Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

… KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία που φαίνεται ατελείωτος μου’φερε στο μυαλό ένα ποίημα που ‘χει γράψει ο πατέρας μου δεκαετίες πριν. Διαβάζοντάς το με τα μάτια και τις εμπειρίες του σήμερα φαίνεται κάπως αφελές και αθώο («η νικητήρια ιαχή των νέων ανθρώπων», «η χαραυγή του νέου κόσμου» κατάληξαν άσχημα…)  θάπρεπε όμως να πάρουμε υπόψη μας ότι γράφτηκε σε μια αρκετά ευνοϊκή για το προοδευτικό κίνημα περίοδο, όταν είχαμε ήδη είκοσι χρόνια συνεχούς ειρήνης στην Ευρώπη, κατέρρεαν τα αποικιακά καθεστώτα και φαινόνταν νέοι ορίζοντας για τις υπανάπτυκτες χώρες και τους καταπιεσμένους λαούς.

Νεα Σμύρνη, 1966. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο πατέρας μου, Πάνος Χατζόπουλος, αριστερά ο ξαδερφός μου Τάσος Πετρόπουλος, δεξιά εγω.


Στη δεκαετία του ’50 – ’60 τα νέα ιστορικά δεδομένα, ο ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής δημιούργησαν ένα  διάχυτο αίσθημα κατά του πολέμου, που συγκεκριμενοποιήθηκε με τη δημιουργία του Διεθνούς Κινήματος Ειρήνης, που ξεκίνησε από τις  χώρες της Ευρώπης και αργότερα έφτασε και στην Ελλάδα.

Ο πατέρας μου, αντιστασιακός με χρόνια φυλακές και εξορίες, ήταν μπλεγμένος μεταξύ των άλλων και με το κίνημα ειρήνης, συχνά τα απογεύματα καθόταν και έγραφε εισηγήσεις για συνεδριάσεις στις οποίες προφανώς συμμετείχε. Πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι μας νεαροί Λαμπράκηδες ή άλλοι «περίεργοι» και συζητούσαν μέχρι αργά το βράδυ, η μάνα μου δεν τους ήθελε «θα μας χαρακτηρίσουν, οι γειτόνοι βλέπουν» «τι θα πει ο κύριος Τέλης» (ήταν στρατιωτικός στο επάνω πάτωμα) και τα τοιαύτα.  

Σε μια πορεία Ειρήνης, tο 1965 γνώρισε έναν Ιταλό ακτιβιστή που ανήκε σε ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το PSIUP, με τον οποίο αργότερα είχε συχνή αλληλογραφία, δεν ξέρω σε ποια γλώσσα, ο οποίος μάλιστα όταν έγινε το πραξικόπημα του ΄67 τον παρακίνησε να ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ιταλία, σχέδιο που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Στο σπίτι μας εκείνη την εποχή δεν έλειπε ποτέ το περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» που μου φαινόταν μεν λίγο ανιαρό, αλλά διαβάζοντας το μου άνοιξε τα μάτια για πολλά θέματα, έμαθα τι είναι η αποικιοκρατία, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, οι  εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες.

Σε μια πορεία  πήρα μέρος κι εγώ, όχι βέβαια μόνος μου, με τον πατέρα μου, μια Κυριακή απόγευμα στα τέλη Μαΐου του 1966.  Δεν πήγαμε βέβαια στον Μαραθώνα, πούλμαν που ξεκίναγαν από τη Δάφνη ή το Νέο Κόσμο μας άφησαν κάπου στους Αμπελόκηπους, όπου μετά από βόλτες φτάσαμε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Για μένα ήταν πράγματα πρωτόγνωρα. Κάποιοι νεολαίοι είχαν πλακάτ με συνθήματα του τύπου «Κάτω τα χέρια από την Κύπρο» «συμπαράσταση στον λαό του Βιετνάμ» «Έξω οι βάσεις», θέματα που είναι επίκαιρα και άλυτα ακόμη και σήμερα. Μου φάνηκε μια μεγάλη χαρούμενη γιορτή, μερικοί ανησυχούσαν μήπως μας επιτεθεί η αστυνομία που ήταν παρούσα πολυάριθμη και δυναμική λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτε.   

Η τελική μορφή του ποιήματος γράφτηκε στο τραπέζι ενός εστιατορίου μια Κυριακή μεσημέρι το καλοκαίρι του ΄66. Είχαμε πάει εκδρομή στο Λαγονήσι, μάλλον για να βρούμε τον αδερφό την μάνας μου, και καθίσαμε να φάμε σε μια ταβέρνα με θέα. Εκεί που μιλάγαμε και περιμέναμε να έρθουν τα πιάτα ο πατέρας μου έβγαλε το μικρό σημειωματάριο πουχε πάντα μαζί του και άρχισε να γράφει και να σβήνει χωρίς να συμμετέχει στη συζήτηση. Στη συνέχεια είδα ότι ήθελε να πάρει μέρος στη συγγραφική δραστηριότητα  και η μάνα μου, του υποδείκνυε  να διορθώσει κάτι, πράγμα δημιούργησε φανερό εκνευρισμό. Τελικά μετά από πολλά αποφάσισαν να μην αφιερωθεί το ποίημα «στα παιδιά όλου του κόσμου» όπως ήθελε ο πατέρας μου αλλά «στο Γιαννάκη μου» που ήθελε η μάνα μου και όπως αρχικά ήταν γραμμένο.

(παραθέτω από το βιβλίο του Πάνου Χατζόπουλου «Αιτωλικά», 1967)

  KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Στο Γιαννάκη μου

Μέσα στα μάτια σου βλέπω του κόσμου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μεσ΄στη φωνούλα σου γροικάω φως μου,
φως μου χιλιάκριβο, την ιαχή
την νικητήρια των νέων ανθρώπων,
“Ειρήνη – Ειρήνη
πάψαν οι θρήνοι
πάνω στη Γη...”

Κι έτσι όπως σφίγγεσαι στην αγκαλιά μου
νοιώθω στα χέρια μου σα να κρατώ
τ΄αύριο πούρχεται, τα ονείρατά μου
τ' ανθρώπου το όραμα το μακρυνό,
των Αρχαγγέλων μας τ'αρχαίο τραγούδι.
“Ειρήνη – Ειρήνη
γιομίστε οι κρίνοι
γη και ουρανό...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, όποιοι και νάστε
κίτρινοι, κόκκινοι, μαύροι, λευκοί
το χέρι μου άπλωσα, μη με φοβάστε.
Είμαι ένα αδέρφι σας που σας μιλεί
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας

“Ειρήνη – Ειρήνη
για πάντα ας γίνει
πάνω στη Γή...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, καινούργιους δρόμους
γιοφύρια ας φκιάξουμε στη νέα γενιά.
Θεμέλιο ας βάλουμε για νέους κόσμους
- κατάρα ο πόλεμος και απανθωπιά -
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας
“Ειρήνη – Ειρήνη
μιά λέξη ας κλείνει
κάθε καρδιά...”

Μέσα στα μάτια σου βλέπω, παιδί μου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μέσα στο γέλιο σου γροικάω ψυχή μου,
φως μου μυριάκριβο, την ιαχή
τη νικητήρια των νέων ανθρώπων.
“Ειρήνη – Ειρήνη
ανθίστε οι κρίνοι
σ'όλη τη Γη...”

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

Ο ΡΙΚΟΣ

Στο πατρικό μου σπίτι για αρκετό διάστημα δεν είχαμε κατοικίδια ζώα γιατί η μάνα μου ζούσε με τον τρόμο του εχινόκοκκου, μιας αρρώστιας για την οποία δεν ακούγονται πολλά τα τελευταία χρόνια. Προς το τέλος του 1964, θάταν Νοέμβρης ή Δεκέμβρης, γυρίζοντας από το σχολείο ανακάλυψα στα σκουπίδια μερικά νεογέννητα γατάκια που κάποιος αχρείος είχε πετάξει και νιαούριζαν φοβισμένα. Τόλμησα να βάλω στην τσάντα μου το πιο ζωηρό, και χωρίς να πω τίποτε το τρύπωσα στο σπίτι, κρύβονταςτο μέσα σε ένα ντουλάπι στην κουζίνα. Η μάνα μου πέρασε όλο το απόγευμα ψάχνοντας να εντοπίσει από που προερχόταν κάτι μακρινά νιαουριτά, έως ότου αποφάσισα να αποκαλύψω την αλήθεια. Με μεγάλη μου έκπληξη οι γονείς μου δεν αντέδρασαν άσχημα, είδαν το γατάκι όμορφο και ανυπεράσπιστο και αποφάσισαν να το κρατήσουμε, ο πατέρας μου του ‘δωσε τ‘όνομα «Ρίκος», έτσι έλεγαν το γάτο ενός  χωροφλά στον Αι Στράτη, όταν ήταν εξόριστος εκεί. 

Ο Ρίκος το 1966

Ο Ρίκος μεγάλωσε με φροντίδες και αγάπη, μου είχε προφανώς μεγάλη αδυναμία και τυφλή εμπιστοσύνη, τον αγάπησα όσο δε γινόταν άλλο, παίζαμε, διαβάζαμε και κοιμόμαστε μαζί.  Με τα καμώματά και τη γατίσια του τσαχπινιά σιγά σιγά κατάκτησε -φαινομενικά- και τους γονείς μου που στην αρχή ήταν διστακτικοί. Όμως η μάνα μου δεν είχε χάσει τη μανία της καθαριότητας, κάθε φορά που μ΄έβλεπε αγκαλιά με το Ρίκο όλο γκρίνιαζε, δυσανασχετούσε, όταν δε - λόγω εποχής - ο γάτος άρχισε να αλλάζει το τρίχωμα έκανε σαν τρελή: «θα κολλήσεις αρρώστιες» «πρόσεχε τον εχινόκοκκο…» «θα το κατσιάσεις το γατί» κλπ. Ο γατούλης ήταν από τη φύση του καθαρός, πέρναγε απογεύματα ολόκληρα κάνοντας τουαλέτα, είχε μάθει κιόλας να κάνει τις ανάγκες του σ΄ένα πλαστικό κάδο στο μπάνιο και να τις σκεπάζει με χαρτί τουαλέτας!  Παρόλαυτα  η μάνα μου από τα λόγια κάποτε πέρασε και στα έργα, χωρίς να μου πει τίποτε, με το γάτο σε μια τσάντα ξεκίνησε με τον πατέρα μου μια βόλτα μέχρι τη Βούλα ή τη Βουλιαγμένη, όπου άκαρδα τον πέταξαν σε κάποιο κήπο κάπου εκεί κοντά. Μη βλέποντας το Ρίκο στο σπίτι ανησύχησα πολύ, έψαξα παντού, ρώτησα γνωστούς και αγνώστους, κανείς δεν ήξερε ή είχε δει κάτι. Οι δικοί μου έκαναν την παλαβή, «θα ψάχνει αρραβωνιάρες», «οι αρσενικοί γάτοι είναι αλανιάρηδες» μού έλεγαν.  Έκλαψα, θύμωσα, απογοητεύτηκα, τελικά άρχισα να συνηθίζω στην ιδέα ότι ο Ρίκος είχε χαθεί. Πέρασε πάνω από μήνας, και ένα πρωί, σπασίκλας καθώς ήμουνα είχα ξυπνήσει νωρίς και έκανα επανάληψη κάποιο μάθημα στην κουζίνα ετοιμάζοντας πρωινό για όλους, οπότε άκουσα κάτι να χτυπάει απαλά το παράθυρο, άνοιξα και προς μεγάλη μου έκπληξη βρώμικος και καταπονημένος έπεσε στην αγκαλιά μου ο Ρίκος! Πως κατάφερε να βρει το δρόμο για να έρθει πίσω είναι ένα μυστήριο. Όταν τον είδε η μάνα μου έκπληκτη και μετανοιωμένη αναγκάστηκε να παραδεχτεί την πλεκτάνη, της έκανα μούρη για καιρό.  Με την επιστροφή του ο Ρίκος καταξιώθηκε σαν το επίσημο κατοικίδιο του σπιτιού, που του γινόταν όλα τα χατήρια. Τόλμαγε να παρουσιαστεί όταν ερχόταν οι πελάτισσες της μητέρας μου να κάνουν πρόβα – πριν ήταν κάτι το αδιανόητο – που τον γνώριζαν και τον αποζητούσαν και ξάπλωνε πάνω στα πατρόν και στα μισοτελειωμένα ρούχα για να ξεκουραστεί δίχως κανείς να του πει τίποτε.

Τον Ιούλιο του ’65 χρειάστηκε να τον πάμε στον κτηνίατρο, η υπάλληλος στο check-in (τότε το λέγαμε εισαγωγή) στην κλινική έγραψε στην καρτέλα του «Όνομα: γαλή  Ρίκος Χατζόπουλος», το γεγονός φάνηκε πολύ διασκεδαστικό στον πατέρα μου, το ’λεγε και το επαναλάμβανε για μέρες…  Πηγαίνοντας στο κέντρο στην Αθήνα ψάχνοντας να βρούμε κολλάρο για γάτους κινδυνέψαμε να μας ξυλοφορτώσει η αστυνομία, ήταν η περίοδος των Ιουλιανών, έχω περιγράψει την περιπέτεια σε παλαιότερη ανάρτηση.

Η βασιλεία του Ρίκου δεν δυστυχώς δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ: το καλοκαίρι του ‘67 αρρώστησε από απροσδιόριστη αρρώστια, ο γιατρός μας έδωσε αντιβιοτικό που όμως δεν έκανε τίποτε… παρόλες τις προσπάθειές μας πέθανε μέσα σε λίγες μέρες.  

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

«L’ OSPICE»: ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Μνήμες και αναδρομές:

«L’ OSPICE»:

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Ένα κείμενο του Γεράσιμου Γερολυμάτου

http://www.epoxi.gr/memories25.htm

Παρασκευή, 02 Σεπτεμβρίου 2011

Σημείωση:
Το κείμενο που καταχωρούμε προέκυψε από την απομαγνητοφώνηση ανακοίνωσης του γνωστού Αγρινιώτη συγγραφέα κ. Γεράσιμου Γερολυμάτου, που έγινε στα πλαίσια Ημερίδας που διοργάνωσε το Σεπτέμβριο του 2000 στο Αγρίνιο το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (Σχολή διαχείρισης Φυσικών Πόρων), με ευθύνη και επιμέλεια της καθηγήτριας κ. Κωνσταντίνας Μπάδα, και πρωτοδημοσιεύτηκε με άλλα κείμενα της ημερίδας αυτής από το Δήμο Αγρινίου στις εκδόσεις "Μεταίχμιο".

Ο Πάνος Χατζόπουλος το 1939

Ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941 ήταν φοβερά δύσκολος. Πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, απελπισία. Οι ήρωες που το 1940 στα βουνά της Αλβανίας γνώριζαν συνήθως μόνο τις... πλάτες των γκλοριόζων του Μουσολίνι δεν κατάφερναν να συμβιβαστούν με τη σκληρή πραγματικότητα που τους ανάγκαζε να ζουν σκλάβοι του φασισμού. Εγκαταλελειμμένος ο λαός από την ηγεσία των αστικών κομμάτων άρχισε έναν σκληρό καθημερινό αγώνα επιβίωσης πουλώντας σπίτια, οικόπεδα, χωράφια, μέχρι και τις προίκες των κοριτσιών για την εξοικονόμηση λίγου καλαμποκιού και λαδιού μέσα σ' ένα καθεστώς άγριας εκμετάλλευσης και μαυραγοριτισμού. Μέσα σ' αυτή τη θεοσκότεινη νύχτα της εθνικής κατάρρευσης, πραγματική όαση για την πόλητου Αγρινίου αποτελούσε η μικρή συντροφιά της λέσχης του L’ Ospice. Η λέσχη του L’ Ospice συγκροτήθηκε το 1938 από μια ομάδα γυμνασιόπαιδων της πλατείας Χατζοπούλου και σε κάποιο ισόγειο μπαρακάκι, ιδιοκτησίας του δικηγόρου Κώστα Παλιγιαννόπουλου, είχε το εντευκτήριο της, το οποίο ονόμασε L’ Ospice από τη γαλλική λέξη που σημαίνει καταφύγιο. Ήταν ένα χαμηλό, ετοιμόρροπο, κολλητό στο κυρίως σπίτι των Παλιγιαννοπουλαίων, κτίσμα ενός δωματίου. Χαμηλή η πόρτα της εισόδου με δύο μικρά παράθυρα, είχε κατάλληλα διακοσμηθεί. Οι κοπέλες της συντροφιάς είχαν αναλάβει να Βάλουν κουρτίνες στα μικρά παράθυρα και άλλα χρειώδη σιγύρια, έτσι που το μικρό δωμάτιο μετατράπηκε σε μια ζεστή φωλιά. Ενοίκιο 150 δραχμές. Είχε κι άλλα μικροέξοδα που καλύπτονταν από τα μέλη της συντροφιάς. Όπως αναφέραμε, τη συντροφιά αποτελούσαν αρχικά γυμνασιόπαιδα της πλατείας Χατζοπούλου, καμιά εικοσαριά στον αριθμό, με πόλο έλξης τη δυνατή και πολύπλευρη προσωπικότητα του τότε απόφοιτου Γυμνασίου και ποιητή Πάνου Χατζόπουλου, ανιψιού του Κώστα Χατζόπουλου. Εκεί λοιπόν, σ' αυτό το καταφύγιο, συγκεντρώνονταν τακτικά γύρω στα 20-25 μέλη της συντροφιάς και κουβέντιαζαν τα προβλήματα τους. Στην ιδιόρρυθμη αυτή μελισσοφωλιά γίνονταν προπολεμικά καθημερινές συναθροίσεις στις ελεύθερες από τα μαθήματα ώρες, οπότε με συζητήσεις και διαλέξεις κουβεντιάζονταν ποικίλα θέματα, φιλολογικού και κοινωνικού περιεχομένου. Κάθε Κυριακή ή αργία κάποιο από τα μέλη της συντροφιάς υπό τύπων διαλέξεως ανέπτυσσε κι ένα φιλολογικό θέμα. Άλλος μιλούσε για τον Παλαμά ή τον Χατζόπουλο, άλλος για τον Βίκτορα Ουγκό, άλλος ανέλυε τη «Βάρκα» του Χατζόπουλου ή το δημοτικό τραγούδι της αλαφίνας. Η παρέα έβγαζε κι ένα περιοδικό. Τη «Σάλπιγγα». Χειρόγραφο. Σ' αυτό ο καθένας, όποιος βέβαια είχε κάποιο ταλέντο, έγραφε ό,τι του ερχόταν βολετό. Στο περιοδικό αυτό είδαν το φως τα πρώτα γραπτά του Πάνου Χατζόπουλου. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Η παρέα του L’ Ospice έγινε γνωστή σε πλατύ κύκλο στη νεολαία του Αγρινίου κι όσο περνούσε ο καιρός παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις της και μαθητές άλλων συνοικιών. Το πρόβλημα όμως ήταν πως ο χώρος ήταν μικρός και το χαρτζιλίκι των παιδιών της συντροφιάς ελάχιστο. Οι σκέψεις που γίνονταν για εξεύρεση μεγαλύτερου δωματίου στάθηκαν πρακτικά αδύνατες. Παρ' όλα αυτά ο καιρός περνούσε ευχάριστα και δημιουργικά για την παρέα του L’ Ospice.

Όσο που ήρθε ο πόλεμος του 1940 και η Κατοχή. Η συντροφιά όμως δεν σκόρπισε. Το L’ Ospice ζούσε κι εκείνα τα τρομερά χρόνια. Άντεξε και στην πείνα του 1941, λες και κάποια ανάγκη να το συγκρατούσε στην ύπαρξη του. Τώρα η συντροφιά καταπιάστηκε με άλλα ενδιαφέροντα. Η παρουσία του κατακτητή γεννούσε άλλου είδους συζητήσεις. Έφτανε ως εδώ ο απόηχος από τις νουθεσίες του γυμνασιάρχη Πλαγιανάκου, που εκτός από τις γυμνασιακές γνώσεις η κύρια προσπάθεια του, όπως και του φιλόλογου καθηγητού Πάνου Παπαχρήστου, ήταν να στυλώσει τις καρδιές με τα μεγάλα μηνύματα της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας. Μηνύματα που μιλούσαν για αγώνες και θυσίες των προγόνων χάριν της ελευθερίας. Στην ψυχή των μελών του L’ Ospice συντελούνταν συγκλονιστικές ανακατατάξεις ιδεών. Δεν ήταν πλέον τα ανέμελα προπολεμικά παιδιά. Οι δραματικές ώρες της Κατοχής φόρτωναν το μυαλό σκέψεις και σκέψεις. Η ανάλυση της τριλογίας του Προμηθέα αλλά κι αυτή του δημοτικού τραγουδιού της αλαφίνας τους συντάραζαν. Έφυγε από τα μάτια και τα χείλη το παιδικό ανέμελο χαμόγελο. Τα μέτωπα ήταν αυλακωμένα από ρυτίδες σοβαρότερων σκέψεων. Κάτι σαν φως αστραπής έφεγγε στα μάτια, όταν έφτανε από το δρόμο ο ήχος από το Βαρύ Βήμα της φασιστικής περιπόλου. Η καρδιά πλέον του L’ Ospice άρχισε να χτυπά σε άλλο τόνο. Γεγονός αναμφισβήτητο είναι πως μέσα από το L’ Ospice ξεπήδησαν οι πρώτες φλόγες αντίστασης κατά του φασισμού για λογαριασμό όλης της Αιτωλοακαρνανίας από τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Αργότερα, με πρωτεργάτη πάντα τον Χατζόπουλο, δημιουργήθηκε δεύτερη εστία αντίστασης στο στέκι του ραφείου των αδερφών Φώτη και Μάκη Κολοκοτσά, στη στοά Παπαγιάννη, και στις αρχές του 1942 μια τρίτη εστία ξεφύτρωσε στο «φροντιστήριο» του μετέπειτα καθηγητή του Πολυτεχνείου Παντελή Ρόκου, το οποίο λειτουργούσε στο σπίτι του Νικάκη Παπανικολάου, απέναντι από τις αποθήκες Παναγόπουλου.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο L’ Ospice. Και με χρονολογική σειρά να αναφέρουμε χαρακτηριστικά περιστατικά από τα οποία εδραιώνεται η άποψη για τον πρωτοποριακό ρόλο που διαδραμάτισαν οι φλογεροί εκείνοι νεολαίοι στο νεολαιίστικο γενικά κίνημα εθνικής αντίστασης Αιτωλοακαρνανίας. Παραμονές 28ης Οκτωβρίου 1941. Σ' ένα παγκάκι μπροστά στην Αγια Σωτήρα του Πάρκου κουβεντιάζουν τρεις μαθητές Γυμνασίου. Ανάμεσα τους κι ένας οκνίτης του L’ Ospice. Ρίχνεται απ' αυτόν η ιδέα να γίνουν δύο στεφάνια από τις δάφνες του Πάρκου και ως ελάχιστο φόρο τιμής για τους νεκρούς της Αλβανίας να στεφανωθεί το άγαλμα των πεσόντων, που βρισκόταν τότε στην οδό Παπαστράτου και μπροστά στο σπίτι του Κατσιμπίνη, και στη συνέχεια η προτομή του Κουμπούρα, του γνωστού Παναγιώτου, ήρωα μακεδονομάχου, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Κάτι που γίνονταν με τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου από τα σχολεία, τα σωματεία, τους συλλόγους και τις αρχές της πόλης στα ελεύθερα χρόνια. Η πρόταση του οκνίτη, που ήταν και γραμματέας πυρήνα, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους άλλους δύο συμμαθητές του. Ετοιμάστηκαν τα δύο στεφάνια και με το σουρούπωμα η παρέα βρίσκεται να στεφανώνει πρώτο το μνημείο των πεσόντων. Εντελώς αναπάντεχα περνάει τυχαία από εκεί μια ιταλική περίπολος, τα τρία παιδιά με το δεύτερο στεφάνι τρέχουν στο στενό προς το καφενείο του Κρίμπα, από κοντά οι Ιταλοί, και την κατάσταση σώζει το ακάλυπτο τότε ρέμα. Οι νεολαίοι γλιτώνουν την παραπέρα καταδίωξη και πιθανή τους σύλληψη. Όταν πέρασε ο κίνδυνος, τα παιδιά είχαν το κουράγιο να Βγουν από την κρυψώνα τους, βρόμικα και λασπωμένα απ' τη μπόχα και το βούρκο του ρέματος, να φτάσουν ως την προτομή του Κου­μπούρα και να τη στεφανώσουν κι αυτή. Η πράξη αυτή χρονικά θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη αντιστασιακή ενέργεια κατά του κατακτητή πανελλαδικά. Την άλλη μέρα, και κάτω από τη μύτη των Ιταλών, τα παιδιά του L’ Ospice γιόρτασαν την πρώτη επέτειο του αλβανικού έπους με ειδική ομιλία του Πάνου Χατζόπουλου, απαγγελίες πατριωτικών ποιημάτων και άλλα παρόμοια.

Ιανουάριος 1942. Ο Πάνος Χατζόπουλος μ' ένα δεύτερο μέλος του L’ Ospice, τον Θωμά τον Μποκόρο, κλέβουν από τα γραφεία της Ένωσης Συνεταιρισμών Αγρινίου μια γραφομηχανή γερμανικής μάρκας ούντεργουντ. Με τη γραφομηχανή αυτή δακτυλογραφήθηκε και κυκλοφόρησε πλατιά η πρώτη προκήρυξη του ΕΑΜ στο Αγρίνιο. Ο Χατζόπουλος είχε συνδεθεί, στο μεταξύ, με την επιτροπή πόλης του ΕΑΜ. Πριν από την προκήρυξη αυτή ο Γεώργιος Καραπαπάς με τον Κωστάκη Αυγούλη σ' ένα παμπάλαιο πολύγραφο κυκλοφόρησαν μόνοι τους ένα κείμενο-μανιφέστο αντίστασης, ιστορικής για το κίνημα σημασίας.

24 και 25 Μαρτίου 1942. Στο διήμερο που θα ακολουθήσει, δηλαδή 24 και 25 Μάρτη, πολλά αξιόλογα γεγονότα έμελλε να διαδραματιστούν στην πόλη. Μα ας τα δούμε με τη σειρά τους. Έπαιρνε να σουρουπώσει η 24η Μαρτίου όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μυστικού του L’ Ospice, καθώς οι οκνίτες του γνωρίστηκαν μ' αυτή τους την ιδιότητα μεταξύ τους εκείνο το βράδυ, κι ας ζούσαν τόσα χρόνια ο ένας δίπλα στον άλλο ως μέλη της ίδιας λέσχης. Ένας ένας πέρναγαν τη μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα του σπιτιού των Χατζοπουλαίων, για να εκτελέσουν μια αποστολή μαζί με τους οκνίτες του Παντελή Ρόκου της Αγίας Τριάδας. Μια ώρα πριν λήξει η κυκλοφορία με νερομπογιές στα ντενεκέδια, καθώς και με πινέλα από αυτά που ξυριζόμαστε, και κρατώντας στάμπα ξεκινούν να ζωγραφίσουν στα ντουβάρια του Αγρινίου τα πρώτα αντιστασιακά συνθήματα. Τα στάμπα ζωγραφισμένα από τον Δημητράκη Ανδρικόπουλο και σκαλισμένα από τον Γιωργάκη τον Κουτρουμπούση έλεγαν: «Ζήτω η 25η Μαρτίου», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», «θάνατος στο φασισμό» και «Ελευθερία ή θάνατος». Τα συνεργεία ήταν τριμελή. Ένας στον ντενεκέ, τη νερομπογιά και τη στάμπα, ο δεύτερος στο πινέλο και ο τρίτος τσιλιαδόρος, κατά προτίμηση κοπέλα. Έμενε κι ένας μοναχός, ο Θανάσης Καραγιώργος, που σκοτώθηκε στο δεύτερο αντάρτικο. Αυτός αποτέλεσε δικό του συνεργείο. Το πρωί της 25η Μαρτίου άστραφταν οι καρδιές των Αγρινιωτών από περηφάνια, καθώς τα ντουβάρια απ' άκρη σ' άκρη της πόλης, ακόμα και δίπλα στις σκοπιές των Ιταλών, διαλαλούσαν την απόφαση της αδούλωτης νεολαίας για αγώνα ζωής ή θανάτου ενάντια στους κατακτητές. Ο εθνικός συναγερμός κορυφώθηκε όταν οι ίδιοι οι οκνίτες μαζί με τους μεγαλύτερους του εργατικού ΕΑΜ παρασύροντας στο πέρασμα τους κι ένα πλήθος από κόσμο, ξεκινούσαν από την κεντρική πλατεία και βάδιζαν την οδό Παπαστράτου πηγαίνοντας να στεφανώσουν το μνημείο των πεσόντων στου Κατσιμπίνη. Η πορεία και η στέψη πραγματοποιήθηκε παρά τις αυστηρές απαγορευτικές διαταγές των στρατευμάτων κατοχής. Μπροστά σ' αυτή την εθνική έξαρση πατριωτισμού οι Ιταλοί δεν τόλμησαν να επέμβουν. Άφησαν την ελληνική ψυχή να πορευτεί. Η στέψη έγινε και η αγωνιστική αυτή εκδήλωση έκλεισε με τον Εθνικό Ύμνο.

Τα δύο αυτά γεγονότα, το γράψιμο των πατριωτικών συνθημάτων και η στέψη του μνημείου των πεσόντων είχε συγκλονιστική επίδραση στο λαό της πόλης, με τις πλούσιες αγωνιστικές παραδόσεις, κι άλλαξε τον αγέρα στη Βαριά ατμόσφαιρα της Κατοχής. Ο καθένας άρχισε να περιεργάζεται με σημασία το διπλανό του, βάλθηκε να αναλύει την κάθε κίνηση, κουβέντα και ενέργεια του. Επιστράτευσε τις κεραίες της ψυχής του προσπαθώντας να βρει τα αόρατα μα υπαρκτά νήματα που θα τον οδηγούσαν όσο γινόταν γρηγορότερα εκεί που άρχισε ξανά να χτυπά η καρδιά της πατρίδας και η καμπάνα του εθνικού χρέους. Κανείς δεν ήθελε να χάσει τη χαρά της πρωτοπορίας και αν ο αγώνας της Εθνεγερσίας του 1821 είχε την ηρωίδα πόλη του, το Μεσολόγγι, ο καινούργιος αγώνας ενάντια στις δυνάμεις του φασισμού - ναζισμού θα είχε σε λίγο τη δική του ηρωίδα πόλη, το Αγρίνιο, που τροφοδότησε το έπος της Εθνικής Αντίστασης με χιλιάδες φλογερούς μαχητές της ελευθερίας και με ποτάμια αίματος.

Αλλά εμείς ας συνεχίσουμε. Οι Ιταλοί έχουν μαζέψει τα λιγοστά ραδιόφωνα που υπήρχαν τότε στο Αγρίνιο. Εξαίρεση κάνουν στο ραδιόφωνο του στρατηγού Κλάδου, που κάθονταν απέναντι από το ξενοδοχείο Ακροπόλ, στην αρχή της οδού Ηλία Ηλιού. Ένας παλιός του ιπποκόμος και διαχειριστής του κτήματος του στο Δοκίμι άκουγε με το στρατηγό κάθε βράδυ το δελτίο ειδήσεων του Λονδίνου και του Καΐρου. Ο ανιψιός του ιπποκόμου περίμενε τον μπάρμπα να γυρίσει από το σπίτι του Κλάδου και κράταγε στο μυαλό του τα νέο του δελτίου. Ο μπάρμπας, που διετέλεσε ένα φεγγάρι ενωματάρχης Χωροφυλακής, δεν παρέλειπε να συστήνει στον ανιψιό του πριν φύγει για το σπίτι του να κρατά το στόμα του κλειστό. «Μην κάψουμε το στρατηγό μωρ' ζαγάρ και κάψεις και το δκο μ' σπίτ». Μόνο που ο ανιψιός ήταν κομμάτι αγύριστο κεφάλι και τα νέα μεταφέρονταν την άλλη μέρα στο L’ Ospice. Εδώ τα μυαλά και των άλλων σκαθαριών δεν άργησαν να πάρουν τις κατάλληλες στροφές και επιστρατεύοντας την κλεμμένη γραφομηχανή της Ένωσης άρχισαν να κυκλοφορούν κάτω από τις πόρτες στις γειτονιές τα πρώτα παράνομα δελτία ειδήσεων. Στα τέλη του Μάρτη του '42 εξοικονομήθηκε ένα ραδιόφωνο απ' τον Ντίνο τον Σαλάκο. Με λίγο ταρακούνημα καμιά φορά, όταν το 'πιαναν οι αναποδιές του, έστω και βραχνά, έκανε τη δουλειά του. Σέμπρεψε και με τη γραφομηχανή κι ένα αυτοσχέδιο πολύγραφο και η δουλειά πλέον του καθημερινού δελτίου ειδήσεων συστηματοποιήθηκε, έτσι που να κυκλοφορεί πόρτα με πόρτα, κόρφο με κόρφο σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Δεν παραλείπονταν βέβαια και η εκτύπωση τρικ με πατριωτικά συνθήματα και προκηρύξεις, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αρχικά οι τεχνικές ανάγκες εκτύπωσης και διανομής καλύφθηκαν από τα παιδιά του L’ Ospice. Αργότερα, όσο οι ανάγκες μεγάλωναν, μπήκαν στο χορό και οι αντιστασιακές οργανώσεις των συνοικιών. Βέβαια ως τις αρχές του '43 τα τρία σύνεργα, δηλαδή γραφομηχανή, πολύγραφος και ραδιόφωνο, χειρίζονταν ο Ντίνος ο Σαλάκος και τα παιδιά του L’ Ospice. Τα δελτία που εκτυπώνονταν καθημερινά παραλάμβανε ο Σπύρος ο Φαρμάκης και τα διοχέτευε στους μηχανισμούς διανομής των συνοικιών. Η αξιόλογη αυτή παράνομη δουλειά γινόταν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του κατακτητή, που παρ' όλες τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να βάλει στο χέρι τον παράνομο αυτό μηχανισμό. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές ο μηχανισμός αυτός κινδύνευσε σοβαρά, πότε από τυχαίες και αναπόφευκτες συμπτώσεις και κακά συναπαντήματα, πότε από επιπόλαιες ενέργειες που οφείλονταν στη φυσιολογική νεανική ορμή που δεν εκτιμούσε, στο βαθμό που έπρεπε, τον κίνδυνο που καραδοκούσε ή ακόμα κι από έλλειψη ανάλογης πείρας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργούσε η γραφομηχανή. Έτσι τεράστια σε όγκο που ήταν, ολόκληρο τσουβάλι πράμα, τα πλήκτρα της έκαναν τρομερό πάταγο που σκόρπαγε αναγκαστικά και έξω από τα ντουβάρια και τα κλειστά παραθυρόφυλλα σε αρκετά μεγάλη ακτίνα στη γειτονιά. Τότε δε υπήρχαν οι σημερινοί θόρυβοι να κουκουλώνουν το πράμα. Για το λόγο αυτό έμενε δύο, το πολύ τρεις μέρες, και μετά δρόμο για άλλο στέκι. Έφτασε η χάρη της μέχρι το γυναικωνίτη του Αϊ-Γιώργη στην Ντούτσαγα. Χαλάλι της όμως, γιατί το δελτίο βοήθησε να στυλωθεί το εθνικό φρόνημα και το ηθικό του λαού της πόλης, καθώς μέρα με τη μέρα η φούρια της χιτλερικής λαίλαπας κόπαζε όσο που πήρε την κάτω βόλτα.

Μια μέρα, καθώς οι δύο νεολαίοι του L’ Ospice, επονίτες πια μετά την αυτοδιάλυση της ΟΚΝΕ τη άνοιξη του '43, κουβάλαγαν σ' ένα τσουβάλι τη γραφομηχανή για κάποιο καινούργιο στέκι που θα ήτα το κατώγι του σπιτιού του Χαρίλαου Τσουκαλά, δίπλα στο ρέμα της Αγίας Τριάδας, μπροστά στις απόθήκες Παναγόπουλου, έπεσαν σε μια ομάδα Γερμανών που φόρτωναν ένα αυτοκίνητο με, διάφορα εφόδια. Οι Γερμανοί σταμάτησαν τους επονίτες και γαβγίζοντας στη γλώσσα τους και με νοήματα τους διέταξαν να βάλουν ένα χέρι στο φόρτωμα. Το τσουβάλι με τη γραφομηχανή ξεφορτώθηκε παρά πέρα στ< πεζοδρόμιο και άρχισε η αγγαρεία. Ο γερμανός σκοπός της αποθήκης, όση ώρα κρατούσε το φόρτωμα, τριγυρόφερνε το τσουβάλι με την ούντεργουντ και το περιεργάζονταν πίσω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του. Όλα έδειχναν πως πλησίαζε το τέλος. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά, η αγγαρεία κάποτε πήρε τέλος, ξαναφορτώθηκε στις πλάτες το τσουβάλι με τη γραφομηχανή και τα παιδιά πήραν δρόμο.

Μια άλλη μέρα κινδύνευσε ο πολύγραφος με τον οποίο τύπωναν τα δελτία οι ίδιοι, οι παραπάνω επονίτες στο σπίτι των αδερφών Νταβαρούκα, στην οδό Καλυβίων. Δυο Γερμανοί της Γκεστάπο με το διερμηνέα Σπύρο Λούβαρη έχοντας κοντά τους και μια γερόντισσα πήραν σβάρνα τις γειτονιές για να βρουν σπίτι να στεγάσουν την οικογένεια της, μιας και το δικό της το είχαν επιτάξει για τις δικές τους ανάγκες. Έφτασαν ως το Νταβαρουκέικο. Η Ελένη Νταβαρούκα, μόλις τους είδε να ανοίγουν την αυλόπορτα την ώρα που αυτή κράταγε τσίλιες στο μπαλκόνι, μπήκε στο δωμάτιο που τύπωναν οι επονίτες τα δελτία και κίτρινη από φόβο έμπηξε μια φωνή: «Γερμανοί κυκλώνουν το σπίτι» κι έπεσε ξερή στο πάτωμα. Χάρη στην ψυχραιμία των δύο παιδιών δεν έγινε καμιά παρεξήγηση που ίσως θα είχε αιματηρές συνέπειες και την απώλεια Βέβαια του πολυγράφου. Εξακριβώθηκε ο σκοπός του ερχομού των γκεσταπιτών, τα παιδιά τους εξήγησαν πως δεν υπήρχε κενό ούτε ένα δωμάτιο κι εκείνοι έφυγαν γυρεύοντας σπίτι παρακάτω. Ο διερμηνέας Λούβαρης, που εξηγούσε τα καθέκαστα και στις δύο πλευρές, κάτι φάνηκε να ψυλλιάστηκε βλέποντας τα γανωμένα από το μελάνι χέρια του ενός επονίτη, μα δεν έδωσε συνέχεια. Τα παιδιά μάζεψαν τα φρεσκοτυπωμένα δελτία, ήρθε κι ο Σπύρος Φαρμάκης που το παρέλαβε για διανομή κι έκρυψαν τον πολύγραφο στο τζάκι. Διαβεβαίωσαν την Ελένη πως θα τον μεταφέρουν την ίδια μέρα, αφού είδαν κι έλαβαν να τη συνεφέρουν από τη λιποθυμιά της, κι έφυγαν για να κανονίσουν καινούργιο στέκι. Όταν γύρισαν το απόγευμα για να τον παραλάβουν για τη μεταφορά, ο πολύγραφος δεν υπήρχε πλέον. Ο Παύλος Νταβαρούκας, ο οποίος γύρισε στο μεταξύ από την αγορά στο σπίτι, έμαθε από την αδερφή του τα καθέκαστα, έβαλε φωτιά και έκαψε τον πολύγραφο.

Στις αρχές του '42 στο σπίτι της Χριστίνας Κολοκύθα ξέπεσε ο Χρήστος Καπράλος με τον Άγγελο Τερζάκη. Καραβοτσακισμένοι και οι δύο από την πείνα και τις κακοτυχίες αντάμωσαν στο Αγρίνιο τον Πάνο Χατζόπουλο κι εκείνος τους έβαλε να καθίσουν στο παραπάνω σπίτι. Επειδή όμως η οικογένεια της Κολοκύθα δεν ήταν δυνατόν πέρα από τη στέγαση να αναλάβει και την τροφοδοσία τους, το έργο αυτό το ανέλαβε το L’ Ospice. Κάθε μέρα άλλος μια φέτα ψωμί, άλλος ένα πιάτο φαγητό ή ελιές, άλλος λίγο λάδι, μια δυο χούφτες φασόλια, ρεβίθια, κι ό,τι άλλο μπορούσε να εξοικονομήσει απ' το σπίτι του. Έτσι μπόρεσε η παρέα του L’ Ospice να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τους δύο αυτούς δόκιμους καλλιτέχνες που τόσα πρόσφεραν στη συνέχεια στον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο της Ελλάδος. Και ήταν μεγάλη η χαρά των παιδιών του L’ Ospice να τους κάνουν παρέα και να συζητούν μαζί τους.

Μα όλα έχουν αρχή και τέλος. Και το L’ Ospice έμελλε να αυτοδιαλυθεί την άνοιξη του '43. Λίγο μετά τη διάλυση της ΟΚΝΕ και την προσχώρηση της στην ΕΠΟΝ, η συντροφιά των παιδιών του L’ Ospice μετακόμισε ομαδικά στις γραμμές της, εκτός από δυο τρεις περιπτώσεις.

Έκλεισε ο κύκλος μιας σκοτεινής τροχιάς και μιας σελίδας του νεολαιίστικου προοδευτικού κινήματος της εργατούπολης του Αγρινίου, της ηρωίδας πόλης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Άνοιξε μια καινούργια. Το ίδιο αξιόλογη και φωτεινή. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία της ιδιόρρυθμης εκείνης μαθητικής λέσχης που διέγραφε μια φωτεινή και αξιόλογη τροχιά στη δημοκρατική, προοδευτική και μετέπειτα αντιστασιακή πορεία του αγρινιώτικου λαού.


Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟΥ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Χτες - με αργοπορία μιας τουλάχιστον δεκαετίας - αποφάσισα επιτέλους να βάλω σε κάποια τάξη το “χρονοντούλαπο” μου, το αρχείο των γονιών μου που αποτελείται από εκατοντάδες κείμενα, γράμματα και φωτογραφίες. Ένα διπλωμένο δίφυλλο τράβηξε την προσοχή μου, γραμμένο από τον πατέρα μου το Γενάρη του 1975, ένα κείμενο που εξιστορεί -σε πρώτο πρόσωπο- τη μάχη του Αγγελόκαστρου τις 9.4.1944. Το γεγονός, πέρα από τη συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα, είναι σημαντικό για την ιστορία του τόπου μας, γιατί μετά από μερικές μέρες οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες σαν αντίποινα εκτέλεσαν 120 πατριώτες στο Αγρίνιο, μεταξύ των οποίων και τους τρεις ήρωες που απαγχονίστηκαν στην πλατεία Αγρινίου (οι εκτελέσεις της Μεγάλης Παρασκευής 1944). Δεν γνωρίζω αν το κείμενο δημοσιεύτηκε τελικά κάπου, το χειρόγραφο φαίνεται περισσότερο ένα πρόπλασμα, υπάρχουν διορθώσεις που φαίνονται καμωμένες από χέρι τυπογράφου, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.
Γ. Χ.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟΥ (των Βαϊων - 9 Απρίλη του 1944)
25° χιλ. Σιδ. Γραμμής Κρυονερίου – Αγρινίου
Μεταξύ Σταμνάς και Αγγελόκαστρου
του ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ιωάννου με αμαξοστοιχία παρόμοια με αυτή του σαμποτάζ, τραβηγμένη τη δεκαετία του ’50 (*)

Αρχηγείο Μεσολογγίου (2ο τάγμα του 2/39) Στρατιωτικός Κατσίμπας Γιώργος.
Στόχος της επιχείρησης ήταν να χτυπηθούν οι ταγματασφαλίτες που θα πήγαιναν στην γιορτή της εξόδου του Μεσολογγίου. Τους περιμέναμε από Πέμπτη το βράδυ. 45 άνδρες εθελοντικά γιατί θάπρεπε να πετύχει ο αιφνιδιασμός (και γιαυτό το λόγο επιλέχτηκαν) . Οι άνδρες κατέλαβαν τις θέσεις που είχαν οριστεί από την Τρίτη κοντά στη σιδ. γραμμή στα γύρω υψώματα. Πλαγιοφυλακές είχαμε τον.εφεδρικό ΕΛΑΣ Αγγελόκαστρου και Νιοχωριού. Την Παρασκευή δεν περάσανε Ράληδες, ούτε το Σάββατο. Το Σάββατο το βράδυ πήγαμε και φάγαμε φασουλάδα στο Μοναστήρι του Αγγελόκαστρου και ξεκουραστήκαμε. Αφού δεν κατέβαιναν ταγματασφαλίτες αποφασίσαμε να χτυπήσουμε Γερμανούς και ξημερώνοντας το πρωί της Κυριακής καταλάβαμε ξανά τις θέσεις μας.
Σύνδεσμοι της οργάνωσης μας ειδοποίησαν ότι έφτανε τραίνο στο Αιτωλικό και ήταν φορτωμένο με 90,000 οκάδες βενζίνα σε φορτηγά βαγόνια, μετέφερε την γερμανική φρουρά του τραίνου και στο τελευταίο βαγόνι ήταν Έλληνες επιβάτες. Από εκείνη τη στιγμή βρεθήκαμε σε συναγερμό, με τις χειροβομβίδες στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη. Στη Σταμνά ο Σταθμάρχης ειδοποίησε τους σιδηροδρομικούς για την ενέδρα (ήταν όλοι οργανωμένοι). Μόλις το τραίνο έφτασε στη ανήφορο του 25ου χιλιομέτρου βάσει του σχεδίου ο αντάρτης ΝΤΕΛΗΣ (Νίκος Γκουμανιώτης) πετάχτηκε μπροστά στη μηχανή στις γραμμές, ο μηχανοδηγός φρενάρησε και ο Ντελής πυροβόλησε τη μηχανή. Πριν σταματήσει καλά το τραίνο άρχισε η επίθεση, με οπλοπολυβόλα και μάνλινχερ κλπ. Κανείς δεν χτύπησε το τελευταίο βαγόνι.
Οι Γερμανοί πήδηξαν απ΄τα παράθυρα με τον οπλισμό τους μέσα στα σιτάρια και ερχόταν πυροβολώντας κατ' επάνω μας, αλλά τους γάζωσαν τα πυρά μας. Οι πολίτες, παρόλο που τους φωνάζαμε να φύγουν προς τη Σταμνά, τάχασαν και ανακατώθηκαν με τους Γερμανούς, τελικά κατάφεραν να απομακρυνθούν και να κατευθυνθούν προς Σταμνά αλλά από λάθος σκοτώθηκαν δυο. Μετά από 5 λεπτά η ομάδα του Σαράνταινα κατά το σχέδιο της επιχείρησης έκανε έφοδο επάνω στο τραίνο με χειροβομβίδες με αποτέλεσμα να εξοντωθούν όλοι οι Γερμανοί. 27 νεκροί - 2 αξιωματικοί- αιχμάλωτοι: 2 αξιωματικοί τραυματίες και ένας φαντάρος (16 χρονών), 3 Ιταλοί και ένας μοίραρχος της χωροφυλακής ονόματι Κατεργάρης. Πήραμε όλο τον οπλισμό, τρόφιμα, χρήματα και άλλο χρήσιμο υλικό. Το τμήμα αποχώρησε προς το ύψωμα ψηλή Παναγία του Ζυγού. Έμεινε ο Σαράνταινας και ο Αριστείδης Λαμπίρης και τοποθέτησαν εμπρηστικές νάρκες στα βαγόνια με τις βενζίνες, όπως φεύγαμε ακούγαμε που καιγόταν και ένα-ένα έσκαζαν.
Στην επιχείρηση αυτή δεν σκοτώθηκε κανείς από τους αντάρτες, είχαμε μόνο ένα τραυματία. Αυτή ήταν η μάχη.
Στη συνέχεια γερμανικές μονάδες προσπάθησαν να μας περικυκλώσουν, μας κλείσανε από Κλεισούρα, Χρυσοβέργι, (...) εμείς βρισκόμαστε όλη μέρα μέσα στο δάσος στην κορυφή του βουνού. Το βράδυ αργά περάσαμε δίπλα από την Αγία Ελεούσα και βγήκαμε από τον κλοιό προς Σιβίστα (σήμερα λέγεται Ελληνικά Αιτωλοακαρνανίας, σημ. δική μου).

_______________

https://www.agriniopress.gr/to-sampotaz-tis-stamnas/?__cf_chl_jschl_tk__=pmd_MvzUKSgm4kLUuuPWxz4FuigV54txqc95zqBmXb_j.a4-1635677240-0-gqNtZGzNAmWjcnBszQi9



Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο του “Αιτωλικά” (1967)

Ο δρόμος

ο δρόμος κι η τσάντα
οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά καλημέρα – μια καλησπέρα
μιά εγκάρδια χειραψία
μιά παγερή υποδοχή.
Η αναμονή στον προθάλαμο του γιατρού
οι διάδρομοι των κλινικών και των πολυϊατρείων.
Τα βλοσυρά βλέμματα
τα φαρμακερά βλέμματα
των ασφαλισμένων και των κλητήρων
του Ι.Κ.Α.
Ο δρόμος κι η τσάντα
τ΄ασανσέρ κι οι αίθουσες αναμονής
τα ιατρεία και τα φαρμακεία
οι κλινικές και τα θεραπευτήρια
και τα νοσοκομεία...

Οκτώβρης 1974, στο ferry-boat Ρίο – Αντίρριο ο Πάνος Χατζόπουλος σε μία αστεία πόζα με ένα συνάδελφο που χασμουριέται... Ήταν μια από τις τελευταίες περιοδείες πού έκανε σαν ιατρικός επισκέπτης, μετά ένα σχεδόν μήνα αρρώστησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. 

Τα χαμόγελα

Τα χαμόγελα
τα θερμά κι εγκάρδια χαμόγελα
τα παγερά κι αδιάφορα χαμόγελα
τα ενθαρρυντικά χαμόγελα
τα ειρωνικά χαμόγελα
όλων των ειδών και ποιοτήτων τα χαμόγελα
όλων των ειδικοτήτων και διαθέσεων τα χαμόγελα.

Κι ο δρόμος

πάντα μπροστά σου ο δρόμος.
Στο νου στη σκέψη στην καρδιά
ο δρόμος
    ο δρόμος
        για πάντα ο δρόμος.
Η ζωή σου είναι ο δρόμος.
Ο δρόμος τα λεωφορεία τ'αεροπλάνα και τα πλοία
τα εστιατόρια τα τραίνα και τα ξενοδοχεία.
Το φαρμακείο του Μπέλου στα Τρίκαλα.
Του Θεοδωρίδη στο Ηράκλειο
τα συστεγασμένα τ'Αγρινιού
του Καζατζή η αποθήκη στα Γιάννενα.
Μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ένας άνθρωπος

Ένα χλοερό νησί
μιά ίσμπα μ΄αναμένο το φούρνο της θαλπορής
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.
Ένας σταθμός να ξαλαφρώσεις την καρδιά σου
ένα ποτήρι δροσερό νερό να ξεδιψάσεις.
Ένας άνθρωπος
μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ο γυρισμός μας

Θυμάσε συνάδελφε
σαν φεύγαμε από την όμορφη τη Χιό.
Ήτανε νύχτα κι η τραμουντάνα
δεν άφηνε τον “Κανάρη” να ξεκολλήσει απ΄το νησί.
Γυρίζαμε στα σπίτια μας στην Αθήνα.
Το καράβι
χόρευε στα κύματα το χορό του θανάτου.
Εμείς απτόητοι και ξέγνοιαστοι
παίζαμε “Αβυσσυνία” στο καρρέ της Α' θέσης.

Το πρωί θα βλέπαμε το σπίτι, τους δικούς μας...
Τα φαρμακεία στη μοσχοβολημένη Χιό
στη Χίο την κεχαριτωμένη
δεν μας είχαν δώσει γερές παραγγελίες
και δεν είχαμε κλείσει στη Μυτιλήνη
όλους τους λογαριασμούς.
Κι όμως εμείς στη μέση του πελάγου
που τ'ανατάραζε η μάνιτα του κάβο-Ντόρου
τραγουδούσαμε τα μεσάνυχτα
το γυρισμό μας στο σπίτι.
Το σπίτι που δεν το χορτάσαμε ποτέ...
Το σπίτι που μας ήθελε...
Το σπίτι που σε λίγο θα μας έδιωχνε
για την Κρήτη την Ήπειρο την Πελοπόννησο.

Η λαχτάρα σου

Ο δρόμος κι η τσάντα
κι οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά χαρούμενη καλημέρα
μιά κουρασμένη καλησπέρα

ένα χαμόγελο.
Όλων των ειδών τα χαμόγελα.
Τα εστιατόρια τα ξενοδοχεία τα πλοία τα λεωφορεία
τα φαρμακεία τα ιατρεία και τα νοσοκομεία
κι ο πόθος σου η λαχτάρα σου
η έγνοια σου η μοναδική το σπίτι...

Οι γιατροί κι οι φαρμακοποιοί

οι πόλεις, η μιά μετά την άλλη οι πόλεις.
Τα χωρία, ένα κομπολόϊ τα χωριά.
Τα βουνά κι οι κάμποι κι οι όμορφες κοιλάδες
οι λίμνες τα ποτάμια οι ακροθαλασσιές...
Οι σταθμοί τα λιμάνια τα αεροδρόμια.
Οι θάλασσες τα νησιά κι ο ουρανός της Ελλάδας.
Τα οτομοτρίς τα τραίνα, της άγονης γραμμής τα λεωφορεία
τα αεροπλάνα τα πούλμαν και τα πλοία.

Κι οι γιατροί
οι φίλοι σου οι γιατροί
οι εχθροί σου οι γιατροί
οι συνεργάτες σου οι γιατροί
οι γιατροί...
Όλων των ειδικοτήτων οι γιατροί.
Κι οι φαρμακοποιοί
“καλώς ήρθατε” οι φαρμακοποιοί
“πότε θα φύγετε” οι φαρμακοποιοί
“είδατε τους γιατρούς ” οι φαρμακοποιοί
“πάλι καινούργιο βγάλατε” οι φαρμακοποιοί
“τι εκπτώσεις κάνετε” οι φαρμακοποιοί
“πως τον παίρνετε τον καφέ σας” οι φαρμακοποιοί
οι φίλοι μας οι φαρμακοποιοί...

Το μήνυμα

Κι ήρθε το μήνυμα συνάδελφε
που γνωριστήκαμε στη Λάρισα
γλεντήσαμε μαζί στην Καλαμάτα
κι είπαμε τα βάσανα και τους καϋμούς μας
στο σαλόνι του “Εθνικού” στη Χαλκίδα...
Ήρθε το μήνυμα
πως έμεινες για πάντα στη Δωδεκάνησο...
Η καρδιά σου που την κλείσανε στην τσάντα.
Η ψυχή σου που την κάνανε ρόδα να κυλάει στα τρίστρατα.
Η γλώσσα σου που δε σταμάταγε ποτές
να λέει σε χίλιους τόνους τις ενδείξεις των φαρμάκων.
Η ζωή σου που τη ζέψανε να οργώνει την Ελλάδα.
Σταμάτησαν για πάντα στη Δωδεκάνησο.
Εκεί σταμάτησε ο δρόμος
εκεί τελείωσε ο δρόμος – ο δρόμος σου.
Κανένα πλοίο δε θα σε φέρει πια στο σπίτι.
Κανένα αεροπλάνο δε θα σε πάει ξανά στην Καβάλα.
Κανένα τραίνο δε θα σε πάρει από το Βόλο.

Κανένα πούλμαν δεν θα σ΄αφήσει πιά στην Κέρκυρα....

Το στερνό σου τηλεγράφημα

Στο δρόμο μας βρήκε
το στερνό σου μήνυμα.
Η στερνή σου παραγγελία
αδερφέ μου μας βρήκε στο δρόμο.
Το στερνό σου τηλεγράφημα
μας έπιασε στο δρόμο.

Έκλεισα όλους τους λογαριασμούς.
Λευτερώθηκα για πάντα από το δρόμο
από την τσάντα
απ΄τα συμβατικά χαριεντίσματα...”

Γειά σου συνάδελφε
για πάντα
για πάντα...


Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

Ο ΠΑΝΟΣ Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ– άρθρο του Θ.Μ. ΠΟΛΙΤΗ

 Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ” Αγρινίου την Τρίτη 22 Μαρτίου 1977

Η ΡΟΥΜΕΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ο ΠΑΝΟΣ Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΙ ΤΑ “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος, γέννημα και θρέμμα Βραχωρίτης, ανηψιός του Κώστα και του Μήτσου (Μποέμ) Χατζόπουλου, στο τέλος του καλοκαιριού της περασμένης χρονιάς – παρόλο που η ... θέλησή του ήταν άλλη - “βγήκε” από το παιχνίδι της Ζωής. Η περιπέτεια γι' αυτόν, στο φλοιό της γης, έληξε.
Ο λεβεντόκορμος πλάτανος της Πλατείας Χατζοπούλου του Βραχωριού ξεριζωμένος, χρόνια τώρα, από τα χώματα της γενέθλιας γης, δεν μπόρεσε να αντέξει περισσότερο, τη μεταφύτευση, στη μεγάλη γλάστρα της Πρωτεύουσας. ¨Έτσι κάποια στιγμή... άξαφνα ανεπάντεχα κι αδόκητα έγειρε κι έπεσε μιά για πάντα...

Ο Πάνος Χατζόπουλος με τη σύζυγό του και την αδελφή του Μάνθα το 1953

Όταν μιά γνωστή και ανθρώπινη παρουσία χαθεί η μνήμη αναζητά τα χνάρια που άφησε...
Ο Πάνος για μας, τα μη εύτακτα – για τις Ιταλογερμανικές αρχές κατοχής – παιδιά της γειτονιάς του, την εποχή εκείνη... φάνταζε ακόμη πιο ψηλός και λεβέντης. Φωτολουσμένος απ'την κρυφή, την ακαθόριστη αγωνιστική ακτινοβολία, επιδρούσε, χωρίς ίσως να το φαντάζεται, καταλυτικά, αποκαλυπτικά και εκθαμβωτικά. Ευγενικός, σεμνός, διακριτικός κι απόμακρος αχνοοδηγητής, αξιοποιούσε και υλοποιούσε αγωνιστικά τα πρώρα Εθνικοαπελευθερωτικά σκιρτήματα των νέων.
Ο Πόλεμος του 1940 ένωσε όλους τους 'Έλληνες.
Η Κατοχή τους χώρισε. Πολλές οι αφετηρίες. Διαφορετικοί οι δρόμοι. Τόσοι κι άλλοι τόσοι οι ... απώτεροι σκοποί. Κοινός “κατ΄ αρχήν” ο στόχος: χτύπημα και διώξιμο του εχθρού. Εκατομμύρια Έλληνες πήραν με τον άλφα ή βήτα τρόπο τρόπο μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό ξεσηκωμό. Εκατοντάδες χιλιάδες τα θύματα. Ελάχιστοι, συγκριτικά, οι πραγματικοί “εφιάλτες”.

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος πέρασε πολύ νωρίς στις επάλξεις μιας αντιστασιακής “όχθης”. Οι μεταπελευθερωτικές πολιτικές εξελίξεις, δεν δικαίωσαν νομοτυπικά, την αγωνιστική συμμετοχή του, στις γραμμές της αντίστασης για την απελευθέρωση της χώρας. Έτσι αντί να τιμηθεί του ζητήθηκε ο ... λόγος. Αντίκρισε μ΄ εγκαρτέρηση την άδικη για την “όχθη” του μοίρα. Ορθός κι αγέρωχος περπάτησε στους δρόμους του κατατρεγμού. Διώξεις, προπηλακισμοί, καταφρόνηση και αδικία. Στέρηση για κάμποσα χρόνια της ατομικής του Ελευθερίας. Η υγεία του υποσκάφτηκε.
Η αισθαντική καρδιά του, περιόρισε σε ένα μικρό μέρος της μιας “κοιλίας”, όλες τις ελπίδες, τις προσδοκίες και τα όνειρα για ένα καλύτερο ανθρώπινο μέλλον και άφησε το χώρο ελεύθερο για να περάσουν ορμητικά και να εγκατασταθούν μόνιμα - στο μέγιστο μέρος της καρδιάς – οι θλίψεις, οι πόνοι κι οι οδύνες. Η ετεροβαρής και για πολλά χρόνια “ανώμαλη” λειτουργία της καρδιάς του δημιούργησε ... “οίδημα”, μεγάλωσε, άπλωσε και αγκάλιασε όλους τους πόνους για να τους κάνει δικούς της... Σ΄αντίθεση όμως με την ψυχή, η επιστήμη της υγείας του σώματος, δεν θέλει μεγάλη καρδιά. Αρκείται στην μικρή και συμπαγή την “πέτρινη” που λένε. Τέτοια καρδιά δεν μπορούσε να έχει ο Πάνος. Γι΄ αυτό έφυγε πρόωρα. Η καρδιά του δεν μας άντεχε. Δεν μπορούσε να μας αντέξει άλλο...

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος, - κληροδοτημένος, απευθείας, με ποιητική και λογοτεχνική φλέβα – έγραφε. Πάντοτε έγραφε, όταν οι σκληρές βιοπαλαιστικές συνθήκες της ζωής του το επέτρεπαν. Την Ποιητική του όμως συλλογή “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” την τύπωσε και την κυκλοφόρησε το πρώτο τρίμηνο του “σωτηρίου έτους” 1967. Έτσι η πορεία της απήχησης ανακόπηκε και παραμερίστηκε για να περάσουν ... με πάταγο οι νέου τύπου πνευματικές ερπύστριες που κυριάρχησαν για επτά χρόνια στη γη μας.
Σήμερα, ύστερα από δέκα χρόνια, ο δημιουργός δεν υπάρχει. Τα πονήματα όμως της ψυχής και του νου του ζουν! Μέσα απ΄ αυτά μπορούμε να επικοινωνήσουμε, να ενδιαφερθούμε να λειτουργήσουμε στοχαστικά να δεχτούμε ή ν΄απορρίψουμε το όλο μέρος απ΄ τις δημιουργίες του.

Στη συλλογή “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” - τόμος 60 σελίδων (17,50χ24,50), χαρτί πολυτελείας ΜΑΤ βαρύ – καταχωρήθηκαν δέκα οκτώ (18) συνολικά ποιήματα που, σχεδόν όλα, έχουν σαν κοινό τους γνώρισμα το πραγματικό γεγονός, που είτε κυριαρχεί πεντακάθαρο είτε αντιφεγγίζει πίσω τους, ήταν, πρώτη ύλη για το πλάσιμό τους. Ο Π.Γ.Χ. δεν δημιούργησε εγκεφαλικά ... “γεγονότα”. Αντίθετα από τα γεγονότα, από τα περιστατικά έπλασε καλλιτεχνικά και “εποίησε” τα δημιουργήματά του. Η σταθερά της ποιητικής του έμπνευσης είναι το γεγονός, το συμβάν. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο που διαποτίζει την ποίησή του, είναι το τέλος της ζωής. Ο θάνατος. Ο θάνατος και το μοιρολόι του θανάτου.
Ο σπαραγμός της καρδιάς του, για την απάνθρωπη εκτέλεση, από τους Γερμανούς κατακτητές, των 120 πατριωτών – έξω από τον περίβολο του Νεκροταφείου της Αγίας Τριάδας, στην Πόλη μας, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 – μετουσιώνεται λυρικοελεγειακά “ΣΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΝ ΤΟΠΟ” που μας τον παρουσιάζει με συγκλονιστική συγκινησιακή ειλικρίνεια στις σελίδες 29-30 της συλλογής.

-----

... Τότε
που αντιλαλούσαν οι καμπάνες
το θλιβερό τους μήνυμα οι καμπάνες
το τρομερό τους μήνυμα οι καμπάνες
όλες του Κάρλελι* οι καμπάνες “
-----

Εσείς
Ολόρθοι αδέρφια
σκοτώνατε τα βόλια στην καρδιά Σας... “
-----

... Χρόνια ολάκαιρα
τ΄αηδόνια,
στα πλατάνια της Αγία Τριάδας,
δεν ξανάρθαν...
-----

“ … Προσκυνούμε
Την Άγια σου
την Τρισάγια σου
τη Μεγάλη μας Παρασκευή... “

* Κάρλελι ονομαζόταν η Αιτωλοακαρνανία επί τουρκοκρατίας (σημ. δικιά μου)

Ο “Κρανίου Τόπος” της Αγίας Τριάδας και η Μεγάλη Παρασκευή του 1944 είναι Βραχωρίτικα τραγικά βιώματα της κατοχής, που αποτυπώθηκαν στην ψυχή όλων μας. Ο Π.Γ.Χ.με τους πιο πάνω αντιπροσωπευτικούς του ποιήματος στοίχους μας εκφράζει όλους τους Βραχωρίτες όπου κι΄ αν βρισκόμαστε, ότι και αν φρονούμε... Τούτο, νομίζουμε, είναι σημαντικό και αξιοσημείωτο αν λάβουμε υπόψη μας τη γνωστή θέση του Π.Γ.Χ. στο χώρο της πολιτικής και των ιδεών.
Αλλά και οι πολιτικές θέσεις, και οι πανανθρώπινες κοινωνικές ιδέες του Π.Γ.Χ., περασμένες από τα πολλαπλά φίλτρα της ανθρώπινης, καλοσυνάτης και τίμιας ψυχικής ιδιοσυγκρασίας του, αποκτούν στη λυρική τους έκφραση μια ιδιάζουσα υφή που τείνει σε γενική και καθολική παραδοχή:

“ … Άνθρωποι, αδέρφια μου, καινούργιους δρόμους,
γιοφύρια ας φτιάξουμε στη νέα γενιά.
Θεμέλιο ας βάλουμε για νέους κόσμους
- Κατάρα ο πόλεμος κι απανθρωπιά -
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά μας:
Ειρήνη – Ειρήνη
μια λέξη ας κλείνει
κάθε καρδιά ...”

Ο Π.Γ.Χ. και ως αντιστασιακός ξεσηκωτής, στα χρόνια της κατοχής, και ως κοινωνικός οραματιστής μιας πιο δίκαιης ζωής για όλους τους ανθρώπους, σκέπτονταν, μιλούσε κι ενεργούσε ειρηνικά. Ήταν ανίκανος για το παραμικρότερο κακό. Δεν έβλαψε κι ούτε μπορούσε να βλάψει ποτέ συνάνθρωπό του. Ήταν πρώτα απ΄όλα και πάνω απ΄όλα ένας καλός κ΄αγαθός άνθρωπος. Ένα μεγάλο ευκολοσυγκίνητο και ευαίσθητο παιδί! Μπορεί οι αντιξοότητες της ζωής του να μην του επέτρεψαν ν΄αξιοποιήσει, σε μέγιστους βαθμούς και σε υψηλούς τόνους, την ποιητική φλέβα που του κληροδότησαν οι θείοι του, δεν απώλεσε όμως ούτε έριξε καθ΄οδόν το “έρμα” του. Με τα ποιητικά του αυτά δείγματα φανέρωσε όχι μόνο τι ήταν αλλά και τι μπορούσε να ήταν...

Ας έρθουμε όμως τώρα και ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το έξοχο και ανεπανάληπτο “ΒΡΑΧΩΡΙΤΙΚΟ” ποιητικό δημιούργημά του, που και μόνο αυτό θ΄αρκούσε να τον καθιερώσει ως Ποιητή για να τον καταξιώσουν με τους ασπασμούς τους οι ενδιαφερόμενες Μούσες.
Το Ποίημα χωρίζεται σ΄ένδεκα (11) στροφές. Η κάθε στροφή έχει τέσσερις (4) στίχους που ομοιοκαταληκτούν: ο πρώτος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο. Με τις λίγες μας γνώσεις “περί μετρικής”, νομίζουμε πως πρόκειται για 15/σύλλαβους και 14/σύλλαβους ιαμβικούς δευτερότονους στίχους δηλαδή (για τους μη ειδικούς) δισύλλαβο μέτρο που τονίζεται στη δεύτερη συλλαβή.
Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος με το 15/σύλλαβο παραδοσιακό, σφιχτοδεμένο και τεχνικά άψογο στίχο του αναφέρεται στη Μάννα του· την υψηλόκορμη, απροσποίητη, ακούραστη, ήρεμη και πάντοτε γλυκειά Σοφία Γ. Χατζοπούλου.
Η Μάννα όμως μέσα στο ποίημα πλαταίνει, ανοίγει, γίνεται αντιπροσωπευτική. Γίνεται Μάννα όλων των Βραχωριτών.
Έτσι ο καθένας μας που οπωσδήποτε έχει ένα κάποιο βίωμα απ΄τις καπνοφυτείες του Βραχωριού, μόλις διαβάσει ή μόλις ακούσει έστω και μιά στροφή από το ποίημα “κεντρίζεται” και μπαίνει άμεσα κι αυτόματα σε λειτουργία η συγκινησιακή διεργασία της ύπαρξής του. Μέσα στη Μάννα του Π.Γ.Χ. Χώρεσαν όλες οι Μαννάδες του Βραχωριού και της περιοχής του.
Το ποίημα όμως πέρα από την - συναισθηματικά και Εθνοτοπικά – συγκινησιακή ατμόσφαιρα που δημιουργεί, προεκτείνεται κι΄αποδίδει ρεαλιστικά την οικονομική, και κοινωνική πραγματικότητα μιάς συγκεκριμένης εποχής.
Η Μάννα ως υπεύθυνος φυσικός και κοινωνικός φορέας ζωής αντιμετωπίζει και παλαίβει... όλες τις αντιξοότητες. Πάνω της ξεσπούν όλες οι καταιγίδες. Είναι το Α και το Ω τηε Οικογένειας. Είναι, ίσως η μέγιστη δικαίωση της παρουσίας του ανθρώπινου όντος στη γη.
Η Βραχωρίστισσα Μάννα του Π.Γ.Χ. Καθολικεύει· γίνεται κανόνας γιατί έχει, όχι μόνο, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των Μαννάδων της Βραχωρίτικης περιοχής, αλλά και γιατί έχει όλες τις βασικές ομοιότητες όλων των Μαννάδων της Γης.

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος παρ΄όλο που εμπνεύστηκε, παρ΄όλο που πήρε για “πρότυπο” τη δική του, “εποίησε” τη Βραχωρίτισσα Μάννα σε πανανθρώπινα και γενικώς αποδεκτά μέτρα. Όλοι οι άνθρωποι, μπορούν να βρουν σ΄αυτούς τους στίχους ένα μέρος από τη δική τους τη Μάννα έστω κι αν δεν υπήρξε ποτέ καπνοφύτισσα. Κι αν ποτέ βρεθεί κάποιος ολότελα “ξένος”... θα είναι εκείνος που θα ήθελε να έχει για δική του την ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΑΝΝΑ του Πάνου Γ. Χατζόπουλου.

Καιρός όμως είναι να δώσουμε το λόγο στον Π.Γ.Χ. Να μας παρουσιάσει τη “Μάννα” του για να γίνουμε όλοι σε λίγο παιδιά Της!

Μάννα μου, Βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι
το κόκκινο, που τόκανε σταχτύ σαν καταχνιά
η μαύρη κόλλα του καπνού, Φαρμακερό βοτάνι,
όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά...
--- ---

Μάννα μου, καπνοφύτισσα, του Ζαπαντιού δουλεύτρα,
στο φύτεμα, στο σκάλισμα πρώτη στην αργατιά,
σ΄άρπαξεν ο Πατέρας μου παιδούλα καρδιοκλέφτρα
και σε κλειδωμαντάλωσε στην πιό βαρειά σκλαβιά...
--- ---

Μάννα μου, αρχόντισα χλωμή του μόχτου και του πόνου,
δακρυλιδάκια γαλανά κι ονείρατα γλυκά
τα δάκρυά σου γίνονται κι ο ιδρώς όλου του χρόνου,
δίχως για σένα διάφορο να μένει στα στερνά...
--- ---

Μάννα μου, Βραχωρίτισσα, ο μόχτος ο δικός σου
χαρίζει τέτοιαν ευωδιά περίσσεια στο φυτό,
που γίνεται στο κάπνισμα – το δάκρυ το πικρό σου-
παρηγοριά και δύναμη κι ελπίδα στο φτωχό...”
--- ---

Το “Βραχωρίτικο” ποίημα του Π.Γ.Χ. έχουμε τη γνώμη ότι θα παραμείνει, θα διαρκέσει και θα περπατήσει μόνο του χωρίς “δεκανίκια” στους δρόμους του πνευματικού μέλλοντος· γιατί είναι πηγαίο, αληθινό κι άψογο καλλιτεχνικό δημιούργημα.
Η Δημοτική μας αρχή και η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών ας διαλέξουν από μιά στροφή, ας δώσουν εντολή να χαραχθεί σε μιά μεταλλική ή μαρμάρινη πλάκα κι ας την αναρτήσουν στις αίθουσες συνεδριάσεών τους. Μ΄αυτό το τρόπο θα τιμηθεί βέβαια και ο “άτυπος Δήμαρχος” τηε Βραχωρίτικης ψυχής – που του αξίζει κάθε μεταθανάτια τιμή, αφού η ζωή δεν τον αξίωσε παρά μόνο με κατατρεγμό, αδικία, βιοπάλη και καταφρόνεση – σύγχρονα όμως ας τιμηθούν για το χθες, το σήμερα και το αύριο, όλες οι Βραχωρίτισσες, όλες οι καπνοφύτισσες ΜΑΝΑΔΕΣ.

Θ.Μ. ΠΟΛΙΤΗΣ



Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΛΙΤΣΑ

Αθήνα 16-4-2021

Αγαπητέ μου Γιάννη,

κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την αδελφή μου Τσούπρου Σπανοπούλου που κατοικεί στην Χαλκίδα και την επιθυμία σου να πληροφορηθείς ιστορίες και γεγονότα συνδεδεμένα με την οικογένειά σου, αποφάσισα να σου παραθέσω τα παιδικά μου βιώματα που σχετίζονται με τη ζωή μου στο Αγρίνιο και γενικά με την οικογένεια των παππούδων σου.

Ονομάζομαι Ιουλία Παπαδοπούλου το γένος Σπανοπούλου, γεννήθηκα το 1941 και έμεινα στην πλατεία Χατζοπούλου, συγκατοικούσα στο ίδιο σπίτι πάνω-κάτω με τους παππούδες σου Γιώργο και Σοφία, τον πατέρα σου και τις αδελφές του Φανή, Ελένη, Ειρήνη, Φιφή και Μάρθα.

Εγώ και τα τέσσερα αδέρφια μου, δύο κορίτσια και τρία αγόρια, γεννηθήκαμε σε αυτό το σπίτι και ζήσαμε τα περισσότερα χρόνια της ζωής μας μία ζωή γεμάτη ανεμελιά, χαρά, παιχνίδι και άρρηκτα συνδεδεμένα με την οικογένειά του πατέρα σου. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν στο παρελθόν και ας βρεθούμε στην πλατεία Χατζοπούλου, στο μεγάλο Αρχοντικό, στο αξέχαστο σπίτι μας, αφού στο ισόγειο έμενε η δική μου οικογένεια και στον πάνω όροφο οι παππούδες σου.

Ας ανοίξουμε λοιπόν την μεγάλη ξύλινη πόρτα που το βράδυ έκλεινε από μέσα με μία βαριά σιδερένια μπάρα, δεν νομίζω όμως να έκλεισε ποτέ καθότι οι πόρτες εκείνης της εποχής έμειναν όλο ανοιχτές μέρα-νύχτα.

Αχ Θεέ μου! ανοίγει η μεγάλη πόρτα και βρισκόμαστε σε μία -όχι μεγάλη- αλλά μιά τεράστια πλακόστρωτη αυλή, στην άκρη παρτέρια με νυχτολούλουδα και σκορπισμένες μέσα σε αυτή τρεις αποθήκες-πλυσταριά. Ένα από αυτά, το πιο καλοδιατηρημένο, υπήρξε η παιδική μας θεατρική σκηνή, το μικρό μας θέατρο. Καλλιτεχνικός διευθυντής, παραγωγός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, ποιος άλλος; εγώ. Όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες στα χέρια μου: ηθοποιοί όλες οι μικρές μας φίλες που τα σπίτια τους ήταν γύρω γύρω από την πλατεία και είχαν επιφορτιστεί να φέρουν ότι καλό υπήρχε στα συρτάρια των σπιτιών τους, μεταξωτά υφάσματα, σεντόνια, κουρτίνες για την κατασκευή φορεσιών, εγώ στην κυριολεξία είχα αδειάσει τα συρτάρια της μητέρας μου.

Η Λίτσα Σπανοπούλου με τη "στολή της Αμαλίας"  που επιδιόρθωσαν για την παρέλαση ο πατέρας μου και η Μάνθα Χατζοπούλου.  Φωτογραφία Ξυθάλη του 1952 (υπολογισμοί δικοί μου).  

Φαντάζεσαι λοιπόν τι γινόταν όλη την ημέρα στην αυλή, πρόβες, φασαρία, τσακωμοί έως ότου έρθει η πολυπόθητη ημέρα της πρεμιέρας όλη η γειτονιά στο πόδι, που στο τέλος η γιαγιά σου δεν αντέχει άλλο έβγαζε το κεφάλι της στο παράθυρο της κουζίνας και φώναζε: “Λίτσα α α α ... πάλι μάζεψες όλη τη γειτονιά στην αυλή!”
Θεατρόφιλο κοινό ήταν οι υπόλοιποι μικροί μας φίλοι που δεν είχαν την τύχη να λάβουν μέρος στην παράσταση και ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν εισιτήριο, ίσως είχα κάποια έφεση στα καλλιτεχνικά, είχα το ίδιογονίδιο του πατέρα μου ο οποίος ήταν θεατρόφιλος και φανατικός λάτρης της κλασικής μουσικής με αγαπημένο του μουσικό τον Βέρντι. Ηθοποιός έγινε η κόρη μου, αναγνωρισμένη στην Ελλάδα.

Το πλυσταριό αυτό διαμορφωνόταν ανάλογα των περιστάσεων, πότε γινόταν χοροδιδασκαλείο και πότε διδασκόταν παραδοσιακοί χοροί: μπάλος, συρτός και λοιπά, πότε εκκλησιαστικός χώρος αφού γινόταν τελετές βαπτίσεων, αρραβώνων και γάμων με πρωταγωνιστές τα μικρά μας αδέλφια και τις μικρές μας φίλες με κουφέτα και γλυκά που αγόγγυστα ετοίμαζε η μητέρα μου.
Μόλις τελείωνε η δική μου θεατρική σεζόν ανέβαιναν τα σκηνικά του καραγκιόζη με παραγωγούς τα μικρά μας αδέλφια και σκηνικά και κατασκευή φιγούρων αποκλειστικά δική τους. Το κοινό, πάντα οι μικροί μας φίλοι: “οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ” - πλατεία Χατζοπούλου.
Μέσα σε αυτή την αυλή υπήρχε ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο σπίτι του πατέρα σου/Αρχικά υπήρχε μία μεγάλη σκεπαστή λότζα βεράντα με γλάστρες και ένα μεγάλο καναπέ που καθόταν ο παππούς σου και με είχε επιφορτίσει να το διαβάζω καθημερινά τον “Τσακιτζή” αληθινό ήρωα της Μικράς Ασίας που δημοσιευόταν σε σειρές στην εφημερίδα. Το σπίτι αυτό ήταν και δικό μας σπίτι αφού όλη την ημέρα ήμασταν πάνω-κάτω το δε μεσημέρι που όλοι κοιμόταν εμείς βρίσκαμε καταφύγιο στο μικρό καμαράκι. Εκεί μέσα ήταν ο κρυμμένος θησαυρός: μέσα από παλιά σεντούκια βγάζαμε άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες, την αλληλογραφία του ποιητή με άλλους λογοτέχνες, πολύτιμα αντικείμενα, λαϊκές ενδυμασίες καθώς και η “στολή της Αμαλίας” που την φόρεσα και εγώ μετά από ολονύχτια εργασία του πατέρα σου και της Μάρθας για να επιδιορθώσουν το φέσι που είχε χαλάσει για να το φορέσω εγώ την άλλη μέρα στην παρέλαση καθότι ήμουν παραστάτης. Τη στολή αυτή την φόρεσε και η Σέντα Χατζοπούλου, σήμερα βρίσκεται στο Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών.

Γενικά όμως το Αγρίνιο είχε αρκετά υψηλό μορφωτικό και πνευματικό επίπεδο καθότι λειτουργούσαν δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, μορφωτικοί σύλλογοι, φιλαρμονική στην οποία ήταν μέλος και ο αδερφός μου με ειδικότητα στο όργανο όμποε, σχολεία, γυμνάσιο αρρένων και θηλέων, εμπορική σχολή, ευεργετήματα των μεγάλων βιομηχανιών καπνού Παπαστράτου, γόνων Αγρινίου εξ΄ου και οδός Παπαστράτου, Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια κλπ. Η καλλιέργεια του καπνού είχε τονώσει την οικονομία της πόλης αφού λειτουργούσαν πολλές καπναποθήκες επεξεργασίας καπνού όπου απασχολούνταν εκατοντάδες άνθρωποι καθημερινά.

Το Αγρίνιο είχε ονομαστεί η πόλις του Κροίσου”, ο καπνός καλλιεργούνταν σε ένα μικρό προάστιο, το Ζαπάντι, παλιά τουρκοκατοικημένο, έως σήμερα διασώζεται το τζαμί. Στο προάστιο αυτό υπήρχαν σπίτια εύπορων οικογενειών που διέθεταν πολλά κτήματα για την καλλιέργεια του καπνού. Μεταξύ αυτών του παππού σου και τον πατέρα μου. Εκεί περνούσαμε τα καλοκαίρια μας, το δικό μας σπίτι ήταν μία μικρή έπαυλη ακριβώς στο κέντρο του μεγάλου κτήματος, με ξύλινα στολίδια εξωτερικά και επικλινή σκεπή ήταν διώροφο με εσωτερική ξύλινη σκάλα και παράθυρα από όλα τα σημεία του ορίζοντα από όπου βλέπαμε το σπίτι του παππού σου και κάθε πρωί φωνάζοντας δυνατά τους καλημερίζαμε: “γιαγιά Σοφία α α α” “Μάρθα α α” “Ελένη η η”, άμεσα μας ανταπέδιδαν την καλημέρα.

Αυτόν τον τύπο του σπιτιού τον είδα για πρώτη φορά στα αγροκτήματα της Ιταλίας σε κάποιο ταξίδι που έκανα εκεί και αναφώνησα: “το σπίτι μου ... το σπίτι μου”!

Ο πατέρας μου μου διηγήθηκε πως όταν τελείωσε το κτίσιμο του σπιτιού ο παππούς μου μίσθωσε όλες τις άμαξες στο Αγρίνιο για να μεταφέρουν δωρεάν όσους ήθελαν να το δουν. Η φιλαρμονική παιάνιζε όλη την ημέρα, ο κόσμος έτρωγε και έπινε, τραγουδούσε και χόρευε. 'Οπως βλέπεις συμπορευτήκαμε όλη μας τη ζωή με την οικογένειά του πατέρα σου, μαζί τους χειμώνες, μαζί και τα καλοκαίρια.

Η θεία σου η Ειρήνη ήταν η καλύτερη μοδίστρα του Αγρινίου και είχαμε επιστρατευθεί εγώ και ο μεγάλος μου αδερφός να μεταφέρουμε τα έτοιμα ρούχα στα σπίτια των πελατών με αντάλλαγμα φιλοδωρήματος άλλοτε μικρού και άλλοτε μεγάλου. Πελάτισσες; η γυναίκα του δημάρχου, οι γυναίκες των βιομηχάνων αλλά και των εμπόρων καπνού που κατά καιρούς ερχόταν για την αγορά του και επέλεγαν την Ειρήνη για το ράψιμο τουαλετών που θα φορούσα στις χοροεσπερίδες. Εμένα προσωπικά η Ειρήνη μου έραψε μία ωραιότατη στολή για το γυμνάσιο αφού υποχρέωσε την μητέρα μου -η οποία βέβαια δεν είχε αντίρρηση- να αγοράσει το καλύτερο ύφασμα και έτσι και έγινε. Εγώ ήμουν πάλι περήφανη αφού όλες οι φίλες μου με ρωτούσαν ποιος μου την έφτιαξε.

Ας τελειώσουμε με ένα ευτράπελο περιστατικό. Ο παππούς σου Γιώργος ένα βράδυ δεν είχε ύπνο και ήταν και πολύ ανήσυχος. Άρχισε να χτυπάει με τη μαγκούρα δυνατά το σανιδένιο πάτωμα και να ζητάει από την γιαγιά σου να πάει στο γιατρό εκείνη την ώρα -ήταν βέβαια αργά το βράδυ- και να του φέρει φάρμακο για να κοιμηθεί. Η γιαγιά σου, γυναίκα με μεγάλη υπομονή και στωικότητα, του εξήγησε πως ήταν πολύ αργά για το γιατρό αλλά ο παππούς σου δεν άκουγε τίποτα και επέμενε. Κατέβηκε τότε στη μητέρα μου -υπήρχε εύκολη πρόσβαση στο σπίτι μας από την πόρτα της κουζίνας που έβλεπε την αυλή- και ζήτησε τη βοήθειά της. Εμείς βέβαια κάτω είχαμε ακούσει τις μαγκουριές στο ταβάνι μας και είχαμε καταλάβει. Η μητέρα μου, πολύ ευρηματική, είπε στον παππού σου να μην στεναχωριέται γιατί θα τακτοποιούσε αυτή το θέμα αμέσως. Πράγματι έβαλε το τηγάνι στη φωτιά, έριξε αλεύρι, μέλι, και δεν θυμάμαι τι άλλο και έφτιαξε μικρά στρογγυλά σουβλάκια, τα έριξε σε ένα μικρό μπουκαλάκι και ανέβηκε πάνω. Ο παππούς σου ήταν ακόμη μαινόμενος ταύρος. Τον ενημέρωσε πώς δήθεν πήγε η ίδια στο γιατρό και πήρε το φάρμακο. Του έδωσε να πιει ένα μικρό σβωλάκι και του επέστησε την προσοχή να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες του γιατρού. Σε λίγη ώρα ο παππούς σου είχε ηρεμήσει και διαβεβαίωσε τη μητέρα μου πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το καλό που του έκανε την ευχαριστούσε συνέχεια ώσπου βυθίστηκε σε ένα βαθύ παιδικό ύπνο. Καταλαβαίνεις τι έγινε τότε, γέλια, γέλια, χωρατά, το περιστατικό αυτό ήταν καθημερινή συζήτηση για μέρες στο απογευματινό καφεδάκι που η γιαγιά σου σχεδόν κάθε μέρ κατέβαινε να πάρει στο σπίτι μας.

Αγαπητέ μου Γιάννη, πιστεύω να σε ταξίδεψα νοερά όσο το δυνατόν στο παρελθόν και να γεύτηκες κάπως την ατμόσφαιρα και τη ζεστασιά του σπιτιού του πατέρα σου,

στέλνω χαιρετισμούς στην οικογένειά σου και ολόθερμες ευχές σε όλους σας για το επερχόμενο Πάσχα!

Αν χρειάζεσαι κάτι άλλο και μπορώ να βοηθήσω θα το κάνω με μεγάλη χαρά και προθυμία.

Σας φιλώ όλους με πολύ αγάπη

Ιουλία

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

ΙΟΥΛΙΑΝΑ 1965

 Τα θλιβερά γεγονότα της Νέας Σμύρνης αυτών των ημερών μου’φεραν στο νου ένα περίεργο γεγονός που συνέβη στη δεκαετία του ’60. Είχα τότε ένα γάτο, το Ρίκο, που αγαπούσα πολύ. Κάποτε αρρώστησε, άρχισε να χάνει το τρίχωμα, ο κτηνίατρος μας έδωσε μια κρέμα και μας συμβούλεψε να πάρουμε ένα κολάρο για γάτους ώστε το ζώο να μην μπορεί να γλύψει την αλοιφή. Που να βρεις όμως ένα κολάρο για γάτους το 1965;   Ο πατέρας μου πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ένα μαγαζί στο Θησείο,  στο Μοναστηράκι, δεν θυμάμαι ακριβώς, που πούλαγε τέτοια κτηνιατρικά περίεργα. Δέχτηκε μάλιστα να με πάρει να ψάξουμε μαζί για το μαγαζί την επόμενη. Οι μέρες ήταν πονηρές, μόλις είχε παραιτηθεί ο Γ.Παπανδρέου και άρχιζαν τα Ιουλιανά. Η μητέρα μου ήταν ήδη ψυλλιασμένη και προσπάθησε να μας αποτρέψει, «που πας το παιδί στις διαδηλώσεις», ενώ ο πατέρας μου την καθησύχασε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Την άλλη μέρα μετά από πολλά βρήκαμε το κολάρο (που τελικά αποδείχτηκε στενό για το λαιμό του Ρίκου) και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. 

Ο Πάνος Χατζόπουλος το 1965

Κάπου στο Μοναστηράκι συναντήσαμε μια μεγάλη παρέα που κουβαλούσε αυτοσχέδια πλακάτ, μουσαμάδες με συνθήματα «114» και άλλα τέτοια, μερικοί απ΄αυτούς γνώριζαν τον πατέρα μου -προφανώς ΕΔΑϊτες- και είχαν οικειότητα, πιάσανε συζήτηση, περπατώντας μαζί στην οδό Μητροπόλεως έβλεπα ότι μαζευόταν όλο και πιο πολύς κόσμος που πήγαινε προς το Σύνταγμα. Στο ύψος του τότε Υπουργείου Παιδείας, εκεί που είναι ενσωματωμένο το εκκλησάκι της αγίας Δύναμης, ξεπετάχτηκαν καμμιά τριανταριά αστυνομικοί με κλομπ, αγριεμένοι και φωνάζαν «πίσω, πίσω κομμούνια, από ΄δω δεν περνάτε». Από πίσω ερχόταν άλλος κόσμος που μας έσπρωχνε όλο και πιο πολύ προς τους αστυνομικούς, άρχισα να φοβάμαι αλλά δεν τόλμησα να πω τίποτε. Οι διαδηλωτές φώναζαν, σήκωναν τα πλακάτ, προσπαθούσαν να περάσουν μπροστά. Οι αστυνομικοί πλήθυναν, έκαναν κλοιό και έδερναν -χωρίς πολύ ζήλο- όποιον πήγαινε να περάσει. Εκεί που η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη ακούστηκε μια φωνή πίσω από τον αστυνομικό κλοιό: «Βρε Πάνο, τι κάνεις βρε παιδί, πόσα χρόνια δεν βλεπόμαστε…» και εμφανίστηκε ένας γαλονάς χαμογελαστός απευθυνόμενος στον πατέρα μου, «είσαι με τα καλά σου, έφερες το παιδί σε διαδήλωση, έχουμε διαταγή να βαρέσουμε σήμερα, πάρτο και φύγε». Σύξυλοι οι μπάτσοι δεν ξέραν τι να σκεφτούνε, κατέβασαν τα χέρια και κοίταγαν άπρακτοι. Αλλά και οι διαδηλωτές άρχισαν να κοιτάνε με περίεργο τρόπο τον πατέρα μου, πιθανώς τον πήραν για χαφιέ, πάντως εμείς χαιρετίσαμε τον αρχιμπάτσο και αποχωρήσαμε. Όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου αργότερα, τον αστυνομικό αυτό τον είχε γνωρίσει όταν δούλευε στη ΧΡΩΠΕΙ (το 1958) και εμείς μέναμε στο Χολαργό, κάθε μέρα έπαιρναν το ίδιο λεωφορείο, συζητούσαν σε όλη τη διαδρομή, ο αστυνομικός ήταν ρουμελιώτης, οι Γερμανοί του΄χαν σκοτώσει τον αδελφό μερικές μέρες πριν πέσει το μέτωπο το 1941, διάβαζε κρυφά «Τα Νέα», ασχολιόταν με λογοτεχνία, τέλος πάντων δεν ήταν φασιστόμουτρο. Αργότερα μάθαμε ότι επί δικτατορίας έπεσε σε δυσμένεια και τελικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί.  Λυπάμαι αλλά όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να θυμηθώ το όνομά του.

Πρωτοσέλιδο της "Ελευθερίας" της 22 Ιουλίου 1965
Τα πράγματα πήραν δραματική τροπή τις επόμενες μέρες. Την Τετάρτη 21 Ιουλίου στις δέκα το βράδυ στη διασταύρωση των οδών Σταδίου και Χρήστου Λαδά δολοφονήθηκε ο αγωνιστής Σωτήρης Πέτρουλας, ιδρυτικό μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη. Την άλλη μέρα οι συμπολιτευόμενες εφημερίδες έγραφαν ότι υπεύθυνη για το θάνατο του φοιτητή ήταν… η ΕΔΑ (βλέπε τίτλο της «Ελευθερίας» της 22-7-1965). Οι κακή συνήθεια της στρεβλής πληροφόρησης δεν είναι σημείο των καιρών μας, υπήρχε από τότε. Μιά αρκετά αντικειμενική περιγραφή των Ιουλιανών και της Αποστασίας του 1965 μπορείτε να βρείτε στη Βικιπαίδεια.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

ΑΙΤΩΛΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ - Ποίημα του Πάνου Χατζόπουλου

Το βιβλίο του Πάνου Χατζόπουλου "Αιτωλικά" τυπώθηκε τον Γενάρη του 1967 και κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία τον επόμενο μήνα. Αντιμετώπησε σειρά περιπετειών λόγω δικτατορίας και όταν ήρθε επιτέλους η μεταπολίτευση θεωρήθηκε ήδη “παλιό” για να ξανακυκλοφορήσει, οπότε έπεσε στην αφάνεια. Ελπίζω σύντομα να καταφέρω να ετοιμάσω μιά νέα έκδοση, εμπλουτισμένη με ποιήματα και κείμενα που ο συγγραφέας άφησε ανέκδοτα. Σήμερα παραθέτω ένα ποίημα από τα "Αιτωλικά" που πιστεύω πως δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στο διαδίκτυο.



ΑΙΤΩΛΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ

Δρόμε που πας στ΄Απόκουρο,
στρατί, που στ΄Αγραφα σκαλώνεις,
Σάρες, λαγκάδια αδιάβατα,
βράχια, γκρεμνά, στεφάνια.
Τρανές κι απάτητες κορφές γεμάτες περηφάνεια.
Ψηλά βουνά λεβέντικα της λευτεριάς μπαϊράκια.
Βελούχι, Αραποκέφαλα, Βαρδούσια, Κυρά-Βγένα,
Τρίκαρδε, Μπούμπστε, Περγαντή κι Αϊτοφωλιές του Βάλτου.
Του Κατσαντώνη πήδημα, του Καραϊσκάκη κούλιες.
Κράβαρα κακοτράχαλα, Ζυγέ μ΄χαριτωμένε.
Λίμνη αρμυρή τ΄Αντιλικού, γιβάρια και πελάδες
κι ερειπωμένες ντάπιες* του δόλιου του Μισολογγιού.
Βαθειά γαλάζια πέλαγα του Ρίβιου, του Λιγοβιτσιού,
τ΄Αγγελοκάστρου και του Βραχωριού.
Κάμποι, ποτάμια, ρέματα, κλεισούρες, κλεισορέματα,
παμπάλαια μοναστήρια.
Κυκλώπεια τείχια και ναοί, των Αιτωλών μνημεία.
Και κάστρα Βενετσιάνικα, βυζαντινά εκκλησάκια,
πικρής σκλαβιάς απομεινάρια τα τζαμιά.
Άνθρωποι αγνοί, φτωχοί, τυραγνισμένοι,
από τα χρόνια τα παλιά στη μάχη αναστημένοι,
περήφανοι, ανυπόταχτοι, μπαρουτοκαπνισμένοι,
για λευτεριά και για ψωμί ακόμα πεινασμένοι...

Δρόμε, που πας στ΄Απόκουρο,
στρατί, που στο Μπρουσό σκαλώνεις.
Απρόσιτες βουνοκορφές, τρανά βουνά της λευτεριάς μπαϊράκια.
Άσπρε αδερφέ της κλεφτουριάς, Φίδαρη παινεμένε.
Δέντρα κι οξυές και λιόδεντρα κι έλατα και πλατάνια,
πεζούλες, καπνοχώραφα, λιβάδια, περιβόλια.
Ψαράδες του Μισολογγιού και καπνεργάτες τ΄Αγρινιού,
του Ξηρομέρου και της Μακρυνείας καπνουλάδες,
ξωμάχοι, τσοπανόπουλα, λοτόμοι, ζευγολάτες
του Βάλτου και του Έπαχτου και του Καρπενησιού.
Πατρίδα μου άγρια και ήμερη, σκληρή και τρυφερή,
μεσ΄στις πατρίδες Συ πανάχραντη και φοβερή.
Της λεφτεριάς το φλάμπουρο,
της αρετής και της τιμής το μετερίζι
και της θυσίας το σύμβολο το αιματοβαμμένο,
σ΄ορθώνουν στους αιώνες οι Πατροκοσμάδες,
οι Καψάληδες κι οι Παλαμάδες...
Κάρλελι και Βενέτικο, Άγραφα, Δραγαμέστο,
Κραβασαρά κι Απόκουρο, Βόνιτσα και Βλοχέ.
Χώματα πατρικά και πολυαγαπημένα,
απ΄τα πανάρχαια χρόνια μεσ΄στο αίμα βουτηγμένα,
περήφανα, ανυπόταχτα, μπαρουτοκαπνισμένα,
για λευτεριά και για ζωή ακόμα διψασμένα...


* ντάπιες: προμαχώνες


Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Επίσκεψη στη θεία Σέντα

 Το Φλεβάρη του 1967 ο πατέρας μου είχε την ατυχή έμπνευση να εκδώσει ένα βιβλίο με ποιήματα, τα “Αιτωλικά”  (το μοναδικό που κατάφερε τελικά). Για ένα δυό μήνες πουλούσε καλά και  οι κριτικές των εφημερίδων ήταν γενικά θετικές. Όμως  όπως όλοι ξέρουμε τις 21 του Απρίλη αι εθνικαί δυνάμεις ανέλαβον εις τας στιβαράς των χείρας τας τύχας του Έθνους, και στη βιτρίνα των πιο σημαντικών βιβλιοπωλείων βρισκόταν εκτεθειμένο το βιβλίο με τα αριστερίζοντα ποιήματα του Πάνου Χατζόπουλου. Δεν χρειάστηκε ποτέ να απαγορευτεί, απλώς για το φόβο των Ιουδαίων αποσύρθηκε σιωπηρά από την κυκλοφορία. Κάθε μέρα όλο και κάποιο μαγαζί έπαιρνε τηλέφωνο για να ειδοποιήσει να πάμε να πάρουμε τα βιβλία που είχαν γίνει ξαφνικά βάρος. Στο σπίτι λοιπόν βρεθήκαμε να έχουμε μερικές χιλιάδες αντίτυπα στοιβαγμένα εδώ και εκεί.

Στη φωτογραφία, που είναι αφιερωμένη στον Θεόδωρο Πολίτη, η Σέντα Χατζοπούλου φορά ενδυμασία, που ήταν το νυφικό φόρεμα της γιαγιάς της, Θεοφανής Στάϊκου – Χατζοπούλου. Το φόρεμα βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών

Περί τα μέσα Μαΐου, μιά Κυριακή, χωρίς προειδοποίηση μου ειπώθηκε ότι έπρεπε να πάμε επίσκεψη στη θεία Σέντα γιατί είχε δείξει ενδιαφέρον να δει το βιβλίο του πατέρα μου. Η Σέντα δεν ήταν μια θεία οποιαδήποτε, ήταν η κόρη του Κώστα Χατζόπουλου, φιλανδικής καταγωγής που όμως έζησε στην Σουηδία, καλλιεργημένη, μορφωμένη, κοσμογυρισμένη, γλωσσομαθής, μιλούσε προφανώς άπταιστα τα ελληνικά, ήταν σεβαστή και έχαιρε άκρας εκτιμήσεως από όλους -σχεδόν- τους συγγενείς. 

Φτάσαμε τελικά κατά τις 11 το πρωί και μας υποδέχτηκε ο άνδρας της Σέντας, ο Όκε. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σ'εκείνο το σπίτι, το οποίο ήταν πράγματι εντυπωσιακό, ένα είδος μουσείου σε μικρογραφία. Η Σέντα στολιζόταν, και μας ζήτησε από το άλλο δωμάτιο να καθίσουμε. Παρουσιάστηκε τέλεια μακιγιαρισμένη, ντυμένη σαν ντίβα της δεκαετίας του '20. Είχε χρόνια να με δεί, με βρήκε μεγαλωμένο και σοβαρό, “ ... έχει το βλοσυρό βλέμμα του Γιώργου ” (παππού μου) είπε στον πατέρα μου. Εγώ δεν την θυμόμουνα, με εντυπωσίασε η νεανικότητα (ήταν τότε 65 χρονών) και η οικειότητα της, μου μίλαγε λες και είμαστε κολλητοί. Με ρώτησε αν πήγαινα ήδη γυμνάσιο, αν έγραφα ποιήματα, κατά τη γνώμη της οι Χατζοπουλαίοι τόχαν στο αίμα τους.

Ήπιαμε κρύο τσάϊ  γιατί προφανώς η μέρα ήταν ζεστή, με γλυκά που είχε κάνει ή ιδία, μπισκότα με πιπέρι και τζίντζερ, σουηδική συνταγή. Ο Οκε μιλούσε λιγοστά ελληνικά, οπότε αναγκάστηκα να επιστρατεύσω τα στοιχειώδη αγγλικά που ήξερα τότε ώστε να υπάρχει ένας διάλογος.  Φυσικά μιλήσαμε για τον πατέρα της, για το Αγρίνιο, για τη Φινλανδία, για τη Σουηδία. Μας εξέθεσε τη θεωρία  ότι ο πατέρας της έπαψε να είναι σοσιαλιστής όταν γνώρισε την ελληνική πραγματικότητα από κοντά, θεωρία που αργότερα κατάλαβα ότι ήταν πολύ κοντά στην πραγματικότητα, την εποχή εκείνη δεν είχα βέβαια την ικανότητα ούτε τη δυνατότητα να καταλάβω αν ήταν σωστή ή όχι.  Ο πατέρας μου άρχισε να απαγγέλλει μερικά ποιήματα από το βιβλίο του, η Σέντα έβγαλε κάτι χαρτιά με πρόχειρες σημειώσεις και του διάβαζε δικά της ποιήματα και σύντομα κείμενα. Γελούσαν, φαινόταν να διασκεδάζουν, άρχισαν να μιλάνε για πρόσωπα και καταστάσεις που δεν γνώριζα και δεν καταλάβαινα, άρχισα να ξεφυλλίζω ένα Life magazine που βρήκα εκεί αλλά η ώρα δεν πέρναγε, οπότε ήρθε σαν σανίδα σωτηρίας η πρόταση του Όκε να δούμε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες που έβγαλε από τη βιβλιοθήκη. Το κύριο πρόσωπο στις φωτογραφίες ήταν βασικά ο ίδιος, λίγες οι φωτογραφίες με τη Σέντα, πολλές οι φωτογραφίσεις επισήμων τελετών στο Βουκουρέστι, στην Πράγα, στο Ελσίνκι, σε άλλα μέρη που δεν γνώριζα. Ξαφνικά οι σελίδες μου φάνηκαν μουντές, στενάχωρες, κάτι δεν πήγαινε σ'αυτές. Φωτογραφίες στρατιωτικών με στολές που στο μάτι μου φάνηκαν ενστικτωδώς απεχθείς. Ήταν χωρίς αμφιβολία ναζιστικές γερμανικές στολές. Η γνώση της ιστορίας που είχα τότε ήταν μηδαμινή, οπότε αφελέστατα ρώτησα πως βρέθηκαν φωτογραφίες Γερμανών στο άλμπουμ του. Με έκπληξη έμαθα ότι ο Όκε, όπως και όλοι η Φινλανδοί είχε πάρει μέρος στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το μέρος της Γερμανίας. Φοβήθηκα, δεν εύρισκα κάτι να πω, ήθελα να βρω ένα τρόπο να ξεφύγω, να εξαφανιστώ.  Ξαφνικά η συζήτηση γύρισε στα πολιτικά, η Σέντα φαινόταν πολύ ευχαριστημένη με την κυβέρνηση των συνταγματαρχών γιατί θα έμπαινε επιτέλους λίγη τάξη στην Ελλάδα.  Ο Όκε, «που σαν διπλωματικός ήξερε καλά τα πράγματα», μας είπε ότι ο Παπαντρέου γιός με τους κομμουνιστές ετοίμαζαν πραξικόπημα «όπως στην Ινδονησία πέρσι» και ευτυχώς που ήρθαν οι συνταγματάρχες και μας έσωσαν, ο ελληνικός λαός ήταν ανώριμος, ο “γύψος” ήταν αναγκαίος κλπ.  Ο πατέρας μου δεν ήταν άνθρωπος για διαφωνίες και τσακωμούς, βρήκε ένα τρόπο να πει αυτό που ήθελε χαμογελαστά και ήπια, παρόλο που δεν πιστεύω ότι έγινε αντιληπτός. Μέσα σε πέντε λεπτά χαιρετήσαμε και φύγαμε, από τη βιασύνη μας η θεία Σέντα δεν μου έδωσε ένα βιβλίο του πατέρα της που ήθελε να μου χαρίσει. Παρόλο τον -παραλίγο- τσακωμό, ο πατέρας μου δεν έπαψε να εκτιμά τη Σέντα, κάθε φορά που οι άλλοι συγγενείς έκαναν παράπονα ή κριτικές γι΄αυτήν όλο εύρισκε τρόπους να τη δικαιολογήσει...