Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέντα Χατζοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σέντα Χατζοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

“ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ” ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΓΚΙΟΛΙΑ

 Παραθέτω ένα ενδιαφέρον κείμενο που μιλάει για το γνωστό βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια για τον Κώστα Χατζόπουλο.

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος

περιοδικό Θέσεις” Τεύχος 108, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2009

Ο Μάρκος Γκιόλιας ως ιστορικός του εργατικού κινήματος. Η σημασία της μελέτης του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, εκδ. Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996.

του Γιάννη Μηλιού

Η ενασχόληση με την ιστορία του εργατικού κινήματος αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Δυσκολότερη από ότι οι περισσότερες και οι περισσότεροι αναγνώστριες/ες, έχουν φανταστεί. Τολμώ να πω, δυσκολότερη από ότι οι ίδιοι οι ιστορικοί υποθέτουν.

Στη φωτογραφία o Κώστας Χατζόπουλος με την κόρη του Σέντα στο Αγρίνιο το 1919, από το αρχείο της Σοφίας Λαχανά Πατρώνη

Οι λόγοι για τη δυσκολία αυτή είναι ότι η ιστορία του εργατικού κινήματος τέμνει ουσιαστικά τρεις θεωρητικές περιοχές ιδιοποίησης του πραγματικού, ή αν θέλετε τρεις ιστορίες:
1) Την κατανόηση και ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη κοινωνία, δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, την εδραίωση και διευρυνόμενη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων κυριαρχίας σε οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό επίπεδο. Το εργατικό κίνημα κάνει την εμφάνισή του κατά τη φάση εκείνη της εξέλιξης των καπιταλιστικών κοινωνιών, κατά την οποία εδραιώνεται και κυριαρχεί η μορφή του βιομηχανικού καπιταλισμού, εκτοπίζοντας την προγενέστερη μορφή του εμπορικού και μανουφακτορικού καπιταλισμού. Κατά την περίοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, που σύμφωνα με το εννοιολογικό σύστημα που εισήγαγε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο μπορούμε επίσης να ονομάσουμε «καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας», σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη φάση του «καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας», δημιουργείται εκείνη η συγκέντρωση της εργατικής τάξης στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, τους οικονομικούς κλάδους και τα αστικά κέντρα που καθιστούν δυνατή την κατανόηση από τη μεριά των εργαζομένων των κοινών τους συμφερόντων και την ανάπτυξη του (οργανωμένου) εργατικού κινήματος.
Επιπλέον, η διαμόρφωση της σκέψης και της δράσης κάθε συγκεκριμένης προσωπικότητας του εργατικού κινήματος και θεωρητικού του σοσιαλισμού, όπως ο Κώστας Χατζόπουλος, πρέπει να ειδωθεί ως προϊόν ενός οικογενειακού και ιδιωτικού χώρου, ο οποίος επηρεάζεται αποφασιστικά και σε τελευταία ανάλυση διαμορφώνεται από αυτό το σύνθετο πλέγμα των εξελισσόμενων κοινωνικών σχέσεων.
2) Την πρόσληψη της συγκεκριμένης διεθνούς και εσωτερικής «ιστορίας των ιδεών» κατά την εξεταζόμενη περίοδο, με παράλληλο συνυπολογισμό των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων που αναγκαστικά χαρακτηρίζουν κάθε χώρα.
Εδώ χρειάζεται να επιμείνουνε λίγο περισσότερο: Εφόσον δεν πρόκειται γενικώς για την ιστορία των ιδεών, αλλά για την ιστορία πρόσληψης και ανάπτυξης των σοσιαλιστικών ιδεών και ειδικότερα των μαρξιστικών ιδεών, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι από την πρώτη στιγμή εμφάνισής τους ως θεωρητικών ρευμάτων και αντίστοιχα πολιτικών κινήσεων, ο σοσιαλισμός και ο μαρξισμός χαρακτηρίζονταν από μια εσωτερική σχισματικότητα. Η ιστορία της σοσιαλιστικής αλλά και της μαρξιστικής σκέψης είναι πάντοτε ιστορία ιδεολογικών και θεωρητικών αγώνων: Αγώνων, από τη μια για την κριτική των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, και από την άλλη για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και θεωρητική συνέπεια της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής δράσης και ανάλυσης, απέναντι σε διαφορετικές και κατά τεκμήριο «αντίπαλες» σοσιαλιστικές ή μαρξιστικές προσεγγίσεις.
Μάλιστα, η αδιάκοπη «εσωτερική διαμάχη» στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής σκέψης και του μαρξισμού είναι τόσο επίμονη και ισχυρή, που διασχίζει συχνά το έργο ενός και του αυτού μαρξιστή θεωρητικού (και υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσαμε να αναφερθούμε), αναπαράγει στο εσωτερικό του αντιφάσεις, μεταστροφές, συσσωματώσεις, λογικά ασύμβατων θεωρητικών θέσεων κ.ο.κ. Σε τελευταία ανάλυση, δεν αποτελεί παρά μια έκφανση της σύγκρουσης του σοσιαλισμού και του μαρξισμού με την κυρίαρχη ιδεολογία, μια που η τελευταία διαρκώς αναπαράγεται, υπό μετασχηματισμένες μορφές, στο εσωτερικό του μαρξισμού.
Σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάδυση τέτοιων θεωρητικών αντιφάσεων και μεταστροφών είναι στενά συνυφασμένη με την εξέλιξη των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών δύναμης, τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας, όσο και στο εσωτερικό της Αριστεράς.
3) Από εδώ πηγάζει και εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η τρίτη δυσκολία που είναι συνυφασμένη με την επιστημονική κατανόηση και μελέτη του εργατικού κινήματος και των πρωταγωνιστών του: Η «εσωτερικότητα» του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα και η καταστατική «σχισματικότητά» τους συνεπάγεται ότι για να μπορεί ο ιστορικός να λειτουργήσει επιστημονικά, πρέπει προηγουμένως να έχει υιοθετήσει μια συγκεκριμένη στάση στο εσωτερικό της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής σκέψης. Μια στάση, αν θέλετε, μη-ουδετερότητας, που θα του/της επιτρέψει, όσο κι αν αυτό στο πρώτο άκουσμα ξενίζει, να κατανοήσει αντικειμενικά και με τρόπο επιστημονικό το αντικείμενο μελέτης του/της. Όπως σωστά επεσήμαινε αρκετά χρόνια πριν ο Louis Althusser:
«Η αντίληψη αυτή στηρίζεται […] στην απλή διαπίστωση ότι [...] δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα. Μπορεί κανείς να διακρίνει την υφή αυτής της συγκρουσιακής πραγματικότητας μόνο αν υιοθετήσει μέσα στην ίδια τη σύγκρουση ορισμένες θέσεις και όχι κάποιες άλλες, διότι το να υιοθετήσει παθητικά κάποιες άλλες θέσεις θα σήμαινε ότι εμπλέκεται στη λογική των ταξικών ψευδαισθήσεων, η οποία πρέπει να ονομασθεί κυρίαρχη ιδεολογία. Φυσικά η προϋπόθεση αυτή αντιτίθεται σε ολόκληρη τη θετικιστική παράδοση –μέσω της οποίας η αστική ιδεολογία ερμηνεύει την πρακτική των φυσικών επιστημών [...] Ουσιαστικά, σε ολόκληρο το έργο του ο Μαρξ δεν λέει τίποτε διαφορετικό. Όταν γράφει στον επίλογο του Κεφαλαίου ότι αυτό το έργο “εκπροσωπεί το προλεταριάτο” εξηγεί σε τελική ανάλυση ότι πρέπει να υιοθετήσει κανείς τις θέσεις του προλεταριάτου για να γνωρίσει το κεφάλαιο» (Αλτουσέρ, Λ. [1991]: «Για τον Μαρξ και τον Φρόϋντ», Θέσεις τ. 35, σ. 56).
Ειδικότερα, αναφορικά με την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, οι δυσκολίες αυτές μεγεθύνονται, καθώς στην αντίστοιχη ιστοριογραφία από τη δεκαετία του 1930 μέχρι πρόσφατα, κυριαρχούσε ένα απλουστευτικό δογματικό ιδεολογικό σχήμα, που αξιολογεί την ιστορία και τους πρωταγωνιστές της ανάλογα με την αναδρομικά κυριαρχούσα, στην εκάστοτε συγκυρία, θέση της επίσημης Αριστεράς.
Δεν ξέρω αν το αντιληφθήκατε ήδη, αλλά τόσην ώρα μιλάω εμμέσως για τον Μάρκο Γκιόλια και τη συμβολή του στην πρόσληψη του ελληνικού εργατικού κινήματος. Το βιβλίο του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του ελληνικού εργατικού κινήματος της περιόδου 1880-1920, καθώς εστιάζει στη δράση και τη σκέψη του κορυφαίου αγρινιώτη διανοητή και αγωνιστή Κώστα Χατζόπουλου (1868-1920).
Αν ακολουθήσουμε το σχήμα με τις τρεις δυσκολίες που περιγράψαμε, θα διαπιστώσουμε ότι ο Μάρκος Γκιόλιας μας καθοδηγεί μέσα και πέρα από αυτές, με ένα στρωτό, σχεδόν λογοτεχνικό, αφηγηματικό ύφος, που αξιοποιεί και καθιστά εύληπτο ένα τεράστιο όγκο στοιχείων: Ξεκινά από την ανάλυση της δομής και της ιστορικής εξέλιξης της αγρινιώτικης κοινωνίας και της αντίστοιχης πνευματικής κίνησης κατά τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Κώστα Χατζόπουλου, για να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνικών σχέσεων και της εξέλιξής τους στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Χατζόπουλου (και των άλλων ηγετικών φυσιογνωμιών της περιόδου). Ταυτόχρονα εξετάζει τις διαδικασίες εκβιομηχάνισης της χώρας και ανάπτυξης του εργατικού κινήματος κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το βιβλίο παρέχει τέτοιο πλούτο στοιχείων αλλά και την αντίστοιχη επιστημονική αποκωδικοποίηση και ερμηνεία τους, που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως πραγματεία για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα κατά την αναφερόμενη περίοδο.
Σε αντιδιαστολή με τις δογματικές και εν πολλοίς απολογητικές προς την καπιταλιστική εξουσία δοξασίες περί υπανάπτυξης της «αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας» ο Μάρκος Γκιόλιας αντιλαμβάνεται με επιστημονικό τρόπο τη μετάβαση από τον προβιομηχανικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Γράφει:
«Ενώ ο εμποροχρηματικός καπιταλισμός αναπτύσσεται με μια αξιόλογη δυναμική κατά τις τελευταίες δεκαετίες του ΙΘ΄ αιώνα, ο τομέας της ελληνικής βιομηχανίας δεν προχωρεί με ανάλογους ρυθμούς […] Ωστόσο σημειώνεται πρόοδος. Μαζί με τους πρώτους πυρήνες της βιομηχανίας γεννιέται το ελληνικό εργατικό κίνημα» (σ. 63). (1)
Έχοντας με τον τρόπο αυτό ξεπεράσει την πρώτη δυσκολία που αναφέραμε, ο Μάρκος Γκιόλιας προχωρεί στην εξέταση των θεωρητικών απόψεων και της πολιτικής δράσης του Κώστα Χατζόπουλου. Μέσα από την επεξεργασία και παρουσίαση, και πάλι, ενός μεγάλου όγκου στοιχείων και πηγών, και φυσικά των (δημοσιευμένων και μη) κειμένων του Χατζόπουλου, αλλά και των απόψεων των κύριων ρευμάτων του σοσιαλισμού στην Ελλάδα και διεθνώς, αποκαθίσταται η εικόνα του Χατζόπουλου ως ενός θεωρητικά και πολιτικά πρωτοπόρου μαρξιστή, ο οποίος συνέβαλε ποικιλόμορφα (ως πολιτικό πρόσωπο, θεωρητικός συγγραφέας και μεταφραστής) στη διάδοση και ανάπτυξη του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στην Ελλάδα. Ενός θεωρητικού που μπορεί να αξιολογεί όχι μόνο τα αντιμαχόμενα σοσιαλιστικά και μαρξιστικά ρεύματα της εποχής του (π.χ. τους «ορθόδοξους μαρξιστές» υπό τον Κάουτσκι κατά την περίοδο μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη μια, και τους «ρεβιζιονιστές» υπό τον Μπερνστάιν από την άλλη), αλλά ακόμα και τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς, με τα οποία ο Κώστας Χατζόπουλος ήταν εξοικειωμένος. (2)
Στο τμήμα αυτό της ανάλυσής του, ο Μάρκος Γκιόλιας προφυλάσσει πλήρως τον αναγνώστη από τη δεύτερη δυσκολία που επισημάναμε, αυτή που σχετίζεται με την καταστατική εσωτερική σχισματικότητα του σοσιαλισμού και του μαρξισμού. Όχι μόνο μας παραθέτει το πανόραμα των διαφορετικών τάσεων και ιδεολογικών ρευμάτων του σοσιαλισμού, αλλά εστιάζοντας στην πρωτοπόρα στάση και σκέψη του Κώστα Χατζόπουλου, δείχνει ότι μόνο μέσα από τη σύγκρουση, τη σύνθεση και την ανασύνθεση των τάσεων αυτών μπορεί να προκύψει το προχώρημα του σοσιαλιστικού κινήματος και της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά και η σύνδεσή τους με το εργατικό κίνημα. Εστιάζοντας στον Χατζόπουλο, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τις εντάσεις και συγκλίσεις μεταξύ δημοτικισμού και σοσιαλισμού, την εξέλιξη του κινήματος και των τάσεών του στα βασικά αστικά κέντρα της Ελλάδας, αλλά και σε χώρες της Δ. Ευρώπης και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μάρκος Γκιόλιας έρχεται αντιμέτωπος με εκείνη τη θεωρητική παράδοση που ο ίδιος ονομάζει «παραχαράξεις του δογματισμού». Στις λίγο-πολύ αναπαραγόμενες απαξιωτικές και στρεβλωτικές κρίσεις για τον Κώστα Χατζόπουλο ιστορικών της επίσημης Αριστεράς κατά τις δεκαετίες του 1940, 1950 ή και αργότερα, ο Μάρκος Γκιόλιας αντιπαραθέτει τεκμηριωμένα τις θέσεις του Χατζόπουλου, καταδεικνύοντας τη συνάφειά τους με τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και άλλων θεωρητικών του μαρξισμού.
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο Μάρκος Γκιόλιας υπερβαίνει και την τρίτη δυσκολία στην οποία αναφερθήκαμε. Η «θέση του παρατηρητή» την οποία επιλέγει, είναι εκείνη του κριτικού και αντιδογματικού σοσιαλιστή και μαρξιστή. Είναι η θέση που επιτρέπει στον ιστορικό να αναλύσει κριτικά και να κατανοήσει το εργατικό κίνημα και την εξέλιξή του με βάση την επιστημονική μέθοδο και τις έννοιες που εισήγαγε ο Μαρξ, χωρίς προειλημμένες θέσεις και χωρίς να φοβάται τα οποιαδήποτε ευρήματα της έρευνάς του. Με άλλη διατύπωση, κατανοεί ότι η κριτική μέθοδος του Μαρξ οφείλει να εφαρμόζεται επίσης και στην ιστορία του εργατικού κινήματος, αλλά και του ίδιου του μαρξισμού.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί, εντούτοις, να δώσω έμφαση στο μοναδικό σημείο διαφωνίας που έχω με την ανάλυση του Μάρκου Γκιόλια, και το οποίο αφορά τη μεταστροφή της θεωρητικής προσέγγισης και δράσης του Κώστα Χατζόπουλου μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Όπως είναι γνωστό, η έκρηξη του Πολέμου προκάλεσε ένα τεράστιο ρήγμα στην παγκόσμια μαρξιστική Αριστερά, που σχηματικά αποτυπώνεται στη διάσπαση ανάμεσα στη Β΄ και τη Γ΄ Διεθνή. Για όσους θα ακολουθήσουν την Γ΄ Διεθνή, ο μέχρι τότε «ορθόδοξος μαρξιστής» και επαναστάτης Κάουτσκι γίνεται αποστάτης, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα.
Στην Ελλάδα, η διάσπαση του διεθνούς μαρξιστικού σοσιαλισμού επικαλύπτεται με τον «εθνικό διχασμό», τη διάσπαση της ίδιας της κυβερνητικής εξουσίας στην κυβέρνηση των Αθηνών και σε εκείνην της Θεσσαλονίκης. Μέσα στη συγκυρία του εθνικού διχασμού, μου είναι προφανές ότι η θεωρητική και πολιτική στάση του Κώστα Χατζόπουλου, μεταστρέφεται. Κατά την περίοδο 1909-1913, όταν η μεταρρυθμιστική-«ανορθωτική» κίνηση του Ε. Βενιζέλου επεδείκνυε τον μέγιστο φιλεργατισμό της (εργατική νομοθεσία κλπ.), ο Χατζόπουλος παρέμενε δριμύς επικριτής της αστικής εξουσίας και της στρατηγικής εδαφικής επέκτασης δια των Βαλκανικών Πολέμων, ακολουθώντας την πολιτική της αριστερής ή «ορθόδοξης» πτέρυγας των σοσιαλιστών της εποχής:
«Στο αίσθημά μου είναι τόσο αποκρουστικός ο πόλεμος, τόσο ανήθικος στη σοσιαλιστική αντίληψή μου […]». «Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τους άμοιρους λαούς να κυλιούνται στο αίμα για να πέσουνε από τη μια σκλαβιά στην άλλη». (Παρατίθεται στο Γκιόλιας 1996: σσ. 362-63).
Αντίθετα, μετά το 1914 τάσσεται υπέρ της συμμετοχής της χώρας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Στο πλαίσιο αυτό μεταλλάσσει και τη στρατηγική του στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος: Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Μάρκος Γκιόλιας, «αναζητεί ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης στις εργατικές κατακτήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, ο Χατζόπουλος ανοίγεται κατά την πορεία προς τους Κοινωνιολόγους, αλλά και τους προοδευτικούς φιλελεύθερους» (σ. 446).(3)
Νομίζω ότι ο Μάρκος Γκιόλιας δεν αναδεικνύει αυτή την τομή στην πορεία και τη σκέψη του Χ., καίτοι βεβαίως την περιγράφει. Μοιάζει να συμμερίζεται την αναγκαιότητα αυτής της μεταστροφής, χωρίς να τη θεμελιώνει.
Ο εθνικός διχασμός δεν είναι η ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο «στρατηγικές εξάρτησης» της Ελλάδας από «ξένες δυνάμεις», ούτε η διαμάχη ανάμεσα μερίδες του κεφαλαίου. Είναι η ιστορία της σύγκρουσης δύο στρατηγικών διαχείρισης των γενικών αστικών συμφερόντων, σύγκρουσης που μορφοποιήθηκε και τροφοδοτήθηκε από την παρέμβαση των μαζών.
Όταν η άρνηση των συμμάχων της Αντάντ, αρχικά, στην ελληνική πρόταση για συμμετοχή στον Πόλεμο (λόγω της μέχρι τότε ουδετερότητας της Τουρκίας και της Βουλγαρίας) και η έκβαση του Πολέμου, στη συνέχεια (νίκες και προέλαση των Κεντρικών Δυνάμεων), οδήγησαν στη διαφωνία Βενιζέλου-Βασιλιά και στην παράταση της ελληνικής ουδετερότητας, τότε ήρθε ακριβώς η παρέμβαση των λαϊκών μαζών της Νότιας Ελλάδας για να ακυρώσει για έναν τουλάχιστο χρόνο την από καταβολής ελληνικού κράτους επεκτατική στρατηγική του αστισμού (τη «Μεγάλη Ιδέα»). Από τον Φεβρουάριο ως τον Νοέμβριο του 1915, η ουδετερότητα αναδεικνύεται σε ηγεμονική (αστική) πρόταση διακυβέρνησης.
Η μοναρχική στρατηγική εξασφάλισε την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των κινητοποιημένων λαϊκών μαζών της παλιάς Ελλάδας, που είχαν ήδη χύσει το αίμα τους στους πολέμους του 1912-13. Έτσι η υποστήριξη προς τη μοναρχική πολιτική στρατηγική προσέλαβε ένα ανοιχτά αντιπολεμικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, δεν ταυτιζόταν δηλαδή κατ’ ανάγκην με το γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα ή την ιδεολογία του μοναρχισμού. Ήταν τελικά αγώνας ενάντια στη «Μεγάλη Ιδέα», ενάντια στην κυρίαρχη επεκτατική στρατηγική του ελληνικού αστισμού από την ίδρυση ακόμα του ελληνικού κράτους, στρατηγική που από το 1912 και μετά είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα.
Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα και αντίστοιχες μαζικές εκδηλώσεις των επιστράτων, καταδικάζουν τον πόλεμο και τη στρατηγική του Βενιζέλου και συντάσσονται έτσι πίσω από τις σημαίες της βασιλικής παράταξης. Την ίδια στάση υιοθετούν και οι περισσότερες σοσιαλιστικές οργανώσεις της εποχής. Η παλιά Ελλάδα στην πλειοψηφία της τάσσεται με την κυβέρνηση των Αθηνών.
Μια αντίστοιχη μαζική υποστήριξη υπέρ του Βενιζέλου, εκδηλώνεται βέβαια στη Θεσσαλονίκης. Η βενιζελική παράταξη, που έκφραζε την πάγια επεκτατική στρατηγική του ελληνικού κεφαλαίου, βρήκε σημαντική λαϊκή υποστήριξη, κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό της Βόρειας Ελλάδας, που αισθανόταν να απειλείται άμεσα από τις βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του βενιζελισμού, συνέβαλε επίσης αναμφίβολα στην εξασφάλιση αυτής της υποστήριξης. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η προσωρινή βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση, η απελευθέρωση δηλαδή των κολίγων της νέας Ελλάδας κι η διανομή της γης των τσιφλικιών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο στόλος της Αντάντ αποκλείει τα λιμάνια της παλιάς Ελλάδας και αποβιβάζεται στον Πειραιά το Νοέμβριο του 1916, η κυβέρνηση της Αθήνας επιχειρεί να έρθει σε ένα συμβιβασμό με την Αντάντ και να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία στον Βενιζέλο. Η παρέμβαση όμως των αντιβενιζελικών μαζών και των επιστράτων, υπήρξε τόσο βίαιη («εφονεύθησαν 35 άνδρες των συμμάχων και ετραυματίσθηκαν 80, φονευθέντων και 40 περίπου Ελλήνων» [στις 18 και 19.11.1916], Δασκαλάκης, Χ..: «Νεώτεροι χρόνοι», σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΔ΄ [Ελλάς], Αθήνα 1934, σ. 596), που η προοπτική αυτή ακυρώνεται.
Με την έννοια αυτή έχει απόλυτο δίκιο ο παλαίμαχος μαρξιστής θεωρητικός Σεραφείμ Μάξιμος, μέχρι το 1927 μέλος του Πολιτικού Γραφείου και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, όταν γράφει:
«Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» (Μάξιμος Σ., Κοινοβούλιο ή Δικτατορία, εκδ Στοχαστής 1975, σ. 14. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1928).
Χαρακτηριστικό της υποστήριξης που εξασφάλισε η αντιπολεμική στάση της αντιβενιζελικής παράταξης είναι και το γεγονός ότι στις εκλογές της 1-11-1920, το κόμμα των Φιλελευθέρων συγκέντρωσε μόλις 44,1% των ψήφων έναντι 55,9% της αντιβενιζελικής Ενώσεως (στην οποία συμμετείχε και το ΣΕΚΕ που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΕ), παρ’ ότι οι εκλογές διεξήχθησαν αμέσως μετά τη γνωστοποίηση των αποφάσεων της Συνθήκης των Σεβρών, με τις οποίες είχε «δικαιωθεί ιστορικά» ο Βενιζέλος (προσάρτηση Ανατολικής Θράκης και περιοχής της Σμύρνης).
Η τελική επικράτηση της επεκτατικής-ιμπεριαλιστικής στρατηγικής θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιδείνωση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας (γερμανοβουλγαρική εισβολή στην ελληνική Μακεδονία) και την αντίστοιχη υποστήριξη που βρήκε η στρατηγική αυτή από τις λαϊκές τάξεις της Βόρειας Ελλάδας.
Η προσέγγιση του Κώστα Χατζόπουλου, στη συγκυρία που μόλις περιγράψαμε, προς τους «Κοινωνιολόγους» (4) και την ευρύτερη βενιζελική στρατηγική, εκφράζει κατά τη γνώμη μου, μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική μεταστροφή, στην οποία ο Μάρκος Γκιόλιας ίσως έπρεπε να δώσει περισσότερη έμφαση.
Σε καμία περίπτωση πάντως, η διαφωνία που διατυπώνω εδώ, ως προς τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα της πολιτικοϊδεολογικής μεταστροφής του Χατζόπουλου και της αποτίμησης του «εθνικού διχασμού», δεν μειώνει την τόσο εξαιρετική συμβολή του Μάρκου Γκιόλια ως ιστορικού του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, αποτελεί εξαιρετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία, που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί περαιτέρω.

Σημειώσεις

(1) Όπως έγραφε ο Κώστας Χατζόπουλος το 1914, «Η Ελλάδα είναι ένα συνταγματικό κράτος με σύστημα μιας Βουλής και καθολικό, άμεσο εκλογικό δικαίωμα, χωρίς καν ίχνος προνομιούχας αριστοκρατίας. Ήδη, εδώ και 70 χρόνια, όταν μέσα από τη λαϊκή απαίτηση για σύνταγμα δόθηκε ένα τέλος στις προσπάθειες του βασιλιά Όθωνα για εγκαθίδρυση του απολυταρχισμού, η χώρα κυβερνάται από τη λαϊκή βούληση. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στα χαρτιά. Κατά βάση, μόνο η ανώτερη και μεσαία αστική τάξη είναι αυτές που εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από τη συγκεκριμένη μορφή κρατικής διακυβέρνησης» (σε Χατζόπουλος, Κ. «Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα» [1914], Θέσεις τ. 58, 1997: 141).

(2) Ο Χατζόπουλος μετέφρασε στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1908.

(3) Ο Χατζόπουλος ερμηνεύει στη νέα αυτή συγκυρία τον Πόλεμο ως σύγκρουση ανάμεσα στην στην απολυταρχία των Κεντρικών Δυνάμεων και τη (αστική) δημοκρατία (που χαρακτηρίζει τις χώρες της Αντάντ. Ειδικότερα για την Ελλάδα, υποστηρίζει ότι η είσοδος στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ θα εξασφάλιζε όχι μόνο τις «εθνικές διεκδικήσεις» αλλά τις κοινωνικές και εργατικές κατακτήσεις της περιόδου μετά το 1910, ενώ υιοθετούσε τα συνθήματα της ευρύτερης βενιζελικής παράταξης, ότι η εναντίωση στον Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα της «εξάρτησης» από τις Κεντρικές Δυνάμεις. Μια ανάλογη θέση υιοθετεί και ο Μάρκος Γκιόλιας, καίτοι, μέχρι το σημείο αυτό, το έργο του δεν ακολουθεί τις απολογητικές θεωρίες της «εξάρτησης»: «Στις 17 Αυγούστου 1916, ξεσπάει στη Θεσσαλονίκη στρατιωτικό κίνημα εναντίον του γερμανόδουλου βασιλικού καθεστώτος των Αθηνών. Πρόκειται για το αποκαλούμενο Κίνημα Εθνικής Αμύνης […] Υποστηρικτές του είναι πολλοί δημοκρατικοί αξιωματικοί, φιλελεύθεροι πολιτικοί, Κοινωνιολόγοι και σοσιαλιστές. Ανάμεσά τους κι ο Χατζόπουλος, ο Γιαννιός και άλλοι» (σ. 455).

(4) Πρόκειται για μια ομάδα μετριοπαθών σοσιαλιστών (οπαδών του Μπερνστάιν ή/και του «κρατικού σοσιαλισμού», βλ. Πουρνάρας Δημήτρης, Ιστορία του Διεθνούς Σοσιαλισμού, Αθήνα 1945, 2 τόμοι σ. 254), αποτελούμενη κυρίως από νέους που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία (Αλ. Παπαναστασίου, Π. Αραβαντινός, Θ. Κουτούπης, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Πετμεζάς, Αλ. Μυλωνάς, Σπ. Κορώνης, Α. Δελμούζος, Κ. Βαρβαρέσος, Ι. Λυμπερόπουλος κ.ά.), οι οποίοι είχαν ιδρύσει από το 1907 την «Κοινωνιολογική Εταιρεία», στο πρότυπο της βρετανικής «Fabian Society» και του γερμανικού «Συνδέσμου Κοινωνικής Πολιτικής» (που προωθούσε την ιδέα του «κρατικού σοσιαλισμού»: ριζοσπαστική κοινωνική πολιτική μεταρρυθμίσεων με όργανο το κράτος). Από το 1908 εξέδιδαν την Επιθεώρησι των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, το 3ο τεύχος της οποίας κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1909, λίγο μετά την έκρηξη του κινήματος στο Γουδί.

____________

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1076&itemid=29


Κυριακή 30 Μαΐου 2021

Άγνωστες πτυχές της ζωής του Κωσταντίνου Χατζόπουλου

 Εισήγησή μου (που τελικά δεν διαβάστηκε γιατί αποφάσισα να μιλήσω ελέυθερα) στην τηλεδιάσκεψη με θέμα «Κωσταντίνος Χατζόπουλος: Ο πρωτοπόρος λογοτέχνης και αστός επαναστάτης» που έγινε το Σάββατο 22 Μαΐου 2021 και ώρα 8:00μ.μ.

Η επετειακή διαδικτυακή εκδήλωση για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο, συνδιοργανώθηκε από το Σωματείο «Acheloos GrowUp», την Εθελοντική Ομάδα «ΕΠΠΙ-ΔΡΟΥΜΕ» και την Ένωση Ρουμελιωτών Νέας Ιωνίας Αττικής.

«Άγνωστες πτυχές της ζωής του Κωσταντίνου Χατζόπουλου» -  Ιωάννης Χατζόπουλος

Καλησπέρα σας, σας ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε και μου δίνετε την ευκαιρία  να μιλήσω.  Άρχισα ν΄ασχολούμαι με την ιστορία της οικογένειας Χατζοπούλου τα τελευταία χρόνια, η πανδημία και το lockdown μου έδωσαν το έναυσμα και την ευχέρεια χρόνου να εντρυφήσω διεξοδικότερα και σε βάθος. Είμαι γιος του Πάνου Χατζοπούλου και εγγονός του Γιώργου Χατζόπουλου, αδελφού του Κώστα, Αλεξάνδρας, Δημήτρη, Ασπασίας και Ζαχαρία Χατζόπουλου. Ο πατριάρχης της οικογένειας ήταν ο Ιωάννης Χατζόπουλος, έμπορος από το Βάλτο.


Ο Κώστας Χατζόπουλος με  το ριζοσπαστικό και πρωτότυπο έργο του επισκίασε τους άλλους λογοτέχνες Χατζόπουλους σε σημείο που να είναι σήμερα πρακτικά άγνωστοι και παραμερισμένοι. Κι όμως άφησαν σημαντικό έργο, ιδιαίτερα ο Δημήτρης, αλλά και ο Ζαχαρίας, η Σέντα, κόρη του Κώστα , ακόμη και ο Πάνος Χατζόπουλος. Τα τελευταία χρόνια έχουν βγει βέβαια μερικά  βιβλία για το Δημήτρη Χατζόπουλο (ήταν γνωστός και με το ψευδώνυμο Μποέμ, Πεζοπόρος, Αθηναίος, κ.α.) το έργο του όμως δεν έχει ακόμη σταχυολογηθεί και είναι σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένο.  Ο  Ζαχαρίας Παπαντωνίου -για να έχουμε έτσι μια ιδέα-  έγραφε (1) ότι τα πρώτα χρόνια δεν κατάφερνε να ξεχωρίσει διαβάζοντας τα γραπτά του  Κώστα από αυτά του Μήτσου Χατζόπουλου, είχανε τον ίδιο λόγο, την ίδια πνοή.

Συνοψίσω ένα σύντομο βιογραφικό του Κώστα Χατζόπουλου: γεννήθηκε στο Αγρίνιο στις 11 Μαΐου 1868 και απεβίωσε στις 20 (ή 22) Ιουλίου 1920. Πρωτοπόρος δημοτικιστής και σοσιαλιστής, ήταν ένας από μεγαλύτερους Έλληνες λογοτέχνες της εποχής του.

Η οικογένειά του ήταν συντηρητικών αρχών και αυτός, όπως και τα αδέλφια του μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με τέτοια ιδανικά. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και δικηγόρησε στο Αγρίνιο για μερικά χρόνια. Αργότερα μετακόμισε στην Αθήνα όπου άρχισε ασχολείται με τη λογοτεχνία.

Το 1897 πήρε μέρος στον ατυχή πόλεμο, συγκλονίστηκε, ωρίμασε  μέσα του η πρώτη μεταστροφή, Απογοητεύτηκε από την κενή πατριδολατρία, εγκατέλειψε το μεγαλοϊδεατισμό  και την εθνικοφροσύνη. Το διήγημα «Αντάρτης» (1907)  αντικατοπτρίζει αυτή του τη μεταστροφή.

Το Νοέμβρη του 1898, με δικά του προσωπικά έξοδα άρχισε την έκδοση του περιοδικού «Τέχνη», περιοδικού που ήταν σταθμός  στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων, γραμμένο εξ΄ολοκλήρου στη δημοτική, με περιζήτητους συνεργάτες. Στην «Τέχνη» έγραψαν όλα τα μεγαλύτερα ονόματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Ξενόπουλος, Νιρβάνας, Θεοτόκης, Παλαμάς, Ψυχάρης, Επισκοπόπουλος, Γρυπάρης, Καρκαβίτσας, Μαλακάσης, Καμπύσης. Το ότι το περιοδικό ακολουθούσε καθαρά προοδευτική γραμμή στο γλωσσικό ζήτημα δεν πρέπει όμως να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ήταν τέτοια και η ιδεολογική του κατεύθυνση. Σκοπός της «Τέχνης» ήταν η εισαγωγή του νιτσεϊσμού, του ελιτισμού και εκλεκτισμού στην ελληνική πραγματικότητα. Ήταν φανερός και απροκάλυπτος  ο θαυμασμός για την λυρική απολυταρχική φιλοσοφία του Νίτσε, για  το εθνικιστικό κήρυγμα του Ντανούντσιο, για τον γερμανικό αυταρχισμό - μιλιταρισμό που ήταν προπομπός του ναζισμού.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε σε αυτό το σημείο το γεγονός  ότι οι αδελφοί Χατζόπουλοι ήταν γερμανόφωνοι και γερμανολάτρες. Προγραμμάτισαν την σπουδή της γερμανικής γλώσσας γιατί είχαν αποφασίσει να ταξιδέψουν και ίσως να εγκατασταθούν στη Γερμανία. Ο Κώστας έμαθε τα γερμανικά σε βάθος, όταν ακόμη ήταν στο Αγρίνιο έψαχνε να βρει τις πιο απίθανες εκφράσεις για να τις μεταφράσει πιστά στα γερμανικά, κάποια φορά είχε βάλει σε δύσκολη θέση το δάσκαλό του γιατί ζητούσε να μάθει πως θα  μπορούσε να ειπωθεί «φτουσκουλικομυρμιγκότρυπα» στα γερμανικά…

Το Γενάρη του 1899 ήρθε σε περιοδεία στην Ελλάδα ο Ντανούντσιο με την Ελεονορα Ντούζε, που ήταν τότε στο μεσουράνημά της, η οποία έδωσε μερικές παραστάσεις και στην Αθήνα (2). Σημειωτέον ότι η Ντούζε μιλούσε και έπαζε μόνο στα ιταλικά, εκ τούτου οι Έλληνες θεατές δεν κατάλαβαν πολλά απ΄όσα άκουσαν. Παρόλαυτά σύσσωμοι οι συνεργάτες της «Τέχνης» έγραψαν διθυραμβικά σχόλια και κριτικές. Ο Νιρβάνας υπερέβαλε στα θυμιατά, ο Παλαμάς είδε την τέχνη που κατά τη γνώμη του δεν είχε γραφτεί για τους πορτιέρηδες και το λαουτζίκο (3), παρασύρθηκε ακόμη και ο Ξενόπουλος(4), όλοι ακολούθησαν.

Στην αρχή μόνο ο Καρκαβίτσας και ο Εφταλιώτης αντέδρασαν στον «ιμπσενογερμανισμό», όπως ονόμασε αυτή τη μόδα ο Ψυχάρης, που ανήκε βέβαια στο γαλλόφωνο-γαλλόφιλο στρατόπεδο και ήταν ενστικτωδώς αντίθετος σε οποιαδήποτε γερμανική ή βόρεια διείσδυση στην Ελληνική κουλτούρα. Σιγά σιγά οι συνεργάτες του περιοδικού διαφοροποιήθηκαν, απομακρύνθηκαν, η «Τέχνη» τελικά κατάφερε να βγάλει μόνο 12 τεύχη και να κλείσει. Όπως έγραψε ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το  1960 “…Ή «Τέχνη» είχε βάλει στο πρόγραμμά της να μην κατέβει στο επίπεδο του λαού, γι΄αυτό και εγκαταλείφθηκε και από τους συνεργάτες της και από το κοινό”.(5)

Ο Κ. Χατζόπουλος έζησε στη Γερμανία για σειρά ετών (το 1900-1901 και από το 1905 μέχρι το 1914). Η παραμονή στη Γερμανία στάθηκε καταλυτική γι΄αυτόν και για τον αδελφό του Μήτσο, οι αδελφοί Χατζόπουλοι έφυγαν από την Ελλάδα καϊζερικοί, μπισμαρκικοί, αντιδραστικοί, και γύρισαν ανατρεπτικοί, αντιμοναρχικοί και σοσιαλιστές (1).

Ο Χατζόπουλος σταδιακά εγκατέλειψε το νιτσεισμό (6),  ήρθε σε επαφή με τους γερμανικούς προοδευτικούς κύκλους, και γρήγορα προσχώρησε στο σοσιαλισμό.

Τις 28 Οκτώβρη του 1907 δημοσίεψε στο «Νουμά» με υπογραφή Πέτρος Βασιλικός  «Το Κοινωνικό μας Ζήτημα», άρθρο που ανέλυε την κατάσταση στην Ελλάδα και πρότεινε μια ριζική, επαναστατική αλλαγή προς όφελος των εργαζομένων μαζών. Σε μια σημείωση όμως διευκρίνιζε πως  “… όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ να πάρη ο λαός τα όπλα στα χέρια. Μεταχειρίζομαι τη λέξη στη νεώτερη, κοινωνική της σημασία».

Το 1908 δημοσίεψε σε συνέχεις στην Εφημερίδα «Εργάτης» του Βόλου το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» στα ελληνικά, έγραψε πληθώρα άρθρων για το σοσιαλισμό που δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής. Το 1909 ίδρυσε στη Γερμανία τη Σοσιαλιστική Δημοτιστική Ένωση. Το 1911 του προτάθηκε να κατέβη στην Ελλάδα για να ηγηθεί του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθήνας αλλά αρνήθηκε, αντιπροτείνοντας τον αδελφό του Δημήτρη που τελικά έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη.

Το 1914, με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου επέστρεψε στην Ελλάδα και τον πρώτο καιρό προσπάθησε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική.  Γρήγορα απογοητεύτηκε και σταδιακά απομακρύνθηκε από τα άμεσα σοσιαλιστικά ιδεώδη.  Σε γράμμα που έγραψε στον Ν. Γιαννιό εξηγούσε τους λόγους: «… Σκέφτηκα το πράμα καλύτερα. … Το κήρυγμα του σοσιαλισμού κατά ξένα πρότυπα είναι πρόωρο ακόμη για το ρωμιό εργάτη. Το πρώτο που του χρειάζεται είναι να μάθει να διαβάζει και να γράφει και να παίρνει μερικά ηθικά μαθήματα. Είναι η πίστη που σχημάτισα τώρα που γνώρισα από κοντά την πραγματικότητα». (7)

Πολλοί κατηγόρησαν αργότερα την κόρη του ποιητή, Σέντα, ότι αρνιόταν το ότι ο πατέρας ήταν ποτέ σοσιαλιστής.  Η Σέντα Χατζοπούλου είχε την άποψη της, που την είχε εκφράσει με σαφήνεια στο γράμμα που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» (τεύχος 939 σελ. 1185 της 15/8/1966) «… (ο πατέρας μου) εργάστηκε με πάθος και αφοσιώθηκε με την ψυχή και το μυαλό σε μελέτες κοινωνιολογικές και η αφοσίωσή του στον παγκόσμιο σοσιαλιστικό αγώνα ήταν πεποίθησή του και ιδεαλισμός καθαρός. Γι΄αυτό και η πικρία του και η απογοήτευσή του έπειτα, ήταν η απογοήτευση ενός ανθρώπου με ιδανικά που έστεκε πάνω από προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα».

Ο Κ. Χατζόπουλος ήταν άνθρωπος ξεχωριστός αλλά και ιδιόρρυθμος, είχε παραξενιές που ξένιζαν όσους δεν τον γνώριζαν. Ο Ν. Γιαννιός μιλάει «νευρασθένεια» (7), ο Δημήτρης Γληνός για «υστερισμό» (8), πιστεύω ότι οι χαρακτηρισμοί είναι υπερβολικοί. ‘Όπως και όλοι οι Χατζόπουλοι, ήταν σίγουρα ευκολοσυγκίνητος, ανυπόμονος, και «τσαντίλας». Έπασχε από τη λεγόμενη “Ελβετική ειλικρίνεια”, δεν κατάφερνε να είναι διπλωματικός, να σωπαίνει όταν κάτι δεν τού πήγαινε. Είχε μανία με το “ ν “ στο όνομα του, απαιτούσε να γράφεται Κωσταντίνοςκαι όχι Κωνσταντίνος, είναι θρυλικοί οι τσακωμοί και διαξιφισμοί με τους τυπογράφους που από απροσεξία τολμούσαν να γράφουν λάθος το όνομά του. Το πρώτο καιρό που έπαιρνε μέρος στις συνεδριάσεις του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών του δινόταν συνήθως η θέση του προέδρου. Σε κάποια συνεδρίαση έτυχε και οι περισσότεροι ομιλητές που δεν ήταν βέβαια άνθρωποι των γραμμάτων, ΚωΝσταντίνο τον ανέβαζαν, ΚωΝσταντίνο τον κατέβαζαν. Στην αρχή προσπάθησε να συγκρατηθεί, ζήτησε με ήπιο τόνο να μην  το προσφωνούν με το όνομά του λανθασμένο, αλλά οι αδαείς το χαβά τους, συνέχιζαν με  το «ν»… Κάποια στιγμή στα «επι της διαδικασίας» ανακοίνωσε στα σοβαρά ότι θα έπνιγε τον επόμενο που θα τον φώναζε ΚωΝσταντίνο…!. Κόκκαλο η αίθουσα…

Ειρωνεία της τύχης, μία σειρά από ιστοσελίδες όπως το  ekebi.gr, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου,  biblionet.gr, hellenicaword.com, epoxi.gr,  sansimera.gr, τον έχουν καταχωρημένο σαν “Κωνσταντίνο”…

Ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε,

Γ. Χατζόπουλος

 

(1) Ζαχ. Παπαντωνίου “Δημ. Χατζόπουλος - Μποέμ”, Νέα Εστία 15 Οκτωβρίου 1936

(2 ) Η Ελεονόρα Ντούζε το Γενάρη του 1899 έδωσε στην Αθήνα 4 παραστάσεις, με έργα Σούντερμαν, Ίψεν και Δουμα υιού. Η απήχηση στο κοινό ήταν περιορισμένη. Ο «Παρνασσός»  οργάνωσε εσπερίδα με τον Ντανούντσιο που είχε μεγάλη επιτυχία.

(3)  Στην «Τέχνη» του Φλεβάρη 1899  ο  Κ. Παλαμάς έγραψε: “... εκείνους που χαίρονται την υψηλή τέχνη με την ολόφωτη διάνοια, και όχι με τη νοημοσύνη των πορτιέρηδων” και σε άλλο τεύχος “... ποιήματα και φιλοσοφήματα που πρώτα μίλησαν όχι στα τυφλά σκλαβωμένα πλήθη, αλλά στο διαλεχτό λαό των ελευθέρων δυνατών”.  Στο Άστυ της 22 Φεβρ. 1899 ο Π. έφτασε στο σημείο να γράψει “... εις εποχήν καθ΄ήν αι περί ι σ ό τ η τ ο ς αρχαί αναγνωρίζονται ως παιδαριώδεις χίμαροι, άγνωστοι και εις τον φυσικόν και εις τον κοινωνικόν νόμον”.

(4) Πάντα στην «Τέχνη» του Φλεβάρη 1899  Ο  Γ. Ξενόπουλος έγραψε: “…φοβηθήκαμε μήπως η μεγάλη τέχνη της Ντούζε  ήθελε κάμη καταληπτό στους χυδαίους το αριστούργημα της νεώτερης δραματικής τέχνης”,  “(τα) προνομιούχα μάτια, ... οι εκλεκτοί  ευφραίνονται  και αναπνέουν και ενθουσιάζονται και αναζούν!”.

(5) Μ. Μ. Παπαϊωάννου “Το περιοδικό «Τέχνη» και η πάλη των ιδεών στην Αθήνα στο τέλος του 19ου αιώνα”, «Επιθεώρηση Τέχνης» 63-64 Απρίλης 1960.

(6) Το 1915 δημοσίεψε το διήγημα «Υπεράνθρωπος” που σατίριζε τους νιτσεϊστές στην Ελλάδα.

(7) Ν. Γιαννιός «Ο Χατζόπουλος σοσιαλιστής», Νουμάς 696, 8 Αυγούστου 1920.

(8) Δ. Γληνός «Η ομορφιά μιας ηθικής αξίας»,  Νουμάς 696, 8 Αυγούστου 1920

 

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΛΙΤΣΑ

Αθήνα 16-4-2021

Αγαπητέ μου Γιάννη,

κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την αδελφή μου Τσούπρου Σπανοπούλου που κατοικεί στην Χαλκίδα και την επιθυμία σου να πληροφορηθείς ιστορίες και γεγονότα συνδεδεμένα με την οικογένειά σου, αποφάσισα να σου παραθέσω τα παιδικά μου βιώματα που σχετίζονται με τη ζωή μου στο Αγρίνιο και γενικά με την οικογένεια των παππούδων σου.

Ονομάζομαι Ιουλία Παπαδοπούλου το γένος Σπανοπούλου, γεννήθηκα το 1941 και έμεινα στην πλατεία Χατζοπούλου, συγκατοικούσα στο ίδιο σπίτι πάνω-κάτω με τους παππούδες σου Γιώργο και Σοφία, τον πατέρα σου και τις αδελφές του Φανή, Ελένη, Ειρήνη, Φιφή και Μάρθα.

Εγώ και τα τέσσερα αδέρφια μου, δύο κορίτσια και τρία αγόρια, γεννηθήκαμε σε αυτό το σπίτι και ζήσαμε τα περισσότερα χρόνια της ζωής μας μία ζωή γεμάτη ανεμελιά, χαρά, παιχνίδι και άρρηκτα συνδεδεμένα με την οικογένειά του πατέρα σου. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν στο παρελθόν και ας βρεθούμε στην πλατεία Χατζοπούλου, στο μεγάλο Αρχοντικό, στο αξέχαστο σπίτι μας, αφού στο ισόγειο έμενε η δική μου οικογένεια και στον πάνω όροφο οι παππούδες σου.

Ας ανοίξουμε λοιπόν την μεγάλη ξύλινη πόρτα που το βράδυ έκλεινε από μέσα με μία βαριά σιδερένια μπάρα, δεν νομίζω όμως να έκλεισε ποτέ καθότι οι πόρτες εκείνης της εποχής έμειναν όλο ανοιχτές μέρα-νύχτα.

Αχ Θεέ μου! ανοίγει η μεγάλη πόρτα και βρισκόμαστε σε μία -όχι μεγάλη- αλλά μιά τεράστια πλακόστρωτη αυλή, στην άκρη παρτέρια με νυχτολούλουδα και σκορπισμένες μέσα σε αυτή τρεις αποθήκες-πλυσταριά. Ένα από αυτά, το πιο καλοδιατηρημένο, υπήρξε η παιδική μας θεατρική σκηνή, το μικρό μας θέατρο. Καλλιτεχνικός διευθυντής, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ποιος άλλος; εγώ. Όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες στα χέρια μου: ηθοποιοί όλες οι μικρές μας φίλες που τα σπίτια τους ήταν γύρω γύρω από την πλατεία και είχαν επιφορτιστεί να φέρουν ότι καλό υπήρχε στα συρτάρια των σπιτιών τους, μεταξωτά υφάσματα, σεντόνια, κουρτίνες για την κατασκευή φορεσιών, εγώ στην κυριολεξία είχα αδειάσει τα συρτάρια της μητέρας μου.

Η Λίτσα Σπανοπούλου με τη "στολή της Αμαλίας"  που επιδιόρθωσαν για την παρέλαση ο πατέρας μου και η Μάνθα Χατζοπούλου.  Φωτογραφία Ξυθάλη του 1952 (υπολογισμοί δικοί μου).  

Φαντάζεσαι λοιπόν τι γινόταν όλη την ημέρα στην αυλή, πρόβες, φασαρία, τσακωμοί έως ότου έρθει η πολυπόθητη ημέρα της πρεμιέρας όλη η γειτονιά στο πόδι, που στο τέλος η γιαγιά σου δεν αντέχει άλλο έβγαζε το κεφάλι της στο παράθυρο της κουζίνας και φώναζε: “Λίτσα α α α ... πάλι μάζεψες όλη τη γειτονιά στην αυλή!”
Θεατρόφιλο κοινό ήταν οι υπόλοιποι μικροί μας φίλοι που δεν είχαν την τύχη να λάβουν μέρος στην παράσταση και ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν εισιτήριο, ίσως είχα κάποια έφεση στα καλλιτεχνικά, είχα το ίδιογονίδιο του πατέρα μου ο οποίος ήταν θεατρόφιλος και φανατικός λάτρης της κλασικής μουσικής με αγαπημένο του μουσικό τον Βέρντι. Ηθοποιός έγινε η κόρη μου, αναγνωρισμένη στην Ελλάδα.

Το πλυσταριό αυτό διαμορφωνόταν ανάλογα των περιστάσεων, πότε γινόταν χοροδιδασκαλείο και πότε διδασκόταν παραδοσιακοί χοροί: μπάλος, συρτός και λοιπά, πότε εκκλησιαστικός χώρος αφού γινόταν τελετές βαπτίσεων, αρραβώνων και γάμων με πρωταγωνιστές τα μικρά μας αδέλφια και τις μικρές μας φίλες με κουφέτα και γλυκά που αγόγγυστα ετοίμαζε η μητέρα μου.
Μόλις τελείωνε η δική μου θεατρική σεζόν ανέβαιναν τα σκηνικά του καραγκιόζη με παραγωγούς τα μικρά μας αδέλφια και σκηνικά και κατασκευή φιγούρων αποκλειστικά δική τους. Το κοινό, πάντα οι μικροί μας φίλοι: “οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ” - πλατεία Χατζοπούλου.
Μέσα σε αυτή την αυλή υπήρχε ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο σπίτι του πατέρα σου/Αρχικά υπήρχε μία μεγάλη σκεπαστή λότζα βεράντα με γλάστρες και ένα μεγάλο καναπέ που καθόταν ο παππούς σου και με είχε επιφορτίσει να το διαβάζω καθημερινά τον “Τσακιτζή” αληθινό ήρωα της Μικράς Ασίας που δημοσιευόταν σε σειρές στην εφημερίδα. Το σπίτι αυτό ήταν και δικό μας σπίτι αφού όλη την ημέρα ήμασταν πάνω-κάτω το δε μεσημέρι που όλοι κοιμόταν εμείς βρίσκαμε καταφύγιο στο μικρό καμαράκι. Εκεί μέσα ήταν ο κρυμμένος θησαυρός: μέσα από παλιά σεντούκια βγάζαμε άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες, την αλληλογραφία του ποιητή με άλλους λογοτέχνες, πολύτιμα αντικείμενα, λαϊκές ενδυμασίες καθώς και η “στολή της Αμαλίας” που την φόρεσα και εγώ μετά από ολονύχτια εργασία του πατέρα σου και της Μάρθας για να επιδιορθώσουν το φέσι που είχε χαλάσει για να το φορέσω εγώ την άλλη μέρα στην παρέλαση καθότι ήμουν παραστάτης. Τη στολή αυτή την φόρεσε και η Σέντα Χατζοπούλου, σήμερα βρίσκεται στο Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών.

Γενικά όμως το Αγρίνιο είχε αρκετά υψηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο καθότι λειτουργούσαν δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, μορφωτικοί σύλλογοι, φιλαρμονική στην οποία ήταν μέλος και ο αδερφός μου με ειδικότητα στο όργανο όμποε, σχολεία, γυμνάσιο αρρένων και θηλέων, εμπορική σχολή, ευεργετήματα των μεγάλων βιομηχανιών καπνού Παπαστράτου, γόνων Αγρινίου εξ΄ου και οδός Παπαστράτου, Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια κλπ. Η καλλιέργεια του καπνού είχε τονώσει την οικονομία της πόλης αφού λειτουργούσαν πολλές καπναποθήκες επεξεργασίας καπνού όπου απασχολούνταν εκατοντάδες άνθρωποι καθημερινά.

Το Αγρίνιο είχε ονομαστεί η πόλις του Κροίσου”, ο καπνός καλλιεργούνταν σε ένα μικρό προάστιο, το Ζαπάντι, παλιά τουρκοκατοικημένο, έως σήμερα διασώζεται το τζαμί. Στο προάστιο αυτό υπήρχαν σπίτια εύπορων οικογενειών που διέθεταν πολλά κτήματα για την καλλιέργεια του καπνού. Μεταξύ αυτών του παππού σου και τον πατέρα μου. Εκεί περνούσαμε τα καλοκαίρια μας, το δικό μας σπίτι ήταν μία μικρή έπαυλη ακριβώς στο κέντρο του μεγάλου κτήματος, με ξύλινα στολίδια εξωτερικά και επικλινή σκεπή ήταν διώροφο με εσωτερική ξύλινη σκάλα και παράθυρα από όλα τα σημεία του ορίζοντα από όπου βλέπαμε το σπίτι του παππού σου και κάθε πρωί φωνάζοντας δυνατά τους καλημερίζαμε: “γιαγιά Σοφία α α α” “Μάρθα α α” “Ελένη η η”, άμεσα μας ανταπέδιδαν την καλημέρα.

Αυτόν τον τύπο του σπιτιού τον είδα για πρώτη φορά στα αγροκτήματα της Ιταλίας σε κάποιο ταξίδι που έκανα εκεί και αναφώνησα: “το σπίτι μου ... το σπίτι μου”!

Ο πατέρας μου μου διηγήθηκε πως όταν τελείωσε το κτίσιμο του σπιτιού ο παππούς μου μίσθωσε όλες τις άμαξες στο Αγρίνιο για να μεταφέρουν δωρεάν όσους ήθελαν να το δουν. Η φιλαρμονική παιάνιζε όλη την ημέρα, ο κόσμος έτρωγε και έπινε, τραγουδούσε και χόρευε. 'Οπως βλέπεις συμπορευτήκαμε όλη μας τη ζωή με την οικογένειά του πατέρα σου, μαζί τους χειμώνες, μαζί και τα καλοκαίρια.

Η θεία σου η Ειρήνη ήταν η καλύτερη μοδίστρα του Αγρινίου και είχαμε επιστρατευθεί εγώ και ο μεγάλος μου αδερφός να μεταφέρουμε τα έτοιμα ρούχα στα σπίτια των πελατών με αντάλλαγμα φιλοδωρήματος άλλοτε μικρού και άλλοτε μεγάλου. Πελάτισσες; η γυναίκα του δημάρχου, οι γυναίκες των βιομηχάνων αλλά και των εμπόρων καπνού που κατά καιρούς ερχόταν για την αγορά του και επέλεγαν την Ειρήνη για το ράψιμο τουαλετών που θα φορούσα στις χοροεσπερίδες. Εμένα προσωπικά η Ειρήνη μου έραψε μία ωραιότατη στολή για το γυμνάσιο αφού υποχρέωσε την μητέρα μου -η οποία βέβαια δεν είχε αντίρρηση- να αγοράσει το καλύτερο ύφασμα και έτσι και έγινε. Εγώ ήμουν πάλι περήφανη αφού όλες οι φίλες μου με ρωτούσαν ποιος μου την έφτιαξε.

Ας τελειώσουμε με ένα ευτράπελο περιστατικό. Ο παππούς σου Γιώργος ένα βράδυ δεν είχε ύπνο και ήταν και πολύ ανήσυχος. Άρχισε να χτυπάει με τη μαγκούρα δυνατά το σανιδένιο πάτωμα και να ζητάει από την γιαγιά σου να πάει στο γιατρό εκείνη την ώρα -ήταν βέβαια αργά το βράδυ- και να του φέρει φάρμακο για να κοιμηθεί. Η γιαγιά σου, γυναίκα με μεγάλη υπομονή και στωικότητα, του εξήγησε πως ήταν πολύ αργά για το γιατρό αλλά ο παππούς σου δεν άκουγε τίποτα και επέμενε. Κατέβηκε τότε στη μητέρα μου -υπήρχε εύκολη πρόσβαση στο σπίτι μας από την πόρτα της κουζίνας που έβλεπε την αυλή- και ζήτησε τη βοήθειά της. Εμείς βέβαια κάτω είχαμε ακούσει τις μαγκουριές στο ταβάνι μας και είχαμε καταλάβει. Η μητέρα μου, πολύ ευρηματική, είπε στον παππού σου να μην στεναχωριέται γιατί θα τακτοποιούσε αυτή το θέμα αμέσως. Πράγματι έβαλε το τηγάνι στη φωτιά, έριξε αλεύρι, μέλι, και δεν θυμάμαι τι άλλο και έφτιαξε μικρά στρογγυλά σουβλάκια, τα έριξε σε ένα μικρό μπουκαλάκι και ανέβηκε πάνω. Ο παππούς σου ήταν ακόμη μαινόμενος ταύρος. Τον ενημέρωσε πώς δήθεν πήγε η ίδια στο γιατρό και πήρε το φάρμακο. Του έδωσε να πιει ένα μικρό σβωλάκι και του επέστησε την προσοχή να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες του γιατρού. Σε λίγη ώρα ο παππούς σου είχε ηρεμήσει και διαβεβαίωσε τη μητέρα μου πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το καλό που του έκανε την ευχαριστούσε συνέχεια ώσπου βυθίστηκε σε ένα βαθύ παιδικό ύπνο. Καταλαβαίνεις τι έγινε τότε, γέλια, γέλια, χωρατά, το περιστατικό αυτό ήταν καθημερινή συζήτηση για μέρες στο απογευματινό καφεδάκι που η γιαγιά σου σχεδόν κάθε μέρ κατέβαινε να πάρει στο σπίτι μας.

Αγαπητέ μου Γιάννη, πιστεύω να σε ταξίδεψα νοερά όσο το δυνατόν στο παρελθόν και να γεύτηκες κάπως την ατμόσφαιρα και τη ζεστασιά του σπιτιού του πατέρα σου,

στέλνω χαιρετισμούς στην οικογένειά σου και ολόθερμες ευχές σε όλους σας για το επερχόμενο Πάσχα!

Αν χρειάζεσαι κάτι άλλο και μπορώ να βοηθήσω θα το κάνω με μεγάλη χαρά και προθυμία.

Σας φιλώ όλους με πολύ αγάπη

Ιουλία

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Karl Åke Slöör, ο πρώτος σύζυγος της Σέντας Χατζοπούλου

Στο αφιέρωμα που έκανε στον Κώστα Χατζόπουλο το περιοδικό “Ελληνική Δημιουργία” το 1952 (τεύχος 102) ο Σπύρος Μελάς έγραφε τα εξής:
“... Μεσημέρι στη Στοκχόλμη, στο φιλόξενο σπίτι της όμορφης κυρίας Σέντας Σλερ – κόρης του Χατζόπουλου, που στάθηκε η λατρεία του – παίρναμε το πρόγευμα με το σύζυγό της, έναν ευγενέστατο φιλλανδό και τη μητέρα της, τη χήρα του συγγραφέα (Σάννυ Χάγκμαν), γηραιά καλλιτέχνιδα του χρωστήρα, μιά ύπαρξη αγγελική...”
Ένας ευγενέστατος φιλλανδός... (με την τότε ορθογραφία η λέξη γραφόταν με δυο φ) η μοναδική  μνεία γι'αυτόν στο  άρθρο.
Ο Περικλής Δρίβας (ο επόμενος σύζυγος της Σέντας, που τον παντρεύτηκε όταν χήρεψε απο τον Όκε) μου έλεγε συχνά -και εμπιστευτικά- ότι ο προκάτοχός του “...ήταν ένας λαπάς”.
“Ενας ήπιος, χαμηλών τόνων άνθρωπος”, ήταν η εντύπωση που αποκόμισε γι΄αυτόν ο Δημήτρης Γιάκος, όταν τον γνώρισε  το 1956, επ΄ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Κώστα Χατζόπουλου στο Αγρίνιο.
Αυτή την εντύπωση έδινε ο Όκε σε όποιον τον γνώριζε: σοβαρός, επιφυλακτικός, μετρημένος, ευγενικός,  Σ΄αυτό πιθανώς βοηθούσε και η βόρεια καταγωγή και νοοτροπία του, ή το ότι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου τα ελληνικά οπότε βρισκόταν μονίμως σε μια κατάσταση αναμονής με τον συνομιλητή του.
Η ιδέα που είχα εγώ για τον Όκε ήταν κάπως διαφορετκή: κάποια φορά, σχεδόν παιδί ακόμη, στην καθιερωμένη επίσκεψη στη θεία Σέντα, με καταγοήτεψε όταν με μεγάλο καμάρι μου έδειξε τη συλλογή του από σπαθάκια -φαντάζομαι του φιλανδικού στρατού-  το ένα διαφορετικό από τα άλλο, όλα τέλεια στιλβωμένα και κοφτερά, φυλαγμένα επιμελώς σε μιά πλουμιστή δερμάτινη θήκη. Εκείνη την εποχή βέβαια δεν είχα το μυαλό να αναρωτηθώ πως μπορούσε κανείς να περάσει από τα σύνορα τέτοια φονικά εργαλεία. 

Τα φαινόμενα λοιπόν απατούσαν παντελώς, ο Όκε έζησε μια ζωή περιπετειώδη και πολύπλοκη, με ορισμένες αμφιλεγόμενες και σκοτεινές πτυχές.

30 Σεπτεμβρίου 1956, ημέρα των αποκαλυπτήριων της πρώτης προτομής του Κ. Χατζόπουλου.  Από αριστερά: Η Μάνθα  Χατζοπούλου, ο Όκε Σλέερ και η Σέντα Χατζοπούλου. Φωτο από το αρχείο της Μαργαρίτας Παπαστάμου Λαχανά.

Ο Karl Åke Slöör (Καρλ Όκε Σλέερ) γεννήθηκε στο Ελσίνκι το 1898, ήταν γόνος ευκατάστατης και ισχυρής φιλανδικής οικογένειας  (ο πατέρας του ήταν διευθυντής του Κρατικού Θησαυροφυλακίου) και από νεαρότατος ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, φοιτώντας σε τρεις στρατιωτικές σχολές, το 1930 έγινε Γενικός Επιτελικός Αξιωματικός και αργότερα υπηρέτησε για πέντε χρόνια σαν στρατιωτικός ακόλουθος σε φιλανδικές πρεσβείες σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης.  Από το 1937 έως το 1940 ήταν υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας Kyösti Kallio και για την περίοδο 1940-41 του Πρόεδρου Risto Rytti. Το 1941, συνταγματάρχης πλέον, διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος εξωτερικών του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Το 1944 (με τη συνθηκολόγηση της Φιλανδίας) παραιτήθηκε και εργάστηκε στον ασφαλιστικό κλάδο. Πέθανε το 1974.

Το 1922 γνώρισε σε φιλικό σπίτι την κόρη του Κώστα Χατζόπουλου, Σέντα, που μετά το θάνατο του πατέρα της ζούσε με τη μητέρα της στη Φιλανδία.  “Όταν τον είδα για πρώτη φορά” μου εκμυστηρεύτηκε η Σέντα εξήντα χρόνια αργότερα, “ένοιωσα την καρδιά μου να σταματάει, πάγωσα, σκέφτηκα μέσα μου: αυτός είναι, αυτός είναι ο άνδρας της ζωής μου...”. Με την ομορφιά της, τη μόρφωση και τους καλούς της τρόπους τον κατάκτησε αμέσως, παντρεύτηκαν την ίδια χρονιά. Το 1926 γεννήθηκε και ή άτυχη κόρη τους, Υβόννη.

 Η οικογένεια Σλέερ το 1938 στη Φιλανδία: Όκε, Σέντα και η μικρή Υβόννη. Αξιοσημείωτη η πόζα του Όκε. Από το αρχείο του Κώστα Μεντή.

Τα πρώτα χρόνια ζούσαν στο Ελσίνκι, από το 1933 όμως, όταν ο Όκε διορίστηκε στρατιωτικός ακόλουθος στην φιλανδική πρεσβεία στη Βαρσοβία  μεταφέρθηκαν εκεί, δύο χρόνια αργότερα στο Βουκουρέστι και κατόπιν στην Πράγα. Αυτά τα 4-5 χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα αλλά και τα πιο διασκεδαστικά για τη Σέντα. Είχε την ευκαιρία να ζήσει σε διαφορετικές χώρες, να συναναστραφεί τις οικογένειες των άλλων διπλωματικών σωμάτων, να διευρύνει ακόμη περισσότερο τους ορίζοντες της. Όμως υπήρχαν και οι κίνδυνοι και οι αντιξοότητες. Θα ήταν ανοησία να πιστεύουμε ότι ο ρόλος ενός στρατιωτικού ακόλουθου σε μια ξένη χώρα ήταν – και είναι -  το πως να βρεθούν εισφορές για το ταμείο απόρου κορασίδος. Η εποχή ήταν περίοδος μεγάλων ανακατατάξεων στην Ευρώπη και τον κόσμο, μόλις είχε ανεβεί ο ναζισμός στη Γερμανία, στην Ισπανία ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος, οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης ήταν υπό πίεση, μετά από λίγο η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία ενσωματώθηκαν στο Τρίτο Ράιχ, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν προ των θυρών. Ο Όκε λοιπόν μπερδευόταν σε μυστήριες υποθέσεις, έφευγε σε αποστολή και έλειπε από το σπίτι για εβδομάδες, κάτι περίεργοι κλέφτες στην Πράγα τους έκαναν το σπίτι άνω κάτω χωρίς να πάρουν φαινομενικά τίποτε, κάποια νεοαποκτημένη οικογενειακή φίλη απελάθηκε από την χώρα γιατί μάλλον ήταν κατάσκοπος, στο τηλέφωνο έπρεπε να είναι προσεκτικοί, τέλος πάντων δεν ήταν όλα μέλι γάλα.

1941, Ελσινκι: Ο Όκε Σλέερ με τον πρόεδρο της δημοκρατίας της Φιλανδίας Risto Rytti. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.europeana.eu.

Με την προαγωγή του σε υπασπιστή του Προέδρου της Δημοκρατίας η οικογένεια επέστρεψε στο Ελσίνκι, και έμειναν εκεί για όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η ρόλος του Όκε στον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν σημαντικός, από το 1941 μέχρι το 1944 διηύθυνε τις εξωτερικές σχέσεις στο Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Η Φιλανδία ήταν μιά ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους συμμάχους – δορυφόρους της ναζιστικής Γερμανίας. Σε αντίθεση όλες τις άλλες χώρες του ναζιστικού στρατοπέδου και για όλη τη διάρκεια του πολέμου είχε κυβέρνηση εκλεγμένη δημοκρατικά, με κοινοβούλιο που λειτουργούσε κανονικά και κυβέρνηση συνασπισμού Αγροτικού κόμματος - Σοσιαλδημοκρατών. Δεν υπήρξε ιδιαίτερος διωγμός των εβραίων ούτε έγιναν πογκρόμ. Βέβαια το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εκτός νόμου από το 1918, και οι δημοκρατικές διαδικασίες ήταν τέτοιες “δεδομένων των συνθηκών”, δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για ύπαρξη κράτους δικαίου όπως το εννοούμε σήμερα.  Η θειά μου η Σέντα έλεγε ότι αγνοούσε την ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την εξόντωση των εβραίων στη Γερμανία και στην κατεχόμενη Ευρώπη, τα έμαθε όλα μετά το τέλος του πολέμου. Έχω μεγάλες αμφιβολίες γι΄αυτό. Τόσα χρόνια που έζησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και δη σαν διπλωματικό σώμα είχαν κάθε δυνατότητα να ενημερωθούν αντικειμενικά. Υπήρξε και μιά δόση εθελοτυφλίας σε αυτή την αντιμετώπιση. Μην ξεχνάμε ότι η Σέντα είχε μεγαλώσει στη Γερμανία, είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της μιά απεριόριστη εκτίμηση, ένα νοσηρό θαυμασμό για τη γερμανική κουλτούρα που την έκανε να παραβλέπει οτιδήποτε το αρνητικό είχε να κάνει με αυτή τη χώρα.

Με το τέλος του πολέμου η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Στοκχόλμη, μαζί με τη μητέρα της Σέντας, και ο Όκε βρήκε δουλειά στον ασφαλιστικό τομέα. Πιθανώς αυτή η επιλογή  να επιβλήθηκε από τον φόβο μήπως υπάρξουν διώξεις με τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, λόγω του στρατιωτικού του παρελθόντος (όπως και αν είναι πολέμησε στο πλευρό των ναζιστών και μάλιστα από υψηλή θέση) αλλά μάλλον βλέπω συνομωσίες παντού.


Πηγές

https://fi.wikipedia.org/wiki/%C3%85ke_Sl%C3%B6%C3%B6r

https://www.google.com/url?sa=i&url=https%3A%2F%2Fwww.europeana.eu%2Fit%2Fitem%2F2021009%2FM012_HK19650812_232&psig=AOvVaw08fRb6S7A6R4ZFRPetYyjI&ust=1610398616681000&source=images&cd=vfe&ved=0CA0QjhxqFwoTCLiEvcCgku4CFQAAAAAdAAAAABAI

who is who Finland 1954
http://runeberg.org/kuka/1954/0813.html

 

 

  

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Η πρώτη προτομή του Κ. Χατζόπουλου

 Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 το δημοτικό συμβούλιο του Αγρινίου ενέκρινε ένα κονδύλι για το στήσιμο μιάς προτομής του Κώστα Χατζόπουλου. Με τη συνδρομή  των αδελφών Παπαστράτου και άλλων τελικά το έργο φιλοτεχνήθηκε από τον Κλέαρχο Λουκόπουλο και τις 30 Σεπτεμβρίου του 1956 έγιναν τα αποκαλυπτήρια. «Πλήθη λαού κατέκλυσαν τον πέριξ της πλατείας  χώρον» έγραψε την επομένη η «Νέα Εποχή», «παρέστησαν ο Αρχιμανδρίτης μετά ιερέων, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, ο Εισαγγελεύς και το Δικαστικόν Σώμα, οι κ.κ. Διοικηταί Χωροφυλακής και ΤΕΑ και οι λοιπαί Αστυνομικαί Αρχαί …  ομίλησαν ο κ. Δήμαρχος, … ο επίτιμος Δήμαρχος Μεσολογγίου κ. Ευαγγελάτος, ο Δημ. Γιάκος και ο Ν. Παπακωνσταντίνου απήγγειλε ΄Ας τη βάρκα΄... Η επί τούτω  εκ Σουηδίας αφιχθείσα κόρη του ποιητή μετά του συζύγου της και των λοιπών συγγενών της, κατείχον δεσπόζουσαν θέσην προ της προτομής… Μετά την αποκάλυψιν της προτομής υπό του κ. Δημάρχου, η κόρη του ποιητή κ. Ελένη Σλέερ ανελύθη εις λυγμούς και επροκάλεσεν βαθείαν συγκίνησιν εις το παριστάμενον πλήθος το οποίον ετήρει ευλαβικήν σιγήν». Τέλος καλό, όλα καλά, θάλεγε κανείς.

Πλατεία Χατζοπούλου, 30-9-1956

Έλα όμως ο Ύψιστος είχε στο νου του άλλα σχέδια γι’αυτή την προτομή.  Στο άρθρο του που έγραψε για την εφημερίδα «Ελευθερία» της 20 Μαΐου 1963 ο  Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος εύστοχα συνοψίζει το τι έγινε τα επόμενα χρόνια: «… Έστησαν την προτομή στο επάνω μέρος της πλατείας, έγιναν πανηγυρικά τ΄αποκαλυπτήρια, έγραψαν οι εφημερίδες, … το Αγρίνιο είχε τιμήσει, και στον κατάλληλο τόπο, και με τον προσήκοντα τρόπο, τον σημαντικώτερο πνευματικό ήρωά του. Αλλ΄αργότερα το δημοτικό συμβούλιο στοχάσθηκε πάλι, πως έπρεπε να φροντίση και για την ανακούφιση των ταλαιπωρημένων περαστικών. Πολύ σωστά επίσης. Και βάλθηκε να κατασκευάση βεσπασιανή στην πλατεία Χατζοπούλου. Και άνοιξε την κάθοδό της τσίμα τσίμα  στη ράχη της προτομής. … Έφτασε από τη Στοκχόλμη ένα καλοκαίρι, … η κυρία Σέντα Σλέερ, μόνη κόρη, μόνη απόγονος του Κώστα Χατζόπουλου, πρόσωπο με ανεπτυγμένη ευαισθησία και υψηλή καλλιέργεια. Είδε την προτομή, είδε και την βεσπασιανή κ΄έφριξε κ΄έβαλε τις φωνές κ΄έφερε το θέμα στον τύπο κ΄έγραψαν οι αθηναϊκές εφημερίδες πολλά και όλοι είπανε, πως πρέπει κάπου αλλού να μεταφερθεί η προτομή. … Σχηματίστηκε ειδική επιτροπή, από τον Κλ. Λουκόπουλο, τον υπογραφόμενο και άλλα αρμόδια πρόσωπα. … Η λύση και ήταν και είναι αυτονόητη: η προτομή πρέπει να μεταφερθεί στο πάρκο Παπαστράτου. … Στο αναμεταξύ η κυρία Σλέερ μου γράφει και μου ξαναγράφει από τη Στοκχόλμη. Της αποκρίνομαι, πως δεν έχω χάσει κάθε ελπίδα. … Συλλογίζομαι: είναι τόσο δύσκολο να πάρη, μια και καλή, σ΄ένα τέταρτο, αύριο μεθαύριο, το δημοτικό συμβούλιο την απόφαση να μεταφέρη την προτομή στο πάρκο, να εγκρίνη τη μικρή δαπάνη της μεταφοράς και να την πραγματοποιήση χωρίς χρονοτριβή;»
Δεν γνωρίζω τι τέλος είχε αυτή η προτομή, όταν διαδραματίστηκαν αυτά τα γεγονότα δεν είχα την ηλικία ούτε και τη δυνατότητα να ασχοληθώ με το θέμα.
Στη ιστοσελίδα «Αγρίνιο γλυκές μνήμες» στην ανάρτηση για τον Κ. Χατζόπουλο της 8 Μαρτίου 2020 αναφέρεται ότι η προτομή αφαιρέθηκε κάποτε από την πλατεία και μεταφέρθηκε στο Παπαστράτειο Δημοτικό πάρκο. Εκεί βεβηλώθηκε (δεν αναφέρεται πότε, ο τύπος της εποχής φαντάζομαι θα έγραψε κάτι) και μετά από επιδιόρθωση μεταφέρθηκε στον χώρο του πρώην σιδηροδρομικού σταθμού. Αλλά τελικά αποσύρθηκε κι από εκεί και από τότε αγνοείται η τύχη της.
Ο «Αιτωλός» (Η προτομή του Χατζόπουλου - Γιάννης Βλασόπουλος στην ιστοσελίδα της «Εποχής») έγραψε ένα δηκτικό σχόλιο που καταλήγει έτσι:
«... Πέρασαν δύο ή τρεις δεκαετίες από την καταστροφή της και όποιος αναζητούσε στο Αγρίνιο την προτομή εκείνη όχι μόνο δεν την εύρισκε, αλλά και αν ρωτούσε γιατί εξαφανίστηκε δεν θα είχε απάντηση. Το καταστροφικό έργο δεν ήταν έργο επήλυδων βαρβάρων αλλά των ίδιων των αυτόχθονων Αγρινιωτών. Και μάλιστα όχι μόνο εκείνων, δια των χειρών των οποίων καταστράφηκε. Αλλά και εκείνων που ανέχτηκαν επί χρόνια, σιωπηρά χωρίς αντίδραση, την καταστροφή και άφησαν, χωρίς άμεση αποκατάσταση, την ζημιά. Εκείνων που δεν τους έλειψε η τιμητική προτομή του ποιητή και εκείνων που δεν αναζήτησαν τους υπευθύνους. Πληγή ασφαλώς στον πολιτισμό αυτού του τόπου!. Δεν έχω ονόματα και διευθύνσεις των υπευθύνων. Κανείς δεν έχει. Και αυτό είναι το χειρότερο.»

ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Τελικά έκανα λάθος, δεν αγνοείται η τύχη της προτομής, όπως μου επισήμανε η ξαδέλφη μου Σοφία Λαχανά-Πατρώνη, βρίσκεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Αγρινίου, λεπτρομέρεις μπορείτε να βρέιτε σε ένα άρθρο της 21 Γενάρη 2021 στο antenna-star.gr  ΄Χρ. Γαρουφαλής: «Μνήμη Κ. Χατζόπουλου – Μια έκθεση-σταθμός για το Αγρίνιο» (Σπάνιο Φωτογραφικό υλικό)΄ 
 


Πηγές

O στοχασμός και ο λόγος:
Περιπέτειες μιας προτομής
Το Αγρίνιο και ο Κώστας Χατζόπουλος
Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος
http://www.epoxi.gr/Scriptum00/scriptum57.htm

'Ετος 1956: Τα εγκαίνια της πρώτης προτομής του ποιητή στην ομώνυμη πλατεία
http://www.epoxi.gr/persons1α.htm

Κωστας Χατζόπουλος
http://agriniomemories.blogspot.com/2020/03/blog-post_8.html

Η προτομή του Χατζόπουλου  Αιτωλός (Γιάννης Βλασόπουλος)
http://www.epoxi.gr/Σχόλια/σημειώσεις11.htm

antenna-star.gr  ΄Χρ. Γαρουφαλής: «Μνήμη Κ. Χατζόπουλου – Μια έκθεση-σταθμός για το Αγρίνιο» (Σπάνιο Φωτογραφικό υλικό)΄ 
https://antenna-star.gr/chr-garoyfalis-mnimi-k-chatzopoyloy-mia-ekthesi-stathmos?fbclid=IwAR0A8phrD-MP_57Z5c8Dfv5CDiLISTnHTx0IHScjbfFcElahKGkqqAU6SO4

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Επίσκεψη στη θεία Σέντα

 Το Φλεβάρη του 1967 ο πατέρας μου είχε την ατυχή έμπνευση να εκδώσει ένα βιβλίο με ποιήματα, τα “Αιτωλικά”  (το μοναδικό που κατάφερε τελικά). Για ένα δυό μήνες πουλούσε καλά και  οι κριτικές των εφημερίδων ήταν γενικά θετικές. Όμως  όπως όλοι ξέρουμε τις 21 του Απρίλη αι εθνικαί δυνάμεις ανέλαβον εις τας στιβαράς των χείρας τας τύχας του Έθνους, και στη βιτρίνα των πιο σημαντικών βιβλιοπωλείων βρισκόταν εκτεθειμένο το βιβλίο με τα αριστερίζοντα ποιήματα του Πάνου Χατζόπουλου. Δεν χρειάστηκε ποτέ να απαγορευτεί, απλώς για το φόβο των Ιουδαίων αποσύρθηκε σιωπηρά από την κυκλοφορία. Κάθε μέρα όλο και κάποιο μαγαζί έπαιρνε τηλέφωνο για να ειδοποιήσει να πάμε να πάρουμε τα βιβλία που είχαν γίνει ξαφνικά βάρος. Στο σπίτι λοιπόν βρεθήκαμε να έχουμε μερικές χιλιάδες αντίτυπα στοιβαγμένα εδώ και εκεί.

Στη φωτογραφία, που είναι αφιερωμένη στον Θεόδωρο Πολίτη, η Σέντα Χατζοπούλου φορά ενδυμασία, που ήταν το νυφικό φόρεμα της γιαγιάς της, Θεοφανής Στάϊκου – Χατζοπούλου. Το φόρεμα βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών

Περί τα μέσα Μαΐου, μιά Κυριακή, χωρίς προειδοποίηση μου ειπώθηκε ότι έπρεπε να πάμε επίσκεψη στη θεία Σέντα γιατί είχε δείξει ενδιαφέρον να δει το βιβλίο του πατέρα μου. Η Σέντα δεν ήταν μια θεία οποιαδήποτε, ήταν η κόρη του Κώστα Χατζόπουλου, φιλανδικής καταγωγής που όμως έζησε στην Σουηδία, καλλιεργημένη, μορφωμένη, κοσμογυρισμένη, γλωσσομαθής, μιλούσε προφανώς άπταιστα τα ελληνικά, ήταν σεβαστή και έχαιρε άκρας εκτιμήσεως από όλους -σχεδόν- τους συγγενείς. 

Φτάσαμε τελικά κατά τις 11 το πρωί και μας υποδέχτηκε ο άνδρας της Σέντας, ο Όκε. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σ'εκείνο το σπίτι, το οποίο ήταν πράγματι εντυπωσιακό, ένα είδος μουσείου σε μικρογραφία. Η Σέντα στολιζόταν, και μας ζήτησε από το άλλο δωμάτιο να καθίσουμε. Παρουσιάστηκε τέλεια μακιγιαρισμένη, ντυμένη σαν ντίβα της δεκαετίας του '20. Είχε χρόνια να με δεί, με βρήκε μεγαλωμένο και σοβαρό, “ ... έχει το βλοσυρό βλέμμα του Γιώργου ” (παππού μου) είπε στον πατέρα μου. Εγώ δεν την θυμόμουνα, με εντυπωσίασε η νεανικότητα (ήταν τότε 65 χρονών) και η οικειότητα της, μου μίλαγε λες και είμαστε κολλητοί. Με ρώτησε αν πήγαινα ήδη γυμνάσιο, αν έγραφα ποιήματα, κατά τη γνώμη της οι Χατζοπουλαίοι τόχαν στο αίμα τους.

Ήπιαμε κρύο τσάϊ  γιατί προφανώς η μέρα ήταν ζεστή, με γλυκά που είχε κάνει ή ιδία, μπισκότα με πιπέρι και τζίντζερ, σουηδική συνταγή. Ο Οκε μιλούσε λιγοστά ελληνικά, οπότε αναγκάστηκα να επιστρατεύσω τα στοιχειώδη αγγλικά που ήξερα τότε ώστε να υπάρχει ένας διάλογος.  Φυσικά μιλήσαμε για τον πατέρα της, για το Αγρίνιο, για τη Φινλανδία, για τη Σουηδία. Μας εξέθεσε τη θεωρία  ότι ο πατέρας της έπαψε να είναι σοσιαλιστής όταν γνώρισε την ελληνική πραγματικότητα από κοντά, θεωρία που αργότερα κατάλαβα ότι ήταν πολύ κοντά στην πραγματικότητα, την εποχή εκείνη δεν είχα βέβαια την ικανότητα ούτε τη δυνατότητα να καταλάβω αν ήταν σωστή ή όχι.  Ο πατέρας μου άρχισε να απαγγέλλει μερικά ποιήματα από το βιβλίο του, η Σέντα έβγαλε κάτι χαρτιά με πρόχειρες σημειώσεις και του διάβαζε δικά της ποιήματα και σύντομα κείμενα. Γελούσαν, φαινόταν να διασκεδάζουν, άρχισαν να μιλάνε για πρόσωπα και καταστάσεις που δεν γνώριζα και δεν καταλάβαινα, άρχισα να ξεφυλλίζω ένα Life magazine που βρήκα εκεί αλλά η ώρα δεν πέρναγε, οπότε ήρθε σαν σανίδα σωτηρίας η πρόταση του Όκε να δούμε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες που έβγαλε από τη βιβλιοθήκη. Το κύριο πρόσωπο στις φωτογραφίες ήταν βασικά ο ίδιος, λίγες οι φωτογραφίες με τη Σέντα, πολλές οι φωτογραφίσεις επισήμων τελετών στο Βουκουρέστι, στην Πράγα, στο Ελσίνκι, σε άλλα μέρη που δεν γνώριζα. Ξαφνικά οι σελίδες μου φάνηκαν μουντές, στενάχωρες, κάτι δεν πήγαινε σ'αυτές. Φωτογραφίες στρατιωτικών με στολές που στο μάτι μου φάνηκαν ενστικτωδώς απεχθείς. Ήταν χωρίς αμφιβολία ναζιστικές γερμανικές στολές. Η γνώση της ιστορίας που είχα τότε ήταν μηδαμινή, οπότε αφελέστατα ρώτησα πως βρέθηκαν φωτογραφίες Γερμανών στο άλμπουμ του. Με έκπληξη έμαθα ότι ο Όκε, όπως και όλοι η Φινλανδοί είχε πάρει μέρος στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το μέρος της Γερμανίας. Φοβήθηκα, δεν εύρισκα κάτι να πω, ήθελα να βρω ένα τρόπο να ξεφύγω, να εξαφανιστώ.  Ξαφνικά η συζήτηση γύρισε στα πολιτικά, η Σέντα φαινόταν πολύ ευχαριστημένη με την κυβέρνηση των συνταγματαρχών γιατί θα έμπαινε επιτέλους λίγη τάξη στην Ελλάδα.  Ο Όκε, «που σαν διπλωματικός ήξερε καλά τα πράγματα», μας είπε ότι ο Παπαντρέου γιός με τους κομμουνιστές ετοίμαζαν πραξικόπημα «όπως στην Ινδονησία πέρσι» και ευτυχώς που ήρθαν οι συνταγματάρχες και μας έσωσαν, ο ελληνικός λαός ήταν ανώριμος, ο “γύψος” ήταν αναγκαίος κλπ.  Ο πατέρας μου δεν ήταν άνθρωπος για διαφωνίες και τσακωμούς, βρήκε ένα τρόπο να πει αυτό που ήθελε χαμογελαστά και ήπια, παρόλο που δεν πιστεύω ότι έγινε αντιληπτός. Μέσα σε πέντε λεπτά χαιρετήσαμε και φύγαμε, από τη βιασύνη μας η θεία Σέντα δεν μου έδωσε ένα βιβλίο του πατέρα της που ήθελε να μου χαρίσει. Παρόλο τον -παραλίγο- τσακωμό, ο πατέρας μου δεν έπαψε να εκτιμά τη Σέντα, κάθε φορά που οι άλλοι συγγενείς έκαναν παράπονα ή κριτικές γι΄αυτήν όλο εύρισκε τρόπους να τη δικαιολογήσει...

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Περιπέτειες χειρογράφου - Κωσταντίνος Χατζόπουλος

 Ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο που έγραψε η Μάρη Θεοδοσοπούλου με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της Χρυσικοπούλου για τη Sanny Häggman.  Διαβάζονταςτο σκόνταψα σε ορισμένες ανακρίβειες που, παρόλο το σεβασμό και την απεριόριστη εκτίμηση που έχω για την -εκλιπούσα πλέον- αρθρογράφο* αλλά και τη συγγραφέα του βιβλίου,  δεν μπορώ να μην επισημάνω:
Α. Στο βιβλίο η Χρυσικοπούλου αναφέρει ότι η Σέντα Χατζοπούλου χήρεψε τη δεκαετία του ΄60 και παντρεύτηκε τον ακροδεξιό Περικλή Δρίβα … και τέλος πάντων η Σέντα σε κάθε περίπτωση αρνιόταν ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στην πραγματικότητα η Σέντα χήρεψε το 1974 και ξαναπαντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο. Ο Περικλής Δρίβας, δικηγόρος, ήταν πράγματι φιλοβασιλικός, επί μεταξικής δικτατορίας είχε διοριστεί διευθύνων στην Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας στο Μεσολόγγι και δεν έκρυβε βέβαια τις ακροδεξιές πεποιθήσεις του, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να επηρεάσει της απόψεις της γυναίκας του όσον αφορά τους πολιτικούς προσανατολισμούς του πατέρα της. Η Σέντα είχε την άποψή της και την είχε εκφράσει με σαφήνεια στο γράμμα που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία»  (τεύχος 939 σελ. 1185 της 15/8/1966) «… (ο πατέρας μου) εργάστηκε με πάθος και αφοσιώθηκε με την ψυχή και το μυαλό σε μελέτες κοινωνιολογικές και η αφοσίωση του στον παγκόσμιο σοσιαλιστικό αγώνα ήταν πεποίθησή του και ιδεαλισμός καθαρός. Γι΄αυτό  και η πικρία του και η απογοήτευσή του έπειτα, ήταν η απογοήτευση ενός ανθρώπου με ιδανικά που έστεκε πάνω από προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα».
Β. Στο άρθρο αναφέρεται ότι η Sanny Häggman την εποχή που βγήκε το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (1940)  κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή, οπότε πιθανώς να μην ενημερώθηκε για την ύπαρξή του. Κατ’ αρχάς η Σοβιετική Ένωση δεν κατάλαβε ποτέ τη Φιλανδία, έγινε πόλεμος από το 1940 μέχρι το 1944 που περιορίστηκε κοντά στα σύνορα, στην περιοχή Καρελία. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο της Riikka Pulkkinen με τίτλο  «Sanny Häggman: Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο» (στα φιλανδικά, μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://nykykreikkablog.com/2017/10/29/sanny-haggman-elamani-kostas-hatzopouloksen-rinnalla/ ) όπου αναφέρει ότι η οικογένεια της Σάννυ ζούσε στην πόλη Αλάβους,  εκατοντάδες χιλιόμετρα από το μέτωπο.

Σάννυ Χαίγκμαν-Χατζοπούλου «Τα απομνημονεύματά μου “Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο”» Επιμέλεια, σχόλια, έρευνα “Σάννυ και Σέντα” Μαίρη Χρυσικοπούλου Έκδοση Λαογραφικό- Ιστορικό-Φιλολογικό Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας Αγρίνιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος σε σκίτσο του ζωγράφου Σπύρου Βανδώρου

Η βιογραφία κάποιου συγγραφέα δεν θεωρείται πλέον η κύρια οδός στην προσέγγιση του έργου του, ωστόσο η συμβολή της στη συναρμογή των επί μέρους ψηφίδων παραμένει σημαντική. Εξ ου και η σύνθεση μιας αξιόπιστης βιογραφίας αποτελεί πρωταρχικό αίτημα. Αυτήν την ανάγκη, ωστόσο, δεν την σταθμίζουν πάντοτε σωστά όσοι συμβάλλουν στη συγγραφή της. Συχνά, εκείνοι που γνώρισαν τον συγγραφέα παραλλάσσουν τα γεγονότα στις μαρτυρίες τους, ενώ δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις μελετητών που αλλοιώνουν κατά την έρευνά τους τα δεδομένα. Με άλλα λόγια, οι δυο αυτές βασικές ομάδες, στις οποίες στηρίζεται η σύνθεση της βιογραφίας ενός συγγραφέα, συχνά συλλαμβάνονται να προτάσσουν προσωπικές σκοπιμότητες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η βιογραφία κάθε συγγραφέα δεν θα πρέπει ποτέ να θεωρείται ως τελειωμένο έργο. Από τον νέο μελετητή αναμένεται, πέρα από τις διαφορετικές διανοίξεις, ο έλεγχος όπως και η αποσαφήνιση ή έστω ο εντοπισμός σκοτεινών σημείων. Αυτό το διπλό στόχο επιχειρεί να επιτύχει η Μαίρη Χρυσικοπούλου με το πρόσφατο βιβλίο της για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο.
Στο πρώτο και κύριο μέρος του βιβλίου, δημοσιεύει την αυτοβιογραφική διήγηση της συζύγου του, Σάννυς Χαίγκμαν-Χατζοπούλου και, εν συνεχεία, παραθέτει τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά της γύρω από την αυθεντικότητα του κειμένου. Χωρίς αποσιωπήσεις, ξεδιπλώνει τις περιπέτειες ενός, σήμερα πλέον, χαμένου χειρογράφου. Παρόλα αυτά, αφήνει ανοικτή την αισιόδοξη εκδοχή να πρόκειται για ένα λανθάνον χειρόγραφο. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το κείμενο δημοσιεύεται επιτέλους ακέραιο στα ελληνικά. Να σημειώσουμε ότι η μετάφρασή του από την κόρη του Χατζόπουλου, Σέντα, ήταν διαθέσιμη από το 1980, εποχή που εκείνη κατέθεσε ολόκληρο το οικογενειακό αρχείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τότε, το κείμενο αποτέλεσε δομικό στοιχείο της βιογραφίας Χατζόπουλου. Αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν σε μελέτες, ενώ, το 2005, εκδόθηκε για πρώτη φορά ακέραιο στα γαλλικά, ως συνοδευτικό σε μετάφραση δυο διηγημάτων του. Σε ένα δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Χρυσικοπούλου συμπληρώνει τα βιογραφικά του, δίνοντας πληροφορίες σχετικές με τον τόπο και την καταγωγή του. Κατά κάποιο τρόπο, συνεχίζει να καταθέτει τη μαρτυρία της από την προνομιούχο θέση της συντοπίτισσας, που είχε αρχίσει προ εικοσαετίας στο επιστημονικό συμπόσιο, με τίτλο, «Ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος ως συγγραφέας και θεωρητικός», το οποίο είχε διοργανώσει ο Φιλολογικός Όμιλος Αγρινίου, που φέρει το όνομά του.

Το μυστήριο του χειρογράφου
Αν θέλουμε να ανατρέξουμε στην αφετηρία της συγγραφής τού αυτοβιογραφικού κειμένου της Χαίγκμαν, θα πρέπει να αναφέρουμε ως κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Βαλέτα. Μυτιληνιός, φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης, μέλος της γενιάς του μεσοπολέμου, είχε βάλει σκοπό της ζωής του την κατάρτιση Απάντων ορισμένων παλαιότερων συγγραφέων, τα οποία είχε προγραμματίσει να συνοδεύονται από βιογραφία και βιβλιογραφία. Την σχετική έρευνα και την περισυλλογή του σκόρπιου υλικού τις είχε ξεκινήσει από τον μεσοπόλεμο. Ωστόσο, τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους άργησε να τους εξασφαλίσει. Έτσι οι πρώτοι τόμοι της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του, όπως την αποκάλεσε, εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’50. Ανάμεσα στους πρώτους, που ήλκυσαν το ενδιαφέρον του φαίνεται ότι ήταν ο Χατζόπουλος. Ιδεολόγος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, θα πρέπει να αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο προγόνου. Στο τρίτο αφιέρωμα περιοδικού, αυτό της «Νέας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα εικοσάχρονα από τον θάνατό του, ο Βαλέτας εξομολογείται ότι το 1933 είχε γράψει στην χήρα του Χατζόπουλου, ζητώντας βιογραφικές πληροφορίες. Τελικά, η ανταλλαγή επιστολών και κυρίως, η προθυμία της, του έδωσαν την ιδέα να την παροτρύνει να αφηγηθεί τις αναμνήσεις της. Εκείνη, αφοσιωμένη δια βίου στη μνήμη του Έλληνα, καταπώς τον είχε αρχικά βαφτίσει, ένα χρόνο αργότερα του έστειλε “δυο τόμους γερμανικά γραμμένους”. Η πρώτη, αναμφιβόλως καλοπροαίρετη, αυθαιρεσία του Βαλέτα είναι η αλλαγή του τίτλου. Η Χαίγκμαν τιτλοφορούσε τη διήγησή της «Οι αναμνήσεις μου», ενώ εκείνος, στο δημοσίευμα της «Νέας Εστίας», όπου και παραθέτει δυο αποσπάσματα, χρησιμοποιεί τον μάλλον παράταιρο τίτλο «Τα απομνημονεύματά μου». Στη συνέχεια, δεν κατόρθωσε να τηρήσει την υπόσχεση, που της είχε δώσει, δηλαδή να τα δημοσιεύσει ως συνοδευτικά στα Άπαντα Χατζόπουλου, αφού, μέχρι τον θάνατό της (13 Ιουλ. 1952), δεν είχε εξευρεθεί εκδότης.
Από εκεί και ύστερα, τα ίχνη του χειρογράφου μπερδεύονται. Από δυο επιστολές Βαλέτα προς Χαίγκμαν των αρχών του 1937, συνάγεται: Πρώτον, ότι Απρίλιο 1935 της έστειλε το χειρόγραφο μέσω του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου, πρώτου εξάδελφου του Χατζόπουλου. Δεύτερον, ότι το χειρόγραφο δεν έφτασε τότε στα χέριά της. Πολύ αργότερα, μετά το 1960, η Χρυσικοπούλου θυμάται τον Βαλέτα να λέει ότι η κόρη τον κατηγορεί πως παρακράτησε το χειρόγραφο. Επίσης, το 1984, σε επιστολή του προς την κόρη του Χατζόπουλου, της ζητάει επίμονα συνάντηση, καθώς εκείνη δεν έδινε άδεια προς έκδοση των Απάντων Χατζόπουλου και των Απομνημονευμάτων της μητέρας της. Το παράδοξο είναι ότι το 1978, η Σέντα δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα
της αφήγησης της μητέρας της στην Κρίστα Ανεμούδη-Αρζόγλου, που ασχολείται με τα κριτικά κείμενα του Χατζόπουλου, και δυο χρόνια αργότερα, καταθέτει τη μετάφραση ολόκληρου του κειμένου, μαζί με τις σωζόμενες επιστολές Βαλέτα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολλές είναι οι απορίες, που γεννιούνται και τις οποίες συνοψίζει η Χρυσικοπούλου, αφού, προηγουμένως, ερεύνησε επί ματαίω πιθανά αρχεία για τον εντοπισμό του χειρογράφου. Κατά μια εκδοχή, σύμφωνη με όσα υποστήριζε ο Βαλέτας, θα πρέπει το χειρόγραφο να είχε ξεμείνει στα χέρια του Τριανταφυλλόπουλου και να εστάλη στη Σάννυ μετά τις επιστολές του 1937. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός, ότι στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», αφενός μεν δημοσιεύεται μελέτη του Βαλέτα που βιογραφεί τον Χατζόπουλο στηριγμένη στο κείμενό της, όπου την μνημονεύει ως την υπέροχη γυναίκα, που πραγματικά έσωσε το Χατζόπουλο και αφετέρου η ίδια υπογράφει τη μετάφραση των δυο αποσπασμάτων. Οπότε, η κόρη θα πρέπει να ψεύδεται και ο λόγος να είναι η φημολογούμενη αντιπάθειά της για τον Βαλέτα. Κατά την γαλλίδα μεταφράστρια Νικόλ Λε Μπρι, αυτό οφείλεται στην κομμουνιστική ιδεολογία, που φαίνεται να του αποδίδουν. Ενώ, η Χρυσικοπούλου προσθέτει την πληροφορία ότι η Σέντα είχε κάνει δυο γάμους, τον πρώτο με φινλανδό αξιωματούχο και όταν χήρεψε, στη δεκαετία του ’60, με τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα, τον οποίο χαρακτηρίζει ακροδεξιό. Σε κάθε περίπτωση, η Σέντα αρνείτο ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στη μετάφραση του κειμένου της μητέρας της δεν αναφέρεται ότι εκείνος είχε μεταφράσει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου μένει ζητούμενο κατά πόσο πρόκειται για δική της παρέμβαση. Όπως και να έχει, αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή, γιατί σημαίνει ότι μετέφρασε από το πρωτότυπο, το οποίο επιλεκτικά, τρόπον τινά, μπορεί και να λογόκρινε. Γι’ αυτό, πιθανώς, και να μην το παρέδωσε μαζί με το υπόλοιπο αρχείο. Κατά αυτήν την εκδοχή, θα πρέπει να εξαίρεσε και το σώμα των επιστολών Βαλέτα.
Κατά μια δεύτερη εκδοχή, είναι ο Βαλέτας εκείνος που ψεύδεται. Αν, όμως, το γερμανικό χειρόγραφο δεν επιστράφηκε στη Σάννυ, από ποιο χειρόγραφο έγινε η μετάφραση; Ήταν εκείνη τόσο συστηματική, ώστε να κρατήσει αντίγραφο; Εκτός κι αν δεν πρόκειται για μετάφραση, αλλά για κείμενο, που έγραψε η Σέντα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από μνήμης, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο, ότι είχε διαβάσει τη διήγηση της μητέρας της, αφού τη δεκαετία του ’30 είχε τη δική της οικογένεια και πιθανώς, δεν κατοικούσαν ούτε καν στην ίδια πόλη. Το γεγονός ότι διατηρείται η αλληλουχία των γεγονότων, δείχνει την ύπαρξη κάποιου πρωτότυπου κειμένου. Σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό της σημείωμα, είχε ασχοληθεί με τη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας και είχε εκδώσει ποιητικές συλλογές. Άρα, είχε συγγραφικές φιλοδοξίες. Αυτή είναι η δυσάρεστη εκδοχή, γιατί η κόρη, όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν δέκα οκτώ ετών, οπότε διατηρεί λιγοστές αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια και γράφει με βάση διηγήσεις της μητέρας της.
Και στις δυο περιπτώσεις, παραμένει άγνωστη η τύχη του χειρογράφου. Ανάμεσα στα αρχεία που ερεύνησε η Χρυσικοπούλου, δεν αναφέρεται εκείνο της Σέντας, που θα πρέπει να έμεινε στους όποιους κληρονόμους της. Εκεί, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποιο γερμανικό πρωτότυπο, θα σώζονται οι υπόλοιπες επιστολές Βαλέτα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αρχείο Βαλέτα. Σε αυτό, ακόμη κι αν δεν υπάρχει το γερμανικό πρωτότυπο, θα πρέπει να σώζονται επιστολές της Σάννυ, αλλά και κάποια μεταφράσματα βάσει του χειρογράφου. Πιστεύουμε ότι μάλλον δεν δόθηκε η αναλογούσα σημασία στον σκιώδη τρίτο άνθρωπο. Όταν ο Βαλέτας ζητούσε μετά επιμονής τις αναμνήσεις της Σάννυ, θα πρέπει να είχε ήδη κατά νου κάποιον γερμανομαθή φίλο, που θα του τα μετέφραζε προφορικά, γραπτά, εν περιλήψει, επακριβώς, με κάποιο, πάντως, τρόπο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι επέστρεψε το χειρόγραφο, είναι δυνατόν ο ίδιος να μην κράτησε κάποιας μορφής αντίγραφο; Πόσο εύκολο, όμως, ήταν τότε και μάλιστα στη Μυτιλήνη, ένα αντίγραφο γερμανικού χειρογράφου; Ύστερα, υπάρχει η μετάφραση των δυο αποσπασμάτων του αφιερώματος της «Νέας Εστίας». Η Χρυσούλα Σπυρέλη, που συνεισφέρει στο βιβλίο της Χρυσικοπούλου ένα εμπεριστατωμένο μεταθανάτιο χρονολόγιο Χατζόπουλου, το οποίο καλύπτει τα 90 χρόνια από το θάνατό του (1920- 2010), υποθέτει ότι η μετάφραση έγινε από την Σάννυ και ότι πιθανώς να την υπαγόρευσε στον Βαλέτα. Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην ενημερώθηκε για το αφιέρωμα, δεδομένου ότι κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή.

Δυο μεταφραστές
Ο μεταφραστής των αποσπασμάτων της «Νέας Εστίας» είτε έχει ένα γλαφυρό γερμανικό πρωτότυπο είτε εκείνος το μεταπλάθει σε γλαφυρή εξιστόρηση. Αυτό, όμως, το τελευταίο θα μπορούσε να είναι έργο του Βαλέτα, αν δεχτούμε την εκδοχή της Σπυρέλη ότι η μετάφραση από την Σάννυ ήταν προφορική καθ’ υπαγόρευση. Επίσης, θα μπορούσε να ήταν έργο του γερμανομαθή φίλου του. Πάντως, η τελική μετάφραση δεν έχει αντίστοιχες λογοτεχνικές αξιώσεις. Εκείνο που ανησυχεί περισσότερο, είναι η κάποια αοριστία, που παρατηρείται στην τελική μετάφραση, όσο αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, σε σύγκριση με τα πριν δημοσιευμένα αποσπάσματα. Σε ορισμένα σημεία, παρατηρείται τάση να στρογγυλευτούν τα συμβάντα, ενώ δημιουργείται η εντύπωση ότι ο τρόπος, που η γράφουσα περιγράφει τα αισθήματά της είναι σχηματικός. Όπως και να έχει, χάρις στο πρόσφατο βιβλίο, έχουμε μια καθαρότερη εικόνα. Η έρευνα της Χρυσικοπούλου διορθώνει ορισμένες σκόπιμες παραποιήσεις της Σέντας, που, έτσι κι αλλιώς, αποκρύβει πληροφορίες, ενώ φαίνεται και η σημασία του αρχείου Βαλέτα, που οι κληρονόμοι του δεν αξιοποιούν αντίστοιχα. Να προσθέσουμε, ότι, στο πρόσφατο βιβλίο, δημοσιεύεται ένας μεγάλος αριθμός φωτογραφιών, που συνιστούν τεκμήρια για τους δυο κόσμους του συγγραφέα, τον πατρογονικό του Αγρινίου και τον φινλανδικό της συζύγου και της κόρης του.

Εκείνο, που έχει γενικότερο ενδιαφέρον, είναι ότι η μνήμη Χατζόπουλου συντηρείται τις τελευταίες δεκαετίες από τους συντοπίτες του. Δικό τους έργο είναι το Συμπόσιο του 1993, η βραβευμένη μονογραφία του Τάκη Καρβέλη «Κωσταντίνος Χατζόπουλος ο πρωτοπόρος» και το πρόσφατο βιβλίο. Όσο για την αθηναϊκή φροντίδα, περιορίστηκε σε μια αναμνηστική πλάκα στο σπίτι του επί της οδού Μαυρομιχάλη. Όχι, την πολυκατοικία στη γωνία Ισαύρων και Μαυρομιχάλη, σε διαμέρισμα της οποίας έμεινε νιόπαντρος και γεννήθηκε η κόρη του, αλλά στο δεύτερο, που αγόρασε στις αρχές του 1920. Σώζεται, όπως το περιγράφει η αφήγηση: τριώροφο, με ωραία μπαλκόνια. Μόνο που δεν έζησε σε αυτό παρά λίγους μήνες. Στην εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα αναφέρεται αορίστως ότι εκεί έζησε, και επιπλέον, αναγράφεται η εσφαλμένη πληροφορία ότι γεννήθηκε το 1871. Ποιος επωμίστηκε τα βάρη τόσο μεγάλης και αξιοζήλευτης φροντίδας, μένει άγνωστο.
Μάρη Θεοδοσοπούλου

Παρατεινόμενη σύγχυση
Το 1898 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, περιστοιχισμένος από μια ομάδα άλλων νεαρών, εκδίδει το βραχύβιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλλά πρωτοποριακό για την εποχή, λογοτεχνικό περιοδικό «Η Τέχνη». Η ταυτότητα του περιοδικού έχει διττό χαρακτήρα. Αποτελεί βήμα ιδεών της νεαρής τότε σοσιαλιστικής διανόησης και, επίσης, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που υιοθετεί εξαρχής και γράφεται στη δημοτική. Προκαλεί, βεβαίως, οξυμμένες αντιδράσεις από τους τότε συντηρητικούς κύκλους, ιδίως στη χρήση της δημοτικής, Καθόλου παράδοξο. Υπήρχαν οι καθιερωμένες αντιλήψεις επί του γλωσσικού και καθώς το κίνημα του Δημοτικισμού βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα, στις μεταξύ τους αψιμαχίες αντιμετωπίζεται ως απροσάρμοστος προπέτης. Στο κέντροτης διαμάχης βρίσκεται ο Ψυχάρης, ενώ ανάμεσα στους σθεναρούς, που κρατούν τις προφυλακές του κινήματος, βρίσκεται ο Χατζόπουλος. Χαρακτηριστικό, αλλά και εύστοχο, επί του γλωσσικού διχασμού είναι αυτό που γράφει λίγο αργότερα (8/1/1907) σε Γερμανό ελληνιστή φίλο του, ο οποίος του ζητά ετυμολογικές διευκρινίσεις: Μας κατήντησαν και η δημοτική και η καθαρεύουσα ξένες, πηδούμε, σαν τόπια, ανάμεσα σε δυο τοίχους, από τη μια στην άλλη.
Σ’ αυτήν την πρώιμη φάση της γλωσσικής διαμάχης, ένας από τον κύκλο του περιοδικού, ο Κωστής Πασαγιάννης, διατηρούσε πλούσια μαλλιά και γένια. Αυτόν είδε κάποιο βράδυ ο Γιάννης Κονδυλάκης στο καφενείο του Ζαχαράτου, όπου σύχναζαν οι περισσότεροι λόγιοι της εποχής, και δείχνοντάς τον σε φίλους του, τον αποκάλεσε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το επίθετο, υπερβαίνοντας τις αρχικές προθέσεις του Κονδυλάκη, γενικεύτηκε. Έγινε μόδα στο στρατόπεδο των καθαρολόγων και κατέληξε σε συνώνυμο του χυδαϊστής ή ψυχαριστής. Χωρίς καμία αναστολή το υιοθέτησαν αργότερα στην πολεμική τους και οι ίδιοι οι δημοτικιστές, κυρίως από το στενό περιβάλλον του ΝΟΥΜΑ, μετριάζοντας με τη χρήση τον χλευαστικό του τόνο. Έτσι, από ένα τυχαίο συμβάν και μια έμπνευση της στιγμής, που μοιάζουν με παραφιλολογία, προέκυψε και έχει γραμματολογικά κωδικοποιηθεί, μαζί με τα παράγωγα, ο πιο γνωστός χαρακτηρισμός του Δημοτικισμού. Αντιθέτως, το ίδιο το συμβάν και ο ονοματοθέτης έχουν βυθιστεί στην αφάνεια. Λογικό, αφού στη λογοτεχνία, όπως και οπουδήποτε αλλού, υπάρχει ο σκοτεινός βυθός.
Κατά δαιμονική σύμπτωση, - αυτό όχι παραφιλολογία αλλά φιλολογικό ζητούμενο - την ημέρα που η ελληνική λογοτεχνία πενθεί το θάνατο του Κονδυλάκη (25/7/1920), με κάποιες ώρες διαφορά προς τα πίσω (24/7), πενθεί και το θάνατο του Χατζόπουλου. Εκείνος απεβίωσε εν πλώ προς Ιταλία και ενταφιάσθηκε πρόχειρα στο Μπρίντιζι. Οι ασχολούμενοι με τον Χατζόπουλο, όσους τουλάχιστον ελέγξαμε, δέσμιοι των Απομνημονευμάτων της συζύγου του, πέφτουν στην επικίνδυνη παγίδα Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, καταχωρώντας ως ημερομηνία θανάτου την παραδιδόμενη από εκείνη: 5 Αυγ. 1920. Έχει άραγε αυτό καμιά αξία; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται. Εάν, πάντως, γίνει αποδεκτή, τότε ο Χατζόπουλος απεβίωσε μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών(28/7), μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι (30/7) και μετά τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη στην Αθήνα (31/7). Όλα, δηλαδή, αυτά τα βαρυσήμαντα γεγονότα, τα οποία έχουν προηγηθεί του ξαφνικού θανάτου του, μένουν, σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα, αδιάφορα και ασχολίαστα από τον Χατζόπουλο. Είναι μεν προφανές, αλλά, όπως φαίνεται, όχι αυτονόητο. Ή, λοιπόν, όλα παρατάσσονται σε αρμονική αλληλουχία με το Παλαιό ημερολόγιο ή, διαφορετικά, ... ανάστα ο Κύριος σε όσα έχουν συμβεί πριν και μετά θάνατον. Εάν, μάλιστα, προς γενικότερο συσχετισμό τον τοποθετήσουμε στο κέντρο, μεταξύ αυτών που προηγούνται και εκείνων που έπονται του θανάτου, τότε η σύγχυση επιτείνεται. Όλα διαταράσσονται και η αντιστοιχία Χατζόπουλου με τα συμφραζόμενα της εποχής καταλήγει παραπλανητική. Πρόκειται, βέβαια, για ακούσιο λάθος. Παρόλα αυτά, καλό είναι να μη διαιωνίζεται, τουλάχιστον στις τάξεις των φιλολογούντων. Το ίδιο, επίσης, σε κάθε είδους ημερολογιακές πληροφορίες. Για παράδειγμα, θα λέγαμε κραυγαλέας ανακρίβειας, η Χαίγκμαν αναφέρει στα Απομνημονεύματα ως θεατρική πρεμιέρα του Φάουστ, έργο υποδειγματικής μετάφρασης από τον Χατζόπουλο, την 18η Δεκ. 1904. Είναι, ωστόσο, εξακριβωμένο ότι η επίσημη ή πανηγυρική παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο δόθηκε νωρίτερα, 27 Νοε. του ιδίου έτους, ενώ ως πρώτη παράσταση καταγράφεται εκείνη της 20ης Νοε. Συνεπώς, όλες οι πληροφορίες πρέπει να ελέγχονται προς εξάλειψη πιθανών λαθών, πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις όπως αυτή του Χατζόπουλου, που δεν έχει βιβλιογραφικά διερευνηθεί όσο της αναλογεί ως λογοτεχνικό ανάστημα.
Χατζόπουλου θέλοντος, μπορεί να επανέλθουμε.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012
Το άρθρο είναι καταχωρημένο εδώ:
http://maritheodo.blogspot.com/2012/05/blog-post.htm
l

 

*  Η Μάρη Θεοδοσοπούλου απεβίωσε τον Αύγουστο του 2016