Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Βαλέτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Βαλέτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΜΠΟΕΜ - 1893

 Διεξοδικό και άκρως κατατοπιστικό άρθρο του -νεαρού τότε- Γιώργου Βαλέτα, που μιλάει για μια άγνωστη πτυχή της φιλολογικής ζωής του Μήτσου Χατζόπουλου.  

ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ 11-11-1936
ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Κρυστάλλης και Μποέμ

Ο Μήτσος Χατζόπουλος, που αυτές τις μέρες θρηνούμε το θάνατό του, ανήκει στην  πρωτοπορεία του νεοελληνικού διηγήματος. Είναι από τους νέους εκείνους που ακούσανε μ’ανοιχτή ψυχή το κήρυγμα του Ψυχάρη κι ονειρευτήκανε να δώσουν στον τόπο μας πεζό λόγο.
Ο Μποέμ κατέβηκε στην Αθήνα γύρω στα 1890, από το Αγρίνι, και γνωρίστηκε αμέσως με τους φιλολογικούς κύκλους μέσον του αδερφού του Κώστα. Γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τους νέους λογίους του καιρού του, που τον εχτιμήσανε και τον αγαπήσανε από τις πρώτες λογοτεχνικές εμφανίσεις.

Απ’ τους πρώτους σχετικούς και φίλους του Μποέμ στην Αθήνα ήταν ο Κώστας Κρυστάλλης. Οι δύσκολες μέρες της ανέχειας και της στενοχώριας του είχαν πιά περάσει. Είχε βρη δουλειά ταχτική στους Σιδηροδρόμους κι είχε εξασφαλισμένο το ψωμί του. Παράλληλα άρχισε να γίνεται γνωστός στους φιλολογικούς κύκλους και σιγά σιγά να επιβάλλεται με τα τραγούδια του τα δροσερά και τα ηπειρωτικά του ηθογραφήματα. Κι είχε σχηματισμένη μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και για το έργο του ο νεαρός Κρυστάλλης. «Μπροστά σ’αυτό, έγραφε σε ιδιωτικό του γράμμα, ο ρωμαντισμός  του Παράσχου, η φιλοσοφία (!) του Παλαμά και ο συμβολισμός (;) του Στεφάνου είναι κολοκύθια νερόβραστα» (1). Ψηλότερά του έβλεπε μονάχα το Βαλαωρίτη στην ποίηση και τον Καρκαβίτσα στο διήγημα (2). Άλλος κανείς δεν μπορούσε να βγη μπροστά του!  Είναι τα πρώτα ξεπετάγματα του ανθρώπου με τις απόλυτες φιλοδοξίες και τις εγωκεντρικές αντιλήψεις. Κι είχε στο βάθος της ψυχής του πραγματικά έναν αθεράπευτο εγωϊσμό ο απλός, ο σιγανός, ο αθόρυβος, ο ντροπαλός εκείνος βλάχος με τη γκλίτσα στο χέρι και με το βουνίσιο και χωριάτικο αέρα στη φυσιογνωμία και σ΄όλα του τα φερσίματα. Το κακό όμως είναι πως ο εγωϊσμός αυτός ρου Κρυστάλλη βγήκε την αντίσταση και συγκρούστηκε με τον ιδιότυπο χαρακτήρα, την ατίθαση ψυχή και τη νεανική φιλοδοξία του Μποέμ.
Ο Μποέμ κι αργότερα απ΄ τον Κρυστάλλη ήρθε στην Αθήνα, και μικρότερός του στα χρόνια ήταν (3) και το έργο και τη φήμη του Κρυστάλλη δεν είχε ακόμα. Οι πρώτες του λογοτεχνικές εμφανίσεις ήταν κάτι σύντομα και καλογραμμένα διηγήματα στις εφημερίδες και τα περιοδικά, ιδίως στον «Παρνασσό» του 1890-1893, που δεν περάσανε απρόσεχτα, μα και τον Κρυστάλλη δεν τον αφήσανε ασυγκίνητο. Του αρέσανε, και μ΄επιείκεια διδασκάλου χαρακτήριζε τον Μποέμ «καλόν διηγηματογράφον εν τη δημώδη γλώσση εξ Αγρινίου» (4). Η στάση αυτή του Κρυστάλλη μπροστά στις πρώτες δοκιμές του Μποέμ, εξοικονομούσε τις ατομικές φιλοδοξίες και των δυό, γι αυτό άνοιξε το δρόμο μιάς στενής προσωπικής φιλίας ανάμεσα στους δύο νέους λογίους και τους εξασφάλισε ομαλώτερες φιλολογικές συζητήσεις. Στο βάθος όμως υπήρχε κάποια αντιζηλία, που φανερωνόταν μόνο με τη μορφή άμιλλας και συναγωνισμού φιλολογικού. Αυτό τον καιρό μάλιστα (1892-1894), που ο Κρυστάλλης αφιερώνεται περισσότερο στο διήγημα και στον πεζό λόγο, ο Μποέμ τον παρακολουθεί βήμα προς βήμα με τα διηγήματά του.
Η φιλολογική όμως ρήξη των δυο νεαρών διηγηματογράφων της νέας μα φιλολογικής αναγέννησης δεν άργησε να γίνει. Ο Μποέμ, άνθρωπος ανήσυχος και προσωπικός, παρακολουθούσε τη γαλλική λογοτεχνία από σύγχρονα περιοδικά. Διάβαζε επιδειχτικά τα γαλλικά, μιλούσε με στόμφο για τη διεθνή φιλολογική κίνηση, τόνιζε, κατηγορούσε ή επαινούσε, ξένα φιλολογικά ονόματα και γεγονότα, σχολίαζε ζητήματα και καμώματα. Ο Κρυστάλλης ιδέα δεν είχε απ΄αυτά τα πράγματα. Γλώσσα δεν ήξερε, κι αυτό τον στενοχωρούσε πολύ. Μιλά με βαθύ παράπονο σε ιδιωτικά του γράμματα για την έλλειψη του αυτή, και ζήτησε αργότερα να τη συμπληρώσει μαθαίνοντας γαλλικά.
Το Μάρτη του 1893 οι δυο νεαροί λόγιοι αποφασίζουν να παρουσιαστούνε στο κοινό μαζί, ενωμένοι, αγκαλιασμένοι, όσο κι αν τους χωρίζανε ένα σωρό μικροζητήματα προσωπικά και φιλολογικά. Την ιδέα αυτή του φιλολογικού συνεταιρισμού την έρριξε ο Μποέμ και την παραδέχτηκε με ενθουσιασμό και μ΄ευκολία ο Κρυστάλλης. Ο Μποέμ του έφερε ξένα παραδείγματα λογίων, που τυπώνουν τα έργα τους στο ίδιο βιβλίο και σημειώνουν μεγάλη επιτυχία. Εν τη ενώσει η δύναμις και η επιτυχία, θάλεγε ο Κρυστάλλης. Αποφασίσανε λοιπόν να τυπώσουνε τα έργα τους μαζί, να βγάλουνε τα διηγήματά τους στον ίδιο τόμο, με δυο ονόματα μπροστά, μ΄ένα τίτλο. Η συμφωνία τους προχώρησε  και στις λεπτομέρειες, ώστε βρέθηκε κι έγινε δεχτός κι από τους δυο ο τίτλος του κοινού έργου. «Πεζογραφήματα» θα το τιτλοφορούσανε. Οι πρώτες αποφάσεις ενθουσιάσανε και τους δυό, ώστε ο Κρυστάλλης σε λίγο ν΄αναγγέλνει επίσημα με συνέντευξή του στο κοινό τη νέα έκδοση και σε φιλικό γράμμα να ζητά να δικαιολογήσει και να εξάρει τη σημασία και τη σκοπιμότητά της.
«Δεν ηξεύρω αν εδιάβασες εις το «Άστυ» της Λαμπρής την συνέντευξί μου με τον συντάκτην του. Εκεί θα ιδής ότι μετ΄ου πολύ θα εκδώσω πεζά μου δημοτικά μαζύ με τα του εξ΄Αγρινίου καλού διηγηματογράφου εν τη δημώδει Μήτσου Χατζοπούλου, εις ένα τόμον επιγραφόμενον «Πεζογραφήματα». Και αυτό δε το έργον θα κάμη θόρυβον, διότι θα είναι όλον εις την δημοτική γραμμένο και θα περιλαμβάνη διηγήματα δυο συγγραφέων μαζύ, πράγμα  το οποίον συχνά γίνεται εις την Ευρώπη, εδώ δε δια πρώτην φοράν. Εις το ίδιο «Άστυ» θα ιδής ότι τώρα γράφω νέον μεγάλο ποιμενικόν ειδύλλιον, την «Γκόλφω», εις τρία μέρη διαιρεμένο. Αλλά θα αργήσω να το τελειώσω 1ον γιατί θα προηγηθεί η έκδοσις των «Πεζογραφημάτων» …» (5)
Ο ενθουσιασμός των πρώτων αποφάσεων για την κοινή αυτή έκδοση των διηγημάτων έμπλεξε στον καθορισμό των λεπτομερειών. Όταν, προπέρυσι, ο σοφός μου φίλος κ. Ηρ. Ν. Αποστολίδης μου ανάθεσε να γράψω για την Εγκυκλοπαίδεια τα άρθρα των αδελφών Χατζοπούλων και κυνηγούσα τον ιδιότυπο Μποέμ για να του ζητήσω πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του, σκέφτηκα, από τα καμώματα και τα παράξενα φερσίματά του, το φιλολογικό του συνεταιρισμό με τον Κρυστάλλη. Και τότε μεν στάθηκε αδύνατο, παρ΄όλες μου τις προσπάθειες και παρ΄όλη μου την επιμονή, να τον πετύχω και να πάρω τις πληροφορίες που ζητούσα, μ΄όλες τις υποσχέσεις που έπερνα κάθε φορά που τον έβλεπα,  γι΄αυτό και αγαναχτισμένος γύρισα τη σχετική εντολή του άρθρου του πίσω (6). Ωστόσο αργότερα, σε μια συνάντησή μας, μου μίλησε σε τόνο πολύ διαφορετικό και μου έδωσε πληροφορίες για διάφορα ζητήματα της φιλολογικής του ζωής. Σαν του έκανα λόγο για την έκδοση που σχεδιάζανε να βγάλουνε από κοινού με τον Κρυστάλλη, κοντοστάθηκε και, κουνώντας το κεφάλι του, μου είπε χαρακτηριστικά: «Οι νέοι είναι ασυμβίβαστοι, έχουν πολλές μικροφιλοδοξίες!» Μαλώσανε στον καθορισμό των λεπτομερειών, λ.χ. ποιος θα έμπαινε πρώτος, με πόσα διηγήματα θα συμμετείχε ο καθένας, ο Κρυστάλλης ήθελε κομμάτια, ο Μποέμ ανάλογα με το χώρο που έπιαναν. Τέλος όχι μονάχα δεν συμφωνήσανε, μα και τα χαλάσανε.
Τον άλλο χρόνο (1894) παρουσιαστήκανε ο καθείς ξεχωριστά, όπως ξεχωριστοί και διαφορετικοί στη νοοτροπία και στο χαρακτήρα ήταν και οι δυό. Ο Μποέμ έβγαλε τα διηγήματά του με τον τίτλο «Αγριολούλουδα». Ο Κρυστάλλης κράτησε τον παληό τίτλο της κοινής έκδοσης και τιτλοφόρησε τα διηγήματά του «Πεζογραφήματα». Και τα δυο βιβλιαράκια συμπαθητικά σ΄όλα τους, και η καινοτομία της κοινής έκδοσης «που θα γινόταν εδώ δια πρώτην φοράν» όπως έγραφε ο Κρυστάλλης, μ΄ενθουσιασμό, δεν έγινε ούτε τότε, ούτε αργότερα στα γράμματά μας (7). Κι΄αν τα έργα εκείνα βγήκαν  χωριστά, ενώνουνται τώρα μέσα στην ιστορία κι αδερφώνουνται στην εκτίμησή μας, γιατί και τα δυό αποτελούνε τις πρώτες αγκαθερές προσπάθειες, τα πρώτα βήματα του πεζού μας λόγου, που πρόδρομοι κι εργάτες του σταθήκανε οι δυο νεαροί λόγιοι. Πραγματικά, ο Κρυστάλλης άφησε τη συμβολή του στο νεοελληνικό διήγημα. Ο Μποέμ πάλι έδωσε αρκετά πράμματα στη γλώσσα και στην ηθογραφία μας  και μπορούσε χωρίς άλλο, όπως σημειώνει και ο κ. Χάρης, να δώσει περισσότερα, ανάλογα με τη δυναμικότητά του, που σπαταλήθηκε σε άλλους τομείς.
Γ.ΒΑΛΕΤΑΣ

(1) Κρυστάλλη Γράμματα, «Ιδέα» Β΄ (1933) σ. 233.
(2) Σε γράμμα του, ο.π. σ. 233.
(3) Γεννημένος στα 1872. Ο Κρυστάλλης στα 1868.
(4) Κρυστάλλη Γράμματα, ο. π. σ. 229-230.
(5) Κρυστάλλη Γράμματα, ο. π. σ. 229-230.
(6) Το έγραψε ο κ. Άγρας, αφού και κείνος δοκίμασε πολλές απογοητεύσεις στην προσπάθειά του να πάρει πληροφορίες από το Μποέμ. Τέλος τον εξοικονόμησε με τις υπάρχουσες, μ΄ένα σύντομο άρθρο του.
(7) Δεν ξέρω κανένα παρόμοιο παράδειγμα κοινής έκδοσης εκτός απ΄τα Μονόπρακτα του κυρίου και της κυρίας Δάφνη (Ελευθερουδάκης).


 

 

 

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Περιπέτειες χειρογράφου - Κωσταντίνος Χατζόπουλος

 Ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο που έγραψε η Μάρη Θεοδοσοπούλου με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της Χρυσικοπούλου για τη Sanny Häggman.  Διαβάζονταςτο σκόνταψα σε ορισμένες ανακρίβειες που, παρόλο το σεβασμό και την απεριόριστη εκτίμηση που έχω για την -εκλιπούσα πλέον- αρθρογράφο* αλλά και τη συγγραφέα του βιβλίου,  δεν μπορώ να μην επισημάνω:
Α. Στο βιβλίο η Χρυσικοπούλου αναφέρει ότι η Σέντα Χατζοπούλου χήρεψε τη δεκαετία του ΄60 και παντρεύτηκε τον ακροδεξιό Περικλή Δρίβα … και τέλος πάντων η Σέντα σε κάθε περίπτωση αρνιόταν ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στην πραγματικότητα η Σέντα χήρεψε το 1974 και ξαναπαντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο. Ο Περικλής Δρίβας, δικηγόρος, ήταν πράγματι φιλοβασιλικός, επί μεταξικής δικτατορίας είχε διοριστεί διευθύνων στην Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας στο Μεσολόγγι και δεν έκρυβε βέβαια τις ακροδεξιές πεποιθήσεις του, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να επηρεάσει της απόψεις της γυναίκας του όσον αφορά τους πολιτικούς προσανατολισμούς του πατέρα της. Η Σέντα είχε την άποψή της και την είχε εκφράσει με σαφήνεια στο γράμμα που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία»  (τεύχος 939 σελ. 1185 της 15/8/1966) «… (ο πατέρας μου) εργάστηκε με πάθος και αφοσιώθηκε με την ψυχή και το μυαλό σε μελέτες κοινωνιολογικές και η αφοσίωση του στον παγκόσμιο σοσιαλιστικό αγώνα ήταν πεποίθησή του και ιδεαλισμός καθαρός. Γι΄αυτό  και η πικρία του και η απογοήτευσή του έπειτα, ήταν η απογοήτευση ενός ανθρώπου με ιδανικά που έστεκε πάνω από προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα».
Β. Στο άρθρο αναφέρεται ότι η Sanny Häggman την εποχή που βγήκε το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (1940)  κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή, οπότε πιθανώς να μην ενημερώθηκε για την ύπαρξή του. Κατ’ αρχάς η Σοβιετική Ένωση δεν κατάλαβε ποτέ τη Φιλανδία, έγινε πόλεμος από το 1940 μέχρι το 1944 που περιορίστηκε κοντά στα σύνορα, στην περιοχή Καρελία. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο της Riikka Pulkkinen με τίτλο  «Sanny Häggman: Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο» (στα φιλανδικά, μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://nykykreikkablog.com/2017/10/29/sanny-haggman-elamani-kostas-hatzopouloksen-rinnalla/ ) όπου αναφέρει ότι η οικογένεια της Σάννυ ζούσε στην πόλη Αλάβους,  εκατοντάδες χιλιόμετρα από το μέτωπο.

Σάννυ Χαίγκμαν-Χατζοπούλου «Τα απομνημονεύματά μου “Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο”» Επιμέλεια, σχόλια, έρευνα “Σάννυ και Σέντα” Μαίρη Χρυσικοπούλου Έκδοση Λαογραφικό- Ιστορικό-Φιλολογικό Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας Αγρίνιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος σε σκίτσο του ζωγράφου Σπύρου Βανδώρου

Η βιογραφία κάποιου συγγραφέα δεν θεωρείται πλέον η κύρια οδός στην προσέγγιση του έργου του, ωστόσο η συμβολή της στη συναρμογή των επί μέρους ψηφίδων παραμένει σημαντική. Εξ ου και η σύνθεση μιας αξιόπιστης βιογραφίας αποτελεί πρωταρχικό αίτημα. Αυτήν την ανάγκη, ωστόσο, δεν την σταθμίζουν πάντοτε σωστά όσοι συμβάλλουν στη συγγραφή της. Συχνά, εκείνοι που γνώρισαν τον συγγραφέα παραλλάσσουν τα γεγονότα στις μαρτυρίες τους, ενώ δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις μελετητών που αλλοιώνουν κατά την έρευνά τους τα δεδομένα. Με άλλα λόγια, οι δυο αυτές βασικές ομάδες, στις οποίες στηρίζεται η σύνθεση της βιογραφίας ενός συγγραφέα, συχνά συλλαμβάνονται να προτάσσουν προσωπικές σκοπιμότητες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η βιογραφία κάθε συγγραφέα δεν θα πρέπει ποτέ να θεωρείται ως τελειωμένο έργο. Από τον νέο μελετητή αναμένεται, πέρα από τις διαφορετικές διανοίξεις, ο έλεγχος όπως και η αποσαφήνιση ή έστω ο εντοπισμός σκοτεινών σημείων. Αυτό το διπλό στόχο επιχειρεί να επιτύχει η Μαίρη Χρυσικοπούλου με το πρόσφατο βιβλίο της για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο.
Στο πρώτο και κύριο μέρος του βιβλίου, δημοσιεύει την αυτοβιογραφική διήγηση της συζύγου του, Σάννυς Χαίγκμαν-Χατζοπούλου και, εν συνεχεία, παραθέτει τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά της γύρω από την αυθεντικότητα του κειμένου. Χωρίς αποσιωπήσεις, ξεδιπλώνει τις περιπέτειες ενός, σήμερα πλέον, χαμένου χειρογράφου. Παρόλα αυτά, αφήνει ανοικτή την αισιόδοξη εκδοχή να πρόκειται για ένα λανθάνον χειρόγραφο. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το κείμενο δημοσιεύεται επιτέλους ακέραιο στα ελληνικά. Να σημειώσουμε ότι η μετάφρασή του από την κόρη του Χατζόπουλου, Σέντα, ήταν διαθέσιμη από το 1980, εποχή που εκείνη κατέθεσε ολόκληρο το οικογενειακό αρχείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τότε, το κείμενο αποτέλεσε δομικό στοιχείο της βιογραφίας Χατζόπουλου. Αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν σε μελέτες, ενώ, το 2005, εκδόθηκε για πρώτη φορά ακέραιο στα γαλλικά, ως συνοδευτικό σε μετάφραση δυο διηγημάτων του. Σε ένα δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Χρυσικοπούλου συμπληρώνει τα βιογραφικά του, δίνοντας πληροφορίες σχετικές με τον τόπο και την καταγωγή του. Κατά κάποιο τρόπο, συνεχίζει να καταθέτει τη μαρτυρία της από την προνομιούχο θέση της συντοπίτισσας, που είχε αρχίσει προ εικοσαετίας στο επιστημονικό συμπόσιο, με τίτλο, «Ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος ως συγγραφέας και θεωρητικός», το οποίο είχε διοργανώσει ο Φιλολογικός Όμιλος Αγρινίου, που φέρει το όνομά του.

Το μυστήριο του χειρογράφου
Αν θέλουμε να ανατρέξουμε στην αφετηρία της συγγραφής τού αυτοβιογραφικού κειμένου της Χαίγκμαν, θα πρέπει να αναφέρουμε ως κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Βαλέτα. Μυτιληνιός, φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης, μέλος της γενιάς του μεσοπολέμου, είχε βάλει σκοπό της ζωής του την κατάρτιση Απάντων ορισμένων παλαιότερων συγγραφέων, τα οποία είχε προγραμματίσει να συνοδεύονται από βιογραφία και βιβλιογραφία. Την σχετική έρευνα και την περισυλλογή του σκόρπιου υλικού τις είχε ξεκινήσει από τον μεσοπόλεμο. Ωστόσο, τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους άργησε να τους εξασφαλίσει. Έτσι οι πρώτοι τόμοι της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του, όπως την αποκάλεσε, εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’50. Ανάμεσα στους πρώτους, που ήλκυσαν το ενδιαφέρον του φαίνεται ότι ήταν ο Χατζόπουλος. Ιδεολόγος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, θα πρέπει να αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο προγόνου. Στο τρίτο αφιέρωμα περιοδικού, αυτό της «Νέας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα εικοσάχρονα από τον θάνατό του, ο Βαλέτας εξομολογείται ότι το 1933 είχε γράψει στην χήρα του Χατζόπουλου, ζητώντας βιογραφικές πληροφορίες. Τελικά, η ανταλλαγή επιστολών και κυρίως, η προθυμία της, του έδωσαν την ιδέα να την παροτρύνει να αφηγηθεί τις αναμνήσεις της. Εκείνη, αφοσιωμένη δια βίου στη μνήμη του Έλληνα, καταπώς τον είχε αρχικά βαφτίσει, ένα χρόνο αργότερα του έστειλε “δυο τόμους γερμανικά γραμμένους”. Η πρώτη, αναμφιβόλως καλοπροαίρετη, αυθαιρεσία του Βαλέτα είναι η αλλαγή του τίτλου. Η Χαίγκμαν τιτλοφορούσε τη διήγησή της «Οι αναμνήσεις μου», ενώ εκείνος, στο δημοσίευμα της «Νέας Εστίας», όπου και παραθέτει δυο αποσπάσματα, χρησιμοποιεί τον μάλλον παράταιρο τίτλο «Τα απομνημονεύματά μου». Στη συνέχεια, δεν κατόρθωσε να τηρήσει την υπόσχεση, που της είχε δώσει, δηλαδή να τα δημοσιεύσει ως συνοδευτικά στα Άπαντα Χατζόπουλου, αφού, μέχρι τον θάνατό της (13 Ιουλ. 1952), δεν είχε εξευρεθεί εκδότης.
Από εκεί και ύστερα, τα ίχνη του χειρογράφου μπερδεύονται. Από δυο επιστολές Βαλέτα προς Χαίγκμαν των αρχών του 1937, συνάγεται: Πρώτον, ότι Απρίλιο 1935 της έστειλε το χειρόγραφο μέσω του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου, πρώτου εξάδελφου του Χατζόπουλου. Δεύτερον, ότι το χειρόγραφο δεν έφτασε τότε στα χέριά της. Πολύ αργότερα, μετά το 1960, η Χρυσικοπούλου θυμάται τον Βαλέτα να λέει ότι η κόρη τον κατηγορεί πως παρακράτησε το χειρόγραφο. Επίσης, το 1984, σε επιστολή του προς την κόρη του Χατζόπουλου, της ζητάει επίμονα συνάντηση, καθώς εκείνη δεν έδινε άδεια προς έκδοση των Απάντων Χατζόπουλου και των Απομνημονευμάτων της μητέρας της. Το παράδοξο είναι ότι το 1978, η Σέντα δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα
της αφήγησης της μητέρας της στην Κρίστα Ανεμούδη-Αρζόγλου, που ασχολείται με τα κριτικά κείμενα του Χατζόπουλου, και δυο χρόνια αργότερα, καταθέτει τη μετάφραση ολόκληρου του κειμένου, μαζί με τις σωζόμενες επιστολές Βαλέτα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολλές είναι οι απορίες, που γεννιούνται και τις οποίες συνοψίζει η Χρυσικοπούλου, αφού, προηγουμένως, ερεύνησε επί ματαίω πιθανά αρχεία για τον εντοπισμό του χειρογράφου. Κατά μια εκδοχή, σύμφωνη με όσα υποστήριζε ο Βαλέτας, θα πρέπει το χειρόγραφο να είχε ξεμείνει στα χέρια του Τριανταφυλλόπουλου και να εστάλη στη Σάννυ μετά τις επιστολές του 1937. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός, ότι στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», αφενός μεν δημοσιεύεται μελέτη του Βαλέτα που βιογραφεί τον Χατζόπουλο στηριγμένη στο κείμενό της, όπου την μνημονεύει ως την υπέροχη γυναίκα, που πραγματικά έσωσε το Χατζόπουλο και αφετέρου η ίδια υπογράφει τη μετάφραση των δυο αποσπασμάτων. Οπότε, η κόρη θα πρέπει να ψεύδεται και ο λόγος να είναι η φημολογούμενη αντιπάθειά της για τον Βαλέτα. Κατά την γαλλίδα μεταφράστρια Νικόλ Λε Μπρι, αυτό οφείλεται στην κομμουνιστική ιδεολογία, που φαίνεται να του αποδίδουν. Ενώ, η Χρυσικοπούλου προσθέτει την πληροφορία ότι η Σέντα είχε κάνει δυο γάμους, τον πρώτο με φινλανδό αξιωματούχο και όταν χήρεψε, στη δεκαετία του ’60, με τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα, τον οποίο χαρακτηρίζει ακροδεξιό. Σε κάθε περίπτωση, η Σέντα αρνείτο ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στη μετάφραση του κειμένου της μητέρας της δεν αναφέρεται ότι εκείνος είχε μεταφράσει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου μένει ζητούμενο κατά πόσο πρόκειται για δική της παρέμβαση. Όπως και να έχει, αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή, γιατί σημαίνει ότι μετέφρασε από το πρωτότυπο, το οποίο επιλεκτικά, τρόπον τινά, μπορεί και να λογόκρινε. Γι’ αυτό, πιθανώς, και να μην το παρέδωσε μαζί με το υπόλοιπο αρχείο. Κατά αυτήν την εκδοχή, θα πρέπει να εξαίρεσε και το σώμα των επιστολών Βαλέτα.
Κατά μια δεύτερη εκδοχή, είναι ο Βαλέτας εκείνος που ψεύδεται. Αν, όμως, το γερμανικό χειρόγραφο δεν επιστράφηκε στη Σάννυ, από ποιο χειρόγραφο έγινε η μετάφραση; Ήταν εκείνη τόσο συστηματική, ώστε να κρατήσει αντίγραφο; Εκτός κι αν δεν πρόκειται για μετάφραση, αλλά για κείμενο, που έγραψε η Σέντα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από μνήμης, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο, ότι είχε διαβάσει τη διήγηση της μητέρας της, αφού τη δεκαετία του ’30 είχε τη δική της οικογένεια και πιθανώς, δεν κατοικούσαν ούτε καν στην ίδια πόλη. Το γεγονός ότι διατηρείται η αλληλουχία των γεγονότων, δείχνει την ύπαρξη κάποιου πρωτότυπου κειμένου. Σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό της σημείωμα, είχε ασχοληθεί με τη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας και είχε εκδώσει ποιητικές συλλογές. Άρα, είχε συγγραφικές φιλοδοξίες. Αυτή είναι η δυσάρεστη εκδοχή, γιατί η κόρη, όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν δέκα οκτώ ετών, οπότε διατηρεί λιγοστές αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια και γράφει με βάση διηγήσεις της μητέρας της.
Και στις δυο περιπτώσεις, παραμένει άγνωστη η τύχη του χειρογράφου. Ανάμεσα στα αρχεία που ερεύνησε η Χρυσικοπούλου, δεν αναφέρεται εκείνο της Σέντας, που θα πρέπει να έμεινε στους όποιους κληρονόμους της. Εκεί, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποιο γερμανικό πρωτότυπο, θα σώζονται οι υπόλοιπες επιστολές Βαλέτα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αρχείο Βαλέτα. Σε αυτό, ακόμη κι αν δεν υπάρχει το γερμανικό πρωτότυπο, θα πρέπει να σώζονται επιστολές της Σάννυ, αλλά και κάποια μεταφράσματα βάσει του χειρογράφου. Πιστεύουμε ότι μάλλον δεν δόθηκε η αναλογούσα σημασία στον σκιώδη τρίτο άνθρωπο. Όταν ο Βαλέτας ζητούσε μετά επιμονής τις αναμνήσεις της Σάννυ, θα πρέπει να είχε ήδη κατά νου κάποιον γερμανομαθή φίλο, που θα του τα μετέφραζε προφορικά, γραπτά, εν περιλήψει, επακριβώς, με κάποιο, πάντως, τρόπο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι επέστρεψε το χειρόγραφο, είναι δυνατόν ο ίδιος να μην κράτησε κάποιας μορφής αντίγραφο; Πόσο εύκολο, όμως, ήταν τότε και μάλιστα στη Μυτιλήνη, ένα αντίγραφο γερμανικού χειρογράφου; Ύστερα, υπάρχει η μετάφραση των δυο αποσπασμάτων του αφιερώματος της «Νέας Εστίας». Η Χρυσούλα Σπυρέλη, που συνεισφέρει στο βιβλίο της Χρυσικοπούλου ένα εμπεριστατωμένο μεταθανάτιο χρονολόγιο Χατζόπουλου, το οποίο καλύπτει τα 90 χρόνια από το θάνατό του (1920- 2010), υποθέτει ότι η μετάφραση έγινε από την Σάννυ και ότι πιθανώς να την υπαγόρευσε στον Βαλέτα. Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην ενημερώθηκε για το αφιέρωμα, δεδομένου ότι κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή.

Δυο μεταφραστές
Ο μεταφραστής των αποσπασμάτων της «Νέας Εστίας» είτε έχει ένα γλαφυρό γερμανικό πρωτότυπο είτε εκείνος το μεταπλάθει σε γλαφυρή εξιστόρηση. Αυτό, όμως, το τελευταίο θα μπορούσε να είναι έργο του Βαλέτα, αν δεχτούμε την εκδοχή της Σπυρέλη ότι η μετάφραση από την Σάννυ ήταν προφορική καθ’ υπαγόρευση. Επίσης, θα μπορούσε να ήταν έργο του γερμανομαθή φίλου του. Πάντως, η τελική μετάφραση δεν έχει αντίστοιχες λογοτεχνικές αξιώσεις. Εκείνο που ανησυχεί περισσότερο, είναι η κάποια αοριστία, που παρατηρείται στην τελική μετάφραση, όσο αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, σε σύγκριση με τα πριν δημοσιευμένα αποσπάσματα. Σε ορισμένα σημεία, παρατηρείται τάση να στρογγυλευτούν τα συμβάντα, ενώ δημιουργείται η εντύπωση ότι ο τρόπος, που η γράφουσα περιγράφει τα αισθήματά της είναι σχηματικός. Όπως και να έχει, χάρις στο πρόσφατο βιβλίο, έχουμε μια καθαρότερη εικόνα. Η έρευνα της Χρυσικοπούλου διορθώνει ορισμένες σκόπιμες παραποιήσεις της Σέντας, που, έτσι κι αλλιώς, αποκρύβει πληροφορίες, ενώ φαίνεται και η σημασία του αρχείου Βαλέτα, που οι κληρονόμοι του δεν αξιοποιούν αντίστοιχα. Να προσθέσουμε, ότι, στο πρόσφατο βιβλίο, δημοσιεύεται ένας μεγάλος αριθμός φωτογραφιών, που συνιστούν τεκμήρια για τους δυο κόσμους του συγγραφέα, τον πατρογονικό του Αγρινίου και τον φινλανδικό της συζύγου και της κόρης του.

Εκείνο, που έχει γενικότερο ενδιαφέρον, είναι ότι η μνήμη Χατζόπουλου συντηρείται τις τελευταίες δεκαετίες από τους συντοπίτες του. Δικό τους έργο είναι το Συμπόσιο του 1993, η βραβευμένη μονογραφία του Τάκη Καρβέλη «Κωσταντίνος Χατζόπουλος ο πρωτοπόρος» και το πρόσφατο βιβλίο. Όσο για την αθηναϊκή φροντίδα, περιορίστηκε σε μια αναμνηστική πλάκα στο σπίτι του επί της οδού Μαυρομιχάλη. Όχι, την πολυκατοικία στη γωνία Ισαύρων και Μαυρομιχάλη, σε διαμέρισμα της οποίας έμεινε νιόπαντρος και γεννήθηκε η κόρη του, αλλά στο δεύτερο, που αγόρασε στις αρχές του 1920. Σώζεται, όπως το περιγράφει η αφήγηση: τριώροφο, με ωραία μπαλκόνια. Μόνο που δεν έζησε σε αυτό παρά λίγους μήνες. Στην εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα αναφέρεται αορίστως ότι εκεί έζησε, και επιπλέον, αναγράφεται η εσφαλμένη πληροφορία ότι γεννήθηκε το 1871. Ποιος επωμίστηκε τα βάρη τόσο μεγάλης και αξιοζήλευτης φροντίδας, μένει άγνωστο.
Μάρη Θεοδοσοπούλου

Παρατεινόμενη σύγχυση
Το 1898 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, περιστοιχισμένος από μια ομάδα άλλων νεαρών, εκδίδει το βραχύβιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλλά πρωτοποριακό για την εποχή, λογοτεχνικό περιοδικό «Η Τέχνη». Η ταυτότητα του περιοδικού έχει διττό χαρακτήρα. Αποτελεί βήμα ιδεών της νεαρής τότε σοσιαλιστικής διανόησης και, επίσης, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που υιοθετεί εξαρχής και γράφεται στη δημοτική. Προκαλεί, βεβαίως, οξυμμένες αντιδράσεις από τους τότε συντηρητικούς κύκλους, ιδίως στη χρήση της δημοτικής, Καθόλου παράδοξο. Υπήρχαν οι καθιερωμένες αντιλήψεις επί του γλωσσικού και καθώς το κίνημα του Δημοτικισμού βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα, στις μεταξύ τους αψιμαχίες αντιμετωπίζεται ως απροσάρμοστος προπέτης. Στο κέντροτης διαμάχης βρίσκεται ο Ψυχάρης, ενώ ανάμεσα στους σθεναρούς, που κρατούν τις προφυλακές του κινήματος, βρίσκεται ο Χατζόπουλος. Χαρακτηριστικό, αλλά και εύστοχο, επί του γλωσσικού διχασμού είναι αυτό που γράφει λίγο αργότερα (8/1/1907) σε Γερμανό ελληνιστή φίλο του, ο οποίος του ζητά ετυμολογικές διευκρινίσεις: Μας κατήντησαν και η δημοτική και η καθαρεύουσα ξένες, πηδούμε, σαν τόπια, ανάμεσα σε δυο τοίχους, από τη μια στην άλλη.
Σ’ αυτήν την πρώιμη φάση της γλωσσικής διαμάχης, ένας από τον κύκλο του περιοδικού, ο Κωστής Πασαγιάννης, διατηρούσε πλούσια μαλλιά και γένια. Αυτόν είδε κάποιο βράδυ ο Γιάννης Κονδυλάκης στο καφενείο του Ζαχαράτου, όπου σύχναζαν οι περισσότεροι λόγιοι της εποχής, και δείχνοντάς τον σε φίλους του, τον αποκάλεσε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το επίθετο, υπερβαίνοντας τις αρχικές προθέσεις του Κονδυλάκη, γενικεύτηκε. Έγινε μόδα στο στρατόπεδο των καθαρολόγων και κατέληξε σε συνώνυμο του χυδαϊστής ή ψυχαριστής. Χωρίς καμία αναστολή το υιοθέτησαν αργότερα στην πολεμική τους και οι ίδιοι οι δημοτικιστές, κυρίως από το στενό περιβάλλον του ΝΟΥΜΑ, μετριάζοντας με τη χρήση τον χλευαστικό του τόνο. Έτσι, από ένα τυχαίο συμβάν και μια έμπνευση της στιγμής, που μοιάζουν με παραφιλολογία, προέκυψε και έχει γραμματολογικά κωδικοποιηθεί, μαζί με τα παράγωγα, ο πιο γνωστός χαρακτηρισμός του Δημοτικισμού. Αντιθέτως, το ίδιο το συμβάν και ο ονοματοθέτης έχουν βυθιστεί στην αφάνεια. Λογικό, αφού στη λογοτεχνία, όπως και οπουδήποτε αλλού, υπάρχει ο σκοτεινός βυθός.
Κατά δαιμονική σύμπτωση, - αυτό όχι παραφιλολογία αλλά φιλολογικό ζητούμενο - την ημέρα που η ελληνική λογοτεχνία πενθεί το θάνατο του Κονδυλάκη (25/7/1920), με κάποιες ώρες διαφορά προς τα πίσω (24/7), πενθεί και το θάνατο του Χατζόπουλου. Εκείνος απεβίωσε εν πλώ προς Ιταλία και ενταφιάσθηκε πρόχειρα στο Μπρίντιζι. Οι ασχολούμενοι με τον Χατζόπουλο, όσους τουλάχιστον ελέγξαμε, δέσμιοι των Απομνημονευμάτων της συζύγου του, πέφτουν στην επικίνδυνη παγίδα Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, καταχωρώντας ως ημερομηνία θανάτου την παραδιδόμενη από εκείνη: 5 Αυγ. 1920. Έχει άραγε αυτό καμιά αξία; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται. Εάν, πάντως, γίνει αποδεκτή, τότε ο Χατζόπουλος απεβίωσε μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών(28/7), μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι (30/7) και μετά τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη στην Αθήνα (31/7). Όλα, δηλαδή, αυτά τα βαρυσήμαντα γεγονότα, τα οποία έχουν προηγηθεί του ξαφνικού θανάτου του, μένουν, σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα, αδιάφορα και ασχολίαστα από τον Χατζόπουλο. Είναι μεν προφανές, αλλά, όπως φαίνεται, όχι αυτονόητο. Ή, λοιπόν, όλα παρατάσσονται σε αρμονική αλληλουχία με το Παλαιό ημερολόγιο ή, διαφορετικά, ... ανάστα ο Κύριος σε όσα έχουν συμβεί πριν και μετά θάνατον. Εάν, μάλιστα, προς γενικότερο συσχετισμό τον τοποθετήσουμε στο κέντρο, μεταξύ αυτών που προηγούνται και εκείνων που έπονται του θανάτου, τότε η σύγχυση επιτείνεται. Όλα διαταράσσονται και η αντιστοιχία Χατζόπουλου με τα συμφραζόμενα της εποχής καταλήγει παραπλανητική. Πρόκειται, βέβαια, για ακούσιο λάθος. Παρόλα αυτά, καλό είναι να μη διαιωνίζεται, τουλάχιστον στις τάξεις των φιλολογούντων. Το ίδιο, επίσης, σε κάθε είδους ημερολογιακές πληροφορίες. Για παράδειγμα, θα λέγαμε κραυγαλέας ανακρίβειας, η Χαίγκμαν αναφέρει στα Απομνημονεύματα ως θεατρική πρεμιέρα του Φάουστ, έργο υποδειγματικής μετάφρασης από τον Χατζόπουλο, την 18η Δεκ. 1904. Είναι, ωστόσο, εξακριβωμένο ότι η επίσημη ή πανηγυρική παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο δόθηκε νωρίτερα, 27 Νοε. του ιδίου έτους, ενώ ως πρώτη παράσταση καταγράφεται εκείνη της 20ης Νοε. Συνεπώς, όλες οι πληροφορίες πρέπει να ελέγχονται προς εξάλειψη πιθανών λαθών, πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις όπως αυτή του Χατζόπουλου, που δεν έχει βιβλιογραφικά διερευνηθεί όσο της αναλογεί ως λογοτεχνικό ανάστημα.
Χατζόπουλου θέλοντος, μπορεί να επανέλθουμε.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012
Το άρθρο είναι καταχωρημένο εδώ:
http://maritheodo.blogspot.com/2012/05/blog-post.htm
l

 

*  Η Μάρη Θεοδοσοπούλου απεβίωσε τον Αύγουστο του 2016