Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

"Ο ΧΟΡΟΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “ΣΚΡΙΠ” 20.2.1894

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ο ΧΟΡΟΣ

Επι τέλους θα εχόρευεν ο άνθρωπος! Εισήλθεν αποφασιστικός εις το βάθος του καλλυντηρίου, όπου έβγαλε της κατάλευκες φιλντεκόζ κάλτσες του, της οποίαις έθεσε βαστικά εις την τσέπην του φράκου του, εις την αντίθετον της οποίας είχε θέσει μυροβόλον μανδύλιον. Εφόρεσε και πάλιν τα οχληρά λουστρινένια στιβάλια του και εξήλθε θριαμβευτικός, ευχαριστημένος. Θα εχόρευε !… Μόλις έκαμεν ένα βήμα προς τας χορεύτριας και Εκείνη επρόβαλε προκλητική, ωραία, έξωμος,μεγαλοπρεπής από κάλλος και εγωιστικότητα. Της ήνοιξε την αγκάλην του και ερρίφθησαν αμφότεροι εις την δίνην και την μέθην ακρατήτου pas de quatre. Και εχόρευον, εχόρευον και εσφίγγοντο και αι καρδίαι των έπαλλον και ο ιδρώς έρρεεν, οπότεν εκείνη ασθμαίνουσα, πνιγμένη από τον στρόβιλλον και την ερωτικήν περίπτυξιν ήρχισε ψιθυρίζουσα σβυσμένα και μεθυστικά:

- Πνίγομαι !… πνίγομαι !...

Εκείνος έντρομος εζήτησε πρόχειρα μέσα θεραπείας. Έθεσε βιαίως την χείρα του εις την τσέπην του φράκου του δια να εύρη το μανδύλιόν του και ήρχισε σφογγίζον απαλά απαλά και τρυφερώτατα τας αβράς και παλλομένας ροδολεύκους παρειάς της …

Όταν σχεδόν συνήλθον και οι δύο, ο εις εκ λιποθυμίας και ο άλλος εκ του τρόμου, είδον μετ’εκπλήξεως, ότι το πρόχειρον της θεραπείας μέσον δεν ήτο το μυροέν μανδύλιον.

Μποέμ

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

"ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ” 13 Αυγούστου 1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

(Από τις ιστορίες ενός Ρεπόρτερ)

Είταν από τους περίεργους εκείνους τύπους μέσα στην Αθήνα, που γι αυτούς η ζωὴ είνε αληθινό βάσανο. Από τους κοινωνικούς εκείνους τύπους, που προσπαθούν να φαίνουνται στην κοινωνία, ν' ανακατεύουνται στον κόσμο, που τρελλαίνονται να τους βγάζουν το καπέλλο στο δρόμο, όσο το δυνατόν περισσότεροι διαβάτες, που μπαίνουν παντού, που κομψεύονται, που περνούν για γνωστοί, που προσπαθούν να γίνουν μέρα με τη μέρα κάτι τι, που δείχνονται ανώτεροι απ' ό,τι είνε, που ελπίζουν και που φιλοδοξούν μεγάλα πράμματα, που κρύβουν την φτώχεια τους και την κακομοιριά τους. Και όση μεγάλη είνε η υποκρισία τους, τόσο φοβερά είνε τα βασανά τους. Από το πρωΐ ως το βράδυ η ζωή τους είνε ατέλειωτο μαρτύριο. Έχουν να πολεμήσουν όχι μόνο με την ανάγκη της ζωής, αλλά και με την κοινωνική ανάγκη, που απαιτεί μεγάλες θυσίες, λεπτή υπόκριση, μεγάλη τέχνη, και εξυπνάδα ακόμα. Έχουν να πολεμήσουν με όλα, χωρίς να έχουν πεντάρα στην τσέπη τους.

Φτωχοί μικροϋπάλληλοι, βιοπαλαισταί που αξίζει να τους συγχαρή κανείς για την επιτειδηοσύνη τους, κατορθώνουν και ζουν και φαίνονται με βάσανα και με όνειρα.
Ένας απ’ αυτούς είταν και αυτός. Υπάλληλος ς’ ένα συμβολαιογραφείο, είχε κολλήση εκεί μέσα από μικρό παιδί, εβδομήντα το πολύ δραχμές το μήνα, αντιγράφοντας όλη την ημέρα, χωρίς οικογένεια ευτυχώς κατώρθωνε περισσότερα απ’ ό,τι κατώρθωναν οι συνάδελφοί του που είχαν το ατύχημα να συνοδεύουν στο δρόμο αδερφές. Εβδομήντα μόλις ψωροδραχμές τι να κάμουν για ένα γκαρσόνι που θέλει να βγαίνη έξω με καθαρό φωκόλ, με φρέσκη κραβάτα, με καινούργιο παντελόνι, με ζακέ ή σακκάκι αλέκιαστο, με βερνικωμένα παπούτσια. Εβδομήντα ψωροδραχμές για ένα νέο που θέλει να κορτάρη στο Ζάππειο κάθε βράδυ, να κατεβαίνη μιά φορά το πολύ την εβδομάδα στο Φάληρο, να πίνη το ούζο του ή να τρώγη το παγωτό του στου Γιαννάκη, να στολίζη την μπουτονιέρα του. Εβδομήντα ψωροδραχμές που θέλει να φάη, να πληρώση το νοίκι, να πλυθή, να κουρευθή, να κάμη και τα γλεντάκια του κάποτε κάποτε!

Όλη αυτή η αντίθεση της δυστυχίας του, των βασάνων του προς τη ζωή την πλούσια, προς τη ζωή την ανοιχτή, προς τη ζωή του γλεντιού των άλλων, που τον χτυπούσε κατάμουτρα όπου κι αν πήγαινε, του γέμιζε τα στήθη πάντοτε από μιά πικρία απερίγραπτη. Φύσει μικροφιλότιμος και ψιλοπερήφανος είχε να παλαίση πιό πολύ ακόμα με τη ζωή από όλους τους ανθρώπους του είδους του. Κοκκίνιζε, γίνουνταν φλόγα, αν τύχαινε να τον πη κανείς φτωχό, δάγκανε τα χείλη του από μανία, όταν άκουγε να λέη στο γραφείο του κανένας συνάδελφός του:
- Καημένε Κώστα, φτωχοί άνθρωπο είμαστε, τι τα γυρεύεις!…

Το αιώνιο αυτό μαρτύριο, να φαίνεται ανώτερος από τα οικονομικά του, να μη καταλαβαίνουν στον δρόμο σαν περνούσε, πως είταν φτωχός, τον είχε κάμη πολύ παράξενο. Κανείς από τους συναδέλφους του, από τους φίλους του δεν ήξερε που κάθουνταν, που έτρωγε, πως περνούσε. Όταν έβγαινε από το δωμάτιό του, μιά σωστή τρώγλη μέσα σ’ ένα βρωμερό σοκάκι της Πλάκας, κοιτούσε πρώτα από το παράθυρό του κρυφά στο δρόμο μήπως περνούσε κανείς γνώριμός του, και τον έβλεπε, έπειτα πετιώνταν ορμητικά από την πόρτα του έξω κ’ έπαιρνε ένα ύφος αμέριμνου διαβάτου που τραβούσε το δρόμο του, σαν πρώτη φορά να περνούσε απ’ αυτό το μέρος, απ’ αυτό το δρόμο. Μαρτύριο γι’ αυτόν πιό μεγάλο είταν η πληρωμή κάθε μήνα του ενοικίου του. Ως ότου που οικονομούσε τις δέκα δραχμές έφτυνε αίμα. Πολλές φορές δεν έτρωγε ολόκληρη μέρα παρά μιά πάστα επιδεικτικώς στο ζαχαροπλαστείο το βράδυ που περνούσε ο κόσμος. Και έδινε τα 35 λεπτά του και μία πεντάρα για πουρ-μπουάρ στο γκαρσόνι με μιά αφέλεια εκατομμυριούχου, αν και ήξερε πολύ καλά πως μιά πεντάρα του έμεινε ακόμη στη τσέπη του για τη πρωϊνή κουλούρα του. Τα ευτυχισμένα βράδια του ή τα μεσημέρια του χώνονταν κρυφά σα κλέφτης μέσα σ’ ένα μπακάλικο, σε καμιά ταβέρνα εκεί κοντά στην Αγορά και έτρωγε βιαστικά μιά δεκάρα τυρί και μιά δεκάρα ψωμί, ή κανένα σηκωτάκι απ’ εκείνα που τηγανίζουν οι μάγειροι μπροστά στις ταβέρνες απάνω στη μικρή φουφού τους, έπινε ένα εκατοσταράκι ρετσίνα και έφευγε πάλι δειλά, μυστικά, με τρόπο να μη τον δη κανείς γνωστός του.

Όταν περπατούσε στο δρόμο έπαιρνε μία πόζα και μία αφέλεια μαζί αρχοντόπουλου. Χαιρετούσε ευγενικά, με λεπτή κίνηση, μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο. Όταν περνούσε μπροστά του καμιά καλλονή, αρχοντοπούλα, γίνουνταν λεπτός, λεπτός, μη μου άπτου, ίσιαζε με γλήγωρο κίνημα του χεριού του το λαιμοδέτη του και το μουστάκι του και γέμιζε τα μάτια του από ατελείωτη γλύκα κολλώντας αυτά επίμονα απάνω της, και χαμογελώντας, ενώ μέσα από τα δόντια του μόλις έβγαινε ένα ψιθύρισμα:
- Πάρε με ντε, να
δης πέταμα τα παλιοσυμβόλαια!...

Ζούσε αιώνια με όνειρα· λησμονούσε τα βασανά του όλα μπροστά στη θερμή ελπίδα “να μπλέξη με καμιά που να τον έχη τον βαμβακόσπορο!” Και πάντα μέσα στα μεγάλα όνειρά του, ενώ αντέγραφε στο τραπεζάκι του συμβόλαια ή περπατούσε στους δρόμους διαλογιζόταν πως μπορούσε να μπλέξη τόρα μ’ εκείνη, έπειτα με την άλλη. Από τις εξήντα χιλιαδίτσες που ωνειρεύουνταν έπαιρνε πολλές φορές τόσο δρόμο, ώστε να φθάνη και στο εκατομμύριο. Και ψιθύριζε κάποτε μονάχος του μέσα στα όνειρά του.
- Και τι παράξενο είταν αυτό να γίνη; Γιατί να μη βρεθή καμιά και γι’ αυτόν; Να ζηλέψη τα νιάτα του. Να του δώση τον παρά της, να της δώση τη νιότη του, την ομορφιά του, τη θέλησή του. Πως θα εργάζουνταν τότε! Πως θα πήγαινε μπροστά, πολύ μπροστά, πως θα γινόταν μεγάλος. Πως θα ένοιωθε κι αυτός τη ζωή, τον κόσμο !…
Και έφερε το χέρι του στη τσέπη του να βρη ένα τσιγάρο και … κολλούσαν τα νύχια του θυμωμένα στο αδειανό πανί!

Όταν μια μέρα έξαφνα αρρώστησε βαρειά, πολύ βαρειά. Καθώς πήγαινε πρωί, πρωί στο γραφείο του χωρίς παλτό, πούντιασε. Έτρεξαν οι συνάδελφοί του να τον βοηθήσουν. Τον έπιασε ντροπή, όταν τους είδε μέσα στο σπίτι του, στο βρωμοδωμάτιό του. Αλλά τι να έκανε; Δάγκασε τα χείλη του τόσο, που μια γραμμίστα αίμα φάνηκε γύρω τους. Η αρρώστεια τραβούσε εμπρός. Ένας φίλος του εφρόντισε για να τον πάνε στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Με χίλια βάσανα τα κατάφερε. Όταν του το είπαν λιποθύμησε από την είδηση αυτή.

- Εγώ στο Νοσοκομείο! Ψιθύρισε με θλίψη, όταν συνήλθε, τι ταπείνωση!... Αλλ΄ υπεχώρησε τέλος. Η ανάγκη, η μεγάλη φτώχεια τον έκαμαν να κλείση το θυμό του στα στήθη του, να πνίξη όλη την υπερηφάνεια του και την φιλοτιμία του. Τον πήγαν μ΄ένα αμάξι στον Νοσοκομείο.
Την άλλη μέρα ο καθηγητής της Κλινικής που τον πήγαν στις 9 το πρωί μπήκε στην αίθουσα μαζί με τους μαθητάς του. Άρχιζε η ιατρική επιθεώρηση μαζί με τη διδασκαλία των φοιτητών. Και ο φτωχός άνθρωπος καθώς έβλεπε όλο το πλήθος των νέων εκείνων με τον μισότριβον καθηγητή στη μέση να πλησιάζουν από στιγμή σε στιγμή, από κρεββάτι σε κρεββάτι προς αυτόν, άρχισε να κλαίη σιγά σιγά. Θα
έπιπτε σε τόση ταπείνωση! Να διδάξουν απάνω στο σώμα του! Όλα λοιπόν τα θερμά όνειρά του, όλες οι ελπίδες του τελείωναν μέσα στο Νοσοκομείο! Και τι είταν η σωματική αδυναμία του, ο πόνος του οργανισμού του μπροστά στον πόνο της ψυχής του, μπροστά στο βαθύ κέντημα της φιλοτιμίας του, της υπερηφάνειας του; Λογισμοί κακοί, λογισμοί πικροί του έρχουνταν. Του φάνηκε πως πέθαινε, πως τον πήγαιναν απάνω στα τραπέζια του Ανατομείου, και έβλεπε τα μέλη του, τις σάρκες του να τις κόβουν, να τις ανακατεύουν με τα μαχάιρια τους γελαστοί οι φοιτηταί. Κρύος ιδρώτας τον τσάκισε, η αναπνοή του πιάστηκε, δύσπνοια, στενοχώρια του έπνιγε τα στήθη, το λαιμό. Έσυρε το σκέπασμά του και έκρυψε το κεφάλι του βαθειά, βαθειά.

Ως τόσο τα βήματα των φοτητών και του καθηγητού ολοένα πλησίαζαν. Κάθε βήμα τους είταν και μιά μαχαιριά στην καρδιά για το δυστυχισμένο νέο. Όταν τέλος σίμωσαν στο κρεββάτι του. Ένιωσε ένα χέρι βαρύ να του σύρη το σκέπασμα. Θέλησε ν’ αντισταθή, αλλά δεν δεν είχε τη δύναμη.
- Έλα παιδί μου, μη φοβάσαι, μην ντρέπεσαι, δεν θα σε φάμε, είπε ο μισότριβος καθηγητής, ξεσκεπάζοντάς τον.

Άνοιξε τότε τα μάτια του, τα μεγάλα και αλλόκοτα από τον πυρετό, είδε γύρω τόσα κεφάλια να τον κοιτάζουν περίεργα, και κίνησε ως τ’ άκρα των αυτιών του, ανασηκώθηκε κομμάτι με πόνο, και είπε με φωνή που είχε βάλη όλη τη δύναμή του για να φανή φυσική:

- Μπα! Τι έχω να φοβηθώ; τι έχω να ντραπώ;… Για την Επιστήμη εγώ, κάνω κάθε θυσία!…

Μποέμ


Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ – ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Σκωπτικό χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Καιροί” στις 6 Ιανουαρίου 1916. Οι καλικάντζαροι κατά τη λαϊκή δοξασία ανεβαίνουν στη γη από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την γιορτή των Θεοφανείων. Εδώ ο συγγραφέας χαριτολογώντας φαντάζεται ότι οι καλικάντζαροι από τα έγκατα της γης εμφανίστηκαν στην κινηματογραφική αίθουσα όπου ο ίδιος είχε πάει να δει μία περιπετειώδη ταινία.

Απ΄ότι φαίνεται ο κινηματογράφος, παρόλες τις δυσκολίες της εποχής – πόλεμος, αβεβαιότητα, φτώχια- είχε ήδη γίνει σημαντικό και διαδεδομένο μέσο ψυχαγωγίας. Στις περισσότερες αίθουσες μάλιστα η προβολή των ταινιών γινόταν με μουσική συνοδεία, συνήθως ενός πιάνου, συχνά όμως η μουσική υπόκρουση ήταν πιο πολύπλοκη. Στην δεύτερη σελίδα των “Καιρών” της ίδιας μέρας στη στήλη των θεαμάτων διαβάζουμε στο πρόγραμμα του κινηματογράφου ΑΠΟΛΛΩΝ: “... Ο μεγαλείτερος θρίαμβος της εφετεινής σαιζόν. Αύριον ο “Μασίστας” από τας 3 μμ. Με την μουσικήν του Ορφανοτροφείου”.

Γ.Χ.

ΚΑΙΡΟΙ” 6 Ιανουαρίου 1916

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Υπάρχουν καλικάντζαροι; Έως χθες ενόμιζα, ότι ο παλαιός ελληνικός μύθος, που διασώζει την παναρχαίαν ελληνικήν πλαστικότητα, ήταν ένα από τα πολλά παιγνίδια της λαϊκής φαντασίας. Χθες όμως εις τον κινηματογράφον ήκουσα αίφνης ένα κύριον να λέγη με θυμόν συνεχώς·

- Παληοκαλικάντζαροι! Ξέρω εγώ τι σας χρειάζεται, Η αγιαστούρα!

Όταν άναψαν τα φώτα της αιθούσης, κατά το διάλειμμα, είδα τον κύριον πολύ κόκκινον και ξανάκουσα την θυμωμένην φράσιν του.

- Παληοκαλικάντζαροι!

Τον εκοίταξα απορών και τότε μου είπε·

- Σωστοί καλικάντζαροι, κύριε!

- Αλλά ποίοι, παρακαλώ; ηρώτησα.

- Πως, δεν τους ακούτε να ασχημονούν τόσην ώραν τώρα;

Και μου έδειξεν εκεί πλησίον όμιλον νεανιών, οι οποίοι πράγματι εθορυβούσαν πολύ απρεπώς κατά την παράστασιν.

- Κάτι άκουσα, είπα, αλλ΄επρόσεχα σ΄αυτό το τέρας τον Ερρίκον, ο οποίος διέπραξε τόσα κακουργήματα...

- Α! είνε ανυπόφορη αυτή η νέα γενεά, κύριε! Τι διάβολο, δεν προέρχεται από οικογένειαν, αλλ΄από καπηλείον; Δεν έχουν μητέρας, αδελφάς αυτοί οι καλικάντζαροι, ώστε να βαναυσολογούν τόσον πρόστυχα μέσα εις μίαν κοσμικήν αίθουσαν; Νομίζει κανείς πως όλα αυτά τα αξιοθρήνητα παιδάρια κατοικούν εις οίκον Αφροδίτης και όχι εις οικογένειαν δια να φέρονται έτσι αδιάντροπα.

Είχε γίνη περισσότερον κόκκινος και η φωνή του έτρεμεν από οργήν.

- Αλλά τι έκαμαν, λοιπόν;

- Ό,τι δεν θα έκαναν ούτε καλικάντζαροι. Είδατε αυτήν την ωραίαν Ζερμαίν;

- Πολύ ευγενής κυρία, είπα.

- Λοιπόν μόλις ενεφανίζετο την υπεδέχοντο με βαναυσότητας απάχηδων. Ξεφωνητά, πιπιλίσματα, στεναγμοί, βακχισμοί, όλες οι προστυχιές, αντηχούσαν από τα ιπποτικά των χείλη. Άλλοι εφώναζον· «Πω πωπώ, Θεέ μου!» σαν τα μπακαλόπαιδα εις την θέαν δυστυχισμένου δουλικού. Τα «μωρέ κόμματος!» «μωρέ πράγμα!» ήσαν αι πλέον τριανταφυλλένιες των εκφράσεις. Εις ένα καταγώγιον μέθυσοι θα έχουν περισσοτέραν επιφυλακτικότητα εις το λεκτικόν των. Και αυτά τα παιδιά «καλών οικογενειών», πηγαίνουν εις το σχολείον, μαθαίνουν μουσικήν, ξένας γλώσσας, συχνάζουν εις τα κέντρα, έχουν μητέρας και αδελφάς, πατέρας, θείους αξιοπρεπείς, ανήκουν εις την «καλήν κοινωνίαν». Όχι, αυτή η νέα γενεά δεν βγήκε από σπίτι, αλλά από κάποιο καταγώγιον της οδού Ζήνωνος. Είνε να φτύνη κανείς δι΄όλην την κοινωνικήν ασχημίαν, διότι περί της πλέον μεγαλειτέρας κοινωνικής ασχημίας πρόκειται.

Τώρα είχε φουσκώση ολόκληρος και οι οφθαλμοί του απήστραπταν. Ηθέλησα να τον κατευνάσω·

- Αλλά δεν αξίζει τον κόπον να συγχύζεται κανείς, του είπα, δια τας βαναυσότητας των άλλων.

Διεμαρτυτήθη·

- Αλλ’ αυτό είνε ασέβεια, κύριε, προς τους άλλους. Μια αίθουσα κινηματογράφου δεν ανήκει εις τους καλικατζάρους, αλλ΄ εις την δημοσίαν ευπρέπειαν.

- Ναι, θα έπρεπε να είχαν ίσως οι κινηματογράφοι κοσμήτορας.

- Θα έπρεπε να είχαν οι μπαμπάκες των μάθημα κοινωνικής ανατροφής εις το σπίτι των δια τα παιδιά των, είπεν. Αλλ΄αυτό το μάθημα φαίνεται, ότι είνε άγνωστον πλέον εις τας Αθήνας.

Εν τω μεταξύ έγινε πάλιν σκότος και εις την οθόνην παρουσιάσθησαν εκ νέου τα γνωστά πρόσωπα του δράματος. Η ωραία Ζερμαίν εφορούσε κοντήν φούσταν και ενώ ανέβαινεν εις το αυτοκίνητον απεκάλυψε την κνήμην της. Οι καλικάντζαροι έβγαλαν κραυγάς σατύρων· «Φφφφφφ! Μτς ! Μτς ! Μτς ! Πωπωπώ αγριογάμπα!»

- Τους ακούτε, τους ακούτε; Μου είπεν ο θυμωμένος κύριος. Τι προστυχιά! Ούτε ναύται του καταστρώματος δεν εκδηλώνουν κατ΄αυτόν τομν τρόπον την αισθητικήν των.

Τώρα ενεφανίσθη εις την οθόνην η παχουλή καμαριέρα της ωραίας Ζερμαίν και οι καλικάντζαροι ήρχισαν να της στέλνουν θορυβώδη φιλήματα, πλαταγίζοντες τα χείλη. Το πράγμα ήτο εκτάκτως άσχημον, αλλά και όχι ολίγον τερπνόν, οπότε είδα εις το σκιόφως της αιθούσης ν΄ανυψούται με ορμήν η ράβδος του θυμωμένου κυρίου. Έπεσεν με αρκετόν κρότον εις την ράχιν δυο τριών καλικαντζάρων επανειλημμένως.

Κραυγαί απροσδοκήτου άλγους αντήχησαν εις το αόρατον σκιόφως, έπειτα έγινεν απόλυτος σιγή, μετά παρατεταμένα σςς των θεατών και ηδυνήθημεν να παρακολουθήσωμεν ανενοχλήτως τας περεταίρω περιπετείας της ωραίας Ζερμαίν. Όταν άναψαν πάλιν τα φώτα δεν υπήρχεν ίχνος σατύρων δίπλα μας. Ο κύριος είπε τότε ευχαριστημένος.

- Τι τα θέλετε, αυτή η αγιαστούρα είνε θαυματουργός κατά των καλικαντζάρων!

Ο Πολυντώρ

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΚΟΥΛΕ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Πρωτοχρονιάτικο χρονογράφημα του Δημήτρη Χατζόπουλου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την 1 Ιανουαρίου 1934. 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΚΟΥΛΕ
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ

   Η σκηνή στη γωνία της οδού Σταδίου και πλατείας Συντάγματος, ενώ εφυσούσε παγερό αττικό βοριαδάκι. Αυτή η γωνιά του Συντάγματος είνε ο Κάβο ντ’όρος της πρωτευούσης. Την βραδειά εκείνη παραμονή Πρωτοχρονιάς συνεκρούσθην απροσδόκητα στην γωνίαν με αλησμόνητον φίλον, έναν ανεκτίμητον παλαιόν αθηναίον:
- Αϊ !
- Αϊ !
   Είχαμε ανεβασμένον τον γιακά των επανωφοριών μας, τραβηγμένην έως τ’αυτιά την ρεπούμπλικα. Τα χέρια στης τσέπες και το βήμα γοργόν. Εσταματήσαμεν ακριβώς στην γωνίαν του αλλοτινού πρώτου καφφενείου Ζαχαράτου. Ο άνεμος έκανε τα άκρα του επανωφοριού μας σημαίαν και μας επάγωνε τα λόγια στα χείλη.
- Για που; Καφφέ;
- Καφφέ Πρωτοχρονιάν; Δεν τον πίνουν ούτε ιμάμηδες.
- Δεν έχεις κανένα σχέδιον;
- Απλώς κάποιο χιλιάρικο.
- Τότε συνταυτίζεται το σχέδιό σου με το δικό μου. Έλα να φάμε πρώτα τον πρωτοχρονιάτικον γάλον.
   Βραχνή φωνή ηκούσθη δίπλα μας.
- Κι εγώ, ρε, έχω όρεξι για γάλον!
    Δεν ήταν ανάγκη να στραφώμεν. Η βραχνή εκείνη φωνή μας ήταν γνωστή όπως κι ο Παρθενών. Δεν θα υπήρχε αθηναίος που να μη την αναγνώριζε, έστω κι’ αν την άκουγε στο βαθύτερο σκοτάδι. Ο Σακκουλές δεν είχε εγκαταλείψει την προσφιλή του γωνίαν κι’ εκείνην την παγεράν χειμερινήν βραδειάν. Όσοι εμπήκαν αμέσως στο νόημα, δεν θα δυσκολευθούν στην ανάμνησιν του σχεδόν μοναδικού αυτού αθηναϊκού τύπου της πλατείας Συντάγματος. Πολλοί τύποι εδοξάσθησαν στας Αθήνας και πολλοί απετέλεσαν χαρακτηριστικόν γνώρισμα εποχών. Από τους «μάγκας του Ρολογιού» της Παληάς Αγοράς μέχρι του νεωτέρου πολιτικού και ποιητού Αρμάνδου Δελαπατρίδου, αλλ’ η φυσιογνωμία του αειμνήστου Σακκουλέ αποτελεί μίαν ανωτερώτητα στο είδος της. Πως ενεφανίσθη στην γωνίαν του προηγουμένου εκεί καφφενείου Ζαχαράτου σχεδόν δεν ήξερε κανείς, αλλά κανείς δεν τον αγνοούσε στας Αθήνας. Η φήμη του είχε φθάσει πολύ έξω από τα στενά όρια της μικρούλας Ελλάδος των προπολεμικών χρόνων. Περιηγηταί τον εφωτογραφούσαν, όπως και τον φουστανελλά Μερακλήν του Ζαππείου, ξένοι γράφοντες τον ενθυμούντο στας δημοσιευομένας εντυπώσεις των ταξειδίων στας Αθήνας. Νομίζω, ότι ετιμήθη η προσωπικότης του Σακκουλέ και με τον απαθανατισμόν της στας σελίδας της παρισινής «Ιλλουστρασιόν». Τέλος δεν εννοείτο τότε η πλατεία του Συντάγματος χωρίς την παρουσίαν του Σακκουλέ. Το στρατηγείον του ήταν η περίφημη και επικίνδυνη γωνία. Χαμηλού μάλλον αναστήματος, εύρωστος, μελαψός, αναμαλλιάρης, αιωνίως ξυπόλυτος, ακόμη κι’ όταν του εχάριζαν παπούτσια – τα επωλούσε στο Αναβρυτήριον, το δημοπρατήριον τότε – με ξεκούμπωτον το λερόν υποκάμισον, ώστε εφαίνετο κατάμαυρον το λάσιον στήθος του, στήθος τσέλιγκα των οροπεδίων της Πίνδου, εσταματούσε τον κόσμον. Κουρελής, λιγδιάς, θρασύς, απαιτητικός επρόσταζε τους διαβάτας με γοητευτικήν προπέτειαν:
- Ρε, φέρε μια δεκάρα !
   Η προσταγή του απηθύνετο ανεξαιρέτως προς όλους, διοτι εφρονούσε ο αείμνηστος ανήρ, ότι είχε αδιαμφισβήτητα δικαιώματα δεκαλέπτου φορολογίας παντός διερχομένου ενώπιόν του, είτε μικροαστός ήταν αυτός, είτε αξιωματούχος, πολιτικός, διανοούμενος, έμπορος, επαγγελματίας. Η προσταγή του απηυθύνθη πολλάκις και προς υπουργούς, πρωθυπουργούς, πρίγκηπας. Έφθασε κάποτε μέχρι των αυτιών του βασιλέως Γεωργίου Α’, καθώς κατέβαινε πεζός από τ’ Ανάκτορα για να σουλατσάρη υψηλός, λεπτός, μ’ένα μπαστουνάκι πάχους περίπου σπίρτου, στην οδόν Ερμού, περιεργαζόμενος της βιτρίνες των εμπορικών της σαν κοινός αστός. Ο Γεώργιος Α’ εχαμογέλασε και επλήρωσε τον φόρον του ως έλλην πολίτης κι’ αυτός προς τον Σακκουλέ μ’ ένα χρυσόν εικοσάδραχμον. Ο Σακκουλές αντί ευχαριστήσεως είπε μεγαλειωδέστερος αυτός, προς την φορολογηθείσαν Μεγαλειότητα ξηρά και συγκατανευτικά:
- Άτε, ρε, πήγαινε!
   Είχε  όμως και τας ισχνάς αγελάδας της η φορολογία του, σαν κάθε δυσάρεστη φορολογία σ’αυτόν τον κόσμον. Εις κάποιαν ημέραν μειώσεως των προσόδων της ωφείλετο και η επιγραμματική ρήσις του Σακκουλέ δια τους ομοεθνείς του. Είπε με μελαγχολίαν:
- Ρε, τι διόμισυ εκατομμύρια έλληνες είσθε σεις, που δεν μπορείτε να θρέψετε ένα τεμπέλην σαν και μένα!

   Η πέννα του Ιωάννου Κονδυλάκη, και του Ζαχαρία Παπαντωνίου, των δυο αθηναίων χρονογράφων περιωπής στην νεωτέραν αυτήν κομψήν ελαφρολογίαν, απησχολήθη με τον Σακκουλέ πολλάκις. Σ’ ένα ιστορικόν λεύκωμα των αθηναϊκών λαϊκών τύπων, που θα εξεδίδετο ποτέ, θα είχαν την πρώτην θέσιν παρόμοια εφήμερα αριστουργήματα, χαμένα στους κιτρινισμένους, σκονισμένους ογκώδεις τόμους εφημερίδων. Και όπως δεν άφηνε ποτέ την αγαπημένην του γωνίαν ο μεγαλειώδης τύπος μας, δεν την είχε  αφήσει και την παγωμένην εκείνην πρωτοχρονιάτικην νύκτα. Δεν την αφήκε παρά όταν αφήκε και τον πρόσκαιρον κόσμον. Υπήρξε ήρως του φορολογικού καθήκοντός του. Μίαν ημέραν άρπαξε εκεί μαζί με της τελευταίες δεκάρες των φορολογουμένων πολιτών και την πνευμονίαν. Πολλοί έχυσαν παροδικόν δάκρυ στην θλιβερήν είδησιν της ανεπανορθώτου απωλείας. Ο τύπος απησχολήθη εκτενώς με τον θάνατον του δημοφιλούς ανδρός και μάλιστα ερρίφθη η ιδέα της αναστηλώσεως χαλκής προτομής του στο Σύνταγμα! Φευ!  Δεν επετεύχθη καν αναμνηστική του πλαξ στην προσφιλή του γωνίαν της πολυετούς δράσεώς του…

  --- ---
   Η σκιά του Σακκουλέ επανέλαβε σε επιτακτικώτερον τόνον:
- Είπα, ρε, ότι έχω κι΄εγώ όρεξι για γάλον…
   Ο αλησμόνητος φίλος είχε πάντα εκδηλώσεις εκκεντρικάς. Απήντησε με την χρυσήν ενδοτικότητά του προς κάθε επιθυμίαν του πλησίον:
- Κύριε Σακκουλέ, η τιμή που μου κάνετε είνε μεγάλη. Ορίστε, παρακαλώ, να γευματίσωμεν μαζί απόψε…
   Και επέρασε τον βραχίονά του ελαφρά σαν μαρκησία των μελοδραμάτων στον βραχίονα του τρέμοντος από το ψύχος μεγάλου ανδρός, προσθέσας:
- Φίλε μου, δόσε και συ το χέρι σου στον κύριον Σακκουλέ.
   Τον επιάσαμεν και σε λίγο έκπληκτοι, σαστισμένοι οι πελάται ενός των καλλιτέρων ξενοδοχείων των Αθηνών είδαν να εισέρχεται η τριάς εκείνη α λα μπρατσέτο. Τα γκαρσόνια ωπισθοχώρησαν στην αρχήν, έπειτα, τας ιδιορρυθμίας του φίλου μου, συνιδιοκτήτου του διακεκριμένου ξενοδοχείου, έσπευσαν πρόθυμα:
- Μη κοπιάζετε, κύριοι, παρετήρησε ο φίλος. Είνε περιττόν, ο κύριος Σακκουλές δεν έχει πολλάς σχέσεις  με την γκαρνταρόμπα… Μονάχα να σερβιρισθή ένα τραπεζάκι, παρακαλώ, για τους τρεις μας στο σαλονάκι δίπλα…
   Γλυκειά θαλπωρή στο οίκημα. Κατάφωτη η μεγάλη αίθουσα του εστιατορίου, τα παράπλευρα σαλόνια.  Πεντήκοντα και πλέον κυρίαι, κύριοι εγευμάτιζαν ευχάριστα, άνετα. Τα φρακοφορούντα γκαρσόνια επηγαινοήρχοντο με αθόρυβον βήμα.
- Παρακαλώ, κύριε Σακκουλλέ, περάστε…
   Ο μέγας φορομπήχτης εφάνη στη στιγμή άξιος της τιμής, που του έγινε. Η αυτοκυριαρχία του ήταν υπέροχη, η προσαρμογή του προς το απροσδόκητον γι΄αυτόν περιβάλλον άμεσος κι’ άμεμπτος. Εβημάτισε με νωχελή αξιοπρέπειαν επάνω στα πολύτιμα χαλιά προς το σαλονάκι, γυμνόπους και κουρελής κι΄εκάθησε με αξιοπρέπειαν στο απαστράπτον τραπεζάκι με τα κρυστάλλινα ποτήρια, τ’ ασημένια μαχαιροπήρουνα. Προς χάριν του έσκυβαν οι λευκοί νάρκισσοι με μετριοφροσύνην στα χείλη του βάζου του τραπεζιού κι΄εσκορπούσαν το μεθυστικότερον άρωμά των. Το γεύμα εσερβιρίσθη τέλειον. Έως ότου να έρθη η σειρά του εορτινού γάλου προηγήθησαν πεντέξ’ εδέσματα μαγειρικής πρώτης. Ο ξένος μας δεν είπε ανακρίβειαν, ότι έιχε όρεξιν για τον γάλον. Ετίμησε τετράκις την προαναφερθείσαν πιατέλλα. Έτρωγε κι’ έπινε με λεπτότητα εκπληκτικήν. Εχρησιμοποιούσε τα μαχαιροπήρουνα τελειότερα κι από τας κυρίας γραμματέων πρεσβειών εις την παράπλευρον αίθουσαν.
- Άντε, ρε, να πιούμε ένα ακόμη, ήταν η συχνοτέρα φράσις του.
   Εφάνη και τέλειος «ντεγκουσταταίρ». Είχε επιτυχείς εκφράσεις για τα γαλλικά κρασιά, την γαλλικήν λεπτήν μπύραν. Θαυμαστότερος υπήρξε στη σαμπάνια.
- Καλή μάρκα, ρε. Πίνεται!
   Η εμφάνισις του Σακκουλέ στο εκλεκτόν αθηναϊκόν κέντρον δεν επροκάλεσε κανέν σκάνδαλον, αλλά εφάνη το φυσικώτερον των πραγμάτων. Όλαι και όλοι εγνώριζαν τας εκκεντρικότητας του συνιδιοκτήτου του ξενοδοχείου. Τους ψυθιρισμούς στην αρχήν διεδέχθησαν γέλοια, επιφωνήσεις, γενική χαρά. Κυρίαι,  δεσποινίδες, κύριοι επηγαινοέρχοντο μετά το γεύμα από το εστιατόριον στας αιθούσας, δεν εχόρταιναν την φαιδράν έκπληξιν. Προσπερνούσαν κι’ εχαιρετούσαν με φιλικήν υπόκλισιν και ο Σακκουλες μόλις κατεδέχετο να κυττάξη τον ομαδικόν θαυμασμόν προς την εξοχότητά του. Μίαν στιγμήν καν δεν έδειξε σύγχισιν, όχλησιν. Εκινούσε συγκαταβατικώς το χαλκόχρουν κεφάλι του και εσείετο η φοβερά χαίτη του αστραφτερή με το εβενώδες χρώμα της, αντανακλωμένη στους καθρέφτας γύρω. Όλα τα βρήκε εν τάξει, μονάχα στην ώραν του καφφέ εμόρφασε:
- Άτε, ρε, που είνε καφφές αυτός; Καφφέ μοναχά στου Ζαχαράτου πίνει κανείς. Μεγαλείο !...
   Εζητήσαμεν την επιηκή συγνώμην του και προς αποζημίωσιν της δυσαρεσκείας του επεράσαμεν στο χωλλ, όπου εσερβιρίσθη τεράστιος δίσκος με το ουίσκυ. Ο Σακκουλές εφάνη γνώστης και της υποθέσεως αυτής.
- Δύο δάχτυλα, ρε, σκέτο, είπε στο γκάρσόνι, χωρίς πάγο.
   Τώρα προσήλθον στο χωλλ θαυμασταί, θαυμάστριαι του. Ντιβανάκια, πολυθρόνες, καθίσματα εφορτώθησαν από ανθρώπινα σώματα. Φασαμαίν κυριών διηυθύνθησαν με αστρονομικήν δίψαν, προς την εξοχότητά του, η οποία απαθής, αξιοπρεπής, με το ένα γυμνό πόδι επάνω στο άλλο εκάπνιζε, έπινε σιγά-σιγά. Κάποιαν στιγμήν παρετήρησε επιπληκτικώς προς νεαρήν έξωμον κυρίαν,  η  οποία έσκυβε  σχεδόν επάνω του για να τον θαυμάση περισσότερον:
- Ρε συ, εδώ μέσα μου κάνεις τα γλυκά μάτια, αλλά όταν περνάς απ’ του Ζαχαράτου ξεχνάς τη δεκάρα σου σαχλαμάρα !
   Χειροκροτήματα, αναφωνήσεις:
- Ρε σεις θ’αφήστε της αναγούλες της βουλ΄ής, εφώναξε ή θα του δίνω !
   Ζωηρή ανησυχία, νοήματα, συνεννοήσεις. Να εχάνετο το πρωτοχρονιάτικο γλέντι; Επεκράτησε πλήρης επιφυλακτικότης προς τον φιλοξενούμενον, ο οποίος είπε άξαφνα:
- Ατε ρε, να σας κάνω μπάγκο! Τι πρωτοχρονιάτικη κηδεία είνε εδώ μέσα!
   Η επιθυμία του επεδοκιμάσθη. Τραπέζι  εστρώθη με πράσινην τσόχαν. Ο Σακκουλές εκάθησε στη μέσην επιβλητικός:
- Καινούργιες τράπουλες, ρε!
   Ο γυμνοπόδαρος αλήτης έδειξε και χαρτοπαικτικήν επιτηδειότητα άψογον. Άνοιξε την μπάγκα με δυο φούκτες δεκάδες, της μεγάλες χάλκινες δεκάδες του βασιλέως Γεωργίου, στης οποίες ενεφανίσθησαν και πολλές τριμμένες του Όθωνος. Αλλά δεν είχε τύχην. Το κεφάλαιόν του εσαρώθη. Το ανεννέωσε, αλλά χωρίς επανόρθωσιν.
- Δεν πειράζει, κύριε Σακκουλέ, τον παρηγορούσαν εύμορφες κυρίες. Θα κερδίζης κάπου αλλού.
- Να μην ακούω, ρε, σαχλαμάρες. Σεις θα μου πάρετε απόψε όλες της δεκάρες, που σας είχα πάρει όλο το χρόνο!
   Όταν απέχασε και το τελευταίον πολυπόθητον νόμισμά του, απεσύρθη σε μία γωνιά, εβυθίσθη σε τεραστίαν πολυθρόνα, έβαλε πάλιν το ένα γυμνόν πόδι του πάνω στο άλλο, το εκουνούσε κι’ είπε στο γκαρσόνι:
- Ψιτ, ρε συ, μιά λεμονάδα παγωμένη κι’ ένα πακέτο καπνό!

   Ό,τι ενθυμούμαι ακόμη από την φαιδρήν εκείνην πρωτοχρονιάτικην νύχτα είνε το τέρμα της. Κατά την χαραυγήν εστάθη ο Σακκουλές στο μέσον του χωλλ και είπε επιτακτικώς προς τους και τας απερχομένας με υπόκλισιν προ της εξοχότητός του:
-Άντε, ρε, κατρακυλίστε μου απόψε για το καλό του νέου χρόνου φράγκα κι όχι δεκάρες!
   Εισέπραξε ποσόν αρκετόν για να αγόραζε όψι απλά παπούτσια, αλλά πανύψηλες μπόττες κοζάκου. Και όμως ενεφανίσθη το πρωτοχρονιάτικο πρωί πάλιν ξυπόλυτος στην προσφιλή γωνίαν του με την προσταγήν προς τους φορολογουμένους υπηκόους του:
- Αντε ρε σεις, αν δεν μου δώστε διπλή δεκάρα σήμερα, κακό χρόνο νάχετε!
ΜΠΟΕΜ

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΝΑΤΑ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ

 Χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου, που προς το τέλος της καριέρας του άρχισε να υπογράφει ξανά με το ξευδώνυμο “Μποέμ”, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ακρόπολις” την ημέρα των Χριστουγέννων του 1933. Μιλάει πιο πολύ για το γνωστό τραγούδι και δευτερευόντως για το άτομο και την ιστορία του μπάρμπα Γιάννη κανατά, πιθανώς γιατί οι πηγές και το διαθέσιμο τότε υλικό να ήταν λιγοστά. Προσωπική μαρτυρία δεν μπορούσε να έχει, γιατί όταν ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς εξαφανίστηκε ξαφνικά από τις γειτονιές της Αθήνας γύρω στο 1880, ο Δημ. Χατζόπουλος δεν ήταν ούτε 10 χρονών. Αργότερα βρέθηκαν αρκετές μαρτυρίες και δημιουργήθηκαν πολλές εκδοχές γιά την πραγματική ταυτότητα του “φαιδρού πλανοδίου πωλητή κανατών”, το 1957 γυρίστηκε ακόμη και κινηματογραφική ταινία με τον Αυλωνίτη, το θέμα απασχόλησε λόγιους και χρονογράφους επί δεκαετίες. Στο διαδίκτυο υπάρχει πληθώρα ιστοσελίδων που ασχολούνται με την υπόθεση (*).

Γ.Χ.

Ακρόπολις”, Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 1933
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΝΑΤΑ

Οι παληοί αθηναίοι τον θυμούνται ακόμα ακριβώς τον ίδιον κι΄απαράλλακτον, όπως τον ανέσυρε από την λήθην του Χρόνου η ξανατραγουδισμένη φαιδρή, πεταχτή, δροσερή μελωδία του από το ένα άκρο στο άλλο της Ελλάδος:
Μπάρμπα Γιάννη με της στάμνες και τα κανάτια σου...


Ώστε καμμία αμφιβολία, ότι υπήρξε ιστορικόν πρόσωπον ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς όπως ο μέγας Αλέξανδρος, ο μέγας Ναπολέων. Η επάνοδος του τραγουδιού του ύστερα από δεκάδες χρόνια μαρτυρεί κι΄αυτή περί της ιστορικότητος του. Πόσα και πόσα λαϊκά τραγουδάκια, που ψάλλονται παθητικά από τα χείλη χιλιάδων ανθρώπων με την επίδρασιν της μιμήσεως, χάνονται ύστερα από λίγες βδομάδες για πάντα. Λίγα ζουν πέραν ωρισμένης εποχής, αποτελούντα το απόθεμα γνωστότερων μελωδιών για κάθε διασκέδασιν, ομαδικόν γλέντι. Λιγώτερα από τα λησμονημένα επανέρχονται δυναμικά, όπως στον καιρόν των, και κατακτούν την νέαν εποχήν. Παράδειγμα και τα βιεννέζικα τραγούδια του Σούμπερτ. Αυτά είνε τ'αληθέστερα, τα περιγραφικώτερα ψυχικώς, τα ζωγραφικώτερα παραστατικώς. Ο μπάρμπα Γιάννης είνε ένα απ'αυτά. Τον τραγουδάμε εξάμηνον τώρα κι' η μελωδία του δεν μας κουράζει. Αναδροσίζεται η κάθε στροφή της με την επανάληψιν της. Κοντολογής με την έκφρασιν της λακωνικής μουσικότητός του μας ξαναεμφανίζεται ο νεκραναστηθείς αθηναϊκός λαϊκός τύπος. Και τα Χριστούγεννα, όπου θ' ανοιχθούν λαγαροί και βραχνοί λάρυγγες από το εφετεινόν κοκκινέλι, θα υμνηθή ηχηρότερα ο αναζήσας τύπος μας. Με την ίδιαν ακριβώς έντονην εξύμνησίν του, όπως στα παληά εκείνα Χριστούγεννα, όπου πρωταπήχησε στην μικράν τότε παληάν Αθήνα το τραγουδάκι του. Μιά χαριτωμένη χριστουγεννιάτικη ιστοριούλα είνε αυτή η λαϊκή μελωδία. Απάνω – κάτω ιδού πως συνέβησαν τα κατά μπάρμπα Γιάννην τον κανατάν στα περασμένα αθηναϊκά χρόνια.

Οι φαιδροί τύποι των πλανοδίων πωλητών στους αθηναϊκούς δρόμους δεν λείπουν και στην εποχήν μας, όπου η χαρά της ζωής έχει λιγοστέψει όσον και το καθαρόν και κελαδιστόν νεράκι του καϋμένου Χαράδρου στην ανατολικήν ροήν του προς τον Μαραθώνα, απ' όπου τον ηχμαλώτισε η Ούλεν με το πανύψηλον φράγμα της στη Σούριζα. Περισσότερες από άλλοτε και βροντερώτερες κραυγές δονούν τον αέρα των αθηναϊκών δρόμων σήμερον, αλλά σπανίως ν'απηχούν με εύθυμους τόνους. Αι περισσότερες είνε κουρασμένες και μελαγχολικές, ραγισμένες σαν το βάζο του μακαρίτου Σουλύ Προυντόν (**). Η μουσικότης των τωρινών κραυγών των αθηναϊκών δρόμων μιλεί κι' αυτή για το λαϊκόν ψυχικόν πένθος. Δεν έχουν την χαράν του αυθορμήτου, αφού την στερείται κι' η εποχή, στην οποίαν ανήκουν. Κάπου μιά εξαίρεσις, κάποιος ενδιάθετος, χαρωπός τόνος: “Δεν ακούτε, μικρούλες και νοστιμούλες, δεν ακούτε! Πωπω, Παναγιά μου! Ο καρβουνιάρης! Ο μικρός περνάει, ο μικρός. Δεν ακούτε!” Αλλά που η θωπευτική, βελουδένια, προκλητική φωνή, που έβγαινε από τα χείλη του μπάρμπα Γιάννη του κανατά:
- Στάμνες, κανατάκια, κυράδεεεες!

Με την ανατολήν του ηλίου ηκούετο το δροσερόν λάλημα του από τα Πιθαράδικα, όπου είχε την κατοικίαν του, έως την Ομόνοιαν και πέρα της, έως τα δρομάκια του Ψυρή και τα σκαλάκια της Πλάκας. Πιθαράδικα δεν υπάρχουν σήμερα, πολύ λιγώτερον το σπιτάκι του μπάρμπα Γιάννη. Σε μιά αυλούλα με πολλές κάμαρες γύρω της είχε την κατοικίαν του αυτός και το διάσημον γαϊδούρι του. Πως έγινε κανατάς δεν θυμάται κανείς και παραμένει θρύλος η προέλευσίς του. Εχάθη και το επώνυμόν του, το οποίον ζήτημα αν ήξερε κανείς, καμμιά πάροικός του. Τέτοιοι λαϊκοί τύποι γίνονται γνωστοί με το βαπτιστικόν των όνομα και με το επάγγελμά των, ως απαραίτητον συμπλήρωμα. Κατά πάσαν πιθανότητα η Σίφνος θα διεκδική την τιμήν της προελεύσεως του μπάρμπα Γιάννη κανατά περισσότερον από την Αίγιναν. Υπάρχει επ'αυτού ευρύ έδαφος ερεύνης για τους ιστορικούς των Αθηνών και των τύπων των. Οπωσδήποτε γεγονός είνε, ότι ήταν ο μπάρμπα Γιάννης ειδικευμένος στα εμπορεύματά του, τα οποία είχαν τας αρετάς και τα πλεονεκτήματα νησιωτικής αγγειοπλαστικής. Αλλά πως εφόρεσε το ψηλό καπέλλο; Βέβαια δεν επήγε εις τελετήν, εις επίσημον δεξίωσιν. Ούτε του συνέβη αυτή η μεταμφίεσις την Αποκρηά, καθώς αναφέρεται σχετικώς. Απλούστατα παρουσιάσθη ο μπάρμπα Γιάννης με το παραστατικόν του ένδυμα, το οποίον μας διέσωσε η δημοφιλής μελωδία του, μίαν λαμπράν ηλιόλουστον ημέραν των Χριστουγέννων. Η πρώτη εμφάνισίς του έγινε στον αυλόγυρόν του στα Πιθαράδικα. Μία από τις κυράδες, που επεκαλείτο καθημερινά η δροσερή κραυγή του στους αθηναϊκούς δρόμους, του εχάρισε το εορταστικόν του ένδυμα. Εκείνα τα χρόνια επερίσσευαν στης ντουλάπες των σπιτιών αποφώρια. Μάλιστα κάποτε απησχόλησε και την βουλήν το αποφώρι ειρωνικώς μεταξύ δύο αττικαρχών βουλευτών. Τριμμένη ρεδεγκότα, φαρδύ πανταλόνι, του οποίου η ύφαλος δεν είχε πολύ βραχώδη στερεότητα, ελαστιχά στιβάλια, τα οποία ήσαν τότε της μόδας για τα σκληρά πόδια των ανδρών και τα αβρά των γυναικών, κι' ένα μιραμπώ παρελήφθησαν σε δεματάκι από τον μεσήλικα πλανόδιον κανατάν και μετεφέρθησαν μυστηριωδώς στην καμαρούλα του. Την πρώτην έκπληξιν της μεταμορφώσεως του μπάρμπα Γιάννη εδοκίμασαν οι περίοικοι της αυλούλας του. Μετά τα Χριστούγεννα όλη η πόλις. Και προ του να ξεκινήση την καθημερινήν ο μπάρμπα Γιάννης για την μακράν περιοδείαν του στους αθηναϊκούς δρόμους, τον υπεδέχθη ορμητικός ο χαρωπός χαιρετισμός της λαϊκής μελωδίας προς την κομψήν μεταμφίεσίν του:
Κι' αν φορής ψηλό καπέλλο
και παπούτσια ελαστιχά...
Ποίος ο ποιητής, ποία η ποιήτρια του χαριτωμένου τραγουδιού; Ασφαλώς πρέπει να αναζητηθή στον κύκλον των καλών γειτόνων της αυλούλας του μπάρμπα Γιάννη. Αυτοί είδαν πρώτοι το θαύμα της μεταμφιέσεώς του, αυτοί εχάρησαν πρώτοι από την χυτήν ρεδεγκότα, που αντικατέστησε την γηρασμένην πατατούκα του, αυτοί αφαιδρύνθησαν πρωταρχικώς από το χαριτωμένον μιραμπώ του, το οποίον εξετόπισε το μαύρον μανδήλι των ψαρών μαλλιών του. Μεγάλαι πιθανότητες υπάρχουν, ότι ετόνισε κάποια τσακπινούλα γειτόνισσα του αυθορμήτως τον ύμνον του στον απογευματινόν χορόν, το ηλιόλουστον γλέντι της μάνδρας των Πιθαράδικων, ενθουσιασμένη από την εορταστικήν εμφάνισιν του μπάρμπα Γιάννη, καταλιγωμένη από τα γέλοια στην απροσδόκητον εκείνην παραστατικότητά του. Οι άλλοι, αι άλλαι υπεδέχιησαν τους περιγραφικούς εκφραστικούς στίχους με γενικήν επιδοκιμασίαν. Η μελωδία υπήρξε ροκέττα. Το ελαφρόν αεράκι της πανηγυρικής ημέρας έφερε γοργά το νέον τραγουδάκι υπέρ την μάνδραν των Πιθαράδικων προς τας άλλας συνοικίας της πόλεως, βραδύτερα προς τα κέντρα της, τα γραφεία, τα καταστήματα, τέλος και στα κομψά σαλόνια. Καληώρα μας όπως και σήμερα με το ξαναζωντάνευμά του. Στο φιλανθρωπικόν συναίσθημα μιάς αθηναίας κυράς, στην εγκαρδιακήν συμπάθειάν της, ωφείλετο η επί μήνας ευθυμία ολοκλήρου πόλεως. Στην ίδια οφείλομεν και μεις σήμερα την ευχαρίστησιν για την καλήν, δροσερήν, ελαφράν μελωδίαν. Οι ιστορικώτεροι ερευνηταί της αναφέρουν, ότι μας επανήκθε κάπως παρηλλαγμένος ο τόνος αυτής της μελωδίας. Επήραν αι στροφαί της λικνιστικωτέραν διαμόρφωσιν, θεατρικώτερον μάλιστα χαρακτήρα. Ενώ η αρχική αθηναϊκή μελωδία ήταν στρωτή, γοργοτέρα, είδος δοξαστικού εμβατηρίου, ο θριαμβευτικός ρυθμός του οποίου προσηρμόζετο προς την γοργήν κίνησιν των ελαφρών ποδιών του προσφιλούς συντρόφου, συνεργάτου και συμβιοπαλαιστού του αλησμονήτου μπάρμπα Γιάννη, του ακούραστου γαϊδουριού του. Έστω, διότι όλαι αι ανιστορήσεις, επαναφοραί, αποκαταστάσεις, παλινορθώσεις, φέρουν πάντα και τον τόνον της εποχής, την προσαρμογήν προς τας απόψεις και τας διαθέσεις των νεωτέρων. Το γεγονός όμως είνε, ότι παρ' όλα τα πολλά χρόνια, που επέρασαν, απέμεινε ακατάλυτον το συμπαθές τραγουδάκι προς ένα αγαθόν αθηναϊκόν λαϊκόν τύπον και χρησιμεύει τώρα ως πάνδημον μνημόσυνον αυτού και της εποχής του στα χείλη όλων μας. Πότε και πως ανεπαύθη ο καϋμένος βιοπαλαιστής δεν γνωρίζομεν. Εξηφανίσθησαν τα ίχνη του για πάντα. Αλλά ας παρηγορηθώμεν, ότι η τύχη του συνταυτίζεται με την τόσων άλλων ενδοξοτέρων του. Όταν σκεφθώμεν, ότι δεν γνωρίζομεν που ακριβώς ετάφη η δροσερωτέρα και αυθορμητοτέρα μουσική μεγαλοφυΐα των αιώνων, ο μέγας βασανισμένος, πονεμένος Μότσαρτ, ο νεκρός του οποίου ερρίφθη στον τάφον των πτωχών της Βιέννης, δεν πρέπει ίσως να παραξενευθώμεν, ότι αγνοούμεν και τον τάφον του μπάρμπα Γιάννη του κανατά. Επέζησε και αυτού ο τερπνός ύπνος του. Μία δόξα διόλου ευκαταφρόνητη στον μάταιον αυτόν κόσμον. Μπορεί να προσθέση κανείς, ότι εξετοπίσθη το τραγούδι του κι' η μνήμη του εκείνα τα χρόνια από μίαν από τις ώμορφες κυράδες, που τον απασχολούσαν ολημερίς ως πελάτιδές του. Το τραγουδάκι του μπάρμπα Γιάννη του κανατά διεδέχθη άλλο, ορμητικόν κι' εκείνο, ο ύμνος προς την μεταμόρφωσιν μιάς αφελούς νησιωτοπούλας εις κομψήν καμαριέραν της Αθήνας:
Χθες μας ήρθες απ' της Άνδρου τα νησιά
και μας φόρεσες τουρνούρι και παπούτσια κουμπωτά.
Έλα, έλα κι' άστα αυτά
και θυμήσου τα φιλάκια,
που μου έδινες κρυφά...
Μη τυχόν θα επαναληφθή και σήμερα ο ίδιος εκτοπισμός; Γιατί όχι; Αι μεταμορφώσεις των κοριτσιών των νήσων σε νεωτεριστικές καμαριέρες συνεχίζονται, αλλά και αι ατυχίαι των ανθρώπων μετά θάνατον. Προς το παρόν όμως η υστεροφημία του καλού μπάρμπα Γιάννη κανατά μεσουρανεί εις την πόλιν της πολυετούς δράσεώς του, αλλά και εις όλην την Ελλάδα, επομένως δεν θα έχη λόγον η κομψή σκιά του να παραπονεθή δια την τόσον συνήθη ανθρώπινην αχαριστίαν.

ΜΠΟΕΜ

__________________

(*) Μπορείτε να διαβάσετε ένα αρκετά κατατοπιστικό άρθρο που μιλάει για την ιστορία του μπάρμα Γιάννη κανατά στην παρακάτω ιστοσελίδα:
https://economico.gr/o-barba-giannis-o-kanatas-to-tragoudi-thrylos-pou-esyre-ton-epitropaki-sta-dikastiria-kai-i-mystiriodis-aigiotissa/

(**) Προφανώς εννοεί τον Γάλλο ποιητή Sully Prudhomme (1839 – 1907) έναν από τους πρώτους που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ξενύχτι και γαλακτοποσία

 Σε ένα από τα πρώτα του χρονογραφήματα με υπογραφή «Πεζοπόρος» ο Δημ. Χατζόπουλος αναπολεί την Αθήνα πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ήταν μόδα το ξενύχτι σε… γαλακτοπωλείο. Απολαύστε το.

 Εμπρός  26 Οκτωβρίου 1919

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΑΤΤΙΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ

Κάτι που εχάσαμεν εις τας Αθήνας ίσως δια πολύν καιρόν ακόμη, είνε η νυκτερινή κίνησις. Το παν είναι συνήθεια και εις τον βίον των ομάδων. Προ ολίγων ετών ακόμη, αι Αθήναι ήσαν μία από τας περισσότερον αγρυπνούσας πόλεις. Ήρχοντο εις την αυτήν σειράν με το Βερολίνον, όπου οι νυκτόβιοι σουπάρουν περί την δευτέραν πρωϊνήν με την πικάντικην γαριδόσουπαν δια να συνεχίσουν την ζυθοποσίαν των έως την χαραυγήν. Οι Αθηναίοι, λιτότεροι, ηρκούντο εις ένα φλυτζάνι γάλα. Το μαλακτικόν ποτό επιδρούσε διεγερτικώς εις το νευρικόν σύστημα. Παρέμεναν αγρυπνούντες έως την στιγμήν, όπου το άφθονον ιώδες χρώμα της αυγής επλημμύριζε τον δρόμον και επερνούσε τα μεγάλα γυαλιά των παραθύρων των διανυκτερευόντων καταστημάτων. Κατά την πλειοψηφίαν ήτο ένα ξενύχτι λιτοδιαίτων ανθρώπων, εγκρατών διαλεκτικών, οι οποίοι εθεωρούσαν ανεπαρκή την ημέραν δια να συζητήσουν και εχρησιμοποιούσαν επιμελώς και τας νυχτερινάς ώρας. Η γαλακτοποσία είχε διαδοθή τόσον, ώστε προσήρχοντο εις το γαλακτοπωλείον νυκτόβιοι την τετάρτην πρωϊνήν με το ερώτημα προς το γκαρσόνι:
- Ήρθε, λοιπόν;

Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου, 1905

Δεν επρόκειτο περί ποθητού θηλυκού. Η ερώτησις ανεφέρετο εις το πρωϊνόν γάλα. Αν είχε κομισθή άρτι αλμεχθέν, διατηρούν ακόμη την αξεθύμαστον ευωδίαν του, νωπόν τον αφρόν του. Και αυτά τα θηλυκά των υπογείων και ανωγείων κόσμων είχαν συνηθίσει την γαλακτοποσίαν. Ενόμιζε κανείς πως δεν ευρίσκετο νυκτόβιος και των δυο γενών με στερεά νεφρά και ότι ολόκληρος ο ξενυχτών κόσμος έκαμνε γαλακτοθεραπείαν. Ζευγαράκια ηυφραίνοντο με γάλα, διαβόητοι πόται κατεπράϋναν το αλκοόλ του στομάχου των με το λευκό υγρόν, άνθρωποι, οι οποίοι εβάρυναν τον εγκέφαλόν των μέχρι των πρωϊνών ωρών από μίαν εργασίαν επίπονον, εξεκουράζοντο εις την θέαν του αχνίζοντος φλυτζανιού. Η γαλακτοκομία είχεν αρχίσει να αποκτά μίαν ποικιλίαν ασυνήθη δια τα ανατολικά ήθη μας. Εις την κρέμαν, εις το γιαούτι, εις το καϋμάκι, εις το ριζόγαλον, προσετέθησαν άλλαι λευκαί ηδύτητες. Η περίφημη βιεννέζικη μελάνζ είχε κάμει την εμφάνισήν της με προσπαθείας προσεγκίσεως. Τόσον, όπου εγίνετο λόγος, ότι μερικά γαλακτοπωλεία επρόκειτο να μετακαλέσουν ειδικούς Βιεννέζους και να φέρουν τα απαραίτητα μηχανήματα δια την τελειοτέραν παραγωγήν του παραδουναβίου ”Βάϊς”. Δεν ήτο ξενύχτι εκείνο οργίων, όπως εις όλας τας μεγαλουπόλεις, αλλά ξεκουράσματος του σώματος, της ψυχής. Εις μίαν τόσον λευκήν πόλιν εχρειάζετο ίσως και αι λευκαί νύχτες. Τας έδωσε το γάλα. Εις τους μαλακούς, βελουδένιους καναπέδες ανεπαύοντο οι νυκτόβιοι γαλακτοποτούντες και συνδιαλεγόμενοι. Είχαν  αρχίσει να σχηματίζωνται και σχολαί. Φιλοσόφων, καλλιτεχνών, αισθητικών, κριτικών, κοινωνιολόγων, ψυχολόγων σχολαί. Εις καμμίαν άλλην εποχήν του νεοαθηναϊκού βίου δεν έδειξε τόσην τάσιν αναγεννήσεως η αρχαία διαλεκτική. Εις το γαλακτοπωλείον συνηντώντο κάθε νύχταν οι λόγιοι της εποχής, “άρτι επανακάμψαντες” εκ της Εσπερίας, άνθρωποι με υποψίαν γνώσεως, με ανυποψίαν κριτικής της γνώσεως, συμπολίται έχοντες τον πόθον της δράσεως, έστω και δια του λόγου, με μίαν συνείδησην ή με σύγχισην ταύτης, προκειμένου περί θεωρίας και πράξεως, απόλυτοι και συνδιαλλακτικοί, μονομερείς και πολυμερείς, μονοθεϊσταί και πολυθεϊσταί, μονισταί και αντιμονισταί, ρεαλισταί και μεταφυσικοί, φλογεροί και ψύχραιμοι, θορυβοποιοί και φιλήσυχοι. Οπωσδήποτε ο νυχτερινός εκείνος βίος είχε ένα χρώμα, ίσως δε και ενδιαφέρον και επί τέλους μία νόησις παρετηρείτο, έστω και υποτυπώδη έκφρασίν της τας περισσοτέρας φοράς. Το νυκτερινόν γαλακτοπωλείον παρουσίαζεν ένα είδος προπλάσματος ακαδημίας. Μη λησμονώμεν, ότι μεταξύ ενός φλυτζανιού γάλακτος και ενός τσουρεκίου εξήγγειλε δια πρώτην φοράν  την ύπαρξίν της  εις την Ελλάδα όχι μόνον η κοινωνιολογία, αλλά και η ανθρωπογεωγραφία. Η τελευταία έγινε δεκτή με ειρωνικόν μειδίαμα, το οποίον δεν θα εφάνη και εις τα χείλη του σοβαρού εκείνου Σωκράτους δια τα ανθρώπινα. Αλλά αν δεν επρόκειτο να προέλθη κάτι καλλίτερον από την νυκτερινήν διαλεκτικήν του γαλακτοπωλείου, πάντως από το γάλα θα προήρχετο, η μείωσις των ρευματισμών.
Αλήμονον! Ο πόλεμος εστείρευσε την πηγήν αμφοτέρων των αγαθών τούτων. Έκλεισε όλα τα νυχτερινά κέντρα, συνεπώς και τα γαλακτοπωλεία. Έκτοτε ουκ έχει Φοίβος παγάν λαλέουσαν, διότι πάντως το ύδωρ δεν ήτο ξένον εις τον χείμαρρον  εκείνον του γάλακτος, που προσφέρεται εις φλυτζάνια και ποτήρια. Οι νυκτερινοί ομιληταί, οι ακούραστοι διαλεκτικοί διεσκορπίσθησαν, όπως τα φύλλα της λεύκας εις μίαν φθινοπωρινήν θύελλαν. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, άλλαι τάσεις, άλλαι ορμαί και απόλαυσις ήλθον.  Η ζωή αγαπά τα απροσδόκητα, τας αντιθέσεις, τας εκπλήξεις. Φιλόσοφοι έγιναν υπάλληλοι, μεταφυσικοί εφόρεσαν το σπαθί, κοινωνιολόγοι έγιναν υπάλληλοι, ανθρωπογεωγράφοι απεδήμησαν, ψυχολόγοι καταγίνονται εις προμηθείας, κριτικοί εις προαγοράς, ποιηταί εις το εμπόριον του καπνού, της ρέγγας και των οσπρίων. Ουδέ σκιά των σχολών, των διδασκάλων, των οπαδών, απέμεινε και αυτό το γάλα μετεβλήθη εις ένα χαλυβδόχρωμον υγρόν, το οποίον κανείς δεν ζητά την νύχτα, και αν το ζητήση δεν θα το βρή. Και αν υπάρχει νυκτερική κίνησις, αυτή πρέπει να αναζητηθή εις μακρυνά εξοχικά κέντρα, όπου η λιτότης του ποτού και της διαλεκτικής είνε άγνωστος, διότι εκεί πίνουν σαμπάνια, κουαντρώ, αψέντι, ουίσκι,  τζιν και βραχναί βακχίδες χορεύουν ταγκό. Αν περάσει κανείς κατά τας πρωϊνάς ώρας από τα τέως νυκτερινά κέντρα, θα τα ίδη κλειστά και θα παρατηρήση εις της καρέκλες των προ των θυρών των να κοιμούνται μερικοί αλήται, με την κεφαλήν γυρτήν επί του στήθους. Κάποτε παραμιλούν εις τον ύπνον των. Ασυνάρτητα λέγουν οι πτωχοί άνθρωποι, που δεν γνωρίζουν την στέγην, διότι και τοιούτους έχομεν εις την πρόοδον μας. Εν τούτοις χθες την νύκτα ένας από αυτούς έλεγε κάτι σαφές εις τον ύπνον του: «Άϊ στο διάολο!» Δεν υποθέτω να εννοούσε την εποχήν μας, διότι είνε αξιέραστος.

Πεζοπόρος