Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιτωλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιτωλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

… KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία που φαίνεται ατελείωτος μου’φερε στο μυαλό ένα ποίημα που ‘χει γράψει ο πατέρας μου δεκαετίες πριν. Διαβάζοντάς το με τα μάτια και τις εμπειρίες του σήμερα φαίνεται κάπως αφελές και αθώο («η νικητήρια ιαχή των νέων ανθρώπων», «η χαραυγή του νέου κόσμου» κατάληξαν άσχημα…)  θάπρεπε όμως να πάρουμε υπόψη μας ότι γράφτηκε σε μια αρκετά ευνοϊκή για το προοδευτικό κίνημα περίοδο, όταν είχαμε ήδη είκοσι χρόνια συνεχούς ειρήνης στην Ευρώπη, κατέρρεαν τα αποικιακά καθεστώτα και φαινόνταν νέοι ορίζοντας για τις υπανάπτυκτες χώρες και τους καταπιεσμένους λαούς.

Νεα Σμύρνη, 1966. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο πατέρας μου, Πάνος Χατζόπουλος, αριστερά ο ξαδερφός μου Τάσος Πετρόπουλος, δεξιά εγω.


Στη δεκαετία του ’50 – ’60 τα νέα ιστορικά δεδομένα, ο ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος πυρηνικής καταστροφής δημιούργησαν ένα  διάχυτο αίσθημα κατά του πολέμου, που συγκεκριμενοποιήθηκε με τη δημιουργία του Διεθνούς Κινήματος Ειρήνης, που ξεκίνησε από τις  χώρες της Ευρώπης και αργότερα έφτασε και στην Ελλάδα.

Ο πατέρας μου, αντιστασιακός με χρόνια φυλακές και εξορίες, ήταν μπλεγμένος μεταξύ των άλλων και με το κίνημα ειρήνης, συχνά τα απογεύματα καθόταν και έγραφε εισηγήσεις για συνεδριάσεις στις οποίες προφανώς συμμετείχε. Πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι μας νεαροί Λαμπράκηδες ή άλλοι «περίεργοι» και συζητούσαν μέχρι αργά το βράδυ, η μάνα μου δεν τους ήθελε «θα μας χαρακτηρίσουν, οι γειτόνοι βλέπουν» «τι θα πει ο κύριος Τέλης» (ήταν στρατιωτικός στο επάνω πάτωμα) και τα τοιαύτα.  

Σε μια πορεία Ειρήνης, tο 1965 γνώρισε έναν Ιταλό ακτιβιστή που ανήκε σε ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το PSIUP, με τον οποίο αργότερα είχε συχνή αλληλογραφία, δεν ξέρω σε ποια γλώσσα, ο οποίος μάλιστα όταν έγινε το πραξικόπημα του ΄67 τον παρακίνησε να ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ιταλία, σχέδιο που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε.

Στο σπίτι μας εκείνη την εποχή δεν έλειπε ποτέ το περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» που μου φαινόταν μεν λίγο ανιαρό, αλλά διαβάζοντας το μου άνοιξε τα μάτια για πολλά θέματα, έμαθα τι είναι η αποικιοκρατία, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, οι  εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες.

Σε μια πορεία  πήρα μέρος κι εγώ, όχι βέβαια μόνος μου, με τον πατέρα μου, μια Κυριακή απόγευμα στα τέλη Μαΐου του 1966.  Δεν πήγαμε βέβαια στον Μαραθώνα, πούλμαν που ξεκίναγαν από τη Δάφνη ή το Νέο Κόσμο μας άφησαν κάπου στους Αμπελόκηπους, όπου μετά από βόλτες φτάσαμε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Για μένα ήταν πράγματα πρωτόγνωρα. Κάποιοι νεολαίοι είχαν πλακάτ με συνθήματα του τύπου «Κάτω τα χέρια από την Κύπρο» «συμπαράσταση στον λαό του Βιετνάμ» «Έξω οι βάσεις», θέματα που είναι επίκαιρα και άλυτα ακόμη και σήμερα. Μου φάνηκε μια μεγάλη χαρούμενη γιορτή, μερικοί ανησυχούσαν μήπως μας επιτεθεί η αστυνομία που ήταν παρούσα πολυάριθμη και δυναμική λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτε.   

Η τελική μορφή του ποιήματος γράφτηκε στο τραπέζι ενός εστιατορίου μια Κυριακή μεσημέρι το καλοκαίρι του ΄66. Είχαμε πάει εκδρομή στο Λαγονήσι, μάλλον για να βρούμε τον αδερφό την μάνας μου, και καθίσαμε να φάμε σε μια ταβέρνα με θέα. Εκεί που μιλάγαμε και περιμέναμε να έρθουν τα πιάτα ο πατέρας μου έβγαλε το μικρό σημειωματάριο πουχε πάντα μαζί του και άρχισε να γράφει και να σβήνει χωρίς να συμμετέχει στη συζήτηση. Στη συνέχεια είδα ότι ήθελε να πάρει μέρος στη συγγραφική δραστηριότητα  και η μάνα μου, του υποδείκνυε  να διορθώσει κάτι, πράγμα δημιούργησε φανερό εκνευρισμό. Τελικά μετά από πολλά αποφάσισαν να μην αφιερωθεί το ποίημα «στα παιδιά όλου του κόσμου» όπως ήθελε ο πατέρας μου αλλά «στο Γιαννάκη μου» που ήθελε η μάνα μου και όπως αρχικά ήταν γραμμένο.

(παραθέτω από το βιβλίο του Πάνου Χατζόπουλου «Αιτωλικά», 1967)

  KΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ

Στο Γιαννάκη μου

Μέσα στα μάτια σου βλέπω του κόσμου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μεσ΄στη φωνούλα σου γροικάω φως μου,
φως μου χιλιάκριβο, την ιαχή
την νικητήρια των νέων ανθρώπων,
“Ειρήνη – Ειρήνη
πάψαν οι θρήνοι
πάνω στη Γη...”

Κι έτσι όπως σφίγγεσαι στην αγκαλιά μου
νοιώθω στα χέρια μου σα να κρατώ
τ΄αύριο πούρχεται, τα ονείρατά μου
τ' ανθρώπου το όραμα το μακρυνό,
των Αρχαγγέλων μας τ'αρχαίο τραγούδι.
“Ειρήνη – Ειρήνη
γιομίστε οι κρίνοι
γη και ουρανό...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, όποιοι και νάστε
κίτρινοι, κόκκινοι, μαύροι, λευκοί
το χέρι μου άπλωσα, μη με φοβάστε.
Είμαι ένα αδέρφι σας που σας μιλεί
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας

“Ειρήνη – Ειρήνη
για πάντα ας γίνει
πάνω στη Γή...”

Άνθρωποι, αδέρφια μου, καινούργιους δρόμους
γιοφύρια ας φκιάξουμε στη νέα γενιά.
Θεμέλιο ας βάλουμε για νέους κόσμους
- κατάρα ο πόλεμος και απανθωπιά -
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά σας
“Ειρήνη – Ειρήνη
μιά λέξη ας κλείνει
κάθε καρδιά...”

Μέσα στα μάτια σου βλέπω, παιδί μου
του νέου πούρχεται τη χαραυγή.
Μέσα στο γέλιο σου γροικάω ψυχή μου,
φως μου μυριάκριβο, την ιαχή
τη νικητήρια των νέων ανθρώπων.
“Ειρήνη – Ειρήνη
ανθίστε οι κρίνοι
σ'όλη τη Γη...”

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο του “Αιτωλικά” (1967)

Ο δρόμος

ο δρόμος κι η τσάντα
οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά καλημέρα – μια καλησπέρα
μιά εγκάρδια χειραψία
μιά παγερή υποδοχή.
Η αναμονή στον προθάλαμο του γιατρού
οι διάδρομοι των κλινικών και των πολυϊατρείων.
Τα βλοσυρά βλέμματα
τα φαρμακερά βλέμματα
των ασφαλισμένων και των κλητήρων
του Ι.Κ.Α.
Ο δρόμος κι η τσάντα
τ΄ασανσέρ κι οι αίθουσες αναμονής
τα ιατρεία και τα φαρμακεία
οι κλινικές και τα θεραπευτήρια
και τα νοσοκομεία...

Οκτώβρης 1974, στο ferry-boat Ρίο – Αντίρριο ο Πάνος Χατζόπουλος σε μία αστεία πόζα με ένα συνάδελφο που χασμουριέται... Ήταν μια από τις τελευταίες περιοδείες πού έκανε σαν ιατρικός επισκέπτης, μετά ένα σχεδόν μήνα αρρώστησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. 

Τα χαμόγελα

Τα χαμόγελα
τα θερμά κι εγκάρδια χαμόγελα
τα παγερά κι αδιάφορα χαμόγελα
τα ενθαρρυντικά χαμόγελα
τα ειρωνικά χαμόγελα
όλων των ειδών και ποιοτήτων τα χαμόγελα
όλων των ειδικοτήτων και διαθέσεων τα χαμόγελα.

Κι ο δρόμος

πάντα μπροστά σου ο δρόμος.
Στο νου στη σκέψη στην καρδιά
ο δρόμος
    ο δρόμος
        για πάντα ο δρόμος.
Η ζωή σου είναι ο δρόμος.
Ο δρόμος τα λεωφορεία τ'αεροπλάνα και τα πλοία
τα εστιατόρια τα τραίνα και τα ξενοδοχεία.
Το φαρμακείο του Μπέλου στα Τρίκαλα.
Του Θεοδωρίδη στο Ηράκλειο
τα συστεγασμένα τ'Αγρινιού
του Καζατζή η αποθήκη στα Γιάννενα.
Μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ένας άνθρωπος

Ένα χλοερό νησί
μιά ίσμπα μ΄αναμένο το φούρνο της θαλπορής
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.
Ένας σταθμός να ξαλαφρώσεις την καρδιά σου
ένα ποτήρι δροσερό νερό να ξεδιψάσεις.
Ένας άνθρωπος
μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ο γυρισμός μας

Θυμάσε συνάδελφε
σαν φεύγαμε από την όμορφη τη Χιό.
Ήτανε νύχτα κι η τραμουντάνα
δεν άφηνε τον “Κανάρη” να ξεκολλήσει απ΄το νησί.
Γυρίζαμε στα σπίτια μας στην Αθήνα.
Το καράβι
χόρευε στα κύματα το χορό του θανάτου.
Εμείς απτόητοι και ξέγνοιαστοι
παίζαμε “Αβυσσυνία” στο καρρέ της Α' θέσης.

Το πρωί θα βλέπαμε το σπίτι, τους δικούς μας...
Τα φαρμακεία στη μοσχοβολημένη Χιό
στη Χίο την κεχαριτωμένη
δεν μας είχαν δώσει γερές παραγγελίες
και δεν είχαμε κλείσει στη Μυτιλήνη
όλους τους λογαριασμούς.
Κι όμως εμείς στη μέση του πελάγου
που τ'ανατάραζε η μάνιτα του κάβο-Ντόρου
τραγουδούσαμε τα μεσάνυχτα
το γυρισμό μας στο σπίτι.
Το σπίτι που δεν το χορτάσαμε ποτέ...
Το σπίτι που μας ήθελε...
Το σπίτι που σε λίγο θα μας έδιωχνε
για την Κρήτη την Ήπειρο την Πελοπόννησο.

Η λαχτάρα σου

Ο δρόμος κι η τσάντα
κι οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά χαρούμενη καλημέρα
μιά κουρασμένη καλησπέρα

ένα χαμόγελο.
Όλων των ειδών τα χαμόγελα.
Τα εστιατόρια τα ξενοδοχεία τα πλοία τα λεωφορεία
τα φαρμακεία τα ιατρεία και τα νοσοκομεία
κι ο πόθος σου η λαχτάρα σου
η έγνοια σου η μοναδική το σπίτι...

Οι γιατροί κι οι φαρμακοποιοί

οι πόλεις, η μιά μετά την άλλη οι πόλεις.
Τα χωρία, ένα κομπολόϊ τα χωριά.
Τα βουνά κι οι κάμποι κι οι όμορφες κοιλάδες
οι λίμνες τα ποτάμια οι ακροθαλασσιές...
Οι σταθμοί τα λιμάνια τα αεροδρόμια.
Οι θάλασσες τα νησιά κι ο ουρανός της Ελλάδας.
Τα οτομοτρίς τα τραίνα, της άγονης γραμμής τα λεωφορεία
τα αεροπλάνα τα πούλμαν και τα πλοία.

Κι οι γιατροί
οι φίλοι σου οι γιατροί
οι εχθροί σου οι γιατροί
οι συνεργάτες σου οι γιατροί
οι γιατροί...
Όλων των ειδικοτήτων οι γιατροί.
Κι οι φαρμακοποιοί
“καλώς ήρθατε” οι φαρμακοποιοί
“πότε θα φύγετε” οι φαρμακοποιοί
“είδατε τους γιατρούς ” οι φαρμακοποιοί
“πάλι καινούργιο βγάλατε” οι φαρμακοποιοί
“τι εκπτώσεις κάνετε” οι φαρμακοποιοί
“πως τον παίρνετε τον καφέ σας” οι φαρμακοποιοί
οι φίλοι μας οι φαρμακοποιοί...

Το μήνυμα

Κι ήρθε το μήνυμα συνάδελφε
που γνωριστήκαμε στη Λάρισα
γλεντήσαμε μαζί στην Καλαμάτα
κι είπαμε τα βάσανα και τους καϋμούς μας
στο σαλόνι του “Εθνικού” στη Χαλκίδα...
Ήρθε το μήνυμα
πως έμεινες για πάντα στη Δωδεκάνησο...
Η καρδιά σου που την κλείσανε στην τσάντα.
Η ψυχή σου που την κάνανε ρόδα να κυλάει στα τρίστρατα.
Η γλώσσα σου που δε σταμάταγε ποτές
να λέει σε χίλιους τόνους τις ενδείξεις των φαρμάκων.
Η ζωή σου που τη ζέψανε να οργώνει την Ελλάδα.
Σταμάτησαν για πάντα στη Δωδεκάνησο.
Εκεί σταμάτησε ο δρόμος
εκεί τελείωσε ο δρόμος – ο δρόμος σου.
Κανένα πλοίο δε θα σε φέρει πια στο σπίτι.
Κανένα αεροπλάνο δε θα σε πάει ξανά στην Καβάλα.
Κανένα τραίνο δε θα σε πάρει από το Βόλο.

Κανένα πούλμαν δεν θα σ΄αφήσει πιά στην Κέρκυρα....

Το στερνό σου τηλεγράφημα

Στο δρόμο μας βρήκε
το στερνό σου μήνυμα.
Η στερνή σου παραγγελία
αδερφέ μου μας βρήκε στο δρόμο.
Το στερνό σου τηλεγράφημα
μας έπιασε στο δρόμο.

Έκλεισα όλους τους λογαριασμούς.
Λευτερώθηκα για πάντα από το δρόμο
από την τσάντα
απ΄τα συμβατικά χαριεντίσματα...”

Γειά σου συνάδελφε
για πάντα
για πάντα...


Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

Ο ΠΑΝΟΣ Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ– άρθρο του Θ.Μ. ΠΟΛΙΤΗ

 Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ” Αγρινίου την Τρίτη 22 Μαρτίου 1977

Η ΡΟΥΜΕΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ο ΠΑΝΟΣ Γ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΙ ΤΑ “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος, γέννημα και θρέμμα Βραχωρίτης, ανηψιός του Κώστα και του Μήτσου (Μποέμ) Χατζόπουλου, στο τέλος του καλοκαιριού της περασμένης χρονιάς – παρόλο που η ... θέλησή του ήταν άλλη - “βγήκε” από το παιχνίδι της Ζωής. Η περιπέτεια γι' αυτόν, στο φλοιό της γης, έληξε.
Ο λεβεντόκορμος πλάτανος της Πλατείας Χατζοπούλου του Βραχωριού ξεριζωμένος, χρόνια τώρα, από τα χώματα της γενέθλιας γης, δεν μπόρεσε να αντέξει περισσότερο, τη μεταφύτευση, στη μεγάλη γλάστρα της Πρωτεύουσας. ¨Έτσι κάποια στιγμή... άξαφνα ανεπάντεχα κι αδόκητα έγειρε κι έπεσε μιά για πάντα...

Ο Πάνος Χατζόπουλος με τη σύζυγό του και την αδελφή του Μάνθα το 1953

Όταν μιά γνωστή και ανθρώπινη παρουσία χαθεί η μνήμη αναζητά τα χνάρια που άφησε...
Ο Πάνος για μας, τα μη εύτακτα – για τις Ιταλογερμανικές αρχές κατοχής – παιδιά της γειτονιάς του, την εποχή εκείνη... φάνταζε ακόμη πιο ψηλός και λεβέντης. Φωτολουσμένος απ'την κρυφή, την ακαθόριστη αγωνιστική ακτινοβολία, επιδρούσε, χωρίς ίσως να το φαντάζεται, καταλυτικά, αποκαλυπτικά και εκθαμβωτικά. Ευγενικός, σεμνός, διακριτικός κι απόμακρος αχνοοδηγητής, αξιοποιούσε και υλοποιούσε αγωνιστικά τα πρώρα Εθνικοαπελευθερωτικά σκιρτήματα των νέων.
Ο Πόλεμος του 1940 ένωσε όλους τους 'Έλληνες.
Η Κατοχή τους χώρισε. Πολλές οι αφετηρίες. Διαφορετικοί οι δρόμοι. Τόσοι κι άλλοι τόσοι οι ... απώτεροι σκοποί. Κοινός “κατ΄ αρχήν” ο στόχος: χτύπημα και διώξιμο του εχθρού. Εκατομμύρια Έλληνες πήραν με τον άλφα ή βήτα τρόπο τρόπο μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό ξεσηκωμό. Εκατοντάδες χιλιάδες τα θύματα. Ελάχιστοι, συγκριτικά, οι πραγματικοί “εφιάλτες”.

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος πέρασε πολύ νωρίς στις επάλξεις μιας αντιστασιακής “όχθης”. Οι μεταπελευθερωτικές πολιτικές εξελίξεις, δεν δικαίωσαν νομοτυπικά, την αγωνιστική συμμετοχή του, στις γραμμές της αντίστασης για την απελευθέρωση της χώρας. Έτσι αντί να τιμηθεί του ζητήθηκε ο ... λόγος. Αντίκρισε μ΄ εγκαρτέρηση την άδικη για την “όχθη” του μοίρα. Ορθός κι αγέρωχος περπάτησε στους δρόμους του κατατρεγμού. Διώξεις, προπηλακισμοί, καταφρόνηση και αδικία. Στέρηση για κάμποσα χρόνια της ατομικής του Ελευθερίας. Η υγεία του υποσκάφτηκε.
Η αισθαντική καρδιά του, περιόρισε σε ένα μικρό μέρος της μιας “κοιλίας”, όλες τις ελπίδες, τις προσδοκίες και τα όνειρα για ένα καλύτερο ανθρώπινο μέλλον και άφησε το χώρο ελεύθερο για να περάσουν ορμητικά και να εγκατασταθούν μόνιμα - στο μέγιστο μέρος της καρδιάς – οι θλίψεις, οι πόνοι κι οι οδύνες. Η ετεροβαρής και για πολλά χρόνια “ανώμαλη” λειτουργία της καρδιάς του δημιούργησε ... “οίδημα”, μεγάλωσε, άπλωσε και αγκάλιασε όλους τους πόνους για να τους κάνει δικούς της... Σ΄αντίθεση όμως με την ψυχή, η επιστήμη της υγείας του σώματος, δεν θέλει μεγάλη καρδιά. Αρκείται στην μικρή και συμπαγή την “πέτρινη” που λένε. Τέτοια καρδιά δεν μπορούσε να έχει ο Πάνος. Γι΄ αυτό έφυγε πρόωρα. Η καρδιά του δεν μας άντεχε. Δεν μπορούσε να μας αντέξει άλλο...

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος, - κληροδοτημένος, απευθείας, με ποιητική και λογοτεχνική φλέβα – έγραφε. Πάντοτε έγραφε, όταν οι σκληρές βιοπαλαιστικές συνθήκες της ζωής του το επέτρεπαν. Την Ποιητική του όμως συλλογή “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” την τύπωσε και την κυκλοφόρησε το πρώτο τρίμηνο του “σωτηρίου έτους” 1967. Έτσι η πορεία της απήχησης ανακόπηκε και παραμερίστηκε για να περάσουν ... με πάταγο οι νέου τύπου πνευματικές ερπύστριες που κυριάρχησαν για επτά χρόνια στη γη μας.
Σήμερα, ύστερα από δέκα χρόνια, ο δημιουργός δεν υπάρχει. Τα πονήματα όμως της ψυχής και του νου του ζουν! Μέσα απ΄ αυτά μπορούμε να επικοινωνήσουμε, να ενδιαφερθούμε να λειτουργήσουμε στοχαστικά να δεχτούμε ή ν΄απορρίψουμε το όλο μέρος απ΄ τις δημιουργίες του.

Στη συλλογή “ΑΙΤΩΛΙΚΑ” - τόμος 60 σελίδων (17,50χ24,50), χαρτί πολυτελείας ΜΑΤ βαρύ – καταχωρήθηκαν δέκα οκτώ (18) συνολικά ποιήματα που, σχεδόν όλα, έχουν σαν κοινό τους γνώρισμα το πραγματικό γεγονός, που είτε κυριαρχεί πεντακάθαρο είτε αντιφεγγίζει πίσω τους, ήταν, πρώτη ύλη για το πλάσιμό τους. Ο Π.Γ.Χ. δεν δημιούργησε εγκεφαλικά ... “γεγονότα”. Αντίθετα από τα γεγονότα, από τα περιστατικά έπλασε καλλιτεχνικά και “εποίησε” τα δημιουργήματά του. Η σταθερά της ποιητικής του έμπνευσης είναι το γεγονός, το συμβάν. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο που διαποτίζει την ποίησή του, είναι το τέλος της ζωής. Ο θάνατος. Ο θάνατος και το μοιρολόι του θανάτου.
Ο σπαραγμός της καρδιάς του, για την απάνθρωπη εκτέλεση, από τους Γερμανούς κατακτητές, των 120 πατριωτών – έξω από τον περίβολο του Νεκροταφείου της Αγίας Τριάδας, στην Πόλη μας, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 – μετουσιώνεται λυρικοελεγειακά “ΣΤΟΥ ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΝ ΤΟΠΟ” που μας τον παρουσιάζει με συγκλονιστική συγκινησιακή ειλικρίνεια στις σελίδες 29-30 της συλλογής.

-----

... Τότε
που αντιλαλούσαν οι καμπάνες
το θλιβερό τους μήνυμα οι καμπάνες
το τρομερό τους μήνυμα οι καμπάνες
όλες του Κάρλελι* οι καμπάνες “
-----

Εσείς
Ολόρθοι αδέρφια
σκοτώνατε τα βόλια στην καρδιά Σας... “
-----

... Χρόνια ολάκαιρα
τ΄αηδόνια,
στα πλατάνια της Αγία Τριάδας,
δεν ξανάρθαν...
-----

“ … Προσκυνούμε
Την Άγια σου
την Τρισάγια σου
τη Μεγάλη μας Παρασκευή... “

* Κάρλελι ονομαζόταν η Αιτωλοακαρνανία επί τουρκοκρατίας (σημ. δικιά μου)

Ο “Κρανίου Τόπος” της Αγίας Τριάδας και η Μεγάλη Παρασκευή του 1944 είναι Βραχωρίτικα τραγικά βιώματα της κατοχής, που αποτυπώθηκαν στην ψυχή όλων μας. Ο Π.Γ.Χ.με τους πιο πάνω αντιπροσωπευτικούς του ποιήματος στοίχους μας εκφράζει όλους τους Βραχωρίτες όπου κι΄ αν βρισκόμαστε, ότι και αν φρονούμε... Τούτο, νομίζουμε, είναι σημαντικό και αξιοσημείωτο αν λάβουμε υπόψη μας τη γνωστή θέση του Π.Γ.Χ. στο χώρο της πολιτικής και των ιδεών.
Αλλά και οι πολιτικές θέσεις, και οι πανανθρώπινες κοινωνικές ιδέες του Π.Γ.Χ., περασμένες από τα πολλαπλά φίλτρα της ανθρώπινης, καλοσυνάτης και τίμιας ψυχικής ιδιοσυγκρασίας του, αποκτούν στη λυρική τους έκφραση μια ιδιάζουσα υφή που τείνει σε γενική και καθολική παραδοχή:

“ … Άνθρωποι, αδέρφια μου, καινούργιους δρόμους,
γιοφύρια ας φτιάξουμε στη νέα γενιά.
Θεμέλιο ας βάλουμε για νέους κόσμους
- Κατάρα ο πόλεμος κι απανθρωπιά -
για το παιδάκι μου, για τα παιδιά μας:
Ειρήνη – Ειρήνη
μια λέξη ας κλείνει
κάθε καρδιά ...”

Ο Π.Γ.Χ. και ως αντιστασιακός ξεσηκωτής, στα χρόνια της κατοχής, και ως κοινωνικός οραματιστής μιας πιο δίκαιης ζωής για όλους τους ανθρώπους, σκέπτονταν, μιλούσε κι ενεργούσε ειρηνικά. Ήταν ανίκανος για το παραμικρότερο κακό. Δεν έβλαψε κι ούτε μπορούσε να βλάψει ποτέ συνάνθρωπό του. Ήταν πρώτα απ΄όλα και πάνω απ΄όλα ένας καλός κ΄αγαθός άνθρωπος. Ένα μεγάλο ευκολοσυγκίνητο και ευαίσθητο παιδί! Μπορεί οι αντιξοότητες της ζωής του να μην του επέτρεψαν ν΄αξιοποιήσει, σε μέγιστους βαθμούς και σε υψηλούς τόνους, την ποιητική φλέβα που του κληροδότησαν οι θείοι του, δεν απώλεσε όμως ούτε έριξε καθ΄οδόν το “έρμα” του. Με τα ποιητικά του αυτά δείγματα φανέρωσε όχι μόνο τι ήταν αλλά και τι μπορούσε να ήταν...

Ας έρθουμε όμως τώρα και ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το έξοχο και ανεπανάληπτο “ΒΡΑΧΩΡΙΤΙΚΟ” ποιητικό δημιούργημά του, που και μόνο αυτό θ΄αρκούσε να τον καθιερώσει ως Ποιητή για να τον καταξιώσουν με τους ασπασμούς τους οι ενδιαφερόμενες Μούσες.
Το Ποίημα χωρίζεται σ΄ένδεκα (11) στροφές. Η κάθε στροφή έχει τέσσερις (4) στίχους που ομοιοκαταληκτούν: ο πρώτος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο. Με τις λίγες μας γνώσεις “περί μετρικής”, νομίζουμε πως πρόκειται για 15/σύλλαβους και 14/σύλλαβους ιαμβικούς δευτερότονους στίχους δηλαδή (για τους μη ειδικούς) δισύλλαβο μέτρο που τονίζεται στη δεύτερη συλλαβή.
Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος με το 15/σύλλαβο παραδοσιακό, σφιχτοδεμένο και τεχνικά άψογο στίχο του αναφέρεται στη Μάννα του· την υψηλόκορμη, απροσποίητη, ακούραστη, ήρεμη και πάντοτε γλυκειά Σοφία Γ. Χατζοπούλου.
Η Μάννα όμως μέσα στο ποίημα πλαταίνει, ανοίγει, γίνεται αντιπροσωπευτική. Γίνεται Μάννα όλων των Βραχωριτών.
Έτσι ο καθένας μας που οπωσδήποτε έχει ένα κάποιο βίωμα απ΄τις καπνοφυτείες του Βραχωριού, μόλις διαβάσει ή μόλις ακούσει έστω και μιά στροφή από το ποίημα “κεντρίζεται” και μπαίνει άμεσα κι αυτόματα σε λειτουργία η συγκινησιακή διεργασία της ύπαρξής του. Μέσα στη Μάννα του Π.Γ.Χ. Χώρεσαν όλες οι Μαννάδες του Βραχωριού και της περιοχής του.
Το ποίημα όμως πέρα από την - συναισθηματικά και Εθνοτοπικά – συγκινησιακή ατμόσφαιρα που δημιουργεί, προεκτείνεται κι΄αποδίδει ρεαλιστικά την οικονομική, και κοινωνική πραγματικότητα μιάς συγκεκριμένης εποχής.
Η Μάννα ως υπεύθυνος φυσικός και κοινωνικός φορέας ζωής αντιμετωπίζει και παλαίβει... όλες τις αντιξοότητες. Πάνω της ξεσπούν όλες οι καταιγίδες. Είναι το Α και το Ω τηε Οικογένειας. Είναι, ίσως η μέγιστη δικαίωση της παρουσίας του ανθρώπινου όντος στη γη.
Η Βραχωρίστισσα Μάννα του Π.Γ.Χ. Καθολικεύει· γίνεται κανόνας γιατί έχει, όχι μόνο, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των Μαννάδων της Βραχωρίτικης περιοχής, αλλά και γιατί έχει όλες τις βασικές ομοιότητες όλων των Μαννάδων της Γης.

Ο Πάνος Γ. Χατζόπουλος παρ΄όλο που εμπνεύστηκε, παρ΄όλο που πήρε για “πρότυπο” τη δική του, “εποίησε” τη Βραχωρίτισσα Μάννα σε πανανθρώπινα και γενικώς αποδεκτά μέτρα. Όλοι οι άνθρωποι, μπορούν να βρουν σ΄αυτούς τους στίχους ένα μέρος από τη δική τους τη Μάννα έστω κι αν δεν υπήρξε ποτέ καπνοφύτισσα. Κι αν ποτέ βρεθεί κάποιος ολότελα “ξένος”... θα είναι εκείνος που θα ήθελε να έχει για δική του την ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΑΝΝΑ του Πάνου Γ. Χατζόπουλου.

Καιρός όμως είναι να δώσουμε το λόγο στον Π.Γ.Χ. Να μας παρουσιάσει τη “Μάννα” του για να γίνουμε όλοι σε λίγο παιδιά Της!

Μάννα μου, Βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι
το κόκκινο, που τόκανε σταχτύ σαν καταχνιά
η μαύρη κόλλα του καπνού, Φαρμακερό βοτάνι,
όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά...
--- ---

Μάννα μου, καπνοφύτισσα, του Ζαπαντιού δουλεύτρα,
στο φύτεμα, στο σκάλισμα πρώτη στην αργατιά,
σ΄άρπαξεν ο Πατέρας μου παιδούλα καρδιοκλέφτρα
και σε κλειδωμαντάλωσε στην πιό βαρειά σκλαβιά...
--- ---

Μάννα μου, αρχόντισα χλωμή του μόχτου και του πόνου,
δακρυλιδάκια γαλανά κι ονείρατα γλυκά
τα δάκρυά σου γίνονται κι ο ιδρώς όλου του χρόνου,
δίχως για σένα διάφορο να μένει στα στερνά...
--- ---

Μάννα μου, Βραχωρίτισσα, ο μόχτος ο δικός σου
χαρίζει τέτοιαν ευωδιά περίσσεια στο φυτό,
που γίνεται στο κάπνισμα – το δάκρυ το πικρό σου-
παρηγοριά και δύναμη κι ελπίδα στο φτωχό...”
--- ---

Το “Βραχωρίτικο” ποίημα του Π.Γ.Χ. έχουμε τη γνώμη ότι θα παραμείνει, θα διαρκέσει και θα περπατήσει μόνο του χωρίς “δεκανίκια” στους δρόμους του πνευματικού μέλλοντος· γιατί είναι πηγαίο, αληθινό κι άψογο καλλιτεχνικό δημιούργημα.
Η Δημοτική μας αρχή και η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών ας διαλέξουν από μιά στροφή, ας δώσουν εντολή να χαραχθεί σε μιά μεταλλική ή μαρμάρινη πλάκα κι ας την αναρτήσουν στις αίθουσες συνεδριάσεών τους. Μ΄αυτό το τρόπο θα τιμηθεί βέβαια και ο “άτυπος Δήμαρχος” τηε Βραχωρίτικης ψυχής – που του αξίζει κάθε μεταθανάτια τιμή, αφού η ζωή δεν τον αξίωσε παρά μόνο με κατατρεγμό, αδικία, βιοπάλη και καταφρόνεση – σύγχρονα όμως ας τιμηθούν για το χθες, το σήμερα και το αύριο, όλες οι Βραχωρίτισσες, όλες οι καπνοφύτισσες ΜΑΝΑΔΕΣ.

Θ.Μ. ΠΟΛΙΤΗΣ



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

ΑΙΤΩΛΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ - Ποίημα του Πάνου Χατζόπουλου

Το βιβλίο του Πάνου Χατζόπουλου "Αιτωλικά" τυπώθηκε τον Γενάρη του 1967 και κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία τον επόμενο μήνα. Αντιμετώπησε σειρά περιπετειών λόγω δικτατορίας και όταν ήρθε επιτέλους η μεταπολίτευση θεωρήθηκε ήδη “παλιό” για να ξανακυκλοφορήσει, οπότε έπεσε στην αφάνεια. Ελπίζω σύντομα να καταφέρω να ετοιμάσω μιά νέα έκδοση, εμπλουτισμένη με ποιήματα και κείμενα που ο συγγραφέας άφησε ανέκδοτα. Σήμερα παραθέτω ένα ποίημα από τα "Αιτωλικά" που πιστεύω πως δεν έχει ακόμη αναρτηθεί στο διαδίκτυο.



ΑΙΤΩΛΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ

Δρόμε που πας στ΄Απόκουρο,
στρατί, που στ΄Αγραφα σκαλώνεις,
Σάρες, λαγκάδια αδιάβατα,
βράχια, γκρεμνά, στεφάνια.
Τρανές κι απάτητες κορφές γεμάτες περηφάνεια.
Ψηλά βουνά λεβέντικα της λευτεριάς μπαϊράκια.
Βελούχι, Αραποκέφαλα, Βαρδούσια, Κυρά-Βγένα,
Τρίκαρδε, Μπούμπστε, Περγαντή κι Αϊτοφωλιές του Βάλτου.
Του Κατσαντώνη πήδημα, του Καραϊσκάκη κούλιες.
Κράβαρα κακοτράχαλα, Ζυγέ μ΄χαριτωμένε.
Λίμνη αρμυρή τ΄Αντιλικού, γιβάρια και πελάδες
κι ερειπωμένες ντάπιες* του δόλιου του Μισολογγιού.
Βαθειά γαλάζια πέλαγα του Ρίβιου, του Λιγοβιτσιού,
τ΄Αγγελοκάστρου και του Βραχωριού.
Κάμποι, ποτάμια, ρέματα, κλεισούρες, κλεισορέματα,
παμπάλαια μοναστήρια.
Κυκλώπεια τείχια και ναοί, των Αιτωλών μνημεία.
Και κάστρα Βενετσιάνικα, βυζαντινά εκκλησάκια,
πικρής σκλαβιάς απομεινάρια τα τζαμιά.
Άνθρωποι αγνοί, φτωχοί, τυραγνισμένοι,
από τα χρόνια τα παλιά στη μάχη αναστημένοι,
περήφανοι, ανυπόταχτοι, μπαρουτοκαπνισμένοι,
για λευτεριά και για ψωμί ακόμα πεινασμένοι...

Δρόμε, που πας στ΄Απόκουρο,
στρατί, που στο Μπρουσό σκαλώνεις.
Απρόσιτες βουνοκορφές, τρανά βουνά της λευτεριάς μπαϊράκια.
Άσπρε αδερφέ της κλεφτουριάς, Φίδαρη παινεμένε.
Δέντρα κι οξυές και λιόδεντρα κι έλατα και πλατάνια,
πεζούλες, καπνοχώραφα, λιβάδια, περιβόλια.
Ψαράδες του Μισολογγιού και καπνεργάτες τ΄Αγρινιού,
του Ξηρομέρου και της Μακρυνείας καπνουλάδες,
ξωμάχοι, τσοπανόπουλα, λοτόμοι, ζευγολάτες
του Βάλτου και του Έπαχτου και του Καρπενησιού.
Πατρίδα μου άγρια και ήμερη, σκληρή και τρυφερή,
μεσ΄στις πατρίδες Συ πανάχραντη και φοβερή.
Της λεφτεριάς το φλάμπουρο,
της αρετής και της τιμής το μετερίζι
και της θυσίας το σύμβολο το αιματοβαμμένο,
σ΄ορθώνουν στους αιώνες οι Πατροκοσμάδες,
οι Καψάληδες κι οι Παλαμάδες...
Κάρλελι και Βενέτικο, Άγραφα, Δραγαμέστο,
Κραβασαρά κι Απόκουρο, Βόνιτσα και Βλοχέ.
Χώματα πατρικά και πολυαγαπημένα,
απ΄τα πανάρχαια χρόνια μεσ΄στο αίμα βουτηγμένα,
περήφανα, ανυπόταχτα, μπαρουτοκαπνισμένα,
για λευτεριά και για ζωή ακόμα διψασμένα...


* ντάπιες: προμαχώνες