Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sanny Häggman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sanny Häggman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

“Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ” ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ποίημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 20 Νοέμβρη του 1900. Την εποχή εκείνη ο Χατζόπουλος είχε μόλις εγκατασταθεί στη Λειψία όπου γνώρισε την μετέπειτα γυναίκα του Sanny Häggman. Ο Λάμπρος Πορφύρας, στον οποίο αφιερώνεται το ποίημα, ήταν στενός φίλος του Χατζόπουλου, είχε συμμετάσχει στην περιπέτεια του περιοδικού “Τέχνη” και αργότερα έγραψε για τον “Διόνυσο”, τα “Παναθήναια” και τη “Νέα Ζωή¨”, εκδόσεις με τις οποίες συνεργάστηκε και ο Κ. Χατζόπουλος. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην επόμενη σελίδα του ίδιου τεύχους του “Περιοδικού μας” δημοσιεύτηκε διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) με τίτλο “ Το κοκκοράκι”.

Γ.Χ.


ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 20 Νοέμβρη 1900

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ

(valse macabre)

Αφιερώνεται στον αγαπημένο μου ποιητή Πορφύρα

Μην ακούς ψηλά
την αστροφεγγιά
μην ακούς τι λέει·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στη συντροφιά μας.

Μην ακούς μακριά
στην ακρογιαλιά
τις τρελλές νεράϊδες
μην ακούς τι λένε·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στην αγκαλιά μας.

Είναι απάνω στ’άστρα
πνεύματα κακά,
λάμιες της ψυχής.
Έλα ΄δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στο ξεφάντωμά μας.

Είναι οι ανεράϊδες
στις ακρογιαλιές
μάγισσες κακές.

Έλα ανάμεσά μας
έλα μην αργείς
στον τρελλό χορό μας.

Σώστησαν στα κλώνια
δόλωμα κακό
οι κακές τ΄αηδόνια…
μα για μας μια γλαύκα
απ’ τα ρέπια εκεί, -
μην ανατριχιάζεις !
Παίζει μουσική
πιο νοσταλγική
·
σέρνει το ρυθμό μας
στον αργό χορό μας.

Μην ανατριχιάζεις!
Έλα δω μ’
εμάς,
θα σε νανουρίσουμε
που να μην ξυπνάς.
Έλα θα σε πάρουμε
πάντα σύντροφό μας
στο μακρύ κι ατελείωτο
στον αργό χορό μας.

Πέτρος Βασιλικός


Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Karl Åke Slöör, ο πρώτος σύζυγος της Σέντας Χατζοπούλου

Στο αφιέρωμα που έκανε στον Κώστα Χατζόπουλο το περιοδικό “Ελληνική Δημιουργία” το 1952 (τεύχος 102) ο Σπύρος Μελάς έγραφε τα εξής:
“... Μεσημέρι στη Στοκχόλμη, στο φιλόξενο σπίτι της όμορφης κυρίας Σέντας Σλερ – κόρης του Χατζόπουλου, που στάθηκε η λατρεία του – παίρναμε το πρόγευμα με το σύζυγό της, έναν ευγενέστατο φιλλανδό και τη μητέρα της, τη χήρα του συγγραφέα (Σάννυ Χάγκμαν), γηραιά καλλιτέχνιδα του χρωστήρα, μιά ύπαρξη αγγελική...”
Ένας ευγενέστατος φιλλανδός... (με την τότε ορθογραφία η λέξη γραφόταν με δυο φ) η μοναδική  μνεία γι'αυτόν στο  άρθρο.
Ο Περικλής Δρίβας (ο επόμενος σύζυγος της Σέντας, που τον παντρεύτηκε όταν χήρεψε απο τον Όκε) μου έλεγε συχνά -και εμπιστευτικά- ότι ο προκάτοχός του “...ήταν ένας λαπάς”.
“Ενας ήπιος, χαμηλών τόνων άνθρωπος”, ήταν η εντύπωση που αποκόμισε γι΄αυτόν ο Δημήτρης Γιάκος, όταν τον γνώρισε  το 1956, επ΄ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Κώστα Χατζόπουλου στο Αγρίνιο.
Αυτή την εντύπωση έδινε ο Όκε σε όποιον τον γνώριζε: σοβαρός, επιφυλακτικός, μετρημένος, ευγενικός,  Σ΄αυτό πιθανώς βοηθούσε και η βόρεια καταγωγή και νοοτροπία του, ή το ότι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου τα ελληνικά οπότε βρισκόταν μονίμως σε μια κατάσταση αναμονής με τον συνομιλητή του.
Η ιδέα που είχα εγώ για τον Όκε ήταν κάπως διαφορετκή: κάποια φορά, σχεδόν παιδί ακόμη, στην καθιερωμένη επίσκεψη στη θεία Σέντα, με καταγοήτεψε όταν με μεγάλο καμάρι μου έδειξε τη συλλογή του από σπαθάκια -φαντάζομαι του φιλανδικού στρατού-  το ένα διαφορετικό από τα άλλο, όλα τέλεια στιλβωμένα και κοφτερά, φυλαγμένα επιμελώς σε μιά πλουμιστή δερμάτινη θήκη. Εκείνη την εποχή βέβαια δεν είχα το μυαλό να αναρωτηθώ πως μπορούσε κανείς να περάσει από τα σύνορα τέτοια φονικά εργαλεία. 

Τα φαινόμενα λοιπόν απατούσαν παντελώς, ο Όκε έζησε μια ζωή περιπετειώδη και πολύπλοκη, με ορισμένες αμφιλεγόμενες και σκοτεινές πτυχές.

30 Σεπτεμβρίου 1956, ημέρα των αποκαλυπτήριων της πρώτης προτομής του Κ. Χατζόπουλου.  Από αριστερά: Η Μάνθα  Χατζοπούλου, ο Όκε Σλέερ και η Σέντα Χατζοπούλου. Φωτο από το αρχείο της Μαργαρίτας Παπαστάμου Λαχανά.

Ο Karl Åke Slöör (Καρλ Όκε Σλέερ) γεννήθηκε στο Ελσίνκι το 1898, ήταν γόνος ευκατάστατης και ισχυρής φιλανδικής οικογένειας  (ο πατέρας του ήταν διευθυντής του Κρατικού Θησαυροφυλακίου) και από νεαρότατος ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, φοιτώντας σε τρεις στρατιωτικές σχολές, το 1930 έγινε Γενικός Επιτελικός Αξιωματικός και αργότερα υπηρέτησε για πέντε χρόνια σαν στρατιωτικός ακόλουθος σε φιλανδικές πρεσβείες σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης.  Από το 1937 έως το 1940 ήταν υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας Kyösti Kallio και για την περίοδο 1940-41 του Πρόεδρου Risto Rytti. Το 1941, συνταγματάρχης πλέον, διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος εξωτερικών του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Το 1944 (με τη συνθηκολόγηση της Φιλανδίας) παραιτήθηκε και εργάστηκε στον ασφαλιστικό κλάδο. Πέθανε το 1974.

Το 1922 γνώρισε σε φιλικό σπίτι την κόρη του Κώστα Χατζόπουλου, Σέντα, που μετά το θάνατο του πατέρα της ζούσε με τη μητέρα της στη Φιλανδία.  “Όταν τον είδα για πρώτη φορά” μου εκμυστηρεύτηκε η Σέντα εξήντα χρόνια αργότερα, “ένοιωσα την καρδιά μου να σταματάει, πάγωσα, σκέφτηκα μέσα μου: αυτός είναι, αυτός είναι ο άνδρας της ζωής μου...”. Με την ομορφιά της, τη μόρφωση και τους καλούς της τρόπους τον κατάκτησε αμέσως, παντρεύτηκαν την ίδια χρονιά. Το 1926 γεννήθηκε και ή άτυχη κόρη τους, Υβόννη.

 Η οικογένεια Σλέερ το 1938 στη Φιλανδία: Όκε, Σέντα και η μικρή Υβόννη. Αξιοσημείωτη η πόζα του Όκε. Από το αρχείο του Κώστα Μεντή.

Τα πρώτα χρόνια ζούσαν στο Ελσίνκι, από το 1933 όμως, όταν ο Όκε διορίστηκε στρατιωτικός ακόλουθος στην φιλανδική πρεσβεία στη Βαρσοβία  μεταφέρθηκαν εκεί, δύο χρόνια αργότερα στο Βουκουρέστι και κατόπιν στην Πράγα. Αυτά τα 4-5 χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα αλλά και τα πιο διασκεδαστικά για τη Σέντα. Είχε την ευκαιρία να ζήσει σε διαφορετικές χώρες, να συναναστραφεί τις οικογένειες των άλλων διπλωματικών σωμάτων, να διευρύνει ακόμη περισσότερο τους ορίζοντες της. Όμως υπήρχαν και οι κίνδυνοι και οι αντιξοότητες. Θα ήταν ανοησία να πιστεύουμε ότι ο ρόλος ενός στρατιωτικού ακόλουθου σε μια ξένη χώρα ήταν – και είναι -  το πως να βρεθούν εισφορές για το ταμείο απόρου κορασίδος. Η εποχή ήταν περίοδος μεγάλων ανακατατάξεων στην Ευρώπη και τον κόσμο, μόλις είχε ανεβεί ο ναζισμός στη Γερμανία, στην Ισπανία ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος, οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης ήταν υπό πίεση, μετά από λίγο η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία ενσωματώθηκαν στο Τρίτο Ράιχ, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν προ των θυρών. Ο Όκε λοιπόν μπερδευόταν σε μυστήριες υποθέσεις, έφευγε σε αποστολή και έλειπε από το σπίτι για εβδομάδες, κάτι περίεργοι κλέφτες στην Πράγα τους έκαναν το σπίτι άνω κάτω χωρίς να πάρουν φαινομενικά τίποτε, κάποια νεοαποκτημένη οικογενειακή φίλη απελάθηκε από την χώρα γιατί μάλλον ήταν κατάσκοπος, στο τηλέφωνο έπρεπε να είναι προσεκτικοί, τέλος πάντων δεν ήταν όλα μέλι γάλα.

1941, Ελσινκι: Ο Όκε Σλέερ με τον πρόεδρο της δημοκρατίας της Φιλανδίας Risto Rytti. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα www.europeana.eu.

Με την προαγωγή του σε υπασπιστή του Προέδρου της Δημοκρατίας η οικογένεια επέστρεψε στο Ελσίνκι, και έμειναν εκεί για όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η ρόλος του Όκε στον πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν σημαντικός, από το 1941 μέχρι το 1944 διηύθυνε τις εξωτερικές σχέσεις στο Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Η Φιλανδία ήταν μιά ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους συμμάχους – δορυφόρους της ναζιστικής Γερμανίας. Σε αντίθεση όλες τις άλλες χώρες του ναζιστικού στρατοπέδου και για όλη τη διάρκεια του πολέμου είχε κυβέρνηση εκλεγμένη δημοκρατικά, με κοινοβούλιο που λειτουργούσε κανονικά και κυβέρνηση συνασπισμού Αγροτικού κόμματος - Σοσιαλδημοκρατών. Δεν υπήρξε ιδιαίτερος διωγμός των εβραίων ούτε έγιναν πογκρόμ. Βέβαια το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν εκτός νόμου από το 1918, και οι δημοκρατικές διαδικασίες ήταν τέτοιες “δεδομένων των συνθηκών”, δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για ύπαρξη κράτους δικαίου όπως το εννοούμε σήμερα.  Η θειά μου η Σέντα έλεγε ότι αγνοούσε την ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την εξόντωση των εβραίων στη Γερμανία και στην κατεχόμενη Ευρώπη, τα έμαθε όλα μετά το τέλος του πολέμου. Έχω μεγάλες αμφιβολίες γι΄αυτό. Τόσα χρόνια που έζησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και δη σαν διπλωματικό σώμα είχαν κάθε δυνατότητα να ενημερωθούν αντικειμενικά. Υπήρξε και μιά δόση εθελοτυφλίας σε αυτή την αντιμετώπιση. Μην ξεχνάμε ότι η Σέντα είχε μεγαλώσει στη Γερμανία, είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της μιά απεριόριστη εκτίμηση, ένα νοσηρό θαυμασμό για τη γερμανική κουλτούρα που την έκανε να παραβλέπει οτιδήποτε το αρνητικό είχε να κάνει με αυτή τη χώρα.

Με το τέλος του πολέμου η οικογένεια μεταφέρθηκε στη Στοκχόλμη, μαζί με τη μητέρα της Σέντας, και ο Όκε βρήκε δουλειά στον ασφαλιστικό τομέα. Πιθανώς αυτή η επιλογή  να επιβλήθηκε από τον φόβο μήπως υπάρξουν διώξεις με τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, λόγω του στρατιωτικού του παρελθόντος (όπως και αν είναι πολέμησε στο πλευρό των ναζιστών και μάλιστα από υψηλή θέση) αλλά μάλλον βλέπω συνομωσίες παντού.


Πηγές

https://fi.wikipedia.org/wiki/%C3%85ke_Sl%C3%B6%C3%B6r

https://www.google.com/url?sa=i&url=https%3A%2F%2Fwww.europeana.eu%2Fit%2Fitem%2F2021009%2FM012_HK19650812_232&psig=AOvVaw08fRb6S7A6R4ZFRPetYyjI&ust=1610398616681000&source=images&cd=vfe&ved=0CA0QjhxqFwoTCLiEvcCgku4CFQAAAAAdAAAAABAI

who is who Finland 1954
http://runeberg.org/kuka/1954/0813.html

 

 

  

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Περιπέτειες χειρογράφου - Κωσταντίνος Χατζόπουλος

 Ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο που έγραψε η Μάρη Θεοδοσοπούλου με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της Χρυσικοπούλου για τη Sanny Häggman.  Διαβάζονταςτο σκόνταψα σε ορισμένες ανακρίβειες που, παρόλο το σεβασμό και την απεριόριστη εκτίμηση που έχω για την -εκλιπούσα πλέον- αρθρογράφο* αλλά και τη συγγραφέα του βιβλίου,  δεν μπορώ να μην επισημάνω:
Α. Στο βιβλίο η Χρυσικοπούλου αναφέρει ότι η Σέντα Χατζοπούλου χήρεψε τη δεκαετία του ΄60 και παντρεύτηκε τον ακροδεξιό Περικλή Δρίβα … και τέλος πάντων η Σέντα σε κάθε περίπτωση αρνιόταν ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στην πραγματικότητα η Σέντα χήρεψε το 1974 και ξαναπαντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο. Ο Περικλής Δρίβας, δικηγόρος, ήταν πράγματι φιλοβασιλικός, επί μεταξικής δικτατορίας είχε διοριστεί διευθύνων στην Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας στο Μεσολόγγι και δεν έκρυβε βέβαια τις ακροδεξιές πεποιθήσεις του, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να επηρεάσει της απόψεις της γυναίκας του όσον αφορά τους πολιτικούς προσανατολισμούς του πατέρα της. Η Σέντα είχε την άποψή της και την είχε εκφράσει με σαφήνεια στο γράμμα που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία»  (τεύχος 939 σελ. 1185 της 15/8/1966) «… (ο πατέρας μου) εργάστηκε με πάθος και αφοσιώθηκε με την ψυχή και το μυαλό σε μελέτες κοινωνιολογικές και η αφοσίωση του στον παγκόσμιο σοσιαλιστικό αγώνα ήταν πεποίθησή του και ιδεαλισμός καθαρός. Γι΄αυτό  και η πικρία του και η απογοήτευσή του έπειτα, ήταν η απογοήτευση ενός ανθρώπου με ιδανικά που έστεκε πάνω από προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα».
Β. Στο άρθρο αναφέρεται ότι η Sanny Häggman την εποχή που βγήκε το αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (1940)  κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή, οπότε πιθανώς να μην ενημερώθηκε για την ύπαρξή του. Κατ’ αρχάς η Σοβιετική Ένωση δεν κατάλαβε ποτέ τη Φιλανδία, έγινε πόλεμος από το 1940 μέχρι το 1944 που περιορίστηκε κοντά στα σύνορα, στην περιοχή Καρελία. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο της Riikka Pulkkinen με τίτλο  «Sanny Häggman: Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο» (στα φιλανδικά, μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://nykykreikkablog.com/2017/10/29/sanny-haggman-elamani-kostas-hatzopouloksen-rinnalla/ ) όπου αναφέρει ότι η οικογένεια της Σάννυ ζούσε στην πόλη Αλάβους,  εκατοντάδες χιλιόμετρα από το μέτωπο.

Σάννυ Χαίγκμαν-Χατζοπούλου «Τα απομνημονεύματά μου “Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο”» Επιμέλεια, σχόλια, έρευνα “Σάννυ και Σέντα” Μαίρη Χρυσικοπούλου Έκδοση Λαογραφικό- Ιστορικό-Φιλολογικό Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας Αγρίνιο, Δεκ. 2011

Ο Κ. Χατζόπουλος σε σκίτσο του ζωγράφου Σπύρου Βανδώρου

Η βιογραφία κάποιου συγγραφέα δεν θεωρείται πλέον η κύρια οδός στην προσέγγιση του έργου του, ωστόσο η συμβολή της στη συναρμογή των επί μέρους ψηφίδων παραμένει σημαντική. Εξ ου και η σύνθεση μιας αξιόπιστης βιογραφίας αποτελεί πρωταρχικό αίτημα. Αυτήν την ανάγκη, ωστόσο, δεν την σταθμίζουν πάντοτε σωστά όσοι συμβάλλουν στη συγγραφή της. Συχνά, εκείνοι που γνώρισαν τον συγγραφέα παραλλάσσουν τα γεγονότα στις μαρτυρίες τους, ενώ δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις μελετητών που αλλοιώνουν κατά την έρευνά τους τα δεδομένα. Με άλλα λόγια, οι δυο αυτές βασικές ομάδες, στις οποίες στηρίζεται η σύνθεση της βιογραφίας ενός συγγραφέα, συχνά συλλαμβάνονται να προτάσσουν προσωπικές σκοπιμότητες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η βιογραφία κάθε συγγραφέα δεν θα πρέπει ποτέ να θεωρείται ως τελειωμένο έργο. Από τον νέο μελετητή αναμένεται, πέρα από τις διαφορετικές διανοίξεις, ο έλεγχος όπως και η αποσαφήνιση ή έστω ο εντοπισμός σκοτεινών σημείων. Αυτό το διπλό στόχο επιχειρεί να επιτύχει η Μαίρη Χρυσικοπούλου με το πρόσφατο βιβλίο της για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο.
Στο πρώτο και κύριο μέρος του βιβλίου, δημοσιεύει την αυτοβιογραφική διήγηση της συζύγου του, Σάννυς Χαίγκμαν-Χατζοπούλου και, εν συνεχεία, παραθέτει τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά της γύρω από την αυθεντικότητα του κειμένου. Χωρίς αποσιωπήσεις, ξεδιπλώνει τις περιπέτειες ενός, σήμερα πλέον, χαμένου χειρογράφου. Παρόλα αυτά, αφήνει ανοικτή την αισιόδοξη εκδοχή να πρόκειται για ένα λανθάνον χειρόγραφο. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το κείμενο δημοσιεύεται επιτέλους ακέραιο στα ελληνικά. Να σημειώσουμε ότι η μετάφρασή του από την κόρη του Χατζόπουλου, Σέντα, ήταν διαθέσιμη από το 1980, εποχή που εκείνη κατέθεσε ολόκληρο το οικογενειακό αρχείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τότε, το κείμενο αποτέλεσε δομικό στοιχείο της βιογραφίας Χατζόπουλου. Αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν σε μελέτες, ενώ, το 2005, εκδόθηκε για πρώτη φορά ακέραιο στα γαλλικά, ως συνοδευτικό σε μετάφραση δυο διηγημάτων του. Σε ένα δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Χρυσικοπούλου συμπληρώνει τα βιογραφικά του, δίνοντας πληροφορίες σχετικές με τον τόπο και την καταγωγή του. Κατά κάποιο τρόπο, συνεχίζει να καταθέτει τη μαρτυρία της από την προνομιούχο θέση της συντοπίτισσας, που είχε αρχίσει προ εικοσαετίας στο επιστημονικό συμπόσιο, με τίτλο, «Ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος ως συγγραφέας και θεωρητικός», το οποίο είχε διοργανώσει ο Φιλολογικός Όμιλος Αγρινίου, που φέρει το όνομά του.

Το μυστήριο του χειρογράφου
Αν θέλουμε να ανατρέξουμε στην αφετηρία της συγγραφής τού αυτοβιογραφικού κειμένου της Χαίγκμαν, θα πρέπει να αναφέρουμε ως κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Βαλέτα. Μυτιληνιός, φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης, μέλος της γενιάς του μεσοπολέμου, είχε βάλει σκοπό της ζωής του την κατάρτιση Απάντων ορισμένων παλαιότερων συγγραφέων, τα οποία είχε προγραμματίσει να συνοδεύονται από βιογραφία και βιβλιογραφία. Την σχετική έρευνα και την περισυλλογή του σκόρπιου υλικού τις είχε ξεκινήσει από τον μεσοπόλεμο. Ωστόσο, τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους άργησε να τους εξασφαλίσει. Έτσι οι πρώτοι τόμοι της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του, όπως την αποκάλεσε, εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’50. Ανάμεσα στους πρώτους, που ήλκυσαν το ενδιαφέρον του φαίνεται ότι ήταν ο Χατζόπουλος. Ιδεολόγος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, θα πρέπει να αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο προγόνου. Στο τρίτο αφιέρωμα περιοδικού, αυτό της «Νέας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα εικοσάχρονα από τον θάνατό του, ο Βαλέτας εξομολογείται ότι το 1933 είχε γράψει στην χήρα του Χατζόπουλου, ζητώντας βιογραφικές πληροφορίες. Τελικά, η ανταλλαγή επιστολών και κυρίως, η προθυμία της, του έδωσαν την ιδέα να την παροτρύνει να αφηγηθεί τις αναμνήσεις της. Εκείνη, αφοσιωμένη δια βίου στη μνήμη του Έλληνα, καταπώς τον είχε αρχικά βαφτίσει, ένα χρόνο αργότερα του έστειλε “δυο τόμους γερμανικά γραμμένους”. Η πρώτη, αναμφιβόλως καλοπροαίρετη, αυθαιρεσία του Βαλέτα είναι η αλλαγή του τίτλου. Η Χαίγκμαν τιτλοφορούσε τη διήγησή της «Οι αναμνήσεις μου», ενώ εκείνος, στο δημοσίευμα της «Νέας Εστίας», όπου και παραθέτει δυο αποσπάσματα, χρησιμοποιεί τον μάλλον παράταιρο τίτλο «Τα απομνημονεύματά μου». Στη συνέχεια, δεν κατόρθωσε να τηρήσει την υπόσχεση, που της είχε δώσει, δηλαδή να τα δημοσιεύσει ως συνοδευτικά στα Άπαντα Χατζόπουλου, αφού, μέχρι τον θάνατό της (13 Ιουλ. 1952), δεν είχε εξευρεθεί εκδότης.
Από εκεί και ύστερα, τα ίχνη του χειρογράφου μπερδεύονται. Από δυο επιστολές Βαλέτα προς Χαίγκμαν των αρχών του 1937, συνάγεται: Πρώτον, ότι Απρίλιο 1935 της έστειλε το χειρόγραφο μέσω του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου, πρώτου εξάδελφου του Χατζόπουλου. Δεύτερον, ότι το χειρόγραφο δεν έφτασε τότε στα χέριά της. Πολύ αργότερα, μετά το 1960, η Χρυσικοπούλου θυμάται τον Βαλέτα να λέει ότι η κόρη τον κατηγορεί πως παρακράτησε το χειρόγραφο. Επίσης, το 1984, σε επιστολή του προς την κόρη του Χατζόπουλου, της ζητάει επίμονα συνάντηση, καθώς εκείνη δεν έδινε άδεια προς έκδοση των Απάντων Χατζόπουλου και των Απομνημονευμάτων της μητέρας της. Το παράδοξο είναι ότι το 1978, η Σέντα δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα
της αφήγησης της μητέρας της στην Κρίστα Ανεμούδη-Αρζόγλου, που ασχολείται με τα κριτικά κείμενα του Χατζόπουλου, και δυο χρόνια αργότερα, καταθέτει τη μετάφραση ολόκληρου του κειμένου, μαζί με τις σωζόμενες επιστολές Βαλέτα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολλές είναι οι απορίες, που γεννιούνται και τις οποίες συνοψίζει η Χρυσικοπούλου, αφού, προηγουμένως, ερεύνησε επί ματαίω πιθανά αρχεία για τον εντοπισμό του χειρογράφου. Κατά μια εκδοχή, σύμφωνη με όσα υποστήριζε ο Βαλέτας, θα πρέπει το χειρόγραφο να είχε ξεμείνει στα χέρια του Τριανταφυλλόπουλου και να εστάλη στη Σάννυ μετά τις επιστολές του 1937. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός, ότι στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», αφενός μεν δημοσιεύεται μελέτη του Βαλέτα που βιογραφεί τον Χατζόπουλο στηριγμένη στο κείμενό της, όπου την μνημονεύει ως την υπέροχη γυναίκα, που πραγματικά έσωσε το Χατζόπουλο και αφετέρου η ίδια υπογράφει τη μετάφραση των δυο αποσπασμάτων. Οπότε, η κόρη θα πρέπει να ψεύδεται και ο λόγος να είναι η φημολογούμενη αντιπάθειά της για τον Βαλέτα. Κατά την γαλλίδα μεταφράστρια Νικόλ Λε Μπρι, αυτό οφείλεται στην κομμουνιστική ιδεολογία, που φαίνεται να του αποδίδουν. Ενώ, η Χρυσικοπούλου προσθέτει την πληροφορία ότι η Σέντα είχε κάνει δυο γάμους, τον πρώτο με φινλανδό αξιωματούχο και όταν χήρεψε, στη δεκαετία του ’60, με τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα, τον οποίο χαρακτηρίζει ακροδεξιό. Σε κάθε περίπτωση, η Σέντα αρνείτο ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στη μετάφραση του κειμένου της μητέρας της δεν αναφέρεται ότι εκείνος είχε μεταφράσει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου μένει ζητούμενο κατά πόσο πρόκειται για δική της παρέμβαση. Όπως και να έχει, αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή, γιατί σημαίνει ότι μετέφρασε από το πρωτότυπο, το οποίο επιλεκτικά, τρόπον τινά, μπορεί και να λογόκρινε. Γι’ αυτό, πιθανώς, και να μην το παρέδωσε μαζί με το υπόλοιπο αρχείο. Κατά αυτήν την εκδοχή, θα πρέπει να εξαίρεσε και το σώμα των επιστολών Βαλέτα.
Κατά μια δεύτερη εκδοχή, είναι ο Βαλέτας εκείνος που ψεύδεται. Αν, όμως, το γερμανικό χειρόγραφο δεν επιστράφηκε στη Σάννυ, από ποιο χειρόγραφο έγινε η μετάφραση; Ήταν εκείνη τόσο συστηματική, ώστε να κρατήσει αντίγραφο; Εκτός κι αν δεν πρόκειται για μετάφραση, αλλά για κείμενο, που έγραψε η Σέντα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από μνήμης, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο, ότι είχε διαβάσει τη διήγηση της μητέρας της, αφού τη δεκαετία του ’30 είχε τη δική της οικογένεια και πιθανώς, δεν κατοικούσαν ούτε καν στην ίδια πόλη. Το γεγονός ότι διατηρείται η αλληλουχία των γεγονότων, δείχνει την ύπαρξη κάποιου πρωτότυπου κειμένου. Σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό της σημείωμα, είχε ασχοληθεί με τη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας και είχε εκδώσει ποιητικές συλλογές. Άρα, είχε συγγραφικές φιλοδοξίες. Αυτή είναι η δυσάρεστη εκδοχή, γιατί η κόρη, όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν δέκα οκτώ ετών, οπότε διατηρεί λιγοστές αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια και γράφει με βάση διηγήσεις της μητέρας της.
Και στις δυο περιπτώσεις, παραμένει άγνωστη η τύχη του χειρογράφου. Ανάμεσα στα αρχεία που ερεύνησε η Χρυσικοπούλου, δεν αναφέρεται εκείνο της Σέντας, που θα πρέπει να έμεινε στους όποιους κληρονόμους της. Εκεί, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποιο γερμανικό πρωτότυπο, θα σώζονται οι υπόλοιπες επιστολές Βαλέτα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αρχείο Βαλέτα. Σε αυτό, ακόμη κι αν δεν υπάρχει το γερμανικό πρωτότυπο, θα πρέπει να σώζονται επιστολές της Σάννυ, αλλά και κάποια μεταφράσματα βάσει του χειρογράφου. Πιστεύουμε ότι μάλλον δεν δόθηκε η αναλογούσα σημασία στον σκιώδη τρίτο άνθρωπο. Όταν ο Βαλέτας ζητούσε μετά επιμονής τις αναμνήσεις της Σάννυ, θα πρέπει να είχε ήδη κατά νου κάποιον γερμανομαθή φίλο, που θα του τα μετέφραζε προφορικά, γραπτά, εν περιλήψει, επακριβώς, με κάποιο, πάντως, τρόπο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι επέστρεψε το χειρόγραφο, είναι δυνατόν ο ίδιος να μην κράτησε κάποιας μορφής αντίγραφο; Πόσο εύκολο, όμως, ήταν τότε και μάλιστα στη Μυτιλήνη, ένα αντίγραφο γερμανικού χειρογράφου; Ύστερα, υπάρχει η μετάφραση των δυο αποσπασμάτων του αφιερώματος της «Νέας Εστίας». Η Χρυσούλα Σπυρέλη, που συνεισφέρει στο βιβλίο της Χρυσικοπούλου ένα εμπεριστατωμένο μεταθανάτιο χρονολόγιο Χατζόπουλου, το οποίο καλύπτει τα 90 χρόνια από το θάνατό του (1920- 2010), υποθέτει ότι η μετάφραση έγινε από την Σάννυ και ότι πιθανώς να την υπαγόρευσε στον Βαλέτα. Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην ενημερώθηκε για το αφιέρωμα, δεδομένου ότι κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή.

Δυο μεταφραστές
Ο μεταφραστής των αποσπασμάτων της «Νέας Εστίας» είτε έχει ένα γλαφυρό γερμανικό πρωτότυπο είτε εκείνος το μεταπλάθει σε γλαφυρή εξιστόρηση. Αυτό, όμως, το τελευταίο θα μπορούσε να είναι έργο του Βαλέτα, αν δεχτούμε την εκδοχή της Σπυρέλη ότι η μετάφραση από την Σάννυ ήταν προφορική καθ’ υπαγόρευση. Επίσης, θα μπορούσε να ήταν έργο του γερμανομαθή φίλου του. Πάντως, η τελική μετάφραση δεν έχει αντίστοιχες λογοτεχνικές αξιώσεις. Εκείνο που ανησυχεί περισσότερο, είναι η κάποια αοριστία, που παρατηρείται στην τελική μετάφραση, όσο αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, σε σύγκριση με τα πριν δημοσιευμένα αποσπάσματα. Σε ορισμένα σημεία, παρατηρείται τάση να στρογγυλευτούν τα συμβάντα, ενώ δημιουργείται η εντύπωση ότι ο τρόπος, που η γράφουσα περιγράφει τα αισθήματά της είναι σχηματικός. Όπως και να έχει, χάρις στο πρόσφατο βιβλίο, έχουμε μια καθαρότερη εικόνα. Η έρευνα της Χρυσικοπούλου διορθώνει ορισμένες σκόπιμες παραποιήσεις της Σέντας, που, έτσι κι αλλιώς, αποκρύβει πληροφορίες, ενώ φαίνεται και η σημασία του αρχείου Βαλέτα, που οι κληρονόμοι του δεν αξιοποιούν αντίστοιχα. Να προσθέσουμε, ότι, στο πρόσφατο βιβλίο, δημοσιεύεται ένας μεγάλος αριθμός φωτογραφιών, που συνιστούν τεκμήρια για τους δυο κόσμους του συγγραφέα, τον πατρογονικό του Αγρινίου και τον φινλανδικό της συζύγου και της κόρης του.

Εκείνο, που έχει γενικότερο ενδιαφέρον, είναι ότι η μνήμη Χατζόπουλου συντηρείται τις τελευταίες δεκαετίες από τους συντοπίτες του. Δικό τους έργο είναι το Συμπόσιο του 1993, η βραβευμένη μονογραφία του Τάκη Καρβέλη «Κωσταντίνος Χατζόπουλος ο πρωτοπόρος» και το πρόσφατο βιβλίο. Όσο για την αθηναϊκή φροντίδα, περιορίστηκε σε μια αναμνηστική πλάκα στο σπίτι του επί της οδού Μαυρομιχάλη. Όχι, την πολυκατοικία στη γωνία Ισαύρων και Μαυρομιχάλη, σε διαμέρισμα της οποίας έμεινε νιόπαντρος και γεννήθηκε η κόρη του, αλλά στο δεύτερο, που αγόρασε στις αρχές του 1920. Σώζεται, όπως το περιγράφει η αφήγηση: τριώροφο, με ωραία μπαλκόνια. Μόνο που δεν έζησε σε αυτό παρά λίγους μήνες. Στην εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα αναφέρεται αορίστως ότι εκεί έζησε, και επιπλέον, αναγράφεται η εσφαλμένη πληροφορία ότι γεννήθηκε το 1871. Ποιος επωμίστηκε τα βάρη τόσο μεγάλης και αξιοζήλευτης φροντίδας, μένει άγνωστο.
Μάρη Θεοδοσοπούλου

Παρατεινόμενη σύγχυση
Το 1898 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, περιστοιχισμένος από μια ομάδα άλλων νεαρών, εκδίδει το βραχύβιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλλά πρωτοποριακό για την εποχή, λογοτεχνικό περιοδικό «Η Τέχνη». Η ταυτότητα του περιοδικού έχει διττό χαρακτήρα. Αποτελεί βήμα ιδεών της νεαρής τότε σοσιαλιστικής διανόησης και, επίσης, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που υιοθετεί εξαρχής και γράφεται στη δημοτική. Προκαλεί, βεβαίως, οξυμμένες αντιδράσεις από τους τότε συντηρητικούς κύκλους, ιδίως στη χρήση της δημοτικής, Καθόλου παράδοξο. Υπήρχαν οι καθιερωμένες αντιλήψεις επί του γλωσσικού και καθώς το κίνημα του Δημοτικισμού βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα, στις μεταξύ τους αψιμαχίες αντιμετωπίζεται ως απροσάρμοστος προπέτης. Στο κέντροτης διαμάχης βρίσκεται ο Ψυχάρης, ενώ ανάμεσα στους σθεναρούς, που κρατούν τις προφυλακές του κινήματος, βρίσκεται ο Χατζόπουλος. Χαρακτηριστικό, αλλά και εύστοχο, επί του γλωσσικού διχασμού είναι αυτό που γράφει λίγο αργότερα (8/1/1907) σε Γερμανό ελληνιστή φίλο του, ο οποίος του ζητά ετυμολογικές διευκρινίσεις: Μας κατήντησαν και η δημοτική και η καθαρεύουσα ξένες, πηδούμε, σαν τόπια, ανάμεσα σε δυο τοίχους, από τη μια στην άλλη.
Σ’ αυτήν την πρώιμη φάση της γλωσσικής διαμάχης, ένας από τον κύκλο του περιοδικού, ο Κωστής Πασαγιάννης, διατηρούσε πλούσια μαλλιά και γένια. Αυτόν είδε κάποιο βράδυ ο Γιάννης Κονδυλάκης στο καφενείο του Ζαχαράτου, όπου σύχναζαν οι περισσότεροι λόγιοι της εποχής, και δείχνοντάς τον σε φίλους του, τον αποκάλεσε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το επίθετο, υπερβαίνοντας τις αρχικές προθέσεις του Κονδυλάκη, γενικεύτηκε. Έγινε μόδα στο στρατόπεδο των καθαρολόγων και κατέληξε σε συνώνυμο του χυδαϊστής ή ψυχαριστής. Χωρίς καμία αναστολή το υιοθέτησαν αργότερα στην πολεμική τους και οι ίδιοι οι δημοτικιστές, κυρίως από το στενό περιβάλλον του ΝΟΥΜΑ, μετριάζοντας με τη χρήση τον χλευαστικό του τόνο. Έτσι, από ένα τυχαίο συμβάν και μια έμπνευση της στιγμής, που μοιάζουν με παραφιλολογία, προέκυψε και έχει γραμματολογικά κωδικοποιηθεί, μαζί με τα παράγωγα, ο πιο γνωστός χαρακτηρισμός του Δημοτικισμού. Αντιθέτως, το ίδιο το συμβάν και ο ονοματοθέτης έχουν βυθιστεί στην αφάνεια. Λογικό, αφού στη λογοτεχνία, όπως και οπουδήποτε αλλού, υπάρχει ο σκοτεινός βυθός.
Κατά δαιμονική σύμπτωση, - αυτό όχι παραφιλολογία αλλά φιλολογικό ζητούμενο - την ημέρα που η ελληνική λογοτεχνία πενθεί το θάνατο του Κονδυλάκη (25/7/1920), με κάποιες ώρες διαφορά προς τα πίσω (24/7), πενθεί και το θάνατο του Χατζόπουλου. Εκείνος απεβίωσε εν πλώ προς Ιταλία και ενταφιάσθηκε πρόχειρα στο Μπρίντιζι. Οι ασχολούμενοι με τον Χατζόπουλο, όσους τουλάχιστον ελέγξαμε, δέσμιοι των Απομνημονευμάτων της συζύγου του, πέφτουν στην επικίνδυνη παγίδα Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, καταχωρώντας ως ημερομηνία θανάτου την παραδιδόμενη από εκείνη: 5 Αυγ. 1920. Έχει άραγε αυτό καμιά αξία; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται. Εάν, πάντως, γίνει αποδεκτή, τότε ο Χατζόπουλος απεβίωσε μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών(28/7), μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι (30/7) και μετά τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη στην Αθήνα (31/7). Όλα, δηλαδή, αυτά τα βαρυσήμαντα γεγονότα, τα οποία έχουν προηγηθεί του ξαφνικού θανάτου του, μένουν, σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα, αδιάφορα και ασχολίαστα από τον Χατζόπουλο. Είναι μεν προφανές, αλλά, όπως φαίνεται, όχι αυτονόητο. Ή, λοιπόν, όλα παρατάσσονται σε αρμονική αλληλουχία με το Παλαιό ημερολόγιο ή, διαφορετικά, ... ανάστα ο Κύριος σε όσα έχουν συμβεί πριν και μετά θάνατον. Εάν, μάλιστα, προς γενικότερο συσχετισμό τον τοποθετήσουμε στο κέντρο, μεταξύ αυτών που προηγούνται και εκείνων που έπονται του θανάτου, τότε η σύγχυση επιτείνεται. Όλα διαταράσσονται και η αντιστοιχία Χατζόπουλου με τα συμφραζόμενα της εποχής καταλήγει παραπλανητική. Πρόκειται, βέβαια, για ακούσιο λάθος. Παρόλα αυτά, καλό είναι να μη διαιωνίζεται, τουλάχιστον στις τάξεις των φιλολογούντων. Το ίδιο, επίσης, σε κάθε είδους ημερολογιακές πληροφορίες. Για παράδειγμα, θα λέγαμε κραυγαλέας ανακρίβειας, η Χαίγκμαν αναφέρει στα Απομνημονεύματα ως θεατρική πρεμιέρα του Φάουστ, έργο υποδειγματικής μετάφρασης από τον Χατζόπουλο, την 18η Δεκ. 1904. Είναι, ωστόσο, εξακριβωμένο ότι η επίσημη ή πανηγυρική παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο δόθηκε νωρίτερα, 27 Νοε. του ιδίου έτους, ενώ ως πρώτη παράσταση καταγράφεται εκείνη της 20ης Νοε. Συνεπώς, όλες οι πληροφορίες πρέπει να ελέγχονται προς εξάλειψη πιθανών λαθών, πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις όπως αυτή του Χατζόπουλου, που δεν έχει βιβλιογραφικά διερευνηθεί όσο της αναλογεί ως λογοτεχνικό ανάστημα.
Χατζόπουλου θέλοντος, μπορεί να επανέλθουμε.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 29/4/2012
Το άρθρο είναι καταχωρημένο εδώ:
http://maritheodo.blogspot.com/2012/05/blog-post.htm
l

 

*  Η Μάρη Θεοδοσοπούλου απεβίωσε τον Αύγουστο του 2016