Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Βασιλικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Βασιλικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Πως η μουσική του Richard Wagner επηρέασε την ελληνική ποίηση

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος, γνωστότερος ως Μήτσος, συνέδεσε το όνομά του με την ελληνική λογοτεχνία, το χρονογράφημα και την κριτική, συμμετέχοντας ενεργά από μικρή ηλικία στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής του. Με τα χρονογραφήματά του, τα διάσπαρτα διηγήματά του, τα άρθρα, τις μεταφράσεις, την έκδοση βιβλίων, καθώς και ως συνεκδότης του περιοδικού «Διόνυσος» με τον Ι. Καμπύση, ο Μήτσος Χατζόπουλος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο, προσωπικό λογοτεχνικό προφίλ.
Αν και διαφορετικός από τον αδελφό του, ο Μήτσος Χατζόπουλος μοιράστηκε μαζί του κοινές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Και οι δύο υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του βαγκνερισμού. Στο Μήτσο Χατζόπουλο οφείλουμε την σημαντική μελέτη «Η επανάσταση των λέξεων» που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” της 14/1/1900 με υπογραφή “Μποέμ”, όπου για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά αναδεικνύεται, με αναλυτικότητα και ευγλωττία, η βαθιά επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στους Έλληνες συμβολιστές ποιητές.
Σε αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, ο Χατζόπουλος επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις μεταμορφώσεις που υπέστη η ελληνική γλώσσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Απομακρυνόμενος από τις εξισώσεις του δημοτικισμού, ο κριτικός αναλύει πώς η επίδραση του βαγκνερισμού επηρέασε τόσο καθαρευουσιάνους όσο και “μαλλιαρούς” ποιητές.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πόσο πιο σαφώς θα μπορούσε να εξαρτήσει κανείς την νέα μορφή έκφρασης στην ποίηση από τη μουσική;» Εστιάζοντας ιδιαίτερα στο έργο του Βάγκνερ, ο Χατζόπουλος παραθέτει παραδείγματα από τη «νεοδημοτική» ποίηση, αναφερόμενος σε ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Καμπύσης, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Μαλακάσης και ο Βασιλικός (ψευδώνυμο του αδελφού του) που «... ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων».
Ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της βαγκνερικής επιρροής, ο Χατζόπουλος αναφέρει τη «σκοτεινή» ποίηση του Γιάννη Καμπύση, η οποία, όπως υποστηρίζει, αποδίδει «ἕναν παλμὸν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ὀρχήστρας».
Λίγες σελίδες πιο κάτω παρατίθεται ένα ποίημα του Κώστα Χατζόπουλου (με ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός), που φαίνεται να πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κείμενο του αδελφού του Μήτσου, παρόλο που στο άρθρο δεν γίνεται βέβαια συγκεκριμένη μνεία (θα το βρείτε στο τέλος του κειμένου).
Γ.Χ.

Η επανάστασις των λέξεων” υπό Μποέμ
“Το Περιοδικό μας” 14 Ιανουαρίου 1901

Πάντοτε ησθάνθην και αισθάνομαι κάποιαν απέχθειαν προς τας λέξεις, απέχθειαν η οποία νομίζω, ότι θα προέρχηται από ειλικρινή αγάπην προς αυτάς. Ό,τι αγαπά τις με πάθος δεν δύναται παρά να αισθάνεται εις στιγμάς παροξυσμού ψυχικού και μίσος προς αυτό. Ό,τι μάς είνε αδιάφορον, ο,τι μας κινεί την περιφρόνησιν δεν δύναται να γεννήση εις την ψυχήν μας το αίσθημα του μίσους. Αλλά νομίζω ακόμη, ότι η απέχθειά μου προς τας λέξεις δεν προέρχεται εντελώς εκ της μεγάλης αγάπης μου προς αυτάς. Υπάρχει και αφορμή εκτάκτως διάφορος. Αισθάνομαι, ότι η πρώτη αποστροφή προς τον κόσμον των λέξεων μου εγεννήθη, όταν άνεκάλυψα εν τη εργασία μου ότι πολλοί ευρύτερον εύρον και ευρίσκουν την απόστασιν ήτις χωρίζει τας λέξεις από τας αισθήσεις. Εάν επρόκειτο να εξομολογηθώ μετά συντριβής ενώπιον πνευματικού καλλιτέχνου θα ωμολόγουν, ότι η σκέψις μου, η αίσθησις μου εβάδισε μάλλον παραλλήλως προς τας λέξεις δι’ ών έξεφράσθη αυτή παρά συμφυώς και ομοουσίως. Δεν θα υπάρξη δε αντίρρησις, ότι οι αληθείς λάτρεις των λέξεων ουδέποτε κατόρθωσαν να συλλάβουν ταύτας ασφαλώς, να τας υποτάξουν εις την δημιουργικήν πνοήν των, να τας μεταβάλουν εις μαλακήν λάσπην με την οποίαν να ζυμώσουν τον χρυσόν της σκέψεως και να εκφράσουν το αίσθημά των κατ’ευθείαν, αμέσως άνευ κωλύματος, πάναγνον από την πηγήν της ’Ιδέας. Υπάρχει εις την περίπτωσιν ταύτην μυστήριον, εις το οποίον όσον τις εμβαθύνει τόσον διαυγέστερον βλέπει και κρίνει ότι ο κόσμος των αισθημάτων και ο κόσμος των λέξεων συμπίπτουν και συνταυτίζονται όσον ο φυσικός κόσμος και ο μεταφυσικός. Όσον και αν φαίνωνται συμφυείς και αδελφικαί αι ιδιότητες αύται τόσον χωρισμέναι απ’ αλλήλων είνε εν τη βαθυτάτη ρεαλιστική διεισδύσει, εν τη μυστική περιπλανήσει των ονείρων. Το μόνον μέσον υπελείπετο να είνε διά τον καλλιτέχνην η άρνησις η παντελής του κόσμου των λέξεων και η ολοσχερής καταφυγή του εις τον κόσμον της αισθήσεως και της σκέψεως, εις τον μέγαν και απέραντον κόσμον της εν σιγή ενεργείας. Και ενθυμούμαι ακόμη το χαρμόσυνον ψυχικόν ρίγος, το οποίον ησθάνθην, όταν ήκουσα τον Ίσλανδόν του Ίψεν Ζάτζεζρ, τον όντα ποιητήν διά τον έχοντα κατά την ιδίαν του βαθειάν έκφρασιν το δώρον του πόνου, λέγοντα προς τον Βασιλέα του ζητούντα να θυσιάση απέναντι ενός στέμματος τα ποιήματά του εκείνα, τα όποια δεν είδον ακόμη το φως, τα ποιήματά του τα εγρηγορούντα εις τας πτυχάς του εγκεφάλου του :

Τα ποιήματα αυτά είνε πάντοτε τα ωραιότερα.

Ώ ! εάν υπάρχη τι ωραίον εις την τέχνην, βεβαίως θα υπάρχη εκείνο, το οποίον δεν έλαβε ποτέ σχήμα και έκφρασιν, παλμόν και ζωήν, το οποίον είνε ωραίον διότι εις την νεφελώδη του υπόστασιν έχει τόσους σπόρους αλήθειας και τόσην θερμήν ενέργειαν.

Εις την Ελληνικήν φιλολογίαν ο κόσμος των λέξεων υπέστη ριζικήν και μεγάλην επανάστασιν κατά τα τελευταία έτη. Αι λέξεις έπαυσαν διά τούς αληθείς τεχνίτας να είναι είδος ωραίων πανοπλιών κρεμασμένων εις τον τοίχον και από τας όποιας εκλέγει τις οποίον θα ήθελε να περιβληθή, καμαρώνων μετά την αμφίεσιν πρό του καθρέπτου του.

Τοιαύτην εντύπωσιν τουλάχιστον αισθάνομαι όταν αναγινώσκω σελίδας γραμμένας προ της παρελθούσης δεκαετίας είτε εις την δημοτικήν, είτε εις την καθαρεύουσαν. Αι σελίδες αύται βεβαίως έξακολουθούν ακόμη να γράφωνται και εν πλειονότητι μάλιστα, αλλ’ αι σελίδες αύται απέναντι των νέων σελίδων τας οποίας φέρει εις φώς η συντελουμένη επανάστασις των λέξεων δεν ανήκουν παρά εις το παρελθόν. Γιά ιδέτε, γύρω σας, εις ότι φυλλάδιον, η περιοδικόν, η εφημερίδα, εις όσα έντυπα τέλος πόσαι ξηραί, άψυχοι, ψυχραί πανοπλίαι λέξεων και ύφους υπάρχουν. Αφθονία καλουπιών γλώσσης δημοτικής, γλώσσης καθαρευούσης. Λούσατε εις πηγήν υψηλού όρους, εις μίαν βρύσιν του Παρνασσού τους οφθαλμούς της διανοίας σας, σύρατε την ψυχήν σας εις κόσμον ωραιότερον του κόσμου που ζήτε, έλθετε εις ιδανικωτέρους ορίζοντας και παρατηρήσατε εν μέσω πανοπλιών των αψύχων, των λαξευτών λέξεων, θα ίδετε ένα νέον κόσμον λέξεων, νεφελωδώς εναργό, μίαν νέαν πνευματικήν κοινωνίαν ασχημάτιστον έτι, εις ατελή σύστασιν, η όποία αγωνίζεται να θερμάνη τας πανοπλίας των ψυχρών λέξεων και να δώση εις αυτάς την ζωήν του απολύτως ωραίου, τον παλμόν της ιδανικής σκέψεως, την αοριστίαν του μυστικισμού, προ παντός δε μίαν πρωτοφανή εκδήλωσιν, αόριστον και ασύλληπτον ως το ά ρ ω μ α του φωτός, μίαν μουσικήν απήχησίν,—θα ίδετε μίαν πνευματικήν κοινωνίαν μουσικοποιούσαν τας λέξεις, εγχύνουσαν εις αυτάς περισσότερον ήχον από την μέχρι τούδε ψευδή των λάμψιν. Η πεζή σύνθεσις των λέξεων παντός ότι γράφεται εκ δημοσιογραφικής ορμήσεως εις τας ελληνικάς εφημερίδας, παντός ότι γράφεται εις τα εικονογραφημένα περιοδικά με την χαμηλήν αντίληψιν και τας οπισθοδρομικάς ιδέας, η φουσκωμένη ατμόσφαιρα των λέξεων των ρητόρων των δικαστηρίων, ο μονότονος χρωματισμός των λέξεων των ακουομένων από τας πανεπιστημιακός έδρας και των απαντωμένων εις τας εγκυκλίους των Υπουργείων αποπνίγει διά τα ώτα τα συνηθίσαντα εις την μονοτονίαν ταύτην τον μουσικόν αυτόν ήχον, όν αφίνουν αι λέξεις της μικράς πνευματικής κοινωνίας, ήτις έπανεστάτησε παρ’ ημίν τελευταίως τον μυστηριώδη κόσμον των λέξεων.

Η επανάστασις αύτη των λέξεων έλαμψε δια μίαν στιγμήν ωραίαν λάμψιν εις τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος εις την τελευταίαν τεχνοτροπίαν του Σολωμού, εις τας πλήρεις μυστικισμού μουσικάς εκείνας συμφωνίας των ατελών κομματιών της τελευταίας του ποιήσεως,(*) έπειτα παρήλθον δεκάδες ετών, καθ’ άς η επανάστασις απεπνίγη διά να εκδηλωθή μάλλον καρποφόρα εις την εποχήν μας. Η επανάστασις των λέξεων είχε, λοιπόν, την αρχήν της εις την ποίησιν, εις το είδος αυτό της τέχνης το μάλλον συμφυές με την ψυχήν του τεχνίτου και εκείθεν επήλθεν εις τον πεζόν λόγον. Η εισαγωγή του ελευθέρου ρυθμού τελευταίως εις την ποίησιν υπεβοήθησε μεγάλως την επανάστασιν τών λέξεων, την μουσικοποίησιν αυτών, από την εισαγωγήν δε της μουσικής εις τον στίχον, έλαβε μουσικόν τόνον και η φράσις του πεζού λόγου. Φυσική δε η εξήγησις της μουσικοποιήσεως των λέξεων των στίχων και των λέξεων των πεζογραφημάτων παρά των ανταρτών τεχνιτών μας σήμερον. Ό,τι έγινε και αλλού όπου καλλιεργείται η Ιδέα δεν ηδύνατο παρά να γίνη και εδώ από τούς τεχνίτας τούς ειλικρινείς και αγνώς καλλιεργούντας ταύτην. Αφ’ ότου η κλίσις του κόσμου των τεχνιτών εξεδηλώθη ζωηρά προς την μουσικήν δεν ηδύνατο παρά να επιδράση η μουσική εις την ποίησιν, η μία τέχνη επί της άλλης. Είτε εξ ενσυνειδήτου ενεργείας, είτε εξ ασυνειδήτου εξεδηλώθη εκ της κλίσεως ταύτης προς την μουσικήν, τάσις προς μουσικοποίησιν των λέξεων, τάσις προς σπουδήν υπολογιστικήν η ορμέμφυτον των μουσικών ιδιοτήτων των λέξεων, του χρώματος του ήχου αυτών. Παραδόξως δε, η μάλλον πολύ συνεπώς η μουσικοποίησις των λέξεων εγένετο και γίνεται με πολλήν λεπτότητα και καλαισθησίαν, κατά τους επιδεξίους νόμους.

Οί περισσότεροι των γραφόντων υπό την επήρειαν της επαναστάσεως των λέξεων συχνάζουν σήμερον εις τα κοντσέρτα της «Μουσικής Εταιρίας» και του «Ωδείου», όπου πολλάκις αν δεν υπάρχη εκτέλεσις μουσικής αξία της εκτελουμένης μουσικής, ακούει τις κάποτε αληθείς καλλιτέχνας και καλλιτέχνιδας. Αρκετοί δε των νέων συγγραφέων μας και ποιητών μας έχουν ταξειδεύση ταξείδια προσκυνήματος προς τας Τέχνας εις την Γερμανίαν και την Γαλλίαν, πολλοί δε τούτων δεν έλειψαν από του να επισκεφθούν ευλαβώς και τον ναόν του Βάγνερ εις το Μπάϋροιτ. Εις την ζωηρώς, λοιπόν, εκδηλουμένην αυτήν κλίσιν προς την μουσικήν των νέων τεχνιτών παρουσιάζεται και η τέχνη σήμερον εν Έλλάδι μάλλον μουσικοποιημένη.

Γενικώτερον δε η ποίησις σήμερον έχει την ιδέαν τέχνης μάλλον ρ ε ο ύ σ η ς παρά λαξευτής, πλέον δονουμένης παρά σταθεράς, μάλλον ικανής να θίξη τας λεπτυνθείσας ψυχάς μας διά της επιβολής του ήχου. Δεν το διακηρύσσει αυτό η νεωτέρα κριτική σήμερον, η ομιλούσα εκ της εναργείας των αποτελεσμάτων της μουσικής επαναστάσεως των λέξεων εις τας φιλολογίας, αυτό το ίδιον προείπεν η υψηλή αντίληψις του Ταίν, του όποιου τους άλλοτε λόγους με όχι πολλήν έκπληξιν ενθυμούνται οι τεχνίται σήμερον. «Δεν θα παρέλθουν πεντήκοντα έτη και η ποίησις θα διαλυθή εν τη μουσική» είπεν ο φιλόσοφος. Οι Βαγνερισταί δε σήμερον προχωρούν, θαρραλεότερον, ενισχυόμενοι εκ του μουσικού ποιητικού έργου των ποιητών και αποφαίνονται ότι η μουσική θα εκμηδενίση τας άλλας τέχνας, αι οποίαι σήμερον δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να υποβοηθούν το έργον της μουσικής.

Και η επανάστασις αυτή των λέξεων έφερε φυσικά την επανάστασιν των δύο γραφομένων παρ’ ημίν γλωσσών αι οποίαι αργά η γρήγωρα θα καταλήξη να γίνουν μία, αδιάφορον ποία. Σήμερον χάρις εις την επανάστασιν των λέξεων εισήλθομεν ίσως και εις την λύσιν του γλωσσολογικού ζητήματος. Δεν έχομεν πλέον όπως προ δεκαετίας δημοτικήν και καθαρεύουσαν, αλλ’ έχομεν μίαν γλώσσαν είτε δημοτικώς γράφεται αύτη, είτε καθαρευόντως, παλλομένην από μουσικούς τόνους παρά γλυπτήν ως άψυχος πέτρα. Δημοτική και καθαρεύουσα εις τα γραφόμενα παρά των νεωτέρων είνε λέξεις και έννοιαι, αναφερόμεναι εις το παρελθόν.

Πρό δεκαπενταετίας θα ηδύνατο να ομιλή τις περί καθαρευούσης και δημοτικής, σήμερον δύναται να ομιλή περί νεο καθαρευούσης και περί νεο δημοτικής. Έχομεν δηλ και σήμερον διγλωσσίαν, αλλά διγλωσσίαν τείνουσαν να διαπλάτη μίαν γλώσσαν. Έχομεν την γλώσσαν την διαπλασθείσαν από τούς ορμηθέντας να γράφουν δημοτικά από την γλώσσαν του λαού, και η οποία γλώσσα σήμερον έχει ανυψωθή εις το ύψος της αποκαθαριξομένης καθαρευούσης διά της ενδελεχούς εργασίας πολλών αρτιστών, έχομεν την γλώσσαν την ανακαινισθείσαν από την γλώσσαν των λεξικών και των βιβλίων και η οποία σήμερον έχει προστρέξη αρκετά προς συνάντησίν της αδελφής της εν πνεύματι νεοδημοτικής γλώσσης. εις ποίον σημείον και κατά πόσον θα συναντηθούν αι δύο αύται νεοφιλολογικαί γλώσαι δεν δύναται να μάς είνε απολύτως γνωστόν, αρκούμεθα μόνον να πιστεύωμεν, ότι η μία θ’ αφομοιώση την άλλην. Τοιουτοτρόπως θ’ αποτελεσθή μία γλώσσα ενιαία εις την οποίαν το μέλλον θα δυνηθή, ίσως να εμπιστευθή το πάν, τοιουτοτρόπως θα έλθη ημέρα καθ’ ήν και η νέα αύτη γλώσσα θ’ αναθεματίζηται παρά των συγχρόνων της τεχνιτών και επαναστατικαί εκδηλώσεις θα υπάρξουν κατ' αυτών και νέαι αναγεννήσεις διαλέκτων θα αναφανώσι και νέοι αγώνες γλωσσολογικοί, διότι όσον συμπήγνυται μία γλώσσα τόσον και απονεκρούται, διότι όσον σταθερά και ωρισμένη και μεθοδική γίνεται τόσον στείρα δημιουργικών καλλιτεχνικών προϊόντων καθίσταται και τόσον γεννά αυτή η ιδία επαναστάσεις κατ’ αύτής. Τελεία λύσις γλωσσολογικού ζητήματος ποτέ ίσως δεν δύναται να υπάρξη άπαξ υπάρξη, θα λείψη η φιλολογική ζωή από τον τόπον, θα λείψουν αι νέαι διάνοιαι και οι νέοι αρτίσται, θα λείψη η ζωή απ’ αυτόν τον λαόν, ο ακοίμητος οργασμός των κοινωνιών. Η ρευστότης είνε η ζωή και η ύπαρξις των γλωσσών, θάνατος δε αυτών η σύμπηξίς των, οι ακλόνητοι κανόνες του συντακτικού των και της γραμματικής των. Όσον αποκαθαίρεται ξενικών στοιχείων, επηλύδων λέξεων, νέων εκφράσεων, πάσης καινοτομίας τέλος μία γλώσσα τόσον άψυχος γίνεται. Παράδειγμα η γλώσσα των υπηρεσιακών εγκυκλίων και εγγράφων, η οποία είνε ξηρά ως μούμια. Αι γλώσσαι, ομοιάζουν τας γυναίκας, διότι όπως και εκείναι και αυταί είνε προωρισμέναι να γονιμοποιούν και να παράγουν. Όταν μία όμορφη κόρη αγκαλιάζεται από όμορφο παλληκάρι θα φέρη εις το φώς εύρωστα καί σφριγώντα παλληκάρια, όταν αφεθή εις το ράφι θα γίνη μιά μαραζωμένη γεροντοκόρη, κινούσα τον οίκτον. Αι γλώσσαι, όπως τα πλατάνια λέγει κάποιος νεώτερος κριτικός, δεν ζουν παρά ανακαινίζοντα τον φλοιόν των, και τα όποια αφίνουν να πέσουν κάθε άνοιξιν μαζί με την φλοίδαν των και τα ονόματα των ερωμένων, τα χαραχθέντα επ'αυτών.

Έχομεν, λοιπόν, εν επαναστάσει τας δύο νεοελληνικός γλώσσας την νεοκαθαρεύουσαν και την νεοδημοτικήν. Η πρώτη απετίναξεν απ’ αυτής πάντα κανόνα δασκαλισμού, πάσαν ψυχράν καθηγητικήν διδασκαλίαν και εις τα γραφόμενα εν αυτή παρά των νέων παρουσιάζει μίαν ανατροπήν εξ ίσου ευχάριστον με την παρουσιαζομένην ανατροπήν εις την αρχικήν γλώσσαν του λαού με την οποίαν εκφράζονται τόσα ισχυρά ποιητικά ταλέντα παρ’ημίν. η σύνταξις της νεοκαθαρευούσης έχει ύποστή ωραίον αναρχικόν αναποδογύρισμα, αι δε λέξεις αναβράζουν εις αυτήν με όλην την γοητευτικήν έλξιν της μουσικής των απηχήσεως.

Εκεί όπου τα χονδρά πνεύματα των αστών, η δήθεν σκώπτουσα παρατηρητικότης των εφημερίδων ανακαλύπτει άγνοιαν γλωσσικήν, μαργαρίτας συντακτικούς και γραμματικούς, εκεί άκριβώς ύπάρχει η νέα ζωή της ανακαινιζομένης επί το ζωτικώτερον, της αναπλασσομένης επί το καλλιτεχνικώτερον γλώσσης. Αι νέαι και αι παλαιαί λέξεις προσλαμβάνουν τόρα ολονέν και αυξάνουσαν μουσικήν ηχηρότητα, έπειτα αερώδη τινά υπόστασιν διά μέσου της όποίας θα αναγινώσκει τις αυτήν την σκέψιν του τεχνίτου, διά μέσου της όποιας έρχεται τις εις άμεσον, όσον είνε δυνατόν να έλθη τις ποτέ εις άμεσον συνάφειαν με την σκέψιν κατ’ αυτήν την στιγμήν της γεννήσεώς της. Η αλλοίωσις της συνθετικής ιδιότητος των λέξεων δεν μας παρουσιάζει ενίοτε την απόστασιν ήτις έμφαίνεται σχεδόν πάντοτε καταφανής μεταξύ της σκέψεως και της εκφράσεως αυτής. Κάμνουν πολλάκις και αι λέξεις θαύματα απευθυνόμενα μόνον προς την καλλιτεχνικήν έννοιαν, οπόταν δεν οδηγεί αυτάς η γραμματική και το καθιερωμένον, αλλ’ η πνοή του καλλιτέχνου. Καθίσταται δηλ. η έκφρασις των λέξεων μεταφυσικωτέρα, αι δε λέξεις αποβάλλουν κατά πολύ τήν ψευδότητά των, χάνουν πολλάκις την βαρείαν και την ψευδή μάσκαν των. Βεβαίως εντός δημοσιογραφικού γραφείου το μυστήριον των λέξεων δεν δύναται να διευκρινισθή, ούτε μέσα εις τας λέξεις των συναναστροφών και των καφενείων. Την πεποίθησιν αυτήν την έχω ακράδαντον διότι εις τας λέξεις των δημοσιογραφικών βαναύσων γραψιμάτων, εις την καταναγκαστικήν ταύτην εργασίαν, κατά την οποίαν αι λέξεις δεν έχουν ποτέ την αληθή των έννοιαν ούτε την αληθή των αξίαν, έτυχε δυστυχώς ν’ αποπνίξω μίαν ζωήν ωραίαν. Αλλά και δεν πρέπει ν’αδική τις ένα δημοσιογράφον, όταν γράφη διαμαρτυρόμενος κατά των καλλιτεχνικών νέων εκφράσεων, οποίας υπερηφάνως τας παρουσιάζει εις τούς αναγνώστας του ως μαργαρίτας. Ό,τι αγνοεί αυτός, ότι δεν δύναται να εννοήση, ότι διαφεύγει την αντίληψιν του προς τας λέξεις, των αρχών του προς την ξηράν γραμματικήν και το ξηρόν συντακτικόν, πολύ φυσικά το θεωρεί ως άγνοιαν, ως σολοικισμόν του άλλου. Φαντάζομαι εάν ο συγγραφεύς του «Κωδονοκρούστου» έγραφεν ελληνικά όπως έχη γράψη εις ενα διήγημά του προκειμένου περί ενός τρελλού, ότι «εθαύμαζε τα κάτοπρα ως ανοικτά παράθυρα επί του απείρου», τί προσωπικάς ύβρεις θα εδέχετο ο πτωχός Ρόντεμπαχ, φαντάζομαι δε άκόμη εάν ό Στέφανος Μαλλαρμέ, ο Σωκράτης αυτός του δεκάτου έννάτου αίώνος, έγραφεν ελληνιστί το «Après-midi d’ un faune», πως θα ελιθοβολείτο εξ άπαντος ως και ο μακαρίτης άγιος, του οποίου το όνομα έφερεν. Αμφιβάλλω δε εάν θα έστεργον να μη ονομασθή αγράμματος εάν έτυχε να έγραφεν ελληνιστί εις μίαν ερημικήν γωνίαν της Ελλάδος ο κ. Elemir Bourges, ο συγγραφεύς του «Τα πτηνά φεύγουν και τα άνθη πίπτουν». Εάν κατεδέχετο δε κανέν εικονογραφημένον περιοδικόν να του δημοσιεύση το μυθιστόρημά του το «Λυκόφως των θεών», η δυστυχής ελλανόδικος επιτροπή, ήτις θ’ ανεγίνωσκε το έργον του θα ήναγκάζετο να σχίση τα ρούχα της.

Εξ ίσου ωραία είνε η επανάστασις των λέξεων εις την δευτέραν γλώσσαν την νεοδημοτικήν. Πολυαριθμότεροι οι επαναστάται εδώ, λαμπρότερα τα αναρχικά των κατορθώματα. η επανάστασις της ελληνικής ποιήσεως, αξίζει ιδιαίτερον κεφάλαιον και θα επιχειρήσωμεν μίαν ημέραν να ομιλήσωμεν ειδικώτερον περί αυτής. Εάν ο Σολωμός ανεγεννάτο σήμερον θα εχειροκρότει με τας δύο χείρας του την επελθούσαν ποιητικήν αλλοίωσίν. Εκλεκτή χορεία νέων ποιητών προεξάρχοντος του κ. Κωστή Παλαμά εν υψηλή πτήσει, εργαζομένων εν εμπνεύσει και καλλιτεχνική αποβλέψει, ποιητών ως ο κ. Γρυπάρης, ο κ. Καμπύσης, ο κ. Πορφύρας, ο κ. Παπαντωνίου εις μερικά τελευταία ποιήματα, ο κ. Μαλακάσης, ο κ. Βασιλικός, κτλ. ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων. Απτότερον το αποτέλεσμα τούτο απαντώμεν εις την εκλάμπρως σκοτεινήν ποίησιν του κ. Γιάννη Α Καμπύση. Όπως τα επαναστατικά δράματά του μάς ενθυμίζουν την υψηλήν πνοήν του Ίψεν και την βαυκαλιστικήν ποίησιν του Μαίτερλίνγκ, ούτω τα ποιήματα του «Βιβλίου των Συντριμιών» μάς δίδουν ένα παλμόν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ορχήστρας. η ποίησις του κ. Καμπύση χειραφετημένη πλέον και από τας καταναγκαστικάς απαιτήσεις του κ. Ψυχάρη, η έκφρασις αύτής χειραφετημένη από πάσαν ιταλικήν μελωδικότητα μας ανοίγει ένα ορίζοντα βαθύτατον. Κατόπιν της επαναστάσεως ταύτης των ποιητών δύνανται ούτοι να επανέλθουν πάλιν εις τον Αλεξανδρινόν στίχον, δεν θα μάς κουράσουν, θα μάς αποδώσουν αυτόν μουσικώτερον, εύηχον, καθόλου γλυπτώς αβίαστον, όπως συμβαίνει εις τα τελευταία ωραία ποιήματα του κ. Κωστή Παλαμά.

Εις την ποίησιν ταύτην των τελευταίων ετών αι λέξεις ήκολούθησαν θαυμαστώς την γενικήν επαναστατικήν τάσιν του παγκοσμίου πνεύματος, εβαπτίσθησαν εις το μουσικόν ρεύμα το συγκλονίζον την παγκόσμιον καλλιτεχνίαν. Πολλαί αυτών προσέλαβον μίαν αόριστον και αμφίβολον σημασίαν, μουσικώς υποσημαίνουσαι το πράγμα, ωσεί διά μέσου νεφέλης απηχούσαι, πολλαί δε άπέβαλον την μέχρι τούδε κοινότοπον σημασίαν των και προσέλαβον ωσεί εν αναβαπτίσει νευρικόν παλμόν. Εν γένει δε από το όλον της επαναστάσεως ταύτης των λέξεων πνέει αύρα μεταβάσεως προς εποχήν αν όχι άγνωστον άπολύτως, αλλά νέαν καί ώραίαν ώς κόσμος πρωτόπλαστος, η οποία θα εγκυμονήση εξ άπαντος ωραιότερον πνευματικόν κόσμον, καθ' όν οι ποιηταί και οι συγγραφείς ή θα ομιλούν με νέαν πάντοτε απήχησιν και με νέαν σημασίαν ή θα παύσουν να ομιλούν καθόλου, διότι το να επανέλθουν εις την γλώσσαν της δημοσιογραφίας και εις την γλώσσαν του τσοπάνου θα ήτο καλλιτεχνική αδυναμία, επομένως κατάστασις η oποία ζήτημα αν θα ωδήγει πρός πρόοδον.

Μ π ο έ μ

__________________

(*) Οι “Ελεύθεροι Πολιορκούμενοι”, Άπαντα Διονυσίου Σολωμού.


VARIATIONS ΣΕ ΓΝΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

ΥΙΙΟ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Το μυστικό μου !
τό μυστικό μου ποιός μόχει πάρει;
Μιάν άχνα τύλιγε εκειό το βράδυ,
μιάν άχνα τύλιγε το φεγγάρι·
μιά νέκρα γύρω·
οι γρύλλοι σώπαιναν.
τα κυπαρίσσια,
ουτ' ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.
Κ ’ είδαν —
μα δεν τον γνώρισαν τον καβαλλάρη,
τόν καβαλλάρη που το σούρπωμα είχε περάσει
και πάει σαν άνεμος και χάθηκε μες στα δάση·

Το μυστικό μου,
το μυστικό μου ποιός μόχει πάρει ;
Και δεν μου χτύπησε κανείς τη θύρα,
κι άλλος δεν πέρασε εκειό το βράδυ,
άλλος δεν πέρασε στο δρόμο κάτου·
άλλος δεν πέρασε παρά η κόρη
η άρρωστη του βασιλιά,
κ’ έπαιζε ο ήλιος (με τι θλίψη!)
στα μαραμένα της μαλλιά·
κ' οι γρύλλοι σώπαιναν,
κι ούτε ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.

Κ' είδαν τάχα — κ' είπαν άκουσαν στο σκοτάδι,
κ’ είπαν είδαν —
ποιοι ; —ξέρω γω ;
κάποιους ίσκιους πόφευγαν τρομασμένοι
προς τον έρημο πέρα γιαλό.

Και πέρασα μιά αυγή απ' το σπίτι πάλε,
μιά αυγή που γέλαγε ένας ήλιος
και που ένα όνειρο άνοιξης μηνούσε·
και πέρασα από το παλιό το σπίτι πάλε·
Νέκρα τριγύρω·
στην αυλή τα σκόρπια φύλλα, τα ξερά τα φύλλα μες στο χιόνι
μου πρόδωσαν το πέρασμα μιας μπόρας.
Και στάθηκα—
καπνός δε θόλωνε απ’ το τζάκι τον αγέρα,
ψυχή πουλιού δεν έχυνε έναν ήχο
κ’ έχασκε στάδειο πέρα τάδειο παραθύρι.
Το μυστικό που μόκρυβαν τα κυπαρίσσια !
τα όρθά ψηλά, τάσάλευτα τα κυπαρίσσια !
Και πέρασα—και δεν εχτύπησα τη θύρα.
μα κάποια χνάρια το κατόπι πήρα,
τα χνάρια πόφευγαν στο χιόνι απάνου,
κάποια χνάρια που χάνονταν βαθιά στο δάσος.

Πέτρος Βασιλικός

____________________

Πηγές

Στέλλα Κουρμπανά, “Όψεις του Βαγκνερισμού στον Ελληνικό 19ο αιώνα”, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Μουσικών Σπουδών – Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017

https://www.academia.edu/35932540/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_19%CE%BF_%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1

https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT1911/%CE%98%CE%95%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%2019%CE%BF%20%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1.pdf

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/41961



Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Β΄

Ο όρος “σοσιαλισμός” άρχισε να γίνεται γνωστός στην Ελλάδα με αργοπορία μερικών δεκαετιών σε σχέση με την δυτική Ευρώπη. Στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα η ενασχόληση με το καινούργιο φρούτο που φαινόταν να επικρατεί σιγά σιγά στις “προηγμένες” χώρες της γηραιάς ηπείρου είχε γίνει ένα είδος μόδας. Λίγο πολύ όλες οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν άρθρα και ειδήσεις που αφορούσαν το νέο φαινόμενο, παρόλο που δεν υπήρχε βέβαια κάποια σημαντική παρουσία σοσιαλιστών στον πολιτικό αγώνα.
Tο 1907, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το Κοινωνικό μας ζήτημα», το πρώτο θεωρητικό έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής φιλολογίας, που συνόψιζε με συγκροτημένο τρόπο την κλασσική μαρξιστική θεωρία και ανέλυε την ιστορία και την κατάσταση στην Ελλάδα από μαρξιστική μεριά προτείνοντας την πάλη των τάξεων σαν παράγοντα κοινωνικής προόδου. Το κείμενο τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής διανόησης, από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου μέσα από τις σελίδες του περιοδικού “Νουμάς” άρχισε μια συζήτηση που διάρκεσε χρόνια και στην οποία πήραν μέρος τα μεγαλύτερα ονόματα της ιντελιγκέντσιας της εποχής. Σημαντικό ήταν το άρθρο του Πέτρου Βασιλικού (Κώστα Χατζόπουλου) με τον ίδιο τίτλο (“Το κοινωνικό μας ζήτημα” “Ο Νουμάς” 28 Οκτωβρίου 1907) όπου βασικά εξηγείται με απλά λόγια η σοσιαλιστική θεωρία του Carl Kautsky.

Δημ. Χατζόπουλος

Οι αδελφοί Χατζόπουλοι έζησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γερμανία, που ήταν το κέντρο της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας (*), ήρθαν σε επαφή από πρώτο χέρι με τα νέα πολιτικά και συνδικαλιστικά ρεύματα και γύρω στο 1905-1906 αποποιήθηκαν το νιτσεϊσμό και ενστερνίστηκαν τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Το Μάη του 1911 συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Σοσιαλιστικό Κέντρο από τον Ν. Γιαννιό, στο οποίο συμμετείχε σαν ιδρυτικό μέλος (κατόπιν υπόδειξης του αδελφού του Κώστα Χατζόπουλου που ήταν ακόμη στη Γερμανία) ο Δημ. Χατζόπουλος. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο είχε δικό του πρόγραμμα, με βάση τα διεθνή σοσιαλιστικά συνέδρια της Β` Διεθνούς. Επιδιώξεις του ήταν, μεταξύ των άλλων, η προώθηση των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα, η οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα, η αποχή από κάθε επιθετικό πόλεμο, η διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν το δικαίωμα ψήφου και εκλογής σε άντρες και γυναίκες, η καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της αναλογικής αντιπροσώπευσης, κλπ. Αργότερα ο Δημ. Χατζόπουλος διαφώνησε και ηγήθηκε της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, με μαξιμαλιστικό-συνδικαλιστικό προσανατολισμό. Στο σημείο αυτό ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Κώστα, που αντίθετα υποστήριζε την ανάγκη της πολιτικής οργάνωσης των εργατών κατά τα γερμανικά σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα, παρόλο που η ρήξη τους αυτής ποτέ δεν ήταν δημόσια. (βλέπε στις πηγές την ανάρτηση Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση”).

Παραθέτω άρθρο της εφημερίδας “Χρόνος” όπου γίνεται η αναγγελία δύο διαλέξεων που έδωσε ο Δημ. Χατζόπουλος στην αίθουσα της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών) στην οδό Σταδίου, τις 16 και 17 Απριλίου του 1911, με θέμα “ο Πραγματιστικός επιστημονικός Σοσιαλισμός”, με πολύ πλούσιο απ ότι φαίνεται περιεχόμενο, καθώς και ένα άρθρο του Σπύρου Μελά της μεθεπόμενης ημέρας, όπου συνοψίζονται περιληπτικά, κάπως επιφανειακά και σχεδόν ανεκδοτολογικά, τα όσα ειπώθηκαν στις δύο διαλέξεις.
Γ.Χ.

 “Χρόνος”, 16 Απριλίου 1911 σελ. 2
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΔΗΜΟΣΙΑΙ ΟΜΙΛΙΑΙ

Όμιλος λογίων και δημοσιογράφων εκ των κ.κ. Ν. Ποριώτου, Σ. Μελά, Ζ. Παπαντωνίου, Σ. Καμπάνη, Δ. Χατζοπούλου, Δ. Κοκκίνου και Φραγκοπούλου απεφάσισε την διοργάνωσιν δημοσίων ομιλιών επί ζητημάτων κοινωνικού ενδιαφέροντος με είσοδον ελευθέραν. Αι δύο πρώται διαλέξεις θα γείνουν σήμερον Σάββατον ώραν 4 1/2 μ.μ. και αύριον Κυριακήν ιδίαν ώραν εις την αίθουσαν της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών), οδός Σταδίου αριθ. 16 απέναντι της Βουλής. Ο κ. Δ. Χατζόπουλος θα ομιλήση περί του “Πραγματιστικού επιστημονικού Σοσιαλισμού”. Τα αντικείμενα εις τα οποία θα περιστραφούν αι δύο αυταί διαλέξεις είνε τα εξής:
Τα πρώτα στάδια του Σοσιαλισμού. Τα ουτοπιστικά σοσιαλιστικά κινήματα και αι μεγάλαι ουτοπιστικαί σοσιαλιστικαί μορφαί εις την Αγγλίαν, Γαλλίαν και Γερμανίαν. Πως ο σοσιαλισμός από ουτοπίας έφθασεν εις επιστημονικήν βάσιν και πρακτικήν εφαρμογήν. Η εμφάνισις του Καρλ Μαρξ και Φρείδριχ Ένγελς. - Ολόκληροι αι θεωρίαι του Μαρξ. - Η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Η επίδρασις του Σπινόζα και Δάρβιν. - Λεπτομερής ανάπτυξις της θεωρίας. - Πόσον αρμόζει κυρίως εις την πράξιν και τι δυνάμεθα να λάβωμεν απ΄αυτήν ως πρακτικήν βάσιν γνησίου, καθαρώς εργατικού κινήματος. - Ο Ένγελς και η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Ποία η θέσις των νεωτέρων σοσιαλιστών απέναντί της. - Η θεωρία της αξίας – Έως που την είχον εννοήσει οι προηγούμενοι θεωρητικοί οικονομολόγοι και πως την έθεσεν ο Μαρξ. - Σύγκρισις της Μαρξιστικής ταύτης θεωρίας και των θεωριών της Αστικής πολιτικής Οικονομίας. - Το “Κομμουνιστικόν μανιφέστο” και το “Κεφάλαιον”. - Η ένωσις των εργατών όλου του κόσμου. - η θεωρία του πλεονάσματος του Μαρξ. - Έκθεσίς της κατά ευνόητον, απλούστερον τρόπον. – Η οριστική εξήγησις του ζητήματος εργασίας και κεφαλαίου και η ακλόνητος βάσις επί της οποίας εστηρίχθη, στηρίζεται και πορεύεται η σοσιαλιστική κίνησις εις τον πολιτισμένον κόσμον. - Τα νεώτερα κινήματα. - Σοσιαλιστική δημοκρατία και Συνδικαλισμός.

Χρόνος”, 19 Απριλίου 1911 σελ. 1
Σ. Μελάς
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Εις τας Αθήνας συμβαίνει μέγα δυστύχημα εις τον σοσιαλισμόν. Όσοι γνωρίζουν τι είνε δεν ομιλούν, και όσοι ομιλούν δεν γνωρίζουν τι είνε. Ο συνάδελφος κ. Χατζόπουλος, από τους ολίγους γνωρίζοντες περί τίνος πρόκειται, είνε ο πρώτος που ανέπτυξε λεπτομερώς την Μαρξιστικήν θεωρίαν, με δύο διαλέξεις εις την αίθουσαν των Συντακτών. Έδωσεν ένα σύντομον ιστορικόν της εξελίξεως του σοσιαλισμού από ουτοπίας εις επιστήμην. Και υπενθύμισε κατ’αρχάς, ότι ο σοσιαλισμός δεν είνε “ξένον φυτόν, το οποίον αποπειρώνται τινες να μεταφυτεύσωσιν ενταύθα”. Απεναντίας είνε το εκλεκτότετον άνθος της ελληνικής φιλοσοφίας, αφού ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης έδωσαν τα πρώτα πρότυπα μιάς μελλοντικής κοινωνίας, ο πρώτος εις την περίφημον Πολιτείαν του και ο δεύτερος εις την σοσιαλιστικήν δημοκρατίαν του με βάσιν τους δούλους. Η ιδέα της κοινοκτημοσύνης επραγματοποιήθη δια πρώτην φοράν εις την Σπάρτην. Μία επιγραφή αποδεικνύει, ότι σοσιαλισμός υπήρχεν επίσης από αρχαιοτάτων χρόνων εις την Κίναν. Μεγιστάνες αναφέρονται εις τον αυτοκράτορα και τον παρακαλούν να τους περιορίση. Αναφαίνευται εις την Ρώμην έπειτα με τους Γράκχους, εις αυτόν τον μεσαίωνα με τους αδιάκοπους αγώνας μεταξύ χωροδεσποτών και δουλοπαροίκων και τέλος εις την Ευρώπην των ημερών μας κατ’ αρχάς ως ουτοπία, κατόπιν ως επιστημονική θεωρία και τέλος ως πράξις. Οι ουτοπισταί σοσιαλισταί είνε γνήσια τέκνα των ρασιοναλίστ του δεκάτου ογδόου αιώνος, άγουρος καρπός της Γαλλικής επαναστάσεως. Εις την βαθυτάτην κριτικήν, την οποίαν έκαμε ο Ρενάν εις τον δέκατον όγδοον αιώνα, μας έδειξε με τον ωραιότερον τρόπον το θεμελιώδες ελάττωμά του. Ο αιών αυτός, ο οποίος εκατάλαβε περίφημα τον εαυτόν του, δεν ηννόησε την φύσιν. Δεν ηννόησε τον άνθρωπον, δεν επρόσεξε το παρελθόν του. Τον επίστευσε κατά βάθος αγαθόν και απέδωσεν όλας τα κακίας εις την αμάθειαν. Αρκεί να φωτισθή ο άνθρωπος, εφαντάσθησαν οι ρασιοναλίστ, και γίνεται αμέσως εξαίσιος, έτοιμος να δεχθή πάσαν αλήθειαν, να καταλύση πάσαν αδικίαν, να μεταβάλη την γην εις παράδεισον. Ο αιών αυτός πολύ επίστευσεν εις την δύναμιν της λογικής και της πειθούς. Και ανέλαβε δια της λογικής να πείση τον άνθρωπον να αλλάξη την φύσιν του. Την αχαλίνωτον αυτήν αισιοδοξίαν ευρίσκομεν εις το βάθος της ουτοπίας του Σαιν-Σιμόν. Ωνειρεύθη μίαν κοινωνίαν ειδύλλιον, όπου οι άνθρωποι, απείρως αγαθοί, διότι θα ήσαν τελείων φωτισμένοι, θα ζούσαν κατά λόχους εις την εξοχήν. Επερίμενε δε να ευρεθή κανένας πλούσιος ανθρωπιστής να κάμη τα έξοδα της παραστάσεως του ειδυλλίου. Ο υποφαινόμενος ευρήκε και τον πλούσιον αυτόν εις τους “Μαύρους Ανθρώπους”, ένα μυθιστόρημα, το οποίον εδημοσιεύθη προ ετών εις το “Άστυ” των κ.κ. Βουτσινά-Παπαντωνίου. Την ανακάλυψιν αυτή δεν θα την συγχωρήση ποτέ εις τον εαυτόν του, αν και την έκαμεν εις ηλικίαν είκοσι τριών ετών, όταν δηλαδή δεν εθεώρει ακόμη σπουδαίον αμάρτημα να πιστεύη εις την αγαθότητα των ανθρώπων και την καλήν θέλησιν των πλουσίων. Ο. κ. Χατζόπουλος μας διηγήθη μίαν φαιδράν περιπέτειαν μερικών μαθητών του Σαιν-Σιμόν. Απεσύρθησαν εις ένα προάστειον των Παρισίων. Ήσαν όλοι ντυμένοι ομοιόμορφα, με λευκά παντελόνια και μπλε σακκάκια. Τα γελέκα των εκούμπωναν από πίσω και τούτο δια να κουμπώνη ο ένας τον άλλον και να εννοούν καλλίτερα ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκην του πλησίον και εις τα παραμικρότερα. Εις το στήθος είχαν κεντήσει τα ονόματά των, και τούτο εσήμαινεν ότι ο άνθρωπος μόλις παρουσιάζεται πρέπει να γίνεται γνωστός ποίος είνε. Η Αστυνομία όμως δεν είχε τας αυτάς αρχάς, τους επήρε μέσα και το ειδύλλιον εξητμίσθη τελείως εις τας φυλακάς. Η ουτοπία μόλις αντίκρυσε την πραγματικότητα τώβαλε στα πόδια. Ένας άλλος τύπος ουτοπιστού, πολύ συμπαθητικώτερος αυτός, ο Άγγλος Όεν, ετελείωσε κακήν κακώς. Ο Όεν δεν είχε απλώς φαντασίαν, όπως ο Σαιν-Σιμόν, αλλά και πολλά χρήματα και συγχρόνως εργοστάσιον, το οποίον μετέβαλεν εις παράδεισον. Με κήπους, με κατοικίας δια τους εργάτας, με σχολείον και νοσοκομείον. Και τα εισοδήματα του εργοστασίου τα εμοίραζεν εις τους εργάτας. Όταν απηλπίσθη ότι και οι άλλοι εργοστασιάρχαι θα τον μιμηθούν εστράφη προς την Πολιτείαν. Προσεπάθει να πείση το Κράτος να πάρη όλα τα εργοστάσια και να τα κάμη όπως το δικό του. Αλλά το Κράτος ουδέποτε πείθεται, διότι αυτό είνε αντίθετον προς την φύσιν του. Το Κράτος μόνον η τ τ ά τ α ι δ ι α β ί α ς, και τούτο δεν έχουν εννοήσει όλοι οι ουτοπισταί από του Σαιν-Σιμόν μέχρι του τελευταίου σοσιαλιστού βουλευτού. Ο Όεν απηλπίσθη και τότε η ανάγκη των πραγμάτων τον οδήγησεν εις την ευθείαν, εις την γενικήν απεργίαν. Αυτή όμως, κακά οργανωμένη, απέτυχεν, ο αγγλικός στρατός ετσάκισε τους εργάτας και ο Όεν, πάμπτωχος, απέθανεν εξόριστος μακράν της πατρίδος του. Οι εργάται μας, λοιπόν, καθώς και οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, πρέπει να διδαχθούν από τας αποτυχίας των ουτοπιστών. Να μη περιμένουν τίποτε από κανέναν. Ούτε από το σημερινόν Κράτος, ούτε από την καλήν θέλησιν των ανθρώπων. Να αποβλέπουν μόνον εις τον εαυτόν των, να έχουν εμπιστοσύνην εις τα ιδίας των δυνάμεις και εις αυτάς να εγκαταλειφθούν.
Όταν οργανωθούν εις ένα ισχυρόν σώμα, εμψυχωμένον από την πίστην εις το δίκαιον και το μέλλον, θα αποτελέσουν κολοσσιαίαν δύναμην, προς την οποίαν μοιραίως θα κλίνη η οριστική νίκη.

Σ. ΜΕΛΑΣ

________

(*) Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, παντοδύναμο στα συνδικάτα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, βγήκε πρώτο κόμμα στις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις του 1890, 1893, 1898, 1903, 1907 και 1912 με ποσοστά όλο και πιο μεγάλα, αλλά παρέμεινε μόνιμα στην αντιπολίτευση για όλα αυτά τα χρόνια. Την ηγεσία του αποτελούσε η αφρόκρεμα της σοσιαλιστικής διανόησης, ο Carl Kautsky, ο August Bebel, η Clara Zetkin, η Rosa Luxemburg.

________

ΠΗΓΕΣ

Για ένα ‘διαλεκτικόν ενσταντανέ’: οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)”, Βαλάντω Λάνδρου, Θεσσαλονικη 2017

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002/files/GRI-2017-20554.pdf

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση” ανάρτηση στην ιστοσελίδα anarkismo.net 3/7/2010
http://www.anarkismo.net/article/17001
Από το Δέκατο Τέταρτο Κεφάλαιο με τίτλο “Αναρχικοί & Ελευθεριακοί σε μη Αναρχικές & Ελευθεριακές Οργανώσεις” του έργου “Για Μια Ιστορία του Αναρχικού Κινήματος του Ελλαδικού Χώρου”. Ολόκληρο το έργο δημοσιεύεται στο http://ngnm.vrahokipos.net

Ο Δ. Χατζόπουλος, «Πεζοπόρος» στην Πάρνηθα”, διάλεξη του Λεωνίδα Κουρή, μεταλλειολόγου, πρώην Νομάρχη Ανατολικής Αττικής στην 5η Συνεδρίαση του δέκατου Συμπόσιου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρίας Αχαρνών -21 Οκτωβρίου 2010 – Δεύτερη ημέρα.
https://eleftherovima.wordpress.com/2011/11/01/
https://eleftherovima.files.wordpress.com/2011/11/cebbceb5cf89cebdceb9ceb4ceb1cf83-cebd-cebacebfcf85cf81ceb7cf83-cebcceb5-cf84cebfcebd-cf80ceb5ceb6cebfcf80cf8ccf81cebf-cf83cf84ceb7cebd.pdf


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΑΣ ΖΗΤΗΜΑ – ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΥΜΑΣ 28 Οκτωβρίου 1907
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html


https://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1914.gianios.htm


Χ.-Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία, 1897-1912, Αθήνα, Κέδρος, 1984.


Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ από το 1875 ως το 1974

Εισαγωγή, επιλογή κειμένων, υπομνηματισμός Παναγιώτης Νούτσος Τόμος Β΄, Αθήνα 1991 


Σάββατο 1 Απριλίου 2023

“Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ” ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ποίημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 20 Νοέμβρη του 1900. Την εποχή εκείνη ο Χατζόπουλος είχε μόλις εγκατασταθεί στη Λειψία όπου γνώρισε την μετέπειτα γυναίκα του Sanny Häggman. Ο Λάμπρος Πορφύρας, στον οποίο αφιερώνεται το ποίημα, ήταν στενός φίλος του Χατζόπουλου, είχε συμμετάσχει στην περιπέτεια του περιοδικού “Τέχνη” και αργότερα έγραψε για τον “Διόνυσο”, τα “Παναθήναια” και τη “Νέα Ζωή¨”, εκδόσεις με τις οποίες συνεργάστηκε και ο Κ. Χατζόπουλος. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην επόμενη σελίδα του ίδιου τεύχους του “Περιοδικού μας” δημοσιεύτηκε διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) με τίτλο “ Το κοκκοράκι”.

Γ.Χ.


ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 20 Νοέμβρη 1900

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ

(valse macabre)

Αφιερώνεται στον αγαπημένο μου ποιητή Πορφύρα

Μην ακούς ψηλά
την αστροφεγγιά
μην ακούς τι λέει·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στη συντροφιά μας.

Μην ακούς μακριά
στην ακρογιαλιά
τις τρελλές νεράϊδες
μην ακούς τι λένε·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στην αγκαλιά μας.

Είναι απάνω στ’άστρα
πνεύματα κακά,
λάμιες της ψυχής.
Έλα ΄δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στο ξεφάντωμά μας.

Είναι οι ανεράϊδες
στις ακρογιαλιές
μάγισσες κακές.

Έλα ανάμεσά μας
έλα μην αργείς
στον τρελλό χορό μας.

Σώστησαν στα κλώνια
δόλωμα κακό
οι κακές τ΄αηδόνια…
μα για μας μια γλαύκα
απ’ τα ρέπια εκεί, -
μην ανατριχιάζεις !
Παίζει μουσική
πιο νοσταλγική
·
σέρνει το ρυθμό μας
στον αργό χορό μας.

Μην ανατριχιάζεις!
Έλα δω μ’
εμάς,
θα σε νανουρίσουμε
που να μην ξυπνάς.
Έλα θα σε πάρουμε
πάντα σύντροφό μας
στο μακρύ κι ατελείωτο
στον αργό χορό μας.

Πέτρος Βασιλικός


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Έχω ξαναμιλήσει για το άκρως ενδιαφέρον - και δυσεύρετο - βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996). Ένα θέμα που δεν έχει αναλυθεί αρκετά είναι η διαφορετική κατεύθυνση που πήρε με το πέρασμα του χρόνου η αρχικά παράλληλη ιδεολογική πορεία των δύο αδελφών Κώστα και Δημήτρη. Από τον άκρατο νιτσεϊσμό και ελιτισμό της εποχής της “Τέχνης” και του “Διόνυσου” μετά από δέκα σχεδόν χρόνια οι αδελφοί Χατζόπουλοι βρέθηκαν απόστολοι της κοινωνικής ισότητας και αλλαγής, με διαφορετική βέβαια απόχρωση ο ένας από τον άλλο. Το απόσπασμα από το βιβλίο του Γκιόλια που παραθέτω εξιστορεί τη γένεση του ενδιαφέροντος των Χατζόπουλων για το “κοινωνικό πρόβλημα”, περιγράφει το πέρασμά τους στη σοσιαλιστική ιδεολογία και αναλύει με κάθε λεπτομέρεια την κατοπινή τους διαφοροποίηση.
Γ.Χ.

Δημήτριος Χατζόπουλος

Από το βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996).

Ο Κώστας Χατζόπουλος σε αναφορά με άλλες εργατοσυνδικαλιστικές και κοινωνιστικές κινήσεις
Η «Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις» και ο Δημήτριος Χατζόπουλος. Ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των δυο αδελφών

... Μεγάλη επιρροή αποκτά στη θεωρία και την πρακτική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος κατά την πρώτη δεκαετία του K' αιώνα ο αναρχοσυνδικαλισμός. Πρόκειται για ένα ρεύμα, που αναπτύσσεται και διαμορφώνεται πάνω στις επαναστατικές παραδόσεις του προυντονισμού, του μπλανκισμού και του μπακουνισμού. Μετά τη Συνδιάσκεψη και τον περίφημο Χάρτη της Αμιένης (Charte d’Amiens) του 1906, ο αναρχοσυνδικαλισμός οργανώνει επίθεση εναντίον του μαρξισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, κερδίζοντας την ιδεολογική υπεροχή στο διεθνές εργατικό κίνημα[1]. Ο σημαντικότερος θεωρητικός του εκπρόσωπος την εποχή αυτή είναι ο George Sorel, που εξακολουθεί ωστόσο να ονομάζει τον εαυτό του μαρξιστή[1].
Τί ακριβώς πρεσβεύει ο αναρχοσυνδικαλισμός; Καταρχήν στηρίζεται απόλυτα στα συνδικάτα. Υποστηρίζει πως το μεγάλο όπλο για την ανατροπή του καπιταλισμού είναι η γενική απεργία[1], απορρίπτοντας την πολιτική και κοινοβουλευτική δράση. Αποδίδει μεγάλη σημασία στην αξία της λεγόμενης «μαχητικής μειοψηφίας», δηλαδή των μικρών θαρραλέων ομάδων, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Θεωρεί πως τα συνδικάτα θα είναι οι παραγωγικές οργανώσεις και στη μελλοντική κοινωνία. Κηρύσσει το σύνθημα «καμιά πολιτική στα συνδικάτα». Αποδοκιμάζει τα πολιτικά κόμματα και τη συμμετοχή στις εκλογές και στα κοινοβούλια. Τέλος καλλιεργεί τη δυσπιστία προς τους πολιτικούς αγώνες και αναγορεύει τους συνδικαλιστές ως μόνους ποδηγέτες της κοινωνίας[1].
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, γέννημα και θρέμμα πρωτίστως του γαλλικού εργατικού κινήματος, έχει και στην Ελλάδα τις απηχήσεις του. Εισηγητής της συνδικαλιστικής θεωρίας και πράξης στο ελληνικό εργατικό κίνημα θεωρείται κατά την εποχή αυτή ο Δημ. Χατζόπουλος, μικρότερος αδερφός του Κώστα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ο Δημ. Χατζόπουλος από τους συγχρόνους του κοινωνιστές ιδεολόγους ως «αρχισυνδικαλιστής»[2]. Τη συμπάθειά του προς τον συνδικαλισμό ο Δημ. Χατζόπουλος δείχνει από τη νεαρή του ακόμα ηλικία.
Σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Άστυ του 1894, ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται διεξοδικά με τα εργατικά επαγγέλματα της ελληνικής πρωτεύουσας, τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, τα προβλήματα στέγασης και διατροφής των εργατών, τα σωματεία, τις απεργίες. Επίσης καταγράφει κάποια πολύτιμα στατιστικά στοιχεία για τα αθηναϊκά εργοστάσια, τους εργάτες και τις εργάτριες ορισμένων κλάδων, τα ημερομίσθια, την παραγωγή, ενώ αναφέρεται και στην ιστορική εμφάνιση μερικών επαγγελμάτων. Και είναι τότε ο Δημ. Χατζόπουλος μόλις είκοσι δύο ετών. Πολλά από τα στοιχεία αυτά χρησιμεύουν ως γνωσιακό υλικό για το εργατικό κίνημα και στον Κώστα Χατζόπουλο.
Ιδιαίτερη συμπάθεια εκδηλώνει ο Δημ. Χατζόπουλος για τους τυπογράφους, που αρκετοί είναι «σοσιαλισταί» και οι «περισσότερον ανεπτυγμένοι» από τους άλλους εργάτες, ενώ εξαίρει τη σωματειακή τους οργάνωση και τον απεργιακό τους αγώνα για την αύξηση «κατά 50% του ημερομισθίου των»[3]. Για τους σιδεράδες γράφει πως εργάζονται από το πρωί ίσαμε το βράδυ και «ζουν και τρέφονται» με μεγάλες στερήσεις. Σε κάθε εργαστήριο απασχολούνται 5 περίπου εργάτες, ενώ τα ¾ του συνόλου τους έχουν «πολυμελείς οικογενείας». Τα σιδεράδικα δεν είναι δικά τους, αλλά τα ενοικιάζουν με πολύ υψηλό μίσθωμα[4].
Ανάλογη είναι η κατάσταση των εργατών και στα επιπλοποιεία. Στην Αθήνα, λέγει ο Δημ. Χατζόπουλος, υπάρχουν 15 επιπλοποιεία, που μερικά έχουν ατμοκίνητα μηχανήματα και απασχολούν 1.500 εργάτες με ημερομίσθιο για τους εξειδικευμένους 7 δραχμές. Επίσης υπάρχουν 10 ταπετσαρίες και 2.000 μαραγκοί με ημερομίσθιο 4 δραχμές. Όλοι αυτοί εργάζονται «καθ’ όλην την ημέραν» και ζουν πολύ «στενοχωρημένα»[5], ενώ δεν είναι οργανωμένοι σε επαγγελματικούς «συνδέσμους» για να πιέζουν την εργοδοσία προς αύξηση των αποδοχών τους.
Εξίσου ζωηρά ενδιαφέρουν τον Δημ. Χατζόπουλο και οι εργάτες στα μαρμαράδικα. Στην Αθήνα υπάρχουν 5 μεγάλα μαρμαρογλυφεία, που απασχολούν 300 εξειδικευμένους τεχνίτες. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαρμαρογλυφία ανέρχεται σε 500.000 δραχμές. Επίσης στα λατομεία μαρμάρων εργάζονται 500 εργάτες, που κατοικούν σε ανθυγιεινά «υπόγεια» και τρώγλες, πληρώνοντας μηνιαίο μίσθωμα ως 20 δραχμές. Κι εδώ ο χρόνος εργασίας μετριέται με το μήκος της ημέρας[6].
Όσο για τη βιομηχανία της υποδηματοποιίας, αυτή τονίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ακμάζει πραγματικά, αλλά η κατάσταση των εργατών δεν είναι καλύτερη. Στα μεγάλα καταστήματα εργάζονται 40-45 εργάτες και 15 εργάτριες, που «πληρώνονται κατ’ αποκοπήν». Το ημερομίσθιο για τους τεχνίτες σανδαλοποιούς είναι 4-5 δραχμές, ενώ για τους τσαρουχάδες 2,30 δραχ. Οι υποδηματοποοί ιδρύουν το 1848 το σωματείο τους, που τώρα αριθμεί 600 μέλη. Το 1858 κάνουν την πρώτη απεργία τους, ενώ το 1882 τη δεύτερη, που κρατάει δυο μήνες[7].
Για τα πολυάριθμα εργατικά ατυχήματα, επισημαίνει ο Δημ. Χατζόπουλος, δεν λαμβάνεται καμιά πρόνοια ή προστασία. Τραγική είναι η κατάσταση των οικοδόμων, που τραυματίζονται κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Εγκαταλείπονται χωρίς ιατρική περίθαλψη, αποζημίωση ή σύνταξη και ζουν «επαιτούντες»[8]. Ασύδοτη εξάλλου είναι η εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας στους διάφορους τομείς της παραγωγής. Στα εργαστήρια της «λαιμοδετοποιίας» απασχολούνται ως εργάτριες πολλές ώρες την ημέρα κορίτσια των 7 ετών[9].
Επίσης ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται με τους εργάτες και τις εργάτριες και σε άλλους τομείς: Στα κιβωτοποιεία[10], στα καπελλάδικα[11], στα κουρεία[12], στα γαλακτοπωλεία[13], στα κρεοπωλεία[14], στη μυροποιία[15], στη ζαχαροπλαστική βιομηχανία[16], στα βιβλιοδετεία[17]. Για όλες αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων ο νεαρός Δημ. Χατζόπουλος μιλάει με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Τα κείμενά του, που διακρίνονται και για την ποιότητα του λόγου, δείχνουν ακόμα μια ψυχική επαφή με το αντικείμενό του, πέρα από την κοινωνική προσέγγιση και τη γνωσιακή του ενημέρωση για τα εργατικά επαγγέλματα.
Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που συγκομίζει ο Δημ. Χατζόπουλος από τη μελέτη της ζωής και των προβλημάτων των Ελλήνων εργατών, αποτελούν ως ένα βαθμό τις πρώτες καταβολές για την κατοπινή ιδεολογική του πορεία. Όταν ο ίδιος μεταβαίνει αργότερα στη Γερμανία, έχει ήδη μια συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Έτσι έλκεται ευκολότερα προς τον σοσιαλισμό. Μελετάει διάφορα μαρξιστικά κείμενα και οι άμεσες γνώσεις του από «τάς εργαζομένας Αθήνας» αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας κοινωνιστικής αντίληψης. Κατά την παραμονή του στο Βερολίνο, το 1910, ο Δημ. Χατζόπουλος δραστηριοποιείται στους κόλπους του εργατικού συνδέσμου Πρόοδος, κάνοντας διαλέξεις περί συνδικαλισμού και σοσιαλισμού.
Ο ιδεολογικός δρόμος που ακολουθεί ο Δημ. Χατζόπουλος έχει το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης τάσης μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Όταν ο Γιαννιός προτείνει στον Κώστα Χατζόπουλο να έρθει και να μπει επικεφαλής για τη συγκρότηση του ΣΚΑ, εκείνος του συστήνει τον Ιανουάριο του 1911 ως συνεργάτη τον αδερφό του, που προετοιμάζεται να κατέβει από το Βερολίνο στην Ελλάδα. Η σύσταση όμως ενέχει και μια ουσιαστική επιφύλαξη, γιατί ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό: «Όταν πρότεινες να κατέβω εγώ στη θέση σου, έγραψα του αδερφού μου στο Βερολίνο αν το αποφασίζει αυτός. Φαίνεται θα κατέβει τον άλλο μήνα. Μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Πώς αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό δεν ξέρω» (Β, α, 20).
Το θέμα μένει σ’ εκκρεμότητα. Ύστερα από δυο μήνες, τον Μάρτιο του 1911, ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και πάλι από το Μόναχο: «Μεθαύριο προσμένω και τον αδερφό μου να περάσει αποδώ κατεβαίνοντας αυτού. Θα του πω ό,τι πρέπει. Έχω τρία χρόνια να τόνε δω και δεν ξέρω πως θα τόνε βρω» (Β, α, 21). Προς τον ίδιο σκοπό ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και στον Σπύρο Μελά, συντάκτη του Χρόνου, καθώς και σε άλλους λογίους των Αθηνών (Β, α, 21).
Όταν τον Μάιο του 1911 συγκροτείται το ΣΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αδερφού του. Ο ίδιος όμως είναι ήδη προσανατολισμένος στη συνδικαλιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Τον ίδιο χρόνο αποχωρεί από το ΣΚΑ και ιδρύει την Σοσιαλιστικήν Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν (ΣΣΟ), κατά το πρότυπο του γαλλικού ερβεϊσμού. Στην κίνηση εντάσσονται ο Σπ. Μελάς, ο δημοσιολόγος Άριστος Αρβανίτης, ο Ηρ. Αποστολίδης, ο τυπογράφος Ιωσήφ και κάποιοι άλλοι, που αυτονομούνται από το ΣΚΑ και υποστηρίζουν αποκλειστικά τη συνδικαλιστική πορεία του εργατικού κινήματος.
Το ιδεολογικό πρόταγμα για τον Δημ. Χατζόπουλο αποτελεί η επαγγελματική οργάνωση των εργατών, αρχή που προτάσσουν και οι Ευρωπαίοι θεωρητικοί του συνδικαλισμού. Σε δυο ομιλίες του, που οργανώνονται από την Εταιρία των Γραμμάτων, ο Δημ. Χατζόπουλος αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τον σοσιαλισμό και τους δυο δρόμους για την πραγματοποίησή του: Ο πρώτος είναι με «το μέσο της πολιτικής αντιπροσωπείας στις διάφορες Βουλές». Ο δεύτερος δρόμος βασίζεται στη δύναμη των συνδικάτων και την αγωνιστικότητα των εργατών. Κι αυτό κρίνεται ως «στοιχείο απαραίτητο για το μη λοξοδρόμημα της Ιδέας σε αστικές στράτες»[18]. Και βεβαίως ο Δημ. Χατζόπουλος προκρίνει τον δεύτερο δρόμο.
Ως εκπρόσωπος των Ελλήνων «συνδικαλιστών» της εποχής, ο Δημ. Χατζόπουλος έγραφε σε υψηλούς τόνους: «Ο συνδικαλισμός κατέκτησε την Γαλλίαν, την Ιταλίαν και συναντά πεισματικήν αντίδρασιν εις τάς γερμανικάς χώρας». Ο ίδιος εκτιμούσε ότι «ο επιστημονικός σοσιαλισμός του ΙΘ́ αιώνος υπήρξεν η τραγικωτέρα κωμωδία της ζωής κατά τους τελευταίους χρόνους». Γι’ αυτό και «οι εργάται έπαυσαν να πιστεύουν εις αυτόν». Έτσι «προήχθη το συνδικάτον», που «επέτυχε το ακατόρθωτον, να δημιουργήση μεταξύ των εργατών πλήρεις επαναστατικάς συνειδήσεις, από τα πλήθη, από τον όχλον»[19].
Αποσαφηνίζοντας περισσότερο τις θέσεις του για την τακτική και την ουσία του συνδικαλισμού, ο Δημ. Χατζόπουλος τόνιζε επιπλέον: «Δια να κατανικήση ο εργάτης τον εχθρόν του, το κεφάλαιον, δεν χρειάζεται εμμέσους μεθόδους, αλλά την άμεσον δράσιν, την γενικήν απεργίαν, την αυτοκινητοποίησιν της εργατικής τάξεως […]. Ο συνδικαλισμός κατά τούτο αντιτίθεται του σοσιαλισμού, ότι ζητεί την πίστιν, ενώ εκείνος την ξυραφίζει· ο συνδικαλισμός κατά τούτο συνταυτίζεται με τον χριστιανισμόν, ότι είναι μυστικοπάθεια και αντιτίθεται αυτού ως μέσον ενεργείας, θέλει την αμείλικτον πάλην αντί της απεριορίστου αγάπης»[19].
Αναγνωρίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ότι από τον «αρχαιοτάτον ιστορικόν βίον», ο «τρόπος παραγωγής εκάστης κοινωνίας κανονίζει και τον βαθμόν, την έντασιν και την έκτασιν της πάλης των τάξεων». Το κράτος «απομένει μια ρητή εκδήλωσις της βίας της κρατούσης τάξεως επί των λοιπών τάξεων». Επικαλούμενος τις επιστολές του Engels, γράφει πώς «ο ιστορικός υλισμός δεν είναι το ασφαλές κλειδί» για την κατανόηση του «πολυσυνθέτου φαινομένου της ιστορίας του κόσμου». Το «οικονομικόν αίτιον παίζει σημαντικόν ρόλον εις την ιστορίαν», αλλά υφίσταται και τούτο ποικίλες «επιδράσεις πολιτικών, θρησκευτικών, κλιματολογικών, γεωγραφικών, πατριωτικών, ψυχικών, πνευματικών, ηθικών συλλήβδην αιτίων», που οδηγούν αναπόφευκτα «τους εργάτας εις ταξικάς
συγκρούσεις»[20].
Οι διάφορες τάσεις του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού εναντίον της πολιτικής δράσης και των κοινοβουλευτικών θεσμών διαχύνονται και σε άλλα στελέχη της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Ο Σπ. Μελάς γράφει για τον ρόλο των «συνδικαλιστικών μειοψηφιών» και τον «χρεωκοπημένον κοινοβουλευτισμόν». Τονίζει πώς οι συνδικαλιστές είναι «μια μειοψηφία εκλεκτών, οι οποίοι άλλο δεν περιμένουν παρά την ευκαιρίαν ν’ ανατρέψουν από τα θεμέλια, μ’ έναν βίαιον τιναγμόν, μ’ ένα ηρωικόν κίνημα το σάπιον οικοδόμημα της παλαιάς κοινωνίας». Κι αυτοί «οι σοσιαλισταί βουλευταί δεν είναι κατά βάθος παρά μετημφιεσμένοι αστοί, εκμεταλλευταί του εργάτου πολύ χειρότεροι». Οι συνδικαλιστές αποτελούν μειοψηφία και «δια τούτο είναι βέβαιοι δια την νίκην. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα υπήρξαν έργα των μειοψηφιών»[21].
Από την πλευρά του ο Ηρ. Αποστολίδης, ενταγμένος επίσης στην ίδια οργάνωση, εκφράζει ανάλογες αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις. Δηλώνει πως είναι «συνδικαλιστής» και «αριστερός» μ’ αυτή τη σημασία: «Παντού υπήρξα αριστερός, συνδικαλιστής, άκαμπτος, αδιάλλακτος, ασυμβίβαστος, στραβόξυλο. Σοσιαλαρχηγός μόνον δεν υπήρξα ποτέ, αλλά, τουναντίον, παντού και πάντοτε εκαλλιέργησα την δυσπιστίαν κατά των διανοουμένων κατεργαρέων, ως μόνην εξασφαλίζουσαν τους εργάτας από πάσης εκμεταλλεύσεως»[22].
Οι αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, που επιζητούν ερείσματα στο ελληνικό εργατικό κίνημα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική θεώρηση του Κώστα Χατζόπουλου για τον σοσιαλισμό. Αυτό εξάλλου και τον διαφοροποιεί σε βάθος από τις ιδεολογικές θέσεις του αδερφού του για το εργατικό κίνημα. Είναι άλλωστε γνωστή η καταδικαστική θέση του Κώστα Χατζόπουλου για τον «αστικοαναρχικό σοσιαλισμό του Προυντόν» (Α, 12). Ο ίδιος όμως ο Κώστας Χατζόπουλος αποφεύγει εξαιτίας του αδερφού του την ανοιχτή συζήτηση ή αντιπαράθεση με τους «συνδικαλιστές» των Αθηνών.
Όταν ο γραμματέας του ΣΚΑ ζητάει από τον Κώστα Χατζόπουλο μια δημόσια δήλωση αποδοκιμασίας κατά της «Συνδικαλιστικής Οργανώσεως» του αδερφού του, εκείνος του απαντάει πως τα ζητήματα αυτά δεν λύνονται με τέτοιο τρόπο: «Και το λες σοβαρά πως μια δική μου δήλωση “θα σάρωνε” το συνδικαλισμό του αδερφού μου; Αν είμουνα αυτού και λάβαινα, όπως και θα γινότανε, μέρος στην κίνησή σας βέβαια, θα’ρχόμουνα σε σύγκρουση με τον αδερφό μου. Μα από δω, όσο μάλιστα δεν ξέρω τίποτε θετικότερο για την ενέργειά του, δεν έχω διαβάσει ούτε λέξη από όσα γράφει, πώς να βγω στη μέση σα μανιτάρι που δεν το φύτεψε κανείς» (Β, α, 32).
Σε άλλη απάντησή του προς την ηγεσία του ΣΚΑ, ο Κώστας Χατζόπουλος δίνει το γενικότερο στίγμα για τον ρόλο του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού και την πολεμική του κατά του κοινοβουλευτισμού: «Οι καθαροί σοσιαλιστές έχουνε τη μεγαλύτερη πολιτική προσοχή των στην κατάχτηση του κοινοβουλίου. Εκείνοι που πολεμούνε τον κοινοβουλευτισμό είναι οι συντικαλιστές, που στη Γαλλία λ. χ. κάνουνε προπαγάντα στους εργάτες να μην ψηφίζουνε, με την ιδέα πως το ανακάτωμα στην πολιτική διαφτείρει τους χαρακτήρες. Εδώ στη Γερμανία η συνδικαλιστική κίνηση δεν παίζει απόλυτα κανένα πραχτικό ρόλο» (Β, α, 36).
Με τις απαντήσεις του αυτές ο Κώστας Χατζόπουλος τοποθετείται ουσιαστικά απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του αδερφού του. Αντίθετα προς την εδραίωση των πολιτικών μορφών οργάνωσης του εργατικού κινήματος, η «συνδικαλιστική» κίνηση του Δημ. Χατζόπουλου ακολουθεί τη δική της ανεδαφική κατεύθυνση, που τροφοδοτείται από τα ομόλογα ρεύματα των χωρών της λατινικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και δεν βρίσκει απήχηση σε πλατύτερα εργατικά στρώματα. Δραστηριοποιείται στις ιδεολογικές παρυφές του εργατικού κινήματος.
Ορισμένες φορές η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις επιχειρεί και δυναμικές παρεμβάσεις στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όχι σπάνια τα μέλη της λύνουν με καρεκλιές τις διαφορές με τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Όταν ιδρύεται το ΕΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος προβαίνει ήδη σε μια ανάλογη ενέργεια. Συγκεντρώνει τους οπαδούς του συνδικαλιστές κι αποφασίζουν να εισβάλουν βιαίως στην αίθουσα των εργασιών, με σκοπό ν’ αποδοκιμάσουν την υιοθέτηση της πολιτικής του «κρατικού σοσιαλισμού» από τους Φιλελευθέρους. Εμποδίζεται όμως η είσοδός τους και τελικώς αποσοβούνται τα επεισόδια.
Απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του Δημ. Χατζόπουλου, το ΣΚΑ αντιτάσσει τη θέση ότι μόνο με την «πολιτική οργάνωση» είναι δυνατή η ποδηγέτηση των εργατών και η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα «νύχια του κεφαλαιοκρατισμού»[23]. Πρόκειται για θέση που ο Κώστας Χατζόπουλος καλλιεργεί ήδη από το 1908 στο ελληνικό εργατικό κίνημα (Α, 3). Στο πλαίσιο της «συνδικαλιστικής σχολής» κινείται ο Δημ. Χατζόπουλος κι ως πρόεδρος του σωματείου των δημοσιογράφων[24]. Τέλος ο ίδιος, αφού επαναβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του[25], απόσύρεται από την ενεργό δράση, διατηρώντας πάντοτε τον τίτλο του «αρχισυνδικαλιστή» στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Σημειώσεις
[1] W. Z. Foster, Ιστορία ΠΣΚ, σσ.155-157, 192-193, 201-202. Του Ίδιου, Τρείς Διεθνείς σσ.200-202.
[2] Ν. Γιαννιού, Απάντηση. «Σοσιαλιστικά Φύλλα», τχ 10 (Νοέμβρ. 1916), σ. 17. Πρβλ. «Νουμάς», φ. 696 (8.8.1920), 91.
[3] «Το Άστυ», φ. 1160 (16.2.1894), 1-2.
[4] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Σιδηρουργεία και σιδηρουργοί. «Το Άστυ», φ. 1144 (31.1.1894), 1.
[5] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Επιπλοποιοί, μαραγκοί και καθεκλοποιοί. «Το Άστυ», φ. 1145 (1.2.1894), 1-2.
[6] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μάρμαρα και μαρμαράδες. «Το Άστυ», φ. 1146 (2.2.1894), 1-2.
[7] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Υποδηματοποιοί, σανδαλοποιοί, τσαρουχάδες. «Το Άστυ», φ. 1151 (7.2.1894), 2.
[8] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οι κτίσται και η τοιχοποιΐα. «ΤοΆστυ», φ. 1162 (18.2.1894), 1-2.
[9] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η λαιμοδετοποιΐα. «Το Άστυ», φ. 1157 (13.2.1894), 1-2.
[10] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οργανοποιοί, κιβωτοποιοί και φερετροποιοί. «Το Άστυ», φ. 1165 (21.2.1894), 2.
[11] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Καπελλάδικα και καπελλάδες. «Το Άστυ», φ. 1170 (26.2.1894), 1-2.
[12] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Κουρεία και κουρείς. «Το Άστυ», φ. 1172 (28.2.2894), 1-2.
[13] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Γαλακτοπωλεία και γαλακτοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1174 (2.3.1894), 1-2.
[14] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η αγορά των Αθηνών, κρεοπωλεία και κρεοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1191 (19.3.1894), 1 και φ. 1192 (20.3.1894), 2.
[15] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μυρεψοί και μυροποιεία. «Το Άστυ», φ. 1198 (26.3.1894), 1-2.
[16] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Ζαχαροπλαστεία και ζαχαροπλάσται. «Το Άστυ», φ. 1201 (29.3.1894), 1-2.
[17] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Λιθογράφοι και βιβλιοδέται. «Το Άστυ», φ. 1156 (12.2.1894), 1-2.
[18] Επιθεωρητή {=Ρ. Γκόλφη}, Κοινωνικές ομιλίες. «Νουμάς» 9 (1911), σ.269. Πρβλ. Μάρκου Αυγέρη, Οι σοσιαλισταί και αι εν Ελλάδι αλήθειαι. «Γράμματα» 1
(1911-1912), σσ.317-321.
[19] Δ. Χατζόπουλου {=Μποέμ}, Σοσιαλισμός και συνδικαλισμός. «Καιροί», φ. (14.5.1914), 1.
[20] Δ. Χατζόπουλου, Σκέψεις επί της οργανώσεως της εργαζομένης αστικής τάξεως. «Νεοελληνική Επιθεώρησις» 3 (1919), σσ.90-96.
[21] Σπ. Μελά, Συνδικαλισταί. «Χρόνος», φ. (11.2.1912), 1. Πρβλ. του Ίδιου, Κοινωνία και Βουλή, «Χρόνος», φ. (7.11.1912), 1· Οι εκμεταλευταί, «Χρόνος», φ.
(30.5.1912), 1· Μάθημα προς εργάτας, «Χρόνος», φ. (15.12.1912), 1.
[22] «Άμυνα», φ. (21.8.1920), 1 {«Δια τον κ. Πετσόπουλον»}.
[23] «Νουμάς» 13 (1915), 12 {«Δυο ομιλίες»}.
[24] «Σοσιαλιστικά Φύλλα», φ. 10 (1916), σ. 17.
[25] «Νεοελληνική Επιθεώρησις», 3 (1919), σσ.90-96.

Πηγή:

https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=115:%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82&catid=17&Itemid=173