Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Έχω ξαναμιλήσει για το άκρως ενδιαφέρον - και δυσεύρετο - βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996). Ένα θέμα που δεν έχει αναλυθεί αρκετά είναι η διαφορετική κατεύθυνση που πήρε με το πέρασμα του χρόνου η αρχικά παράλληλη ιδεολογική πορεία των δύο αδελφών Κώστα και Δημήτρη. Από τον άκρατο νιτσεϊσμό και ελιτισμό της εποχής της “Τέχνης” και του “Διόνυσου” μετά από δέκα σχεδόν χρόνια οι αδελφοί Χατζόπουλοι βρέθηκαν απόστολοι της κοινωνικής ισότητας και αλλαγής, με διαφορετική βέβαια απόχρωση ο ένας από τον άλλο. Το απόσπασμα από το βιβλίο του Γκιόλια που παραθέτω εξιστορεί τη γένεση του ενδιαφέροντος των Χατζόπουλων για το “κοινωνικό πρόβλημα”, περιγράφει το πέρασμά τους στη σοσιαλιστική ιδεολογία και αναλύει με κάθε λεπτομέρεια την κατοπινή τους διαφοροποίηση.
Γ.Χ.

Δημήτριος Χατζόπουλος

Από το βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996).

Ο Κώστας Χατζόπουλος σε αναφορά με άλλες εργατοσυνδικαλιστικές και κοινωνιστικές κινήσεις
Η «Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις» και ο Δημήτριος Χατζόπουλος. Ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των δυο αδελφών

... Μεγάλη επιρροή αποκτά στη θεωρία και την πρακτική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος κατά την πρώτη δεκαετία του K' αιώνα ο αναρχοσυνδικαλισμός. Πρόκειται για ένα ρεύμα, που αναπτύσσεται και διαμορφώνεται πάνω στις επαναστατικές παραδόσεις του προυντονισμού, του μπλανκισμού και του μπακουνισμού. Μετά τη Συνδιάσκεψη και τον περίφημο Χάρτη της Αμιένης (Charte d’Amiens) του 1906, ο αναρχοσυνδικαλισμός οργανώνει επίθεση εναντίον του μαρξισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, κερδίζοντας την ιδεολογική υπεροχή στο διεθνές εργατικό κίνημα[1]. Ο σημαντικότερος θεωρητικός του εκπρόσωπος την εποχή αυτή είναι ο George Sorel, που εξακολουθεί ωστόσο να ονομάζει τον εαυτό του μαρξιστή[1].
Τί ακριβώς πρεσβεύει ο αναρχοσυνδικαλισμός; Καταρχήν στηρίζεται απόλυτα στα συνδικάτα. Υποστηρίζει πως το μεγάλο όπλο για την ανατροπή του καπιταλισμού είναι η γενική απεργία[1], απορρίπτοντας την πολιτική και κοινοβουλευτική δράση. Αποδίδει μεγάλη σημασία στην αξία της λεγόμενης «μαχητικής μειοψηφίας», δηλαδή των μικρών θαρραλέων ομάδων, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Θεωρεί πως τα συνδικάτα θα είναι οι παραγωγικές οργανώσεις και στη μελλοντική κοινωνία. Κηρύσσει το σύνθημα «καμιά πολιτική στα συνδικάτα». Αποδοκιμάζει τα πολιτικά κόμματα και τη συμμετοχή στις εκλογές και στα κοινοβούλια. Τέλος καλλιεργεί τη δυσπιστία προς τους πολιτικούς αγώνες και αναγορεύει τους συνδικαλιστές ως μόνους ποδηγέτες της κοινωνίας[1].
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, γέννημα και θρέμμα πρωτίστως του γαλλικού εργατικού κινήματος, έχει και στην Ελλάδα τις απηχήσεις του. Εισηγητής της συνδικαλιστικής θεωρίας και πράξης στο ελληνικό εργατικό κίνημα θεωρείται κατά την εποχή αυτή ο Δημ. Χατζόπουλος, μικρότερος αδερφός του Κώστα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ο Δημ. Χατζόπουλος από τους συγχρόνους του κοινωνιστές ιδεολόγους ως «αρχισυνδικαλιστής»[2]. Τη συμπάθειά του προς τον συνδικαλισμό ο Δημ. Χατζόπουλος δείχνει από τη νεαρή του ακόμα ηλικία.
Σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Άστυ του 1894, ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται διεξοδικά με τα εργατικά επαγγέλματα της ελληνικής πρωτεύουσας, τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, τα προβλήματα στέγασης και διατροφής των εργατών, τα σωματεία, τις απεργίες. Επίσης καταγράφει κάποια πολύτιμα στατιστικά στοιχεία για τα αθηναϊκά εργοστάσια, τους εργάτες και τις εργάτριες ορισμένων κλάδων, τα ημερομίσθια, την παραγωγή, ενώ αναφέρεται και στην ιστορική εμφάνιση μερικών επαγγελμάτων. Και είναι τότε ο Δημ. Χατζόπουλος μόλις είκοσι δύο ετών. Πολλά από τα στοιχεία αυτά χρησιμεύουν ως γνωσιακό υλικό για το εργατικό κίνημα και στον Κώστα Χατζόπουλο.
Ιδιαίτερη συμπάθεια εκδηλώνει ο Δημ. Χατζόπουλος για τους τυπογράφους, που αρκετοί είναι «σοσιαλισταί» και οι «περισσότερον ανεπτυγμένοι» από τους άλλους εργάτες, ενώ εξαίρει τη σωματειακή τους οργάνωση και τον απεργιακό τους αγώνα για την αύξηση «κατά 50% του ημερομισθίου των»[3]. Για τους σιδεράδες γράφει πως εργάζονται από το πρωί ίσαμε το βράδυ και «ζουν και τρέφονται» με μεγάλες στερήσεις. Σε κάθε εργαστήριο απασχολούνται 5 περίπου εργάτες, ενώ τα ¾ του συνόλου τους έχουν «πολυμελείς οικογενείας». Τα σιδεράδικα δεν είναι δικά τους, αλλά τα ενοικιάζουν με πολύ υψηλό μίσθωμα[4].
Ανάλογη είναι η κατάσταση των εργατών και στα επιπλοποιεία. Στην Αθήνα, λέγει ο Δημ. Χατζόπουλος, υπάρχουν 15 επιπλοποιεία, που μερικά έχουν ατμοκίνητα μηχανήματα και απασχολούν 1.500 εργάτες με ημερομίσθιο για τους εξειδικευμένους 7 δραχμές. Επίσης υπάρχουν 10 ταπετσαρίες και 2.000 μαραγκοί με ημερομίσθιο 4 δραχμές. Όλοι αυτοί εργάζονται «καθ’ όλην την ημέραν» και ζουν πολύ «στενοχωρημένα»[5], ενώ δεν είναι οργανωμένοι σε επαγγελματικούς «συνδέσμους» για να πιέζουν την εργοδοσία προς αύξηση των αποδοχών τους.
Εξίσου ζωηρά ενδιαφέρουν τον Δημ. Χατζόπουλο και οι εργάτες στα μαρμαράδικα. Στην Αθήνα υπάρχουν 5 μεγάλα μαρμαρογλυφεία, που απασχολούν 300 εξειδικευμένους τεχνίτες. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαρμαρογλυφία ανέρχεται σε 500.000 δραχμές. Επίσης στα λατομεία μαρμάρων εργάζονται 500 εργάτες, που κατοικούν σε ανθυγιεινά «υπόγεια» και τρώγλες, πληρώνοντας μηνιαίο μίσθωμα ως 20 δραχμές. Κι εδώ ο χρόνος εργασίας μετριέται με το μήκος της ημέρας[6].
Όσο για τη βιομηχανία της υποδηματοποιίας, αυτή τονίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ακμάζει πραγματικά, αλλά η κατάσταση των εργατών δεν είναι καλύτερη. Στα μεγάλα καταστήματα εργάζονται 40-45 εργάτες και 15 εργάτριες, που «πληρώνονται κατ’ αποκοπήν». Το ημερομίσθιο για τους τεχνίτες σανδαλοποιούς είναι 4-5 δραχμές, ενώ για τους τσαρουχάδες 2,30 δραχ. Οι υποδηματοποοί ιδρύουν το 1848 το σωματείο τους, που τώρα αριθμεί 600 μέλη. Το 1858 κάνουν την πρώτη απεργία τους, ενώ το 1882 τη δεύτερη, που κρατάει δυο μήνες[7].
Για τα πολυάριθμα εργατικά ατυχήματα, επισημαίνει ο Δημ. Χατζόπουλος, δεν λαμβάνεται καμιά πρόνοια ή προστασία. Τραγική είναι η κατάσταση των οικοδόμων, που τραυματίζονται κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Εγκαταλείπονται χωρίς ιατρική περίθαλψη, αποζημίωση ή σύνταξη και ζουν «επαιτούντες»[8]. Ασύδοτη εξάλλου είναι η εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας στους διάφορους τομείς της παραγωγής. Στα εργαστήρια της «λαιμοδετοποιίας» απασχολούνται ως εργάτριες πολλές ώρες την ημέρα κορίτσια των 7 ετών[9].
Επίσης ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται με τους εργάτες και τις εργάτριες και σε άλλους τομείς: Στα κιβωτοποιεία[10], στα καπελλάδικα[11], στα κουρεία[12], στα γαλακτοπωλεία[13], στα κρεοπωλεία[14], στη μυροποιία[15], στη ζαχαροπλαστική βιομηχανία[16], στα βιβλιοδετεία[17]. Για όλες αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων ο νεαρός Δημ. Χατζόπουλος μιλάει με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Τα κείμενά του, που διακρίνονται και για την ποιότητα του λόγου, δείχνουν ακόμα μια ψυχική επαφή με το αντικείμενό του, πέρα από την κοινωνική προσέγγιση και τη γνωσιακή του ενημέρωση για τα εργατικά επαγγέλματα.
Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που συγκομίζει ο Δημ. Χατζόπουλος από τη μελέτη της ζωής και των προβλημάτων των Ελλήνων εργατών, αποτελούν ως ένα βαθμό τις πρώτες καταβολές για την κατοπινή ιδεολογική του πορεία. Όταν ο ίδιος μεταβαίνει αργότερα στη Γερμανία, έχει ήδη μια συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Έτσι έλκεται ευκολότερα προς τον σοσιαλισμό. Μελετάει διάφορα μαρξιστικά κείμενα και οι άμεσες γνώσεις του από «τάς εργαζομένας Αθήνας» αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας κοινωνιστικής αντίληψης. Κατά την παραμονή του στο Βερολίνο, το 1910, ο Δημ. Χατζόπουλος δραστηριοποιείται στους κόλπους του εργατικού συνδέσμου Πρόοδος, κάνοντας διαλέξεις περί συνδικαλισμού και σοσιαλισμού.
Ο ιδεολογικός δρόμος που ακολουθεί ο Δημ. Χατζόπουλος έχει το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης τάσης μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Όταν ο Γιαννιός προτείνει στον Κώστα Χατζόπουλο να έρθει και να μπει επικεφαλής για τη συγκρότηση του ΣΚΑ, εκείνος του συστήνει τον Ιανουάριο του 1911 ως συνεργάτη τον αδερφό του, που προετοιμάζεται να κατέβει από το Βερολίνο στην Ελλάδα. Η σύσταση όμως ενέχει και μια ουσιαστική επιφύλαξη, γιατί ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό: «Όταν πρότεινες να κατέβω εγώ στη θέση σου, έγραψα του αδερφού μου στο Βερολίνο αν το αποφασίζει αυτός. Φαίνεται θα κατέβει τον άλλο μήνα. Μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Πώς αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό δεν ξέρω» (Β, α, 20).
Το θέμα μένει σ’ εκκρεμότητα. Ύστερα από δυο μήνες, τον Μάρτιο του 1911, ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και πάλι από το Μόναχο: «Μεθαύριο προσμένω και τον αδερφό μου να περάσει αποδώ κατεβαίνοντας αυτού. Θα του πω ό,τι πρέπει. Έχω τρία χρόνια να τόνε δω και δεν ξέρω πως θα τόνε βρω» (Β, α, 21). Προς τον ίδιο σκοπό ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και στον Σπύρο Μελά, συντάκτη του Χρόνου, καθώς και σε άλλους λογίους των Αθηνών (Β, α, 21).
Όταν τον Μάιο του 1911 συγκροτείται το ΣΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αδερφού του. Ο ίδιος όμως είναι ήδη προσανατολισμένος στη συνδικαλιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Τον ίδιο χρόνο αποχωρεί από το ΣΚΑ και ιδρύει την Σοσιαλιστικήν Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν (ΣΣΟ), κατά το πρότυπο του γαλλικού ερβεϊσμού. Στην κίνηση εντάσσονται ο Σπ. Μελάς, ο δημοσιολόγος Άριστος Αρβανίτης, ο Ηρ. Αποστολίδης, ο τυπογράφος Ιωσήφ και κάποιοι άλλοι, που αυτονομούνται από το ΣΚΑ και υποστηρίζουν αποκλειστικά τη συνδικαλιστική πορεία του εργατικού κινήματος.
Το ιδεολογικό πρόταγμα για τον Δημ. Χατζόπουλο αποτελεί η επαγγελματική οργάνωση των εργατών, αρχή που προτάσσουν και οι Ευρωπαίοι θεωρητικοί του συνδικαλισμού. Σε δυο ομιλίες του, που οργανώνονται από την Εταιρία των Γραμμάτων, ο Δημ. Χατζόπουλος αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τον σοσιαλισμό και τους δυο δρόμους για την πραγματοποίησή του: Ο πρώτος είναι με «το μέσο της πολιτικής αντιπροσωπείας στις διάφορες Βουλές». Ο δεύτερος δρόμος βασίζεται στη δύναμη των συνδικάτων και την αγωνιστικότητα των εργατών. Κι αυτό κρίνεται ως «στοιχείο απαραίτητο για το μη λοξοδρόμημα της Ιδέας σε αστικές στράτες»[18]. Και βεβαίως ο Δημ. Χατζόπουλος προκρίνει τον δεύτερο δρόμο.
Ως εκπρόσωπος των Ελλήνων «συνδικαλιστών» της εποχής, ο Δημ. Χατζόπουλος έγραφε σε υψηλούς τόνους: «Ο συνδικαλισμός κατέκτησε την Γαλλίαν, την Ιταλίαν και συναντά πεισματικήν αντίδρασιν εις τάς γερμανικάς χώρας». Ο ίδιος εκτιμούσε ότι «ο επιστημονικός σοσιαλισμός του ΙΘ́ αιώνος υπήρξεν η τραγικωτέρα κωμωδία της ζωής κατά τους τελευταίους χρόνους». Γι’ αυτό και «οι εργάται έπαυσαν να πιστεύουν εις αυτόν». Έτσι «προήχθη το συνδικάτον», που «επέτυχε το ακατόρθωτον, να δημιουργήση μεταξύ των εργατών πλήρεις επαναστατικάς συνειδήσεις, από τα πλήθη, από τον όχλον»[19].
Αποσαφηνίζοντας περισσότερο τις θέσεις του για την τακτική και την ουσία του συνδικαλισμού, ο Δημ. Χατζόπουλος τόνιζε επιπλέον: «Δια να κατανικήση ο εργάτης τον εχθρόν του, το κεφάλαιον, δεν χρειάζεται εμμέσους μεθόδους, αλλά την άμεσον δράσιν, την γενικήν απεργίαν, την αυτοκινητοποίησιν της εργατικής τάξεως […]. Ο συνδικαλισμός κατά τούτο αντιτίθεται του σοσιαλισμού, ότι ζητεί την πίστιν, ενώ εκείνος την ξυραφίζει· ο συνδικαλισμός κατά τούτο συνταυτίζεται με τον χριστιανισμόν, ότι είναι μυστικοπάθεια και αντιτίθεται αυτού ως μέσον ενεργείας, θέλει την αμείλικτον πάλην αντί της απεριορίστου αγάπης»[19].
Αναγνωρίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ότι από τον «αρχαιοτάτον ιστορικόν βίον», ο «τρόπος παραγωγής εκάστης κοινωνίας κανονίζει και τον βαθμόν, την έντασιν και την έκτασιν της πάλης των τάξεων». Το κράτος «απομένει μια ρητή εκδήλωσις της βίας της κρατούσης τάξεως επί των λοιπών τάξεων». Επικαλούμενος τις επιστολές του Engels, γράφει πώς «ο ιστορικός υλισμός δεν είναι το ασφαλές κλειδί» για την κατανόηση του «πολυσυνθέτου φαινομένου της ιστορίας του κόσμου». Το «οικονομικόν αίτιον παίζει σημαντικόν ρόλον εις την ιστορίαν», αλλά υφίσταται και τούτο ποικίλες «επιδράσεις πολιτικών, θρησκευτικών, κλιματολογικών, γεωγραφικών, πατριωτικών, ψυχικών, πνευματικών, ηθικών συλλήβδην αιτίων», που οδηγούν αναπόφευκτα «τους εργάτας εις ταξικάς
συγκρούσεις»[20].
Οι διάφορες τάσεις του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού εναντίον της πολιτικής δράσης και των κοινοβουλευτικών θεσμών διαχύνονται και σε άλλα στελέχη της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Ο Σπ. Μελάς γράφει για τον ρόλο των «συνδικαλιστικών μειοψηφιών» και τον «χρεωκοπημένον κοινοβουλευτισμόν». Τονίζει πώς οι συνδικαλιστές είναι «μια μειοψηφία εκλεκτών, οι οποίοι άλλο δεν περιμένουν παρά την ευκαιρίαν ν’ ανατρέψουν από τα θεμέλια, μ’ έναν βίαιον τιναγμόν, μ’ ένα ηρωικόν κίνημα το σάπιον οικοδόμημα της παλαιάς κοινωνίας». Κι αυτοί «οι σοσιαλισταί βουλευταί δεν είναι κατά βάθος παρά μετημφιεσμένοι αστοί, εκμεταλλευταί του εργάτου πολύ χειρότεροι». Οι συνδικαλιστές αποτελούν μειοψηφία και «δια τούτο είναι βέβαιοι δια την νίκην. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα υπήρξαν έργα των μειοψηφιών»[21].
Από την πλευρά του ο Ηρ. Αποστολίδης, ενταγμένος επίσης στην ίδια οργάνωση, εκφράζει ανάλογες αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις. Δηλώνει πως είναι «συνδικαλιστής» και «αριστερός» μ’ αυτή τη σημασία: «Παντού υπήρξα αριστερός, συνδικαλιστής, άκαμπτος, αδιάλλακτος, ασυμβίβαστος, στραβόξυλο. Σοσιαλαρχηγός μόνον δεν υπήρξα ποτέ, αλλά, τουναντίον, παντού και πάντοτε εκαλλιέργησα την δυσπιστίαν κατά των διανοουμένων κατεργαρέων, ως μόνην εξασφαλίζουσαν τους εργάτας από πάσης εκμεταλλεύσεως»[22].
Οι αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, που επιζητούν ερείσματα στο ελληνικό εργατικό κίνημα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική θεώρηση του Κώστα Χατζόπουλου για τον σοσιαλισμό. Αυτό εξάλλου και τον διαφοροποιεί σε βάθος από τις ιδεολογικές θέσεις του αδερφού του για το εργατικό κίνημα. Είναι άλλωστε γνωστή η καταδικαστική θέση του Κώστα Χατζόπουλου για τον «αστικοαναρχικό σοσιαλισμό του Προυντόν» (Α, 12). Ο ίδιος όμως ο Κώστας Χατζόπουλος αποφεύγει εξαιτίας του αδερφού του την ανοιχτή συζήτηση ή αντιπαράθεση με τους «συνδικαλιστές» των Αθηνών.
Όταν ο γραμματέας του ΣΚΑ ζητάει από τον Κώστα Χατζόπουλο μια δημόσια δήλωση αποδοκιμασίας κατά της «Συνδικαλιστικής Οργανώσεως» του αδερφού του, εκείνος του απαντάει πως τα ζητήματα αυτά δεν λύνονται με τέτοιο τρόπο: «Και το λες σοβαρά πως μια δική μου δήλωση “θα σάρωνε” το συνδικαλισμό του αδερφού μου; Αν είμουνα αυτού και λάβαινα, όπως και θα γινότανε, μέρος στην κίνησή σας βέβαια, θα’ρχόμουνα σε σύγκρουση με τον αδερφό μου. Μα από δω, όσο μάλιστα δεν ξέρω τίποτε θετικότερο για την ενέργειά του, δεν έχω διαβάσει ούτε λέξη από όσα γράφει, πώς να βγω στη μέση σα μανιτάρι που δεν το φύτεψε κανείς» (Β, α, 32).
Σε άλλη απάντησή του προς την ηγεσία του ΣΚΑ, ο Κώστας Χατζόπουλος δίνει το γενικότερο στίγμα για τον ρόλο του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού και την πολεμική του κατά του κοινοβουλευτισμού: «Οι καθαροί σοσιαλιστές έχουνε τη μεγαλύτερη πολιτική προσοχή των στην κατάχτηση του κοινοβουλίου. Εκείνοι που πολεμούνε τον κοινοβουλευτισμό είναι οι συντικαλιστές, που στη Γαλλία λ. χ. κάνουνε προπαγάντα στους εργάτες να μην ψηφίζουνε, με την ιδέα πως το ανακάτωμα στην πολιτική διαφτείρει τους χαρακτήρες. Εδώ στη Γερμανία η συνδικαλιστική κίνηση δεν παίζει απόλυτα κανένα πραχτικό ρόλο» (Β, α, 36).
Με τις απαντήσεις του αυτές ο Κώστας Χατζόπουλος τοποθετείται ουσιαστικά απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του αδερφού του. Αντίθετα προς την εδραίωση των πολιτικών μορφών οργάνωσης του εργατικού κινήματος, η «συνδικαλιστική» κίνηση του Δημ. Χατζόπουλου ακολουθεί τη δική της ανεδαφική κατεύθυνση, που τροφοδοτείται από τα ομόλογα ρεύματα των χωρών της λατινικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και δεν βρίσκει απήχηση σε πλατύτερα εργατικά στρώματα. Δραστηριοποιείται στις ιδεολογικές παρυφές του εργατικού κινήματος.
Ορισμένες φορές η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις επιχειρεί και δυναμικές παρεμβάσεις στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όχι σπάνια τα μέλη της λύνουν με καρεκλιές τις διαφορές με τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Όταν ιδρύεται το ΕΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος προβαίνει ήδη σε μια ανάλογη ενέργεια. Συγκεντρώνει τους οπαδούς του συνδικαλιστές κι αποφασίζουν να εισβάλουν βιαίως στην αίθουσα των εργασιών, με σκοπό ν’ αποδοκιμάσουν την υιοθέτηση της πολιτικής του «κρατικού σοσιαλισμού» από τους Φιλελευθέρους. Εμποδίζεται όμως η είσοδός τους και τελικώς αποσοβούνται τα επεισόδια.
Απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του Δημ. Χατζόπουλου, το ΣΚΑ αντιτάσσει τη θέση ότι μόνο με την «πολιτική οργάνωση» είναι δυνατή η ποδηγέτηση των εργατών και η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα «νύχια του κεφαλαιοκρατισμού»[23]. Πρόκειται για θέση που ο Κώστας Χατζόπουλος καλλιεργεί ήδη από το 1908 στο ελληνικό εργατικό κίνημα (Α, 3). Στο πλαίσιο της «συνδικαλιστικής σχολής» κινείται ο Δημ. Χατζόπουλος κι ως πρόεδρος του σωματείου των δημοσιογράφων[24]. Τέλος ο ίδιος, αφού επαναβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του[25], απόσύρεται από την ενεργό δράση, διατηρώντας πάντοτε τον τίτλο του «αρχισυνδικαλιστή» στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Σημειώσεις
[1] W. Z. Foster, Ιστορία ΠΣΚ, σσ.155-157, 192-193, 201-202. Του Ίδιου, Τρείς Διεθνείς σσ.200-202.
[2] Ν. Γιαννιού, Απάντηση. «Σοσιαλιστικά Φύλλα», τχ 10 (Νοέμβρ. 1916), σ. 17. Πρβλ. «Νουμάς», φ. 696 (8.8.1920), 91.
[3] «Το Άστυ», φ. 1160 (16.2.1894), 1-2.
[4] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Σιδηρουργεία και σιδηρουργοί. «Το Άστυ», φ. 1144 (31.1.1894), 1.
[5] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Επιπλοποιοί, μαραγκοί και καθεκλοποιοί. «Το Άστυ», φ. 1145 (1.2.1894), 1-2.
[6] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μάρμαρα και μαρμαράδες. «Το Άστυ», φ. 1146 (2.2.1894), 1-2.
[7] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Υποδηματοποιοί, σανδαλοποιοί, τσαρουχάδες. «Το Άστυ», φ. 1151 (7.2.1894), 2.
[8] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οι κτίσται και η τοιχοποιΐα. «ΤοΆστυ», φ. 1162 (18.2.1894), 1-2.
[9] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η λαιμοδετοποιΐα. «Το Άστυ», φ. 1157 (13.2.1894), 1-2.
[10] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οργανοποιοί, κιβωτοποιοί και φερετροποιοί. «Το Άστυ», φ. 1165 (21.2.1894), 2.
[11] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Καπελλάδικα και καπελλάδες. «Το Άστυ», φ. 1170 (26.2.1894), 1-2.
[12] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Κουρεία και κουρείς. «Το Άστυ», φ. 1172 (28.2.2894), 1-2.
[13] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Γαλακτοπωλεία και γαλακτοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1174 (2.3.1894), 1-2.
[14] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η αγορά των Αθηνών, κρεοπωλεία και κρεοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1191 (19.3.1894), 1 και φ. 1192 (20.3.1894), 2.
[15] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μυρεψοί και μυροποιεία. «Το Άστυ», φ. 1198 (26.3.1894), 1-2.
[16] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Ζαχαροπλαστεία και ζαχαροπλάσται. «Το Άστυ», φ. 1201 (29.3.1894), 1-2.
[17] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Λιθογράφοι και βιβλιοδέται. «Το Άστυ», φ. 1156 (12.2.1894), 1-2.
[18] Επιθεωρητή {=Ρ. Γκόλφη}, Κοινωνικές ομιλίες. «Νουμάς» 9 (1911), σ.269. Πρβλ. Μάρκου Αυγέρη, Οι σοσιαλισταί και αι εν Ελλάδι αλήθειαι. «Γράμματα» 1
(1911-1912), σσ.317-321.
[19] Δ. Χατζόπουλου {=Μποέμ}, Σοσιαλισμός και συνδικαλισμός. «Καιροί», φ. (14.5.1914), 1.
[20] Δ. Χατζόπουλου, Σκέψεις επί της οργανώσεως της εργαζομένης αστικής τάξεως. «Νεοελληνική Επιθεώρησις» 3 (1919), σσ.90-96.
[21] Σπ. Μελά, Συνδικαλισταί. «Χρόνος», φ. (11.2.1912), 1. Πρβλ. του Ίδιου, Κοινωνία και Βουλή, «Χρόνος», φ. (7.11.1912), 1· Οι εκμεταλευταί, «Χρόνος», φ.
(30.5.1912), 1· Μάθημα προς εργάτας, «Χρόνος», φ. (15.12.1912), 1.
[22] «Άμυνα», φ. (21.8.1920), 1 {«Δια τον κ. Πετσόπουλον»}.
[23] «Νουμάς» 13 (1915), 12 {«Δυο ομιλίες»}.
[24] «Σοσιαλιστικά Φύλλα», φ. 10 (1916), σ. 17.
[25] «Νεοελληνική Επιθεώρησις», 3 (1919), σσ.90-96.

Πηγή:

https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=115:%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82&catid=17&Itemid=173