Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυντώρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυντώρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εύστοχο -και επίκαιρο -  χρονογράφημα,  γραμμένο την  περίοδο που η Ελλάδα μόλις είχε βγει καταπονημένη από τους βαλκανικούς πολέμους και βρισκόταν μπροστά στο δίλλημα του να συμμετάσχει ή όχι στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο που μαινόταν στην Ευρώπη. Ο Δ.Χατζόπουλος, με το πρόσχημα της εκδρομής στο βουνό, καταφέρνει να γράψει ένα πολιτικό άρθρο μασκαρεύοντας το σαν επιφανειακό χρονογράφημα, βάζοντας τους χωρικούς να εκφράσουν με απλό τρόπο αυτά που ο ίδιος σκεφτόταν για την ιμπεριαλιστική διαμάχη.
Γ.Χ.

Εφημερίδα «Καιροί», 4 Μαρτίου 1915

ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΩΡΑΙ
ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Καθ΄οδόν εστάθημεν εις το χάνι, το οποίον τα μυθιστορήματα της χθες απεκάλουν πανδοχείον, αλλά σήμερον ο ιδιοκτήτης του ανέγραψεν “αιστηατώριο”. Είνε μια μπαράγκα με καμπούραν, σκόνην, αράχνες και βόρβορον. Ενώ η άνοιξις γύρω έχει στρώση χαλιά με αραβουργήματα και οι μεγάλοι κάδοι των πλατανιών στολίζονται απ'ο τα πρώτα ανοιχτοπράσινα φυλλαράκια και το νερό της βρύσης εκεί κοντά έρχεται από τα βάθη της γης καθαρό ως το ασήμι, όλα είνε απείρως βρώμικα και λερά. Πως είνε δυνατόν ο άνθρωπος να είνε το πλέον ακάθαρτον ζώον μέσα εις μία φυσικήν ομορφιάν; Τούτο νομίζω, ότι μόνον εις την περιπαθή Ανατολήν και την γαλανήν Μεσημβρίαν ειμπορεί να συμβαίνη. Μία τέτοια θελκτική γωνία θα έπρεπε να είχε την συμμετρικήν ανθρωπίνην εγκατάστασίν της, όπως συμβαίνει εις πολλάς άλλας θελκτικάς γωνίας της γης. Αφελή, ελαφρά σαλέ, μάνδρας φαιδρώς λευκάς, αυλάς καθαράς, οργάνωσιν του αγροτικού βίου, τον ορνιθώνα εις την θέσιν του, τον οίκον των χοίρων, τον των κατσικών, των αγελάδων εις την ιδικήν των σιτοβολώνα, λαχανόκηπον, Ζενερίνας, των οποίων η λευκή καμιζόλα να μυρίζη σαπούνι, τραπετσαρίαν, που να λάμπη όπως η ασημόκουπα των παραμυθιών, πιάνο εις την γωνίαν, αναδενδράδας, κιόσκια, ή λευκές τούλινες κουρτινίτσες των άσπιλων κοιτώνων να κολπούνται ειδυλλιακά εις το αεράκι του βουνού. Καλέ Θεέ, είνε τόσον απολύτως δυσκατόρθωτα αυτά τα απλούστερα, ολίγες καθαρές, έντονες πινελιές μέσα εις μίαν τόσην πράσινην ευδαιμονίαν; Αλλ΄υπήρχε βορβορώδες χανδάκι, λασπωμένοι γρυλλίζοντες χοίροι, βρώμικα, μυξιάρικα, κουρελλίδικα παιδιά, γυναίκες  - αι ευδαιμονίαι του οίκου – κίτρινες σαν την λάσπην και τόσον ακάθαρτες το σώμα και το ένδυμα, ώστε να ενόμιζε κανείς πως το άφθονον εκεί νερό ήτο απηγορευμένον δηλητήριον. Ο “πανδοχεύς” μας έφερεν εις το χονδρόν τραπέζι ούζο. Μια σταγών τούτου θα ήταν ικανή να εφόνευε και βουν, αλλ΄οι πόται του έπαιζον ακμαιότατοι κοντσίναν με λερήν τράπουλαν. Τέλος εις τσουλής αγρότης χαρτοπαίκτης μας απηύθυνε τον λόγον:
- Σαν τι χαμπέρια από την Αθήνα;
- Τα ίδια τοις ιδίοις και ουδέν νεώτερον είχαμε ν'αναγγείλωμεν. Μας εκοίταξαν υπόπτως. Κάτι θα εκρύβαμεν. Άνθρωποι με κολλάρο είμεθα, πως ήτο δυνατόν να μην εγνωρίζαμεν κάτι, πολλά μάλιστα.
- Πως είνε τα πράγματα; επέμενεν ένας απείρως τρισακάθαρτος, ενώ το νερό έρεεν εις τους πόδας του διαμάντι.
- Ησυχία.
- Δεν θάχουμε πόλεμον;
 Όχι, δεν θα είχαμε πόλεμον. Τουλάχιστον αυτήν την σοφίαν εφέρναμεν από τας Αθήνας.
 Εκίνησαν την κεφαλήν δυσπίστως. Πάλιν κάτι θα τους εκρύβαμεν.
- Δεν έχει, βρε παιδί, πόλεμον; Προσέθεσε ένας γέρος.
- Όχι, δεν έχει πόλεμον, μπάρμπα.
 Έμεινεν ολίγον σκεπτικός και επανέλαβεν:
- Είσαι βέβαιος, πως δεν θάχει πόλεμον;
- Μπάρμπα, δια τίποτε δεν είνε κανείς βέβαιος.
 Αυτή η λέξις πόλεμος ήτα σαν βαρειά σκιά μέσα εις την πράσινην εκείνην ερημίαν, σαν μυλόπετρα εις τα στήθη των χωρικών. Τέλος κανείς των δεν επίστευεν, ότι τους ελέγαμεν την αλήθεια, διότι πως ήτο δυνατόν να μην εγίνετο πόλεμος; Δύο πράγματα παρατηρεί κανείς, νομίζω, ως απαραίτητα εις τον αγροτικόν μας κόσμον την είδησιν, ότι αύριον θ’αφιχθεί ο εισπράκτωρ και το άγγελμα, ότι αύριον δημοσιεύεται το διάταγμα της επιστρατεύσεως. Η ταλαίπωρη χωρική ζωή είνε πιασμένη διαρκώς στα δύο αυτά δόντια της τανάλιας. Ν’αναπνεύση δεν ειμπορεί αν δεν σκεφθή, ότι μίαν αποστολήν έχει εις τον κόσμον, να πληρώνη φόρους και να στρατεύεται.
- Και γιατί δεν θάχωμε πόλεμο; Ηρώτησαν.
 Εγύρευαν οπωσδήποτε πολλά. Το μόνον που μπορούσαμε να τους ελέγαμεν, ήταν ότι δεν θα εγίνετο πόλεμος.
- Γιατί;
 Γιατί; Ένας από μας εριψοκινδύνευσε:
- Γιατί τον πόλεμο δεν τον θέλει ο λαός!
 Κατέβασαν το κεφάλι, αλλ'ο γέρος εξακολουθούσε να κινή το δικό του, λευκό κεφάλι, επί του οποίου ο χρόνος είχε χαράξη πολυαρίθμους ρυτίδας, όπως χαράζει εις τον κορμόν του δένδρου τα δαχτυλίδια του.
- Μπρε, παιδί, και ποιός ρωτάει το λαό, αν θέλη πόλεμο; ηρώτησεν.
 Οι άλλοι χωρικοί κατένευσαν.
 Εις ένα τέτοιο ερώτημα θα εχρειάζετο κανείς την σοφίαν του Νάθαν δια να απαντούσε, δι΄ό και εσιωπήσαμεν. Εμορφάσαμεν δε, διότι ερροφούσαμεν τώρα κάποιον μαύρον πηλόν από το χονδρό φλυτζάνι του καφέ. Φαίνεται όμως, ότι την σοφίαν του Νάθαν θα την είχεν ο ασπρομάλλης χωρικός, διότι απήντησεν ο ίδιος εις το ερώτημά του:
- Όταν πη το γκουβέρνο εμπρός ποιος ρωτάει το ντουνιά;
 Αφού ήτο τόσον καλώς πληροφορημένος ο άνθρωπος, εθεωρήσαμεν καλόν να δεχθώμεν την πληροφορίαν του και ηρωτήσαμεν απλώς:
- Σεις τον θέλετε τον πόλεμο;
 Δεν απήντησε κανείς, αλλ΄ο γέρος δεν ηθέλησε να περιφρονήση την ερώτησιν:
- Ημείς θέλομε ψωμί, μπρε παιδί.
   Ο Πολυντώρ

 


Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ – ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Σκωπτικό χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Καιροί” στις 6 Ιανουαρίου 1916. Οι καλικάντζαροι κατά τη λαϊκή δοξασία ανεβαίνουν στη γη από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την γιορτή των Θεοφανείων. Εδώ ο συγγραφέας χαριτολογώντας φαντάζεται ότι οι καλικάντζαροι από τα έγκατα της γης εμφανίστηκαν στην κινηματογραφική αίθουσα όπου ο ίδιος είχε πάει να δει μία περιπετειώδη ταινία.

Απ΄ότι φαίνεται ο κινηματογράφος, παρόλες τις δυσκολίες της εποχής – πόλεμος, αβεβαιότητα, φτώχια- είχε ήδη γίνει σημαντικό και διαδεδομένο μέσο ψυχαγωγίας. Στις περισσότερες αίθουσες μάλιστα η προβολή των ταινιών γινόταν με μουσική συνοδεία, συνήθως ενός πιάνου, συχνά όμως η μουσική υπόκρουση ήταν πιο πολύπλοκη. Στην δεύτερη σελίδα των “Καιρών” της ίδιας μέρας στη στήλη των θεαμάτων διαβάζουμε στο πρόγραμμα του κινηματογράφου ΑΠΟΛΛΩΝ: “... Ο μεγαλείτερος θρίαμβος της εφετεινής σαιζόν. Αύριον ο “Μασίστας” από τας 3 μμ. Με την μουσικήν του Ορφανοτροφείου”.

Γ.Χ.

ΚΑΙΡΟΙ” 6 Ιανουαρίου 1916

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Υπάρχουν καλικάντζαροι; Έως χθες ενόμιζα, ότι ο παλαιός ελληνικός μύθος, που διασώζει την παναρχαίαν ελληνικήν πλαστικότητα, ήταν ένα από τα πολλά παιγνίδια της λαϊκής φαντασίας. Χθες όμως εις τον κινηματογράφον ήκουσα αίφνης ένα κύριον να λέγη με θυμόν συνεχώς·

- Παληοκαλικάντζαροι! Ξέρω εγώ τι σας χρειάζεται, Η αγιαστούρα!

Όταν άναψαν τα φώτα της αιθούσης, κατά το διάλειμμα, είδα τον κύριον πολύ κόκκινον και ξανάκουσα την θυμωμένην φράσιν του.

- Παληοκαλικάντζαροι!

Τον εκοίταξα απορών και τότε μου είπε·

- Σωστοί καλικάντζαροι, κύριε!

- Αλλά ποίοι, παρακαλώ; ηρώτησα.

- Πως, δεν τους ακούτε να ασχημονούν τόσην ώραν τώρα;

Και μου έδειξεν εκεί πλησίον όμιλον νεανιών, οι οποίοι πράγματι εθορυβούσαν πολύ απρεπώς κατά την παράστασιν.

- Κάτι άκουσα, είπα, αλλ΄επρόσεχα σ΄αυτό το τέρας τον Ερρίκον, ο οποίος διέπραξε τόσα κακουργήματα...

- Α! είνε ανυπόφορη αυτή η νέα γενεά, κύριε! Τι διάβολο, δεν προέρχεται από οικογένειαν, αλλ΄από καπηλείον; Δεν έχουν μητέρας, αδελφάς αυτοί οι καλικάντζαροι, ώστε να βαναυσολογούν τόσον πρόστυχα μέσα εις μίαν κοσμικήν αίθουσαν; Νομίζει κανείς πως όλα αυτά τα αξιοθρήνητα παιδάρια κατοικούν εις οίκον Αφροδίτης και όχι εις οικογένειαν δια να φέρονται έτσι αδιάντροπα.

Είχε γίνη περισσότερον κόκκινος και η φωνή του έτρεμεν από οργήν.

- Αλλά τι έκαμαν, λοιπόν;

- Ό,τι δεν θα έκαναν ούτε καλικάντζαροι. Είδατε αυτήν την ωραίαν Ζερμαίν;

- Πολύ ευγενής κυρία, είπα.

- Λοιπόν μόλις ενεφανίζετο την υπεδέχοντο με βαναυσότητας απάχηδων. Ξεφωνητά, πιπιλίσματα, στεναγμοί, βακχισμοί, όλες οι προστυχιές, αντηχούσαν από τα ιπποτικά των χείλη. Άλλοι εφώναζον· «Πω πωπώ, Θεέ μου!» σαν τα μπακαλόπαιδα εις την θέαν δυστυχισμένου δουλικού. Τα «μωρέ κόμματος!» «μωρέ πράγμα!» ήσαν αι πλέον τριανταφυλλένιες των εκφράσεις. Εις ένα καταγώγιον μέθυσοι θα έχουν περισσοτέραν επιφυλακτικότητα εις το λεκτικόν των. Και αυτά τα παιδιά «καλών οικογενειών», πηγαίνουν εις το σχολείον, μαθαίνουν μουσικήν, ξένας γλώσσας, συχνάζουν εις τα κέντρα, έχουν μητέρας και αδελφάς, πατέρας, θείους αξιοπρεπείς, ανήκουν εις την «καλήν κοινωνίαν». Όχι, αυτή η νέα γενεά δεν βγήκε από σπίτι, αλλά από κάποιο καταγώγιον της οδού Ζήνωνος. Είνε να φτύνη κανείς δι΄όλην την κοινωνικήν ασχημίαν, διότι περί της πλέον μεγαλειτέρας κοινωνικής ασχημίας πρόκειται.

Τώρα είχε φουσκώση ολόκληρος και οι οφθαλμοί του απήστραπταν. Ηθέλησα να τον κατευνάσω·

- Αλλά δεν αξίζει τον κόπον να συγχύζεται κανείς, του είπα, δια τας βαναυσότητας των άλλων.

Διεμαρτυτήθη·

- Αλλ’ αυτό είνε ασέβεια, κύριε, προς τους άλλους. Μια αίθουσα κινηματογράφου δεν ανήκει εις τους καλικατζάρους, αλλ΄ εις την δημοσίαν ευπρέπειαν.

- Ναι, θα έπρεπε να είχαν ίσως οι κινηματογράφοι κοσμήτορας.

- Θα έπρεπε να είχαν οι μπαμπάκες των μάθημα κοινωνικής ανατροφής εις το σπίτι των δια τα παιδιά των, είπεν. Αλλ΄αυτό το μάθημα φαίνεται, ότι είνε άγνωστον πλέον εις τας Αθήνας.

Εν τω μεταξύ έγινε πάλιν σκότος και εις την οθόνην παρουσιάσθησαν εκ νέου τα γνωστά πρόσωπα του δράματος. Η ωραία Ζερμαίν εφορούσε κοντήν φούσταν και ενώ ανέβαινεν εις το αυτοκίνητον απεκάλυψε την κνήμην της. Οι καλικάντζαροι έβγαλαν κραυγάς σατύρων· «Φφφφφφ! Μτς ! Μτς ! Μτς ! Πωπωπώ αγριογάμπα!»

- Τους ακούτε, τους ακούτε; Μου είπεν ο θυμωμένος κύριος. Τι προστυχιά! Ούτε ναύται του καταστρώματος δεν εκδηλώνουν κατ΄αυτόν τομν τρόπον την αισθητικήν των.

Τώρα ενεφανίσθη εις την οθόνην η παχουλή καμαριέρα της ωραίας Ζερμαίν και οι καλικάντζαροι ήρχισαν να της στέλνουν θορυβώδη φιλήματα, πλαταγίζοντες τα χείλη. Το πράγμα ήτο εκτάκτως άσχημον, αλλά και όχι ολίγον τερπνόν, οπότε είδα εις το σκιόφως της αιθούσης ν΄ανυψούται με ορμήν η ράβδος του θυμωμένου κυρίου. Έπεσεν με αρκετόν κρότον εις την ράχιν δυο τριών καλικαντζάρων επανειλημμένως.

Κραυγαί απροσδοκήτου άλγους αντήχησαν εις το αόρατον σκιόφως, έπειτα έγινεν απόλυτος σιγή, μετά παρατεταμένα σςς των θεατών και ηδυνήθημεν να παρακολουθήσωμεν ανενοχλήτως τας περεταίρω περιπετείας της ωραίας Ζερμαίν. Όταν άναψαν πάλιν τα φώτα δεν υπήρχεν ίχνος σατύρων δίπλα μας. Ο κύριος είπε τότε ευχαριστημένος.

- Τι τα θέλετε, αυτή η αγιαστούρα είνε θαυματουργός κατά των καλικαντζάρων!

Ο Πολυντώρ

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

“Ο ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ”, ΕΝΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Χιουμοριστικό χρονογράφημα του Δημήτρη Χατζόπουλου γραμμένο στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, το 1915, όταν ακόμη δεν είχε εκδηλωθεί το Κίνημα Εθνικής Αμύνης και δεν είχε αρχίσει ο «Εθνικός Διχασμός». Ο Χατζόπουλος χρονογραφούσε ταυτόχρονα σε πολλές καθημερινές εφημερίδες, συχνά διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού, παρ’ όλ’ αυτά κατάφερε πάντοτε να εκφράσει τις εκκεντρικές για την εποχή ιδέες του χωρίς φανατισμό και χωρίς να πάρει ανοιχτά το μέρος της φιλοβασιλικής ή της βενιζελικής παράταξης. Στους «Καιρούς» υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Πολυντώρ». Βλέπουμε ότι πέρασαν 106 χρόνια από τότε που γράφτηκε το άρθρο, κι΄όμως τα επιχειρήματα του «οικονομολόγου» τα ακούμε – σε πιο ήπιο ίσως τόνο- στις καθημερινές μας συζητήσεις και ιδιαίτερα στα τηλεοπτικά κανάλια, ξεστομισμένα από κάθε λογής ειδήμονες και επαΐοντες των οικονομικών…

Γ.Χ.

Εφημερίδα “ΚΑΙΡΟΙ”, 9 Δεκεμβρίου 1915

ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΩΡΑΙ

Ο ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ

- “Και αν επ΄άπειρον διαρκέση ο πόλεμος, το μόνον κράτος, που δεν έχει να ζημιωθή είνε η Ελλάς”, είπε χθες δεινός οικονομολόγος συμπολίτης. Επειδή αντηλλάξαμεν βλέμμα δυσπιστίας, δεν εβράδυνε να μας αναπτύξη τον κοσμοθεωρίαν του “Εγώ δεν είμαι”, είπε, “διόλου δυσαρεστημένος από όλην αυτήν την διεθνή περιπέτειαν, πολύ ολιγώτερον από την παραβίασιν της ελληνικής ουδετερότητος. Ξέρετε τι χρήμα πέφτει εις τον τόπον;” - “Τόσον όπου δεν υπάρχει πλέον τάλληρον εις την τσέπην μας.” - “Κρίνετε πολύ ταπεινά, περιοριστικά, δεν έχετε την ευρείαν αντίληψιν του γενικού  καλού.”

Ο Μήτσος Χατζόπουλος στο γραφείο του, γύρω στο 1900, πίνακας αγνώστου ζωγράφου. 

 Επειδή δεν την είχαμεν, ανέλαβε να μας εξηγήση ως εξής:
- “Οι σύμμαχοι κατέλαβον την Τένεδον, την Λήμνον, την Μυτιλήνην, την Θεσσαλονίκην. Εσκέφθητε, λοιπόν, τι εκατομμύρια εξώδευσαν και εξοδεύουν εις αυτά τα μέρη; Εκατοντάδες. Ο τόπος θα πλουτίση.” - “Οι προμηθευταί δηλαδή;” ερριψοκινδύνευσε και είπε κάποιος. - “Μήπως οι προμηθευταί  δεν ανήκουν εις τον τόπον;” - “Πως δεν ανήκουν, αφού παίρνουν τα τρόφιμα του τόπου, τα παίρνουν από το στόμα του λαού και τα δίνουν εις τους ξένους στρατούς.” - “Ηθέλατε όμως να δίνουν οι ξένοι τα εκατομμύρια των χωρίς να παίρνουν τίποτε;”

 Προ τοιαύτης λογικής εσιωπήσαμεν και ο δεινός οικονομολόγος εξηκολούθησε:
- “Και πόσα εκατομμύρια εκέρδισεν η ελληνική ατμοπλοΐα, χάρις εις τον πόλεμον; Τούτο είνε μικρά ωφέλεια δια τη χώραν μας; Μήπως η αλευροβιομηχανία δεν ετετραπλασίασε τα κεφάλαιά της; Ή εζημιώθησαν αι διάφοροι επιχειρήσεις του ποδιού;” - “Και του χεριού επίσης”, προσέθεσεν άλλος. “Προπαντός της λαθροχειρίας. ” - “Αυτά έχει το εμπόριον, κύριοι. Αλλ΄ ας έλθωμεν εις την οικονομικήν κίνησιν των Αθηνών. Ο πόλεμος ενισχύει την αγοράν της πρωτευούσης, εκτός των άλλων, και με τριακοσίας χιλιάδας δραχμάς καθ΄εκάστην από τους ξένους, οι οποίοι κατέφυγον εις την πόλιν μας ένεκα του πολέμου.”

 Κατόπιν τοιαύτης αποκαλύψεως θα ήταν έγκλημα κατά της ευημερίας της ελληνικής πρωτευούσης, αν ετολμούσε να είχε κανείς αντίρρησιν περί της ωφελιμότητος των ξένων, δι΄ό και ο ευφυέστατος οικονομολόγος εξηκολούθησε τον ενθουσιασμόν του· “Ξενοδόχοι, ιδιοκτήται σπιτιών, έμποροι, αμαξηλάται, σωφφαίρ, ανθρακοπώλαι, κρεοπώλαι, αρτοπώλαι, λαχανοπώλαι εκέρδισαν και κερδίζουν μικράς και μεγάλας περιουσίας. Τα ελάχιστα αντικείμενα έλαβον εκπληκτικήν αξίαν. Τι σημαίνει τούτο παρά γενναίαν ενίσχυσιν της αγοράς από αύξησιν της ζητήσεως και της καταναλώσεως; Σας βεβαιώ, ότι οι έχοντες μεγαλείτερον άδικον, από τους θέλοντας να λήξη ο πόλεμος, είνε οι έλληνες. Δυνατόν να εζημιώθη και να ζημιώνεται όλος ο άλλος κόσμος από τον πόλεμον, όχι όμως οι έλληνες.”

 Και έπλεεν εις μακαρίαν ευδαιμονίαν εκ της αναπτύξεως της θεωρίας του. Περίπου μας είχε κατακεραυνώση, διότι εις κάθε στιγμήν προσέθετε: “Μη λησμονείτε, κύριοι, ότι ομιλώ περί της κοινής ωφελίας, περί του γενικού καλού.” Ων εκτάκτως αμαθής εις τα οικονομολογικά, ετόλμησα να τον διακόψω με μίαν πρόστυχον ερώτησιν: “Ειμπορείτε να μου πήτε κάτι;” - “ Ό,τι θέλετε, διότι πρέπει να σας φωτίσω εντελώς.” - “Είσθε τόσον καλός διδάσκαλος. Αλλά βρήτε μου μιαν καν δεκάραν από όλα αυτά τα σκορπισθέντα εκατομμύρια εις τον τόπον, η οποία να κατέληξεν εις τα λαϊκά βαλάντια. Απ΄εναντίας εις την τεράστιαν αυτήν κίνησιν των εκατομμυρίων, βλέπομεν, ότι κι΄αν υπήρχε μία δεκάρα εις το λαϊκόν βαλάντιον, εξηφανίσθη και αυτή ένεκα της γενικής υπερτιμήσεως.” - “Σκέπτεσθε πολύ ταπεινά”, μου απήντησεν. “Η συγκέντρωσις του χρήματος εις τας χείρας των ολίγων είνε μία μεγαλειτέρα απόδειξις της οικονομικής ακμής του τόπου. Αλλοίμονον αν τα εκατομμύρια αυτά περιήρχοντο εις τον λαόν. Θα επήγαιναν χαμένα, διότι ο λαός δεν γνωρίζει  να εκτιμά το χρήμα. Αλλά ούτε και του χρειάζεται το χρήμα. Θέλετε, λοιπόν, να διαφθείρετε τον εργατικόν λαόν, να τον καταστήσετε άεργον και τρυφηλόν, παρέχοντες εις αυτόν το χρήμα, το οποίον θα τον κάμη να παύση να εργάζεται;”

 Το τελευταίον ερώτημα του έπεσεν ως βόμβα εις τας κεφαλάς μας. Εσιωπήσαμεν ηττηθέντες κατά κράτος. Τι απέμεινε πλέον εις αυτόν τον λαόν; Η εργασία του και η στέρησίς του. Τόσον κακούργος δεν δύναται να είνε κανείς δια ν΄αφαιρέση και την ελαχίστην αυτήν ευτυχίαν του. Θριαμβευτικώς ο δεινός οικονομολόγος άναψε πούρο Αβάννας και ανέβη εις το αυτοκίνητόν του.

                    Ο Πολυντώρ