Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μεντής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μεντής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΗΡΑΙΟ

 Μου ήρθε στο μυαλό μιά ιστορία που διαδραματίστηκε δεκαετίες πριν, όταν ήμασταν νέοι, στις πρώτες μας εμπειρίες, γεμάτοι ενθουσιασμό και εμπιστοσύνη στο μέλλον. Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο, είχα μπει σε κάποιο ΤΕΙ στη Θεσσαλονίκη και ακόμη δεν είχα αποφασίσει να ξενιτευτώ εις αλλοδαπήν. Βλεπόμουνα κάθε μέρα με την φλόγα μου εκείνης της εποχής, τη Μάρθα, και βέβαια έκανα παρέα με τον αγαπημένο μου ξάδερφο, τον Κώστα.

Κάποια μέρα του Ιουλίου αποφασίσαμε να κάνουμε μια πολυήμερη εκδρομή, μία από τις πρώτες με το νέο αυτοκίνητο που είχε αγοράσει ο πατέρας του Κώστα, ένα Mazda 1600 GT. Για να μην το παρακάνουμε με μακρινές αποστάσεις διαλέξαμε ένα σχεδόν άγνωστο μέρος κοντά στην Αττική, το Ηραίο. Είχα αγοράσει μιά πολυτελή σκηνή θεωρητικά για τέσσερα άτομα, που διπλωμένη χώραγε σε ένα μίνι σακβουαγιάζ και ήμουνα περήφανος για την επιλογή μου.

Όπως γινόταν πολύ συχνά εκείνη την περίοδο η επίσημη αρραβωνιάρα του Κωστάκη έκανε νερά, πότε έλεγε ότι θαρθεί, πότε δεν μπορούσε, πότε η μητέρα της είχε κάτι, τελικά προκειμένου νάναι μόνος του σκέφτηκε ν’ αποτανθεί σε μία κοπέλα που κάναμε παρέα εκείνη την εποχή, μιά φίλη της αρραβωνιάρας του που για πλάκα την λέγαμε “δεσποινίδα Παπαπαπά”. Η δεσποινίς Παπαπαπά, της οποίας το πραγματικό όνομα δυστυχώς μου διαφεύγει, ήταν μιά συμπαθής και όμορφη κοπέλα που είχε αδυναμία στον Κώστα αλλά δεν τολμούσε να εκδηλωθεί για μην τα τσουγκρίσει με τη φίλη της. Είχε κάποιες παραξενιές που μπορεί να οφείλονταν σε κάποια δύσκολη οικογενειακή κατάσταση, π.χ. στην τσάντα της είχε πάντα μαζί σαμπουάν και αφρόλουτρο και πολύ συχνά σε φιλικά σπίτια ζητούσε αν “μπορεί να ξεβγάλει μιά στιγμή τα μαλλιά της” ή “να κάνει ένα ντους στο τσάκα τσάκα”, άλλες φορές πάλι αν μύριζε φαΐ χωνόταν στην κουζίνα και δεν έβγαινε χωρίς να έχει τσιμπήσει κάτι απ’ότι εύρισκε έτοιμο. Εμείς το διασκεδάζαμε γιατί έδειχνε ένα βαθμό οικειότητας και εμπιστοσύνης. Η μητέρα μου στην αρχή δεν την συμπαθούσε, την έλεγε “καβλοράπανο”, αργότερα, όταν είδε ότι η κοπέλα ήταν νοικοκυρά και ήξερε να μαγειρεύει, άλλαξε γνώμη. Τέλος πάντων ένα Σάββατο μεσημέρι η δεσποινίς Παπαπαπά εμφανίστηκε με ένα σακίδιο και αφού πήγαμε να πάρουμε τη Μάρθα ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το Ηραίο.

Με τα λεφτά που μου είχε εμπιστευτεί ο πατέρας μου για ν’αγοράσω τη Missa Solemnis του Beethoven σε δίσκο της Deutsche Grammophon -μυαλό και αυτός- εγώ πήρα ένα άλμπουμ των Fleetwood Mac της πρώτης περιόδου και όλο το απόγευμα ακούγαμε αυτή τη μουσική.

Στη διάρκεια της διαδρομής ο Κώστας είχε όλο μυστικά, νάζια και γελάκια με την κοπέλα, αλλά προς μεγάλη μας έκπληξη δεσποινίς Παπαπαπά γύρισε προς εμάς που καθόμασταν πίσω και σοβαρά σοβαρά δήλωσε ότι όσο ο Κωστάκης ήταν έστω και τυπικά δεσμευμένος με τη φίλη της δεν επρόκειτο να έχει πίτσι πίτσι ούτε φίκι φίκι μαζί της. Μετά από πολλά φτάσαμε σε ένα μέρος κοντά στο ναό, σε ένα ίσιωμα που μας φάνηκε ¨στρατηγικό” και τελικά καταφέραμε -δηλαδή εγώ- να στήσουμε τσάτρα πάτρα τη σκηνή.

Δεν γνωρίζω πως είναι τα πράγματα σήμερα, εκείνη την εποχή η πρόσβαση στην παραλία ήταν ελεύθερη και το μπάνιο γινόταν σε μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο, οπότε ριχτήκαμε στη θάλασσα για ένα ανακουφιστικό μπάνιο. Εγώ και η δεσποινίς Παπαπαπά απομακρυνθήκαμε αρκετά από την ακτή, χωρίς να το καταλάβουμε ένα ρεύμα μας οδηγούσε προς το ακρωτήρι εκεί κοντά, προσπαθήσαμε να γυρίσουμε προς τα ρηχά αλλά το ρεύμα μας απομάκρυνε ακόμη πιο πολύ. Παλέψαμε ουκ ολίγον για να καταφέρουμε να επιστρέψουμε στην ακτή.

Το βράσυ πήγαμε για φαϊ σε μια ταβέρνα στα πέριξ, ο ταβερνιάρης ήταν ένας περίεργος τύπος που κακομεταχειριζόταν τους πελάτες, τους έβριζε, τους λοιδορούσε αλλά κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Τα φαγητά, ως επί το πλείστον κρεατικά της ώρας τα σέρβιρε σε μιά λαδόκολλα χωρίς πιάτο, που πέταγε αεροπλανικά από αρκετά επικίνδυνη απόσταση στο τραπέζι συνοδεύοντας με μιά σειρά από ακατονόμαστες βρισιές. Φάγαμε και ήπιαμε το σκασμό, στο γυρισμό χάσαμε τον προσανατολισμό και δεν βρίσκαμε το μέρος που είχαμε στήσει τη σκηνή. Όταν επί τέλους φτάσαμε και ανοίξαμε τη σκηνή συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν φύσει αδύνατον να μπορέσουμε να κοιμηθούμε τέσσερα άτομα εκεί μέσα. Έκανε αφόρητη ζέστη, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε μπροστά στην πρόσοψη της σκηνής. Όταν μετά από πολλά καταφέραμε να ξαπλωθούμε αποκοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως, θες η κούραση, θες το που ήπιαμε μερικά κιλά κρασί, τέλος πάντων στον καταυλισμό έπεσε ησυχία. Μες στον ύπνο μου κάτι μ’ενοχλούσε, πότε πίστευα ότι ήταν η Μάρθα που ήταν ιδιότροπη και παραπονιόταν για τις πέτρες κάτω από το στρωσίδι, πότε πίστευα ότι ήταν ο Κώστας που προσπαθούσε να με γαργαλήσει από μακριά με ένα καλάμι που είχε κόψει το απόγευμα. Στην αρχή δεν έδωσα μεγάλη σημασία, δεν είχα καμία όρεξη να ξυπνήσω για τα καλά. Η ιστορία όμως δεν έλεγε να τελειώσει, πότε κάτι σαν ελαφροπόδαρο έτρεχε στην πλάτη μου, πότε άκουγα κάτι τσικ τσικ να προέρχονται από τη σκηνή εκεί δίπλα, πότε μου φαινόταν ότι άκουγα κάτι να τρέχει με θροΐσματα κοντά μου. Επειδή ήμουν συνηθισμένος στα αστεία του Κώστα μεσ’στον ύπνο μουρμούριζα “Κώστα κόφτο” και σαν απάντηση άκουγα πνιχτά γέλια. Κάποια στιγμή άπλωσα τα μπράτσα μου σε μιά προσπάθεια να τεντωθώ καλύτερα και αποκόμισα την εντύπωση ότι είχα ακουμπήσει κάτι το… μαλλιαρό! Τινάχτηκα επάνω και άρχισα να φωνάζω, ανάψαμε τους φακούς αλλά δεν βρήκαμε κάτι το επιλήψιμο. Πέρασα το υπόλοιπο της νύχτας με το ένα μάτι ανοιχτό, οι άλλοι με κορόιδευαν.

Το άλλο πρωί διηγηθήκαμε την περιπέτειά μας στους θαμώνες ενός καφενέ στην Περαχώρα, ένα χωριό εκεί κοντά, και μας πήραν στο ψιλό.

- Μα που πήγατε, το μέρος είναι γεμάτο φίδια και ποντίκια.

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Ο ΞΕΜΥΑΛΙΣΤΡΑΣ

 Το 1970 στάθηκε χρονιά σημαδιακή για την εφηβική μου ζωή. Το ξεμυάλισμα -που είχε αρχίσει να διαγράφεται ήδη από τον προηγούμενο χρόνο- πήρε μεγάλες διαστάσεις κι έγινε η νέα μου καθημερινότητα. Δεν είχα πλέον κανένα ενδιαφέρον για διάβασμα, μαθήματα, αθλητισμό, πειθαρχία, ζωή του “καλού μαθητή”.

Φυσικά είχα κόψει από καιρό κατηχητικά, χριστιανικές ομάδες, και στον προσκοπισμό πήγαινα όσο το δυνατόν λιγότερο. Οι παρέες μου ήταν τα “ξύπνια” παιδιά της γειτονιάς, περισσότερο ο Γιάννης ο Κατωμερής, αλλά και ο Μιχάλης Τριανταφύλλου, ο Δημήτρης Κούβαρης και ο Νάσος ο Χατζηγεωργίου. Μεγάλο μέρος της ημέρας το πέρναγα στα σφαιριστήρια, σε μπαρ, κινηματογράφους και, ελλείψει άλλου, στο δρόμο. Οι γονείς μου δεν ήξεραν πως να διαχειριστούν αυτή μου την αλλαγή. Μιά από τις φαιανές ιδέες της μάνας μου ήταν να με βάλει να πηγαίνω σε ψυχολόγο, καμουφλάροντας αυτές τις επισκέψεις σαν “μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού”. Που να φανταζόταν η δύστυχη τι κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει. Λοιπόν η ψυχολόγος -μια μακρινή μας συγγενής- δεχόταν κάπου στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και όταν το “μάθημα” τελείωνε πήγαινα φυσέκι στο σπίτι του ξαδέρφου μου Κώστα Μεντή στην πλατεία Γκύζη. Η θειά μου η Φιφή μου είχε αδυναμία και από πάντα επεδίωκε να κάνουμε παρέα ο γιος της κι’εγώ. Στο σπίτι των Μενταίων υπήρχε ένας σημαντικός νεωτερισμός. Ο γέρο Μεντής είχε μόλις αγοράσει ένα στερεοφωνικό σύστημα με πικαπ, κασετόφωνο ντεκ, ενισχυτή και ηχεία. Είχαμε ήδη αρχίσει ν’αγοράζουμε βινύλια με μοντέρνα μουσική της εποχής και καθόμασταν ν’απολαύσουμε με τις ώρες. Η παρέα του Κώστα εκείνη την περίοδο ήταν ο Νίκος ο Κούνας, ο Λάκης ο Μπουκλής και ο Βασίλης ο “Πινόκιο” όπως τον λέγαμε. Όμως η συναναστροφή με τον ξάδερφο δεν περιοριζόταν σε αυτές τις επισκέψεις. Συχνά βρισκόμασταν στο κέντρο για να πάμε μαζί σινεμά, σιγά σιγά όμως δημιουργήθηκε και μιά συνήθεια που έβαλε σε κίνδυνο το μέλλον των σπουδών μου. Πολλές φορές τα πρωινά, καθόμασταν τότε στην Νεα Σμύρνη στην οδό Ηλία Κοκκώνη, βγαίνοντας αμέριμνος από το σπίτι και κατευθυνόμενος προς το σχολείο, λίγο πριν από τη γωνία με την οδό Αιγαίου, από μιά αλάνα υπερυψωμένη σε σύγκριση με το δρόμο ερχόταν μια απόμακρη, σχεδόν σκωπτική φωνή:

- Γιαννάκη, γιαννάκη…

Ήταν ο Μεντής, που ερχόταν με το λεωφορείο από του Γκύζη και με περίμενε εκεί. Η πρόθεση ήταν φανερή: εκείνη τη μέρα θα κάναμε κοπάνα. Αν δεν πηγαίναμε να τη βγάλουμε στο Σινεάκ στην Πανεπιστημίου στο κέντρο της Αθήνας που είχε πολύωρο πρόγραμμα από το πρωί, ο άλλος προορισμός ήταν σχεδόν μονόδρομος: Άγιος Κοσμάς. Στον Άγιο Κοσμά υπήρχαν αθλοπαιδιές, ήταν ο προορισμός των απανταχού κοπανατζήδων Αθηνών και Πειραιώς και περιχώρων. Εκεί γνωρίζαμε άλλα παιδιά, κάναμε πλάκα, παίζαμε αυτοσχέδιες παρτίδες βόλεϊ ή μπάσκετ, κάναμε “μπούγιο”, όπως λέγαμε τότε. Όταν βαριόμασταν πηγαίναμε στη μαρίνα να χαζέψουμε τα πλεούμενα, φανταζόμαστε και καταστρώναμε περιπέτειες με τα πλεούμενα που θα αγοράζαμε όταν θα γινόμασταν πλούσιοι. Με τις απουσίες που αναγκαστικά καταγραφόταν είχα βρει μια βολική λύση: λόγω Πανιωνίου ήμουν φίλος με τον καθηγητή της γυμναστικής και με τη δικαιολογία των -ανύπαρκτων- προπονήσεων λίγο ή πολύ οι περισσότερες απουσίες μου σβηνόταν...

Η ιστορία αυτή διήρκησε για αρκετούς  μήνες και όπως ήταν προβλεπόμενο είχε ένα αρκετά τραγικό τέλος.

Κάποιο πρωί Απριλίου, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, βγήκα από το σπίτι μου χωρίς καμιά διάθεση να πάω για μάθημα. Σα να είχαμε συνεννοηθεί τηλεπαθητικά, στη γωνία με περίμενε ο Μεντής. Κρύψαμε τα βιβλία μας κάτω από κάτι θάμνους στην αλάνα και κατευθυνθήκαμε στη λεωφόρο Συγγρού για να πάρουμε το λεωφορείο για Άγιο Κοσμά. Περάσαμε ανέμελα όλο το πρωί και ανυποψίαστοι κατά το μεσημέρι κατευθυνθήκαμε στην αλάνα για να πάρουμε τα βιβλία. Ψάξε εδώ, ψάξε εκεί τα βιβλία είχανε γίνει καπνός. Δεν θυμάμαι πως έσωσε την κατάσταση ο ξαδερφός μου. Εγώ, χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου πήγα στο σπίτι του φίλου μου του Κατωμερή και του ζήτησα δανεικά μερικά βιβλία και τετράδια για να μην εμφανιστώ με άδεια χέρια στο σπίτι. Όταν μπήκα στο σπίτι η μάνα μου με υποδέχτηκε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Μήπως έχασες τίποτα παιδί μου;

Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ την έκταση της χαλάστρας που είχε γίνει.

- Βρε αλήτη που ήσουνα που μ’έκανες ρεζίλι, δεν ντρέπεσαι, πήρανε τηλέφωνο από το σχολείο και αύριο πρέπει να παρουσιαστείς με τον κηδεμόνα σου, μιά κυρία σας είδε από το μπαλκόνι και πήγε και πήρε τα βιβλία και τα πήγε στη γραμματεία στο σχολείο, τι κακό με βρήκε, πως θα αντικρίσω τον Λυκειάρχη, εσύ θα με πεθάνεις κλπ.

Την άλλη μέρα με τ’αυτιά κατεβασμένα παρουσιάστηκα “μετά του κηδεμόνος μου”, έφαγα μιά ψυχρολουσία από τον Διευθυντή, που παρόλα αυτά δεν φάνηκε νάναι τόσο αυστηρός στην κρίση του, είπε ότι για ένα τέτοιο παράπτωμα η σωστή τιμωρία ήταν τρεις μέρες αποβολή. Για μεγάλη μου ατυχία εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή ένας από τους υποδιευθυντές, κέρατο βερνικωμένο, θιασώτης της 21ης Απριλίου, έκανε αιφνιδιαστικές εφόδους στις διάφορες τάξεις και έψαχνε για τσιγάρα, “Μάσκες” και άλλα απαγορευμένα περιοδικά στις σάκες των μαθητών, αλλά το χειρότερο είχε στην τσέπη του ένα υποδεκάμετρο και μέτραγε φαβορίτες και μήκος μαλλιών δεξιά κι αριστερά. Μόλις μπήκε στο γραφείο και κατάλαβε τι γινόταν έβγαλε το υποδεκάμετρο και άρχισε να μετράει τις φαβορίτες μου. Ήταν μέρες που δεν ξυριζόμουνα και είχα αρκετά εμφανή και ακατάστατα γένια.

- Πολύ ωραία, πάμε ν’ αφήσωμεν και μούσι, τι κατάστασις είναι αυτή; που θα καταλήξωμεν κύριε Διευθυντά με αυτούς τους αλήτες, έπειτα τι βλέπω, φοράμε και μπλου τζην, που είμεθα εις το Τέξας ή το Φαρ Γουέστ;

- Είναι μπλε παντελόνια, εγώ τα έχω ράψει, πήγε να με υπερασπιστεί η μάνα μου...

- Κύριε Διεθυντά εισηγούμαι διήμερον επιπρόσθετον αποβολήν δι’ αυτόν τον χίπην καθώς και εν χρω κουρά, όχι αστειευόμεθα...

Την εν χρω κουρά τη γλύτωσα αλλά έφαγα πέντε μέρες αποβολή που σήμαινε μια βδομάδα εις κατ’ οίκον περιορισμό, με συνεχή γκρίνια και φοβέρες. Ο γέρο Μεντής, όπως έκανε πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις είπε ότι είχε έτοιμα τα κασελάκια για να πάμε να γυαλίζουμε παπούτσια στην Ομόνοια, μόνο γι’αυτό είμασταν ικανοί. Οι μανάδες μας συμφώνησαν να μας απαγορέψουν τη συναναστροφή “μέχρι νεωτέρας διαταγής”, αλλά φυσικά αυτή η απαγόρευση διάρκεσε για μερικές μέρες, ήδη για το Πάσχα πήγα με τους Μενταίους εκδρομή στον ‘Οσιο Λουκά.

- Ο Κώστας (Μεντής) και ο Γιάννης (Κατωμερής) είναι ξεμυαλίστρες, πρέπει να κάνεις παρέα τα παιδιά του κατηχητικού, μου λεγε κάθε μέρα η μάνα μου, ευτυχώς δεν την άκουσα.

Βέβαια στο τέλος της σχολικής χρονιάς με κόψανε σε μία σειρά μαθήματα, μου΄βαλαν και διαγωγή “καλή”, οπότε δε γινόταν να συνεχίσω στην Ευαγγελική Σχολή. Δια μέσου γνωριμιών της μάνας μου με δέχτηκαν τελικά στο Λύκειο της Πλάκας και εκεί άρχισε ένα καινούργιο κεφάλαιο της ζωής μου.

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

The Greek Tycoon Ρόδος – Κάρπαθος 1977

Το καλοκαίρι του 1977, εποχές απόλυτης ανεμελιάς, σχεδίαζα τις διακοπές μου στην Αμοργό όταν ο αγαπημένος μου ξάδερφος Κώστας Μεντής μου’κανε μια ασυνήθιστη πρόταση:
- Θες να κάνεις μια δουλειά που θα σε πληρώνουνε και μάλιστα με αγγλικό μεροκάματο για να μην κάνεις τίποτα;
Δεν μπορούσα να φανταστώ τι είδους δουλειά μπορούσε να ήταν αυτή…
Μου εξήγησε ότι εκείνες τις μέρες άρχιζαν τα γυρίσματα στην Ελλάδα μιας χολιγουντιανής ταινίας, και ο Κώστας είχε καταφέρει να προσληφθεί σαν φροντιστής, βοηθός του διευθυντή παραγωγής. Ο τίτλος της ταινίας ήταν “The Greek Tycoon” (“Ο Έλληνας μεγιστάνας, βασικά η ιστορία του Α. Ωνάση ) πρωταγωνιστές ο Άντονι Κουίν και η Ζακλίν Μπισσέ, σκηνοθέτης ήταν ο Jack Lee Thompson που αρκετά χρόνια πριν είχε γυρίσει στην Ελλάδα πάλι με τον Α. Κουίν τα “Κανόνια του Ναβαρόνε”. Ο διευθυντής παραγωγής ήταν ‘Αγγλος και δεν σκάμπαζε πολλά από την ελληνική πραγματικότητα, οπότε στην ουσία έκανε τα πάντα ο Κώστας. Επειδή είχαν ανάγκη από ένα σωσία σώματος για τον Άντονι Κουίν, ο ξάδερφος μου σκέφτηκε να προτείνει εμένα και έπειτα από συνοπτικές διαδικασίες προσελήφθην σαν “standist”. Η δουλειά μου ήταν να ποζάρω πριν από τα γυρίσματα στη θέση του διάσημου ηθοποιού με τα ρούχα της εκάστοτε σκηνής, ώστε οι τεχνικοί να κάνουν τις σωστές μετρήσεις αποστάσεων και φωτός.

Ο Κώστας Μεντής σε μία ταβέρνα στη Λίνδο, Αύγουστος 1977, Yashica FR με φακό Carl Zeiss T* 50mm f1.7 planar, φιλμ Kodak Tri-X

Τα γυρίσματα γινόταν αρχικά στην έδρα του Ναυτικού Ομίλου στον Πειραιά, μετά στο Μοναστηράκι, στο Σούνιο και αργότερα στο ξενοδοχείο Αστήρ Παλάς στη Βουλιαγμένη. Κάθε πρωί ερχόταν να με πάρει από το σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη μια κούρσα με οδηγό, λες και ήμουνα κάποια σημαντική προσωπικότητα. Για ένα διάστημα μεταφερθήκαμε στην Κέρκυρα, όπου είχα ευκαιρία να γνωρίσω το νησί διανυκτερεύοντας σε πολυτελή ξενοδοχεία και τρώγοντας σε ακριβά εστιατόρια με έξοδα της παραγωγής.

Η εμπειρία ήταν για μένα μοναδική: γνώρισα από κοντά τους ηθοποιούς, είδα πως γίνονται τα γυρίσματα από σοβαρό τεχνικό προσωπικό, έγινα ένας απ’ αυτούς για ένα μήνα.
Ο σκηνοθέτης, Jack Lee Thompson, στη δουλειά ήταν άψογος, τυπικός, ψείρας με τα τεχνικά και πολύ απαιτητικός με τους ηθοποιούς. Είχε τη μανία να δείχνει στους ηθοποιούς πως έπρεπε να κινούνται - με τον Άντονι Κουίν δεν τολμούσε- και του είχε μπεί η έμμονη ιδέα ότι η Μπισσέ (που είχαν επιβάλει οι παραγωγοί) ήταν κρυόκολη. Η Ζακλίν Μπισσέ, παρόλο που ήταν πλέον καταξιωμένη ηθοποιός, είχε μείνει μια ντροπαλή συνεσταλμένη Αγγλιδούλα, όταν o σκηνοθέτης την επέπληττε για κάτι γινόταν κόκκινη σαν παντζάρι. Κάθε φορά που έκανε πρόβες μ΄αυτήν, όλο κάτι δεν πήγαινε.
-
Κουνήσου πιο πολύ…!
- Να φα
ίνεται το μπούτι …!
- Με πάθος, Χριστέ μου, δεν έχεις φιλήσει άνδρα στη ζωή σου;

Τα σπασμένα τα πλήρωνα εγώ, γιατί θέλοντας να της δείξει πως έπρεπε να κάνει με αγκάλιαζε και έκανε ότι με φιλούσε, είχε μια ανάσα που απόπνεε καθαρό οινόπνευμα…
O Άντονι Κουίν έμενε τον περισσότερο χρόνο κλεισμένος στο καμαρίνι του, τι έκανε εκεί μέσα μυστήριο, έβγαινε μόνο όταν οι μετρήσεις αποστάσεων, φωτομετρήσεις και πρόβες βαδίσματος – που έκαναν με μένα - είχαν τελειώσει. Αργότερα άλλαξε, όταν είδε ότι μίλαγα ιταλικά έπαψε να μου απευθύνεται στα αγγλικά, μιλούσαμε αποκλειστικά ιταλιστί, οι άλλοι δεν καταλάβαιναν, αυτός φαινόταν να το διασκεδάζει. Στα διαλείμματα των γυρισμάτων με υποχρέωνε να παίζουμε σκάκι και πολλές φορές αρνιόταν να παρουσιαστεί στη σκηνή για το γύρισμα επειδή έπρεπε να τελειώσει μιά κίνηση… Στα γυρίσματα ήταν πάντα παρών ο γραμματέας του, ένας ξερακιανός ψηλέας, απροσδιορίστου εθνικότητος και ηλικίας. Κάποιο απόγευμα με πλησίασε και που είπε εμπιστευτικά ότι ο Άντονι ήθελε να πάμε να φάμε κάπου μαζί το βράδυ “α λα ελληνικά”. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να τους πάω στα κρεατάδικα στη Βάρη, τελικά καταλήξαμε σε ένα ψαρομεζεδοπωλείο στο Πασαλιμάνι, που μου φάνηκε πιό κυριλέδικη λύση. Τρία άτομα ήπιαμε οχτώ καραφάκια ούζο, και θα πίναμε κι άλλο, αν κάποιος βλάκας του μαγαζιού δεν καλούσε τους φωτογράφους να μας παραμονέψουν, οπότε ο Άντονι έγινε έξω φρενών και άρχισε να τους κυνηγάει, τελικά έφυγε με τον κολαούζο του και άφησε εμένα να πληρώσω… Από τότε κάθε πρωί όταν συναντιόμασταν στο σετ ο Άντονι με χαιρετούσε γελώντας με ένα “Buongiorno, giovane ubriacone” (καλημέρα νεαρέ μεθύστακα).

Τα γυρίσματα κάποτε τελείωσαν κι εγώ με τον ξάδερφο βρεθήκαμε με ένα ασύλληπτο για μας πόσο στην τσέπη, μέσα Αυγούστου σε μια άδεια Αθήνα. Ο Κώστας ήταν στενοχωρημένος γιατί η τότε κοπέλα του έκανε νερά, από άλλες πηγές είχαμε μάθει ότι είχε πάει διακοπές με κάποιον άλλον. Εκείνες τις μέρες ερχόταν να με βρει από την Ιταλία η κοπέλα που αργότερα έγινε γυναίκα μου, οπότε σχεδιάσαμε στο άψε σβήσε διακοπές και φύγαμε την άλλη μέρα.

Πήγαμε στη Ρόδο με αεροπλάνο, ταξιδέψαμε με Boeing 747 για πρώτη φορά στη ζωή μας. Μόλις φτάσαμε νοικιάσαμε αμέσως αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε χωρίς πρόγραμμα -και χωρίς βιασύνη- για να κάνουμε το γύρο του νησιού. Την εποχή εκείνη τα ενδιαφέροντα μας ήταν διαφορετικά, οπότε ούτε που πλησιάσαμε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους και ιστορικά μνημεία, το μόνο που μας ένοιαζε ήταν οι πλάζ, τα μπαρ και οι ταβέρνες. Είχαμε μαζί μας μια σκηνή και την πρώτη βραδιά κοιμηθήκαμε στην σχεδόν έρημη παραλία Μασσαρη. Η εμπειρία ήταν λίγο τραυματική, γιατί στηρίξαμε τη σκηνή σε έδαφος με κοτρόνες που δεν επέτρεπαν άνετο ύπνο. Αργότερα μεταφερθήκαμε στην παραλία της Καλάθου, δυο τρία χιλιόμετρα πιο κάτω, ερημική τότε και γιαυτό γοητευτική για μας. Τις επόμενες μέρες τις περάσαμε στη Λίνδο, που ήταν πήχτρα από τουρίστες, όπου όμως υπήρχε μεγάλη επιλογή από ταβέρνες και φαγάδικα. Εγκαταλείψαμε την ιδέα της διανυκτέρευσης σε σκηνή, διαλέξαμε τη διαμονή σε ξενοδοχείο με τις ανέσεις που προσφέρει. Την ημέρα μετά το μπάνιο πηγαίναμε παγανιά προς άγραν σύκων που ήταν άφθονα, σε κάθε ερημική τοποθεσία υπήρχαν συκιές φορτωμένες με ώριμα, λαχταριστά αρωματικά σύκα που δεν μάζευε κανείς... Στη Λίνδο δοκιμάσαμε τα τοπικά κρασιά, στην αρχή χύμα, αργότερα εμφιαλωμένα, και το ροδίτικο απόσταγμα που λέγεται “σούμα”. Αποκάλυψη!

Η Ρόδος, παρόλο πούταν από τότε τουριστικό νησί, δεν είχε την ανάπτυξη που έχει τώρα, πέρναγες χιλιόμετρα ολόκληρα χωρίς να συναντήσεις τίποτε, ούτε σπίτια, ούτε μαγαζιά. Κάπου στην παραλία Γεννάδη σταματήσαμε σε κάτι που φαινόταν καφενείο, εστιατόριο, παντοπωλείο, μόνο κτίσμα στην ερημιά, σε μία άγρια περιοχή με λίγα δέντρα, πάντως δίπλα στη θάλασσα. Ένα παιδι οχτώ-δέκα χρονών μα έβαλε να καθήσουμε, είμασταν οι μοναδικοί πελάτες, και ένα κάπως μεγαλύτερο ήρθε να πάρει παραγγελία. Σκέφτηκα να πάω στην κουζίνα να δω τα ψάρια οπότε με έκπληξη είδα ότι χρέη μάγειρα έκανε ένα άλλο παιδί, προφανώς αδερφός των άλλων. Διαλέξαμε κάτι ψαρούκλες που ψήθηκαν εν τω άμα από χέρια λες επαγγελματία. Ήπιαμε τοπικό λευκό κρασί του μαγαζιού που ήταν αριστουργηματικό, στο τέλος μας κέρασαν και καρπούζι ή κάτι τέτοιο. Το λογαριασμό μας τον έκανε ο δωδεκάχρονος αδελφός, ακόμη θυμάμαι και τους τρεις παρατεταγμένους έξω από το μαγαζί να μας χαιρετάνε καθώς φεύγαμε, ο απογευματινός ήλιος ήταν αφόρητος και το αυτοκίνητο σήκωσε πολύ σκόνη γιατί ο δρόμος ήταν φυσικά χωματόδρομος...

Κάποτε φτάσαμε στη ανατολική πλευρά του νησιού. Ανακαλύψαμε μία κυριολεχτικά πανέμορφη, ατελείωτη παραλία (αργότερα μάθαμε ότι λέγεται Απολάκια), ερημική με την πραγματική σημασία της λέξης: δεν υπήρχε πουθενά κανείς, ψυχή ζώσα. Τσιτσιδωθήκαμε και απολαύσαμε τον ήλιο και το τοπίο. Φύσαγε ένα δροσερό αεράκι και η θάλασσα ήταν αγριεμένη, μπήκαμε μέσα το ίδιο, όταν ήρθε η ώρα να βγούμε τα βρήκαμε σκούρα, τα κύματα ήταν τόσο μεγάλα που μας πετάγανε όπου τύχαινε και μετά μας ξανατραβάγανε μέσα. Παρόλα αυτά το διασκεδάσαμε μην έχοντας συναίσθηση του κινδύνου. Εκεί που κάναμε ηλιοθεραπεία, από το πουθενά παρουσιάστηκε ένας στρατιώτης που μας έπιασε συζήτηση, ζήτησε τσιγάρο, μίλαγε για θέματα αδιάφορα, ούτε καν μας ρώτησε ποιοι ήμασταν, αλλά εμείς πιστέψαμε ότι είχαμε μπει σε κάποια απαγορευμένη στρατιωτική περιοχή και με την πρώτη ευκαιρία χαιρετήσαμε και το σκάσαμε.

Από την Κάμειρο περάσαμε στα πεταχτά, βιαζόμασταν να επιστρέψουμε στην πόλη της Ρόδου για να πάρουμε το πλοίο και να κάμε στην Κάρπαθο, πατρίδα του φίλου μας Αντώνη Χαλκιά που μας είχε καλέσει να πάμε να τον επισκεφτούμε. Πήραμε μάλλον τον “Κανάρη” δεν θυμάμαι καλά, το καράβι ήταν ήδη παλιό, είχε μιά ελαφριά κλίση από μία μεριά, μόλις βγήκαμε στο πέλαγος άρχισε να κουνάει στα σοβαρά.

Φτάσαμε στο Διαφάνι κατά τις 4 το πρωί, από το πλοίο κατεβήκαμε με λάντζες μέσα στο πηχτό σκοτάδι, στο λιμάνι δεν υπήρχαν φώτα αναμμένα. Βρήκαμε κάτι πεζούλια και λαγοκοιμηθήκαμε όσο να φέξει. Το πρωί ανακαλύψαμε ότι το λιμάνι ήταν μερικά σπίτια και δυό τρία μαγαζιά. Κάποτε έφτασε το λεωφορείο που έκανε τη διαδρομή Διαφάνι – Όλυμπος, ένα μίνι-βαν Μερσεντές παλιό αλλά καλοδιατηρημένο. Δεν είχαμε ιδέα πόση ήταν η απόσταση για την Όλυμπο, όταν το λεωφορείο άρχισε να σκαρφαλώνει μάς έπιασε τρόμος: ο δρόμος, φυσικά χωματόδρομος, γεμάτος στενές στροφές και περάσματα να σου κόβεται η αναπνοή, μας φάνηκε ατελείωτος. Όταν  φτάσαμε στον προορισμό μας νομίσαμε ότι είχαμε βρεθεί σε μιά άλλη εποχή: τα σπίτια, οι δρόμοι, το περιβάλλον απόπνεαν δέκατο ένατο αιώνα, οι γυναίκες του χωριού κυκλοφορούσαν με τις παραδοσιακές καρπαθιώτικες φορεσιές. Ο Αντώνης μας το είχε πεί, μα εμείς δεν τον είχαμε πολυπιστέψει. Τέλος πάντων βρήκαμε το σπίτι του φίλου μας, ο ίδιος και οι γονείς του ήταν περιποιητικοί και φιλόξενοι υπέρ του δέοντος, εγκλιματιστήκαμε σε μερικές ώρες. Το χωριό ήταν πανέμορφο, η πεμπτουσία της αμόλυντης παραδοσιακής δωδεκανησιακής αρχιτεκτονικής, το γυρίσαμε όλο με προσοχή και ευλάβεια. Μας σαγήνεψε η άγρια, αδάμαστη ομορφιά του τοπίου, αισθανόμαστε λες και ζούσαμε μέσα σε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη. Βέβαια έλειπαν οι ανέσεις της μοντέρνας ζωής, υπήρχε ένα μόνο καφενείο και δεν υπήρχε ηλεκτρικό: ως εκ τούτου δεν υπήρχαν ψυγεία στα σπίτια, ούτε ηλεκτρικός φωτισμός, ούτε φυσικά τηλεόραση (που ούτως ή άλλως εμείς δεν θα βλέπαμε). Η ζωή λοιπόν κυλούσε με άγνωστους για μας ρυθμούς. Ο χασάπης π,χ, έκανε το γύρο του χωριού και ανακοίνωνε την πρόθεσή του να σφάξει ένα ή περισσότερα κατσικάκια, και έπαιρνε παραγγελιές, τη συκωταριά εσύ, τα παϊδάκια ο γείτονας, ένα μπούτι κάποιος άλλος κλπ. Άλλωστε όλοι είχαν τα κηπάκια τους με ζαρζαβατικά, δεν υπήρχε ανάγκη αγοράς οπωρολαχανικών. Το ψωμί οι περισσότερες οικογένειες το έκαναν στο φούρνο του σπιτιού τους οπότε και αυτό το πρόβλημα ήταν λυμένο. Στο καφενείο υπήρχε ηλεκτρικό, πιθανώς ο καφετζής να είχε γεννήτρια.

Ο ουρανός στην Όλυμπο είχε ένα γαλανό έντονο χρώμα, ο αέρας μύριζε άγρια βότανα, θυμάρι, ανθισμένο θρούμπι. Μόλις απομακρυνόσουν μερικά μέτρα από την κατοικημένη περιοχή καταλάβαινες πόσο άγριο ήταν το μέρος. Η πιό κοντινή παραλία (Φύσες, δεν πρέπει να είναι τυχαίο το όνομα) θεωρητικά ήταν δύο βήματα από το χωριό, για να φτάσει όμως κάποιος έπρεπε να έχει ικανότητες ορειβάτη: στην πραγματικότητα δεν υπήρχε δρόμος, ένα δύσβατο μονοπάτι, στο κατέβασμα αρκετά εύκολο γιατί κατηφορικό, στην επιστροφή όμως επίπονο γιατί ο ανήφορος ήταν πραγματικά δυσβάσταχτος.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και τελικά με βαριά καρδιά επιστρέψαμε Αθήνα, τέλη Σεπτέμβρη ο Κώστας έφυγε για Παρίσι, εγώ επέστρεψα Ιταλία αλλά δεν χαθήκαμε, ήδη τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου είμαστε πάλι μαζί και μετά το Πάσχα, το ΄78 διακοπές και περιπέτειες μαζί , ελπίζω νάχω την ευκαιρία να να τα εξιστορήσω στο μέλλον.
Δεν βρήκα πολλές φωτογραφίες από την περίοδο, παρόλο που είχαμε μαζί μας φωτογραφική μηχανή και ο Κώστας και εγώ, θα πρέπει κάποτε να ψάξω στο αρχείο αρνητικών, Θεού θέλοντος.