Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγρίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγρίνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

“Η ΒΑΒΩ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ένα από τα πρώτα δημοσιευμένα διηγήματα του Δημ. Χατζόπουλου, γράφτηκε όταν ήταν ακόμη 18 χρονών, το ύφος και η αφήγηση είναι ώριμου λογοτέχνη. Όπως πολλά διηγήματα της πρώτης περιόδου του Χατζόπουλου, έχει μιά παραπλανητική, αρκετά μακρυά εισαγωγή, που φαίνεται σχεδόν άσχετη με το κυρίως θέμα, που είναι η μαρτυρία της πολυπαθούσης “Βάβως” για την πολιορκία του Μεσολογγίου.

Η “Βάβω”, ένας από του στύλους της οικογένειας Χατζοπούλου, λεγόταν Ελένη Στάικου, κόρη του οπλαρχηγού Ζαχαράκη Στάικου, ήταν εξοδίτισσα στο Μεσολόγγι, αιχμαλωτίσθηκε και έβγαλε το μάτι της για να μην πουληθεί σε τούρκικο χαρέμι. Ανάθρεψε τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο, και απ’ ότι διαβάζουμε στο παρόν διήγημα φιλοξενούσε πολύ συχνά στο σπίτι της και τα άλλα χατζοπουλάκια. Βοήθησε ηθικά και υλικά όλη την οικογένεια, μέχρι την τελευταία της πνοή. Απεβίωσε στο Αγρίνιο το 1887. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της αγαπητής μου εξαδέρφης Σοφίας Λαχανά -Πατρώνη.


ΕΚΛΕΚΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗΝ

Αρ. 538 Εν Αθήναις 23 Δεκεμβρίου 1890


𝚷𝚨𝚲𝚮𝚨 𝚾𝚸𝚰𝚺𝚻𝚶𝚼𝚪𝚬𝚴𝚴𝚨

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΩ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΩ

Η "Βάβω", Ελενη Σταικου

Ο κόσμος γυρίζει…
Επέρασαν πολλά χρόνια από τον καιρόν της ιστορίας ταύτης, την οποίαν αι γλυκείαι ημέραι των Χριστουγέννων μου έφερον εις τον νουν, εντός του οποίου εκοιμάτο τόσο βαθέως, όσον κοιμούνται τόρα τα σεβαστότερα αυτής πρόσωπα παρά την ρίζαν υψηλής πλατάνου, υπό το βάρος απλού σταυρού, εις το ερημικόν εξωκκλήσιον της οικογενείας μας, εκεί πέραν εις την Ρούμελην.
Ήμην παιδίον. Ο αδελφός μου και η αδελφή μου δεν ήσαν πολύ μεγαλύτεροί μου.
Εφιλοξενούμεθα προ πολλών ημερών εις την εξοχικήν έπαυλιν του μακαρίτου θείου μας, συζώντος ουχί μακράν επαρχιακής πόλεως, εν τη οποία ητένησα πρώτην φοράν το φως της ημέρας, μετά της γηραιάς αδελφής του – της αγαπημένης Βάβως – απομεμονωμένος του κόσμου, δια λόγους τους οποίους ούτε τόρα ακόμη δύναμαι να εξηγήσω, αν και πολλοί τον απεκάλουν ιδιότροπον, πράγμα το οποίον δεν τον ημπόδιζεν όλως διόλου, από του να ήνε ο καλύτερος φίλος, εις εκείνους οι οποίοι τον εγνώριζαν.

***

Εξημέρωναν Χριστούγεννα. Έξω έπεφτε από βραδύς το χιόνι με τ’ασκί, και ο άνεμος εβογκούσε όλην την νύχτα εις την χαμηλήν στέγην της επαύλεως.
Οι απομεμακρυσμένοι ήχοι των κωδώνων της πολύχνης, μόλις έφθανον μέχρις ημών, ότε αφυπνίσθημεν εκ της θερμής στρωμνής μας.
Ο μπάρμπας εκάθητο από το ένα μέρος της γωνιάς, και από τ’άλλο η Βάβω. Είχαν ξυπνίσει προ πολλού, και εθερμαίνοντο προ της εστίας, ο μπάρμπας καπνίζων πάντοτε το μακρύ του τσιμπούκι, και η Βάβω ανοιγοκλείνουσα κατά διαλέιμματα την αργυράν της ταμπακέρας, ίνα ροφήση ολίγον ταμπάκον.
Η αφύπνισις μας εξεδηλώθη δια ζωηρών κραυγών, εις τας οποίας η Αγγέλω, η ψυχοκόρη της Βάβως, προσέδραμε πάραυτα να μας ενδύση, προβλέπουσα λίαν συνήθεις σκηνάς ταραχών, αλλ’ατυχώς είχομεν αναπηδήσει της κλίνης ημίγυμνοι, και ετρέχομεν εν μεγάλη ζωηρότητι ανά πάσας τας γωνίας του ευρυχώρου δωματίου, εξαφανιζόμενοι άλλοτε μεν υπό την κλίνην, άλλοτε δε εισερχόμενοι εντός μεγάλου δουλαπίου, εν τω οποίω είχον αποταμιευθεί διάφορα είδη απεξηραμένων καρπών, προς μεγάλην απελπισίαν της δυσκινήτου Αγγέλως, ήτις έτρεχεν ασθμαίνουσα προς αναζήτησίν μας, μ’ ένα πανταλόνι, μ’ ένα υπόδημα ανά χείρας.
Δεν ηργήσαμεν να καθίσωμεν τέλος προ της σπινθηροβολούσης εστίας, αποδεχόμενοι ευχαρίστως γλυκείας γεροντικάς θωπείας, συνοδευομένας μετά ουχί ευκαταφρονήτων τεμαχίων λουκουμίου, ενώ το μπρίκι δια τον καφφέ ήρχιζε να ψάλλη το γλυκύ μουρμούρισμά του.

Επειδή ο καιρός μας είχε αποκλείσει, και ήτο αδύνατον να εκκλησιασθώμεν κατά την επίσημον της ημέρας εκείνης λειτουργίαν, η Βάβω, μη λησμονούσα τα χριστιανικά της καθήκοντα, μας έφερε όλους προ του μικρού εικονοστασίου της επαύλεως, εν τω οποίω, μεταξύ των άλλων αναριθμήτων εικονισμάτων, ενθυμούμαι ακόμη, και μίαν μεγάλην τετράγωνον σανίδα, παριστώσα τον νέον Αγιώργη, ένα πελώριον φουστανελλά, με παμμέγιστον φέσι, και με κλάδον ελαίας εις την χείρα, άξεστον έργον χωρικού ζωγράφου, αντιγράφοντος, όσον το δυνατόν πιστώς, προσωπογραφίας εκ του τυχόντος φύλλου Αθηναϊκής εφημερίδος.
Ανήψε εκεί η Βάβω μίαν μεγάλην λαμπάδα, και ήρχισε σταυροκοπουμένη να υποψιθυρίζη τα πατερημά της. Όλοι την εμιμήθημεν, εις εμέ δε ο μπάρμπας κατ’εξαίρεσιν την νύκτα εκείνην επεφόρτισε την ανάγνωσιν ενός Αποστόλου, όστις εννοείται απετέλει λίαν σοβαρόν μέλος εν τη μικρά μας βιβλιοθήκη.
Ευλογημέναι στιγμαί!
Ομολογώ ότι δεν ησθάνθην έκτοτε εν τω βιω μου την γλυκείαν απλότητά σας.
Μετά την προσευχήν ο μπάρμπας μας εκουκούλωσε καλά και τους τρεις με τα μικρά μας επανωφόρια, επήρε μιά μικρή γαβάθα υπό την μασχάλην του και μας επήγε μαζή του ν’αρμέξωμε τη γίδα μας, και να ροφήσωμε την λίαν ποθητήν αφρή του γάλακτος, εν τη οποία πάντοτε τα πρωτεία κατείχεν ο μεγαλέιτερος αδελφός μου, και του οποίου την πολλήν καλοσύνην εννοείται ότι εγώ μόνο κατεχρώμην πάντοτε.
Έξω έπεφτε σωρός το χιόνι˙ ούτε βουνά, ούτε ράχες, ούτε καμπο εξάνοιγές που ένα λευκό σεντόνι είχε σκεπάσει την εξοχή.
Η Σούτα μας, της οποίας είμεθα και βοσκοί ανά τους αγρούς κατά τας θερμάς ημέρας, ως μαλτέζικη γίδα που ήτο, της είχομεν κατασκευάσει ιδιαιτέραν θερμήν καλύβην, εστρωμένην με άφθονο ξηρόν χόρτον, και την αγαπούσαμεν τόσο πολύ, εις τρόπον ώστε εις στιγμάς αυθορμήτων διαθέσεων ιππασίας, πολλάκις εδέχετο, εν άκρα πάντοτε υπομονή, τα νώτα μας επί της ράχεώς της.
Αλλά πάντα ταύτα εν μεγάλη μυστικότητι, και μακράν των βλεμμάτων του μπάρμπα, δια την αγάπην του οποίου η Σούτα ημπρούσε να καυχάται πάντοτε… αν ηδύνατο.
Όταν μας είδεν εισερχομένους έτρεξε ζωηρώς βελάζουσα, και ακολουθουμένη υπό της δυάδος των τέκνων της – δύο ασπρόμαλλα κατσικάκια, με μικρά κατάλευκα σκουλαρίκια, των οποίων ελάβομεν την φροντίδα να στολίσωμεν τον λαιμόν δια πλατειών ερυθρών ταινιών, ως μικροσκοπικών κωδωνίσκων – προς την μεστήν άλατος βαθουλήν παλάμην του μπάρμπα.
Το άλας διεδέχθη γενναία δόσις κριθής, και ενώ η αγαπημένη μας Σούτα επέπιπτε λαιμάργως επ’ αυτής, ο μπάρμπας ετοποθέτει την γαβάθαν προ των σκελών της, και μετ’ ολίγον εν τω στενώ της καλύβης χώρω ηκούσθη ο ευφρόσυνος ήχος του γάλακτος, πίπτοντος εντός της γαβάθας.
Η Αγγέλω ίστατο εκεί που πλησίον φωτίζουσα την σκηνήν με τον μακρυλαίμην κανδηλιέρην ανά χείρας, και με ανοικτόν υπέρ το δέον το στόμα, όπερ δεν δύναμαι ν’αποκρύψω ότι δε συνέβαινε και εις ημάς τους άλλους, με την διαφοράν όμως ότι μόνον το ιδικόν μας εκοινώνησε λίαν συχνά μετά του περιεχομένου της γαβάθας, ενώ το ιδικόν της, αν και εδοκίμασε κατά την επιστροφήν μας, ενώ μετέφερε την γαβάθαν, να μας μιμηθή, ατυχώς όμως απέτυχε˙ διότι ο κανδηλιέρης, καίτοι εξέπνευσεν εις το πρώτον σφοδρόν ρεύμα του ανέμου, επρόφθασεν όμως να την προδώδη εις τους οφθαλμούς μου δια της τελευταίας αναλαμπής του, και ούτω επ’ αυτοφώρω συλληφθείσα η γαβάθα μετήλθεν εξ ολοκλήρου εις τας απαιτητικάς χείρας μου, με όλον αυτής το περιεχόμενον.
Ήδη η φωτιά ανέδιδε ζωηράς φλόγας εις την εστίαν.
Επί της προετοιμασθήσης ανθρακιάς μακρύς οβελός, κατάφορτος από παχείας ξυλόκοτας – το εσπερινόν κυνήγιον του επιστάτου του κτήματος, ενός Βασίλη Σκαραμαγκιά, επιδεικνύοντος από τον τόνον της φωνής μέχρι των ελαχίστων κινήσεων του σώματος, την Γιαννιώτικην καταγωγήν του – έτριζε στρεφόμενος υπό της ερυθράς χειρός της Αγγέλως.
Το λίπος των σαρκών σταλάζον αδιακόπως επί των ανθράκων ανέδιδεν ανά το δωμάτιον ελαφράν κνίσσαν, εις την οποίαν ενεργόν μέρος ελάμβανον και οι ενοχλητικοί ρώθωνες του κυνηγετικού σκύλου του επιστάτου, του Μούργου - μεθ’ου αι σχέσεις μας δεν ευρίσκοντο εις ουδόλως ομαλήν κατάστασιν, εμαρτύρουν δε τούτο, τα σήματα των οδόντων του επί των ενδυμάτων μας, και αι πολλαί μελαναί ραβδώσεις επί του δέρματος εκείνου – ανακινούντως ζωηρώς την ουράν, ως να εζήτει θωπείας οφειλομένας παρά της χονδρής χειρός του αυθέντου του, όστις συσπειρούμενος παρά την πυράν, με την βαρείαν κάππαν του, ανεφώνει κατά διαλείμματα, εν τη διαχύσει των κυνικών αισθημάτων του, με την ιδιάζουσαν Γιαννιώτικην προφοράν του:
- Τι λιέει ο Μούργος! … τι λιέει ο Μούργος!

***

Και επροχώρει ούτω μακρά, ατελείωτος, πληκτική, η νυξ των Χριστουγέννων, και το επί της εστίας εκκρεμές εξηκολούθει τον μονότονον παλμόν του, και εδιπλασίαζε τους μυκηθμούς έξω ο άνεμος.
Ο οβελός εξηκολούθει στρεφόμενος υπό της Αγγέλως, της οποίας οι ημίκλειστοι οφθαλμοί, και τα παρατεταμένα χασμήματα ενέφαινον ακράτητον τάσιν προς ύπνον.
Όλοι ησθανόμεθα την ανάγκην να λέγωμεν κάτι, για να περνά η ώρα, μόνον η Βάβω εκάθητο σκεπτική, ροφώσα αραιότερον τόρα τον ταμπάκον της, και θωπεύουσα μηχανικώς με την γεροντικήν της χείρα την μακράν άτακτον κόμην της κεφαλής μου .
Ο επιστάτης ήθελε κάτι να λέγη πάντοτε, χωρίς να κατορθώνη ποτέ, αρχίζων και μένων με την αυτήν στερεότυπον φράσιν του, κολλημένην εις τα εξωδηκότα χείλη του:
- Καρδιά χειμωνιού˙ δεν είνε παίξε γέλασε, γλέπεις…
Και όμως υπήρχε μεταξύ μας, ένας όστις ημπορούσε να μας κρατήση εξύπνους μέχρι πρωίας.
Και αυτός ποιός άλλος ήτο, ειμή η αγαπημένη Βάβω, η οποία έζησε ’ς τα δοξασμένα χρόνια του παληού καιρού, αιχμαλωτισθείσα εις την ηρωϊκήν του Μεσολογγίου έξοδον, και μεταφερθείσα μαζή με τα άλλα γυνακόπαιδα μακράν της Πατρίδος, εις τα μέρη της Θεσσαλίας, ένθα απώλεσε και τον έτερο των οφθαλμών, και ελευθερωθείσα τέλος, μετά πολλάς σκληράς περιπετείας εν μέσω του εχθρού της πατρίδος, υπό του μακαρίτου πατρός της – ενός Ζαχαρία Σταίκου - αγνώστου αγωνιστού, εξ εκείνων, οίτινες έχυσαν το αίμα των χάριν της ελευθερίας.
Πόσας λύπας είχεν υποστεί, και πόσα ήξευρε η καϋμένη η Βάβω.
Αυτά απάνω κάτω, ενώ ακουμπούσα την κεφαλήν επί των γονάτων της, ανεκύκλουν εις τον στενόν μου εγκέφαλον, εν μέσω της γενικής σιγής, και μη αμφιβάλλων, ότι η Βάβω μόνον εις τον λαμπρόν ορίζοντα των παλαιών της αναμνήσεων θα ήτο βυθισμένη, την διέκοψα αποτόμως εκ των βαθέων λογισμών της, ερωτήσας με την αφέλειαν της ηλικίας μου:
- Είχατε Χριστούγεννα τον παληό καιρό, Βάβω;

Εχαμογέλασε και ωσεί ευχαρισθείσα εις την ερώτησήν μου, διότι θα επανήρχετο εις προσφιλές δι’ αυτήν θέμα, εξέβαλε προς στιγμήν βαθύν στεναγμόν, και ανεφώνησε μετά πικρίας:

- Παληά χρόνια! Παληά χρόνια!

Και ύστερα, ωσεί απετείνετο καθ’εαυτήν μάλλον, ή εις την ερώτησήν μου, εξηκολούθησε να λέγη:

- Περάσατε τόσο γλήγορα, αλλά ποιός ’μπορεί να σας ξεχάση τόσο εύκολα.

Σαν σήμερα, παιδιά μου, τέτοια νυχτιά εγιορτάσαμε κ’εμείς ’ς το Μεσολόγγι τα Χριστούγεννα , προσκυνούμε τη Χάρη του.

Μας έζωνε σαν στοιχειό το κάστρο ο Κιουταχής αντάμα με τον Ομέρ Βριώνη. Άντρες, παιδιά, και γυναίκες ακόμα εξημερονότανε ’ς τες τάπιες, χωρίς να παύη το τουφέκι και το κανονοβολίδι από μέσα κ’ απόξω. Τι αμέτρητο ασκέρι ήταν εκείνο, Παναγιά μου!

Ένας έπεφτε και δέκα εξεφυτρώνανε ’ς τ΄τόπο του. Μα όσοι κι’ αν ξεφύτρωναν το βόλι μας ήταν αλάθευτο πάντα. Κάθε τουφεκιά και μιά ζωή εθέριζε.

Δεν θάμουνα δέκα χρονών κορίτσι , και τα θυμάμε ακόμα σαν τόρα.

Δεν ήτανε μιά φορά και δυό που είδα να κυλιστούνε μπροστά μου χιλιάδες τουρκικές μπόμπες. Το σπίτι μας τώχαν κάμει κομμάτια, και τες είχαμε συνειθίσει που δεν μας έμελλε τόσο.

Εσήκωνες τα μάτια σου ’ς τον ουρανό, κ’ έβλεπες τες μπάλες νάρχωνται κάτω η μιά απάνω ’ς την άλλη ’σαν βροχή.

Μιά μέρα εκεί που καθώμαστε ’ςτο κατώγι, για περισσότερη προφύλαξι, πέφτει μιά ’ςτη στέγη του σπιτιού μας, τρυπάει το πάτωμα και σπάει εμπρός ’ςτα μάτια μας. Ένα κομμάτι κόφτει και τα πέντε δάκτυλα μιάς Βραχωρίτισσας γειτόνισσάς μας, που από το φόβο της εξεψύχησε την ίδια ώρα. Ένα άλλο πέρνει ’ςτο κεφάλι μιά Σουλιώτισσα, που αν δεν επρόφθανε να βάλλη το μανδύλι της ’ςτη τρύπα, θα σκορπούσαν τα μυαλά της ’ςτο χώμα. Αργότερα ένας χειρούργος γιατρός της έβαλε κολοκύθι ’ςτο κεφάλι, κ’ έθρεψε κ’ έζησε πολύ καιρό.

Τέτοιες γυναίκες είχαμε εκειά τα χρόνια, με καρδιά ατσαλένια, και τέτοια απίστευτα θάμματα ’σαν της Σουλιώτισσας, παιδιά μου, έγειναν πολλά ’ςτην εποχή μας.

Εσίμωναν τα Χριστούγεννα, κ’ εβλέπαμε τα σκυλιά να κόβουν έξω ’ςτα λιοστάσια τις εληές κάθε ’μέρα χωρίς να ’μπορούμε να καταλάβουμε τι ’μπορούσαν να τες κάνουν.

Καθώς μαθεύτικε’ς τα ύστερα, εκάνανε μεγάλες σκάλες για ν’αναιβούνε ’ςτο κάστρο.

Ο Θεός, δεν ’θέλησε να μας πάρουν τα σκυλιά αυτή την ίδια νύχτα, που εγεννιώταν το παιδί του, και ’βρέθηκε ένας χριστιανός και ήρθε προς το μέρος μας, και μας το φανέρωσε πως οι Τούρκοι είχαν βουληθεί να κάμουν γιουρούσι ’ς το κάστρο την ώρα που θα λειτουργώμαστε ’ς τες εκκλησιές.

Οι δικοί μας δεν έδειξαν κάνα σημείο πως είχαν μάθει το μυστικό, μονάχα κρυφά, κρυφά ετοιμάζονταν. Αχ! Τι αλησμόνητη νυχτιά ήταν εκείνη! Τι καρδιοχτύπι ενοιώσανε τα στήθη μας!

Τα παλληκάρια εσυνάχθησαν από βραδύς σκωμμένα, ήσυχα, ’ς τες τάπιες, με χαμηλωμένα τα καρυοφίλια, και με τα γιαταγάνια λαχταριστά ’ς τα φκιάρια απ’ το τρόχισμα. Εγώ η ίδια εκείνη τη ’μέρα είχα τροχίσει του πατέρα μου, που από τη ’μέρα που άναψε το τουφέκι δεν τον είχα δει νάρθη ’ς το σπίτι ούτε μιά φορά. Μέρα νύχτα ’ςτη τάπια του έμενε˙ εκεί έτρωγε, εκεί εκοιμώτουν.

Εκείνη τη νύχτα όλο το Μεσολόγγι έμεινε άγρυπνο, ’ς το πόδι, μ’ ένα δάκρυ ’ς τα μάτια, με μιά ευχή ’ς το στόμα:

- Θάνατος ’ς το τύραννο της πατρίδας.

Κατά τα μεσάνυχτα άνοιξαν η γυναίκες τις εκκλησιές, κι’ άρχισαν να σημαίνουν όλαις η καμπάνες δυνατά, για να ’ξαπατήσουν τους Τούρκους.

Κατά τα ξημερώματα, οι Τούρκοι έκαμαν το γιουρούσι. Τους άφησαν κι’ ακούμπησαν καλά – καλά τες σκάλες ’ς το κάστρο, κι’άρχισαν ν’ ανεβαίνουν. Δυό τρεις απ’ αυτούς επάτησαν απάνω.

Άξαφνα μέσα ’ς τη μεγάλη εκείνη σιγαλιά και νεκραμάρα της νύχτας, μιά καταχθόνια βοή αντήχησε, ’σαν να την ‘’ξέρασε η κόλασι, και μιά φλόγα μεγάλη εφώτισε ανάμεσα σε πυκνό καπνό, και ’ς το βαθύ σκοτάδι, χιλιάδες κορμιά ’ς τον αέρα. Είχαν βάλει φωτιά ’ς το λαγούμι, πούχαμε σκάψει κρυφά, κ΄εξέσπασε μέσα ’ς τ’ ασκέρι των Τούρκων.

Την ίδια ώρα τα καρυοφίλια και τα τρυμπόνια έσκουζαν από το κάστρο, και η σκάλαις αναποδογυρισθήκανε κάτω ’ς το βαθύ χαντάκι πούταν ολόγυρα ’ς το κάστρο.

Τι χαλασμός είχε γίνει εκείνη τη νύχτα.

Το πρωί, αν έφεξε ο Θεός την ημέρα, χιλιάδες κορμιά δίχως κεφάλια, χέρια άπειρα κομμένα, και σχισμένα σκόρπια κεφάλια εκύκλωναν το κάστρο.

Τότες έψαλλαν δοξολογίες ’ς τες εκκλησίες, κ’εγιορτάσαμε αδελφωμένοι όλοι τη γέννα του Χριστού μας, με μιά μεγάλη χαρά ’ς τα στήθη, με μιά ολόχαρη φωνή ’ς το στόμς:

- Και του χρόνου ’ς την Πόλι, να δώση ο Θεός...

Περάσανε, περάσανε εκειά τα χρόνια τόρα”, εψιθύρισε με παράπονο η Βάβω, σφογγίζουσα δια της σκελετώδους χειρός της ένα λησμονημένο δάκρυ, από την αρχήν της διηγήσεώς της, εις την ζαρωμένην όψιν της, και εσίγησε λίαν συγκεκινημένη.

***

Η φωτιά ανέδιδεν ήδη την τελευταίαν αναλαμπήν της, ο κανδηλιέρης έρριπτεν ημίσβεστον το φως των τεσσάρων θρυαλλίδων του επί της εστίας, ως να ενύσταξεν από την διήγησιν της γραίας, ενώ ημείς όλοι εμένομεν άφωνοι, διατελούντες εισέτι υπό την εντύπωσιν των λόγων της. Μόνο η Αγγέλω είχε κλίνει την κεφαλήν επί του στήθους, κ’εροχάλιζεν ησύχως εν υψίστη ευδαιμονία.
Έξω ο άνεμος εβογκούσε ακόμη, οι αλέκτορες ετόνιζον το πρωϊνόν των άσμα, θορυβούντες εν τω παρακειμένω ορνιθώνι, και αι πρώται ωχραί ανταύγειαι της ηούς έστεφον τας υέλους του μικρού παραθύρου της επαύλεως, δια μέσου των οποίων εφαίνετο πίπτον, πίπτον πάντοτε το χιόνι κατά πυκνάς νυφάδας…

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

_________________

ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ, ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ!

21/06/2023 Ιωάννης Κουζίου
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/lifestyle/item/141637-eleni-staikou-mia-iroida-tis-eksodou

Η ΕΞΟΔΙΤΙΣΣΑ ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΤΟΠΟ…
09/04/2018 Μαρίλη Χαραμή
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/themata/item/70364-i-eksoditissa-eleni-staikou-epistrefei-ston-iero-tis-topo

Ενδιαφέρον άρθρο, που περιέχει όμως ανακρίβειες, πχ. η Ε. Σταικου δεν πέθανε βέβαια το 1840, άλλα το 1887.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Από το βιβλίο του Νίκου Παπαγεωργίου, “Τρία χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά” Αθήνα 2020

Η πλατεία Χατζοπούλου
Η πλατεία που βρισκόνταν
το σπίτι του παππού και της γιαγιάς
λεγόταν “πλατεία Χατζοπούλου”.
Ο Δήμος Αγρινίου είχε τιμήσει
ένα από τα αδέλφια του παππού,
τον ποιητή και πεζογράφο
Κώστα Χατζόπουλο.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην περίοδο της κατοχής. Σε πρώτο πλάνο τα “Χατζοπουλεϊκα”, η κοπέλα στο μπαλκόνι είναι κατά πάσα πιθανότητα η Ειρήνη Χατζοπούλου.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην δεκαετία του '50, υπάρχει ήδη η πρώτη προτομή του Κώστα Χατζόπουλου.

Μετά τον πόλεμο ο Δήμος Αγρινίου
έστησε στην πλατεία την προτομή του.
Η προτομή αργότερα κατέληξε
στο πάρκο του Αγρινίου.
Το πάρκο ήταν τα χωράφια του
Κώστα Χατζόπουλου.
Αγοράστηκαν από τους αδελφούς
Παπαστράτου και γίναν πάρκο.

Στον πόλεμο και στην κατοχή
η πλατεία ήταν πρωτόγονη.
Γύρω-γύρω ένας φούρνος αστείος,
ένα  μπακάλικο, ένα σιδηρουργείο,
τα γραφεία της Εφορίας, ο υποσταθμός
της ΔΕΗ, ένας οίκος ανοχής  προσωρινός,
για τους Ιταλούς της κατοχής.
Εκείνο όμως που έγραψε ιστορία 
ήταν το ψιλικατζίδικο του Κολοβού.
Με στέλναν συνέχεια οι θείες
για “λάστιχο”, κλωστές και “μασουράκια”.
Και εκείνες οι θεόρατες καραμέλες
του “Αστακού” χοντρές σαν γαρίδες
και οι καραμέλες “Τσάρλεστον”...
Εκεί αγόραζα το σπάγκο
και τα χρωματιστά χαρτιά
για το χαρταετό μου.

 Θυμάμαι μόνο τρεις δρόμους.
Ο ένας πήγαινε στο τραίνο.
Ο άλλος πήγαινε στην αγορά.
Ο τρίτος πήγαινε στο Ζαπάντι.
Ο αγαπημένος μου δρόμος.
Ο παππούς ετοίμαζε το άλογο.
Ανέβαινε επάνω και “πισωκάπουλα” εγώ.
Ξεκινούσαμε για το Ζαπάντι.
Η χαρά μου απερίγραπτη.
Ήταν ένας φαρδύς χωματόδρομος.
Περνούσαμε τον συνοικισμό των γύφτων.
Κοντεύοντας να φτάσουμε στο κτήμα
αντικρίζαμε το μισογκρεμισμένο
τούρκικο τζαμί.
Πάνω στο δρόμο.
Το “στοιχειό” του δρόμου.
Φτάνοντας κοντά στο κυπαρίσσι
του σπιτιού ένοιωθα πως μπαίνω
μέσα σε ένα ανοιχτό πολύχρωμο
βιβλίο, γεμάτο από ωραίες εικόνες
και χρώματα της φύσης.

 

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

«L’ OSPICE»: ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Μνήμες και αναδρομές:

«L’ OSPICE»:

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Ένα κείμενο του Γεράσιμου Γερολυμάτου

http://www.epoxi.gr/memories25.htm

Παρασκευή, 02 Σεπτεμβρίου 2011

Σημείωση:
Το κείμενο που καταχωρούμε προέκυψε από την απομαγνητοφώνηση ανακοίνωσης του γνωστού Αγρινιώτη συγγραφέα κ. Γεράσιμου Γερολυμάτου, που έγινε στα πλαίσια Ημερίδας που διοργάνωσε το Σεπτέμβριο του 2000 στο Αγρίνιο το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (Σχολή διαχείρισης Φυσικών Πόρων), με ευθύνη και επιμέλεια της καθηγήτριας κ. Κωνσταντίνας Μπάδα, και πρωτοδημοσιεύτηκε με άλλα κείμενα της ημερίδας αυτής από το Δήμο Αγρινίου στις εκδόσεις "Μεταίχμιο".

Ο Πάνος Χατζόπουλος το 1939

Ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941 ήταν φοβερά δύσκολος. Πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, απελπισία. Οι ήρωες που το 1940 στα βουνά της Αλβανίας γνώριζαν συνήθως μόνο τις... πλάτες των γκλοριόζων του Μουσολίνι δεν κατάφερναν να συμβιβαστούν με τη σκληρή πραγματικότητα που τους ανάγκαζε να ζουν σκλάβοι του φασισμού. Εγκαταλελειμμένος ο λαός από την ηγεσία των αστικών κομμάτων άρχισε έναν σκληρό καθημερινό αγώνα επιβίωσης πουλώντας σπίτια, οικόπεδα, χωράφια, μέχρι και τις προίκες των κοριτσιών για την εξοικονόμηση λίγου καλαμποκιού και λαδιού μέσα σ' ένα καθεστώς άγριας εκμετάλλευσης και μαυραγοριτισμού. Μέσα σ' αυτή τη θεοσκότεινη νύχτα της εθνικής κατάρρευσης, πραγματική όαση για την πόλητου Αγρινίου αποτελούσε η μικρή συντροφιά της λέσχης του L’ Ospice. Η λέσχη του L’ Ospice συγκροτήθηκε το 1938 από μια ομάδα γυμνασιόπαιδων της πλατείας Χατζοπούλου και σε κάποιο ισόγειο μπαρακάκι, ιδιοκτησίας του δικηγόρου Κώστα Παλιγιαννόπουλου, είχε το εντευκτήριο της, το οποίο ονόμασε L’ Ospice από τη γαλλική λέξη που σημαίνει καταφύγιο. Ήταν ένα χαμηλό, ετοιμόρροπο, κολλητό στο κυρίως σπίτι των Παλιγιαννοπουλαίων, κτίσμα ενός δωματίου. Χαμηλή η πόρτα της εισόδου με δύο μικρά παράθυρα, είχε κατάλληλα διακοσμηθεί. Οι κοπέλες της συντροφιάς είχαν αναλάβει να Βάλουν κουρτίνες στα μικρά παράθυρα και άλλα χρειώδη σιγύρια, έτσι που το μικρό δωμάτιο μετατράπηκε σε μια ζεστή φωλιά. Ενοίκιο 150 δραχμές. Είχε κι άλλα μικροέξοδα που καλύπτονταν από τα μέλη της συντροφιάς. Όπως αναφέραμε, τη συντροφιά αποτελούσαν αρχικά γυμνασιόπαιδα της πλατείας Χατζοπούλου, καμιά εικοσαριά στον αριθμό, με πόλο έλξης τη δυνατή και πολύπλευρη προσωπικότητα του τότε απόφοιτου Γυμνασίου και ποιητή Πάνου Χατζόπουλου, ανιψιού του Κώστα Χατζόπουλου. Εκεί λοιπόν, σ' αυτό το καταφύγιο, συγκεντρώνονταν τακτικά γύρω στα 20-25 μέλη της συντροφιάς και κουβέντιαζαν τα προβλήματα τους. Στην ιδιόρρυθμη αυτή μελισσοφωλιά γίνονταν προπολεμικά καθημερινές συναθροίσεις στις ελεύθερες από τα μαθήματα ώρες, οπότε με συζητήσεις και διαλέξεις κουβεντιάζονταν ποικίλα θέματα, φιλολογικού και κοινωνικού περιεχομένου. Κάθε Κυριακή ή αργία κάποιο από τα μέλη της συντροφιάς υπό τύπων διαλέξεως ανέπτυσσε κι ένα φιλολογικό θέμα. Άλλος μιλούσε για τον Παλαμά ή τον Χατζόπουλο, άλλος για τον Βίκτορα Ουγκό, άλλος ανέλυε τη «Βάρκα» του Χατζόπουλου ή το δημοτικό τραγούδι της αλαφίνας. Η παρέα έβγαζε κι ένα περιοδικό. Τη «Σάλπιγγα». Χειρόγραφο. Σ' αυτό ο καθένας, όποιος βέβαια είχε κάποιο ταλέντο, έγραφε ό,τι του ερχόταν βολετό. Στο περιοδικό αυτό είδαν το φως τα πρώτα γραπτά του Πάνου Χατζόπουλου. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Η παρέα του L’ Ospice έγινε γνωστή σε πλατύ κύκλο στη νεολαία του Αγρινίου κι όσο περνούσε ο καιρός παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις της και μαθητές άλλων συνοικιών. Το πρόβλημα όμως ήταν πως ο χώρος ήταν μικρός και το χαρτζιλίκι των παιδιών της συντροφιάς ελάχιστο. Οι σκέψεις που γίνονταν για εξεύρεση μεγαλύτερου δωματίου στάθηκαν πρακτικά αδύνατες. Παρ' όλα αυτά ο καιρός περνούσε ευχάριστα και δημιουργικά για την παρέα του L’ Ospice.

Όσο που ήρθε ο πόλεμος του 1940 και η Κατοχή. Η συντροφιά όμως δεν σκόρπισε. Το L’ Ospice ζούσε κι εκείνα τα τρομερά χρόνια. Άντεξε και στην πείνα του 1941, λες και κάποια ανάγκη να το συγκρατούσε στην ύπαρξη του. Τώρα η συντροφιά καταπιάστηκε με άλλα ενδιαφέροντα. Η παρουσία του κατακτητή γεννούσε άλλου είδους συζητήσεις. Έφτανε ως εδώ ο απόηχος από τις νουθεσίες του γυμνασιάρχη Πλαγιανάκου, που εκτός από τις γυμνασιακές γνώσεις η κύρια προσπάθεια του, όπως και του φιλόλογου καθηγητού Πάνου Παπαχρήστου, ήταν να στυλώσει τις καρδιές με τα μεγάλα μηνύματα της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας. Μηνύματα που μιλούσαν για αγώνες και θυσίες των προγόνων χάριν της ελευθερίας. Στην ψυχή των μελών του L’ Ospice συντελούνταν συγκλονιστικές ανακατατάξεις ιδεών. Δεν ήταν πλέον τα ανέμελα προπολεμικά παιδιά. Οι δραματικές ώρες της Κατοχής φόρτωναν το μυαλό σκέψεις και σκέψεις. Η ανάλυση της τριλογίας του Προμηθέα αλλά κι αυτή του δημοτικού τραγουδιού της αλαφίνας τους συντάραζαν. Έφυγε από τα μάτια και τα χείλη το παιδικό ανέμελο χαμόγελο. Τα μέτωπα ήταν αυλακωμένα από ρυτίδες σοβαρότερων σκέψεων. Κάτι σαν φως αστραπής έφεγγε στα μάτια, όταν έφτανε από το δρόμο ο ήχος από το Βαρύ Βήμα της φασιστικής περιπόλου. Η καρδιά πλέον του L’ Ospice άρχισε να χτυπά σε άλλο τόνο. Γεγονός αναμφισβήτητο είναι πως μέσα από το L’ Ospice ξεπήδησαν οι πρώτες φλόγες αντίστασης κατά του φασισμού για λογαριασμό όλης της Αιτωλοακαρνανίας από τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Αργότερα, με πρωτεργάτη πάντα τον Χατζόπουλο, δημιουργήθηκε δεύτερη εστία αντίστασης στο στέκι του ραφείου των αδερφών Φώτη και Μάκη Κολοκοτσά, στη στοά Παπαγιάννη, και στις αρχές του 1942 μια τρίτη εστία ξεφύτρωσε στο «φροντιστήριο» του μετέπειτα καθηγητή του Πολυτεχνείου Παντελή Ρόκου, το οποίο λειτουργούσε στο σπίτι του Νικάκη Παπανικολάου, απέναντι από τις αποθήκες Παναγόπουλου.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο L’ Ospice. Και με χρονολογική σειρά να αναφέρουμε χαρακτηριστικά περιστατικά από τα οποία εδραιώνεται η άποψη για τον πρωτοποριακό ρόλο που διαδραμάτισαν οι φλογεροί εκείνοι νεολαίοι στο νεολαιίστικο γενικά κίνημα εθνικής αντίστασης Αιτωλοακαρνανίας. Παραμονές 28ης Οκτωβρίου 1941. Σ' ένα παγκάκι μπροστά στην Αγια Σωτήρα του Πάρκου κουβεντιάζουν τρεις μαθητές Γυμνασίου. Ανάμεσα τους κι ένας οκνίτης του L’ Ospice. Ρίχνεται απ' αυτόν η ιδέα να γίνουν δύο στεφάνια από τις δάφνες του Πάρκου και ως ελάχιστο φόρο τιμής για τους νεκρούς της Αλβανίας να στεφανωθεί το άγαλμα των πεσόντων, που βρισκόταν τότε στην οδό Παπαστράτου και μπροστά στο σπίτι του Κατσιμπίνη, και στη συνέχεια η προτομή του Κουμπούρα, του γνωστού Παναγιώτου, ήρωα μακεδονομάχου, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Κάτι που γίνονταν με τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου από τα σχολεία, τα σωματεία, τους συλλόγους και τις αρχές της πόλης στα ελεύθερα χρόνια. Η πρόταση του οκνίτη, που ήταν και γραμματέας πυρήνα, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους άλλους δύο συμμαθητές του. Ετοιμάστηκαν τα δύο στεφάνια και με το σουρούπωμα η παρέα βρίσκεται να στεφανώνει πρώτο το μνημείο των πεσόντων. Εντελώς αναπάντεχα περνάει τυχαία από εκεί μια ιταλική περίπολος, τα τρία παιδιά με το δεύτερο στεφάνι τρέχουν στο στενό προς το καφενείο του Κρίμπα, από κοντά οι Ιταλοί, και την κατάσταση σώζει το ακάλυπτο τότε ρέμα. Οι νεολαίοι γλιτώνουν την παραπέρα καταδίωξη και πιθανή τους σύλληψη. Όταν πέρασε ο κίνδυνος, τα παιδιά είχαν το κουράγιο να Βγουν από την κρυψώνα τους, βρόμικα και λασπωμένα απ' τη μπόχα και το βούρκο του ρέματος, να φτάσουν ως την προτομή του Κου­μπούρα και να τη στεφανώσουν κι αυτή. Η πράξη αυτή χρονικά θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη αντιστασιακή ενέργεια κατά του κατακτητή πανελλαδικά. Την άλλη μέρα, και κάτω από τη μύτη των Ιταλών, τα παιδιά του L’ Ospice γιόρτασαν την πρώτη επέτειο του αλβανικού έπους με ειδική ομιλία του Πάνου Χατζόπουλου, απαγγελίες πατριωτικών ποιημάτων και άλλα παρόμοια.

Ιανουάριος 1942. Ο Πάνος Χατζόπουλος μ' ένα δεύτερο μέλος του L’ Ospice, τον Θωμά τον Μποκόρο, κλέβουν από τα γραφεία της Ένωσης Συνεταιρισμών Αγρινίου μια γραφομηχανή γερμανικής μάρκας ούντεργουντ. Με τη γραφομηχανή αυτή δακτυλογραφήθηκε και κυκλοφόρησε πλατιά η πρώτη προκήρυξη του ΕΑΜ στο Αγρίνιο. Ο Χατζόπουλος είχε συνδεθεί, στο μεταξύ, με την επιτροπή πόλης του ΕΑΜ. Πριν από την προκήρυξη αυτή ο Γεώργιος Καραπαπάς με τον Κωστάκη Αυγούλη σ' ένα παμπάλαιο πολύγραφο κυκλοφόρησαν μόνοι τους ένα κείμενο-μανιφέστο αντίστασης, ιστορικής για το κίνημα σημασίας.

24 και 25 Μαρτίου 1942. Στο διήμερο που θα ακολουθήσει, δηλαδή 24 και 25 Μάρτη, πολλά αξιόλογα γεγονότα έμελλε να διαδραματιστούν στην πόλη. Μα ας τα δούμε με τη σειρά τους. Έπαιρνε να σουρουπώσει η 24η Μαρτίου όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μυστικού του L’ Ospice, καθώς οι οκνίτες του γνωρίστηκαν μ' αυτή τους την ιδιότητα μεταξύ τους εκείνο το βράδυ, κι ας ζούσαν τόσα χρόνια ο ένας δίπλα στον άλλο ως μέλη της ίδιας λέσχης. Ένας ένας πέρναγαν τη μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα του σπιτιού των Χατζοπουλαίων, για να εκτελέσουν μια αποστολή μαζί με τους οκνίτες του Παντελή Ρόκου της Αγίας Τριάδας. Μια ώρα πριν λήξει η κυκλοφορία με νερομπογιές στα ντενεκέδια, καθώς και με πινέλα από αυτά που ξυριζόμαστε, και κρατώντας στάμπα ξεκινούν να ζωγραφίσουν στα ντουβάρια του Αγρινίου τα πρώτα αντιστασιακά συνθήματα. Τα στάμπα ζωγραφισμένα από τον Δημητράκη Ανδρικόπουλο και σκαλισμένα από τον Γιωργάκη τον Κουτρουμπούση έλεγαν: «Ζήτω η 25η Μαρτίου», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», «θάνατος στο φασισμό» και «Ελευθερία ή θάνατος». Τα συνεργεία ήταν τριμελή. Ένας στον ντενεκέ, τη νερομπογιά και τη στάμπα, ο δεύτερος στο πινέλο και ο τρίτος τσιλιαδόρος, κατά προτίμηση κοπέλα. Έμενε κι ένας μοναχός, ο Θανάσης Καραγιώργος, που σκοτώθηκε στο δεύτερο αντάρτικο. Αυτός αποτέλεσε δικό του συνεργείο. Το πρωί της 25η Μαρτίου άστραφταν οι καρδιές των Αγρινιωτών από περηφάνια, καθώς τα ντουβάρια απ' άκρη σ' άκρη της πόλης, ακόμα και δίπλα στις σκοπιές των Ιταλών, διαλαλούσαν την απόφαση της αδούλωτης νεολαίας για αγώνα ζωής ή θανάτου ενάντια στους κατακτητές. Ο εθνικός συναγερμός κορυφώθηκε όταν οι ίδιοι οι οκνίτες μαζί με τους μεγαλύτερους του εργατικού ΕΑΜ παρασύροντας στο πέρασμα τους κι ένα πλήθος από κόσμο, ξεκινούσαν από την κεντρική πλατεία και βάδιζαν την οδό Παπαστράτου πηγαίνοντας να στεφανώσουν το μνημείο των πεσόντων στου Κατσιμπίνη. Η πορεία και η στέψη πραγματοποιήθηκε παρά τις αυστηρές απαγορευτικές διαταγές των στρατευμάτων κατοχής. Μπροστά σ' αυτή την εθνική έξαρση πατριωτισμού οι Ιταλοί δεν τόλμησαν να επέμβουν. Άφησαν την ελληνική ψυχή να πορευτεί. Η στέψη έγινε και η αγωνιστική αυτή εκδήλωση έκλεισε με τον Εθνικό Ύμνο.

Τα δύο αυτά γεγονότα, το γράψιμο των πατριωτικών συνθημάτων και η στέψη του μνημείου των πεσόντων είχε συγκλονιστική επίδραση στο λαό της πόλης, με τις πλούσιες αγωνιστικές παραδόσεις, κι άλλαξε τον αγέρα στη Βαριά ατμόσφαιρα της Κατοχής. Ο καθένας άρχισε να περιεργάζεται με σημασία το διπλανό του, βάλθηκε να αναλύει την κάθε κίνηση, κουβέντα και ενέργεια του. Επιστράτευσε τις κεραίες της ψυχής του προσπαθώντας να βρει τα αόρατα μα υπαρκτά νήματα που θα τον οδηγούσαν όσο γινόταν γρηγορότερα εκεί που άρχισε ξανά να χτυπά η καρδιά της πατρίδας και η καμπάνα του εθνικού χρέους. Κανείς δεν ήθελε να χάσει τη χαρά της πρωτοπορίας και αν ο αγώνας της Εθνεγερσίας του 1821 είχε την ηρωίδα πόλη του, το Μεσολόγγι, ο καινούργιος αγώνας ενάντια στις δυνάμεις του φασισμού - ναζισμού θα είχε σε λίγο τη δική του ηρωίδα πόλη, το Αγρίνιο, που τροφοδότησε το έπος της Εθνικής Αντίστασης με χιλιάδες φλογερούς μαχητές της ελευθερίας και με ποτάμια αίματος.

Αλλά εμείς ας συνεχίσουμε. Οι Ιταλοί έχουν μαζέψει τα λιγοστά ραδιόφωνα που υπήρχαν τότε στο Αγρίνιο. Εξαίρεση κάνουν στο ραδιόφωνο του στρατηγού Κλάδου, που κάθονταν απέναντι από το ξενοδοχείο Ακροπόλ, στην αρχή της οδού Ηλία Ηλιού. Ένας παλιός του ιπποκόμος και διαχειριστής του κτήματος του στο Δοκίμι άκουγε με το στρατηγό κάθε βράδυ το δελτίο ειδήσεων του Λονδίνου και του Καΐρου. Ο ανιψιός του ιπποκόμου περίμενε τον μπάρμπα να γυρίσει από το σπίτι του Κλάδου και κράταγε στο μυαλό του τα νέο του δελτίου. Ο μπάρμπας, που διετέλεσε ένα φεγγάρι ενωματάρχης Χωροφυλακής, δεν παρέλειπε να συστήνει στον ανιψιό του πριν φύγει για το σπίτι του να κρατά το στόμα του κλειστό. «Μην κάψουμε το στρατηγό μωρ' ζαγάρ και κάψεις και το δκο μ' σπίτ». Μόνο που ο ανιψιός ήταν κομμάτι αγύριστο κεφάλι και τα νέα μεταφέρονταν την άλλη μέρα στο L’ Ospice. Εδώ τα μυαλά και των άλλων σκαθαριών δεν άργησαν να πάρουν τις κατάλληλες στροφές και επιστρατεύοντας την κλεμμένη γραφομηχανή της Ένωσης άρχισαν να κυκλοφορούν κάτω από τις πόρτες στις γειτονιές τα πρώτα παράνομα δελτία ειδήσεων. Στα τέλη του Μάρτη του '42 εξοικονομήθηκε ένα ραδιόφωνο απ' τον Ντίνο τον Σαλάκο. Με λίγο ταρακούνημα καμιά φορά, όταν το 'πιαναν οι αναποδιές του, έστω και βραχνά, έκανε τη δουλειά του. Σέμπρεψε και με τη γραφομηχανή κι ένα αυτοσχέδιο πολύγραφο και η δουλειά πλέον του καθημερινού δελτίου ειδήσεων συστηματοποιήθηκε, έτσι που να κυκλοφορεί πόρτα με πόρτα, κόρφο με κόρφο σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων. Δεν παραλείπονταν βέβαια και η εκτύπωση τρικ με πατριωτικά συνθήματα και προκηρύξεις, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αρχικά οι τεχνικές ανάγκες εκτύπωσης και διανομής καλύφθηκαν από τα παιδιά του L’ Ospice. Αργότερα, όσο οι ανάγκες μεγάλωναν, μπήκαν στο χορό και οι αντιστασιακές οργανώσεις των συνοικιών. Βέβαια ως τις αρχές του '43 τα τρία σύνεργα, δηλαδή γραφομηχανή, πολύγραφος και ραδιόφωνο, χειρίζονταν ο Ντίνος ο Σαλάκος και τα παιδιά του L’ Ospice. Τα δελτία που εκτυπώνονταν καθημερινά παραλάμβανε ο Σπύρος ο Φαρμάκης και τα διοχέτευε στους μηχανισμούς διανομής των συνοικιών. Η αξιόλογη αυτή παράνομη δουλειά γινόταν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του κατακτητή, που παρ' όλες τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να βάλει στο χέρι τον παράνομο αυτό μηχανισμό. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές ο μηχανισμός αυτός κινδύνευσε σοβαρά, πότε από τυχαίες και αναπόφευκτες συμπτώσεις και κακά συναπαντήματα, πότε από επιπόλαιες ενέργειες που οφείλονταν στη φυσιολογική νεανική ορμή που δεν εκτιμούσε, στο βαθμό που έπρεπε, τον κίνδυνο που καραδοκούσε ή ακόμα κι από έλλειψη ανάλογης πείρας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργούσε η γραφομηχανή. Έτσι τεράστια σε όγκο που ήταν, ολόκληρο τσουβάλι πράμα, τα πλήκτρα της έκαναν τρομερό πάταγο που σκόρπαγε αναγκαστικά και έξω από τα ντουβάρια και τα κλειστά παραθυρόφυλλα σε αρκετά μεγάλη ακτίνα στη γειτονιά. Τότε δε υπήρχαν οι σημερινοί θόρυβοι να κουκουλώνουν το πράμα. Για το λόγο αυτό έμενε δύο, το πολύ τρεις μέρες, και μετά δρόμο για άλλο στέκι. Έφτασε η χάρη της μέχρι το γυναικωνίτη του Αϊ-Γιώργη στην Ντούτσαγα. Χαλάλι της όμως, γιατί το δελτίο βοήθησε να στυλωθεί το εθνικό φρόνημα και το ηθικό του λαού της πόλης, καθώς μέρα με τη μέρα η φούρια της χιτλερικής λαίλαπας κόπαζε όσο που πήρε την κάτω βόλτα.

Μια μέρα, καθώς οι δύο νεολαίοι του L’ Ospice, επονίτες πια μετά την αυτοδιάλυση της ΟΚΝΕ τη άνοιξη του '43, κουβάλαγαν σ' ένα τσουβάλι τη γραφομηχανή για κάποιο καινούργιο στέκι που θα ήτα το κατώγι του σπιτιού του Χαρίλαου Τσουκαλά, δίπλα στο ρέμα της Αγίας Τριάδας, μπροστά στις απόθήκες Παναγόπουλου, έπεσαν σε μια ομάδα Γερμανών που φόρτωναν ένα αυτοκίνητο με, διάφορα εφόδια. Οι Γερμανοί σταμάτησαν τους επονίτες και γαβγίζοντας στη γλώσσα τους και με νοήματα τους διέταξαν να βάλουν ένα χέρι στο φόρτωμα. Το τσουβάλι με τη γραφομηχανή ξεφορτώθηκε παρά πέρα στ< πεζοδρόμιο και άρχισε η αγγαρεία. Ο γερμανός σκοπός της αποθήκης, όση ώρα κρατούσε το φόρτωμα, τριγυρόφερνε το τσουβάλι με την ούντεργουντ και το περιεργάζονταν πίσω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του. Όλα έδειχναν πως πλησίαζε το τέλος. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά, η αγγαρεία κάποτε πήρε τέλος, ξαναφορτώθηκε στις πλάτες το τσουβάλι με τη γραφομηχανή και τα παιδιά πήραν δρόμο.

Μια άλλη μέρα κινδύνευσε ο πολύγραφος με τον οποίο τύπωναν τα δελτία οι ίδιοι, οι παραπάνω επονίτες στο σπίτι των αδερφών Νταβαρούκα, στην οδό Καλυβίων. Δυο Γερμανοί της Γκεστάπο με το διερμηνέα Σπύρο Λούβαρη έχοντας κοντά τους και μια γερόντισσα πήραν σβάρνα τις γειτονιές για να βρουν σπίτι να στεγάσουν την οικογένεια της, μιας και το δικό της το είχαν επιτάξει για τις δικές τους ανάγκες. Έφτασαν ως το Νταβαρουκέικο. Η Ελένη Νταβαρούκα, μόλις τους είδε να ανοίγουν την αυλόπορτα την ώρα που αυτή κράταγε τσίλιες στο μπαλκόνι, μπήκε στο δωμάτιο που τύπωναν οι επονίτες τα δελτία και κίτρινη από φόβο έμπηξε μια φωνή: «Γερμανοί κυκλώνουν το σπίτι» κι έπεσε ξερή στο πάτωμα. Χάρη στην ψυχραιμία των δύο παιδιών δεν έγινε καμιά παρεξήγηση που ίσως θα είχε αιματηρές συνέπειες και την απώλεια Βέβαια του πολυγράφου. Εξακριβώθηκε ο σκοπός του ερχομού των γκεσταπιτών, τα παιδιά τους εξήγησαν πως δεν υπήρχε κενό ούτε ένα δωμάτιο κι εκείνοι έφυγαν γυρεύοντας σπίτι παρακάτω. Ο διερμηνέας Λούβαρης, που εξηγούσε τα καθέκαστα και στις δύο πλευρές, κάτι φάνηκε να ψυλλιάστηκε βλέποντας τα γανωμένα από το μελάνι χέρια του ενός επονίτη, μα δεν έδωσε συνέχεια. Τα παιδιά μάζεψαν τα φρεσκοτυπωμένα δελτία, ήρθε κι ο Σπύρος Φαρμάκης που το παρέλαβε για διανομή κι έκρυψαν τον πολύγραφο στο τζάκι. Διαβεβαίωσαν την Ελένη πως θα τον μεταφέρουν την ίδια μέρα, αφού είδαν κι έλαβαν να τη συνεφέρουν από τη λιποθυμιά της, κι έφυγαν για να κανονίσουν καινούργιο στέκι. Όταν γύρισαν το απόγευμα για να τον παραλάβουν για τη μεταφορά, ο πολύγραφος δεν υπήρχε πλέον. Ο Παύλος Νταβαρούκας, ο οποίος γύρισε στο μεταξύ από την αγορά στο σπίτι, έμαθε από την αδερφή του τα καθέκαστα, έβαλε φωτιά και έκαψε τον πολύγραφο.

Στις αρχές του '42 στο σπίτι της Χριστίνας Κολοκύθα ξέπεσε ο Χρήστος Καπράλος με τον Άγγελο Τερζάκη. Καραβοτσακισμένοι και οι δύο από την πείνα και τις κακοτυχίες αντάμωσαν στο Αγρίνιο τον Πάνο Χατζόπουλο κι εκείνος τους έβαλε να καθίσουν στο παραπάνω σπίτι. Επειδή όμως η οικογένεια της Κολοκύθα δεν ήταν δυνατόν πέρα από τη στέγαση να αναλάβει και την τροφοδοσία τους, το έργο αυτό το ανέλαβε το L’ Ospice. Κάθε μέρα άλλος μια φέτα ψωμί, άλλος ένα πιάτο φαγητό ή ελιές, άλλος λίγο λάδι, μια δυο χούφτες φασόλια, ρεβίθια, κι ό,τι άλλο μπορούσε να εξοικονομήσει απ' το σπίτι του. Έτσι μπόρεσε η παρέα του L’ Ospice να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τους δύο αυτούς δόκιμους καλλιτέχνες που τόσα πρόσφεραν στη συνέχεια στον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο της Ελλάδος. Και ήταν μεγάλη η χαρά των παιδιών του L’ Ospice να τους κάνουν παρέα και να συζητούν μαζί τους.

Μα όλα έχουν αρχή και τέλος. Και το L’ Ospice έμελλε να αυτοδιαλυθεί την άνοιξη του '43. Λίγο μετά τη διάλυση της ΟΚΝΕ και την προσχώρηση της στην ΕΠΟΝ, η συντροφιά των παιδιών του L’ Ospice μετακόμισε ομαδικά στις γραμμές της, εκτός από δυο τρεις περιπτώσεις.

Έκλεισε ο κύκλος μιας σκοτεινής τροχιάς και μιας σελίδας του νεολαιίστικου προοδευτικού κινήματος της εργατούπολης του Αγρινίου, της ηρωίδας πόλης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Άνοιξε μια καινούργια. Το ίδιο αξιόλογη και φωτεινή. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία της ιδιόρρυθμης εκείνης μαθητικής λέσχης που διέγραφε μια φωτεινή και αξιόλογη τροχιά στη δημοκρατική, προοδευτική και μετέπειτα αντιστασιακή πορεία του αγρινιώτικου λαού.


Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

“ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ” ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΓΚΙΟΛΙΑ

 Παραθέτω ένα ενδιαφέρον κείμενο που μιλάει για το γνωστό βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια για τον Κώστα Χατζόπουλο.

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος

περιοδικό Θέσεις” Τεύχος 108, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2009

Ο Μάρκος Γκιόλιας ως ιστορικός του εργατικού κινήματος. Η σημασία της μελέτης του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, εκδ. Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996.

του Γιάννη Μηλιού

Η ενασχόληση με την ιστορία του εργατικού κινήματος αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Δυσκολότερη από ότι οι περισσότερες και οι περισσότεροι αναγνώστριες/ες, έχουν φανταστεί. Τολμώ να πω, δυσκολότερη από ότι οι ίδιοι οι ιστορικοί υποθέτουν.

Στη φωτογραφία o Κώστας Χατζόπουλος με την κόρη του Σέντα στο Αγρίνιο το 1919, από το αρχείο της Σοφίας Λαχανά Πατρώνη

Οι λόγοι για τη δυσκολία αυτή είναι ότι η ιστορία του εργατικού κινήματος τέμνει ουσιαστικά τρεις θεωρητικές περιοχές ιδιοποίησης του πραγματικού, ή αν θέλετε τρεις ιστορίες:
1) Την κατανόηση και ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη κοινωνία, δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, την εδραίωση και διευρυνόμενη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων κυριαρχίας σε οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό επίπεδο. Το εργατικό κίνημα κάνει την εμφάνισή του κατά τη φάση εκείνη της εξέλιξης των καπιταλιστικών κοινωνιών, κατά την οποία εδραιώνεται και κυριαρχεί η μορφή του βιομηχανικού καπιταλισμού, εκτοπίζοντας την προγενέστερη μορφή του εμπορικού και μανουφακτορικού καπιταλισμού. Κατά την περίοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, που σύμφωνα με το εννοιολογικό σύστημα που εισήγαγε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο μπορούμε επίσης να ονομάσουμε «καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας», σε αντιδιαστολή με την προγενέστερη φάση του «καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας», δημιουργείται εκείνη η συγκέντρωση της εργατικής τάξης στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, τους οικονομικούς κλάδους και τα αστικά κέντρα που καθιστούν δυνατή την κατανόηση από τη μεριά των εργαζομένων των κοινών τους συμφερόντων και την ανάπτυξη του (οργανωμένου) εργατικού κινήματος.
Επιπλέον, η διαμόρφωση της σκέψης και της δράσης κάθε συγκεκριμένης προσωπικότητας του εργατικού κινήματος και θεωρητικού του σοσιαλισμού, όπως ο Κώστας Χατζόπουλος, πρέπει να ειδωθεί ως προϊόν ενός οικογενειακού και ιδιωτικού χώρου, ο οποίος επηρεάζεται αποφασιστικά και σε τελευταία ανάλυση διαμορφώνεται από αυτό το σύνθετο πλέγμα των εξελισσόμενων κοινωνικών σχέσεων.
2) Την πρόσληψη της συγκεκριμένης διεθνούς και εσωτερικής «ιστορίας των ιδεών» κατά την εξεταζόμενη περίοδο, με παράλληλο συνυπολογισμό των ιστορικών ιδιαιτεροτήτων που αναγκαστικά χαρακτηρίζουν κάθε χώρα.
Εδώ χρειάζεται να επιμείνουνε λίγο περισσότερο: Εφόσον δεν πρόκειται γενικώς για την ιστορία των ιδεών, αλλά για την ιστορία πρόσληψης και ανάπτυξης των σοσιαλιστικών ιδεών και ειδικότερα των μαρξιστικών ιδεών, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι από την πρώτη στιγμή εμφάνισής τους ως θεωρητικών ρευμάτων και αντίστοιχα πολιτικών κινήσεων, ο σοσιαλισμός και ο μαρξισμός χαρακτηρίζονταν από μια εσωτερική σχισματικότητα. Η ιστορία της σοσιαλιστικής αλλά και της μαρξιστικής σκέψης είναι πάντοτε ιστορία ιδεολογικών και θεωρητικών αγώνων: Αγώνων, από τη μια για την κριτική των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, και από την άλλη για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και θεωρητική συνέπεια της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής δράσης και ανάλυσης, απέναντι σε διαφορετικές και κατά τεκμήριο «αντίπαλες» σοσιαλιστικές ή μαρξιστικές προσεγγίσεις.
Μάλιστα, η αδιάκοπη «εσωτερική διαμάχη» στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής σκέψης και του μαρξισμού είναι τόσο επίμονη και ισχυρή, που διασχίζει συχνά το έργο ενός και του αυτού μαρξιστή θεωρητικού (και υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσαμε να αναφερθούμε), αναπαράγει στο εσωτερικό του αντιφάσεις, μεταστροφές, συσσωματώσεις, λογικά ασύμβατων θεωρητικών θέσεων κ.ο.κ. Σε τελευταία ανάλυση, δεν αποτελεί παρά μια έκφανση της σύγκρουσης του σοσιαλισμού και του μαρξισμού με την κυρίαρχη ιδεολογία, μια που η τελευταία διαρκώς αναπαράγεται, υπό μετασχηματισμένες μορφές, στο εσωτερικό του μαρξισμού.
Σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάδυση τέτοιων θεωρητικών αντιφάσεων και μεταστροφών είναι στενά συνυφασμένη με την εξέλιξη των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών δύναμης, τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας, όσο και στο εσωτερικό της Αριστεράς.
3) Από εδώ πηγάζει και εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η τρίτη δυσκολία που είναι συνυφασμένη με την επιστημονική κατανόηση και μελέτη του εργατικού κινήματος και των πρωταγωνιστών του: Η «εσωτερικότητα» του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στο εργατικό κίνημα και η καταστατική «σχισματικότητά» τους συνεπάγεται ότι για να μπορεί ο ιστορικός να λειτουργήσει επιστημονικά, πρέπει προηγουμένως να έχει υιοθετήσει μια συγκεκριμένη στάση στο εσωτερικό της σοσιαλιστικής και μαρξιστικής σκέψης. Μια στάση, αν θέλετε, μη-ουδετερότητας, που θα του/της επιτρέψει, όσο κι αν αυτό στο πρώτο άκουσμα ξενίζει, να κατανοήσει αντικειμενικά και με τρόπο επιστημονικό το αντικείμενο μελέτης του/της. Όπως σωστά επεσήμαινε αρκετά χρόνια πριν ο Louis Althusser:
«Η αντίληψη αυτή στηρίζεται […] στην απλή διαπίστωση ότι [...] δεν μπορεί κανείς να δει από παντού τα πάντα. Μπορεί κανείς να διακρίνει την υφή αυτής της συγκρουσιακής πραγματικότητας μόνο αν υιοθετήσει μέσα στην ίδια τη σύγκρουση ορισμένες θέσεις και όχι κάποιες άλλες, διότι το να υιοθετήσει παθητικά κάποιες άλλες θέσεις θα σήμαινε ότι εμπλέκεται στη λογική των ταξικών ψευδαισθήσεων, η οποία πρέπει να ονομασθεί κυρίαρχη ιδεολογία. Φυσικά η προϋπόθεση αυτή αντιτίθεται σε ολόκληρη τη θετικιστική παράδοση –μέσω της οποίας η αστική ιδεολογία ερμηνεύει την πρακτική των φυσικών επιστημών [...] Ουσιαστικά, σε ολόκληρο το έργο του ο Μαρξ δεν λέει τίποτε διαφορετικό. Όταν γράφει στον επίλογο του Κεφαλαίου ότι αυτό το έργο “εκπροσωπεί το προλεταριάτο” εξηγεί σε τελική ανάλυση ότι πρέπει να υιοθετήσει κανείς τις θέσεις του προλεταριάτου για να γνωρίσει το κεφάλαιο» (Αλτουσέρ, Λ. [1991]: «Για τον Μαρξ και τον Φρόϋντ», Θέσεις τ. 35, σ. 56).
Ειδικότερα, αναφορικά με την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, οι δυσκολίες αυτές μεγεθύνονται, καθώς στην αντίστοιχη ιστοριογραφία από τη δεκαετία του 1930 μέχρι πρόσφατα, κυριαρχούσε ένα απλουστευτικό δογματικό ιδεολογικό σχήμα, που αξιολογεί την ιστορία και τους πρωταγωνιστές της ανάλογα με την αναδρομικά κυριαρχούσα, στην εκάστοτε συγκυρία, θέση της επίσημης Αριστεράς.
Δεν ξέρω αν το αντιληφθήκατε ήδη, αλλά τόσην ώρα μιλάω εμμέσως για τον Μάρκο Γκιόλια και τη συμβολή του στην πρόσληψη του ελληνικού εργατικού κινήματος. Το βιβλίο του “Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος”, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του ελληνικού εργατικού κινήματος της περιόδου 1880-1920, καθώς εστιάζει στη δράση και τη σκέψη του κορυφαίου αγρινιώτη διανοητή και αγωνιστή Κώστα Χατζόπουλου (1868-1920).
Αν ακολουθήσουμε το σχήμα με τις τρεις δυσκολίες που περιγράψαμε, θα διαπιστώσουμε ότι ο Μάρκος Γκιόλιας μας καθοδηγεί μέσα και πέρα από αυτές, με ένα στρωτό, σχεδόν λογοτεχνικό, αφηγηματικό ύφος, που αξιοποιεί και καθιστά εύληπτο ένα τεράστιο όγκο στοιχείων: Ξεκινά από την ανάλυση της δομής και της ιστορικής εξέλιξης της αγρινιώτικης κοινωνίας και της αντίστοιχης πνευματικής κίνησης κατά τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Κώστα Χατζόπουλου, για να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνικών σχέσεων και της εξέλιξής τους στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Χατζόπουλου (και των άλλων ηγετικών φυσιογνωμιών της περιόδου). Ταυτόχρονα εξετάζει τις διαδικασίες εκβιομηχάνισης της χώρας και ανάπτυξης του εργατικού κινήματος κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το βιβλίο παρέχει τέτοιο πλούτο στοιχείων αλλά και την αντίστοιχη επιστημονική αποκωδικοποίηση και ερμηνεία τους, που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως πραγματεία για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα κατά την αναφερόμενη περίοδο.
Σε αντιδιαστολή με τις δογματικές και εν πολλοίς απολογητικές προς την καπιταλιστική εξουσία δοξασίες περί υπανάπτυξης της «αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας» ο Μάρκος Γκιόλιας αντιλαμβάνεται με επιστημονικό τρόπο τη μετάβαση από τον προβιομηχανικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Γράφει:
«Ενώ ο εμποροχρηματικός καπιταλισμός αναπτύσσεται με μια αξιόλογη δυναμική κατά τις τελευταίες δεκαετίες του ΙΘ΄ αιώνα, ο τομέας της ελληνικής βιομηχανίας δεν προχωρεί με ανάλογους ρυθμούς […] Ωστόσο σημειώνεται πρόοδος. Μαζί με τους πρώτους πυρήνες της βιομηχανίας γεννιέται το ελληνικό εργατικό κίνημα» (σ. 63). (1)
Έχοντας με τον τρόπο αυτό ξεπεράσει την πρώτη δυσκολία που αναφέραμε, ο Μάρκος Γκιόλιας προχωρεί στην εξέταση των θεωρητικών απόψεων και της πολιτικής δράσης του Κώστα Χατζόπουλου. Μέσα από την επεξεργασία και παρουσίαση, και πάλι, ενός μεγάλου όγκου στοιχείων και πηγών, και φυσικά των (δημοσιευμένων και μη) κειμένων του Χατζόπουλου, αλλά και των απόψεων των κύριων ρευμάτων του σοσιαλισμού στην Ελλάδα και διεθνώς, αποκαθίσταται η εικόνα του Χατζόπουλου ως ενός θεωρητικά και πολιτικά πρωτοπόρου μαρξιστή, ο οποίος συνέβαλε ποικιλόμορφα (ως πολιτικό πρόσωπο, θεωρητικός συγγραφέας και μεταφραστής) στη διάδοση και ανάπτυξη του σοσιαλισμού και του μαρξισμού στην Ελλάδα. Ενός θεωρητικού που μπορεί να αξιολογεί όχι μόνο τα αντιμαχόμενα σοσιαλιστικά και μαρξιστικά ρεύματα της εποχής του (π.χ. τους «ορθόδοξους μαρξιστές» υπό τον Κάουτσκι κατά την περίοδο μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη μια, και τους «ρεβιζιονιστές» υπό τον Μπερνστάιν από την άλλη), αλλά ακόμα και τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς, με τα οποία ο Κώστας Χατζόπουλος ήταν εξοικειωμένος. (2)
Στο τμήμα αυτό της ανάλυσής του, ο Μάρκος Γκιόλιας προφυλάσσει πλήρως τον αναγνώστη από τη δεύτερη δυσκολία που επισημάναμε, αυτή που σχετίζεται με την καταστατική εσωτερική σχισματικότητα του σοσιαλισμού και του μαρξισμού. Όχι μόνο μας παραθέτει το πανόραμα των διαφορετικών τάσεων και ιδεολογικών ρευμάτων του σοσιαλισμού, αλλά εστιάζοντας στην πρωτοπόρα στάση και σκέψη του Κώστα Χατζόπουλου, δείχνει ότι μόνο μέσα από τη σύγκρουση, τη σύνθεση και την ανασύνθεση των τάσεων αυτών μπορεί να προκύψει το προχώρημα του σοσιαλιστικού κινήματος και της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά και η σύνδεσή τους με το εργατικό κίνημα. Εστιάζοντας στον Χατζόπουλο, ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τις εντάσεις και συγκλίσεις μεταξύ δημοτικισμού και σοσιαλισμού, την εξέλιξη του κινήματος και των τάσεών του στα βασικά αστικά κέντρα της Ελλάδας, αλλά και σε χώρες της Δ. Ευρώπης και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μάρκος Γκιόλιας έρχεται αντιμέτωπος με εκείνη τη θεωρητική παράδοση που ο ίδιος ονομάζει «παραχαράξεις του δογματισμού». Στις λίγο-πολύ αναπαραγόμενες απαξιωτικές και στρεβλωτικές κρίσεις για τον Κώστα Χατζόπουλο ιστορικών της επίσημης Αριστεράς κατά τις δεκαετίες του 1940, 1950 ή και αργότερα, ο Μάρκος Γκιόλιας αντιπαραθέτει τεκμηριωμένα τις θέσεις του Χατζόπουλου, καταδεικνύοντας τη συνάφειά τους με τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά και άλλων θεωρητικών του μαρξισμού.
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο Μάρκος Γκιόλιας υπερβαίνει και την τρίτη δυσκολία στην οποία αναφερθήκαμε. Η «θέση του παρατηρητή» την οποία επιλέγει, είναι εκείνη του κριτικού και αντιδογματικού σοσιαλιστή και μαρξιστή. Είναι η θέση που επιτρέπει στον ιστορικό να αναλύσει κριτικά και να κατανοήσει το εργατικό κίνημα και την εξέλιξή του με βάση την επιστημονική μέθοδο και τις έννοιες που εισήγαγε ο Μαρξ, χωρίς προειλημμένες θέσεις και χωρίς να φοβάται τα οποιαδήποτε ευρήματα της έρευνάς του. Με άλλη διατύπωση, κατανοεί ότι η κριτική μέθοδος του Μαρξ οφείλει να εφαρμόζεται επίσης και στην ιστορία του εργατικού κινήματος, αλλά και του ίδιου του μαρξισμού.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί, εντούτοις, να δώσω έμφαση στο μοναδικό σημείο διαφωνίας που έχω με την ανάλυση του Μάρκου Γκιόλια, και το οποίο αφορά τη μεταστροφή της θεωρητικής προσέγγισης και δράσης του Κώστα Χατζόπουλου μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Όπως είναι γνωστό, η έκρηξη του Πολέμου προκάλεσε ένα τεράστιο ρήγμα στην παγκόσμια μαρξιστική Αριστερά, που σχηματικά αποτυπώνεται στη διάσπαση ανάμεσα στη Β΄ και τη Γ΄ Διεθνή. Για όσους θα ακολουθήσουν την Γ΄ Διεθνή, ο μέχρι τότε «ορθόδοξος μαρξιστής» και επαναστάτης Κάουτσκι γίνεται αποστάτης, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα.
Στην Ελλάδα, η διάσπαση του διεθνούς μαρξιστικού σοσιαλισμού επικαλύπτεται με τον «εθνικό διχασμό», τη διάσπαση της ίδιας της κυβερνητικής εξουσίας στην κυβέρνηση των Αθηνών και σε εκείνην της Θεσσαλονίκης. Μέσα στη συγκυρία του εθνικού διχασμού, μου είναι προφανές ότι η θεωρητική και πολιτική στάση του Κώστα Χατζόπουλου, μεταστρέφεται. Κατά την περίοδο 1909-1913, όταν η μεταρρυθμιστική-«ανορθωτική» κίνηση του Ε. Βενιζέλου επεδείκνυε τον μέγιστο φιλεργατισμό της (εργατική νομοθεσία κλπ.), ο Χατζόπουλος παρέμενε δριμύς επικριτής της αστικής εξουσίας και της στρατηγικής εδαφικής επέκτασης δια των Βαλκανικών Πολέμων, ακολουθώντας την πολιτική της αριστερής ή «ορθόδοξης» πτέρυγας των σοσιαλιστών της εποχής:
«Στο αίσθημά μου είναι τόσο αποκρουστικός ο πόλεμος, τόσο ανήθικος στη σοσιαλιστική αντίληψή μου […]». «Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τους άμοιρους λαούς να κυλιούνται στο αίμα για να πέσουνε από τη μια σκλαβιά στην άλλη». (Παρατίθεται στο Γκιόλιας 1996: σσ. 362-63).
Αντίθετα, μετά το 1914 τάσσεται υπέρ της συμμετοχής της χώρας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Στο πλαίσιο αυτό μεταλλάσσει και τη στρατηγική του στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος: Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Μάρκος Γκιόλιας, «αναζητεί ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης στις εργατικές κατακτήσεις. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, ο Χατζόπουλος ανοίγεται κατά την πορεία προς τους Κοινωνιολόγους, αλλά και τους προοδευτικούς φιλελεύθερους» (σ. 446).(3)
Νομίζω ότι ο Μάρκος Γκιόλιας δεν αναδεικνύει αυτή την τομή στην πορεία και τη σκέψη του Χ., καίτοι βεβαίως την περιγράφει. Μοιάζει να συμμερίζεται την αναγκαιότητα αυτής της μεταστροφής, χωρίς να τη θεμελιώνει.
Ο εθνικός διχασμός δεν είναι η ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα σε δυο «στρατηγικές εξάρτησης» της Ελλάδας από «ξένες δυνάμεις», ούτε η διαμάχη ανάμεσα μερίδες του κεφαλαίου. Είναι η ιστορία της σύγκρουσης δύο στρατηγικών διαχείρισης των γενικών αστικών συμφερόντων, σύγκρουσης που μορφοποιήθηκε και τροφοδοτήθηκε από την παρέμβαση των μαζών.
Όταν η άρνηση των συμμάχων της Αντάντ, αρχικά, στην ελληνική πρόταση για συμμετοχή στον Πόλεμο (λόγω της μέχρι τότε ουδετερότητας της Τουρκίας και της Βουλγαρίας) και η έκβαση του Πολέμου, στη συνέχεια (νίκες και προέλαση των Κεντρικών Δυνάμεων), οδήγησαν στη διαφωνία Βενιζέλου-Βασιλιά και στην παράταση της ελληνικής ουδετερότητας, τότε ήρθε ακριβώς η παρέμβαση των λαϊκών μαζών της Νότιας Ελλάδας για να ακυρώσει για έναν τουλάχιστο χρόνο την από καταβολής ελληνικού κράτους επεκτατική στρατηγική του αστισμού (τη «Μεγάλη Ιδέα»). Από τον Φεβρουάριο ως τον Νοέμβριο του 1915, η ουδετερότητα αναδεικνύεται σε ηγεμονική (αστική) πρόταση διακυβέρνησης.
Η μοναρχική στρατηγική εξασφάλισε την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των κινητοποιημένων λαϊκών μαζών της παλιάς Ελλάδας, που είχαν ήδη χύσει το αίμα τους στους πολέμους του 1912-13. Έτσι η υποστήριξη προς τη μοναρχική πολιτική στρατηγική προσέλαβε ένα ανοιχτά αντιπολεμικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, δεν ταυτιζόταν δηλαδή κατ’ ανάγκην με το γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα ή την ιδεολογία του μοναρχισμού. Ήταν τελικά αγώνας ενάντια στη «Μεγάλη Ιδέα», ενάντια στην κυρίαρχη επεκτατική στρατηγική του ελληνικού αστισμού από την ίδρυση ακόμα του ελληνικού κράτους, στρατηγική που από το 1912 και μετά είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα.
Ογκώδεις διαδηλώσεις στην Αθήνα και αντίστοιχες μαζικές εκδηλώσεις των επιστράτων, καταδικάζουν τον πόλεμο και τη στρατηγική του Βενιζέλου και συντάσσονται έτσι πίσω από τις σημαίες της βασιλικής παράταξης. Την ίδια στάση υιοθετούν και οι περισσότερες σοσιαλιστικές οργανώσεις της εποχής. Η παλιά Ελλάδα στην πλειοψηφία της τάσσεται με την κυβέρνηση των Αθηνών.
Μια αντίστοιχη μαζική υποστήριξη υπέρ του Βενιζέλου, εκδηλώνεται βέβαια στη Θεσσαλονίκης. Η βενιζελική παράταξη, που έκφραζε την πάγια επεκτατική στρατηγική του ελληνικού κεφαλαίου, βρήκε σημαντική λαϊκή υποστήριξη, κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό της Βόρειας Ελλάδας, που αισθανόταν να απειλείται άμεσα από τις βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του βενιζελισμού, συνέβαλε επίσης αναμφίβολα στην εξασφάλιση αυτής της υποστήριξης. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η προσωρινή βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση, η απελευθέρωση δηλαδή των κολίγων της νέας Ελλάδας κι η διανομή της γης των τσιφλικιών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο στόλος της Αντάντ αποκλείει τα λιμάνια της παλιάς Ελλάδας και αποβιβάζεται στον Πειραιά το Νοέμβριο του 1916, η κυβέρνηση της Αθήνας επιχειρεί να έρθει σε ένα συμβιβασμό με την Αντάντ και να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία στον Βενιζέλο. Η παρέμβαση όμως των αντιβενιζελικών μαζών και των επιστράτων, υπήρξε τόσο βίαιη («εφονεύθησαν 35 άνδρες των συμμάχων και ετραυματίσθηκαν 80, φονευθέντων και 40 περίπου Ελλήνων» [στις 18 και 19.11.1916], Δασκαλάκης, Χ..: «Νεώτεροι χρόνοι», σε Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΔ΄ [Ελλάς], Αθήνα 1934, σ. 596), που η προοπτική αυτή ακυρώνεται.
Με την έννοια αυτή έχει απόλυτο δίκιο ο παλαίμαχος μαρξιστής θεωρητικός Σεραφείμ Μάξιμος, μέχρι το 1927 μέλος του Πολιτικού Γραφείου και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, όταν γράφει:
«Η σύγκρουση δυο αστικών μερίδων εξελίχθηκε σε σύγκρουση τάξεων, κατά την οποία τα κοινωνικώς καταπιεζόμενα στρώματα σηκώσανε την αντιβενιζελική σημαία ως σύμβολο αγώνος κατά του κεφαλαίου» (Μάξιμος Σ., Κοινοβούλιο ή Δικτατορία, εκδ Στοχαστής 1975, σ. 14. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1928).
Χαρακτηριστικό της υποστήριξης που εξασφάλισε η αντιπολεμική στάση της αντιβενιζελικής παράταξης είναι και το γεγονός ότι στις εκλογές της 1-11-1920, το κόμμα των Φιλελευθέρων συγκέντρωσε μόλις 44,1% των ψήφων έναντι 55,9% της αντιβενιζελικής Ενώσεως (στην οποία συμμετείχε και το ΣΕΚΕ που λίγο αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΕ), παρ’ ότι οι εκλογές διεξήχθησαν αμέσως μετά τη γνωστοποίηση των αποφάσεων της Συνθήκης των Σεβρών, με τις οποίες είχε «δικαιωθεί ιστορικά» ο Βενιζέλος (προσάρτηση Ανατολικής Θράκης και περιοχής της Σμύρνης).
Η τελική επικράτηση της επεκτατικής-ιμπεριαλιστικής στρατηγικής θα ήταν αδύνατη χωρίς την επιδείνωση της διεθνοπολιτικής συγκυρίας (γερμανοβουλγαρική εισβολή στην ελληνική Μακεδονία) και την αντίστοιχη υποστήριξη που βρήκε η στρατηγική αυτή από τις λαϊκές τάξεις της Βόρειας Ελλάδας.
Η προσέγγιση του Κώστα Χατζόπουλου, στη συγκυρία που μόλις περιγράψαμε, προς τους «Κοινωνιολόγους» (4) και την ευρύτερη βενιζελική στρατηγική, εκφράζει κατά τη γνώμη μου, μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική μεταστροφή, στην οποία ο Μάρκος Γκιόλιας ίσως έπρεπε να δώσει περισσότερη έμφαση.
Σε καμία περίπτωση πάντως, η διαφωνία που διατυπώνω εδώ, ως προς τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα της πολιτικοϊδεολογικής μεταστροφής του Χατζόπουλου και της αποτίμησης του «εθνικού διχασμού», δεν μειώνει την τόσο εξαιρετική συμβολή του Μάρκου Γκιόλια ως ιστορικού του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, αποτελεί εξαιρετική συμβολή στην ελληνική ιστοριογραφία, που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί περαιτέρω.

Σημειώσεις

(1) Όπως έγραφε ο Κώστας Χατζόπουλος το 1914, «Η Ελλάδα είναι ένα συνταγματικό κράτος με σύστημα μιας Βουλής και καθολικό, άμεσο εκλογικό δικαίωμα, χωρίς καν ίχνος προνομιούχας αριστοκρατίας. Ήδη, εδώ και 70 χρόνια, όταν μέσα από τη λαϊκή απαίτηση για σύνταγμα δόθηκε ένα τέλος στις προσπάθειες του βασιλιά Όθωνα για εγκαθίδρυση του απολυταρχισμού, η χώρα κυβερνάται από τη λαϊκή βούληση. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στα χαρτιά. Κατά βάση, μόνο η ανώτερη και μεσαία αστική τάξη είναι αυτές που εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από τη συγκεκριμένη μορφή κρατικής διακυβέρνησης» (σε Χατζόπουλος, Κ. «Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα» [1914], Θέσεις τ. 58, 1997: 141).

(2) Ο Χατζόπουλος μετέφρασε στα ελληνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1908.

(3) Ο Χατζόπουλος ερμηνεύει στη νέα αυτή συγκυρία τον Πόλεμο ως σύγκρουση ανάμεσα στην στην απολυταρχία των Κεντρικών Δυνάμεων και τη (αστική) δημοκρατία (που χαρακτηρίζει τις χώρες της Αντάντ. Ειδικότερα για την Ελλάδα, υποστηρίζει ότι η είσοδος στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ θα εξασφάλιζε όχι μόνο τις «εθνικές διεκδικήσεις» αλλά τις κοινωνικές και εργατικές κατακτήσεις της περιόδου μετά το 1910, ενώ υιοθετούσε τα συνθήματα της ευρύτερης βενιζελικής παράταξης, ότι η εναντίωση στον Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα της «εξάρτησης» από τις Κεντρικές Δυνάμεις. Μια ανάλογη θέση υιοθετεί και ο Μάρκος Γκιόλιας, καίτοι, μέχρι το σημείο αυτό, το έργο του δεν ακολουθεί τις απολογητικές θεωρίες της «εξάρτησης»: «Στις 17 Αυγούστου 1916, ξεσπάει στη Θεσσαλονίκη στρατιωτικό κίνημα εναντίον του γερμανόδουλου βασιλικού καθεστώτος των Αθηνών. Πρόκειται για το αποκαλούμενο Κίνημα Εθνικής Αμύνης […] Υποστηρικτές του είναι πολλοί δημοκρατικοί αξιωματικοί, φιλελεύθεροι πολιτικοί, Κοινωνιολόγοι και σοσιαλιστές. Ανάμεσά τους κι ο Χατζόπουλος, ο Γιαννιός και άλλοι» (σ. 455).

(4) Πρόκειται για μια ομάδα μετριοπαθών σοσιαλιστών (οπαδών του Μπερνστάιν ή/και του «κρατικού σοσιαλισμού», βλ. Πουρνάρας Δημήτρης, Ιστορία του Διεθνούς Σοσιαλισμού, Αθήνα 1945, 2 τόμοι σ. 254), αποτελούμενη κυρίως από νέους που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία (Αλ. Παπαναστασίου, Π. Αραβαντινός, Θ. Κουτούπης, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Πετμεζάς, Αλ. Μυλωνάς, Σπ. Κορώνης, Α. Δελμούζος, Κ. Βαρβαρέσος, Ι. Λυμπερόπουλος κ.ά.), οι οποίοι είχαν ιδρύσει από το 1907 την «Κοινωνιολογική Εταιρεία», στο πρότυπο της βρετανικής «Fabian Society» και του γερμανικού «Συνδέσμου Κοινωνικής Πολιτικής» (που προωθούσε την ιδέα του «κρατικού σοσιαλισμού»: ριζοσπαστική κοινωνική πολιτική μεταρρυθμίσεων με όργανο το κράτος). Από το 1908 εξέδιδαν την Επιθεώρησι των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, το 3ο τεύχος της οποίας κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1909, λίγο μετά την έκρηξη του κινήματος στο Γουδί.

____________

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1076&itemid=29