Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Γκιόλιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Γκιόλιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Έχω ξαναμιλήσει για το άκρως ενδιαφέρον - και δυσεύρετο - βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996). Ένα θέμα που δεν έχει αναλυθεί αρκετά είναι η διαφορετική κατεύθυνση που πήρε με το πέρασμα του χρόνου η αρχικά παράλληλη ιδεολογική πορεία των δύο αδελφών Κώστα και Δημήτρη. Από τον άκρατο νιτσεϊσμό και ελιτισμό της εποχής της “Τέχνης” και του “Διόνυσου” μετά από δέκα σχεδόν χρόνια οι αδελφοί Χατζόπουλοι βρέθηκαν απόστολοι της κοινωνικής ισότητας και αλλαγής, με διαφορετική βέβαια απόχρωση ο ένας από τον άλλο. Το απόσπασμα από το βιβλίο του Γκιόλια που παραθέτω εξιστορεί τη γένεση του ενδιαφέροντος των Χατζόπουλων για το “κοινωνικό πρόβλημα”, περιγράφει το πέρασμά τους στη σοσιαλιστική ιδεολογία και αναλύει με κάθε λεπτομέρεια την κατοπινή τους διαφοροποίηση.
Γ.Χ.

Δημήτριος Χατζόπουλος

Από το βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996).

Ο Κώστας Χατζόπουλος σε αναφορά με άλλες εργατοσυνδικαλιστικές και κοινωνιστικές κινήσεις
Η «Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις» και ο Δημήτριος Χατζόπουλος. Ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των δυο αδελφών

... Μεγάλη επιρροή αποκτά στη θεωρία και την πρακτική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος κατά την πρώτη δεκαετία του K' αιώνα ο αναρχοσυνδικαλισμός. Πρόκειται για ένα ρεύμα, που αναπτύσσεται και διαμορφώνεται πάνω στις επαναστατικές παραδόσεις του προυντονισμού, του μπλανκισμού και του μπακουνισμού. Μετά τη Συνδιάσκεψη και τον περίφημο Χάρτη της Αμιένης (Charte d’Amiens) του 1906, ο αναρχοσυνδικαλισμός οργανώνει επίθεση εναντίον του μαρξισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, κερδίζοντας την ιδεολογική υπεροχή στο διεθνές εργατικό κίνημα[1]. Ο σημαντικότερος θεωρητικός του εκπρόσωπος την εποχή αυτή είναι ο George Sorel, που εξακολουθεί ωστόσο να ονομάζει τον εαυτό του μαρξιστή[1].
Τί ακριβώς πρεσβεύει ο αναρχοσυνδικαλισμός; Καταρχήν στηρίζεται απόλυτα στα συνδικάτα. Υποστηρίζει πως το μεγάλο όπλο για την ανατροπή του καπιταλισμού είναι η γενική απεργία[1], απορρίπτοντας την πολιτική και κοινοβουλευτική δράση. Αποδίδει μεγάλη σημασία στην αξία της λεγόμενης «μαχητικής μειοψηφίας», δηλαδή των μικρών θαρραλέων ομάδων, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Θεωρεί πως τα συνδικάτα θα είναι οι παραγωγικές οργανώσεις και στη μελλοντική κοινωνία. Κηρύσσει το σύνθημα «καμιά πολιτική στα συνδικάτα». Αποδοκιμάζει τα πολιτικά κόμματα και τη συμμετοχή στις εκλογές και στα κοινοβούλια. Τέλος καλλιεργεί τη δυσπιστία προς τους πολιτικούς αγώνες και αναγορεύει τους συνδικαλιστές ως μόνους ποδηγέτες της κοινωνίας[1].
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, γέννημα και θρέμμα πρωτίστως του γαλλικού εργατικού κινήματος, έχει και στην Ελλάδα τις απηχήσεις του. Εισηγητής της συνδικαλιστικής θεωρίας και πράξης στο ελληνικό εργατικό κίνημα θεωρείται κατά την εποχή αυτή ο Δημ. Χατζόπουλος, μικρότερος αδερφός του Κώστα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ο Δημ. Χατζόπουλος από τους συγχρόνους του κοινωνιστές ιδεολόγους ως «αρχισυνδικαλιστής»[2]. Τη συμπάθειά του προς τον συνδικαλισμό ο Δημ. Χατζόπουλος δείχνει από τη νεαρή του ακόμα ηλικία.
Σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Άστυ του 1894, ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται διεξοδικά με τα εργατικά επαγγέλματα της ελληνικής πρωτεύουσας, τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, τα προβλήματα στέγασης και διατροφής των εργατών, τα σωματεία, τις απεργίες. Επίσης καταγράφει κάποια πολύτιμα στατιστικά στοιχεία για τα αθηναϊκά εργοστάσια, τους εργάτες και τις εργάτριες ορισμένων κλάδων, τα ημερομίσθια, την παραγωγή, ενώ αναφέρεται και στην ιστορική εμφάνιση μερικών επαγγελμάτων. Και είναι τότε ο Δημ. Χατζόπουλος μόλις είκοσι δύο ετών. Πολλά από τα στοιχεία αυτά χρησιμεύουν ως γνωσιακό υλικό για το εργατικό κίνημα και στον Κώστα Χατζόπουλο.
Ιδιαίτερη συμπάθεια εκδηλώνει ο Δημ. Χατζόπουλος για τους τυπογράφους, που αρκετοί είναι «σοσιαλισταί» και οι «περισσότερον ανεπτυγμένοι» από τους άλλους εργάτες, ενώ εξαίρει τη σωματειακή τους οργάνωση και τον απεργιακό τους αγώνα για την αύξηση «κατά 50% του ημερομισθίου των»[3]. Για τους σιδεράδες γράφει πως εργάζονται από το πρωί ίσαμε το βράδυ και «ζουν και τρέφονται» με μεγάλες στερήσεις. Σε κάθε εργαστήριο απασχολούνται 5 περίπου εργάτες, ενώ τα ¾ του συνόλου τους έχουν «πολυμελείς οικογενείας». Τα σιδεράδικα δεν είναι δικά τους, αλλά τα ενοικιάζουν με πολύ υψηλό μίσθωμα[4].
Ανάλογη είναι η κατάσταση των εργατών και στα επιπλοποιεία. Στην Αθήνα, λέγει ο Δημ. Χατζόπουλος, υπάρχουν 15 επιπλοποιεία, που μερικά έχουν ατμοκίνητα μηχανήματα και απασχολούν 1.500 εργάτες με ημερομίσθιο για τους εξειδικευμένους 7 δραχμές. Επίσης υπάρχουν 10 ταπετσαρίες και 2.000 μαραγκοί με ημερομίσθιο 4 δραχμές. Όλοι αυτοί εργάζονται «καθ’ όλην την ημέραν» και ζουν πολύ «στενοχωρημένα»[5], ενώ δεν είναι οργανωμένοι σε επαγγελματικούς «συνδέσμους» για να πιέζουν την εργοδοσία προς αύξηση των αποδοχών τους.
Εξίσου ζωηρά ενδιαφέρουν τον Δημ. Χατζόπουλο και οι εργάτες στα μαρμαράδικα. Στην Αθήνα υπάρχουν 5 μεγάλα μαρμαρογλυφεία, που απασχολούν 300 εξειδικευμένους τεχνίτες. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαρμαρογλυφία ανέρχεται σε 500.000 δραχμές. Επίσης στα λατομεία μαρμάρων εργάζονται 500 εργάτες, που κατοικούν σε ανθυγιεινά «υπόγεια» και τρώγλες, πληρώνοντας μηνιαίο μίσθωμα ως 20 δραχμές. Κι εδώ ο χρόνος εργασίας μετριέται με το μήκος της ημέρας[6].
Όσο για τη βιομηχανία της υποδηματοποιίας, αυτή τονίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ακμάζει πραγματικά, αλλά η κατάσταση των εργατών δεν είναι καλύτερη. Στα μεγάλα καταστήματα εργάζονται 40-45 εργάτες και 15 εργάτριες, που «πληρώνονται κατ’ αποκοπήν». Το ημερομίσθιο για τους τεχνίτες σανδαλοποιούς είναι 4-5 δραχμές, ενώ για τους τσαρουχάδες 2,30 δραχ. Οι υποδηματοποοί ιδρύουν το 1848 το σωματείο τους, που τώρα αριθμεί 600 μέλη. Το 1858 κάνουν την πρώτη απεργία τους, ενώ το 1882 τη δεύτερη, που κρατάει δυο μήνες[7].
Για τα πολυάριθμα εργατικά ατυχήματα, επισημαίνει ο Δημ. Χατζόπουλος, δεν λαμβάνεται καμιά πρόνοια ή προστασία. Τραγική είναι η κατάσταση των οικοδόμων, που τραυματίζονται κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Εγκαταλείπονται χωρίς ιατρική περίθαλψη, αποζημίωση ή σύνταξη και ζουν «επαιτούντες»[8]. Ασύδοτη εξάλλου είναι η εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας στους διάφορους τομείς της παραγωγής. Στα εργαστήρια της «λαιμοδετοποιίας» απασχολούνται ως εργάτριες πολλές ώρες την ημέρα κορίτσια των 7 ετών[9].
Επίσης ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται με τους εργάτες και τις εργάτριες και σε άλλους τομείς: Στα κιβωτοποιεία[10], στα καπελλάδικα[11], στα κουρεία[12], στα γαλακτοπωλεία[13], στα κρεοπωλεία[14], στη μυροποιία[15], στη ζαχαροπλαστική βιομηχανία[16], στα βιβλιοδετεία[17]. Για όλες αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων ο νεαρός Δημ. Χατζόπουλος μιλάει με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Τα κείμενά του, που διακρίνονται και για την ποιότητα του λόγου, δείχνουν ακόμα μια ψυχική επαφή με το αντικείμενό του, πέρα από την κοινωνική προσέγγιση και τη γνωσιακή του ενημέρωση για τα εργατικά επαγγέλματα.
Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που συγκομίζει ο Δημ. Χατζόπουλος από τη μελέτη της ζωής και των προβλημάτων των Ελλήνων εργατών, αποτελούν ως ένα βαθμό τις πρώτες καταβολές για την κατοπινή ιδεολογική του πορεία. Όταν ο ίδιος μεταβαίνει αργότερα στη Γερμανία, έχει ήδη μια συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Έτσι έλκεται ευκολότερα προς τον σοσιαλισμό. Μελετάει διάφορα μαρξιστικά κείμενα και οι άμεσες γνώσεις του από «τάς εργαζομένας Αθήνας» αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας κοινωνιστικής αντίληψης. Κατά την παραμονή του στο Βερολίνο, το 1910, ο Δημ. Χατζόπουλος δραστηριοποιείται στους κόλπους του εργατικού συνδέσμου Πρόοδος, κάνοντας διαλέξεις περί συνδικαλισμού και σοσιαλισμού.
Ο ιδεολογικός δρόμος που ακολουθεί ο Δημ. Χατζόπουλος έχει το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης τάσης μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Όταν ο Γιαννιός προτείνει στον Κώστα Χατζόπουλο να έρθει και να μπει επικεφαλής για τη συγκρότηση του ΣΚΑ, εκείνος του συστήνει τον Ιανουάριο του 1911 ως συνεργάτη τον αδερφό του, που προετοιμάζεται να κατέβει από το Βερολίνο στην Ελλάδα. Η σύσταση όμως ενέχει και μια ουσιαστική επιφύλαξη, γιατί ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό: «Όταν πρότεινες να κατέβω εγώ στη θέση σου, έγραψα του αδερφού μου στο Βερολίνο αν το αποφασίζει αυτός. Φαίνεται θα κατέβει τον άλλο μήνα. Μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Πώς αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό δεν ξέρω» (Β, α, 20).
Το θέμα μένει σ’ εκκρεμότητα. Ύστερα από δυο μήνες, τον Μάρτιο του 1911, ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και πάλι από το Μόναχο: «Μεθαύριο προσμένω και τον αδερφό μου να περάσει αποδώ κατεβαίνοντας αυτού. Θα του πω ό,τι πρέπει. Έχω τρία χρόνια να τόνε δω και δεν ξέρω πως θα τόνε βρω» (Β, α, 21). Προς τον ίδιο σκοπό ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και στον Σπύρο Μελά, συντάκτη του Χρόνου, καθώς και σε άλλους λογίους των Αθηνών (Β, α, 21).
Όταν τον Μάιο του 1911 συγκροτείται το ΣΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αδερφού του. Ο ίδιος όμως είναι ήδη προσανατολισμένος στη συνδικαλιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Τον ίδιο χρόνο αποχωρεί από το ΣΚΑ και ιδρύει την Σοσιαλιστικήν Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν (ΣΣΟ), κατά το πρότυπο του γαλλικού ερβεϊσμού. Στην κίνηση εντάσσονται ο Σπ. Μελάς, ο δημοσιολόγος Άριστος Αρβανίτης, ο Ηρ. Αποστολίδης, ο τυπογράφος Ιωσήφ και κάποιοι άλλοι, που αυτονομούνται από το ΣΚΑ και υποστηρίζουν αποκλειστικά τη συνδικαλιστική πορεία του εργατικού κινήματος.
Το ιδεολογικό πρόταγμα για τον Δημ. Χατζόπουλο αποτελεί η επαγγελματική οργάνωση των εργατών, αρχή που προτάσσουν και οι Ευρωπαίοι θεωρητικοί του συνδικαλισμού. Σε δυο ομιλίες του, που οργανώνονται από την Εταιρία των Γραμμάτων, ο Δημ. Χατζόπουλος αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τον σοσιαλισμό και τους δυο δρόμους για την πραγματοποίησή του: Ο πρώτος είναι με «το μέσο της πολιτικής αντιπροσωπείας στις διάφορες Βουλές». Ο δεύτερος δρόμος βασίζεται στη δύναμη των συνδικάτων και την αγωνιστικότητα των εργατών. Κι αυτό κρίνεται ως «στοιχείο απαραίτητο για το μη λοξοδρόμημα της Ιδέας σε αστικές στράτες»[18]. Και βεβαίως ο Δημ. Χατζόπουλος προκρίνει τον δεύτερο δρόμο.
Ως εκπρόσωπος των Ελλήνων «συνδικαλιστών» της εποχής, ο Δημ. Χατζόπουλος έγραφε σε υψηλούς τόνους: «Ο συνδικαλισμός κατέκτησε την Γαλλίαν, την Ιταλίαν και συναντά πεισματικήν αντίδρασιν εις τάς γερμανικάς χώρας». Ο ίδιος εκτιμούσε ότι «ο επιστημονικός σοσιαλισμός του ΙΘ́ αιώνος υπήρξεν η τραγικωτέρα κωμωδία της ζωής κατά τους τελευταίους χρόνους». Γι’ αυτό και «οι εργάται έπαυσαν να πιστεύουν εις αυτόν». Έτσι «προήχθη το συνδικάτον», που «επέτυχε το ακατόρθωτον, να δημιουργήση μεταξύ των εργατών πλήρεις επαναστατικάς συνειδήσεις, από τα πλήθη, από τον όχλον»[19].
Αποσαφηνίζοντας περισσότερο τις θέσεις του για την τακτική και την ουσία του συνδικαλισμού, ο Δημ. Χατζόπουλος τόνιζε επιπλέον: «Δια να κατανικήση ο εργάτης τον εχθρόν του, το κεφάλαιον, δεν χρειάζεται εμμέσους μεθόδους, αλλά την άμεσον δράσιν, την γενικήν απεργίαν, την αυτοκινητοποίησιν της εργατικής τάξεως […]. Ο συνδικαλισμός κατά τούτο αντιτίθεται του σοσιαλισμού, ότι ζητεί την πίστιν, ενώ εκείνος την ξυραφίζει· ο συνδικαλισμός κατά τούτο συνταυτίζεται με τον χριστιανισμόν, ότι είναι μυστικοπάθεια και αντιτίθεται αυτού ως μέσον ενεργείας, θέλει την αμείλικτον πάλην αντί της απεριορίστου αγάπης»[19].
Αναγνωρίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ότι από τον «αρχαιοτάτον ιστορικόν βίον», ο «τρόπος παραγωγής εκάστης κοινωνίας κανονίζει και τον βαθμόν, την έντασιν και την έκτασιν της πάλης των τάξεων». Το κράτος «απομένει μια ρητή εκδήλωσις της βίας της κρατούσης τάξεως επί των λοιπών τάξεων». Επικαλούμενος τις επιστολές του Engels, γράφει πώς «ο ιστορικός υλισμός δεν είναι το ασφαλές κλειδί» για την κατανόηση του «πολυσυνθέτου φαινομένου της ιστορίας του κόσμου». Το «οικονομικόν αίτιον παίζει σημαντικόν ρόλον εις την ιστορίαν», αλλά υφίσταται και τούτο ποικίλες «επιδράσεις πολιτικών, θρησκευτικών, κλιματολογικών, γεωγραφικών, πατριωτικών, ψυχικών, πνευματικών, ηθικών συλλήβδην αιτίων», που οδηγούν αναπόφευκτα «τους εργάτας εις ταξικάς
συγκρούσεις»[20].
Οι διάφορες τάσεις του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού εναντίον της πολιτικής δράσης και των κοινοβουλευτικών θεσμών διαχύνονται και σε άλλα στελέχη της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Ο Σπ. Μελάς γράφει για τον ρόλο των «συνδικαλιστικών μειοψηφιών» και τον «χρεωκοπημένον κοινοβουλευτισμόν». Τονίζει πώς οι συνδικαλιστές είναι «μια μειοψηφία εκλεκτών, οι οποίοι άλλο δεν περιμένουν παρά την ευκαιρίαν ν’ ανατρέψουν από τα θεμέλια, μ’ έναν βίαιον τιναγμόν, μ’ ένα ηρωικόν κίνημα το σάπιον οικοδόμημα της παλαιάς κοινωνίας». Κι αυτοί «οι σοσιαλισταί βουλευταί δεν είναι κατά βάθος παρά μετημφιεσμένοι αστοί, εκμεταλλευταί του εργάτου πολύ χειρότεροι». Οι συνδικαλιστές αποτελούν μειοψηφία και «δια τούτο είναι βέβαιοι δια την νίκην. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα υπήρξαν έργα των μειοψηφιών»[21].
Από την πλευρά του ο Ηρ. Αποστολίδης, ενταγμένος επίσης στην ίδια οργάνωση, εκφράζει ανάλογες αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις. Δηλώνει πως είναι «συνδικαλιστής» και «αριστερός» μ’ αυτή τη σημασία: «Παντού υπήρξα αριστερός, συνδικαλιστής, άκαμπτος, αδιάλλακτος, ασυμβίβαστος, στραβόξυλο. Σοσιαλαρχηγός μόνον δεν υπήρξα ποτέ, αλλά, τουναντίον, παντού και πάντοτε εκαλλιέργησα την δυσπιστίαν κατά των διανοουμένων κατεργαρέων, ως μόνην εξασφαλίζουσαν τους εργάτας από πάσης εκμεταλλεύσεως»[22].
Οι αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, που επιζητούν ερείσματα στο ελληνικό εργατικό κίνημα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική θεώρηση του Κώστα Χατζόπουλου για τον σοσιαλισμό. Αυτό εξάλλου και τον διαφοροποιεί σε βάθος από τις ιδεολογικές θέσεις του αδερφού του για το εργατικό κίνημα. Είναι άλλωστε γνωστή η καταδικαστική θέση του Κώστα Χατζόπουλου για τον «αστικοαναρχικό σοσιαλισμό του Προυντόν» (Α, 12). Ο ίδιος όμως ο Κώστας Χατζόπουλος αποφεύγει εξαιτίας του αδερφού του την ανοιχτή συζήτηση ή αντιπαράθεση με τους «συνδικαλιστές» των Αθηνών.
Όταν ο γραμματέας του ΣΚΑ ζητάει από τον Κώστα Χατζόπουλο μια δημόσια δήλωση αποδοκιμασίας κατά της «Συνδικαλιστικής Οργανώσεως» του αδερφού του, εκείνος του απαντάει πως τα ζητήματα αυτά δεν λύνονται με τέτοιο τρόπο: «Και το λες σοβαρά πως μια δική μου δήλωση “θα σάρωνε” το συνδικαλισμό του αδερφού μου; Αν είμουνα αυτού και λάβαινα, όπως και θα γινότανε, μέρος στην κίνησή σας βέβαια, θα’ρχόμουνα σε σύγκρουση με τον αδερφό μου. Μα από δω, όσο μάλιστα δεν ξέρω τίποτε θετικότερο για την ενέργειά του, δεν έχω διαβάσει ούτε λέξη από όσα γράφει, πώς να βγω στη μέση σα μανιτάρι που δεν το φύτεψε κανείς» (Β, α, 32).
Σε άλλη απάντησή του προς την ηγεσία του ΣΚΑ, ο Κώστας Χατζόπουλος δίνει το γενικότερο στίγμα για τον ρόλο του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού και την πολεμική του κατά του κοινοβουλευτισμού: «Οι καθαροί σοσιαλιστές έχουνε τη μεγαλύτερη πολιτική προσοχή των στην κατάχτηση του κοινοβουλίου. Εκείνοι που πολεμούνε τον κοινοβουλευτισμό είναι οι συντικαλιστές, που στη Γαλλία λ. χ. κάνουνε προπαγάντα στους εργάτες να μην ψηφίζουνε, με την ιδέα πως το ανακάτωμα στην πολιτική διαφτείρει τους χαρακτήρες. Εδώ στη Γερμανία η συνδικαλιστική κίνηση δεν παίζει απόλυτα κανένα πραχτικό ρόλο» (Β, α, 36).
Με τις απαντήσεις του αυτές ο Κώστας Χατζόπουλος τοποθετείται ουσιαστικά απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του αδερφού του. Αντίθετα προς την εδραίωση των πολιτικών μορφών οργάνωσης του εργατικού κινήματος, η «συνδικαλιστική» κίνηση του Δημ. Χατζόπουλου ακολουθεί τη δική της ανεδαφική κατεύθυνση, που τροφοδοτείται από τα ομόλογα ρεύματα των χωρών της λατινικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και δεν βρίσκει απήχηση σε πλατύτερα εργατικά στρώματα. Δραστηριοποιείται στις ιδεολογικές παρυφές του εργατικού κινήματος.
Ορισμένες φορές η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις επιχειρεί και δυναμικές παρεμβάσεις στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όχι σπάνια τα μέλη της λύνουν με καρεκλιές τις διαφορές με τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Όταν ιδρύεται το ΕΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος προβαίνει ήδη σε μια ανάλογη ενέργεια. Συγκεντρώνει τους οπαδούς του συνδικαλιστές κι αποφασίζουν να εισβάλουν βιαίως στην αίθουσα των εργασιών, με σκοπό ν’ αποδοκιμάσουν την υιοθέτηση της πολιτικής του «κρατικού σοσιαλισμού» από τους Φιλελευθέρους. Εμποδίζεται όμως η είσοδός τους και τελικώς αποσοβούνται τα επεισόδια.
Απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του Δημ. Χατζόπουλου, το ΣΚΑ αντιτάσσει τη θέση ότι μόνο με την «πολιτική οργάνωση» είναι δυνατή η ποδηγέτηση των εργατών και η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα «νύχια του κεφαλαιοκρατισμού»[23]. Πρόκειται για θέση που ο Κώστας Χατζόπουλος καλλιεργεί ήδη από το 1908 στο ελληνικό εργατικό κίνημα (Α, 3). Στο πλαίσιο της «συνδικαλιστικής σχολής» κινείται ο Δημ. Χατζόπουλος κι ως πρόεδρος του σωματείου των δημοσιογράφων[24]. Τέλος ο ίδιος, αφού επαναβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του[25], απόσύρεται από την ενεργό δράση, διατηρώντας πάντοτε τον τίτλο του «αρχισυνδικαλιστή» στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Σημειώσεις
[1] W. Z. Foster, Ιστορία ΠΣΚ, σσ.155-157, 192-193, 201-202. Του Ίδιου, Τρείς Διεθνείς σσ.200-202.
[2] Ν. Γιαννιού, Απάντηση. «Σοσιαλιστικά Φύλλα», τχ 10 (Νοέμβρ. 1916), σ. 17. Πρβλ. «Νουμάς», φ. 696 (8.8.1920), 91.
[3] «Το Άστυ», φ. 1160 (16.2.1894), 1-2.
[4] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Σιδηρουργεία και σιδηρουργοί. «Το Άστυ», φ. 1144 (31.1.1894), 1.
[5] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Επιπλοποιοί, μαραγκοί και καθεκλοποιοί. «Το Άστυ», φ. 1145 (1.2.1894), 1-2.
[6] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μάρμαρα και μαρμαράδες. «Το Άστυ», φ. 1146 (2.2.1894), 1-2.
[7] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Υποδηματοποιοί, σανδαλοποιοί, τσαρουχάδες. «Το Άστυ», φ. 1151 (7.2.1894), 2.
[8] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οι κτίσται και η τοιχοποιΐα. «ΤοΆστυ», φ. 1162 (18.2.1894), 1-2.
[9] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η λαιμοδετοποιΐα. «Το Άστυ», φ. 1157 (13.2.1894), 1-2.
[10] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οργανοποιοί, κιβωτοποιοί και φερετροποιοί. «Το Άστυ», φ. 1165 (21.2.1894), 2.
[11] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Καπελλάδικα και καπελλάδες. «Το Άστυ», φ. 1170 (26.2.1894), 1-2.
[12] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Κουρεία και κουρείς. «Το Άστυ», φ. 1172 (28.2.2894), 1-2.
[13] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Γαλακτοπωλεία και γαλακτοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1174 (2.3.1894), 1-2.
[14] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η αγορά των Αθηνών, κρεοπωλεία και κρεοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1191 (19.3.1894), 1 και φ. 1192 (20.3.1894), 2.
[15] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μυρεψοί και μυροποιεία. «Το Άστυ», φ. 1198 (26.3.1894), 1-2.
[16] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Ζαχαροπλαστεία και ζαχαροπλάσται. «Το Άστυ», φ. 1201 (29.3.1894), 1-2.
[17] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Λιθογράφοι και βιβλιοδέται. «Το Άστυ», φ. 1156 (12.2.1894), 1-2.
[18] Επιθεωρητή {=Ρ. Γκόλφη}, Κοινωνικές ομιλίες. «Νουμάς» 9 (1911), σ.269. Πρβλ. Μάρκου Αυγέρη, Οι σοσιαλισταί και αι εν Ελλάδι αλήθειαι. «Γράμματα» 1
(1911-1912), σσ.317-321.
[19] Δ. Χατζόπουλου {=Μποέμ}, Σοσιαλισμός και συνδικαλισμός. «Καιροί», φ. (14.5.1914), 1.
[20] Δ. Χατζόπουλου, Σκέψεις επί της οργανώσεως της εργαζομένης αστικής τάξεως. «Νεοελληνική Επιθεώρησις» 3 (1919), σσ.90-96.
[21] Σπ. Μελά, Συνδικαλισταί. «Χρόνος», φ. (11.2.1912), 1. Πρβλ. του Ίδιου, Κοινωνία και Βουλή, «Χρόνος», φ. (7.11.1912), 1· Οι εκμεταλευταί, «Χρόνος», φ.
(30.5.1912), 1· Μάθημα προς εργάτας, «Χρόνος», φ. (15.12.1912), 1.
[22] «Άμυνα», φ. (21.8.1920), 1 {«Δια τον κ. Πετσόπουλον»}.
[23] «Νουμάς» 13 (1915), 12 {«Δυο ομιλίες»}.
[24] «Σοσιαλιστικά Φύλλα», φ. 10 (1916), σ. 17.
[25] «Νεοελληνική Επιθεώρησις», 3 (1919), σσ.90-96.

Πηγή:

https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=115:%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82&catid=17&Itemid=173

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

“ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ” ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΓΚΙΟΛΙΑ

 Παραθέτω ένα ενδιαφέρον κείμενο που μιλάει για το γνωστό βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια για τον Κώστα Χατζόπουλο.

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος

περιοδικό Θέσεις” Τεύχος 108, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2009

Ο Μάρκος Γκιόλιας ως ιστορικός του εργατικού κινήματος. Η σημασία της μελέτης του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, εκδ. Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996.

του Γιάννη Μηλιού

Η ενασχόληση με την ιστορία του εργατικού κινήματος αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Δυσκολότερη από ότι οι περισσότερες και οι περισσότεροι αναγνώστριες/ες, έχουν φανταστεί. Τολμώ να πω, δυσκολότερη από ότι οι ίδιοι οι ιστορικοί υποθέτουν.

Στη φωτογραφία o Κώστας Χατζόπουλος με την κόρη του Σέντα στο Αγρίνιο το 1919, από το αρχείο της Σοφίας Λαχανά Πατρώνη

Οι λόγοι για τη δυσκολία αυτή είναι ότι η ιστορία του εργατικού κινήματος τέμνει ουσιαστικά τρεις θεωρητικές περιοχές ιδιοποίησης του πραγματικού, ή αν θέλετε τρεις ιστορίες:
1) Την κατανόηση και ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη κοινωνία, δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, την εδραίωση και διευρυνόμενη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων κυριαρχίας σε οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό επίπεδο. Το εργατικό κίνημα κάνει την εμφάνισή του κατά τη φάση εκείνη της εξέλιξης των καπιταλιστικών κοινωνιών, κατά την οποία εδραιώνεται και κυριαρχεί η μορφή του βιομηχανικού καπιταλισμού, εκτοπίζοντας την προγενέστερη μορφή του εμπορικού και μανουφακτορικού καπιταλισμού. Κατά την περίοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, που σύμφωνα με το εννοιολογικό σύστημα που εισήγαγε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο μπορούμε επίσης να ονομάσουμε «καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας», σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη φάση του «καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας», δημιουργείται εκείνη η συγκέντρωση της εργατικής τάξης στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, τους οικονομικούς κλάδους και τα αστικά κέντρα που καθιστούν δυνατή την κατανόηση από τη μεριά των εργαζομένων των κοινών τους συμφερόντων και την ανάπτυξη του (οργανωμένου) εργατικού κινήματος.
Επιπλέον, η διαμόρφωση της σκέψης και της δράσης κάθε συγκεκριμένης προσωπικότητας του εργατικού κινήματος και θεωρητικού του σοσιαλισμού, όπως ο Κώστας Χατζόπουλος, πρέπει να ειδωθεί ως προϊόν ενός οικογενειακού και ιδιωτικού χώρου, ο οποίος επηρεάζεται αποφασιστικά και σε τελευταία ανάλυση διαμορφώνεται από αυτό το σύνθετο πλέγμα των εξελισσόμενων κοινωνικών σχέσεων.
2) Την πρόσληψη της συγκεκριμένης διεθνούς και εσωτερικής «ιστορίας των ιδεών» κατά την εξεταζόμενη περίοδο, με παράλληλο συνυπολογισμό των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων που αναγκαστικά χαρακτηρίζουν κάθε χώρα.
Εδώ χρειάζεται να επιμείνουνε λίγο περισσότερο: Εφόσον δεν πρόκειται γενικώς για την ιστορία των ιδεών, αλλά για την ιστορία πρόσληψης και ανάπτυξης των σοσιαλιστικών ιδεών και ειδικότερα των μαρξιστικών ιδεών, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι από την πρώτη στιγμή εμφάνισής τους ως θεωρητικών ρευμάτων και αντίστοιχα πολιτικών κινήσεων, ο σοσιαλισμός και ο μαρξισμός χαρακτηρίζονταν από μια εσωτερική σχισματικότητα. Η ιστορία της σοσιαλιστικής αλλά και της μαρξιστικής σκέψης είναι πάντοτε ιστορία ιδεολογικών και θεωρητικών αγώνων: Αγώνων, από τη μια για την κριτική των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, και από την άλλη για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και θεωρητική συνέπεια της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής δράσης και ανάλυσης, απέναντι σε διαφορετικές και κατά τεκμήριο «αντίπαλες» σοσιαλιστικές ή μαρξιστικές προσεγγίσεις.
Μάλιστα, η αδιάκοπη «εσωτερική διαμάχη» στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής σκέψης και του μαρξισμού είναι τόσο επίμονη και ισχυρή, που διασχίζει συχνά το έργο ενός και του αυτού μαρξιστή θεωρητικού (και υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσαμε να αναφερθούμε), αναπαράγει στο εσωτερικό του αντιφάσεις, μεταστροφές, συσσωματώσεις, λογικά ασύμβατων θεωρητικών θέσεων κ.ο.κ. Σε τελευταία ανάλυση, δεν αποτελεί παρά μια έκφανση της σύγκρουσης του σοσιαλισμού και του μαρξισμού με την κυρίαρχη ιδεολογία, μια που η τελευταία διαρκώς αναπαράγεται, υπό μετασχηματισμένες μορφές, στο εσωτερικό του μαρξισμού.
Σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάδυση τέτοιων θεωρητικών αντιφάσεων και μεταστροφών είναι στενά συνυφασμένη με την εξέλιξη των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών δύναμης, τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας, όσο και στο εσωτερικό της Αριστεράς.
3) Από εδώ πηγάζει και εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η τρίτη δυσκολία που είναι συνυφασμένη με την επιστημονική κατανόηση και μελέτη του εργατικού κινήματος και των πρωταγωνιστών του: Η «εσωτερικότητα» του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα και η καταστατική «σχισματικότητά» τους συνεπάγεται ότι για να μπορεί ο ιστορικός να λειτουργήσει επιστημονικά, πρέπει προηγουμένως να έχει υιοθετήσει μια συγκεκριμένη στάση στο εσωτερικό της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής σκέψης. Μια στάση, αν θέλετε, μη-ουδετερότητας, που θα του/της επιτρέψει, όσο κι αν αυτό στο πρώτο άκουσμα ξενίζει, να κατανοήσει αντικειμενικά και με τρόπο επιστημονικό το αντικείμενο μελέτης του/της. Όπως σωστά επεσήμαινε αρκετά χρόνια πριν ο Louis Althusser:
«Η αντίληψη αυτή στηρίζεται […] στην απλή διαπίστωση ότι [...] δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα. Μπορεί κανείς να διακρίνει την υφή αυτής της συγκρουσιακής πραγματικότητας μόνο αν υιοθετήσει μέσα στην ίδια τη σύγκρουση ορισμένες θέσεις και όχι κάποιες άλλες, διότι το να υιοθετήσει παθητικά κάποιες άλλες θέσεις θα σήμαινε ότι εμπλέκεται στη λογική των ταξικών ψευδαισθήσεων, η οποία πρέπει να ονομασθεί κυρίαρχη ιδεολογία. Φυσικά η προϋπόθεση αυτή αντιτίθεται σε ολόκληρη τη θετικιστική παράδοση –μέσω της οποίας η αστική ιδεολογία ερμηνεύει την πρακτική των φυσικών επιστημών [...] Ουσιαστικά, σε ολόκληρο το έργο του ο Μαρξ δεν λέει τίποτε διαφορετικό. Όταν γράφει στον επίλογο του Κεφαλαίου ότι αυτό το έργο “εκπροσωπεί το προλεταριάτο” εξηγεί σε τελική ανάλυση ότι πρέπει να υιοθετήσει κανείς τις θέσεις του προλεταριάτου για να γνωρίσει το κεφάλαιο» (Αλτουσέρ, Λ. [1991]: «Για τον Μαρξ και τον Φρόϋντ», Θέσεις τ. 35, σ. 56).
Ειδικότερα, αναφορικά με την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, οι δυσκολίες αυτές μεγεθύνονται, καθώς στην αντίστοιχη ιστοριογραφία από τη δεκαετία του 1930 μέχρι πρόσφατα, κυριαρχούσε ένα απλουστευτικό δογματικό ιδεολογικό σχήμα, που αξιολογεί την ιστορία και τους πρωταγωνιστές της ανάλογα με την αναδρομικά κυριαρχούσα, στην εκάστοτε συγκυρία, θέση της επίσημης Αριστεράς.
Δεν ξέρω αν το αντιληφθήκατε ήδη, αλλά τόσην ώρα μιλάω εμμέσως για τον Μάρκο Γκιόλια και τη συμβολή του στην πρόσληψη του ελληνικού εργατικού κινήματος. Το βιβλίο του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του ελληνικού εργατικού κινήματος της περιόδου 1880-1920, καθώς εστιάζει στη δράση και τη σκέψη του κορυφαίου αγρινιώτη διανοητή και αγωνιστή Κώστα Χατζόπουλου (1868-1920).
Αν ακολουθήσουμε το σχήμα με τις τρεις δυσκολίες που περιγράψαμε, θα διαπιστώσουμε ότι ο Μάρκος Γκιόλιας μας καθοδηγεί μέσα και πέρα από αυτές, με ένα στρωτό, σχεδόν λογοτεχνικό, αφηγηματικό ύφος, που αξιοποιεί και καθιστά εύληπτο ένα τεράστιο όγκο στοιχείων: Ξεκινά από την ανάλυση της δομής και της ιστορικής εξέλιξης της αγρινιώτικης κοινωνίας και της αντίστοιχης πνευματικής κίνησης κατά τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Κώστα Χατζόπουλου, για να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνικών σχέσεων και της εξέλιξής τους στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Χατζόπουλου (και των άλλων ηγετικών φυσιογνωμιών της περιόδου). Ταυτόχρονα εξετάζει τις διαδικασίες εκβιομηχάνισης της χώρας και ανάπτυξης του εργατικού κινήματος κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το βιβλίο παρέχει τέτοιο πλούτο στοιχείων αλλά και την αντίστοιχη επιστημονική αποκωδικοποίηση και ερμηνεία τους, που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως πραγματεία για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα κατά την αναφερόμενη περίοδο.
Σε αντιδιαστολή με τις δογματικές και εν πολλοίς απολογητικές προς την καπιταλιστική εξουσία δοξασίες περί υπανάπτυξης της «αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας» ο Μάρκος Γκιόλιας αντιλαμβάνεται με επιστημονικό τρόπο τη μετάβαση από τον προβιομηχανικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Γράφει:
«Ενώ ο εμποροχρηματικός καπιταλισμός αναπτύσσεται με μια αξιόλογη δυναμική κατά τις τελευταίες δεκαετίες του ΙΘ΄ αιώνα, ο τομέας της ελληνικής βιομηχανίας δεν προχωρεί με ανάλογους ρυθμούς […] Ωστόσο σημειώνεται πρόοδος. Μαζί με τους πρώτους πυρήνες της βιομηχανίας γεννιέται το ελληνικό εργατικό κίνημα» (σ. 63). (1)
Έχοντας με τον τρόπο αυτό ξεπεράσει την πρώτη δυσκολία που αναφέραμε, ο Μάρκος Γκιόλιας προχωρεί στην εξέταση των θεωρητικών απόψεων και της πολιτικής δράσης του Κώστα Χατζόπουλου. Μέσα από την επεξεργασία και παρουσίαση, και πάλι, ενός μεγάλου όγκου στοιχείων και πηγών, και φυσικά των (δημοσιευμένων και μη) κειμένων του Χατζόπουλου, αλλά και των απόψεων των κύριων ρευμάτων του σοσιαλισμού στην Ελλάδα και διεθνώς, αποκαθίσταται η εικόνα του Χατζόπουλου ως ενός θεωρητικά και πολιτικά πρωτοπόρου μαρξιστή, ο οποίος συνέβαλε ποικιλόμορφα (ως πολιτικό πρόσωπο, θεωρητικός συγγραφέας και μεταφραστής) στη διάδοση και ανάπτυξη του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στην Ελλάδα. Ενός θεωρητικού που μπορεί να αξιολογεί όχι μόνο τα αντιμαχόμενα σοσιαλιστικά και μαρξιστικά ρεύματα της εποχής του (π.χ. τους «ορθόδοξους μαρξιστές» υπό τον Κάουτσκι κατά την περίοδο μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη μια, και τους «ρεβιζιονιστές» υπό τον Μπερνστάιν από την άλλη), αλλά ακόμα και τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς, με τα οποία ο Κώστας Χατζόπουλος ήταν εξοικειωμένος. (2)
Στο τμήμα αυτό της ανάλυσής του, ο Μάρκος Γκιόλιας προφυλάσσει πλήρως τον αναγνώστη από τη δεύτερη δυσκολία που επισημάναμε, αυτή που σχετίζεται με την καταστατική εσωτερική σχισματικότητα του σοσιαλισμού και του μαρξισμού. Όχι μόνο μας παραθέτει το πανόραμα των διαφορετικών τάσεων και ιδεολογικών ρευμάτων του σοσιαλισμού, αλλά εστιάζοντας στην πρωτοπόρα στάση και σκέψη του Κώστα Χατζόπουλου, δείχνει ότι μόνο μέσα από τη σύγκρουση, τη σύνθεση και την ανασύνθεση των τάσεων αυτών μπορεί να προκύψει το προχώρημα του σοσιαλιστικού κινήματος και της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά και η σύνδεσή τους με το εργατικό κίνημα. Εστιάζοντας στον Χατζόπουλο, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τις εντάσεις και συγκλίσεις μεταξύ δημοτικισμού και σοσιαλισμού, την εξέλιξη του κινήματος και των τάσεών του στα βασικά αστικά κέντρα της Ελλάδας, αλλά και σε χώρες της Δ. Ευρώπης και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μάρκος Γκιόλιας έρχεται αντιμέτωπος με εκείνη τη θεωρητική παράδοση που ο ίδιος ονομάζει «παραχαράξεις του δογματισμού». Στις λίγο-πολύ αναπαραγόμενες απαξιωτικές και στρεβλωτικές κρίσεις για τον Κώστα Χατζόπουλο ιστορικών της επίσημης Αριστεράς κατά τις δεκαετίες του 1940, 1950 ή και αργότερα, ο Μάρκος Γκιόλιας αντιπαραθέτει τεκμηριωμένα τις θέσεις του Χατζόπουλου, καταδεικνύοντας τη συνάφειά τους με τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και άλλων θεωρητικών του μαρξισμού.
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο Μάρκος Γκιόλιας υπερβαίνει και την τρίτη δυσκολία στην οποία αναφερθήκαμε. Η «θέση του παρατηρητή» την οποία επιλέγει, είναι εκείνη του κριτικού και αντιδογματικού σοσιαλιστή και μαρξιστή. Είναι η θέση που επιτρέπει στον ιστορικό να αναλύσει κριτικά και να κατανοήσει το εργατικό κίνημα και την εξέλιξή του με βάση την επιστημονική μέθοδο και τις έννοιες που εισήγαγε ο Μαρξ, χωρίς προειλημμένες θέσεις και χωρίς να φοβάται τα οποιαδήποτε ευρήματα της έρευνάς του. Με άλλη διατύπωση, κατανοεί ότι η κριτική μέθοδος του Μαρξ οφείλει να εφαρμόζεται επίσης και στην ιστορία του εργατικού κινήματος, αλλά και του ίδιου του μαρξισμού.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί, εντούτοις, να δώσω έμφαση στο μοναδικό σημείο διαφωνίας που έχω με την ανάλυση του Μάρκου Γκιόλια, και το οποίο αφορά τη μεταστροφή της θεωρητικής προσέγγισης και δράσης του Κώστα Χατζόπουλου μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Όπως είναι γνωστό, η έκρηξη του Πολέμου προκάλεσε ένα τεράστιο ρήγμα στην παγκόσμια μαρξιστική Αριστερά, που σχηματικά αποτυπώνεται στη διάσπαση ανάμεσα στη Β΄ και τη Γ΄ Διεθνή. Για όσους θα ακολουθήσουν την Γ΄ Διεθνή, ο μέχρι τότε «ορθόδοξος μαρξιστής» και επαναστάτης Κάουτσκι γίνεται αποστάτης, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα.
Στην Ελλάδα, η διάσπαση του διεθνούς μαρξιστικού σοσιαλισμού επικαλύπτεται με τον «εθνικό διχασμό», τη διάσπαση της ίδιας της κυβερνητικής εξουσίας στην κυβέρνηση των Αθηνών και σε εκείνην της Θεσσαλονίκης. Μέσα στη συγκυρία του εθνικού διχασμού, μου είναι προφανές ότι η θεωρητική και πολιτική στάση του Κώστα Χατζόπουλου, μεταστρέφεται. Κατά την περίοδο 1909-1913, όταν η μεταρρυθμιστική-«ανορθωτική» κίνηση του Ε. Βενιζέλου επεδείκνυε τον μέγιστο φιλεργατισμό της (εργατική νομοθεσία κλπ.), ο Χατζόπουλος παρέμενε δριμύς επικριτής της αστικής εξουσίας και της στρατηγικής εδαφικής επέκτασης δια των Βαλκανικών Πολέμων, ακολουθώντας την πολιτική της αριστερής ή «ορθόδοξης» πτέρυγας των σοσιαλιστών της εποχής:
«Στο αίσθημά μου είναι τόσο αποκρουστικός ο πόλεμος, τόσο ανήθικος στη σοσιαλιστική αντίληψή μου […]». «Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τους άμοιρους λαούς να κυλιούνται στο αίμα για να πέσουνε από τη μια σκλαβιά στην άλλη». (Παρατίθεται στο Γκιόλιας 1996: σσ. 362-63).
Αντίθετα, μετά το 1914 τάσσεται υπέρ της συμμετοχής της χώρας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Στο πλαίσιο αυτό μεταλλάσσει και τη στρατηγική του στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος: Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Μάρκος Γκιόλιας, «αναζητεί ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης στις εργατικές κατακτήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, ο Χατζόπουλος ανοίγεται κατά την πορεία προς τους Κοινωνιολόγους, αλλά και τους προοδευτικούς φιλελεύθερους» (σ. 446).(3)
Νομίζω ότι ο Μάρκος Γκιόλιας δεν αναδεικνύει αυτή την τομή στην πορεία και τη σκέψη του Χ., καίτοι βεβαίως την περιγράφει. Μοιάζει να συμμερίζεται την αναγκαιότητα αυτής της μεταστροφής, χωρίς να τη θεμελιώνει.
Ο εθνικός διχασμός δεν είναι η ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο «στρατηγικές εξάρτησης» της Ελλάδας από «ξένες δυνάμεις», ούτε η διαμάχη ανάμεσα μερίδες του κεφαλαίου. Είναι η ιστορία της σύγκρουσης δύο στρατηγικών διαχείρισης των γενικών αστικών συμφερόντων, σύγκρουσης που μορφοποιήθηκε και τροφοδοτήθηκε από την παρέμβαση των μαζών.
Όταν η άρνηση των συμμάχων της Αντάντ, αρχικά, στην ελληνική πρόταση για συμμετοχή στον Πόλεμο (λόγω της μέχρι τότε ουδετερότητας της Τουρκίας και της Βουλγαρίας) και η έκβαση του Πολέμου, στη συνέχεια (νίκες και προέλαση των Κεντρικών Δυνάμεων), οδήγησαν στη διαφωνία Βενιζέλου-Βασιλιά και στην παράταση της ελληνικής ουδετερότητας, τότε ήρθε ακριβώς η παρέμβαση των λαϊκών μαζών της Νότιας Ελλάδας για να ακυρώσει για έναν τουλάχιστο χρόνο την από καταβολής ελληνικού κράτους επεκτατική στρατηγική του αστισμού (τη «Μεγάλη Ιδέα»). Από τον Φεβρουάριο ως τον Νοέμβριο του 1915, η ουδετερότητα αναδεικνύεται σε ηγεμονική (αστική) πρόταση διακυβέρνησης.
Η μοναρχική στρατηγική εξασφάλισε την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των κινητοποιημένων λαϊκών μαζών της παλιάς Ελλάδας, που είχαν ήδη χύσει το αίμα τους στους πολέμους του 1912-13. Έτσι η υποστήριξη προς τη μοναρχική πολιτική στρατηγική προσέλαβε ένα ανοιχτά αντιπολεμικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, δεν ταυτιζόταν δηλαδή κατ’ ανάγκην με το γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα ή την ιδεολογία του μοναρχισμού. Ήταν τελικά αγώνας ενάντια στη «Μεγάλη Ιδέα», ενάντια στην κυρίαρχη επεκτατική στρατηγική του ελληνικού αστισμού από την ίδρυση ακόμα του ελληνικού κράτους, στρατηγική που από το 1912 και μετά είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα.
Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα και αντίστοιχες μαζικές εκδηλώσεις των επιστράτων, καταδικάζουν τον πόλεμο και τη στρατηγική του Βενιζέλου και συντάσσονται έτσι πίσω από τις σημαίες της βασιλικής παράταξης. Την ίδια στάση υιοθετούν και οι περισσότερες σοσιαλιστικές οργανώσεις της εποχής. Η παλιά Ελλάδα στην πλειοψηφία της τάσσεται με την κυβέρνηση των Αθηνών.
Μια αντίστοιχη μαζική υποστήριξη υπέρ του Βενιζέλου, εκδηλώνεται βέβαια στη Θεσσαλονίκης. Η βενιζελική παράταξη, που έκφραζε την πάγια επεκτατική στρατηγική του ελληνικού κεφαλαίου, βρήκε σημαντική λαϊκή υποστήριξη, κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό της Βόρειας Ελλάδας, που αισθανόταν να απειλείται άμεσα από τις βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του βενιζελισμού, συνέβαλε επίσης αναμφίβολα στην εξασφάλιση αυτής της υποστήριξης. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η προσωρινή βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση, η απελευθέρωση δηλαδή των κολίγων της νέας Ελλάδας κι η διανομή της γης των τσιφλικιών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο στόλος της Αντάντ αποκλείει τα λιμάνια της παλιάς Ελλάδας και αποβιβάζεται στον Πειραιά το Νοέμβριο του 1916, η κυβέρνηση της Αθήνας επιχειρεί να έρθει σε ένα συμβιβασμό με την Αντάντ και να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία στον Βενιζέλο. Η παρέμβαση όμως των αντιβενιζελικών μαζών και των επιστράτων, υπήρξε τόσο βίαιη («εφονεύθησαν 35 άνδρες των συμμάχων και ετραυματίσθηκαν 80, φονευθέντων και 40 περίπου Ελλήνων» [στις 18 και 19.11.1916], Δασκαλάκης, Χ..: «Νεώτεροι χρόνοι», σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΔ΄ [Ελλάς], Αθήνα 1934, σ. 596), που η προοπτική αυτή ακυρώνεται.
Με την έννοια αυτή έχει απόλυτο δίκιο ο παλαίμαχος μαρξιστής θεωρητικός Σεραφείμ Μάξιμος, μέχρι το 1927 μέλος του Πολιτικού Γραφείου και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, όταν γράφει:
«Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» (Μάξιμος Σ., Κοινοβούλιο ή Δικτατορία, εκδ Στοχαστής 1975, σ. 14. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1928).
Χαρακτηριστικό της υποστήριξης που εξασφάλισε η αντιπολεμική στάση της αντιβενιζελικής παράταξης είναι και το γεγονός ότι στις εκλογές της 1-11-1920, το κόμμα των Φιλελευθέρων συγκέντρωσε μόλις 44,1% των ψήφων έναντι 55,9% της αντιβενιζελικής Ενώσεως (στην οποία συμμετείχε και το ΣΕΚΕ που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΕ), παρ’ ότι οι εκλογές διεξήχθησαν αμέσως μετά τη γνωστοποίηση των αποφάσεων της Συνθήκης των Σεβρών, με τις οποίες είχε «δικαιωθεί ιστορικά» ο Βενιζέλος (προσάρτηση Ανατολικής Θράκης και περιοχής της Σμύρνης).
Η τελική επικράτηση της επεκτατικής-ιμπεριαλιστικής στρατηγικής θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιδείνωση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας (γερμανοβουλγαρική εισβολή στην ελληνική Μακεδονία) και την αντίστοιχη υποστήριξη που βρήκε η στρατηγική αυτή από τις λαϊκές τάξεις της Βόρειας Ελλάδας.
Η προσέγγιση του Κώστα Χατζόπουλου, στη συγκυρία που μόλις περιγράψαμε, προς τους «Κοινωνιολόγους» (4) και την ευρύτερη βενιζελική στρατηγική, εκφράζει κατά τη γνώμη μου, μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική μεταστροφή, στην οποία ο Μάρκος Γκιόλιας ίσως έπρεπε να δώσει περισσότερη έμφαση.
Σε καμία περίπτωση πάντως, η διαφωνία που διατυπώνω εδώ, ως προς τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα της πολιτικοϊδεολογικής μεταστροφής του Χατζόπουλου και της αποτίμησης του «εθνικού διχασμού», δεν μειώνει την τόσο εξαιρετική συμβολή του Μάρκου Γκιόλια ως ιστορικού του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, αποτελεί εξαιρετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία, που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί περαιτέρω.

Σημειώσεις

(1) Όπως έγραφε ο Κώστας Χατζόπουλος το 1914, «Η Ελλάδα είναι ένα συνταγματικό κράτος με σύστημα μιας Βουλής και καθολικό, άμεσο εκλογικό δικαίωμα, χωρίς καν ίχνος προνομιούχας αριστοκρατίας. Ήδη, εδώ και 70 χρόνια, όταν μέσα από τη λαϊκή απαίτηση για σύνταγμα δόθηκε ένα τέλος στις προσπάθειες του βασιλιά Όθωνα για εγκαθίδρυση του απολυταρχισμού, η χώρα κυβερνάται από τη λαϊκή βούληση. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στα χαρτιά. Κατά βάση, μόνο η ανώτερη και μεσαία αστική τάξη είναι αυτές που εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από τη συγκεκριμένη μορφή κρατικής διακυβέρνησης» (σε Χατζόπουλος, Κ. «Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα» [1914], Θέσεις τ. 58, 1997: 141).

(2) Ο Χατζόπουλος μετέφρασε στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1908.

(3) Ο Χατζόπουλος ερμηνεύει στη νέα αυτή συγκυρία τον Πόλεμο ως σύγκρουση ανάμεσα στην στην απολυταρχία των Κεντρικών Δυνάμεων και τη (αστική) δημοκρατία (που χαρακτηρίζει τις χώρες της Αντάντ. Ειδικότερα για την Ελλάδα, υποστηρίζει ότι η είσοδος στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ θα εξασφάλιζε όχι μόνο τις «εθνικές διεκδικήσεις» αλλά τις κοινωνικές και εργατικές κατακτήσεις της περιόδου μετά το 1910, ενώ υιοθετούσε τα συνθήματα της ευρύτερης βενιζελικής παράταξης, ότι η εναντίωση στον Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα της «εξάρτησης» από τις Κεντρικές Δυνάμεις. Μια ανάλογη θέση υιοθετεί και ο Μάρκος Γκιόλιας, καίτοι, μέχρι το σημείο αυτό, το έργο του δεν ακολουθεί τις απολογητικές θεωρίες της «εξάρτησης»: «Στις 17 Αυγούστου 1916, ξεσπάει στη Θεσσαλονίκη στρατιωτικό κίνημα εναντίον του γερμανόδουλου βασιλικού καθεστώτος των Αθηνών. Πρόκειται για το αποκαλούμενο Κίνημα Εθνικής Αμύνης […] Υποστηρικτές του είναι πολλοί δημοκρατικοί αξιωματικοί, φιλελεύθεροι πολιτικοί, Κοινωνιολόγοι και σοσιαλιστές. Ανάμεσά τους κι ο Χατζόπουλος, ο Γιαννιός και άλλοι» (σ. 455).

(4) Πρόκειται για μια ομάδα μετριοπαθών σοσιαλιστών (οπαδών του Μπερνστάιν ή/και του «κρατικού σοσιαλισμού», βλ. Πουρνάρας Δημήτρης, Ιστορία του Διεθνούς Σοσιαλισμού, Αθήνα 1945, 2 τόμοι σ. 254), αποτελούμενη κυρίως από νέους που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία (Αλ. Παπαναστασίου, Π. Αραβαντινός, Θ. Κουτούπης, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Πετμεζάς, Αλ. Μυλωνάς, Σπ. Κορώνης, Α. Δελμούζος, Κ. Βαρβαρέσος, Ι. Λυμπερόπουλος κ.ά.), οι οποίοι είχαν ιδρύσει από το 1907 την «Κοινωνιολογική Εταιρεία», στο πρότυπο της βρετανικής «Fabian Society» και του γερμανικού «Συνδέσμου Κοινωνικής Πολιτικής» (που προωθούσε την ιδέα του «κρατικού σοσιαλισμού»: ριζοσπαστική κοινωνική πολιτική μεταρρυθμίσεων με όργανο το κράτος). Από το 1908 εξέδιδαν την Επιθεώρησι των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, το 3ο τεύχος της οποίας κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1909, λίγο μετά την έκρηξη του κινήματος στο Γουδί.

____________

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1076&itemid=29