Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρόπολις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρόπολις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

"Η ΜΝΗΣΤΕΙΑ" ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Ακρόπολις”, 23 Ιανουαρίου 1900

Αθηναϊκά Ήθη

Η ΜΝΗΣΤΕΙΑ

[ Εις εν από τα πρώτα ξενοδοχεία των Αθηνών. Μικρόν δωμάτιον βλέπον προς την πλατείαν του Συντάγματος, πλουσίως εστολισμένον. Εις κύριος, κάμενι την πρωϊνήν τουαλέτταν του. Εις την θύραν ακούεται κτύπος. ]

Ο ΚΥΡΙΟΣ, (κάμνων την χωρίστραν του προ του καθρέπτου.) - Αντρέ...

ΕΙΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (εισέρχεται τείνων αργυρούν δίσκον επί του οποίου υπάρχουν δέκα επιστολαί) – Κύριε, σας έφερα τα γράμματά σας. (Αποθέτει τον δίσκον επί της τραπέζης).

Ο ΚΥΡΙΟΣ, (λαμβάνων τας επιστολάς ανά χείρας και ρίπτων βλέμματα επί των γραμματοσήμων.) - Περίεργον! Όλαι προέρχονται από τας Αθήνας (Προς τον υπηρέτην) Καλά πήγαινε. (Σταματών την τουαλέτταν του προς στιγμήν.) Τι διάβολο εγώ δεν έχω παρά τρεις ημέρας εις τας Αθήνας, τι γράμματα είνε αυτά; Ποίος μου τα στέλλει; (Μειδιών ενώ στρίβει τον μύστακά του προ του καθρέπτου.) Ά, ηννόησα. Φαίνεται οι συγγενείς των γνωστών μου θα μου γράφουν και θα με συγχαίρουν δια τους αρραβώνας μου (Μειδιών περισσότερον ενώ κτενίζεται με προσοχήν.) Πρέπει να κάμω γλήγωρα δια να πηγαίνω εις της μνηστής μου. Τι όμορφη που είναι η Λιλίκα μου, σήμερα με το φόρεμα, που έκαμε χθες. Έχω τρεις ημέρας που την εγνώρισα και μου φαίνεται πως από τότε ήρχισα να ευρίσκω την ευτυχίαν μου. Σεμνό κορίτσι, μελαχρινούλα, κομψή. Αυτές αι Ατθίδες είνε τα πιό χαριτωμένα όντα. Καλά μου έλεγεν ο θείος μου εις την Πόλιν: “πήγαινε στην Αθήνα, να την ιδής πρώτα και αν δεν σου αρέση, γύρισε μονάχος σου στην Πόλι, αλλέως έρχεσαι μαζί της”. Περίεργον αλήθεια συνοικέσιον. Ο γαμβρός στέλλεται επί συστάσει εις την νύμφην, την βλέπει, του αρέσει, της αρέσει, αρραβωνίζονται εις μίαν ημέραν. Αλλά πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το κτένισμα. Θα υπάγω σπήτι της για να βγούμε μαζί το μεσημέρι περίπατον εις την Δενδροστοιχίαν (Αίφνης βλέπει την σωρείαν των επιστολών επί της τραπέζης.) Αλήθεια για να ιδούμε από ποίους είνε αυτά τα γράμματα και τι λέγουν. (Λαμβάνει μίαν επιστολήν, σχίζει τον φάκελλον αυτής και αναγιγνώσκει): «Αγαπητέ κύριε, δεν με γνωρίζετε, ούτε σας γνωρίζω, αλλά θεωρώ καθήκον μου να σας ειδοποιήσω, ότι η νέα, την οποία ηραβωνίσθητε, είνε αισχρόν εστι και λέγειν. Πριν υπανδρευθήτε αυτήν, ζητήσατε πληροφορίας καλλιτέρας. Είς, όστις πράττει το καθήκον του». (Ο Κύριος αρχίζει να βηματίζη ανησύχως εντός του δωματίου). Τι θα πουν αυτά; Η Λιλίκα, αισχρόν εστι και λέγειν… (Κυττάζων την υπογραφήν της επιστολής) «Είς όστις πράττει το καθήκον του». Να είνε κανείς φίλος της οικογενείας μου, ο οποίος να με πληροφορή αληθή πράγματα ή πρόκειται περί συκοφαντίας; (Λαμβάνει δευτέραν επιστολήν και ανοίγει αυτήν). «Κύριε σπεύσατε να διαλύσητε το συνοικέσιόν σας. Η κόρη την οποίαν θέλετε να νυμφευθήτε, υπήρξεν ερωμένη μου επί δύο έτη. Είς που σας εγνώρισεν άλλοτε». (Ο κύριος υψώνει τους ώμους, μορφάζων, έπειτα ανοίγει την τρίτην επιστολήν και αναγιγνώσκει): «Αξιότιμε κύριε, μη με εκλάβητε, ως μοχθηρόν, αλλά ως άνθρωπον αναγκασμένον να λέγη την αλήθειαν ανωνύμως δια να σας σώση. Η δεσποινίς μνηστή σας είνε φθισική. Η νόσος αυτή είνε οικογενειακή δια την ατυχή κόρην. Ώστε, διαλύσατε τον αρραβώνα σας. Ένας φίλος σας» (Ο Κύριος αρχίζει τόρα να μειδιά, ενώ ανοίγει την τετάρτην επιστολήν, ην αναγιγνώσκει): «Αξιότιμε κύριε. Γνωρίζω ότι η ανωνυμογραφία είνε τι ατιμωτικόν, αλλά δεν δύναμαι να πράξω αλλέως όπως σας παράσχω εκδούλευσιν, της οποίας ελπίζω να ενοήσετε δεόντως την σημασίαν. Πρόκειται περί της μνηστής σας. Σας είπεν η οικογένειά της ότι θα σας δώσουν εκατόν είκοσι χιλιάδας δραχ. προίκα. Μάθετε, αγαπητέ κύριε, ότι ο πατήρ της νύμφης έχει χρεωκοπήση τρεις φοράς και να είσθε βέβαιος ότι δεν θα πάρητε πεντάραν. Φυλαχθήτε. Είς αγαπών σας». (Ο Κύριος αρχίζει να γελά τόρα, έπειτα ψιθυρίζει, ωσεί φοβούμενος μην τον ακούση τις). Τι ευγενής κόσμος εδώ εις τας Αθήνας. (Ανοίγει πέμπτην επιστολήν και αναγιγνώσκει): “Κύριε. Επέσατε οικτρόν θύμα της αγνοίας σας. Θέλετε να νυμφευθήτε μίαν νέαν, η οποία έχει γίνη δις μέχρι τούδε μήτηρ. Προς Θεού, σπεύσατε να διαλύσητε τους αρραβώνας σας. Είς εκτιμών σας”. (Ο Κύριος κάμνει κίνημα υψίστης αηδίας, μεθ’ό ανοίγει την έκτην επιστολήν και αναγιγνώσκει:) “ Κύριε, είσθε ξένος και δι’ αυτό δεν είσθε αξιοκατάκριτος, που θέλετε να πάρετε ένα διευθαρμένον ον, οίον είνε η μνηστή σας, αφού δεν γνωρίζετε το παρελθόν της. Δεν γνωρίζετε την αθηναϊκήν κοινωνίαν και δεν σας αδικώ, γνωρίσατέ την όμως και θα μάθητε πολλά, θα γνωρίσητε δε και πολύ καθώς πρέπει κορίτσια, ανώτερα πολύ της βρωμερής γυναικός, ην ζητείτε να υπανδρευθήτε. Μία ηθική νέα.” (Ο Κύριος γελά ηχηρώς τώρα.) Μου φαίνεται, ότι αρκετά την εγνώρισα την αθηναϊκήν κοινωνίαν. (Ανοίγει την έβδομην επιστολήν και αναγιγνώσκει:) “ Κύριε, Σας συγχαιρόμεθα δια την εκλογήν σας. Ήλθατε να μας πάρητε την ανηθικωτέραν δεσποινίδα της πόλεώς μας, η οποία δεν έχει αφήση άνθρωπον με τον οποίον να μη έκαμε κόρτε. Είσθε και πάλιν άξιος συγχαρητηρίων. Υμέτερος… “ (Ο Κύριος ανάπτει εν σιγάρο ροφών ηδονικώς αυτό, έπειτα ανοίγει με απόλυτον ηρεμίαν την εννατην επιστολήν και αναγινώσκει:) “Η νέα, την οποίαν εμνηστεύθητε, πάσχει από φοβεράν ασθένειαν του στόματος. Αυτάς τας ημέρας οι γονείς της της δίδουν διάφορα ιατρικά, δια να μη εννοήσετε την βρώμαν του στόματός της. Μου τα είπεν αυτά ο ιατρός της οικογενείας της. Εις εκτιμών σας.” (Ο Κύριος θωπεύων τον μύστακά του.) Γλυκύτερον φίλημα από της Λιλίκας δύναται να γίνη; Νομίζω, πως ακόμη από χθες μένει εις τα χείλη μου το άρωμα του φιλήματό της. (Λαμβάνει την τελευταίαν επιστολήν ανά χείρας και την ανοίγει). “Αξιότιμε κύριε. Άσχημα την εμπλέξατε, με τον αρραβώνα σας. Η μνηστή σας Λιλίκα δεν είνε κόρη από ετών τώρα. Μεθ’ υπολήψεως μία κυρία.”

Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (κτυπά εις την θύραν).

Ο ΚΥΡΙΟΣ. —Ορίστε.

Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (εισερχόμενος και κομίζων επί νέου δίσκου μίαν δεσμίδα νέων επιστολών). —Αυτά τα γράμματα τα έφερε για σας, κύριε, ένας άλλος διανομεύς.

Ο ΚΥΡΙΟΣ. —Πολύ καλά. Άφησέ τα εκεί. (Ο υπηρέτης εξέρχεται. Ο κύριος παίρνει τας νέας επιστολάς και χωρίς να τας ανοίξη ξεκολλά τα γραμματόσημά των. Το αυτό κάμνει και εις τας πρώτας επιστολάς, έπειτα τας συνθλίβει όλας ομού εις την χείρα του και τας ρίπτει εις την σόμπαν). Θα κάμω ένα ωραίον δώρον εις την μνηστήν μου σήμερα. Θα της χαρίσω είκοσι γραμματόσημα, από τα οποία κάμνει συλλογήν. (Εξέρχεται ενώ θέτει εις την μικράν τσέπην του γελέκου του μετά προσοχής τα γραμματόσημα).

Μποέμ

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

«Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΝΥΞ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ακρόπολις 11 Ιουνίου 1900

ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΗΘΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΝΥΞ


Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (εισερχόμενο εις το δωμάτιον του ξενοδοχείου και περιεργαζόμενος αυτό υπό το φως ενός κηρίου). - Αυτό είνε το δωμάτιον;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Μάλιστα, κύριε. Ωραίον δωμάτιον. Τα παράθυρά του βλέπουν και απ’ αυτόν τον δρόμον και απ’ εκείνον… Θα κοιμηθήτε; Μήπως θέλετε τίποτε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (εξαπλωμένος εις μία πολυθρόναν), - Όχι… είμαι κατακουρασμένος από το ταξείδι και θα πέσω να κοιμηθώ. Τι ώρα είναι;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ (κοιττάζον εν παλαιόν ωρολόγιον επί της εστίας). - Ένδεκα. Είνε ενωρίς ακόμα. Θέλετε να κλείσω το παράθυρον;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Όχι. Άφησέ το ανοικτό· κάνει τόση ζέστη. (Χασμώμενος). Έχω μία νύστα!

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ, (απερχόμενον). - Το πρωί τι ώρα θέλει να ξυπνήση ο κύριος;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Αργά, πολύ αργά, σε παρακαλώ να μη μ’ενοχλήσης γιατί θέλω να κοιμηθώ αρκετά.

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Έννοια σας, έννοια σας, κύριε, έχομε μεγάλην ησυχίαν εις το ξενοδοχείον μας. (Εξέρχεται).

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (κλειδόνων την θύραν και αρχίζων να εκδύεται). - Αν δεν απατώμαι θα κοιμηθώ καλά απόψε. (Σφογγίζων τον ιδρώτα του μετώπου του.) Μα, τι ζέστη είνε αυτή. Ουφ! (Κάμνων μερικά βήματα εντός του δωματίου.) Είνε να μπαίνη κανείς μέσα στο φούρνο για να δροσισθή λιγάκι, που λέει και ο Δουμάς. (Πίπτων εις την κλίνην.) Ας σβήσουμε το κηρί και ας τον πάρουμε τόρα. (Σβήνει το κηρίον και κλείει τους οφθαλμούς του.)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ, (τρέμουσα, παλλομένη εξ έρωτος, ψιθυρίζουσα λόγους παραπονετικούς διαχύνεται εντός του δωματίου.) - Ώ, σε εύρον σκληρέ άνθρωπε, μετά χωρισμόν τόσων ετών… Σε αγαπώ ακόμη, σε λατρεύω … ναι, σε αγαπώ… Σε ζητώ τόσους χρόνους τόρα θρηνούσα και οδυρομένη… Ά! Θεέ μου! Θεέ μου!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (αφυπνιζόμενος έκπληκτος.) - Τι διάβολο! Τι τρέχει; Τι σημαίνουν αυτά;

Η ΦΩΝΗ (θρηνούσα γοερώς.) - Άσπλαχνε, άκαρδε, ανάλγητε… Ελθέ, λοιπόν, εις την αγκάλην μου, ελθέ, σκληρέ.

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (πηδών από την κλίνην του και περιπατών ανησύχως εντός του δωματίου του.) - Μα τι φωνή είναι αυτή; Μπας και υπάρχουν βρυκόλακες εδώ μέσα. (Ακροώμενος.) Νομίζω, πως έπαυσε … Αλλά να ήταν αλήθεια φωνή; (Διστάζων.) Μήπως ηπατήθην. (Σκεπτόμενος) Ποίος ξέρει… Η κούρασις από το ταξείδι… Τις οίδε. (Ξαναπίπτων εις την κλίνην.) Τι κουτός, που είμαι να κάθημαι να ξαγρυπνώ με τέτοια πράγματα. (Κοιμάται).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, (τον οποίον σκοτώνουν.) -Βοήθειαν! Βοήθειαν, καλοί μου Χριστιανοί… Ά, τους δολοφόνους… Μ΄εφόνευσαν… Συλλάβετε τους αχρείους!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (αναπηδών έντρομος.) - Μπα, που να πάρη ο διάβολος, τι στοιχειωμένο είνε αυτό το σπίτι.

Η ΦΩΝΗ (ρογχαλίζουσα). - Ώ, αποθνήσκω… Βοήθεια… Ιωάννη, που είσαι Ιωάννη να εκδικηθής την αδίκως χανομένην ζωήν μου.

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (αρχίζων να τρέμη). - Δίχως άλλο κάποιο έγκλημα θα γίνεται απόψε εις την Αθήνα. Πρώτη βραδειά, που βρίσκομαι στην Αθήνα και να πέσω μέσα εις εγκλήματα.

Η ΦΩΝΗ (σβήνουσα μέσα εις την ησυχίαν της νυκτός.) - Ιωάννη, που είσαι… Ιωάννη… αποθνήσκω...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (πλησιάζων εις το παράθυρον σιγά. Σιγά και βλέπων εις τον δρόμον.) - Περίεργον! Εις τον δρόμον δεν είνε κανείς… Ησυχία… Μα από που έρχονται αυταί αι φωναί; (Οπισθοχωρών εντός του δωματίου). Ας ανάψω το κηρί (ανάπτει το κηρίον και κυττάζων πέριξ του.) Εδώ μέσα ευτυχώς δεν είνε κανείς… (Κύπτει και κοιττάζει κάτω από την κλίνην του). Από κάτω από το κρεββάτι δεν είναι κανείς (Ακροάται.) Ησυχία… Μήπως συμβαίνει τίποτε εις το διπλανόν δωμάτιον; (Βάζει το αυτί του εις τον τοίχον). Τίποτε, τίποτε… Περίεργον (Σκεπτόμενος). Μήπως απατώμαι, βρε αδελφέ; (Κινών την κεφαλήν του). Μήπως βλέπω τίποτε άσχημα όνειρα, (χασμώμενος μόλις δυνάμενος να σταθή εις τους πόδας του από την νύσταν). Βεβαίως θα ονειρεύομαι. (Σβύνει το κηρίον και ξαναπέφτει εις την κλίνην, όπου παρ’ όλον τον τρόμο του αποκοιμάται ταχέως).

ΜΙΑ ΑΓΡΙΑ ΦΩΝΗ, φυπνίζουσα αυτόν εκ νέου έντρομον.) - Που έχεις τα χρήματα; Λέγε ογλήγωρα, που έχεις τα χρήματα… Φέρε το πορτοφόλι σου, εμπρός!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (αυτήν την φοράν κυλιόμενος επί του δαπέδου από την τρομεράν του αφύπνισιν.) - Αχ, που έμπλεξα απόψε...

Η ΦΩΝΗ, (εξακολουθούσα αγριώτερον.) -Ά, δεν θέλεις, λοιπόν να δώσης το πορτοφόλιόν σου, ουτιδανέ!...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (τρέχων προς τα κρεμάμενα εκ του κρεμασταριού ενδύματά του και αρχίζων να ψάχνη τα θυλάκια αυτών μέσα εις το σκότος.) - Το πορτοφόλι μου… δυστυχία μου… που είνε το πορτοφόλι μου...

Η ΦΩΝΗ, (πάντοτε αγρία.) - Θα φέρης, άθλιε, το πορτοφόλι σου...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (ψάχνων πάντοτε εις το σκότος.) - Μα… που είνε το σακκάκι μου… που να το έχω κρεμάση… Το πορτοφόλλι μου… που είνε το πορτοφόλι μου;...

Η ΦΩΝΗ, (έτι αγριωτέρα.) - Δια τελευταίαν φοράν σου λέγω, φέρε, ογλήγωρα το πορτοφόλιόν σου ή μα τον...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (τρέμων και τραυλίζων μέσα εις το σκότος αλλόφρων.) - Μα στάσου… βρε αδελφέ… να το βρω… Στάσου…

Η ΦΩΝΗ, (εν τρομερά αγανακτήσει.) - Αρνείσαι, λοιπόν, τότε λάβε, άθλιε… (Επακολουθεί μιά πιστολιά.)

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (Εκβάλλων κραυγήν τρόμου.) Θεέ μου! (Πίπτει δευτέρα, τρίτη πιστολιά. Επακολουθεί θόρυβος δαιμονιώδης ανθρώπων τρεχόντων.)

ΠΟΛΛΑΙ ΦΩΝΑΙ, (ομού.) - Πιάστετον, τον δολοφόνον, πιάστε τον!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - (διευθυνόμενος προς τον ηλεκτρικόν κώδωνα και πιέζον αυτόν εν ταραχή.) Άχ! Τι νύκτα είνε αυτή!… Τι τρομερός τόπος είνε αυταί αι Αθήναι… (Ακούεται κρότος εις την θύραν).

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. (φωνάζον.) - Θέλετε τίποτε, κύριε; Τι θέλετε, κύριε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. (ανάπτων το κηρίον και ανοίγων την θύραν, προς το γκαρσόνι.) - Βρε παιδί μου… (Τρέμων.) Τι συμβαίνει, εδώ μέσα;… Τι τρέχει; τι φωναί είναι αυταί, τι πιστολιές;… Πάω να χάσω το νου μου.

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ, (σοβαρώς.) δεν ξέρετε, κύριε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Τι να ξέρω; Τι τρέχει;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Απόψε δίδουν στο αποπίσω θέατρον μίαν ωραίαν παράστασιν (Με ύφος κριτικού.) Έβλεπα το δράμα από την ταράτσαν. Είνε αριστούργημα έργον κύριε. Έχει κάτι σκηνάς τραγικώτατας. Αύριο πρέπε να το ιδήτε και σεις, κύριε…

Μποέμ

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

"Η ΒΑΡΩΝΙΣΚΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ακρόπολις, 30/1/1900.

ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΗΘΗ

Η ΒΑΡΩΝΙΣΚΗ

Την ενθυμούμαι όπως ήτο εις την εποχήν της ακμής της, του θριάμβου της, της δόξης της. Εν από τα ωραιότερα κορίτσια των Αθηνών. Ανήκε εις μίαν οικογένειαν της μεσαίας τάξεως, οικογένειαν, ης όλα τα μέλη έρρεπον προς την κοσμικήν ζωήν, προς τον θόρυβον, προς τους χορούς και τας συναναστροφάς, προς τους περιπάτους και την κίνησιν, προς τα θεάτρα και τας συναυλίας. Όπου και αν επηγαίνατε, μεταξύ των πλέον στερεοτύπων φοιτητών των κοσμικών συγκεντρώσεων θα εβλέπατε, απαρεγκλίτως, στερεοτύπως και τα μέλη της οικογενείας ταύτης. Δεν εγίνετο μία συνάθροισις, μία διασκέδασις χωρίς να λείπη η οικογένεια αύτη, η απουσία της θα εσημείωνε έλλειψιν, ιδίως η απουσία της κόρης ταύτης, ήτις ήτο περιζήτητος εις όλα τα σαλόνια, όπου χορεύουν και διασκεδάζουν, όπου χαρτοπαίζουν και “κάμνουν μουσικήν” ή κάμνουν απαγγελίαν, - τότε μάλιστα, ότε προ δεκαετίας η απαγγελία είχε γίνη πολύ της μόδας εις τα σπίτια. Την κόρην ταύτην την έβλεπον και την παρετήρουν πολύ και εις τας συναναστροφάς και εις τον περίπατον, εις τα Φάληρα και εις την Κηφισσιάν. Ήτο εις από τους τύπους εκείνους των δεσποινίδων μας, δια την οποίαν λέγουν όλοι συνήθως: “-Δεν είνε ωραία, όμορφην δεν ειμπορεί να την πη κανείς αλλά αρέσει διότι είνε “ε ξ ζ α ν τ ρ ί κ”.

Και ως τοιούτον τύπον την παρετήρουν πάντοτε μετά προσοχής. Μετρίου αναστήματος, λεπτή, ευκίνητος πάντοτε χαρίεσσα, πάντοτε ενδεδυμένη μετ’ εξαιρετικού γούστου, υπερήφανος, αγέρωχος, έχουσα πάντοτε προτιμήσεις δι’όλα, από τα ασήμαντα έως τα σοβαρώτερα, από τα εκκεντρικά καπέλλα της, έως τα χρωματιστά μισοφόρια της, κτενιζομένη με απροσδιόριστον χάριν, φορούσα τουαλέττας απ’ευθείας από το Παρίσι ερχομένας, της τελευταίας ώρας της Παρισινής μόδας τουαλέττας, ακατάδεχτη διά τους πολλούς, μυστηριώδης και πολυσύνθετος δια τους ολίγους, γελώσα, ελκυστική και δεικνυομένη, διαχυτική εις όσους ξένους διπλωμάτας ή αξιωματικούς του ναυτικού ή και απλούς περιηγητάς, όσους εγνώριζε, σοβαρά ξηρά ως περγαμηνή, ψυχρά και επιφυλακτική δι’ όλους τους νέους των Αθηνών τους οποίους έβλεπεν εις τον περίπατον, ή εις τας απογευματινάς, ή εις τους μεγάλους χορούς. Δεν ενθυμούμαι να την είδον ποτέ συνοδευομένην εις τον δρόμον από ένα Αθηναίον νέον, ενώ την έβλεπον ουχί σπανίως βαδίζουσαν παρά το πλευρόν ξένου τινός μισοτρίβου ή νέου, φορούντος ενδύματα κομμένα και ραμμένα εις την Ευρώπην, σιδηρωμένα της στιγμής, φέροντα γκέττες, ασυνήθους χρωματισμού λαιμοδέτην και γάντια μοναδικής καθαρότητος.

Και εγέλα και εθορύβει παρά το πλευρόν ενός τοιούτου συνοδού της, αφοσιωμένη διαρκώς εις αυτόν, μη προσέχουσα σχεδόν καθόλου εις την πάντοτε συνοδεύουσαν αυτήν με το βραδύ και συρόμενο βήμα μαμά της, μη καταδεχομένη να ρίψη εν καν βλέμμα εις τους διαβάτας, προς τους οποίους εφαίνετο λέγουσα η υπερήφανος διέλευσίς της: “Ουφ! Τι πρόστυχοι, που είσθε!” Εις τας χορευτικάς απογευματινάς ή εσπερίδας, όσοι την έβλεπον, ενθυμούντο, ότι μόλις άπαξ εχόρευε με τινα νέον φίλον της οικογενείας της, εισερχομένη εις την αγκάλην του με μεγάλην επιφυλακτικότητα, δεικνυομένη άκαμπτος, ψυχρά, αποκρουστική, περιφρονούσα και τον χορευτήν, και τα άλλα χορεύοντα ζεύγη, και τους λοιπούς εν τη αιθούση τους ορώντας τους ορχουμένους. Μόνον, όταν εχόρευε με ξένον τινά, ή γραμματέα ή ακόλουθον πρεσβείας ή ξένον αξιωματικόν ή ξένον οποιονδήποτε τέλος, παρεπιδημούντα εις τας Αθήνας, μετεμψυχούτο όλη δια μιάς, ήλλαζεν έκφρασιν μορφής και κίνησιν σώματος και κεφαλής, και ποδών. Μετεβάλλετο τότε εις Σειρήνα, εις χαριτωμένην σιλουέτταν γυναικός πλήρους θελγήτρων και ηδονής. Έκλινεν απαλώς την μικράν και χαρίεσσαν κεφαλήν με την αβράν και λαμπράν κόμμωσιν επί του ώμου του καβαλιέρου της, στηρίζουσα την αριστεράν χείρα επίσης επί του ώμου του και περιεστρέφετο και εδονείτο μεθύουσα εξ αγαλλιάσεως, εξ απολαύσεως απείρου, ήτις εζωγραφείτο εις τους κυανούς οφθαλμούς της φωτίζοντας την συνήθως κέρινον όψιν της με λάμψιν τελείας ευδαιμονίας.

Αι άλλαι, οι άλλοι την εζήλευον τότε, σχεδόν την εφθόνουν εψιθύριζον δε σκάνοντες: “Αν δεν πάρη διπλωμάτην αυτή η κόρη δεν θα ησυχάση”. Και ως διαρκώς έκαμνε τον γύρον της μία τοιαύτη φράσις, η ηχώ από όλα τα στόματα εις την αίθουσαν απήντα με την συνήθη αθηναϊκήν κακεντρεχή ευχαρίστησιν: “Ποιά, η βαρωνίσκη αυτή;” Την απεκάλουν δε συνήθως βαρωνίσκην, εκδικούμενοι διά της λέξεως ταύτης την ακαταδεξίαν της και την υπερηφάνειάν της προς όλους και όλας. Εκείνο το οποίον δεν ηδυνάμην να εννοήσω από τον περίεργον αυτόν αθηναϊκόν τύπον ήτο, αν φύσει ήτο εκκεντρική, εσκέπτετο, ησθάνετο και συμπεριφέρετο παραδόξως προς εαυτήν και τους άλλους ή παν ό,τι έπρατε και παν ό,τι έπρατε και παν ό,τι έλεγε προήρχετο εκ τεχνικωτάτης επιτηδεύσεως. Οι περισσότεροι σχεδόν όλοι έλεγον απροκαλύπτως, ότι το παν της ήτο επιτηδευμένον και προσποιητόν.

Πολλάκις ηρχόμην να πιστεύω την γενικήν αυτήν κρίσιν του κόσμου, αλλά πάντοτε δεν ειξεύρω διατί ησθανόμην δυσπιστίαν προς την καθολικήν αυτήν πεποίθησιν. Και μου ήρεσε πάντοτε να βλέπω ως περίεργον όλως φυσιογνωμίαν την αλαζόνα ταύτην κόρην, την ιπταμένην υπεράνω των οικογενειακών της παραδόσεων, των υλικών της μέσων ακόμη και φερομένην πάντοτε εις ονειρώδη και ασύλληπτον κόσμον, περιφρονούσαν όλους και όλας τας περί εαυτήν, αδιαφορούσαν προς τα λεγόμενα δι’ αυτήν αυτήν και αγωνιζομένην αποκρύφως πως να κατορθώση να πραγματώση ίσως τα ίδιά της όνειρα, τας ιδιαιτέρας της επιθυμίας, χωρίς δυστυχώς να τα επιτυγχάνη. Ήτο δε λάτρης της ποιήσεως και της μουσικής, κατά περίεργον επίσης τρόπον εκδηλούσα την καλλιτεχνικήν της ταύτην ροπήν. Έπαιζε πιάνο, - το συνειθισμένον παίξιμον των περισσοτέρων δεσποινίδων, - γνωρίζουσα να εκτελή εκτός των βαλς των οπερεττών και μερικά δύσκολα μουσικά τεμάχια, εις των οποίων την εκτέλεσιν εδείκνυε περισσοτέραν φορτικότητα και ταραχήν, νομίζουσα, ότι επροτοτύπει ούτω, από φυσικότητα και αλήθειαν συμφωνούσαν προς την ιδέαν του συνθέτου. Ηγάπα επίσης την ποίησιν, και απήγγελλεν εις σπανίας περιστάσεις, ιδίως όταν ήτο μόνη, ή μεταξύ ξένων μελαγχολικούς στίχους του Μυσσέ, κανέν ειδύλλιον ή ελεγείον του Σενιέ, κανέν φιλοσοφικόν ποιήμα του Μπανβίλ, μερικούς στίχους του Γωτιέ, - αφ’όσα εδιάβαζεν εδω κ’εκεί και αφ’ όσα ενθυμείτο.

Αι κακαί γλώσσαι έλεγον δι’αυτην, ότι ήτο ποιήτρια και ότι μάλιστα έγραφε ποιήματα εις γαλλικήν γλώσσαν, τα οποία έστελλε προς δημοσίευσιν από καιρού εις καιρόν εις γαλλικά περιοδικά χωρίς ποτέ να λαμβάνουν ταύτα την τιμήν της δημοσιεύσεως. Εις το σπίτι της, εις τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους - με τους εντοπίους σπανίως αντήλλασσεν επισκέψεις – εφέρετο με παραδόξους τρόπους. Διηγούντο, ότι κάποτε παρουσιάσθη εις το σαλόνι της ενώπιον ξένων με πολύ βραχύ οπωσούν φόρεμα, χωρίς να φορή περικνημίδας και με μεταξωτάς σκοτεινού χρώματος γόβας, προφασιζομένη, ότι ήτο πολύ “σικ” εις ένα σαλόνι να εμφανίζεται μία δεσποινίς με γυμνούς πόδας, λευκούς, λευκοτάτους. Το γεγονός αυτό είχε κάμη μέγαν θόρυβον τότε, αλλ’αυτή, καιτοι έφθασαν οι ψιθυρισμοί μέχρι των ώτων της, δεν έδωσε καμμίαν προσοχήν εις αυτούς. Ήτο η πρώτη κόρη, ήτις προ ετών ανέβη άλλοτε επί ποδηλάτου με κοντήν εσθήτα, τότε, ότε προ τινων ετών ήτο πολύ της μόδας δια την αριστοκρατίαν το ποδήλατον και δεν είχε γίνη τούτο κτήμα και των “προστύχων” όπως λέγουν σήμερον οι φορούντες μονύελον και φαιόχρους γκαίτας.

Εις την ακτήν του Φαλήρου εθεάτο πολλάκις περιπλέουσα εις τα ανδρικά λουτρά χωρίς να ρίπτη βλέμμα δεξιά ή αριστερά της, κλείουσα τα ώτα της εις όσους υπαινιγμούς έβαλον κατ’ αυτής οι λουόμενοι άνδρες, οι τόσον ξιπαζόμενοι εκ του θεάματος αυτού… Και αιφνιδίως μίαν ημέραν η κόρη αύτη έγινεν άφαντος από τας κοσμικάς συναθροίσεις. Η εξαφάνισίς της αύτη εσχολιάσθη ζωηρώς. Αι κακαί γλώσσαι εύρον νέαν αφορμήν να εκδικηθώσι. Πολλά ελέχθησαν. Εν ειδύλλιον ήλθεν εις το μέσον, ειδύλλιον, το οποίον είχε πολύ πεζήν λύσιν. Ελέχθη, ότι η νεάνις προσεκολλήθη, ως χρυσαλλίς ελκυσθείσα από το φως, εις ξένον τινά και ότι αφού εκάησαν τα πτερά της εκ της προσκολλήσεως ταύτης ο ξένος έφυγε και αφήκε την κόρην… Έπειτα, ύστερα από καιρόν, αφού εξεθύμαναν αι διαδόσεις αύται, μίαν ημέραν επανείδον την νεανίδα εις τον δρόμον.

Είχε παραλλάξη πολύ. Είχε παχύνη, τα χαρακτηριστικά της είχον εκτραχυνθή, εν τούτοις διατήρει εντελώς την παλαιάν ιδιόρρυθμον έκφρασίν της. Μίαν στιγμήν την είδον, μόλις την παρετήρησα… Μετά πολύν πάλιν καιρόν εγνώσθη, ότι η νέα υπανδρεύθη φευ ουχί διπλωμάτην ή ξένον αξιωματικόν, αλλά κάποιον έμπορον, εμπορευόμενον εις τας επαρχίας και τον Πειραιά. Προχθές εκαθήμην εις μίαν μπύραν, ότε ενώ η μικρά ορχήστρα της αιθούσης έπαιζε μίαν τρελλήν “γκαβότταν” μ’ ενοχλούσε μία φωνή μισοτρίβου τινός γυναικός λεγούσης με ύφος επιστημονικόν προς την άλλην μισότριβον κυρίαν:

- Παίρνεις, κυρά μου, δεκαέξ αυγά και κτυπάς τους κροκούς των με διακόσια δράμια ζάχαρι, τα δουλεύεις και αφού ασπρίσουν καλά ρίχνεις μέσα εκατό δράμια αλεύρι και τέσσαρες γαλέτες κοπανισμένες ψηλά και περασμένες από μία σίτα. Ύστερα κτυπάς εις άλλο αγγείον τα ασπράδια για να γίνουν μαρέγγα, τα ενώνεις όλα μαζύ, αλείφεις την φόρμα βούτυρο και τα ρίχνεις μέσα και τα στέλνεις εις τον φούρνον. Το παντεσπάνι αυτό για βούτημα είνε ωραίο, αρκεί να το φουσκώση καλά ο φούρνος….

Εστράφην και είδα την μισότριβον οικοκυράν. Ήτο η δυστυχής βαρωνίσκη της άλλοτε.

Μποέμ

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

"Ο ΛΙΜΑΔΟΡΟΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ” 9 Ιανουαρίου 1900

ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΗΘΗ

Ο ΛΙΜΑΔΟΡΟΣ

{Εις τον δρόμον εις Κύριος ζητεί να αποφύγη άλλον Κύριον ερχόμενον κατ’ ευθείαν κατ’ επάνω του, αν και δεν το κατορθώνει.}

Ο ΚΥΡΙΟΣ (σπέυδων προς αυτόν και σφίγγον το χέρι του ζωηρώς(. - Καλή ημέρα σας, καλή ημέρα σας. Τι νέα έχουμε σήμερα;

Ο ΑΛΛΟΣ (καθ’εαυτόν). - Πάλι με εγράπωσε, δυστυχία μου. (Προς τον κύριον μειδιών φιλοφρόνως). - Καλά, ευχαριστώ. Χαίρω που σας βλέπω καλά.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (ημιαφίνων το χέρι του κυρίου και έτοιμος να κρατήση σφικτά εις πρώτον κίνημα απομακρύνσεως εκείνου). - Ε πως τα βλέπεις τα πράγματα;

Ο ΑΛΛΟΣ (ημικλείων τους οφθαλμούς και σφίγγων τα χείλη ωσεί να κατέπιε κινίνην). - Δεν ξέρω τίποτε σήμερα. (Κάμνων κίνημα δια να αναχωρήση). Με συγχωρείτε, έχω μίαν υπόθεσιν κατεπείγουσαν.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (κτυπών εις τον ώμον) - Τι διάβολο, όλο υποθέσεις σπουδαίας και κατεπείγουσας έχεις εσύ… Στάσου βρε αδερφέ, να πούμε τίποτε.

Ο ΑΛΛΟΣ – Μα ξέρεις...

Ο ΚΥΡΙΟΣ (διακόπτων αυτόν βιαίως.) - Μωρέ, εδιάβασες σήμερα την “Ακρόπολην”. Είδες, κύριε, την νέαν εξέλιξιν των αστυνομικών σκανδάλων. (Πιάνων την μύτην του). Τι βρώμα! Τι δυσωδία! (Εξαπτόμενος και κάμνων χειρονομίαν αγανακτήσεως.( Τελείωσε, πρέπει να απαλλαγώμεν απ΄αυτό το άθλιον αστυνομικόν σύστημα. Η στρατιωτική αστυνομία απεδείχθη, ότι κατέστρεψε αντί να ενισχύση την δημοσίαν ασφάλειαν. Πρέπει να καταργηθή.

Ο ΑΛΛΟΣ (καταπνίγων ένα στεναγμόν και ψιθυρίζων μηχανικώς). - - Βέβαια πρέπει να καταργηθή.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (κάμνων δυο βήματα αντιθέτως προς το μέρος, όπου διηυθύνετο ο άλλος και συμπαρασύρων αυτόν.) - Πάμε, ολίγο παρακάτω… Έχεις ώρα να τελειώσης τη δουλειά σου. Πρέπει, λοιπόν, να καταργηθή η στρατιωτική αστυνομία.

Ο ΑΛΛΟΣ (εξάγων το ωρολόγιόν του και παρατηρών μετά στενοχώριας την ώραν). - Μα είνε δέκα παρά πέντε, δεν ειμπορώ. Εις τας δέκα ακριβώς πρέπει να είμαι εις ένα ραντεβού.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (κρατών τόρα αυτόν σφικτά από τον βραχίονα.) - Δεν πειράζει. Προφθαίνεις. Στάσου, λοιπόν να ιδής μιά στιγμή. Να καταργηθή είπομεν η στρατιωτική αστυνομία, αλλά δεν ενθυμίσαι προ εξ ετών με πόσον ενθουσιασμόν όλοι μας και η κοινωνία και ο τύπος και η πολιτεία απεδέχθημεν τον θεσμόν αυτόν. Όλοι μας ελέγομεν, ότι εις την στρατιωτικήν αστυνομίαν στηρίζομεν όλας τας ελπίδας μας όπως αναστηλώση την καταπεσούσαν δημοσίαν τάξιν.

Ο ΑΛΛΟΣ (εν στενοχωρία.) - Απελπισία!

Ο ΚΥΡΙΟΣ - Δεν λες κάτι χειρότερον. Πλήρης μαρασμός και απογοήτευσις (Αξιωματικώς.) Πάμε κατά διαόλου μάννα. (Εξαπτόμενος.) Σαπίλα! Αποσύνθεσις, βρώμα παντού. Τι θα γίνη δεν ειμπορώ να καταλάβω.

Ο ΑΛΛΟΣ (νεύων δυσθύμως χαμαί). - Τι θα γίνη αλήθεια...

Ο ΚΥΡΙΟΣ (συμπαρασύρων με την φλυαρίαν του τον άλλον δέκα ακόμη βήματα.) - Δεν έχεις, βρε αδερφέ, που να στηρίξης τας ελπίδας σου. Όπου και να στραφής θα σε πνίξη η δυσοσμία της διαφθοράς.

Ο ΑΛΛΟΣ. (εξάγων το ωρολόγιόν του). - Αχ. Έχασα το ραντεβού μου. Δέκα και τέταρτον.

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Δεν πειράζει, βρε αδερφέ. Πας άλλη ώρα… (τραβών αυτόν από την κουμπότρυπαν του ενδύματός του(. -Που λες, φίλε μου, άνω κάτω διαφθορά. Κλεψιά κλεψιά! Δεν είδεν πάλιν ο κ. Μερκούρης τι χάλια ανεκάλυψεν εις τον δήμον Αθηναίων, εις τον πρώτον δήμον του Κράτους.

Ο ΑΛΛΟΣ – Όχι δα;

Ο ΚΥΡΙΟΣ - Βέβαια. Τα αρχικά χρέη του δήμου ήσαν πεντακόσιαι χιλιάδες, αριθμός 500.000, φίλε μου και δια της μεθόδου των τόκων πόσον παρακαλώ;

Ο ΑΛΛΟΣ – Ξέρω κ’εγώ;

Ο ΚΥΡΙΟΣ - Πες ένα αριθμόν. Να ζήσης

Ο ΑΛΛΟΣ – Εις ένα εκατομμύριον.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (γελών νευρικώς). - Εις εν εκατομμύριον; Μα, που ζης, σε παρακαλώ, εις το Τρανσβάαλ. (Αποφθεγματικώς). Δια της μεθόδου των τόκων αι πεντακόσιαι χιλιάδες ανήλθον εις ένδεκα ολόκληρα εκατομμύρια. (Κάμνων αγρίαν χειρονομίαν). Και ο δήμος Αθηναίων κινδυνεύη να χρεωκοπήση! Τ’ ακούς αυτά. Ένδεκα, έν-δε-κα εκα-τομ-μύ-ρι-α!

Ο ΑΛΛΟΣ (εξάγων το ωρολόγιόν του). - Ένδεκα και τέταρτον! Πωπό! Εσύ μου έφαγες με τα λόγια μιά μιση ώρα τόρα.

Ο ΚΥΡΙΟΣ - Καλά, βρε αδερφέ, με την ώραν σου και συ. Λοιπόν, τι να γίνη με τέτοια χάλια εις τον πρώτον δήμον Αθηναίων.

Ο ΑΛΛΟΣ – Ε΄, πρέπει να ληφθώσι μέτρα εγκαίρως.

Ο ΚΥΡΙΟΣ (σταυρώνων τας χείρας του όπισθεν και προτείνων το στήθος του και την κεφαλήν, ενώ ημικλείει τους οφθαλμούς). - Και ποίος είνε αυτός που πρέπη να λάβη μέτρα, σας παρακαλώ;

Ο ΑΛΛΟΣ (δυσθύμως πάντοτε). - Ο δήμος, η κυβέρνησις...

Ο ΚΥΡΙΟΣ (κρεμών τρεις πήχεις τα μούτρα του και και κινών την κεφαλήν του απελπιστικώς). - Ποία Κυβέρνησις; Μα έχομεν Κυβέρνησιν; Δεν εδιάβασες, λοιπόν εις τας εφημερίδας ότι η Κυβέρνησις διαλύεται;

Ο ΑΛΛΟΣ - Ωχ αδερφέ, δεν θα είνε ακριβή τα γραφέντα.

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Ποιός σου τάπε, φιλαράκο μου (Πιάνων αυτόν με τας δύο χείρας του από τον ώμον και κινών αύτον ζωηρώς, ενώ τον βλέπει εις τους οφθαλμούς ασκαρδαμυκτεί). Για δες με καλά μέσα στα μάτια.

Ο ΑΛΛΟΣ (βλέπων αυτόν εις τα μάτια) - Ε΄ σε βλέπω. Τι τρέχει;

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Πές μου, ένα πράγμα. Με ξέρεις εμένα να λέγω ψέματα ποτέ;

Ο ΑΛΛΟΣ - Όχι, βρε αδερφέ, δεν λες ψέμματα. Ποιός σου είπε πως λες ψέμματα;

Ο ΚΥΡΙΟΣ (παραιτών αυτόν) – Λέω κ’εγώ! Λοιπόν άκου τώρα, (του λέγει ψιθυριστά εις το αυτί.) Ένας έμπιστος φίλος του Σιμόπουλου, μου είπεν, ότι η Κυβέρνησις δεν στέκει καλά. Εγώ δεν επείσθην εις αυτό, αλλ’ έτρεξα και εύρηκα ένα έμπιστον φίλον του κ. Θεοτόκη και τον ηρώτησα τι τρέχει, βρε αδερφέ, πες μου. Είνε αλήθεια αυτά που διαδίδονται;

Ο ΑΛΛΟΣ (κοιττάζων το ωρολόγιόν του) -Δώδεκα παρά δύο! (Έκπληκτος.) Δώδεκα παρά δύο! Α! Φίλε μου. Δεν ειμπορώ. Σ’αφίνω. Εις τας δώδεκα ακριβώς είμαι προσκεκλημένος εις ένα γεύμα. Μου είπαν δε πως δώδεκα και ένα δεν με περιμένουν και θα μου κρεμάσουν το κουτάλι!

Ο ΚΥΡΙΟΣ (αφελώς(. - Ωχ, αδερφέ, προφθαίνεις. Πέρνεις το τραμ. Εν ανάγκη παίρνεις και ένα αμάξι. Το κάτω, Κάτω της γραφής, εγώ το πληρώνω.

Ο ΑΛΛΟΣ – Λέγε λοιπόν...

Ο ΚΥΡΙΟΣ (ψυθυριστά προς το αυτί του άλλου). - Λοιπόν, ο έμπιστος φίλος του Θεοτόκη μου λέγει ιδιαιτέρως πάντοτε, σε παρακαλώ δε, να μη κάμης χρήσιν αυτών, που θα σου είπω… Μου λέγει λοιπόν, (τον συμπαρασύρη άλλα εκατόν βήματα σιγά, σιγά,) ότι υπουργική κρίσις επίκειται. Αλλά μη ειπής σε κανέναν, βρε αδερφέ, ακούς;

Ο ΑΛΛΟΣ – Καλά ντε!, δεν τα λέγω εις κανένα.

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Μπράβο! Μου είπε λοιπόν ο φίλος του Θεοτόκη, ότι η ρήξις επίκειται, διότι Σιμόπουλος και Θεοτόκης επιάσθησαν για καλά και θα παραιτηθούν και οι δύο.

Ο ΑΛΛΟΣ – Έτσι, έ;

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Βέβαια, πρώτα θα παραιτηθή ο Σιμόπουλος και ύστερα ο Θεοτόκης με τους άλλους υπουργούς.

Ο ΑΛΛΟΣ – Περίεργον! (Εξάγων το ωρολόγιόν του). Μα, δεν υποφέρεσαι. Δώδεκα και είκοσιπέντε. Πάει, έχασα το γεύμα. Να όψεσαι.

Ο ΚΥΡΙΟΣ – Δεν πειράζει. Να που την εφάγαμε την Κυβέρνησιν.

Ο ΑΛΛΟΣ (εν αγανακτήσει.) - Πολύ καλά, αλλά να δούμε τι θα φάγω κ’εγώ, τώρα, που έχασα το γεύμα μου;

Ο ΚΥΡΙΟΣ (παρασύρων αυτόν πάντοτε μαζί του.) -Βρε, αθιμοταξίας τόρα, κάθησε και κρατείς. Να πάμε εδώ εις το ξενοδοχείον να φάμε μαζί, μου κάνεις το τραπέζι και έτσι, θα σου αναπτύξω τι θα γίνη κατόπιν της υπουργικής κρίσεως!

ΜΠΟΕΜ

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΚΟΥΛΕ – ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Πρωτοχρονιάτικο χρονογράφημα του Δημήτρη Χατζόπουλου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την 1 Ιανουαρίου 1934. 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΚΟΥΛΕ
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ

   Η σκηνή στη γωνία της οδού Σταδίου και πλατείας Συντάγματος, ενώ εφυσούσε παγερό αττικό βοριαδάκι. Αυτή η γωνιά του Συντάγματος είνε ο Κάβο ντ’όρος της πρωτευούσης. Την βραδειά εκείνη παραμονή Πρωτοχρονιάς συνεκρούσθην απροσδόκητα στην γωνίαν με αλησμόνητον φίλον, έναν ανεκτίμητον παλαιόν αθηναίον:
- Αϊ !
- Αϊ !
   Είχαμε ανεβασμένον τον γιακά των επανωφοριών μας, τραβηγμένην έως τ’αυτιά την ρεπούμπλικα. Τα χέρια στης τσέπες και το βήμα γοργόν. Εσταματήσαμεν ακριβώς στην γωνίαν του αλλοτινού πρώτου καφφενείου Ζαχαράτου. Ο άνεμος έκανε τα άκρα του επανωφοριού μας σημαίαν και μας επάγωνε τα λόγια στα χείλη.
- Για που; Καφφέ;
- Καφφέ Πρωτοχρονιάν; Δεν τον πίνουν ούτε ιμάμηδες.
- Δεν έχεις κανένα σχέδιον;
- Απλώς κάποιο χιλιάρικο.
- Τότε συνταυτίζεται το σχέδιό σου με το δικό μου. Έλα να φάμε πρώτα τον πρωτοχρονιάτικον γάλον.
   Βραχνή φωνή ηκούσθη δίπλα μας.
- Κι εγώ, ρε, έχω όρεξι για γάλον!
    Δεν ήταν ανάγκη να στραφώμεν. Η βραχνή εκείνη φωνή μας ήταν γνωστή όπως κι ο Παρθενών. Δεν θα υπήρχε αθηναίος που να μη την αναγνώριζε, έστω κι’ αν την άκουγε στο βαθύτερο σκοτάδι. Ο Σακκουλές δεν είχε εγκαταλείψει την προσφιλή του γωνίαν κι’ εκείνην την παγεράν χειμερινήν βραδειάν. Όσοι εμπήκαν αμέσως στο νόημα, δεν θα δυσκολευθούν στην ανάμνησιν του σχεδόν μοναδικού αυτού αθηναϊκού τύπου της πλατείας Συντάγματος. Πολλοί τύποι εδοξάσθησαν στας Αθήνας και πολλοί απετέλεσαν χαρακτηριστικόν γνώρισμα εποχών. Από τους «μάγκας του Ρολογιού» της Παληάς Αγοράς μέχρι του νεωτέρου πολιτικού και ποιητού Αρμάνδου Δελαπατρίδου, αλλ’ η φυσιογνωμία του αειμνήστου Σακκουλέ αποτελεί μίαν ανωτερώτητα στο είδος της. Πως ενεφανίσθη στην γωνίαν του προηγουμένου εκεί καφφενείου Ζαχαράτου σχεδόν δεν ήξερε κανείς, αλλά κανείς δεν τον αγνοούσε στας Αθήνας. Η φήμη του είχε φθάσει πολύ έξω από τα στενά όρια της μικρούλας Ελλάδος των προπολεμικών χρόνων. Περιηγηταί τον εφωτογραφούσαν, όπως και τον φουστανελλά Μερακλήν του Ζαππείου, ξένοι γράφοντες τον ενθυμούντο στας δημοσιευομένας εντυπώσεις των ταξειδίων στας Αθήνας. Νομίζω, ότι ετιμήθη η προσωπικότης του Σακκουλέ και με τον απαθανατισμόν της στας σελίδας της παρισινής «Ιλλουστρασιόν». Τέλος δεν εννοείτο τότε η πλατεία του Συντάγματος χωρίς την παρουσίαν του Σακκουλέ. Το στρατηγείον του ήταν η περίφημη και επικίνδυνη γωνία. Χαμηλού μάλλον αναστήματος, εύρωστος, μελαψός, αναμαλλιάρης, αιωνίως ξυπόλυτος, ακόμη κι’ όταν του εχάριζαν παπούτσια – τα επωλούσε στο Αναβρυτήριον, το δημοπρατήριον τότε – με ξεκούμπωτον το λερόν υποκάμισον, ώστε εφαίνετο κατάμαυρον το λάσιον στήθος του, στήθος τσέλιγκα των οροπεδίων της Πίνδου, εσταματούσε τον κόσμον. Κουρελής, λιγδιάς, θρασύς, απαιτητικός επρόσταζε τους διαβάτας με γοητευτικήν προπέτειαν:
- Ρε, φέρε μια δεκάρα !
   Η προσταγή του απηθύνετο ανεξαιρέτως προς όλους, διοτι εφρονούσε ο αείμνηστος ανήρ, ότι είχε αδιαμφισβήτητα δικαιώματα δεκαλέπτου φορολογίας παντός διερχομένου ενώπιόν του, είτε μικροαστός ήταν αυτός, είτε αξιωματούχος, πολιτικός, διανοούμενος, έμπορος, επαγγελματίας. Η προσταγή του απηυθύνθη πολλάκις και προς υπουργούς, πρωθυπουργούς, πρίγκηπας. Έφθασε κάποτε μέχρι των αυτιών του βασιλέως Γεωργίου Α’, καθώς κατέβαινε πεζός από τ’ Ανάκτορα για να σουλατσάρη υψηλός, λεπτός, μ’ένα μπαστουνάκι πάχους περίπου σπίρτου, στην οδόν Ερμού, περιεργαζόμενος της βιτρίνες των εμπορικών της σαν κοινός αστός. Ο Γεώργιος Α’ εχαμογέλασε και επλήρωσε τον φόρον του ως έλλην πολίτης κι’ αυτός προς τον Σακκουλέ μ’ ένα χρυσόν εικοσάδραχμον. Ο Σακκουλές αντί ευχαριστήσεως είπε μεγαλειωδέστερος αυτός, προς την φορολογηθείσαν Μεγαλειότητα ξηρά και συγκατανευτικά:
- Άτε, ρε, πήγαινε!
   Είχε  όμως και τας ισχνάς αγελάδας της η φορολογία του, σαν κάθε δυσάρεστη φορολογία σ’αυτόν τον κόσμον. Εις κάποιαν ημέραν μειώσεως των προσόδων της ωφείλετο και η επιγραμματική ρήσις του Σακκουλέ δια τους ομοεθνείς του. Είπε με μελαγχολίαν:
- Ρε, τι διόμισυ εκατομμύρια έλληνες είσθε σεις, που δεν μπορείτε να θρέψετε ένα τεμπέλην σαν και μένα!

   Η πέννα του Ιωάννου Κονδυλάκη, και του Ζαχαρία Παπαντωνίου, των δυο αθηναίων χρονογράφων περιωπής στην νεωτέραν αυτήν κομψήν ελαφρολογίαν, απησχολήθη με τον Σακκουλέ πολλάκις. Σ’ ένα ιστορικόν λεύκωμα των αθηναϊκών λαϊκών τύπων, που θα εξεδίδετο ποτέ, θα είχαν την πρώτην θέσιν παρόμοια εφήμερα αριστουργήματα, χαμένα στους κιτρινισμένους, σκονισμένους ογκώδεις τόμους εφημερίδων. Και όπως δεν άφηνε ποτέ την αγαπημένην του γωνίαν ο μεγαλειώδης τύπος μας, δεν την είχε  αφήσει και την παγωμένην εκείνην πρωτοχρονιάτικην νύκτα. Δεν την αφήκε παρά όταν αφήκε και τον πρόσκαιρον κόσμον. Υπήρξε ήρως του φορολογικού καθήκοντός του. Μίαν ημέραν άρπαξε εκεί μαζί με της τελευταίες δεκάρες των φορολογουμένων πολιτών και την πνευμονίαν. Πολλοί έχυσαν παροδικόν δάκρυ στην θλιβερήν είδησιν της ανεπανορθώτου απωλείας. Ο τύπος απησχολήθη εκτενώς με τον θάνατον του δημοφιλούς ανδρός και μάλιστα ερρίφθη η ιδέα της αναστηλώσεως χαλκής προτομής του στο Σύνταγμα! Φευ!  Δεν επετεύχθη καν αναμνηστική του πλαξ στην προσφιλή του γωνίαν της πολυετούς δράσεώς του…

  --- ---
   Η σκιά του Σακκουλέ επανέλαβε σε επιτακτικώτερον τόνον:
- Είπα, ρε, ότι έχω κι΄εγώ όρεξι για γάλον…
   Ο αλησμόνητος φίλος είχε πάντα εκδηλώσεις εκκεντρικάς. Απήντησε με την χρυσήν ενδοτικότητά του προς κάθε επιθυμίαν του πλησίον:
- Κύριε Σακκουλέ, η τιμή που μου κάνετε είνε μεγάλη. Ορίστε, παρακαλώ, να γευματίσωμεν μαζί απόψε…
   Και επέρασε τον βραχίονά του ελαφρά σαν μαρκησία των μελοδραμάτων στον βραχίονα του τρέμοντος από το ψύχος μεγάλου ανδρός, προσθέσας:
- Φίλε μου, δόσε και συ το χέρι σου στον κύριον Σακκουλέ.
   Τον επιάσαμεν και σε λίγο έκπληκτοι, σαστισμένοι οι πελάται ενός των καλλιτέρων ξενοδοχείων των Αθηνών είδαν να εισέρχεται η τριάς εκείνη α λα μπρατσέτο. Τα γκαρσόνια ωπισθοχώρησαν στην αρχήν, έπειτα, τας ιδιορρυθμίας του φίλου μου, συνιδιοκτήτου του διακεκριμένου ξενοδοχείου, έσπευσαν πρόθυμα:
- Μη κοπιάζετε, κύριοι, παρετήρησε ο φίλος. Είνε περιττόν, ο κύριος Σακκουλές δεν έχει πολλάς σχέσεις  με την γκαρνταρόμπα… Μονάχα να σερβιρισθή ένα τραπεζάκι, παρακαλώ, για τους τρεις μας στο σαλονάκι δίπλα…
   Γλυκειά θαλπωρή στο οίκημα. Κατάφωτη η μεγάλη αίθουσα του εστιατορίου, τα παράπλευρα σαλόνια.  Πεντήκοντα και πλέον κυρίαι, κύριοι εγευμάτιζαν ευχάριστα, άνετα. Τα φρακοφορούντα γκαρσόνια επηγαινοήρχοντο με αθόρυβον βήμα.
- Παρακαλώ, κύριε Σακκουλλέ, περάστε…
   Ο μέγας φορομπήχτης εφάνη στη στιγμή άξιος της τιμής, που του έγινε. Η αυτοκυριαρχία του ήταν υπέροχη, η προσαρμογή του προς το απροσδόκητον γι΄αυτόν περιβάλλον άμεσος κι’ άμεμπτος. Εβημάτισε με νωχελή αξιοπρέπειαν επάνω στα πολύτιμα χαλιά προς το σαλονάκι, γυμνόπους και κουρελής κι΄εκάθησε με αξιοπρέπειαν στο απαστράπτον τραπεζάκι με τα κρυστάλλινα ποτήρια, τ’ ασημένια μαχαιροπήρουνα. Προς χάριν του έσκυβαν οι λευκοί νάρκισσοι με μετριοφροσύνην στα χείλη του βάζου του τραπεζιού κι΄εσκορπούσαν το μεθυστικότερον άρωμά των. Το γεύμα εσερβιρίσθη τέλειον. Έως ότου να έρθη η σειρά του εορτινού γάλου προηγήθησαν πεντέξ’ εδέσματα μαγειρικής πρώτης. Ο ξένος μας δεν είπε ανακρίβειαν, ότι έιχε όρεξιν για τον γάλον. Ετίμησε τετράκις την προαναφερθείσαν πιατέλλα. Έτρωγε κι’ έπινε με λεπτότητα εκπληκτικήν. Εχρησιμοποιούσε τα μαχαιροπήρουνα τελειότερα κι από τας κυρίας γραμματέων πρεσβειών εις την παράπλευρον αίθουσαν.
- Άντε, ρε, να πιούμε ένα ακόμη, ήταν η συχνοτέρα φράσις του.
   Εφάνη και τέλειος «ντεγκουσταταίρ». Είχε επιτυχείς εκφράσεις για τα γαλλικά κρασιά, την γαλλικήν λεπτήν μπύραν. Θαυμαστότερος υπήρξε στη σαμπάνια.
- Καλή μάρκα, ρε. Πίνεται!
   Η εμφάνισις του Σακκουλέ στο εκλεκτόν αθηναϊκόν κέντρον δεν επροκάλεσε κανέν σκάνδαλον, αλλά εφάνη το φυσικώτερον των πραγμάτων. Όλαι και όλοι εγνώριζαν τας εκκεντρικότητας του συνιδιοκτήτου του ξενοδοχείου. Τους ψυθιρισμούς στην αρχήν διεδέχθησαν γέλοια, επιφωνήσεις, γενική χαρά. Κυρίαι,  δεσποινίδες, κύριοι επηγαινοέρχοντο μετά το γεύμα από το εστιατόριον στας αιθούσας, δεν εχόρταιναν την φαιδράν έκπληξιν. Προσπερνούσαν κι’ εχαιρετούσαν με φιλικήν υπόκλισιν και ο Σακκουλες μόλις κατεδέχετο να κυττάξη τον ομαδικόν θαυμασμόν προς την εξοχότητά του. Μίαν στιγμήν καν δεν έδειξε σύγχισιν, όχλησιν. Εκινούσε συγκαταβατικώς το χαλκόχρουν κεφάλι του και εσείετο η φοβερά χαίτη του αστραφτερή με το εβενώδες χρώμα της, αντανακλωμένη στους καθρέφτας γύρω. Όλα τα βρήκε εν τάξει, μονάχα στην ώραν του καφφέ εμόρφασε:
- Άτε, ρε, που είνε καφφές αυτός; Καφφέ μοναχά στου Ζαχαράτου πίνει κανείς. Μεγαλείο !...
   Εζητήσαμεν την επιηκή συγνώμην του και προς αποζημίωσιν της δυσαρεσκείας του επεράσαμεν στο χωλλ, όπου εσερβιρίσθη τεράστιος δίσκος με το ουίσκυ. Ο Σακκουλές εφάνη γνώστης και της υποθέσεως αυτής.
- Δύο δάχτυλα, ρε, σκέτο, είπε στο γκάρσόνι, χωρίς πάγο.
   Τώρα προσήλθον στο χωλλ θαυμασταί, θαυμάστριαι του. Ντιβανάκια, πολυθρόνες, καθίσματα εφορτώθησαν από ανθρώπινα σώματα. Φασαμαίν κυριών διηυθύνθησαν με αστρονομικήν δίψαν, προς την εξοχότητά του, η οποία απαθής, αξιοπρεπής, με το ένα γυμνό πόδι επάνω στο άλλο εκάπνιζε, έπινε σιγά-σιγά. Κάποιαν στιγμήν παρετήρησε επιπληκτικώς προς νεαρήν έξωμον κυρίαν,  η  οποία έσκυβε  σχεδόν επάνω του για να τον θαυμάση περισσότερον:
- Ρε συ, εδώ μέσα μου κάνεις τα γλυκά μάτια, αλλά όταν περνάς απ’ του Ζαχαράτου ξεχνάς τη δεκάρα σου σαχλαμάρα !
   Χειροκροτήματα, αναφωνήσεις:
- Ρε σεις θ’αφήστε της αναγούλες της βουλ΄ής, εφώναξε ή θα του δίνω !
   Ζωηρή ανησυχία, νοήματα, συνεννοήσεις. Να εχάνετο το πρωτοχρονιάτικο γλέντι; Επεκράτησε πλήρης επιφυλακτικότης προς τον φιλοξενούμενον, ο οποίος είπε άξαφνα:
- Ατε ρε, να σας κάνω μπάγκο! Τι πρωτοχρονιάτικη κηδεία είνε εδώ μέσα!
   Η επιθυμία του επεδοκιμάσθη. Τραπέζι  εστρώθη με πράσινην τσόχαν. Ο Σακκουλές εκάθησε στη μέσην επιβλητικός:
- Καινούργιες τράπουλες, ρε!
   Ο γυμνοπόδαρος αλήτης έδειξε και χαρτοπαικτικήν επιτηδειότητα άψογον. Άνοιξε την μπάγκα με δυο φούκτες δεκάδες, της μεγάλες χάλκινες δεκάδες του βασιλέως Γεωργίου, στης οποίες ενεφανίσθησαν και πολλές τριμμένες του Όθωνος. Αλλά δεν είχε τύχην. Το κεφάλαιόν του εσαρώθη. Το ανεννέωσε, αλλά χωρίς επανόρθωσιν.
- Δεν πειράζει, κύριε Σακκουλέ, τον παρηγορούσαν εύμορφες κυρίες. Θα κερδίζης κάπου αλλού.
- Να μην ακούω, ρε, σαχλαμάρες. Σεις θα μου πάρετε απόψε όλες της δεκάρες, που σας είχα πάρει όλο το χρόνο!
   Όταν απέχασε και το τελευταίον πολυπόθητον νόμισμά του, απεσύρθη σε μία γωνιά, εβυθίσθη σε τεραστίαν πολυθρόνα, έβαλε πάλιν το ένα γυμνόν πόδι του πάνω στο άλλο, το εκουνούσε κι’ είπε στο γκαρσόνι:
- Ψιτ, ρε συ, μιά λεμονάδα παγωμένη κι’ ένα πακέτο καπνό!

   Ό,τι ενθυμούμαι ακόμη από την φαιδρήν εκείνην πρωτοχρονιάτικην νύχτα είνε το τέρμα της. Κατά την χαραυγήν εστάθη ο Σακκουλές στο μέσον του χωλλ και είπε επιτακτικώς προς τους και τας απερχομένας με υπόκλισιν προ της εξοχότητός του:
-Άντε, ρε, κατρακυλίστε μου απόψε για το καλό του νέου χρόνου φράγκα κι όχι δεκάρες!
   Εισέπραξε ποσόν αρκετόν για να αγόραζε όψι απλά παπούτσια, αλλά πανύψηλες μπόττες κοζάκου. Και όμως ενεφανίσθη το πρωτοχρονιάτικο πρωί πάλιν ξυπόλυτος στην προσφιλή γωνίαν του με την προσταγήν προς τους φορολογουμένους υπηκόους του:
- Αντε ρε σεις, αν δεν μου δώστε διπλή δεκάρα σήμερα, κακό χρόνο νάχετε!
ΜΠΟΕΜ

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΝΑΤΑ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ

 Χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου, που προς το τέλος της καριέρας του άρχισε να υπογράφει ξανά με το ξευδώνυμο “Μποέμ”, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ακρόπολις” την ημέρα των Χριστουγέννων του 1933. Μιλάει πιο πολύ για το γνωστό τραγούδι και δευτερευόντως για το άτομο και την ιστορία του μπάρμπα Γιάννη κανατά, πιθανώς γιατί οι πηγές και το διαθέσιμο τότε υλικό να ήταν λιγοστά. Προσωπική μαρτυρία δεν μπορούσε να έχει, γιατί όταν ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς εξαφανίστηκε ξαφνικά από τις γειτονιές της Αθήνας γύρω στο 1880, ο Δημ. Χατζόπουλος δεν ήταν ούτε 10 χρονών. Αργότερα βρέθηκαν αρκετές μαρτυρίες και δημιουργήθηκαν πολλές εκδοχές γιά την πραγματική ταυτότητα του “φαιδρού πλανοδίου πωλητή κανατών”, το 1957 γυρίστηκε ακόμη και κινηματογραφική ταινία με τον Αυλωνίτη, το θέμα απασχόλησε λόγιους και χρονογράφους επί δεκαετίες. Στο διαδίκτυο υπάρχει πληθώρα ιστοσελίδων που ασχολούνται με την υπόθεση (*).

Γ.Χ.

Ακρόπολις”, Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 1933
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΕΜ
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΝΑΤΑ

Οι παληοί αθηναίοι τον θυμούνται ακόμα ακριβώς τον ίδιον κι΄απαράλλακτον, όπως τον ανέσυρε από την λήθην του Χρόνου η ξανατραγουδισμένη φαιδρή, πεταχτή, δροσερή μελωδία του από το ένα άκρο στο άλλο της Ελλάδος:
Μπάρμπα Γιάννη με της στάμνες και τα κανάτια σου...


Ώστε καμμία αμφιβολία, ότι υπήρξε ιστορικόν πρόσωπον ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς όπως ο μέγας Αλέξανδρος, ο μέγας Ναπολέων. Η επάνοδος του τραγουδιού του ύστερα από δεκάδες χρόνια μαρτυρεί κι΄αυτή περί της ιστορικότητος του. Πόσα και πόσα λαϊκά τραγουδάκια, που ψάλλονται παθητικά από τα χείλη χιλιάδων ανθρώπων με την επίδρασιν της μιμήσεως, χάνονται ύστερα από λίγες βδομάδες για πάντα. Λίγα ζουν πέραν ωρισμένης εποχής, αποτελούντα το απόθεμα γνωστότερων μελωδιών για κάθε διασκέδασιν, ομαδικόν γλέντι. Λιγώτερα από τα λησμονημένα επανέρχονται δυναμικά, όπως στον καιρόν των, και κατακτούν την νέαν εποχήν. Παράδειγμα και τα βιεννέζικα τραγούδια του Σούμπερτ. Αυτά είνε τ'αληθέστερα, τα περιγραφικώτερα ψυχικώς, τα ζωγραφικώτερα παραστατικώς. Ο μπάρμπα Γιάννης είνε ένα απ'αυτά. Τον τραγουδάμε εξάμηνον τώρα κι' η μελωδία του δεν μας κουράζει. Αναδροσίζεται η κάθε στροφή της με την επανάληψιν της. Κοντολογής με την έκφρασιν της λακωνικής μουσικότητός του μας ξαναεμφανίζεται ο νεκραναστηθείς αθηναϊκός λαϊκός τύπος. Και τα Χριστούγεννα, όπου θ' ανοιχθούν λαγαροί και βραχνοί λάρυγγες από το εφετεινόν κοκκινέλι, θα υμνηθή ηχηρότερα ο αναζήσας τύπος μας. Με την ίδιαν ακριβώς έντονην εξύμνησίν του, όπως στα παληά εκείνα Χριστούγεννα, όπου πρωταπήχησε στην μικράν τότε παληάν Αθήνα το τραγουδάκι του. Μιά χαριτωμένη χριστουγεννιάτικη ιστοριούλα είνε αυτή η λαϊκή μελωδία. Απάνω – κάτω ιδού πως συνέβησαν τα κατά μπάρμπα Γιάννην τον κανατάν στα περασμένα αθηναϊκά χρόνια.

Οι φαιδροί τύποι των πλανοδίων πωλητών στους αθηναϊκούς δρόμους δεν λείπουν και στην εποχήν μας, όπου η χαρά της ζωής έχει λιγοστέψει όσον και το καθαρόν και κελαδιστόν νεράκι του καϋμένου Χαράδρου στην ανατολικήν ροήν του προς τον Μαραθώνα, απ' όπου τον ηχμαλώτισε η Ούλεν με το πανύψηλον φράγμα της στη Σούριζα. Περισσότερες από άλλοτε και βροντερώτερες κραυγές δονούν τον αέρα των αθηναϊκών δρόμων σήμερον, αλλά σπανίως ν'απηχούν με εύθυμους τόνους. Αι περισσότερες είνε κουρασμένες και μελαγχολικές, ραγισμένες σαν το βάζο του μακαρίτου Σουλύ Προυντόν (**). Η μουσικότης των τωρινών κραυγών των αθηναϊκών δρόμων μιλεί κι' αυτή για το λαϊκόν ψυχικόν πένθος. Δεν έχουν την χαράν του αυθορμήτου, αφού την στερείται κι' η εποχή, στην οποίαν ανήκουν. Κάπου μιά εξαίρεσις, κάποιος ενδιάθετος, χαρωπός τόνος: “Δεν ακούτε, μικρούλες και νοστιμούλες, δεν ακούτε! Πωπω, Παναγιά μου! Ο καρβουνιάρης! Ο μικρός περνάει, ο μικρός. Δεν ακούτε!” Αλλά που η θωπευτική, βελουδένια, προκλητική φωνή, που έβγαινε από τα χείλη του μπάρμπα Γιάννη του κανατά:
- Στάμνες, κανατάκια, κυράδεεεες!

Με την ανατολήν του ηλίου ηκούετο το δροσερόν λάλημα του από τα Πιθαράδικα, όπου είχε την κατοικίαν του, έως την Ομόνοιαν και πέρα της, έως τα δρομάκια του Ψυρή και τα σκαλάκια της Πλάκας. Πιθαράδικα δεν υπάρχουν σήμερα, πολύ λιγώτερον το σπιτάκι του μπάρμπα Γιάννη. Σε μιά αυλούλα με πολλές κάμαρες γύρω της είχε την κατοικίαν του αυτός και το διάσημον γαϊδούρι του. Πως έγινε κανατάς δεν θυμάται κανείς και παραμένει θρύλος η προέλευσίς του. Εχάθη και το επώνυμόν του, το οποίον ζήτημα αν ήξερε κανείς, καμμιά πάροικός του. Τέτοιοι λαϊκοί τύποι γίνονται γνωστοί με το βαπτιστικόν των όνομα και με το επάγγελμά των, ως απαραίτητον συμπλήρωμα. Κατά πάσαν πιθανότητα η Σίφνος θα διεκδική την τιμήν της προελεύσεως του μπάρμπα Γιάννη κανατά περισσότερον από την Αίγιναν. Υπάρχει επ'αυτού ευρύ έδαφος ερεύνης για τους ιστορικούς των Αθηνών και των τύπων των. Οπωσδήποτε γεγονός είνε, ότι ήταν ο μπάρμπα Γιάννης ειδικευμένος στα εμπορεύματά του, τα οποία είχαν τας αρετάς και τα πλεονεκτήματα νησιωτικής αγγειοπλαστικής. Αλλά πως εφόρεσε το ψηλό καπέλλο; Βέβαια δεν επήγε εις τελετήν, εις επίσημον δεξίωσιν. Ούτε του συνέβη αυτή η μεταμφίεσις την Αποκρηά, καθώς αναφέρεται σχετικώς. Απλούστατα παρουσιάσθη ο μπάρμπα Γιάννης με το παραστατικόν του ένδυμα, το οποίον μας διέσωσε η δημοφιλής μελωδία του, μίαν λαμπράν ηλιόλουστον ημέραν των Χριστουγέννων. Η πρώτη εμφάνισίς του έγινε στον αυλόγυρόν του στα Πιθαράδικα. Μία από τις κυράδες, που επεκαλείτο καθημερινά η δροσερή κραυγή του στους αθηναϊκούς δρόμους, του εχάρισε το εορταστικόν του ένδυμα. Εκείνα τα χρόνια επερίσσευαν στης ντουλάπες των σπιτιών αποφώρια. Μάλιστα κάποτε απησχόλησε και την βουλήν το αποφώρι ειρωνικώς μεταξύ δύο αττικαρχών βουλευτών. Τριμμένη ρεδεγκότα, φαρδύ πανταλόνι, του οποίου η ύφαλος δεν είχε πολύ βραχώδη στερεότητα, ελαστιχά στιβάλια, τα οποία ήσαν τότε της μόδας για τα σκληρά πόδια των ανδρών και τα αβρά των γυναικών, κι' ένα μιραμπώ παρελήφθησαν σε δεματάκι από τον μεσήλικα πλανόδιον κανατάν και μετεφέρθησαν μυστηριωδώς στην καμαρούλα του. Την πρώτην έκπληξιν της μεταμορφώσεως του μπάρμπα Γιάννη εδοκίμασαν οι περίοικοι της αυλούλας του. Μετά τα Χριστούγεννα όλη η πόλις. Και προ του να ξεκινήση την καθημερινήν ο μπάρμπα Γιάννης για την μακράν περιοδείαν του στους αθηναϊκούς δρόμους, τον υπεδέχθη ορμητικός ο χαρωπός χαιρετισμός της λαϊκής μελωδίας προς την κομψήν μεταμφίεσίν του:
Κι' αν φορής ψηλό καπέλλο
και παπούτσια ελαστιχά...
Ποίος ο ποιητής, ποία η ποιήτρια του χαριτωμένου τραγουδιού; Ασφαλώς πρέπει να αναζητηθή στον κύκλον των καλών γειτόνων της αυλούλας του μπάρμπα Γιάννη. Αυτοί είδαν πρώτοι το θαύμα της μεταμφιέσεώς του, αυτοί εχάρησαν πρώτοι από την χυτήν ρεδεγκότα, που αντικατέστησε την γηρασμένην πατατούκα του, αυτοί αφαιδρύνθησαν πρωταρχικώς από το χαριτωμένον μιραμπώ του, το οποίον εξετόπισε το μαύρον μανδήλι των ψαρών μαλλιών του. Μεγάλαι πιθανότητες υπάρχουν, ότι ετόνισε κάποια τσακπινούλα γειτόνισσα του αυθορμήτως τον ύμνον του στον απογευματινόν χορόν, το ηλιόλουστον γλέντι της μάνδρας των Πιθαράδικων, ενθουσιασμένη από την εορταστικήν εμφάνισιν του μπάρμπα Γιάννη, καταλιγωμένη από τα γέλοια στην απροσδόκητον εκείνην παραστατικότητά του. Οι άλλοι, αι άλλαι υπεδέχιησαν τους περιγραφικούς εκφραστικούς στίχους με γενικήν επιδοκιμασίαν. Η μελωδία υπήρξε ροκέττα. Το ελαφρόν αεράκι της πανηγυρικής ημέρας έφερε γοργά το νέον τραγουδάκι υπέρ την μάνδραν των Πιθαράδικων προς τας άλλας συνοικίας της πόλεως, βραδύτερα προς τα κέντρα της, τα γραφεία, τα καταστήματα, τέλος και στα κομψά σαλόνια. Καληώρα μας όπως και σήμερα με το ξαναζωντάνευμά του. Στο φιλανθρωπικόν συναίσθημα μιάς αθηναίας κυράς, στην εγκαρδιακήν συμπάθειάν της, ωφείλετο η επί μήνας ευθυμία ολοκλήρου πόλεως. Στην ίδια οφείλομεν και μεις σήμερα την ευχαρίστησιν για την καλήν, δροσερήν, ελαφράν μελωδίαν. Οι ιστορικώτεροι ερευνηταί της αναφέρουν, ότι μας επανήκθε κάπως παρηλλαγμένος ο τόνος αυτής της μελωδίας. Επήραν αι στροφαί της λικνιστικωτέραν διαμόρφωσιν, θεατρικώτερον μάλιστα χαρακτήρα. Ενώ η αρχική αθηναϊκή μελωδία ήταν στρωτή, γοργοτέρα, είδος δοξαστικού εμβατηρίου, ο θριαμβευτικός ρυθμός του οποίου προσηρμόζετο προς την γοργήν κίνησιν των ελαφρών ποδιών του προσφιλούς συντρόφου, συνεργάτου και συμβιοπαλαιστού του αλησμονήτου μπάρμπα Γιάννη, του ακούραστου γαϊδουριού του. Έστω, διότι όλαι αι ανιστορήσεις, επαναφοραί, αποκαταστάσεις, παλινορθώσεις, φέρουν πάντα και τον τόνον της εποχής, την προσαρμογήν προς τας απόψεις και τας διαθέσεις των νεωτέρων. Το γεγονός όμως είνε, ότι παρ' όλα τα πολλά χρόνια, που επέρασαν, απέμεινε ακατάλυτον το συμπαθές τραγουδάκι προς ένα αγαθόν αθηναϊκόν λαϊκόν τύπον και χρησιμεύει τώρα ως πάνδημον μνημόσυνον αυτού και της εποχής του στα χείλη όλων μας. Πότε και πως ανεπαύθη ο καϋμένος βιοπαλαιστής δεν γνωρίζομεν. Εξηφανίσθησαν τα ίχνη του για πάντα. Αλλά ας παρηγορηθώμεν, ότι η τύχη του συνταυτίζεται με την τόσων άλλων ενδοξοτέρων του. Όταν σκεφθώμεν, ότι δεν γνωρίζομεν που ακριβώς ετάφη η δροσερωτέρα και αυθορμητοτέρα μουσική μεγαλοφυΐα των αιώνων, ο μέγας βασανισμένος, πονεμένος Μότσαρτ, ο νεκρός του οποίου ερρίφθη στον τάφον των πτωχών της Βιέννης, δεν πρέπει ίσως να παραξενευθώμεν, ότι αγνοούμεν και τον τάφον του μπάρμπα Γιάννη του κανατά. Επέζησε και αυτού ο τερπνός ύπνος του. Μία δόξα διόλου ευκαταφρόνητη στον μάταιον αυτόν κόσμον. Μπορεί να προσθέση κανείς, ότι εξετοπίσθη το τραγούδι του κι' η μνήμη του εκείνα τα χρόνια από μίαν από τις ώμορφες κυράδες, που τον απασχολούσαν ολημερίς ως πελάτιδές του. Το τραγουδάκι του μπάρμπα Γιάννη του κανατά διεδέχθη άλλο, ορμητικόν κι' εκείνο, ο ύμνος προς την μεταμόρφωσιν μιάς αφελούς νησιωτοπούλας εις κομψήν καμαριέραν της Αθήνας:
Χθες μας ήρθες απ' της Άνδρου τα νησιά
και μας φόρεσες τουρνούρι και παπούτσια κουμπωτά.
Έλα, έλα κι' άστα αυτά
και θυμήσου τα φιλάκια,
που μου έδινες κρυφά...
Μη τυχόν θα επαναληφθή και σήμερα ο ίδιος εκτοπισμός; Γιατί όχι; Αι μεταμορφώσεις των κοριτσιών των νήσων σε νεωτεριστικές καμαριέρες συνεχίζονται, αλλά και αι ατυχίαι των ανθρώπων μετά θάνατον. Προς το παρόν όμως η υστεροφημία του καλού μπάρμπα Γιάννη κανατά μεσουρανεί εις την πόλιν της πολυετούς δράσεώς του, αλλά και εις όλην την Ελλάδα, επομένως δεν θα έχη λόγον η κομψή σκιά του να παραπονεθή δια την τόσον συνήθη ανθρώπινην αχαριστίαν.

ΜΠΟΕΜ

__________________

(*) Μπορείτε να διαβάσετε ένα αρκετά κατατοπιστικό άρθρο που μιλάει για την ιστορία του μπάρμα Γιάννη κανατά στην παρακάτω ιστοσελίδα:
https://economico.gr/o-barba-giannis-o-kanatas-to-tragoudi-thrylos-pou-esyre-ton-epitropaki-sta-dikastiria-kai-i-mystiriodis-aigiotissa/

(**) Προφανώς εννοεί τον Γάλλο ποιητή Sully Prudhomme (1839 – 1907) έναν από τους πρώτους που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ.