Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κατωμερής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κατωμερής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ο ΞΕΜΥΑΛΙΣΤΡΑΣ

 Το 1970 στάθηκε χρονιά σημαδιακή για την εφηβική μου ζωή. Το ξεμυάλισμα -που είχε αρχίσει να διαγράφεται ήδη από τον προηγούμενο χρόνο- πήρε μεγάλες διαστάσεις κι έγινε η νέα μου καθημερινότητα. Δεν είχα πλέον κανένα ενδιαφέρον για διάβασμα, μαθήματα, αθλητισμό, πειθαρχία, ζωή του “καλού μαθητή”.

Φυσικά είχα κόψει από καιρό κατηχητικά, χριστιανικές ομάδες, και στον προσκοπισμό πήγαινα όσο το δυνατόν λιγότερο. Οι παρέες μου ήταν τα “ξύπνια” παιδιά της γειτονιάς, περισσότερο ο Γιάννης ο Κατωμερής, αλλά και ο Μιχάλης Τριανταφύλλου, ο Δημήτρης Κούβαρης και ο Νάσος ο Χατζηγεωργίου. Μεγάλο μέρος της ημέρας το πέρναγα στα σφαιριστήρια, σε μπαρ, κινηματογράφους και, ελλείψει άλλου, στο δρόμο. Οι γονείς μου δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν αυτή μου την αλλαγή. Μιά από τις φαιανές ιδέες της μάνας μου ήταν να με βάλει να πηγαίνω σε ψυχολόγο, καμουφλάροντας αυτές τις επισκέψεις σαν “μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού”. Που να φανταζόταν η δύστυχη τι κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει. Λοιπόν η ψυχολόγος -μια μακρινή μας συγγενής- δεχόταν κάπου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και όταν το “μάθημα” τελείωνε πήγαινα φυσέκι στο σπίτι του ξαδέρφου μου Κώστα Μεντή στην πλατεία Γκύζη. Η θειά μου η Φιφή μου είχε αδυναμία και από πάντα επεδίωκε να κάνουμε παρέα ο γιος της κι’εγώ. Στο σπίτι των Μενταίων υπήρχε ένας σημαντικός νεωτερισμός. Ο γέρο Μεντής είχε μόλις αγοράσει ένα στερεοφωνικό σύστημα με πικαπ, κασετόφωνο ντεκ, ενισχυτή και ηχεία. Είχαμε ήδη αρχίσει ν’αγοράζουμε βινύλια με μοντέρνα μουσική της εποχής και καθόμασταν ν’απολαύσουμε με τις ώρες. Η παρέα του Κώστα εκείνη την περίοδο ήταν ο Νίκος ο Κούνας, ο Λάκης ο Μπουκλής και ο Βασίλης ο “Πινόκιο” όπως τον λέγαμε. Όμως η συναναστροφή με τον ξάδερφο δεν περιοριζόταν σε αυτές τις επισκέψεις. Συχνά βρισκόμασταν στο κέντρο για να πάμε μαζί σινεμά, σιγά σιγά όμως δημιουργήθηκε και μιά συνήθεια που έβαλε σε κίνδυνο το μέλλον των σπουδών μου. Πολλές φορές τα πρωινά, καθόμασταν τότε στην Νεα Σμύρνη στην οδό Ηλία Κοκκώνη, βγαίνοντας αμέριμνος από το σπίτι και κατευθυνόμενος προς το σχολείο, λίγο πριν από τη γωνία με την οδό Αιγαίου, από μιά αλάνα υπερυψωμένη σε σύγκριση με το δρόμο ερχόταν μια απόμακρη, σχεδόν σκωπτική φωνή:

- Γιαννάκη, γιαννάκη…

Ήταν ο Μεντής, που ερχόταν με το λεωφορείο από του Γκύζη και με περίμενε εκεί. Η πρόθεση ήταν φανερή: εκείνη τη μέρα θα κάναμε κοπάνα. Αν δεν πηγαίναμε να τη βγάλουμε στο Σινεάκ στην Πανεπιστημίου στο κέντρο της Αθήνας που είχε πολύωρο πρόγραμμα από το πρωί, ο άλλος προορισμός ήταν σχεδόν μονόδρομος: Άγιος Κοσμάς. Στον Άγιο Κοσμά υπήρχαν αθλοπαιδιές, ήταν ο προορισμός των απανταχού κοπανατζήδων Αθηνών και Πειραιώς και περιχώρων. Εκεί γνωρίζαμε άλλα παιδιά, κάναμε πλάκα, παίζαμε αυτοσχέδιες παρτίδες βόλεϊ ή μπάσκετ, κάναμε “μπούγιο”, όπως λέγαμε τότε. Όταν βαριόμασταν πηγαίναμε στη μαρίνα να χαζέψουμε τα πλεούμενα, φανταζόμαστε και καταστρώναμε περιπέτειες με τα πλεούμενα που θα αγοράζαμε όταν θα γινόμασταν πλούσιοι. Με τις απουσίες που αναγκαστικά καταγραφόταν είχα βρει μια βολική λύση: λόγω Πανιωνίου ήμουν φίλος με τον καθηγητή της γυμναστικής και με τη δικαιολογία των -ανύπαρκτων- προπονήσεων λίγο ή πολύ οι περισσότερες απουσίες μου σβηνόταν...

Η ιστορία αυτή διήρκησε για αρκετούς  μήνες και όπως ήταν προβλεπόμενο είχε ένα αρκετά τραγικό τέλος.

Κάποιο πρωί Απριλίου, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, βγήκα από το σπίτι μου χωρίς καμιά διάθεση να πάω για μάθημα. Σα να είχαμε συνεννοηθεί τηλεπαθητικά, στη γωνία με περίμενε ο Μεντής. Κρύψαμε τα βιβλία μας κάτω από κάτι θάμνους στην αλάνα και κατευθυνθήκαμε στη λεωφόρο Συγγρού για να πάρουμε το λεωφορείο για Άγιο Κοσμά. Περάσαμε ανέμελα όλο το πρωί και ανυποψίαστοι κατά το μεσημέρι κατευθυνθήκαμε στην αλάνα για να πάρουμε τα βιβλία. Ψάξε εδώ, ψάξε εκεί τα βιβλία είχανε γίνει καπνός. Δεν θυμάμαι πως έσωσε την κατάσταση ο ξαδερφός μου. Εγώ, χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου πήγα στο σπίτι του φίλου μου του Κατωμερή και του ζήτησα δανεικά μερικά βιβλία και τετράδια για να μην εμφανιστώ με άδεια χέρια στο σπίτι. Όταν μπήκα στο σπίτι η μάνα μου με υποδέχτηκε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Μήπως έχασες τίποτα παιδί μου;

Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ την έκταση της χαλάστρας που είχε γίνει.

- Βρε αλήτη που ήσουνα που μ’έκανες ρεζίλι, δεν ντρέπεσαι, πήρανε τηλέφωνο από το σχολείο και αύριο πρέπει να παρουσιαστείς με τον κηδεμόνα σου, μιά κυρία σας είδε από το μπαλκόνι και πήγε και πήρε τα βιβλία και τα πήγε στη γραμματεία στο σχολείο, τι κακό με βρήκε, πως θα αντικρίσω τον Λυκειάρχη, εσύ θα με πεθάνεις κλπ.

Την άλλη μέρα με τ’αυτιά κατεβασμένα παρουσιάστηκα “μετά του κηδεμόνος μου”, έφαγα μιά ψυχρολουσία από τον Διευθυντή, που παρόλα αυτά δεν φάνηκε νάναι τόσο αυστηρός στην κρίση του, είπε ότι για ένα τέτοιο παράπτωμα η σωστή τιμωρία ήταν τρεις μέρες αποβολή. Για μεγάλη μου ατυχία εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή ένας από τους υποδιευθυντές, κέρατο βερνικωμένο, θιασώτης της 21ης Απριλίου, έκανε αιφνιδιαστικές εφόδους στις διάφορες τάξεις και έψαχνε για τσιγάρα, “Μάσκες” και άλλα απαγορευμένα περιοδικά στις σάκες των μαθητών, αλλά το χειρότερο είχε στην τσέπη του ένα υποδεκάμετρο και μέτραγε φαβορίτες και μήκος μαλλιών δεξιά κι αριστερά. Μόλις μπήκε στο γραφείο και κατάλαβε τι γινόταν έβγαλε το υποδεκάμετρο και άρχισε να μετράει τις φαβορίτες μου. Ήταν μέρες που δεν ξυριζόμουνα και είχα αρκετά εμφανή και ακατάστατα γένια.

- Πολύ ωραία, πάμε ν’ αφήσωμεν και μούσι, τι κατάστασις είναι αυτή; που θα καταλήξωμεν κύριε Διευθυντά με αυτούς τους αλήτες, έπειτα τι βλέπω, φοράμε και μπλου τζην, που είμεθα εις το Τέξας ή το Φαρ Γουέστ;

- Είναι μπλε παντελόνια, εγώ τα έχω ράψει, πήγε να με υπερασπιστεί η μάνα μου...

- Κύριε Διεθυντά εισηγούμαι διήμερον επιπρόσθετον αποβολήν δι’ αυτόν τον χίπην καθώς και εν χρω κουρά, όχι αστειευόμεθα...

Την εν χρω κουρά τη γλύτωσα αλλά έφαγα πέντε μέρες αποβολή που σήμαινε μια βδομάδα εις κατ’ οίκον περιορισμό, με συνεχή γκρίνια και φοβέρες. Ο γέρο Μεντής, όπως έκανε πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις είπε ότι είχε έτοιμα τα κασελάκια για να πάμε να γυαλίζουμε παπούτσια στην Ομόνοια, μόνο γι’αυτό είμασταν ικανοί. Οι μανάδες μας συμφώνησαν να μας απαγορέψουν τη συναναστροφή “μέχρι νεωτέρας διαταγής”, αλλά φυσικά αυτή η απαγόρευση διάρκεσε για μερικές μέρες, ήδη για το Πάσχα πήγα με τους Μενταίους εκδρομή στον ‘Οσιο Λουκά.

- Ο Κώστας (Μεντής) και ο Γιάννης (Κατωμερής) είναι ξεμυαλίστρες, πρέπει να κάνεις παρέα τα παιδιά του κατηχητικού, μου λεγε κάθε μέρα η μάνα μου, ευτυχώς δεν την άκουσα.

Βέβαια στο τέλος της σχολικής χρονιάς με κόψανε σε μία σειρά μαθήματα, μου΄βαλαν και διαγωγή “καλή”, οπότε δε γινόταν να συνεχίσω στην Ευαγγελική Σχολή. Δια μέσου γνωριμιών της μάνας μου με δέχτηκαν τελικά στο Λύκειο της Πλάκας και εκεί άρχισε ένα καινούργιο κεφάλαιο της ζωής μου.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Η ΛΙΖΑ

 Με το που μπήκα στο Γυμνάσιο άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή μου. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να βλέπω τα πράγματα με διαφορετικό μάτι, άλλαξα γούστα, συνήθειες, παρέες. Άρχισα να παραμελώ τα μαθήματα και το διάβασμα, από σπασίκλας έγινα ένας μέτριος μαθητής, η προσοχή μου μετατοπίστηκε σε νέες, πιο ενδιαφέρουσες ασχολίες. Πρώτα απ΄όλα έπαψα ν’ακούω τόσο συχνά Τρίτο Πρόγραμμα στο ράδιο. Το έναυσμα μου το έδωσε άθελά του ο ξάδερφός μου Κώστας Ζαρόκωστας. Κάποια φορά πήγαμε επίσκεψη στη θειά μου την Ελένη, μητέρα του Κώστα που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερός μου. Στο δωμάτιο του άκουγε δίσκους 45 στροφών με τους φίλους του, ένα κομμάτι τους άρεσε τόσο πολύ που το έβαζαν ξανά και ξανά, ήταν το "No Milk Today" των Herman's Hermits. Κατάλαβα ότι υπήρχαν και άλλου είδους ενδιαφέρουσες μουσικές εκτός από την κλασσική, μουσικές που ήταν κιόλας πιο «νεανικές». Ψάχνοντας βρήκα τις εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη στο σταθμό Ενόπλων, ανακάλυψα την ύπαρξη του ραδιοφωνικού σταθμού AFRS (του λεγόμενου «αμερικάνου») που είχε αρκετές εκπομπές με μοντέρνα μουσική στα μεσαία κύματα.

Εγώ με τη Λίζα, Ηλία Κοκκώνη 1971


Γιάννης Κατωμερής, Λίζα και Κώστας Μεντής, 1971, η μπλούζα του Μεντή είναι μπατίκ καμωμενο απο μένα 


Εγώ, η Λίζα και ο Γιάννης Κατωμερής 1969


Φωτογραφικο πειραμα του 1970, "διπλή έκθεση"


Lisa under the table...

Σιγά σιγά απομακρύνθηκα από τους φίλους του Δημοτικού, βρήκα νέες παρέες, παιδιά πιο ανεξάρτητα που αισθανόταν εντονότερα τα σκιρτήματα της εφηβείας, γνώρισα το Γιάννη Κατωμερή -που έμελλε να γίνει ένας από τους καλύτερους φίλους μου- και τον Δημήτρη Κούβαρη που ήταν και γείτονες. Από τους δύο ο πιο «περίεργος» ήταν ο Κούβαρης, λίγο τον ζηλεύαμε, ζούσε πρακτικά μόνος του, οι δικοί του ήταν χωρισμένοι και ο πατέρας του εμφανιζόταν στο σπίτι μόνο για ύπνο, οπότε είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων: ψώνιζε, μαγείρευε, έπλενε, συγύριζε, ένα παιδί 13 χρόνων δεν έδινε λόγο σε κανένα για να βγει έξω και να γυρίσει όποια ώρα ήθελε. Τι κάναμε τις ελεύθερες ώρες μας; Ακούγαμε μουσική ή πηγαίναμε κινηματογράφο, σχεδόν κάθε μέρα. Ο Δημήτρης είχε ένα πικάπ Dual και μερικούς δίσκους με μοντέρνα μουσική που έπαιζε όλη μέρα,  όταν βγήκε το White album των Beatles ανακάλυψε ότι βάζοντας ένα ταληράκι πάνω στην κεφαλή του πικάπ ακουγόταν καλύτερα, το πράγμα τότε με είχε εντυπωσιάσει. Κάποτε, πρέπει νάταν φθινόπωρο του 1968, βρέθηκε με ένα κουτάβι παχουλό παχουλό που αγαπήσαμε από τη πρώτη στιγμή που το είδαμε. Δεν είναι ότι δεν το αγαπούσε και ο Δημήτρης, αλλά κάπως το παραμελούσε: πότε το άφηνε μόνο του, πότε ξέχναγε να του δώσει φαΐ, τέλος πάντων μας έδινε την εντύπωση ότι δεν το ντάντευε όπως έπρεπε.  Πως έγινε δεν ξέρω, πάντως επενέβη ο Γιάννης ο Κατωμερής και η σκυλίτσα, Λίζα τ’όνομά της έγινε δική του. Η Λίζα μεγάλωσε και έγινε όμορφη, έξυπνη και αγαπιάρα, η μασκώτ μας, πάντα μαζί, συμμετείχε στις χαρές και στις λύπες μας, ο Γιάννης την περιποιήθηκε σαν παιδί. Οι καιροί ήταν τότε διαφορετικοί, στη Νέα Σμύρνη δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι, η Λίζα με το λουράκι της πήγαινε βόλτες και μόνη της, συχνά άκουγα χαρχαλέματα στην πόρτα του κήπου, πήγαινα να δω ποιος είναι, ήταν η Λίζα πούχε έρθει να μας κάνει επίσκεψη.
Δεν ήταν βέβαια χωρίς κινδύνους αυτό το καθεστώς ελευθερίας: κάποιο απόγευμα, θάταν Νοέμβρης του 1969 πήγαινα με τον μακαρίτη το Μιχάλη Τριανταφύλλου (εξαιρετικός άνθρωπος, κρίμα που μας άφησε νωρίς) να παίξουμε μπάλα στη «Δεξαμενή» και στη διασταύρωση Αιγαίου και Αρτάκης συναντήσαμε παρκαρισμένο ένα περίεργο άσπρο φορτηγάκι, έξω ήταν δύο γλοιώδεις τύποι με το τσιγάρο στο στόμα που προσπαθούσαν να περάσουν μια θηλιά στο λαιμό στο μικροσκοπικό ασπρόμαυρο σκυλάκι της κυρίας Παπαϊωάννου, μιας φίλης της μάνας μου. Φώναξα, τους έβρισα, αυτοί γελάγανε, «μα κάνουμε τη δουλειά μας», το φορτηγάκι ήταν γεμάτο κλουβιά με δυστυχισμένους σκύλους που είχαν πιάσει στην παγανιά που είχαν βγει. Πέταξα τη μπάλα στα μούτρα ενός απ΄αυτούς, το τσιγάρο τον έκαψε και άρχισε να φωνάζει, ο Μιχάλης με κάλυψε, πήρα το σκυλάκι και το πήγα στην κυρία του, το σπίτι της ήταν δυο τετράγωνα πιο πάνω, στην Παλαιών Πατρών Γερμανού.   

Δεν ξέρω τι τέλος είχε η Λίζα, το ’75 έφυγα για την Ιταλία και λίγο αργότερα έφυγε και ο Γιάννης για την Αμερική. Με τον Κατωμερή έχουμε ακόμη επαφή, δεν έχει χάσει την αγάπη του για τα σκυλιά, τον Κούβαρη τον έχω ψάξει στο διαδίκτυο δεν κατάφερα να βρω τίποτε, στο Google maps  το σπίτι του στην Σπύρου Αλεβίζου φαίνεται ερημωμένο.
Όσο για μένα, μετά από μια εικοσαετία γατοβασιλείας βρέθηκα να έχω δύο σκυλάκια, πολυαγαπημένα και καλο
νταντεμένα, τη Λίζα δεν την ξεχνάω, για μένα είναι το πρότυπο του καλοκάγαθου σκύλου, πρότυπο ομορφιάς, εμπιστοσύνης, αθωότητας και σκυλίσιας ειλικρίνειας.