, με ολιγώτερον μίσος εις τας καρδίας των ανθρώπων, με ολιγώτερα δάκρυα εις τους οφθαλμούς των και με ολιγώτερον πένθος εις το ένδυμά των. Τα φυλετικά πάθη ύπνωττον και εξεδηλούντο μόνον με τον οικονομικόν ανταγωνισμόν, αι κοινωνικαί αντιθέσεις της πάλης των τάξεων εφανερώνοντο με την πολεμικήν των ειρηνικών μέσων, η εργασία δεν ήτο τόσον βαρειά, η φροντίς δεν απεξήραινε τόσον το αίσθημα, ο οικονομικός βίος ήτο ευκολώτερος, το αίμα δεν είχε ακόμη μιάνη την λευκότητα του χιονιού και ο Χριστός εύρισκε οπωσούν εις κάθε ανθρωπίνην καρδία μίαν γωνίαν, δια να την συγκινηση με την συμβολικήν γλυκείαν γέννησίν του.
Και ενώ τα εκατομμύρια των κατοίκων της μεγαλοπόλεως ανεπαύοντο εις την εσωτερικήν γαλήνην του σπιτιού, ένα μόνον άνθρωπος είχε πολλά ασχολίας την χιονισμένην δεκεμβριανήν εσπέραν. Ο «Χριστουγεννάνθρωπος» πόσα πατώματα έπρεπε να ανεβή, πόσας θύρας διαμερισμάτων ώφειλε να κρούση. Από τα πρώτα πατώματα της προσόψεως των πλουσίων έως τα τέταρτα των οπισθίων οικοδομημάτων, όπου κατοικούν οι πτωχοί άνθρωποι. Αλλά όλαι αι θύραι και όλαι αι κατοικίαι του είνε ομοίως προσφιλείς, διότι εις όλας τας κατοικίας, μεγάλας και μικράς, είνε παιδάκια με την αγωνίαν εις τα ματάκια των  δια τη άφιξίν του, με την φαντασίαν των εις πυρετόν δια την μυστηριώδη εμφάνισίν του και τα δώρα του. Και είνε αγαπημένος ο ερχομός του και δια τους μεγάλους, που μειδιούν ευχαριστημένοι δια το παραμύθι της ζωής, διότι θυμούνται, ότι έζησαν και αυτοί με τας συγκινήσεις του εις τα παιδικά των χρόνια και δεν τους είνε ξένη η αποψινή του ποίησις, αφού την βλέπουν να λάμπη εις τα μάτια των παιδιών, εις τα οποία έχομεν όλας τας ελπίδας της ζωής μας. Και όταν ο «Χριστουγεννάνθρωπος» σημάνη την θύραν και εμφανίζεται εις τον διάδρομον του σπιτιού, λευκός και κουρασμένος, κτυπών την ράβδον του, φορτωμένος με τον σάκκον, από τον οποίον θα εκχυθούν χαραί δια μικρούς και μεγάλους, είνε ωσάν να εξαγνίζεται η παναθλία αυτή ζωή από ένα φως ειρήνης και ιερότητος. Γίνεται κανείς τόσον παιδί, κυριευμένος  από απλούν συναίσθημα. Όλη η πικραμένη ζωή περιενδύεται την καλήν και ευγενή μορφήν του μύθου.
- Καλέ μου Χριστουγεννάνθρωπε, καλώς ώρισες και σε ευχαριστούμεν διά τα ευτυχή δώρα σου. Αλλά κάθησε, λοιπόν, λιγάκι δια να αναπαυθής. Σου έχομεν έτοιμον το τσάϊ σου και τα γλυκά σου τα έχομεν δέση με κόκκινην μεταξωτήν κορδέλλαν.
Αλλά ο γέρος είνε πολύ βιαστικός. Έχει να επισκεφθεί τόσα πολλά άλλα παιδάκια. Αποθέτει την πράσινην βέργαν του, σύμβολον της ακαταλύτου ισότητος εις τον βαρύν χειμώνα, ξεφορτώνεται τον σάκκον του, από την μακράν άσπρην γενειάδα του τινάζεται το χιόνι του δρόμου και ακούει ευχαριστημένος τα χαιρετιστήρια τραγουδάκια των παιδιών διά την ευτυχή άφιξίν του. Τα χαϊδεύει και τα νουθετεί. Η έκστασις, που εκπορεύεται από τα γοητευμένα ματάκια των γίνεται χαρά εις τα πρόσωπα των μεγάλων και εις το αναποδογύρισμα του σάκκου του ασπρομάλλη  γέροντος, επάνω εις το χριστουγεννιάτικον τραπέζι, το σπίτι γεμίζει από ζωηρά ξεφωνήματα. Εις το πιάνο ηχεί ο απλούς, λιτός ύμνος της ιεράς εσπέρας. Των προγόνων αι μορφαί εις τα κάδρα των τοίχων φαίνονται να κινούν τα χείλη εις ευλογίαν. Ποία ευωδία είνε αυτή, που διαχύνεται εις τον θερμόν, καλόν κλειστόν χώρον;
Αλλά δεν γνωρίζομεν καμμίαν άλλην μορφωτικήν δύναμιν, άλλην εξανθρωπιστικήν προσπάθεια, η οποία να κατώρθωσε να συγκινή βαθύτερον τας μυριάδας των ανθρώπων και να τας προσεγγίζει φιλίως, όπως το επιτυγχάνη η συμβολική χριστουγεννιάτικη εσπέρα.  Πιθανόν να μη γεννάται ασκόπως ο Χριστός μίαν νύχτα του Δεκεμβρίου δι’ημάς τους κακούς ανθρώπους, οι οποίοι επί τέλους τοιούτοι εδόθημεν ανευθύνως. Μας υπενθυμίζει, με την ηδείαν συγκίνησιν της συμβολικής ταύτης εορτής, ότι η αγάπη έχει, αν όχι τίποτε άλλο, δικαιώματα εις την ζωήν καθώς και το μίσος.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022

«ΑΓΙΑΝΝΗΣ» ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα που δημοσιεύτηκε στο φιλολογικό περιοδικό «Παρνασσός» τεύχος 6 του 1893 όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 21χρονών. Περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ένα θεσμό που την εποχή του διαδικτύου και της τηλεόρασης έχει χάσει την αίγλη που είχε εκατόν τριάντα χρόνια πριν, το θεσμό των θρησκευτικών πανηγυριών. Από πολύ νεαρός ο Χατζόπουλος είχε γυρίσει με τοπογραφική μανία όλη την Αιτωλοακαρνανία και είχε εντοπίσει κάθε τι το αξιοπερίεργο, μεταξύ των άλλων και τα ερημωμένα και μη ξωκκλήσια. Το διήγημα ανήκει στην πρώτη του συγγραφική περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική και δεν είχε αποποιηθεί την ηθογραφία. Κράτησα την ορθογραφία (η γραφή είναι βέβαια μονοτονική) και το ακριβές λεξιλόγιο του αυθεντικού κειμένου, οπότε μην παραξενευτείτε αν συναντήσετε λέξεις σαν «μπαϊλίση», «βίκαις κρασί», «γκιογούμι» (δοχείο), «μποτίλλιαις», «κατάψηλαις πράσιναις καλαμιαίς», κλπ. Γ.Χ.
  
περιοδικό «Παρνασσός» τεύχος 6 / 1893

  ΑΓΙΑΝΝΗΣ  

Από τον Απρίλη ακόμα αρχίζουν τα πανηγύρια στο Μεσολόγγι. Ο Αγιώργης του Μπουχωριού κάνει καλή αρχή. Ο σιδηρόδρομος κουβαλά ολημερίς τον κόσμο στα χαριτωμένα εκείνα μέρη της Βαράσοβας, κι΄η βοή του πανηγυριού πασχίζει να ξεπεράση τ΄αδιάκοπο ροχάλισμα του Φίδαρη (1), που κυλιέται φιδωτός ανάμεσα σε πυκνά δάση ροδοδαφνών, πέρα προς τη θάλασσα. Έπειτα έρχεται η μοναδική Αγιά Λεούσα, της Κλεισούρας με το μοναστηράκι της, και τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, κρεμασμένη στους αψηλούς και σαν μαχαίρι ίσιους ξερόβραχους της θαυμαστής χαράδρας. Ο Αϊθανάσης ύστερα, ένα εκκλησάκι, δέκα λεπτά μακρυά από την πόλι, πώχει τόση ιστορία ολόγυρα στα αγιασμένα από το λιβάνι της δόξας χώματά του, και παρασταίνει τόσο όμορφα ανάμεσα στα πράσινα αμπέλια. Ύστερα έχει αράδα ο Αγιάννης κατά το ρέμα, ο Αγιάννης του Νιοχωριού ύστερα πέρα από το νησί τ’ Ανατολικού, κοντά στον ποταμό τον Άσπρο, κ΄έτσι πάει λέοντας όλο και πανηγύρια όλο το Μάη, όσο που φθάνει το πανηγύρι της Κλείσοβας, στο ιστορικό νησάκι, κι’ η μεγάλη κι‘ η ασύγκριτη χαρά του Άϊ Συμιού, που την ξιστόρησε πέρυσι στο «Άστυ» τόσο γραφικά ο φίλος Πέτρος Αβράμης. Και που να τα λέμε όλα ίσια με τον Αύγουστο και παρέκει. Ολ’ αυτά τα πανηγύρια δε παραλλάζουν μεταξύ τους και πολύ. Όλα έχουν την αυτή όψι, και το καθένα έχει και μια δική του χάρι κανένα δεν έχει ξεχωριστό γνώρισμα, και το καθένα έχει και το δικό του μάγεμμα. Ίσως όλ’ αυτά τα κάνει η άνοιξι με την ξαφνική άνθησί της, ίσως τα κάνει αυτός ο τόπος, που κάθε ραχούλα του, κάθε λαγγαδιά, κάθε κάμπος μαγεύει το μάτι, και συνεπαίρνει τη ψυχή. Όλ’ αυτά δεν είνε παρά απλά, μικρούλια εξωκκλησάκια, άλλα κάπως περιποιημένα, ασβεστωμένα, με ψηλά δεντράκια, γύρω, με πράσινους θόλους, και άλλα έρημα, μαυρισμένα, ξασπρισμένα, με τη μια πλευρά τους νιοχτισμένη, με την άλλη παλαιά, απομεινάρι χρόνων βυζαντινών, με κάνα παράξενο φυτρωμένο δεντράκι αψηλά στην στέγη του ιερού, με δυό, τρία μνήματα στο πλάϊ, με καμμιά μάντρα ολόγυρα, ή με κάνα μισογκρεμνισμένο γυροβόλι. Είνε όμως και διαφορές. Η Αγία Ελεούσα έχει καλά χτίρια, κηπαρέλια κομψά, καλά κελλιά, μικρές πλατείαις καλοπεριποιημένες, απ’ το καιρό που ζούσε ο μακαρίτης Παλαμάς, ο πρώτος καλόγηρος του μοναστηριού, που το κεφάλι του στόλιζε ο καλογερικός σκούφος, και το σελάχι του κουμπούραις και γιαταγάνια (σε κάνα φυλλάδιο του «Παρνασσού» θα δώσουμε την περίεργη εικόνα του συγχωρεμένου αυτού ανθρώπου, εικόνα π’ αξίζει να στολίση σωστό μυθιστόρημα), και ο Αϊ Συμιός με το καλοχτισμένο μοναστηράκι του, και την αθάνατη ρομάντζα του. Τ’ άλλα όλα είνε αφημένα στην τύχη τους. Κοιμούνται, λες, αλάκαιρο το χρόνο σε βαθύ ύπνο. Αρηά και που να τα ξυπνήση κάποτε το μουρμούρισμα του παππά, σε καμμιά μονοεκκλησία, ή το τραγούδι καμμιάς παρέας, που ο πόθος της εξοχής την φέρνει και ξεφαντόνει στην ερημιά τους. Κοιμούνται, θαρρείς, μα σ’αυτό τον ύπνο τους, σ’ αυτή τη νάρκη τους , λες και μαζεύουν μάγια , λες κι’ αραδιάζουν στολίδια, για να ξυπνήσουν τη μέρα της γιορτής περιχυμένα από φως και ζωή, καταστολισμένα από άνθη και χηλιδονιών λαλήματα, ξαφνισμένα στον αχνό του νταουλιού, και στου ζουρνά το ξελαρύγκισμα. Αποβραδύς ακόμα της παραμονής ξεκινά ο κόσμος από την πόλι για το πανηγύρι. Πρώτος απ’ όλους ο Επίτροπος με το γαϊδουράκι του φορτωμένο από κεριά, κι’ από χίλια δυό λογής πράγματα. Ο επίτροπος απάνω κάτω είνε ένας κοντός, κοντούτσικος ανθρωπάκος, νάνος σωστός που παίρνει μαζί του αγκομαχώντας μιάν ασήκωτη φουστανέλλα, κι’ ένα φέσι κόκκινο που ζυγίζει τ’ ολιγώτερο, το μισό ανάστημά του. Αν και είνε τοσολάκης, είν’ ακούραστος, έχει φτερά στα πόδια, και τρέχει, τρέχει ολοένα. Που τον βλέπεις, που τον χάνεις, τόρα εδώ, και τόρα εκεί. Και μήπως κάνει λίγαις δουλειαίς ο άνθρωπος! Αυτός μονάχος θα πλύνη ταις πλάκες της εκκλησούλας, αυτός θα ξαραχνιάσει τους τοίχους, θα ξεσκονίση τα ποντικοφαγωμένα βιβλία, θα καθαρίση τα καντήλια και θα πλύνη τα μανάλια, θα σφογγίση τα κονίσματα, θα σαρώση τα στασίδια, θα βάψη με το πιο αστραφτερό χρώμα το πάγκο των επιτρόπων, θα πλέξη στεφάνια για τις πόρταις, θα συγυρίση τα ταξίματα και τα χαρίσματα των πιστών, θα βάλη τέλος τα πόδια του σ’αδιάκοπο ατμό, θα ιδρώση χίλιαις στιγμές την ώρα, θα μπαϊλίση στα ύστερα, και για όλ’αυτά θα μείνη ευχαριστημένος από τον εαυτό του, αν τα καταφέρη να ευχαριστηθή ο κόσμος, και να γίνουν όλα με ησυχία και τάξι. Είνε να τον λυπάται και να τον ζηλεύη κανείς μαζί, αυτόν τον άνθρωπο. Κατά δεύτερο λόγο έρχονται οι μεταπράτηδες, γιατί αλλοιώς δεν μπορούμε να τους πούμε. Αυτοί πάντα είνε αμαξάδες, τσαρουχάδες, κάθε καρυδιάς καρύδι, ανθρωπάκοι που πετάνε τη σκούφια τους για… πανηγύρι. Βρίσκουν από την παραμονή ένα παληάλογο το φορτόνουν με δυό-τρεις βίκαις κρασί, με λίγο συριανό, με μερικές μποτίλλιες μαστίχα και μέντα, με κάνα παλιοτενεκέ, με κάνα γκιογούμι, κ’εμπρός. Μόλις φτάσουν αραδιάζονται ο ένας στο πλάϊ του άλλου, κουλλορώνουν το εξωκκλησάκι, απλόνουν καμμιά τέντα για τον ήλιο, αραδιάζουν μπροστά τους ταις μποτίλλιαις, ζώνουνται μια μεγάλη ποδιά, από χέρια μάλιστα. Κι όμως αυτοί είνε που δίνουν ζωή στο πανηγύρι, αυτοί ‘ναι που χύνουν την όρεξι στον κόσμο, που αψόνουν το γλέντι, και δροσίζουν τα λαρύγκια, κι’ ανάβουν τα κεφάλια, και θερμαίνουν τα αίματα, και τονίζουν τα τραγούδια. Ας βάλουμε τόρα και τους βλάχους, ή τους Αμπλανήτες, που βρίσκονται εκεί ολόγυρα, και βρίσκουν τον καιρό να κάμουν τον χασάπη με καμμιά κατοχρονίτικη γίδα. Ο κόσμος όμως που θέλει να γλεντίση κάνει το κουμάντο του από την πόλι. Στα πιο μακρυνά πανηγύρια μαζεύονται παρέαις παρέιας, θηλυκοί και αρσενικοί και δυνάμει του περί ρεφενέ νόμου, φροντίζουν να μη λείψη τίποτις από τα τραπέζια. Σ’όλα αυτά όμως έχει πέρασι ο λαός και μόνο, τ’ αληθινό και δροσερό αυτό λουλούδι της χώρας, και η λεγάμενη αριστοκρατία - σαν πως κατάντησαν και τα χωριά μας σήμερα, κάνουν κ’ εκεί κοινωνική διάκρισι! - δεν παρασκοτίζεται για τέτοια ψυλλοπηδήματα. Το πολύ, πολύ μπορεί να φανερωθή ως εκεί με κάνα αμάξι. Στα όμορφα αυτά πανηγύρια, στα γλυκά αυτά ξεφαντώματα, ανάμεσα στους μεθυστικούς εκείνους τύπους, δε μπορεί παρά μόνο ο αργάτης να γλεντήση παρά μόνο ο ψαράς να χαρή. Ο αργάτης που σε συγκινεί βαθύτατα, και σε κάνει να δακρύζεις, ευλογημένο δάκρυ, σαν τον βλέπεις να γυρνά απ’ τα χωράφια το βράδυ με τ’ αγκομάχημα στο στόμα, μόλις κρατημένος στα πόδια του, κι’ ανοίγοντας όμως τα σπασμένα και χοντρά του χείλη με πρόσχαρο χαμόγελο μπροστά στη γυναικούλα του, και στη γελούμενη θωριά του μωρού του. Και πόσο συγκινητική είνε η μεγάλη εκείνη χαρά και το ξεφάντωμα του πανηγυριού!... Κάθε δεντράκι, κάθε μυρωμένος ίσκιος, κάθε δροσερό λειβαδάκι, αντηχεί από λιγυρά τραγούδια, και αργυρά γέλια. Τ’αψηλά τ’ Αγιάννη δέντρα σχηματίζουν ένα θόλο μεγάλο έναν ίσκιο πράσινο κ’ εκεί μαζεύεται ο περισσότερος κόσμος, όσο που θα αποψαλή η λειτουργία. Και ύστερα το κάθε γελαστό καλυβάκι, το κάθε ζηλευτό σπιτάκι των σταφιδιών και των αμπελιών ανοίγει τη πόρτα του, και τα παράθυρά του προς τη μεγάλη εκείνη πρασινάδα του κάμπου, που την φιλεί ερωτεμμένα χαμηλά χαμηλά η γαληνεμμένη λιμνοθάλασσα. Διαλέγουν πάντα τον καλό ίσκιο αποκάτω από θολωτά πλατάνια και σκληροτράχηλες κατάψηλαις λεύκες. Ο καπνός της φωτιάς και της ανθρακιάς σηκόνεται εκείθε στον καλοκαιρινό ουρανό διάφανος, και σχηματίζει όμορφαις κολόναις πλημμυρισμέναις από την ακτινοβολή του ηλίου. Οι άντρες παραστέκουν στων αρνιών το ψήσιμο, τα κορίτσια τα ξεπλανά η ομορφιά της γης, ο ανασασμός της άνοιξης και τρέχουν, και χάνονται ανάμεσα στα φιδωτά και θολωτά από κατάψηλαις πράσιναις καλαμιαίς μονοπάτια, πέρα στα σπαρμένα χωράφια, στα καλοδιαλεγμένα κλήματα. Και παίρνουν τόση χάρι, τόσην ομορφιά, τόση μαγνητική δύναμι, μέσα σ’εκείνη την εξοχή! Θαρρείς πως όλοι έχουν ένα κόψιμο, απόνα καλούπι πως έχουν χυθή. Γελασταίς, γελασταίς με τα γλυκύτερα χρώματα απάνω τους, με τα κομψά αναστήματά τους, τα τορνευτά μέλη τους, τα παιδικά κουνήματα, την περίσσια αμέλειά τους, ξέσκεπες, μ’ ανεμισμένα μαλλιά, με καμμιά πλεξίδα μακρυά μακρυά και καλοπλεγμένη, με κάνα λεπτό λεπτό αραχνομάντηλο στώμορφο κεφαλάκι τους, τρέχουν σαν Νεράϊδες, πετούν σαν πουλάκια, γελούν σαν αγγελούδια, Αλλοίμονο στον άνθρωπο που θα συναντηθούν τα μάτια του μαζί με τα δικά τους. Και τι μάτια!... Μάτια που κλειούν το Διάλο μέσα στις κόραις τους. Και να τα συντυχαίνης ξαφνικά ανάμεσα στ’αψηλά αστάχυα του χωραφιού, περιτριγυρισμένα από χρυσάφι, μαλλιών, κι’ από χρυσάφι ασταχιών. Και να καρφόνουνται ίσα καταπάνω σου, να σε περονιάζουν φλογισμένα, να σου χαμογελούν δαιμονικά, και να κλαίνε υγρά μέσα σταις βλεφαρίδες τους, και να γελούν μαζί με τη ξαστεριά του ουρανού, και να παίζουν μαζί με το τρελλό μαϊστραλάκι της θάλασσας…
      Όμορφαις μέσα στην όμορφη εκείνη φύση!... 
      Μάγεμμα η φύσι κ’ όνειρο στην ομορφιά και χάρι…
 Μάγεμμα, κι΄όνειρο, που άμποτε να μη ξυπνούσε κανείς από δαύτο, μέσα στου κόσμου τη πεζότητα, και στης ζωής τον σκληρό αγώνα,. Άμποτε ν’αποκοιμούσε της ψυχής του τα όνειρα στην αρμονική εκείνη ώρα, μια για πάντα, μέσα στο ατελείωτο γύρισμα του χρόνου. Εκεί δε μπορείς να κάμης ένα βήμα, να περάσης μια ρεμματιά, ν’αναβής μια ράχη του Ζυγιού, να πάρης ένα χλιαρό μονοπάτι και να μην ανοιχθή μπροστά σου και μια καινούργια εικόνα. Εδώ το χαμηλό καλύβι χωρίζει τόσο γραφικά από την πρόσχαρη όψι των εξοχικών σπιτιών, εκεί η πλεχτή φυλάχτρα του δραγάτη στην κατάψυλη κορφή της λεύκας δεν παραλλάζει τόσο από φωλιά πουλιού, παραπέρα χύνει τόση αρμονία το ακούραστο κατρακύλισμα του ρυακιού, τόρα κρυμμένο σε πυκνό δάσος από ροδοδάφναις, και τόρα φανερό κι΄ηλιοφώτιστο με τ’ ασημένια πετραδάκια του στο βυθό του, και τους ανθοσπαρμένους όχτους του στο πλάι του, παρέκει του νερόμυλου τ’αδιάκοπο βογκητό, αψηλότερα χαράδραις και λαγκαδιαίς αλλού ηλιοφώτισταις, κι’ αλλού σκοτεινές και γεμάτες μυστήριο ραχούλαις στρογγυλαίς πρασινισμέναις και φορτωμέναις πρόβατα, και γεμάτες θυμάρια, και με γλυκό αντίλαλο βελασμάτων και κουδουνιών., εδώ ερημιά ποθητή, εκεί ζωή αγαπημένη εδώ σιγαλιά βαθύτατη, κι’ εκεί φωνή γελαστή, και γέλιο ασημένιο, εδώ αηδονιού λαρυγγισμοί, βοσκού σούρισμα, βουκόλου χούγιασμα, αχός κοπαδιού, κι’ αχός φλογέρας, εκεί χελιδονιού ατέλειωτο λάλημα, τσαπιού σήκωμα στην αέρα, αγκομάχημα δουλευτού, γλυκό τραγούδι Ρούμελης, πρόσχαρη θωριά ελιοστασιού, βαθύ περιβολιού μυστήριο, κι’ ανθοσπαρμένου τόπου αναπνοή. Και πέρα στην ακροθαλασσιά το Μεσολόγγι, ένας μικρός σωρός από μικρά σπιτάκια κάτασπρα στην αντηλιά, ροδοβαμμένα στη δύσι, θαμπά στη καταχνιά της ανατολής, ένας μικρούλης φράχτης, σωτήρας της Ρωμιοσύνης, που έκαψε λιβάνι θαυμασμού στ’ όνομά του η ανθρωπότης, πάφηκε το υστερνό της ψυχής του φύσημα ο Βύρων. 
Όσ’ αρχίζει ο ήλιος και κατεβαίνει προς τη δύσι του, τόσο ξεθυμαίνει και το πανηγύρι. Αγάλι’ αγάλια οι παρέαις, ύστερα από την κούρασι όλης της μέρας κατεβαίνουν στη πύλη με περίσσεια όρεξι ακόμα. Υστερνά απομένουν τα νταούλια, κ’ υστερνότεροι οι μεταπράτηδες κ’ ο … επιτροπάκος. Τ’ αμάξια ανταμόνουνται με τα φορτωμένα από σκαμνιά και πάγκους κάρρα. Αν τύχη να μη παίζη μουσική στη Τουρλίδα έρχεται πιο πολύς κόσμος από την Πύλη ίσα μ’εκεί. Ο δρόμος του Μπουχωριού γεμίζει τότες από πλήθος. Εκεί κοντά στα Ταμπακαριά σε κάνα λιοστάσι αυτοκαμωμένο βελούχι απλόνει τα σκαμνιά του κ΄όσο να πέση ο ήλιος πέρα στα βουνά του Ξηρόμερου, και να βραδυάση περπατάει εκεί ο κόσμος. Κι’ όταν ο κάμπος χαθή μέσα στο πρωτοσκόταδο, κι’ ο Ζυγός με τα μάγια του ξυπνά στα πρώτα φιλιά της νυχτερινής αύρας, ο κόσμος χύνεται στην πόλι, στη Τουρλίδα σταις γειτονιαίς, και ξαναρχίζουν τα τραγούδια, τα γέλια, οι περίπατοι, οι έρωτες, και η χαρά περ’ απ΄τα μεσάνυχτα. Έξω το ερημοκκλησάκι βουβό κι’ έρημο τόρα, κάνα τσοπανόπουλο ξεγελασμό από της νύχτας τα κάλλη και του φεγγαριού το φως γυρμένο στη μηλίτσα του σκορπά κάνα τρεμουλιαστό τραγούδι στον αέρα με τη φλογέρα του, και κάνας σκεπτικός διαβάτης, υστερνό απομεινάρι του πανηγυριού, απομένει ακόμα εκεί στην ερημιά κρατημένος από καμμιά γλυκιά ενθύμησι. 
Μήτσος Χατζόπουλος 

 (1) Φίδαρης είναι ο Εύηνος ποταμός.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΜΟΥ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Διήγημα με τη μορφή χρονογραφήματος όπου ο συγγραφέας ξεκινώντας από ένα ασήμαντο γεγονός, την εμφάνιση ενός ποντικού «στο μέρος που εργάζεται» (που στη συνέχεια αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για ένα καφενείο)  κάνει μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση, μιλάει με αφοπλιστικά ειλικρινή τρόπο  για όλες τις πικρίες και απογοητεύσεις της επαγγελματικής αλλά και προσωπικής ζωής του.   
Αξιοπερίεργη είναι η επιμονή του Χατζόπουλου να χρησιμοποιεί προσφωνήσεις και σχόλια στα γερμανικά, γλώσσα που βέβαια ο ίδιος γνώριζε άπταιστα, σίγουρα όμως δεν γνώριζε το μεγαλύτερο ποσοστό από τους αναγνώστες του. Ο Καλαποθάκης, ιδιοκτήτης του «Εμπρός» του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και τον άφηνε να γράφει ότι θέλει, τα χρονογραφήματά του δημοσιευόταν πάντοτε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, πιθανώς αυτή η μανία να έδινε ένα διανοουμενίστικο τόνο στην ύλη της εφημερίδας, που μάλλον άρεσε στο αναγνωστικό κοινό.

Γ.Χ.

Στη φωτογραφία η πρόσοψη της Berlin Komische Oper όπως ήταν το 1906, εποχή που ζούσε στο Βερολίνο ο συγγραφέας. Βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ»

Κυριακή 3 Ιουλίου 1922

Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΜΟΥ

Εις το μέρος που εργάζομαι συχνά με επισκέπτεται ποντικός. Μέγας είνε. Μεγαλήτερον δεν είδα εις την ζωήν μου. Ούτε εις το ύπαιθρον αρουραίους. Πολλούς ποντικούς του υπαίθρου ενθυμούμαι. Είναι μεγάλοι, όχι όμως σαν τον μέγιστον περί του οποίου σας ομιλώ. Εις αρκετά κτήματα μου έχουν αφηγηθή, ότι ποντικοί των αγρών πνίγουν πουλιά εις πτηνοτροφείον. Ο ίδιος βλέπω τακτικά εις την Παναγίαν Ξυδού της Κηφισιάς ένα τεράστιον ποντικόν. Όταν τον παρετήρησα δια πρώτην φοράν προβάλλοντα το κεφάλι του από την υψηλήν θυρίδαν της νοτίας πλευράς του ναού, εφώναξα: «Μπα, μια νυφίτσα». Αλλά η εκκλησάρισσα ήτο καλλίτερά μου πληροφορημένη. Μου είπε: «Δεν είνε νυφίτσα, ποντικός είνε. Δεν αφίνει λάδι στα κανδήλια». Ιερός ποντικός. Μάλιστα, είνε και ιερά ζώα. Και ερπετά επίσης. Εις τα αρκετά ενδιαφέροντα ερείπια του ποτέ εκκλησιδίου της αγίας Κυριακής, που σας έχω αναφέρη, κάτωθεν του δάσους της Μαγκουφάνας (1), διαιτάται τεράστιος άγιος όφις, ο οποίος φυλάττει την εικόνα, - ταύτην δια να μη την κλέψουν την επροφύλαξαν εις το γειτονικόν περιβόλι - και το άγιον φείδι βγαίνει και βοσκά μονάχα κάθε Σάββατον. Ένα συρτάρι παραδόσεις αττικάς έχω, γεμάτας λαϊκήν φαντασία, αλλά δεν τας αναφέρω, όπως πολλά άλλα, διότι μόλις συστηματοποιήσης μιαν ατομικήν εργασίαν, η οποία δι’ένα «πραγματικόν», «αληθινόν» λόγον έχει κάποιαν επιτυχίαν, τζουπ εμφανίζονται ως σαλιάγκοι οι αυτόκλητοι μιμηταί και κακοαντιγραφείς. Εξασφαλίσωμεν το κουρελιασμένον σακκάκι μας, αδελφοί μου, διότι πολλοί, πάραπολλοί οι αφυείς και άρπαγες ταυτοχρόνως. Πταρνίζεσαι, τους κάμνεις τόσην εντύπωσιν, ώστε αρχίζουν να πταρνίζωνται, αφελέστατα δε. Ελησμονήσαμεν τον ποντικόν, που με επισκέπτεται. Ευρύς ο χώρος. Πολλοί οι συνάνθρωποι εντός αυτού. Ομιλούν, σκοτώνουν την ώραν των, αφηγούνται ξένας και ιδικάς των υποθέσεις. Κανένα των συμπολιτών δεν πλησιάζει ο ευτραφής ποντίκαρος. Μονάχα την αφεντιάν μου. - Ω! ιχ αμπε ντι Έρρε, μάϊν Μώϋσχεν. (2) Κοκοτίστικα, μπεμπεκίστιικα, τον προσφωνώ χαμηλοφώνως, όπως τους διαβάτας αι διακόσιαι χιλιάδες Στράσσενμαντόννεν (3) του Βερολίνου εις τα μέχρι χαραυγής ατελεύτητα ξενύχτια της βορείου κοσμοπόλεως. Τα μάτια  μου κυττάζουν το ρολόγι. Πέντε και πέντε. Το ρολόγι είνε παληόν σαν και μένα, αλλά τέλος πάντων εργάζεται. Κάποτε λιγάικι παράξενα, αλλά ίσως συγχωρημένοι να ήμεθα ημείς οι αρχαιότητες, τας οποίας φευ! δεν επροθυμοποιήθη να ζητήση και χρυσώση κανείς εφοπλιστής. Πέντε και πέντε ακριβώς, που τολμώ ακόμη να πίνω τσάϊ, με επισκέπτεται δημοσίως ο ογκώδης ποντικός. Περνά με χαριεστάτην οφιοειδή κίνησιν, την οποίαν δεν εγνώρισε κανέν μενουέτο των χρόνων μου, ήτοι την προ δύο-τριών αιώνων, ότε η Νινόν ακουμπούσε το τρυφερόν μπράτσο της στο δικό μου και είχε κάτι τακουνάκια τόσον ελαφρά, όπου ο ήχος ήταν μελωδία κοτσυφιού εις την τρελλά ώμορφην αττικήν χαράδραν της Περατής Ρεμπιέκο, διά την οποίαν θα ήθελα να σας πω ό,τι λέγουν τα βιολιά του Μότσαρτ εις την  ουβερτούραν των «Γάμων του Φίγκαρο». Ακούσατε ποτέ Μότσαρτ εις την «Κόμισε Όπερ» του Βερολίνου; Φυσικά. Ήκουσα Μότσαρτ από τρεις χιλιάδας ορχήστρας  15 χρόνια, αλλά τι ήταν εκείναι αι εκτελέσεις μιας τριετίας εις το νεωτεριστικόν φαιδρόν οικοδόμημα στο Φρείδριχστράσσεντάμ. Σουμπρεττίτσα, Σουζαννίτσα, μου γίνεται ο ποντίκαρος με την τακτικήν μεταμεσημβρινήν επίσκεψίν του. Δια να συννενοηθώ με τους ανθρώπους της εποχής, λέγω ό,τι χορεύει ένα φοξ-τροτ, κομψότερον και φευγαλεώτερον και από εκείνο που χορεύει ο νεαρός φίλος μου Ν. Κρυφά πηγαίνω και τον βλέπω εις τας θερινάς χορευτικάς αίθουσας. Τότε πίνω μερικά ποτήρια ουίσκι εις την μυστικήν γωνίαν μου και ευχαριστώ τον Θεόν, ότι δεν εχάθησαν εντελως οι Αλκιβιάδαι εις τον καιρόν της λίρας και του αυτοκινήτου. Τέλος κολακεύομαι να πιστεύσω, ότι με ηγάπησε μία ύπαρξις εις την ζωήν και εγώ τολμώ να ξαναγαπήσω τοιαύτην, - ένα ποντικόν. Ποία ευγενής αγάπη! Δεν εξερράσθημεν ποτέ. Αρκούμεθα να βλέπωμεν ο ένας τον άλλον. Όταν κανείς ήπιε από όλα τα ποτήρια της ζωής το πικρόν και αηδές κατακάθι της φιλίας, της αισθητικής, της κριτικής, της στοργής όλων των διαβαθμίσεων των παλμών και των ορμών της ανθρωπίνης καρδίας, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της φιλολογίας, της κοινωνιολογίας, της δράσεως και της απαθείας, ζήσας πολύ εδώ, ολίγον εκεί, μελετήσας, ψυχολογήσας τον εαυτόν του και του πλησίον του, όταν ικέτης έκρουσε όλας τα θύρας της ζωής προς ανεύρεσιν του ελαχίστου, - πόσον ανόητοι είμεθα, όταν πρόκειται περί του τρισμεγίστου – να συνεννοηθή με συνάνθρωπον του ανιδιοτελώς και ανεπιφυλάκτως και συνήντησε ξηρούς χειμάρους, πως να αρκεσθή εις την αγνήν φιλίαν, (…  δυσανάγνωστη λέξη) όστις δεν κροτεί και τον τενεκέ των ιδανικών, που στερούνται ιδιαιτέρως όσοι ενδεχόμενο να είνε οι ίδιοι εσώτατα ψυχικαί μούμιαι. Και θα αναφέρω κάτι συγκινητικώτερον δια τας σχέσεις μου με τον ποντικόν. Προχθές έλειψα όλην την ημέραν. Περιττόν να είπω που. Εις το χρηματιστήριον. Αργά την νύκτα επέρασα από το τακτικόν μου μέρος, δια να πιώ φλυτζάνι τσάι. Όταν, μεσάνυκτα περίπου, ο αγαπημένος μου επέρασε με κομψήν, αθόρυβον διαγραφήν προ των ποδών μου.
Εξεπλάγην ολίγον, αλλά περισσότερον το γκαρσόνι, το οποίον ανεφώνησε: «Παράξενον! Ο πόντικας ποτέ δεν εμφανίζεται τέτοιαν ώραν!» Υπάρχει, λοιπόν, μία ύπαρξις εις την γην, ενδιαφερομένη να με καλησπερίση, έστω και τόσον αργά, διότι δεν με είδε την ημέραν;
Και εσκέφθην την γεροντοκόρην του Φλωμπέρ, τον ζωϊκόν εκέινον τύπον, που αγάπησε τον παπαγάλον της. Εσυλογιζόμην ακόμη αυτά τα πράγματα, όταν είδα, ότι μου είχαν πάρη τα χειρόγραφα εις το τυπογραφείον. Ήτο αργά δια να ξεσχίσω την ανόητον αυτήν ιστορίαν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

 __________

1 Μαγκουφάνα  λεγόταν κάποτε η Πεύκη Αττικής.

2 «- Εχω την τιμή ποντικάκι μου».

3 Πόρνες, «Παναγίες του Δρόμου» τις λέει σκωπτικά ο συγγραφέας.

 

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Ο ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΓΡΙΠΗ

 «Όλα συνηγορούν ότι άρχισε το τέλος της πανδημίας», «δεν είναι μακριά η μέρα που ο κορονοϊός δεν θα είναι πλέον πανδημία» έγραφαν μέχρι μερικές μέρες πριν οι εφημερίδες, κι όμως σήμερα (28/6/22) βλέπω 20.333 κρούσματα – 16 θανάτους και 95 διασωληνωμένους. Οι μήνες, τα χρόνια περνάνε και όμως ο κορωνοϊός δε λέει να κοπάσει.
Εκατό χρόνια πριν η ανθρωπότητα αντιμετώπιζε μια παραπλήσια κατάσταση. Προς το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου εμφανίστηκε η διαβόητη ισπανική γρίπη που άφησε δεκάδες εκατομμύρια θύματα παγκοσμίως. Στη χώρα μας αυτή η πανδημία διάρκεσε τέσσερα χρόνια και κόστισε πολλές δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, παρόλο που δεν υπάρχουν ακριβή επίσημα στατιστικά στοιχεία. Ο πόλεμος και η μικρασιατική εκστρατεία απασχόλησαν σχεδόν αποκλειστικά την ελληνική κοινωνία της εποχής, αφήνοντας την πανδημία επισκιασμένη για μεγάλο διάστημα. Παρόλα αυτά  μέχρι και την αρχή του 1921 η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη και ο κόσμος αρκετά θορυβημένος. Το κλίμα της εποχής απεικονίζει με απροσδόκητη αισιοδοξία και σκωπτικό τόνο το χρονογράφημα του Δημήτρη Χατζόπουλου «Η Γρίππη» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» το Γενάρη του ίδιου χρόνου.
Γ.Χ.

Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», 15.1.1921

Η ΓΡΙΠΠΗ

 Όταν απευθύνθη προς τον ιατρό  το ερώτημα: «Τι θα γίνη με αυτήν τη γρίππην;», όλοι εκρεμάσθημεν από τα χείλη του.
- Πώς τι θα γίνη; Θα πεθάνωμεν, είπε ο γιατρός με απάθεια τιμώσαν την επιστήμην του.

- Γιατρέ αστειεύεσθε; είπε ο τολμηρότερος όλων μας. Ωραία παρηγορία εκ μέρους της επιστήμης!
- Η θετικωτέρα όλων, ετόνισε εκείνος με την ιδίαν απάθειαν.
- Σας ευχαριστούμε. Να αστειεύεσθε εις τοιαύτας ώρας, όπου όλη η κοινωνία ακούει πάλιν το όνομα της γρίππης και παγώνει. Κεραυνοβόλος θάνατος!  εντός πέντε-έξ’ ωρών. Ρίγη, έμετος και χαίρετε δια παντός. Ωραία η επιστήμη σας! Να μη βασκαθή. Τέσσαρα χρόνια τώρα δεν μπορεί να κάμη τίποτε κατά της τρομερής αυτής κυρίας, η οποία εθέρισε δέκα εκατομμύρια ανθρώπων!
- Και το χειρότερον να μη μπορούμεν να βρούμε ούτε μία κατοικίαν, παρ’ όλον αυτόν τον δεκατισμόν, ηκούσθη στεναγμώδης η φωνή ενός αστέγου.
 Ο ιατρός άναψε σιγαρέττον και ωμίλησε πάντοτε απαθής. Ενόμιζε κανείς πως ήταν μαρμάρινο άγαλμα το οποίον απέκτησε αιφνιδίως φωνήν:
- Διά το κακόν της ελλείψεως κατοικίας είμεθα υπεύθυνοι. Προέρχεται εξ ημών των ιδίων. Αλλά διά την γρίππην είμεθα εντελώς ανεύθυνοι. Δεν προέρχεται εξ ημών.
- Αλλά οι πρόοδοι της ιατρικής;
- Η ιατρική μίαν πρόοδον έκαμε. Προσπαθεί να εξακριβώνη από τί αποθνήσκουν οι άνθρωποι. Αυτό πρέπει να μας παρηγορή.
 Εκυττάζαμεν τον ιατρό με βλέμματα,  τα οποία ήσαν μαχαίρια.
- Νομίζετε, είπε, ότι είνε μικρά παρηγορία να γνωρίζωμεν από τι αποθνήσκουν οι άνθρωποι; Τότε δεν κατανοήσατε την αποστολήν της επιστήμης, η οποία είνε προσπάθεια γνώσεως και τίποτε άλλο.
- Ώστε αποκλείετε την ωφελιμότητα της επιστήμης, της ιατρικής μάλιστα, της πρακτικωτέρας επιστήμης;
- Φευ! φίλοι μου, καθώς βλέπετε με μεγάλην σας δυσαρέσκεια, την ωφελιμότητα αποκλείει αυτή η πράξις. Δεν είνε δυνατόν παρά να αποθάνωμεν. Ώστε μη με ερωτάτε τι θα γίνει και με την γρίππην. Δεν εδόθη παρά ανθρώπων, ώστε να καταπολεμηθεί από την θέλησην άλλων ανθρώπων. Είνε δεδομένον παρά τη θέλησίν μας. Και έως τώρα δεν γνωρίζομεν τίποτε θετικόν περί αυτού. Τούτο είνε το πλέον δυσάρεστον δι’ ημάς τους ιατρούς, όχι όμως και διά τους ασθενείς.
- Εις τους ασθενείς δεν είνε δυσάρεστον να βλέπουν ότι είνε ενδεχόμενον να αποθάνουν από γρίππην;
- Διατί να είνε ειδικώς δυσάρεστος ο θάνατος από τη γρίππην και να μην είνε από κάθε άλλην νόσον;
 Τώρα πλέον ηρχίσαμεν να θυμώνωμεν με την απάθεια του επιστήμονος, η οποία μας εφαίνετο σκληρή ειρωνεία. Μια κυρία είπε εξωργισμένη:
- Γιατρέ, σωπάστε, δι’ όνομα του Θεού, διότι θα προκαλέσετε προσωπικόν επεισόδιον.
 Ο άνθρωπος της πρακτικής επιστήμης ανύψωσε τους ώμους και είπε:
- Αν σας έλεγα, ότι εφευρέθη το φάρμακον της γρίππης, θα σας ευχαριστούσα;
- Θα σας εφιλούσαμεν όλοι!
- Και όλαι; ηρώτησε με μειδίαμα, το οποίον ήταν απαίσιον εις τα χείλη ενός τόσο ωμού θετικιστού.
- Και αν ηρνούντο αι κυρίαι να σε φιλήσουν, θα εξηναγκάζοντο, εφώναξε κάποιος, ακόμη και από τον περισσότερον ζηλιάρην μεταξύ μας.
- Τότε πρέπει να δεχτώ φιλήματα, είπε τώρα ο ιατρός με παράξενην έκφρασιν σαρκασμού. Το ιατρικόν της γρίππης έχει ευρεθή τέλος πάντων.
- Τόσην ώραν, λοιπόν, τώρα μας  μας ειρωνεύεσθε με τις απογοητεύσεις σας;
- Πιθανόν να υπήρχε μία ειρωνεία εδώ, αλλά βεβαιωθήτε, σας παρακαλώ, ότι δεν προήρχετο από εμένα. Είμαι τόσον θνητός και γώ, καθώς όλοι σας. Η ειρωνεία των φαινομένων της ζωής είνε εκτός της ιδικής μας δυνάμεως και θελήσεως.
- Το φάρμακον! το φάρμακον κατά της γρίππης, γιατρέ! ηκούσθηκαν αι φωναί των περισσότερων ανυπομόνων.
- Ω! είνε τόσο απλούν.
- Η βεντούζες βέβαια;
- Η βεντούζες ίσχυαν διά την γρίππην του προπαρελθόντος έτους. Μη λησμονείτε,  ότι τα συμπτώματα της εφετεινής γρίππης είνε πολύ διαφορετικά από τα μέχρι σήμερον γνωστά. Η γρίππη εννοεί να καταπλήξη περισσότερον όλων τους πτωχούς ιατρούς οι οποίοι ζητούν να την πολεμήσουν. Έχομεν, λοιπόν, εφέτος ένα άλλο φάρμακον,  πολύ απλούστερον από της βεντούζες, αλλά αποτελεσματικώτερον.
- Πήτε το επιτέλους, γιατρέ, διότι δεν μπορούμεν να αναπνέυσωμεν. Πνιγόμεθα! Τι είδος φάρμακον είνε τόσον αποτελεσματικόν;
- Η μαντζουράνα, είπε με τόσην σοβαρότητα,  τώρα ο ιατρός, με όσην απάθειαν εφανέρωνε προηγουμένως.
 Εκκυταχθήκαμεν έκπληκτοι. Που ήθελε να φθάση απόψε αυτός ο άνθρωπος με τας παραδοξολογίας του. Οργίλη αντήχησε μια φωνή:
- Γιατρέ, για μπεμπέδες μας περνάτε;
- Επαναλαμβάνω, ότι η μαντζουράνα παρέχει ενθαρρυντικά θεραπευτικά αποτελέσματα, προκειμένου περί της γρίππης, αρκεί μόνο να δοθή εις τον ασθενή με αναλογίαν,  την οποία θα κανονίσει ο θεραπεύων ιατρός, συμφώνως με τα φαινόμενα της νόσου και τον οργανισμόν του ασθενούς.
 Παρατηρήθη τότε ότι η ομήγυρις εκύτταζε τον ιατρόν με έκφραση γαλήνης. Στα μάτια όλων έλαμπε η ελπίς. Αι κυρίαι μάλιστα είχαν επανακτήσει το χρώμα τους. Κάποια ηρώτησε:
- Είσθε βέβαιος, γιατρέ, ότι είχατε καλά αποτελέσματα;
- Δεν δύναμαι να αποφανθώ, ότι ανεκαλύψαμεν το φάρμακον της γρίππης.
 Τώρα εισήλθε ένας ωραίος αξιωματικός, ο οποίος μας έφερε νέα. Ήρχισε να αφηγείται λεπτομερείας των τελευταίων επιτυχιών του στρατού μας. Το ενδιαφέρον εκινήθη ζωηρόν. Ελησμονήθησαν η γρίππη, το φάρμακον της, ο ιατρός.
- Γιατρέ, του εψιθύρισα μίαν στιγμήν στο αυτί: Διατί είπες ψέμματα;
- Θέλεις, λοιπόν, να προσθέσω, όπως ο συνάδελφός μου εις την «Αγριόπαπια» του Ίψεν, ότι το ψεύδος είνε απαραίτητον διά την αθλίαν
ταύτην ζωήν; μου απήντησε εις τον ίδιον χαμηλόν τόνον.
ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΡΙΟΖΩΗ –του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Από το βιβλίο «Ντόπιες ζωγραφιές» του Δημήτρη Χατζόπουλου που κυκλοφόρησε το 1896 διαλέγω ένα χαρακτηριστικό σύντομο διήγημα, την «Αγριοζωή» που μιλάει για την Καρίτσα Ευρυτανίας. Οι «Ντόπιες ζωγραφιές» δεν ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Χατζόπουλου, δυο χρόνια πρωτύτερα,  όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις  22 χρονών,  είχαν κυκλοφορήσει τα «Αγριολούλουδα».

Από πολύ νεαρή ηλικία ο Χατζόπουλος είχε αρχίσει την εξερεύνηση των περιοχών γύρω από την ιδιαίτερή του πατρίδα, κάνοντας όλο και πιο μακρινές και κοπιαστικές περιηγήσεις, οργώνοντας σπιθαμή προς σπιθαμή την Αιτωλοακαρνανία και Ευρυτανία. Ακούραστος πεζοπόρος, ορειβάτης, «επαγγελματίας φυσιολάτρης»  όπως έλεγε ο ίδιος, έγινε και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, ιστορικός και λαογράφος, καταγράφοντας ότι ιδιαίτερο και περίεργο συναντούσε ή ανακάλυπτε. Δεκαετίες αργότερα κατάφερε να εκμεταλλευτεί αυτή του την κλίση με τη δημιουργία της καθημερινής στήλης του «Πεζοπόρου» στην εφημερίδα «Άστυ» το 1919, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Γ.Χ.

Από το βιβλίο "Ντόπιες ζωγραφιές", Αθήνα, τυπογραφείο Αναστάση Τρίμη, 1896

ΑΓΡΙΟΖΩΗ

Γύριζα στ' άγρια βουνά μέρες, τα μάτια μου είχαν χορτάση από την αγριότη, από το μεγαλείο, από το θάμπωμα πρωτογεννημένης φύσης. Κι όμως τέτοιον αγριότοπο, τέτοια κακοτοπιά δεν είχα δη ακόμα. Αδύνατο να την στοχαστή η φαντασία, να την ιστορίση η πέννα, το μάτι να την υποφέρη κι η ψυχή να την απολάψη. Ξεππέζεψα απ' το μουλάρι μου, έδωσα το καπίστρι του στον αγωγιάτη, και μουλάρι κι αγωγιάτης τράβηξαν μπροστά. Το μονοπάτι στένευε σαν κορδέλλα, σα σκοινί από κει και κάτω· φοβερό στεφάνι, θαμπή ψιλή και κρύα η χινοπωριάτικη βροχή, άπλονε ένα θεόρατο βαμβακένιο πέπλο ολόγυρά μου, π' ανάμεσά του έπλεε πιο άγρια και πιο τρομαχτική η φύση. Στρυμώχτηκα σε μια πέτρινη σπηλιά κι αγνάντευα. Απάνω στο κεφάλι μου κρέμουνταν βράχοι πελώριοι, εφτάψηλοι, βράχοι κατασυντριμμένοι σαν από τεράστιο σφυρί φοβερού δράκοντα· στην άκρη στα πόδια μου, γκρεμοί και σάρες, ξέφευγαν φοβερές κι άπατες, σφιχταγκαλιασμένες από παμπάλαιους κλάδους πουρναριών και κέδρων. Κρεμασιές ορμητικές που γκρεμίζουνταν από τις χαμένες κορυφές των βουνών ψηλά μέσα στα κατάμαυρα σύγνεφα, κυλούσαν λιθάρια ριζιμιά και νερό αφρισμένο με γοργάδα αστραπής, με θόρυβο ουρανοβροντής. Κουδουνίσματα παράξενα, με κρυστάλλινους αχούς αγροικιώνταν από ψηλά και κάτω, και πρόβαλαν και πηδούσαν κι έσερναν λιθάρια και στουρνάρια στη φευγάλα τους κατάμαυρα αγριόγιδα, πετροχελίδονα πετούσαν από βράχο σε βράχο, αετοί και γεράκια έφευγαν κι έρχουνταν ήσυχα και καμαρωτά, με βασιλικό μεγαλείο μέσα στην ανεμοζάλη, τσακάλια ουρλιώνταν στα σκεπασμένα από πυκνούς πέπλους βροχής, πλάγια των βουνών. Μυστήριο και τρόμος, περιχύνουνταν από στιγμή σε στιγμή μέσα στην τρομαχτική εκείνη αγριότη.

Αντικρύ μου άλλο ψηλοθώρητο βουνό, ίσο σα μαχαίρι, κι απόγκρεμο σα θεριακωμένος μεσαιωνικός πύργος, γυμνό κι άδεντρο, κατακόκκινο σα φωτιά με τ' ατσαλένια στήθη του παλληκαρίσια πεταχτά, καταξεσχισμένα από μεγάλες, παράξενες, και βαθουλές, και αγριοκαμωμένες καταματωμένες πληγές, απλόνουνταν τρακόσια βήματα αλάργα μου. Και κολλητά μου άλλος γίγαντας πέτρινος, πλημμυρισμένος κι αρματωμένος από τ' ατέλειωτα πόδια του ως την αθώρητη κορφή του, με κρανιές και μ' αρκουδοπούρναρα, μ' αθάνατους λιβανόκεδρους, με χιλιάδες πολυχρονίτικα έλατα και μυριάδες κέδρους αγκαθωτούς στ' άγγιχμα, μαγεμμένους στο κοίταγμα, και μεθυστικούς στην ευωδιά, έκλειε ο γίγαντας, αυτός μονάχος, πέρα πέρα και γις, και κόσμο κι ουρανό κι έθαφτε τη ματιά και συνέπαιρνε την αίσθηση, το νου, και την ψυχή, ανάμεσα στο πανάγριο αυτό χάος, και χώριζε τον άνθρωπο από κόσμο και κοινωνία και οικογένεια, και τον ξεγύμνωνε από σκέψη κι ανθρωπισμό, και τον έκανε δικό του, καταδικό του, σώμα και ψυχή άγριο, κατάγριο, πανάγριο.

Φουρτουνιασμένα, θολά, λασπωμένα κ' ορμητικά σαν πεινασμένα λιοντάρια, κυλούσαν στα βάθη των γκρεμών τα δύο ποτάμια. Από ψηλά, από τα ματωμένα στήθη του Βελουχιού, ακράτητο φουσάτο, έρχουνταν ο Καρπενησιώτης· από μυστικές κι άγνωστες, απ' αθώρητες κ' απάτητες λαγκαδιές, ροβολούσε ο Καστανιάς. Και παλληκάρια ισοδύναμα, κ' ήρωες βροντόφωνοι, αδελφωμένοι στη βοή, ζευγαρωμένοι στην ορμή και το κατρακύλημα, σμίγουνταν σε βροντές, που μόνο σιδερένιο αυτί τις ένιωθε και τις υπόφερνε, και μ' ορμητικώτατη νεροσυρμή, έσχιζαν με διπλή δύναμη τους θεόρατους πέτρινους γίγαντας, και ξέφευγαν από το καταχθόνιο τρέξιμό τους, πίσω από τα νικημένα βουνά, και ροχαλίζοντας σα λύκοι μέσα στην περήφανη νίκη και δόξα τους, διάβαιναν πέρα προς τ' Άγραφα σε καινούργιους ορίζοντας, για να παλαίψουν και να νικήσουν νέους γίγαντας.

Κι ανάμεσα στης χινοπωριάτικης βροχής το κρύο κλάψιμο, πιο βαθύ μυστήριο, πιο βαθύς τρόμος, περίχυνε την αγριότη, που με τριγύριζε. Ψηλά στον κατακόκκινο, τον καταπληγιασμένο γίγαντα, ανάμεσα στα ματωμένα στήθη του, μια κορδελίτσα δρόμου, ίσια σα γραμμή συρμένη με χάρακα, κοκκίνιζε εδώ, και μαύριζε εκεί, κ' άσπριζε παραπέρα. Δίχως άλλο κάποιο μονοπάτι είταν. Τ' ακολούθησα με προσοχή, ξαφνισμένος. Πώς; στου απάτητου αυτού πύργου τα στήθη, πατούσε ποδάρι ανθρώπου; Πάντα ίσο το μονοπάτι, πάντα ξάστερο, έφερνε σ' ένα ξόγκωμα του βουνού, κρεμασμένο, μετέωρο, που φαίνουνταν σα να μην είταν ούτε στη γις, ούτε στον ουρανό. Έτριψα τα μάτια μου, και μέτρησα εκεί απάνω καμμιά δεκαριά σπιτάκια πέτρινα, τετράγωνα, κατάκλειστα που τάλουζε κ' αυτά αδιάκοπα η βροχή.

Άξαφνα κοντά μου στην άκρη του στεφανιού του γκρεμού, φάνηκε ένας γέροντας φορτωμένος μ' ένα σακκί στις πλάτες. Απίθωσε το σακκί καταγίς, έκατσε απάνω, και αναστέναξε λαχανιάζοντας. Κατόπι του μια γριά φορτωμένη κι αυτή μ' ένα σακκί, ξεφορτώθηκε κι έκατσε κοντά του. Είταν δύο γεροντάκια καταζαρωμένα με γερά κορμιά, βουνήσιοι χωριάτες. Κουρέλλια αγνώριστα έντυναν και τους δυο, λερά, λασπωμένα. Χέρια και κεφάλι, λαιμός και στήθη κατάζαρκα, μ' ένα μαύρο κι ηλιοκαμμένο δέρμα, με τρύπια γουρνοτσάρουχα στα πόδια.

— Για σου καλόπαιδο, μουρμούρισαν κι οι δυο.

— Από πού, ώρα καλή, γέροντα;

— Η γριά ακούμπησε στο σακκί της λαχανιάζοντας ακόμα από το δρόμο, ο γέρος αποκρίθηκε ξέψυχα:

— Απ' το μύλο και στο χωριό, παιδί μου. Αλέσαμε λίγο καλαμπόκι. Έρχεται χειμώνας, βλέπεις, σα μπροστά ποιος ν' ανεβοκατεβαίνη με τα χιόνια.

— Και ποιό 'νε το χωριό σας;

Ο γέρος σήκωσε το χέρι του κι έδειξε ψηλά στο ξόγκωμα του βουνού τα λίγα σπιτάκια.

— Απάνου!, να το!. Καρίτσα το λεν.

— Και θ' ανεβήτε έτσι φορτωμένοι εκεί απάνω;

— Τι να κάνουμε; Μεις, παιδάκι μου, βλέπουμε ζωντανό το χάρο με τα μάτια μας. Άη! οι κακομοίρηδες.

— Κι είστε πολλές φαμελιές στο χωριό;

— Το καλοκαίρι θάμαστε καμμιά δεκαπενταριά· τόρα το χειμώνα κατεβαίνουν κάτου στον κάμπο του Βραχωριού οι μισές. Άη!, που να καψοζήση άνθρωπος δω απάνω, σα δεν έχη το είνε του.

— Και τόχετε το είνε σας γέροντα;

— Να, καλαμποκάκι κι άγιος ο Θεός. Και σάματ' έχεις να το ψήσης κι' αυτό. Κάνουμε τηγανιές, αλεύρι και γουρνόξυγκο μέσα, κι ίσια που ρουπώνουμε.

— Ξύγκι;

— Το καψόξυγκο είνε, που μας ζωντανεύει. Μ' αυτό στο ψωμί, μ' αυτό στο λύχνο, μ' αυτό τηγανίζουμε κάν' αυγό. Ξύγκι που πάει γόνα, κι αυτό λιγοστό, πού να βρεθή το έρημο!

— Και κατεβαίνετε το χειμώνα κάτου;

— Όπως ντέση. Τους τρεις μήνες ροβολάμε μια βολά. Σε στρυμόνει το χιόνι, παιδί μου. Κρύο, λες; πεθαμός! Και βδομάδα κάνουμε ν' ανοίξουμε πόρτα. Μαϊδέ ουρανό, μαϊδέ γις, μαϊδέ κόσμο χαράζουμε. Σαν πεθάνη και κανένας από μας, μαϊδέ παππάς να βγη ως εκεί απάνου. Το καλοκαίρι να πης; Άιντε νιάτα! Βάζεις καινούργιο σκότι… Άιντε να τραβάμε, γερόντισσα, χαλεύεις μη και δεν αποσώσουμε απόψε…

Κι οι γερόντοι λαχανιάζοντας ακόμα, σήκωσαν τα βαρειά σακκιά τους στις πλάτες τους, με χαιρέτησαν και ξεκίνησαν.

— Ε, παιδάκι μου, φώναξε ο γέροντας, τραβώντας εμπρός μέσα στη βροχή, ζη κανένας και ζώνεται δω στο βιλαέτι μας, ζη για να βρίσκεται, έτσι για να μην ερμάη ο τόπος.

Κι η γριά, που δεν είχε ανοίξη ακόμα το στόμα της, ακολουθώντας πίσω το γέρο της, με τη φωνή πνιγμένη απ' το λαχάνισμα, μουρμούρισε:

— Βρισκόμαστε, που λες, για να μη.. για να μη τον φαν' οι λύκοι σαν τύχη και ξεπέση κανένας χριστιανός από δω……,

Κι η βροχή τους συνεπήρε, και τους σκέπασε σε λίγο απ' τα μάτια μου τους δυστυχισμένους αυτούς β ι ο π α λ α ι σ τ ά ς των βουνών που δεν τους πολεμά η Ζωή μονάχα, αλλά κι αυτή η Φύση.

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

ΤΟ ΙΠΠΗΛΑΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ

 Χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ”Εμπρός” μερικές μόλις μέρες μετά τον θάνατο του αδελφού του Κωσταντίνου. Στο κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στο θλιβερό γεγονός, θέμα της ημέρας είναι το “τέθριππον λεωφορείον των Θηβών” που γύρω στο 1890 πήγαινε από την Αθήνα στη Θήβα (90 χιλιόμετρα απόσταση) σε μία μέρα και κάτι... Πέρα από το γλαφυρό της αφήγησης ενδιαφέρον έχουν και οι αναφορές σε διάφορα τοπωνύμια: η Κατσιποδού και ο Διασωρίτης ήταν συνοικίες των Αθηνών, η Παληοκούντουρα, η Κάζα, το Κριεκούκι (Ερυθρές), το Πουρνάρι ήταν μέρη όπου υπήρχαν χάνια και το λεωφορείο έκανε στάση για ξεκούραση.
Γ.Χ.

Εμπρός”, 11 – 8 - 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΗΝ ΩΡΑΝ ΤΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ

Απομένω αιώνιος αδιόρθωτος αθηναίος. Ο ήλιος με βρίσκει γυρίζοντας εις τους δρόμους. Ένας, κάποτε δεύτερος σύντροφος μου κάμνει την τιμήν να με συντροφεύη κατά τας πρωινάς εκείνας ώρας. Καταλήγομεν κάπου ή βαδίζομεν. Τας πρωινάς φαληρικάς απολαύσεις εις τας βεράντας των μπαρ με κάθοδον εντός πέντε λεπτών με αυτοκίνητον, διαδέχονται ήρεμοι μακρυνοί περίπατοι. Πότε εις την πόλιν, πότε εις τα περίχωρα. Αργεί τώρα να βγη ο ήλιος και έως τας εξ το πρωί έχει κανείς αρκετόν καιρόν να ξεκουρασθή. Κατά την πρωινήν αυτήν ανάπαυσιν δεν αναφέρομεν τίποτε από τον θόρυβον της ημέρας. Έχομεν νόμον δρακόντειον, άγραφον μεν, αλλά αμετακλήτως ισχύοντα. Να μην ομιλώμεν δια τίποτε σχετικόν με την ημερησίαν εργασίαν μας, με τα ζητήματα της εποχής, με τας πληκτικάς υποθέσεις . Ούτε περί θεάτρου, ούτε περί πολιτικής, ούτε περί φιλολογίας, ούτε περί κοινωνιολογίας, ούτε περί αισχροκερδείας ο λόγος. Σαπουνοφουσκολογούμεν. Συναντώμεν ένα κάρρο και ανάβομεν σιγαρέττα με τον καρραγωγέα!

- Λοιπόν, τι γίνεται εις τα χωράφια;
- Ησυχία.
- Καλή η υγεία;
- Καλά ευχαριστώ. Του λόγου σας;
- Και οι μουστιές πότε θα αρχίσουν;
- Σε δύο εβδομάδες.
- Άντε με το καλό, κουμπάρε, και δεν ξέρεις πόσον επεθυμήσαμεν την μουσταλευριά.
Συναντώμεν γαϊδαράκον και ονηλάτην.
- Από που, αγαπητέ;
- Από τα περιβόλια.
- Πως πάνε τα κουνουπίδια;
Τραβώμεν από το σακκάκι τον γκαφφαδόρον: “Πάλιν μας τα εχάλασες. Κουνουπίδια το καλοκαίρι αθεόφοβε;” Κουλουροπώλης περνά; “Κλούρια, φραντσουλάκια ζεστά!” Πρό ολίγου εσουπάραμεν
υπό τους υποχρεωτικούς βιολισμούς του Μπαζίλ λε Γκραν. Ο ανήσυχος του ομίλου αγοράζει δέκα φραντζολάκια. Δι΄όνομα Θεού! Θα ηδύνατο να τραφούν μυριάδες. Αλλά ο ανήσυχος πάντα αγοράζει ό,τι βρη εμπρός του την νύχτα. Κάποτε αγόρασε και την γκαϊδαν ενός νυκτερινού παίκτου. Μετά πέντε βήματα προσφέρει τα δέκα φραντζολάκια εις ένα μορτάκον διερχόμενον. Ούτος μίαν νύχτα μας ηυχαρίστησε ως εξής: “Ας είνε καλά το κορόϊδο!” Ηυχαριστήθημεν, όσον ούτε αν ακούαμεν την ενάτην συμφωνίαν του Μπετόβεν.
Πόσον ανιαρά έγινεν η πόλις μας αυτάς τας πρωινάς ώρας. Ούτε ένας από τους αλλοτινούς τύπους της δεν διεσώθη. Καν τραγούδι δεν ακούεται. Δεν υπάρχουν και τα λευκά θερινά φαντάσματα, τα οποία συνέρρεον από όλας τας συνοικίας εις την Ακαδημία. Οι ποτέ πρωινοί της φαληρικής θαλάσσης. Κατηργήθησαν τα λαϊκά τραίνα. Απέμεινε η πολυτέλεια. Τα αυτοκίνητα. Και αυτά δεν έχουν πελάτας εκείνην την ώραν. Συχνά οι διερχόμενοι σωφφαίρ μας χαιρετούν αξιοπρεπώς. Βραδύνουν την πορίαν των και φέρουν με αξιοπρέπειαν την δεξιάν εις τον κούκον των: Είνε ο Κώστας, ο Σταύρος, ο Σπύρος, ο Νιόνος, ο Άγγελος, ο Νίκος. Περίπου όλες οι μάρκες. Από την Κολ έως την Γκέϋς. Εις δύο – τρεις εβδομάδας γίνεται κανείς εις τας Αθήνας προσωπικότης. Μεγάλη πόλις; Πφ! Ένα προάστειον μεγαλουπόλεως. Με πολλούς από τους ένδοξους σωφφαίρ ανταλλάξαμεν και επισκεπτήρια. “Αυγουστίνος Θεοδωρακόπουλος”. Έχω την ευχαρίστησιν. Και χθες την πρωϊαν ο ανήσυχος του ομίλου ανέκραξε:
- Θέλω λεωφορείον!
Τοιαύτην ώραν λεωφορείον; Αν εξοικονομείτο με ένα ουίσκυ, με ένα τζιν-βέρμουτ; Όχι, ήθελε λεωφορείον. Προέβη εις κάτι ανελπιστότερον. Εδήλωσε, ότι ήθελε ένα τέθριππον μάλιστα λεωφορείον!
- Άνθρωπε, ή σιωπάς ή θα καταδικασθής να έλθης εις την Παλαιάν Αγοράν, εις την Στοάν, εις τον Κεραμεικόν, να ακούσης επί τρίωρον αθηναϊκήν αρχαιολογίαν.
- Και όμως θέλω ένα τέθριππον λεωφορείον, επέμενε. Το περίφημον θηβαϊκόν λεωφορείον θέλω!
- Να το κάμης τι;
- Να πάω εις τα Παληοκούντουρα, εις την Κάζαν, εις το Κριεκούκιον.
- Περίμενε δύο ώρας, να φωτίση ο ήλιος και θα σε πάμε εις τα χάνια της οδού Ερμού.
- Χάνια, που μυρίζουν μπετζίνα; Α! Την καταραμένην! Μας εφυγάδευσε και το παλαιόν τέθριππον λεωφορείον των Θηβών. Πηγαίνει κανείς και εις το χάνι του Πουρναριού με αυτοκίνητον λεωφορείον τώρα. Εκφυλισμός!
- Εκφυλισμός και μεγαλείο είνε η ισχύουσα έκφρασις περισσότερον και από τα χιλιόδραχμα.

Εστάθη εις το μέσον του μπουλβάρ, το οποίον εχλώμιανε εις την πρώτην αόριστην ανταύγειαν του ερχομένου φωτός και έκαμε ρητορικός σχήμα. Ήταν ωσάν να ετέλει μνημόσυνον εις προσφιλέστατον νεκρόν.
- Πάει και αυτή η νυχτερινή ποίησις των Αθηνών. Το λεωφορείον των Θηβών! Το ενθυμείστε;
- Όπως και τον παππού μας
- Πως εκυλίετο την νύχτα, πως εκροτούσαν αι οπλαί των τεσσάρων ίππων, πως έτριζε το κατάφορτον ταχυδρομικόν κιβώτιον, που έσυρε, φορτωμένον ανθρώπους, δέματα, μπαούλα, ταγάρια, κοφίνια. Και η στράκες του ταχυδρόμου. Μουσική φίλοι μου, μουσική, παληά, ρυθμική, ελαφρά και γλυκειά μουσική γκαβόττας. Το λεωφορείον των Θηβών περνά! Σου λέει ο άλλος. Κατάπληξις. Επήγαινε από τας Αθήνας εις τας Θήβας. Μία και περισσότερη μέρα. Ανέβαινε τον Κιθαιρώνα. Κάποτε απεκλείετο από τα χιόνια της Κάζας. Έστελναν πομπάς προς βοήθειάν του. Το λεωφορείον πάει εις τας Θήβας! Είνε σαν να πης τώρα: Αυτό το εξπρές Ακροπόλ πάει στα Παρίσια. Σήμερα πηγαίνεις εις τρεις ώρας με αυτοκίνητον εις τας Θήβας. Περνάς την κλεισώρειαν της Κάζας τόσον γλήγορα, που δεν προλαβαίνεις να δης το φρούριον των Ελευθερών. Τρέχεις τόσον γοργά τον μακρύν δρόμον του Κριεκουκίου, που χωρίζει εις δύο την κωμόπολιν, ώστε αδυνατείς να χαιρετήσης μανδηλοφορούσαν κουμπάραν. Τον πρώτον πρωϊνόν σου καφέν πίνεις εις του Ζαχαράτου και τον δεύτερον λαμβάνεις εις την οδόν Επαμεινώνδα εις τας Θήβας. Μόλις χάσης την Ακρόπολιν από τα μάτια σου, ενατενίζεις την Καδμείαν. Τι θα έδιδα να ξαναϊδώ το λεωφορείον των Θηβών, να γυρίζη τας πρωϊνάς ώρας τους αθηναϊκούς δρόμους, δια να περισυλλέξη τους επιβάτας του και να κύλισθή μέσα εις τα πυκνά νέφη σκόνης προς την Ιεράν οδόν. Πως μας έφυγε αυτός ο μεσαίων χθες ακόμη! Δεν έπρεπε να εξαφανισθή έτσι. Ήταν μία ιστορία, μία ζωή, χίλιοι διάολοι να με πάρουν. Το ολιγώτερον, που έπρεπε να κάμουν, θα ήταν να το τοποθετήσουν με ευλάβειαν εις το Εθνολογικόν μουσείον. Θυμάμαι τον χαμόν του και δάκρυα μου έρχονται.
Αλλά ήρχετο και ένα αυτοκίνητον. Δια να τον παρηγορήσωμεν, το εσταματήσαμεν.
- Για που, κύριοι; ηρώτησε ο σωφφαίρ.
- Στην Κατσιποδού.
- Εκέι που ρίχνουν τα σκουπίδια;
- Τότε πήγαινέ μας καλλίτερα στο Περιστέρι. Είνε μεγαλοπρεπεστέρα η θέσις μας εις τα σκουπίδια του Διασωρίτη. (*)
ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

_______________________

(*) Κάποτε λεγόταν έτσι η περιοχή του Αιγάλεω, από το όνομα μιας εκκλησίας του 14ου αιώνα, του Αγίου Γεωργίου του Διασωρίτη, που υπάρχει ακόμη και σήμερα.