Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβρίου 1922

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ

Τον καϋμένον τον μικροπωλητήν. Μας τον επαναφέρουν πάντοτε αι μεγάλαι αυταί ετήσιαι εορταί εις την άκρην του πεζοδρομίου των εμπορικών δρόμων, όπου στήνη την μικρούλαν εξέδραν του, όπου φέρη το καρροτσάκι του. Την νύκτα οι σκελετοί εκείνοι ομοιάζουν με τους χειμερινούς γυμνούς κλάδους των δένδρων. Η βροχή πλένει τα φύλα των και ο άνεμος τα συγκλονίζει. Κάποτε η νυκτερινή θύελλα ανατρέπει τα πρόχειρα ξύλινα κατασκευάσματα, αλλά την πρωϊαν ανασυντίθενται, μεταβάλλονται εις πολυχρώμους πύργους. Έχουν πανηγυρικόν τον στολισμόν των. Το τι δεν έρχεται και δεν εκτίθεται υπό του ψιλικατζή εις τον βοώντα και κραυγάζοντα εμπορικόν δρόμον. Μία πλημμύρα ειδών χρησίμων και διακοσμητικών, χρειωδών απαραιτήτων και παιγνιδιών ποικίλων. Ο μικροπωλητής των μεγάλων εορτών είναι βαθύς γνώστης των λαϊκών αναγκών, πόθων, ελπίδων. Έχει ψυχολογήση όλας τας ηλικίας, που θα περάσουν ενώπιόν του, το ευρύ κύμα των αγοραστών που γεμίζει τον εμπορικόν δρόμον, που δεν δύναται να χωρέση εις όλα τα καταστήματα, που ό,τι και αν αγοράσει εις αυτά, πάντοτε θα σταματήση εις μίαν εξεδρούλαν, εις ένα καρροτσάκι προ του πεζοδρομίου, διότι κάτι θα ελησμόνησε. Εκεί ο υπαίθριος πωλητής του το προσφέρει πρόθυμα, συγκαταβατικά με ρητορείαν σαγηνευτικήν: “Πάρτε κυρίαι και κύριοι. Τζάμπα ό,τι και αν πάρετε. Ορίστε, παρακαλώ.” Όσον αδιάφορον και αν κινήται το πλήθος ενώπιον των προχείρων αυτών πρατηρίων, πολλοί, περισσότεροι αφ’ όσον μπορούν να σταθούν εις τον στενόν χώρον, θα σταματήσουν. Σώματα σκύβουν επί των χύδην εκθεμάτων, χέρια απλώνονται, πιάνουν, ψηλαφούν, επιθεωρούν, εκλέγουν. Ο αγοραστής είνε ελέυθερος να αναστατώση τα πάντα, να βυθίση το χέρι του εις το εσωτερικόν βάθος των σωρών, να υποβάλη κάθε είδος εις τον αυστηρώτατον έλεγχον. Όρασις και αφή εργάζονται εκεί επί ώρας. Έχουν ως υπόκρουσιν την μελωδικήν διαλάλησιν του πωλητού. Καρδερίνα μπορεί να βραχνιάση, όχι όμως και αυτός. Ομιλεί, ρητορεύει, ψάλλει από την ογδόην πρωϊνήν έως την ογδόην εσπερινήν. Δωδεδάωρος εργασία λάρυγγος. Όσον και να πληρώσετε τα εμπορεύματά του, πάντοτε θα του μείνετε χρεώστης. Είνε ο πανηγυρικώτερος τόνος των μεγάλων λαϊκών εορτών εις ήχον, εις χρώμα επίσης. Που πηγαίνει και βρίσκει όλην την αφθονίαν των εντατικών χρωμάτων. Παραδείσιον πτηνόν είνε το καρροτσάκι του. Μπορεί να είνε απλά, κοινά, χονδρά, βάναυσα, - αλλά τι είνε λεπτότερον σήμερα, - τα εκτιθεμένα, τα χρώματά των όμως είνε ζωηρά. Γνωρίζει να είνε ο πλουσιώτερος κολλορίστας. Δεν τον ενδιαφέρει το πως θα είνε, αλλά γνωρίζει, ότι μιά λαϊκή χρωμολιθογραφία σταματά περισσότερους θεατάς αφ’όσον ένας Τιέπολο, ένας Βερονέζε, ένας Τισιανός. Οι πτηνοθήραι στήνουν το βαλσαμωμένον γαρδέλι των, αυτός την εμπορικήν πολυχρωμίαν του. Δεν μαγνητίζει μονάχα το φείδι τα πουλάκια, που σαστισμένα φέρονται προς το στόμα του, αλλά και το εμπορικόν καρροτσάκι του μικροπωλητού εις τον εορταστικόν δρόμον. Περνά από εκεί η συνοικία, το χωριό, η επαρχία, το νησί, η Ανατολή, όλη η αδίστακτος διάθεσις προς το φαντακτερόν χρώμα. Συλλαμβάνεται όπως τα ρινίσματα σιδήρου από τον μαγνήτην. Και αν δεν υπήρχαν τα χρώματα, θα τα εφεύρισκε ο μικροπωλητής των εορτών. Είνε ο μεγάλος παρήγορος των πολλών, των απλοϊκών και των θλιμμένων καρδιών, αι οποίαι έχουν την ανάγκην του ψεύδους, από την πίστην έως το όραμα, το θέατρον, τον κινηματογράφον. Δεν είνε μόνοι οι πολιτικοί, οι δραματικοί συγγραφείς, οι ηθοποιοί, οι ρήτορες, που χρησιμοποιούν την γοητείαν του ψεύδους δια να ελκύουν τα πλήθη. Εις αυτούς πρέπει να προστεθή και ο πραμματευτής των δρόμων των πόλεων και των χωρίων, ο γυρολόγος καθ’όλον τον χρόνον, ο ψιλικατζής, που εγκαθιστά τας εορτάς μίαν εξεδρίτσαν εις τον εμπορικόν δρόμον. Δεν πωλέι απλώς εμπόρευμα και αυτός, αλλά παρέχει την γοητείαν της απάτης, της αναγκαίας εις την ζωήν όσον και ο ήλιος. Καλλιτέχνης κοινωφελής είνε. Και πόσον ευεργετικώτερος γίνεται εις τα παιδάκια και τα κοριτσάκια, που τριγυρίζουν τα πολύχρωμα εκθέματά του. Εκεί αναδροσίζονται εις την συγκινητικήν ποίησιν των επισήμων εορτών καρδούλες πισπιρίγκων της λαϊκής τάξεως και εκεί χορταίνουν γοητείαν μυριάδες φαντασίαι νεαρών εγκεφάλων. Καταντά ο υπάιθριος εορταστικός πωλητής δημιουργός ψυχικών απολαύσεων, τας οποίας δεν παρέχει ούτε ο μύθος, η ευκολωτέρα και βαθυτέρα ποίησις της ζωής. Εφέτος πολύ ενωρίς κατέλαβον τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια της οδού Αιόλου οι υπαίθριοι πωληταί. Και περισσότεροι από άλλοτε είνε. Ένας πληθυσμός εδώ ανεδιπλασιάσθη, επομένως μας χρειάζονται και περισσότεροι πωλητές κελαδούντες. Ο ουρανός να τους ευνοήση και να τους χαρίση ανέφελον και άβροχον δεκαήμερον. Οι πτωχοί άνθρωποι έχουν ανάγκην να ευδοκιμήση το πρόχειρον εμπόριόν των, αλλά μεγαλητέραν ανάγκην έχουν οι αγορασταί του. Ένα τυμπανάκι κροτούν, μία σαλπιγγούλα ηχούσα, ένας καραγκιοζάκος χορεύων και γελών, ένα ταπάκι αναπηδών, μία κουκλίτσα αποκρύπτουσα την αχυρένιαν καρδούλαν της υπό χρωματιστόν φόρεμα, - αλλά έχομεν ολόκληρον την κοινωνίαν, την ζωήν εις μικρογραφίαν. Μίαν τόσον πολύχρωμον εκδήλωσίν της θα είνε πολύ σκληρός ο ουρανός να την διαλύση με βροχήν. Έπειτα το λαϊκόν χρήμα δεν πρέπει να συγκεντρώνεται ολόκληρον εις τα μεγάλα πορτοφόλια των βαθύπλουτων. Το χρειάζονται και άλλοι άνθρωποι δια να ζήσουν, οι πτωχοί, εις τα χέρια των οποίων δεν υπάρχει φόβος, αλλοίμονον! να παραμείνη.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

«ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβριου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ

Εκατόν εξήκοντα άγγλοι άεργοι εισήλθον εις ένα από τα καλλίτερα εστιατόρια του Λονδίνου, έφαγαν καλά και έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Συμπτώματα των καιρών. Η ομαδική πείνα οδηγεί εις ομαδικά αδικήματα. Ευτυχέστερον ήτο το λονδίνειον εστιατόριον από τα μεγάλα βιενναία ξενοδοχεία, εις τα οποία εισήλθον προ εβδομάδων πεινώσαι ομάδες και τα κατέστρεψαν. Τι τα θέλετε, ο κενός στόμαχος συσκοτίζει τον εγκέφαλον και η αυτοκυριαρχία πηγαίνει περίπατον. Η λαϊκή πείνα έφερε ανατροπάς αγρίας. Οι αρχαίοι δήμαρχοι ρωμαίοι κάτι ήξευραν που διένειμον δωρεάν τον σίτον εις τον λαόν. Συνάμα εφρόντιζαν δια την δωρεάν παροχήν θεάματος προς τα πλήθη. Ο λαός πρέπει να είνε χορτάτος και να απολαμβάνη θεάματα. Το ψωμί του κατευνάζει τους νυγμούς της πείνας, το όραμα του απασχολεί την σκέψιν. Όπου καπνίζουν φούρνοι και αντηχεί η κλαπαδόρα του θεάτρου, η γκραν κάσσα του ιπποδρομίου, το νταούλι της πανηγύρεως, δυνάμεθα να ήμεθα απολύτων ήσυχοι περί της ασφαλείας των δοθεισών καταστάσεων. Τοιάυτη η ανθρωπίνη ιστορία δια μέσου των αιώνων. Διότι νηστικόν αρκούδι δεν χορεύει. Πρέπει δε να χορεύη και να τέρπεται ο βασανισμένος άνθρωπος. Διατί τάχα οι ουδόλως κοπιάζοντες τα έχουν όλα ανέτως και καλοσιτίαν και πολυθέαμα; Από τα αυτά υλικά δεν έγιναν και οι άλλοι άνθρωποι; Ορίστε να αδικήσωμεν τους αδικήσαντες συμφώνως με τους παραδεδεγμένους νόμους 160 άγγλους αέργους, που εισήλθον εις ρεστωράν πολυτελείας και την ετύλωσαν χωρίς να πληρώσουν, αφού τους ήτο αδύνατον να πληρώσουν. Πόσον θα επιθυμούσαν και οι ίδιοι να είχαν φουσκωμένην την πορτοφόλλα των να την βγάλουν μεγαλοπρεπώς την ώραν του λογαριασμού. Δεν έπρεπε να φάγουν, αφού δεν είχαν να πληρώσουν; Σωστά και ο Ζαν Βαλλάν των “Αθλίων” επήγε εις τα κάτεργα, διότι έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Σήμερα όμως δύσκολα θα ευρίσκοντο ένορκοι να στείλουν εις το Παλαμήδι πτωχόν, πεινασμένον άνθρωπον, αφαιρούντα εις στιγμήν, επιτακτικής ανάγκης ολίγον ψωμάκι, οσον ακριβός και αν είνε τώρα ο άρτος. Εις το Παλαμήδι δεν στέλλονται πλέον άνθρωποι αφαιρούντες εκατομμύρια. Δεν επιδοκιμάζομεν τους 160 πειναλέους αέργους, αλλά τους συμπαθούμεν. Εις καταδίκην δεν καταλήγει η συμπάθεια.

Σκέπτομαι όμως, ότι είνε ίσως ενδεχόμενον να διαδοθή το αδίκημα των 160 πεινασμένων. Και όλα πιθανά. Αν του λοιπού κάθε άνθρωπος πεινών από έλλειψιν εργασίας εισέρχεται εις εστιατόριον και τρώγει χωρίς να πληρώνη, μοιραίως θα μεταβληθούν και οι όροι του γεύματος. Οι πελάται θα υποχρεώνονται να προπληρώνουν ένα χρηματικόν ποσόν, ως εγγύησιν, ότι δεν θα ρίξουν κανόνι. Θα παίρνωμεν μάρκες εις την θύραν των εστιατορίων, τας οποίας θα παραδίδωμεν εις τα γκαρσόνια, άλλως δεν θα μας σερβίρουν τίποτε. Και με την δυσχερή ζωήν μας εν μέσω του θηριεύσαντος κεφαλαίου, - εις καμμίαν άλλην ιστορικήν περίοδον το μεγάλον κεφάλαιον δεν είχε χιλιοπλασιασθή τόσον, - θα αναγκασθώμεν ίσως να περνώμεν από σιδηρόφρακτον θύραν δια να καθήσωμεν εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίσωμεν, Μπρε, πως καταντήσαμεν. Εις την ανωτέραν εκπολιτιστικήν μας εκδήλωσιν, εις τας παραμονάς της επικειμένης ίσως συνεννοήσεώς μας με τους κατοίκους άλλου πλανήτου, εις εποχήν, όπου νομίζομεν, ότι γνωρίζωμεν πλέον τα πάντα, ότι υπό μηχανικήν, χημικήν και επιστημονικήν έποψιν εφθάσαμεν το ζενίθ της νοήσεως και της εφευρετικότητος, - ορίστε τώρα, ότι και του σπανού τα γένεια θα γίνονται, κατόπιν της εφευρέσεως γονιμοποιητικού φαρμάκου και δια την φαλάκραν, - το ψωμάκι μας, η στοιχειώδης ανθρωπίνη ανάγκη, καθίσταται πρόβλημα. Ο πρωτάνθρωπος της τετατρογενούς περιόδου δεν θα ημύνετο με μεγαλυτέραν ανησυχίαν διά την τροφήν του. Ο Μωκλαίρ εις το προφητικόν του μυθιστόρημα περί των τελευταίων ημερών της ανθρωπίνης ζωής μας ζωγραφίζει τον υστερνόν άνθρωπον, πάνσοφον, τέρας διανοουμένου, με φοβερά χονδρήν κεφαλήν, κλεισμένον εις τα βάθη υπογείου, όπου έχει όλας τας δυνατάς ευκολίας, όπου με μίαν πίεσιν εις κωδωνάκι όλα του παρουσιάζονται έτοιμα δια της λαβυρινθώδους μηχανικής συνθέσεως. Και όμως στερείται της θερμότητος. Η γη ψύχεται γύρω του. Όλα τα απέκτησε ο υπεράνθρωπος και εις το τέλος όλα του ήσαν μάταια, διότι η γη έφθασε εις το μοιραίον τέλος της. Είνε φανταστική τραγωδία του πολιτισμένου ανθρώπου, όπου τίποτε δεν του λείπει, όπου όλα του είναι άφθονα και ο ήλιος λάμπει κατακαίνουργιος, καθώς εις την πρώτην ημέραν του. Και όμως ο άνθρωπος της σήμερον δυνατόν να στερήται και το ψωμάκι, οπότε ή τα κάμνει θάλασσα ή ρίχνει κανόνι προς τον ξενοδόχον, αφού καταπραΰνει την πείναν του. Παρακαλώ, λοιπόν, ομιλήσατε περαιτέρω περί αποστολής της ανθρωπότητος. Η γάτα μου ανήρπασε χθες το ψάρι. Παράδοξον. Δεν έκαμε διόλου θόρυβον περί της εκπολιτιστικής αποστολής του γένους των γαλών.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

"Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 "Eμπρός" 6 Αυγούστου 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ


Εις τας μεγάλας πόλεις η ησυχία είνε άγνωστος εις όλας σχεδόν τας εκδηλώσεις του καθημερινού βίου, επομένως και εις το φαγητόν. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρη εστιατόριον, όπου να εισέλθη αθορύβως, να μην ακούση τον κρότον του ιδικού του βήματος, καθώς και του των άλλων, να καθήση εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίση χωρίς φωνάς, φασαρίαν, ορυμαγδόν. Αι μεγάλαι ομάδες αγαπούν τον σάλον, την βοήν, την επίδειξιν, θέλουν να είνε κύματα σοροκάδας, η οποία μουγκρίζει και θραύεται παταγωδώς εις την ακτή. Δια τούτο εις τας μεγάλας πόλεις παρατηρούμεν κατά τα τελευταία χρόνια την ίδρυσιν και λειτουργίαν κολοσσιαίων εστιατορίων, εις τα οποία πυκνά πλήθη πελατών εισέρχονται και εξέρχονται καθ’όλας σχεδόν τας ώρας της ημέρας, έως αργά την νύχτα, καθόσον γευματίζουν συγχρόνως δυο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες άτομα εις συνεχομένας μεγάλας αιθούσας τεσσάρων πατωμάτων. Τρώγουν με τους ήχους της τρικυμίας εις τα αυτιά, αλλά κατορθώνουν να απομονούνται εις μικράν ή μεγαλυτέραν τράπεζαν, όπου συνηθέστατα αφοσιούνται εις τον ιδιαίτερον κύκλον των. Κατά την προπολεμικήν περίοδον τα παμμέγιστα αυτά εστιατόρια είχαν επιτυχίαν γενικήν. Το αυτό συνέβη και εις τα καφενεία. Εις πολλάς ευρωπαϊκάς πόλεις ιδρύθησαν καφενεία με τέσσαρα πατώματα. Εις το ισόγειον ήτο αίθουσα τεΐου, αναγνωστηρίου, κουρείου, εστιατορίου, εις το πρώτον πάτωμα υπήρχε καφενείον χωρίς μουσικήν, εις τον δεύτερον και τον τρίτον μεγάλαι αίθουσαι, όπου έπαιζαν μέχρι πρωίας εκκωφαντικαί ορχήστραι και μπάντες, ενώ το τέταρτον πάτωμα κατελάμβανον αι αίθουσαι του σφαιριστηρίου. Οι κολοσσοί αυτοί τέρψεως και αναπάυσεως απετέλουν τα προσφιλέστερα κέντρα του πλήθυσμού. Κατέλαμπον την νύχτα με τον θαυμαστόν φωτισμόν των ως μαγικά μυθικά παλάτια. Εις τας θύρας των χρυσοστόλιστοι θυρωροί υπεκλίνοντο προ των εισερχομένων και εξερχομένων. Οι ανελκυστήρες δεν εγνώριζον την ανακωχήν όλην τη νύχτα. Θα εχρειάζετο ο πελάτης των πολυκόσμων τούτων κέντρων να είχε αποκτήση την συνήθειαν του βίου των μεγαλοπόλεων, δια να κυκλοφορή ανέτως εντός αυτών, χωρίς νευρικήν διαταραχήν. Εις τον ερημικόν αγροτικόν βίον οξύνεται η ακοή του ανθρώπου και προσαρμόζεται με την μεγάλην ησυχίαν της φύσεως. Εις τον βίον των μεγαλοπόλεων το άτομον χρειάζεται μακρόν χρόνο δια να συνηθίση τους μεγάλους κρότους, τον βόμβον των χιλιάδων φωνών, την γοργήν, κινηματογραφικήν κίνησιν μυριάδων προσώπων. Βαθμηδόν η ακοή του δεν ενοχλέιται, το βλέμμα του δεν κουράζεται. Κάποτε αν αποτόμως διακοπή ο πολύς και μέγας θόρυβος, δοκιμάζει παράξενον εντύπωσιν από την επερχομένην σιγήν. Νομίζει πως εξεσφενδονίσθη με μιάς εις άγνωστον κόσμον.

Αλλά αν ο πολύς αριθμός παντού και πάντοτε ελκύεται από το άφθονον φως τον πολύηχον θόρυβον, την ενατένισιν προσώπων αλληλοπαρερχομένων, όπως μας συμβαίνει να βλέπωμεν εις τα πολυσύχναστα κέντρα εκάστης πόλεως, είνε όμως και άνθρωποι, οι οποίοι προτιμούν την σιγήν και την αναζητούν και μέσα εις την μεγαλόπολιν. Η αναζήτησίς των δεν είνε ματαία, διότι παντού θα βρουν ευτυχώς και μικρά, ήσυχα, αθόρυβα μέρη, τα οποία αποτελούν ευχάριστα, ηρεμούντα νησάκια, όπου δεν φθάνει η έφοδος του πλήθους. Ο βόμβος του παρέρχεται προ της κλειστής θύρας των, η οποία έχει και διπλά πυκνά παραπετάσματα, όπως την αποπνίγη εντελώς. Σύρει κανείς το παραπέτασμα και ευρίσκεται εις λοκάλ θρησκευτικής γαλήνης. Θα έλεγε την αίθουσαν του τραπεζαρίαν παλαιού μοναστηρίου. Κάτι σαν την θολωτήν παλαιάν, μισοφωτισμένην τραπεζαρίαν της μονής Αστερίου επί του Υμηττού, όπου μόλις εισερχόμενον φως αφίνει να διαφαίνεται το υψηλόν παράστημα και οι μεγάλοι μαύροι οφθαλμοί της Παναγίας την Αθηνιώτισσας, καλής εκδηλώσεως συνεχείας της μορφής της Παλλάδος Αθηνάς. Οι πελάται βαδίζουν τόσον ελαφρά, ώστε νομίζει κανείς, ότι εξέλειπε η ατμοσφαίρα εκεί μέσα, δια να μην ακούεται ο ήχος των βημάτων των, αλλά και κάθε ήχος. Και όταν οι πελάται ανταλλάσσουν χαιρετισμόν, τούτο γίνεται με ελαφράν κίνησιν της κεφαλής. Τα γκαρσόνια κύπτουν προς τους πελάτας και δέχονται ψιθυριστά τας παραγγελίας. Είνε σκιαί σερβίρουσαι. Μία ζωηροτέρα καλημέρα, που θα ηκούετο εκεί, θα εθεωρείτο σκάνδαλον, ασυγχώρητος παρανομία, έγκλημα καθοσιώσεως. Οι πελάται θεωρούνται κωφάλαλοι.

Και ένα από τα τελευταία μεσημέρια μου συνέβη να γευματίσω εις μίαν παρόμοιον αίθουσαν πρωτεύοντος αθηναϊκού ξενοδοχείου, σχεδόν απόκρυφην, μυστικήν. Κάποια αποκάλυψις πάντως εις την πόλιν μας, όπου χωρίς να έχωμεν μεγάλα εστιατόρια, δεν στερούμεθα του ενοχλητικωτάτου πατάγου. Εκλάθησα με καλόν, ευχάριστον σύντροφον εις λευκόν, απαστράπτον τραπεζάκι μιάς γωνίας και εδοκίμασα αρκετήν έκπληξιν. Οι πελάται έτρωγαν με σιγήν τραππιστών. ήσαν ιδικοί μας και ξένοι. Κυρίαι, δεσποινίδες και κύριοι. Επίσης και παιδάκια. Μία καν καρέκλα δεν εκροτούσε. Η συζήτησις άγνωστος. Το στρωμένον με τάπητα λινελάιου πάτωμα δεν έτριζε, ήχος μαχαιροπήρουνου δεν ηκούετο και τα γκαρσόνια διολίσθαινον σιωπηλά και σοβαρά, όπως σοβαροί εφαίνοντο και οι γευματίζοντες. Οι περισσότεροι ήσαν ένοικοι του ξενοδοχείου και ελάμβανον τροφήν εις ανομοίους ώρας. Το ρεστωράν λειτουργεί από την ενδεκάτην πρωινήν έως την τρίτην απογευματινήν. Ιδού ευκολία δια μίαν πόλιν, όπου εις όλα σχεδόν τα άλλα εστιατόρια ο πελάτης είνε υποχεωμένος να ενθυμηθή το φαγητόν ακριβώς με την καμπάναν, άλλως δεν το βρίσκει. Εις τας περισσοτέρας μεγαλοπόλεις συνήθως γευματίζουν οι κάτοικοι οποιανδήποτε ώραν του ημερονυκτίου θελήσουν. Η κουζίνα λειτουργεί συνεχώς. Είνε τόσον ποικίλος ο τρόπος του βίου, της εργασίας, εκατομμυρίων ανθρώπων, ώστε δεν είνε δυνατόν να γευματίζουν ταυτοχρόνως τα εκατομμύρια τούτων. Ο πόλεμος και αι συνέπειαί του σήμερα θα μετέβαλον αρκετά τας καλάς, ρυθμιζομένας συνηθείας των κατοίκων μεγαλοπόλεων και η δημοκρατική ασχημία πιθανών να εξηφάνισε και τα ήρεμα ρεστωράν, όπου δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να κρατή κανείς τύμπανον, διότι προβαίνει εις το κοσμοϊστορικόν γεγονός του γεύματος. Εδοκίμασα, λοιπόν, καλήν εντύπωσιν εις την αθόρυβον εκείνην αθηναϊκήν αίθουσαν, οπόθεν μετά το γεύμα κυρίαι και κύριοι διηυθύνοντο εις τα παρακείμενα σαλονάκια με κινήσεις καουτσού. Ο σύντροφός μου είπε μίαν στιγμήν ψιθυριστά:

- Έχουν, καθώς βλέπεις, και αι Αθήναι τα απρόοπτά των. Επίστευες, ότι θα υπήρχε εις την χωρίς κανένα σπουδαίον λόγον πολυθόρυβον πόλιν μας μία τοιαύτη αίθουσα σιγής;

- Τα συγχαρητήριά μου δια την ανακάλυψιν, αλλά μου έρχεται επιθυμία να απαγγείλω.

- Ποιήμα; Δι’ όνομα Θεού! Δεν εγκληματίσαμεν διότι εγευματίσαμεν τόσον απλά και καλά.

- Ολίγον Νοίστε: Άνθρωποι πατάτε στερεά, αναπνέετε ελέυθερα, φωνάζετε δυνατά!

- Θέλεις να λιποθυμήσουν οι πελάται.

- Τότε μου έρχεται η ακαταγώνιστος επιθυμία να φωνάξω μέσα εις την πρωτοφανή αυτήν αθηναϊκήν σιγήν: Ένα πιλάφι, σάλτσα περισσότερη, με γεώμηλον και γαρύφαλλον, περιμένω, μάστορα!

- Θα δειχθής αναρχικός της πράξεως, ώστε ρίξε καλλίτερα βόμβαν. Οι άνθρωποι θα είνε διατεθειμένοι να σου το συγχωρήσουν, όχι όμως και την φωνήν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

"ΧΡΗΜΑ" του Δημ. Χατζόπουλου

 “Ακρόπολις” 7 Μαϊου 1900

Αθηναϊκά Ήθη

ΧΡΗΜΑ


Τον έβλεπον πάντοτε ωχρόν και κάτισχνον, πάντοτε αφηρημένον, βαδίζοντα με ανήσυχον βήμα, με την κεφαλήν κλίνουσαν μελαγχολικώς προς το έδαφος, με την δεξιάν χείρα φερομένην διαρκώς προς τον μύστακα, του οποίου το άκρον έφερεν εις τους οδόντας του δάκνων αυτό με ελαφράν ταραχήν. Από τους οφθαλμούς του, τους μικροσκοπικούς ως χάνδραι, φαιού χρώματος, τους βυθισμένους εις τας κόγχας των, λάμψις νευρικής υπερευαισθησίας διεχύνετο επί του ωοειδούς προσώπου του με το άτακτον γένειον. Από την πρώτην φοράν, που είδον την σκιάν αυτήν παρελαύνουσαν εις τους αθηναϊκούς δρόμους, βαδίζουσαν πάντοτε κολλητά εις τους τοίχους των οικειών, με το ανήσυχον και νευρικόν βήμα, ενόμισα, ότι ανήκεν αύτη εις ποιητήν πεφυσιωμένον, περιφρονούντα το πολύ κοινόν και εγκατελελειμμένον το πνεύμα του ‘ρχοντα εις της φαντασίας του τας πτήσεις, δια τούτο όταν έτυχε προ πολλών ετών να μου τον συστήσουν έσχον ζωηράν έκπληξιν.

- Ο κύριος απ’ εδώ, χρηματιστής.

Η έκπληξίς μου μετεβλήθη κατόπιν εις κάποιον θαυμασμόν προς τον άνθρωπον, όταν έμαθα την ζωήν του, ζωή βιοπαλαιστού ουδέποτε κατορθώσαντος να έχη μίαν επιτυχίαν.

- Είνε, νομίζετε, γεννημένος απ’ αυτήν την Δυστυχίαν, μου έλεγε κάποιος περί αυτού. Όποια δουλειά πιάση εις τας χείρας του θα ναυαγήση.

Πριν αρχίση τας χρηματομεσητικάς εργασίας του κανείς σχεδόν δεν ήξευρε τι έκαμνεν. Ίσως να μη έκαμνε και τίποτε. Και ερρίφθη εις τον σάλον της χρηματιστικής ζωής με τον φλογερόν εκείνον πόθον όπως εντός ενός μηνός ει δυνατόν την εκ 5,000 δραχμών χρηματικήν του κατάθεσιν να αυξήση εις εκατοντάδας χιλιάδων. Και εγνώρισαν τότε εις το χρηματιστήριον ένα των περιεργοτέρων και ελκυστικωτέρων τύπων, άνθρωπον ριψοκίνδυνον, ενεργητικόν, προνοητικόν, και προείπον οι περισσότεροι περί αυτού:

- Αυτός ο νέος θα πάη πολύ εμπρός, γλήγωρα θα βγάλη παρά.

Αλλα ταχέως αι προβλέψεις των διεψεύσθησαν. Ο νέος χρηματιστής μετά ένα μήνα κατόρθωσε να χανδακώση όλας του τας υποθέσεις· ό,τι είχε θέση εις ενέργειαν επιτυχώς εις την αρχήν, εις μίαν εβδομάδα κατρεκύλησε κατά τον οικτρότερον τρόπον· και εις ένα μήνα αι υποθέσεις του είχον κλείση με ζημίαν, το δε όνειρον της αποκτήσεως των εκατοντάδων χιλιάδων ήρχισεν αφιπτάμενον. Έπειτα ήρχισεν η αιωνία ζωή του μικροχρηματιστού το υπαλαίοντος και μοχθούντος και ουδέν κερδίζοντος, και η μελαγχολία του και η νευρικότης του κατέστη θλιβερωτέρα.

- Έ, πως πάνε αι δουλειές; του έλεγον όταν τον συνήντων.

- Ας τες να παν στο διάβολο, απήντα κινών νευρικώς την κεφαλήν. Μιά ζεστή, μιά κρύα. Κανένα κόλπο δεν πιάνει.

Εν τω μεταξύ έσχε μικράς επιτυχίας, αλλ’ αυταί ισοφαρίζοντο πάλιν εκ νέων αποτυχιών. ‘Ο,τι χαρτί έπιανεν εις το χέρι του δεν του έφερε τύχην. Είχεν ανακατευθή με όλας τας αξίας, εις όλας τας επιχειρήσεις, έπαιζε φανερά, έπαιζε κρυφά, επήγαινε πότε με τα απάνω, πότε με τα κάτω, ερριψοκινδύνευε πραγματικόν χρήμα, έπαιζεν αέρα, ανεμιγνύετο παντού και εις όλα, το ρεύμα της χρηματιστικής δίψης, της ενθυμιζούσης τόσον τον μυθολογικόν πίθον των Δαναϊδων,(*) τον συμπαρέσυρε και τον έφερεν από πάσης ευσυνειδήτου εργασίας εις πάσαν βρωμεράν επιχείρησιν, εγνώρισε και εισέδυσεν εις τας χρηματιστικάς μηχανορραφίας, εις τα τεχνητά μέσα, εις τας ψευδείς διαδόσεις, κατώρθονε πολλάκις να μανθάνη πάσαν είδησιν συνδεομένην προς το βαρόμετρον του Χρηματιστηρίου, αλλά κατά την κακήν τύχην, ήτις διείπεν όλην την ζωήν του εκτός μικροεπιτυχιών τινών, αι οποίαι ταχέως είχον καταστρεπτικά επακόλουθα, το χρήμα διωλίσθαινε των χειρών του ως υδράργυρος, τα κόλπα του απέβαινον εις οδυνηρά φιάσκα και το μόνον, που ηύξανεν ήτο η ισχνότης του και η νευρικότης του.

Αλλ’ η απογοήτευσις δεν τον κατελάμβανεν· αι συνεχείς αποτυχίαι του είχον ως συνέπειαν την καθημερινήν αναβίωσιν του μυστικού του πόθου. Πως να πλουτίση εις μίαν εβδομάδα, εις μίαν ημέραν, εις μίαν ώραν, εις τρία τέταρτα, από της ενδεκάτης της πρωίας μέχρι της δωδεκάτης παρά τέταρτον.

- Αυτή είνε η κρισιμωτέρα στιγμή του Χρηματιστηρίου, μου έλεγε καμμίαν φοράν.

Και μειδιών μειδίαμα ανθρώπου βλέποντος με βαθύ μίσος τα πέριξ του υψηλά μέγαρα, τα ανήκοντα εις άλλους, ενώ διαλογίζετο, ότι αυτός δεν έχει ουδέ μίαν καλύβην ιδιόκτητον δια να στεγασθή εις ημέρας δυστυχίας, προσέθεσε:

- Μήπως λες κ’ εσύ καμμίαν είδησιν. Αν φέρης εκείνην την ώραν, μία είδησιν “ασανσασιόν” τότε την έκαμα την τύχην μου.

Και απεμακρύνετο γελών γέλωτα, ο οποίος μου εφαίνετο, ότι έκρυπτε πικράν χολήν. Καθώς δε έβλεπα την σκιάν του απομακρυνομένην, με ένα βάδισμα νευρικόν, καθώς τον έβλεπα βαίνοντα κολλητά εις τους τοίχους των οικιών, με την κεφαλήν πάντοτε χαμαί νεύουσαν, με τους δακτύλους της δεξιάς χειρός συσφίγγοντας τας τρίχας του μύστακός του και φέροντας αυτάς εις τους οδόντας του, μου εγεννάτο άπειρος συμπάθεια προς την βιοπαλαιστικήν αυτήν ύπαρξιν την καταβάλλουσαν δεκαπλασίους μόχθους από άλλους και μη κατορθώνουσαν να επιτύχη εν μέρει, ό,τι κατά το πλείστον οι άλλοι επετύγχανον. Πολλάκις ενώ τον έβλεπα, ησθανόμην να με συνέχη ακατάληπτος συγκίνησις. Εις τους οφθαλμούς μου η επίμοχθος ζωή του προσελάμβανεν όψιν μαρτυρικήν, εξαγνιζομένη. Σχεδόν δεν διελογιζόμην τα όσα ήρχισαν να διαδίδωνται δι’ αυτόν τόσον, όσον διαδίδονται αδίκως ή δικαίως δια πολλούς από τους ριπτομένους εις τον χρηματιστικόν αυτόν αγώνα, εις την αιωνίαν αυτήν αγωνίαν του να χρηματισθώσιν εις διάστημα μιάς ώρας, δια παντός μέσου, δια παντός τεχνάσματος, δια πάσης επιχειρήσεως. Και ήρχισα να σκέπτωμαι αν θα ηδυνάμην να πράξω τι δι’ αυτόν. “Να του έδιδον μίαν είδησιν χρηματιστικήν;”

Οι λόγοι του ούτοι πολλάκις μου ήρχοντο εις τον νουν, σιγά, σιγά δε εσχημάτισα την απόφασιν, ότι έπρεπε να τον υποβοηθήσω αν ηδυνάμην. Να του δώσω μίαν είδησιν χρηματιστικήν; Αλλά αι χρηματιστικαί ειδήσεις πως ευρίσκονται; Συνηθέστερον αύται είναι ανύπαρκται, αυτοδημιουργούμεναι. Αι σοβαρώτεραι χρηματιστικαί ειδήσεις είνε ιδιοκτησία σχεδόν των ολίγων, των μάλλον μεμυημένων, οι οποίοι εις κάποιον άλλον δύνανται να τας εμπιστευθώσιν παρά εις ένα ρεπόρτερ εφημερίδος. Εν τούτοις ήξευρον μίαν χρηματιστικήν είδησιν…. Η ιδέα αυτή μου ενετυπώθη ζωηρώς. Εάν ήρχετο κατά στραβού μία χρηματιστική είδησις;… Και έπεισα τον εαυτόν μου, ότι έπρεπε να του την έδιδα.

Μίαν ημέραν προ ετών ενθυμούμαι, ότι μία τοιαύτη είδησις χρηματιστική, αρκετά σοβαρά, κατά στραβού ήλθε, κατά μοιραίαν δε σύμπτωσιν μετά δέκα βήματα απήντησα εις τον δρόμον τον ατυχή χρηματιστήν. Του την εξωμολογήθην με την μεγαλυτέραν αφέλειαν και με την μεγαλητέραν πεποίθησιν ότι θα επετύγχανε. Την απεδέχθη ευγνωμόνως, μου έθλιψε την χείρα και έφυγε βιαζόμενος.

Μετά τινας ημέρας τον συνήντησα πάλιν.

- Ξέρεις μ’εκείνην την είδησιν τι έπαθα, μου είπε. Δεν εβγήκε τίποτε· έκλεισα άσχημα.

Ησθάνθην πικράν μεταμέλειαν και ηθέλησα να δικαιολογηθώ. Αλλ’ αυτός με διέκοψε:

- Δεν πειράζει. Τι σημαίνει; Αύριον ειμπορεί να μη ζημιώσω με κανένα νέο κόλπο.

Και έφυγεν.

Έπειτα μετά τινα καιρόν τον ξαναείδα. Ήτο νευρικώτερος πλέον ή ποτέ. Ήτο η εποχή των χολερικών κρουσμάτων, τα οποία εξεδηλούντο εις τας πλησίον της Ελλάδος χώρας. Το Χρηματιστήριον ήτο ανάστατον. Εν κρούσμα χολέρας έκαμνε τας αξίας να χορεύουν καντρίλλιες. Μου έλεγε καθ’ εκάστην με ένα πυρετόν:

- Αχ, χάθηκε ένα κρούσμα χολέρας! Ας γίνη ένα κρούσμα χολέρας εις την Αλεξάνδρειαν!

- Τι θα κάμης; του έλεγον.

- Τι θα κάμω; έλεγε αναπηδών. Ας το μάθω εγώ πρώτος και βλέπεις τι γίνεται. Ένα κρούσμα χολέρας με σώζει.

Και τέλος εν κρούσμα χολέρας τον έσωσε τον δυστυχή βιοπαλαιστήν χρηματιστήν. Είχε μεταβή εις την Αίγυπτον δια μίαν εργασίαν προ ετών, προσεβλήθη εκ χολέρας και εσώθη αναπαυθείς.

Μποέμ


* Ο "πίθος των Δαναΐδων" είναι μια αρχαία ελληνική μυθολογική ιστορία και μια μεταφορική έκφραση που περιγράφει μια αιώνια, μάταιη και άσκοπη προσπάθεια που καταβάλλεται χωρίς αποτέλεσμα. Οι 50 Δαναΐδες, κόρες του Δαναού, βασιλιά του Άργους, σκότωσαν τους συζύγους τους την πρώτη νύχτα του γάμου, και γι’αυτό καταδικάστηκαν να μεταφέρουν στον Αδη νερό με ένα αγγείο γεμάτο τρύπες, το οποίο γέμιζε και άδειαζε ασταμάτητα.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

"Η ΜΝΗΣΤΕΙΑ" ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Ακρόπολις”, 23 Ιανουαρίου 1900

Αθηναϊκά Ήθη

Η ΜΝΗΣΤΕΙΑ

[ Εις εν από τα πρώτα ξενοδοχεία των Αθηνών. Μικρόν δωμάτιον βλέπον προς την πλατείαν του Συντάγματος, πλουσίως εστολισμένον. Εις κύριος, κάμενι την πρωϊνήν τουαλέτταν του. Εις την θύραν ακούεται κτύπος. ]

Ο ΚΥΡΙΟΣ, (κάμνων την χωρίστραν του προ του καθρέπτου.) - Αντρέ...

ΕΙΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (εισέρχεται τείνων αργυρούν δίσκον επί του οποίου υπάρχουν δέκα επιστολαί) – Κύριε, σας έφερα τα γράμματά σας. (Αποθέτει τον δίσκον επί της τραπέζης).

Ο ΚΥΡΙΟΣ, (λαμβάνων τας επιστολάς ανά χείρας και ρίπτων βλέμματα επί των γραμματοσήμων.) - Περίεργον! Όλαι προέρχονται από τας Αθήνας (Προς τον υπηρέτην) Καλά πήγαινε. (Σταματών την τουαλέτταν του προς στιγμήν.) Τι διάβολο εγώ δεν έχω παρά τρεις ημέρας εις τας Αθήνας, τι γράμματα είνε αυτά; Ποίος μου τα στέλλει; (Μειδιών ενώ στρίβει τον μύστακά του προ του καθρέπτου.) Ά, ηννόησα. Φαίνεται οι συγγενείς των γνωστών μου θα μου γράφουν και θα με συγχαίρουν δια τους αρραβώνας μου (Μειδιών περισσότερον ενώ κτενίζεται με προσοχήν.) Πρέπει να κάμω γλήγωρα δια να πηγαίνω εις της μνηστής μου. Τι όμορφη που είναι η Λιλίκα μου, σήμερα με το φόρεμα, που έκαμε χθες. Έχω τρεις ημέρας που την εγνώρισα και μου φαίνεται πως από τότε ήρχισα να ευρίσκω την ευτυχίαν μου. Σεμνό κορίτσι, μελαχρινούλα, κομψή. Αυτές αι Ατθίδες είνε τα πιό χαριτωμένα όντα. Καλά μου έλεγεν ο θείος μου εις την Πόλιν: “πήγαινε στην Αθήνα, να την ιδής πρώτα και αν δεν σου αρέση, γύρισε μονάχος σου στην Πόλι, αλλέως έρχεσαι μαζί της”. Περίεργον αλήθεια συνοικέσιον. Ο γαμβρός στέλλεται επί συστάσει εις την νύμφην, την βλέπει, του αρέσει, της αρέσει, αρραβωνίζονται εις μίαν ημέραν. Αλλά πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το κτένισμα. Θα υπάγω σπήτι της για να βγούμε μαζί το μεσημέρι περίπατον εις την Δενδροστοιχίαν (Αίφνης βλέπει την σωρείαν των επιστολών επί της τραπέζης.) Αλήθεια για να ιδούμε από ποίους είνε αυτά τα γράμματα και τι λέγουν. (Λαμβάνει μίαν επιστολήν, σχίζει τον φάκελλον αυτής και αναγιγνώσκει): «Αγαπητέ κύριε, δεν με γνωρίζετε, ούτε σας γνωρίζω, αλλά θεωρώ καθήκον μου να σας ειδοποιήσω, ότι η νέα, την οποία ηραβωνίσθητε, είνε αισχρόν εστι και λέγειν. Πριν υπανδρευθήτε αυτήν, ζητήσατε πληροφορίας καλλιτέρας. Είς, όστις πράττει το καθήκον του». (Ο Κύριος αρχίζει να βηματίζη ανησύχως εντός του δωματίου). Τι θα πουν αυτά; Η Λιλίκα, αισχρόν εστι και λέγειν… (Κυττάζων την υπογραφήν της επιστολής) «Είς όστις πράττει το καθήκον του». Να είνε κανείς φίλος της οικογενείας μου, ο οποίος να με πληροφορή αληθή πράγματα ή πρόκειται περί συκοφαντίας; (Λαμβάνει δευτέραν επιστολήν και ανοίγει αυτήν). «Κύριε σπεύσατε να διαλύσητε το συνοικέσιόν σας. Η κόρη την οποίαν θέλετε να νυμφευθήτε, υπήρξεν ερωμένη μου επί δύο έτη. Είς που σας εγνώρισεν άλλοτε». (Ο κύριος υψώνει τους ώμους, μορφάζων, έπειτα ανοίγει την τρίτην επιστολήν και αναγιγνώσκει): «Αξιότιμε κύριε, μη με εκλάβητε, ως μοχθηρόν, αλλά ως άνθρωπον αναγκασμένον να λέγη την αλήθειαν ανωνύμως δια να σας σώση. Η δεσποινίς μνηστή σας είνε φθισική. Η νόσος αυτή είνε οικογενειακή δια την ατυχή κόρην. Ώστε, διαλύσατε τον αρραβώνα σας. Ένας φίλος σας» (Ο Κύριος αρχίζει τόρα να μειδιά, ενώ ανοίγει την τετάρτην επιστολήν, ην αναγιγνώσκει): «Αξιότιμε κύριε. Γνωρίζω ότι η ανωνυμογραφία είνε τι ατιμωτικόν, αλλά δεν δύναμαι να πράξω αλλέως όπως σας παράσχω εκδούλευσιν, της οποίας ελπίζω να ενοήσετε δεόντως την σημασίαν. Πρόκειται περί της μνηστής σας. Σας είπεν η οικογένειά της ότι θα σας δώσουν εκατόν είκοσι χιλιάδας δραχ. προίκα. Μάθετε, αγαπητέ κύριε, ότι ο πατήρ της νύμφης έχει χρεωκοπήση τρεις φοράς και να είσθε βέβαιος ότι δεν θα πάρητε πεντάραν. Φυλαχθήτε. Είς αγαπών σας». (Ο Κύριος αρχίζει να γελά τόρα, έπειτα ψιθυρίζει, ωσεί φοβούμενος μην τον ακούση τις). Τι ευγενής κόσμος εδώ εις τας Αθήνας. (Ανοίγει πέμπτην επιστολήν και αναγιγνώσκει): “Κύριε. Επέσατε οικτρόν θύμα της αγνοίας σας. Θέλετε να νυμφευθήτε μίαν νέαν, η οποία έχει γίνη δις μέχρι τούδε μήτηρ. Προς Θεού, σπεύσατε να διαλύσητε τους αρραβώνας σας. Είς εκτιμών σας”. (Ο Κύριος κάμνει κίνημα υψίστης αηδίας, μεθ’ό ανοίγει την έκτην επιστολήν και αναγιγνώσκει:) “ Κύριε, είσθε ξένος και δι’ αυτό δεν είσθε αξιοκατάκριτος, που θέλετε να πάρετε ένα διευθαρμένον ον, οίον είνε η μνηστή σας, αφού δεν γνωρίζετε το παρελθόν της. Δεν γνωρίζετε την αθηναϊκήν κοινωνίαν και δεν σας αδικώ, γνωρίσατέ την όμως και θα μάθητε πολλά, θα γνωρίσητε δε και πολύ καθώς πρέπει κορίτσια, ανώτερα πολύ της βρωμερής γυναικός, ην ζητείτε να υπανδρευθήτε. Μία ηθική νέα.” (Ο Κύριος γελά ηχηρώς τώρα.) Μου φαίνεται, ότι αρκετά την εγνώρισα την αθηναϊκήν κοινωνίαν. (Ανοίγει την έβδομην επιστολήν και αναγιγνώσκει:) “ Κύριε, Σας συγχαιρόμεθα δια την εκλογήν σας. Ήλθατε να μας πάρητε την ανηθικωτέραν δεσποινίδα της πόλεώς μας, η οποία δεν έχει αφήση άνθρωπον με τον οποίον να μη έκαμε κόρτε. Είσθε και πάλιν άξιος συγχαρητηρίων. Υμέτερος… “ (Ο Κύριος ανάπτει εν σιγάρο ροφών ηδονικώς αυτό, έπειτα ανοίγει με απόλυτον ηρεμίαν την εννατην επιστολήν και αναγινώσκει:) “Η νέα, την οποίαν εμνηστεύθητε, πάσχει από φοβεράν ασθένειαν του στόματος. Αυτάς τας ημέρας οι γονείς της της δίδουν διάφορα ιατρικά, δια να μη εννοήσετε την βρώμαν του στόματός της. Μου τα είπεν αυτά ο ιατρός της οικογενείας της. Εις εκτιμών σας.” (Ο Κύριος θωπεύων τον μύστακά του.) Γλυκύτερον φίλημα από της Λιλίκας δύναται να γίνη; Νομίζω, πως ακόμη από χθες μένει εις τα χείλη μου το άρωμα του φιλήματό της. (Λαμβάνει την τελευταίαν επιστολήν ανά χείρας και την ανοίγει). “Αξιότιμε κύριε. Άσχημα την εμπλέξατε, με τον αρραβώνα σας. Η μνηστή σας Λιλίκα δεν είνε κόρη από ετών τώρα. Μεθ’ υπολήψεως μία κυρία.”

Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (κτυπά εις την θύραν).

Ο ΚΥΡΙΟΣ. —Ορίστε.

Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ, (εισερχόμενος και κομίζων επί νέου δίσκου μίαν δεσμίδα νέων επιστολών). —Αυτά τα γράμματα τα έφερε για σας, κύριε, ένας άλλος διανομεύς.

Ο ΚΥΡΙΟΣ. —Πολύ καλά. Άφησέ τα εκεί. (Ο υπηρέτης εξέρχεται. Ο κύριος παίρνει τας νέας επιστολάς και χωρίς να τας ανοίξη ξεκολλά τα γραμματόσημά των. Το αυτό κάμνει και εις τας πρώτας επιστολάς, έπειτα τας συνθλίβει όλας ομού εις την χείρα του και τας ρίπτει εις την σόμπαν). Θα κάμω ένα ωραίον δώρον εις την μνηστήν μου σήμερα. Θα της χαρίσω είκοσι γραμματόσημα, από τα οποία κάμνει συλλογήν. (Εξέρχεται ενώ θέτει εις την μικράν τσέπην του γελέκου του μετά προσοχής τα γραμματόσημα).

Μποέμ

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

«Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΝΥΞ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ακρόπολις 11 Ιουνίου 1900

ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΗΘΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΝΥΞ


Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (εισερχόμενο εις το δωμάτιον του ξενοδοχείου και περιεργαζόμενος αυτό υπό το φως ενός κηρίου). - Αυτό είνε το δωμάτιον;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Μάλιστα, κύριε. Ωραίον δωμάτιον. Τα παράθυρά του βλέπουν και απ’ αυτόν τον δρόμον και απ’ εκείνον… Θα κοιμηθήτε; Μήπως θέλετε τίποτε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (εξαπλωμένος εις μία πολυθρόναν), - Όχι… είμαι κατακουρασμένος από το ταξείδι και θα πέσω να κοιμηθώ. Τι ώρα είναι;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ (κοιττάζον εν παλαιόν ωρολόγιον επί της εστίας). - Ένδεκα. Είνε ενωρίς ακόμα. Θέλετε να κλείσω το παράθυρον;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Όχι. Άφησέ το ανοικτό· κάνει τόση ζέστη. (Χασμώμενος). Έχω μία νύστα!

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ, (απερχόμενον). - Το πρωί τι ώρα θέλει να ξυπνήση ο κύριος;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Αργά, πολύ αργά, σε παρακαλώ να μη μ’ενοχλήσης γιατί θέλω να κοιμηθώ αρκετά.

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Έννοια σας, έννοια σας, κύριε, έχομε μεγάλην ησυχίαν εις το ξενοδοχείον μας. (Εξέρχεται).

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (κλειδόνων την θύραν και αρχίζων να εκδύεται). - Αν δεν απατώμαι θα κοιμηθώ καλά απόψε. (Σφογγίζων τον ιδρώτα του μετώπου του.) Μα, τι ζέστη είνε αυτή. Ουφ! (Κάμνων μερικά βήματα εντός του δωματίου.) Είνε να μπαίνη κανείς μέσα στο φούρνο για να δροσισθή λιγάκι, που λέει και ο Δουμάς. (Πίπτων εις την κλίνην.) Ας σβήσουμε το κηρί και ας τον πάρουμε τόρα. (Σβήνει το κηρίον και κλείει τους οφθαλμούς του.)

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ, (τρέμουσα, παλλομένη εξ έρωτος, ψιθυρίζουσα λόγους παραπονετικούς διαχύνεται εντός του δωματίου.) - Ώ, σε εύρον σκληρέ άνθρωπε, μετά χωρισμόν τόσων ετών… Σε αγαπώ ακόμη, σε λατρεύω … ναι, σε αγαπώ… Σε ζητώ τόσους χρόνους τόρα θρηνούσα και οδυρομένη… Ά! Θεέ μου! Θεέ μου!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (αφυπνιζόμενος έκπληκτος.) - Τι διάβολο! Τι τρέχει; Τι σημαίνουν αυτά;

Η ΦΩΝΗ (θρηνούσα γοερώς.) - Άσπλαχνε, άκαρδε, ανάλγητε… Ελθέ, λοιπόν, εις την αγκάλην μου, ελθέ, σκληρέ.

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (πηδών από την κλίνην του και περιπατών ανησύχως εντός του δωματίου του.) - Μα τι φωνή είναι αυτή; Μπας και υπάρχουν βρυκόλακες εδώ μέσα. (Ακροώμενος.) Νομίζω, πως έπαυσε … Αλλά να ήταν αλήθεια φωνή; (Διστάζων.) Μήπως ηπατήθην. (Σκεπτόμενος) Ποίος ξέρει… Η κούρασις από το ταξείδι… Τις οίδε. (Ξαναπίπτων εις την κλίνην.) Τι κουτός, που είμαι να κάθημαι να ξαγρυπνώ με τέτοια πράγματα. (Κοιμάται).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, (τον οποίον σκοτώνουν.) -Βοήθειαν! Βοήθειαν, καλοί μου Χριστιανοί… Ά, τους δολοφόνους… Μ΄εφόνευσαν… Συλλάβετε τους αχρείους!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (αναπηδών έντρομος.) - Μπα, που να πάρη ο διάβολος, τι στοιχειωμένο είνε αυτό το σπίτι.

Η ΦΩΝΗ (ρογχαλίζουσα). - Ώ, αποθνήσκω… Βοήθεια… Ιωάννη, που είσαι Ιωάννη να εκδικηθής την αδίκως χανομένην ζωήν μου.

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ (αρχίζων να τρέμη). - Δίχως άλλο κάποιο έγκλημα θα γίνεται απόψε εις την Αθήνα. Πρώτη βραδειά, που βρίσκομαι στην Αθήνα και να πέσω μέσα εις εγκλήματα.

Η ΦΩΝΗ (σβήνουσα μέσα εις την ησυχίαν της νυκτός.) - Ιωάννη, που είσαι… Ιωάννη… αποθνήσκω...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (πλησιάζων εις το παράθυρον σιγά. Σιγά και βλέπων εις τον δρόμον.) - Περίεργον! Εις τον δρόμον δεν είνε κανείς… Ησυχία… Μα από που έρχονται αυταί αι φωναί; (Οπισθοχωρών εντός του δωματίου). Ας ανάψω το κηρί (ανάπτει το κηρίον και κυττάζων πέριξ του.) Εδώ μέσα ευτυχώς δεν είνε κανείς… (Κύπτει και κοιττάζει κάτω από την κλίνην του). Από κάτω από το κρεββάτι δεν είναι κανείς (Ακροάται.) Ησυχία… Μήπως συμβαίνει τίποτε εις το διπλανόν δωμάτιον; (Βάζει το αυτί του εις τον τοίχον). Τίποτε, τίποτε… Περίεργον (Σκεπτόμενος). Μήπως απατώμαι, βρε αδελφέ; (Κινών την κεφαλήν του). Μήπως βλέπω τίποτε άσχημα όνειρα, (χασμώμενος μόλις δυνάμενος να σταθή εις τους πόδας του από την νύσταν). Βεβαίως θα ονειρεύομαι. (Σβύνει το κηρίον και ξαναπέφτει εις την κλίνην, όπου παρ’ όλον τον τρόμο του αποκοιμάται ταχέως).

ΜΙΑ ΑΓΡΙΑ ΦΩΝΗ, φυπνίζουσα αυτόν εκ νέου έντρομον.) - Που έχεις τα χρήματα; Λέγε ογλήγωρα, που έχεις τα χρήματα… Φέρε το πορτοφόλι σου, εμπρός!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (αυτήν την φοράν κυλιόμενος επί του δαπέδου από την τρομεράν του αφύπνισιν.) - Αχ, που έμπλεξα απόψε...

Η ΦΩΝΗ, (εξακολουθούσα αγριώτερον.) -Ά, δεν θέλεις, λοιπόν να δώσης το πορτοφόλιόν σου, ουτιδανέ!...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (τρέχων προς τα κρεμάμενα εκ του κρεμασταριού ενδύματά του και αρχίζων να ψάχνη τα θυλάκια αυτών μέσα εις το σκότος.) - Το πορτοφόλι μου… δυστυχία μου… που είνε το πορτοφόλι μου...

Η ΦΩΝΗ, (πάντοτε αγρία.) - Θα φέρης, άθλιε, το πορτοφόλι σου...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (ψάχνων πάντοτε εις το σκότος.) - Μα… που είνε το σακκάκι μου… που να το έχω κρεμάση… Το πορτοφόλλι μου… που είνε το πορτοφόλι μου;...

Η ΦΩΝΗ, (έτι αγριωτέρα.) - Δια τελευταίαν φοράν σου λέγω, φέρε, ογλήγωρα το πορτοφόλιόν σου ή μα τον...

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (τρέμων και τραυλίζων μέσα εις το σκότος αλλόφρων.) - Μα στάσου… βρε αδελφέ… να το βρω… Στάσου…

Η ΦΩΝΗ, (εν τρομερά αγανακτήσει.) - Αρνείσαι, λοιπόν, τότε λάβε, άθλιε… (Επακολουθεί μιά πιστολιά.)

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ, (Εκβάλλων κραυγήν τρόμου.) Θεέ μου! (Πίπτει δευτέρα, τρίτη πιστολιά. Επακολουθεί θόρυβος δαιμονιώδης ανθρώπων τρεχόντων.)

ΠΟΛΛΑΙ ΦΩΝΑΙ, (ομού.) - Πιάστετον, τον δολοφόνον, πιάστε τον!

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - (διευθυνόμενος προς τον ηλεκτρικόν κώδωνα και πιέζον αυτόν εν ταραχή.) Άχ! Τι νύκτα είνε αυτή!… Τι τρομερός τόπος είνε αυταί αι Αθήναι… (Ακούεται κρότος εις την θύραν).

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. (φωνάζον.) - Θέλετε τίποτε, κύριε; Τι θέλετε, κύριε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. (ανάπτων το κηρίον και ανοίγων την θύραν, προς το γκαρσόνι.) - Βρε παιδί μου… (Τρέμων.) Τι συμβαίνει, εδώ μέσα;… Τι τρέχει; τι φωναί είναι αυταί, τι πιστολιές;… Πάω να χάσω το νου μου.

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ, (σοβαρώς.) δεν ξέρετε, κύριε;

Ο ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ. - Τι να ξέρω; Τι τρέχει;

ΤΟ ΓΚΑΡΣΟΝΙ. - Απόψε δίδουν στο αποπίσω θέατρον μίαν ωραίαν παράστασιν (Με ύφος κριτικού.) Έβλεπα το δράμα από την ταράτσαν. Είνε αριστούργημα έργον κύριε. Έχει κάτι σκηνάς τραγικώτατας. Αύριο πρέπε να το ιδήτε και σεις, κύριε…

Μποέμ

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

"Η ΒΑΡΩΝΙΣΚΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ακρόπολις, 30/1/1900.

ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΗΘΗ

Η ΒΑΡΩΝΙΣΚΗ

Την ενθυμούμαι όπως ήτο εις την εποχήν της ακμής της, του θριάμβου της, της δόξης της. Εν από τα ωραιότερα κορίτσια των Αθηνών. Ανήκε εις μίαν οικογένειαν της μεσαίας τάξεως, οικογένειαν, ης όλα τα μέλη έρρεπον προς την κοσμικήν ζωήν, προς τον θόρυβον, προς τους χορούς και τας συναναστροφάς, προς τους περιπάτους και την κίνησιν, προς τα θεάτρα και τας συναυλίας. Όπου και αν επηγαίνατε, μεταξύ των πλέον στερεοτύπων φοιτητών των κοσμικών συγκεντρώσεων θα εβλέπατε, απαρεγκλίτως, στερεοτύπως και τα μέλη της οικογενείας ταύτης. Δεν εγίνετο μία συνάθροισις, μία διασκέδασις χωρίς να λείπη η οικογένεια αύτη, η απουσία της θα εσημείωνε έλλειψιν, ιδίως η απουσία της κόρης ταύτης, ήτις ήτο περιζήτητος εις όλα τα σαλόνια, όπου χορεύουν και διασκεδάζουν, όπου χαρτοπαίζουν και “κάμνουν μουσικήν” ή κάμνουν απαγγελίαν, - τότε μάλιστα, ότε προ δεκαετίας η απαγγελία είχε γίνη πολύ της μόδας εις τα σπίτια. Την κόρην ταύτην την έβλεπον και την παρετήρουν πολύ και εις τας συναναστροφάς και εις τον περίπατον, εις τα Φάληρα και εις την Κηφισσιάν. Ήτο εις από τους τύπους εκείνους των δεσποινίδων μας, δια την οποίαν λέγουν όλοι συνήθως: “-Δεν είνε ωραία, όμορφην δεν ειμπορεί να την πη κανείς αλλά αρέσει διότι είνε “ε ξ ζ α ν τ ρ ί κ”.

Και ως τοιούτον τύπον την παρετήρουν πάντοτε μετά προσοχής. Μετρίου αναστήματος, λεπτή, ευκίνητος πάντοτε χαρίεσσα, πάντοτε ενδεδυμένη μετ’ εξαιρετικού γούστου, υπερήφανος, αγέρωχος, έχουσα πάντοτε προτιμήσεις δι’όλα, από τα ασήμαντα έως τα σοβαρώτερα, από τα εκκεντρικά καπέλλα της, έως τα χρωματιστά μισοφόρια της, κτενιζομένη με απροσδιόριστον χάριν, φορούσα τουαλέττας απ’ευθείας από το Παρίσι ερχομένας, της τελευταίας ώρας της Παρισινής μόδας τουαλέττας, ακατάδεχτη διά τους πολλούς, μυστηριώδης και πολυσύνθετος δια τους ολίγους, γελώσα, ελκυστική και δεικνυομένη, διαχυτική εις όσους ξένους διπλωμάτας ή αξιωματικούς του ναυτικού ή και απλούς περιηγητάς, όσους εγνώριζε, σοβαρά ξηρά ως περγαμηνή, ψυχρά και επιφυλακτική δι’ όλους τους νέους των Αθηνών τους οποίους έβλεπεν εις τον περίπατον, ή εις τας απογευματινάς, ή εις τους μεγάλους χορούς. Δεν ενθυμούμαι να την είδον ποτέ συνοδευομένην εις τον δρόμον από ένα Αθηναίον νέον, ενώ την έβλεπον ουχί σπανίως βαδίζουσαν παρά το πλευρόν ξένου τινός μισοτρίβου ή νέου, φορούντος ενδύματα κομμένα και ραμμένα εις την Ευρώπην, σιδηρωμένα της στιγμής, φέροντα γκέττες, ασυνήθους χρωματισμού λαιμοδέτην και γάντια μοναδικής καθαρότητος.

Και εγέλα και εθορύβει παρά το πλευρόν ενός τοιούτου συνοδού της, αφοσιωμένη διαρκώς εις αυτόν, μη προσέχουσα σχεδόν καθόλου εις την πάντοτε συνοδεύουσαν αυτήν με το βραδύ και συρόμενο βήμα μαμά της, μη καταδεχομένη να ρίψη εν καν βλέμμα εις τους διαβάτας, προς τους οποίους εφαίνετο λέγουσα η υπερήφανος διέλευσίς της: “Ουφ! Τι πρόστυχοι, που είσθε!” Εις τας χορευτικάς απογευματινάς ή εσπερίδας, όσοι την έβλεπον, ενθυμούντο, ότι μόλις άπαξ εχόρευε με τινα νέον φίλον της οικογενείας της, εισερχομένη εις την αγκάλην του με μεγάλην επιφυλακτικότητα, δεικνυομένη άκαμπτος, ψυχρά, αποκρουστική, περιφρονούσα και τον χορευτήν, και τα άλλα χορεύοντα ζεύγη, και τους λοιπούς εν τη αιθούση τους ορώντας τους ορχουμένους. Μόνον, όταν εχόρευε με ξένον τινά, ή γραμματέα ή ακόλουθον πρεσβείας ή ξένον αξιωματικόν ή ξένον οποιονδήποτε τέλος, παρεπιδημούντα εις τας Αθήνας, μετεμψυχούτο όλη δια μιάς, ήλλαζεν έκφρασιν μορφής και κίνησιν σώματος και κεφαλής, και ποδών. Μετεβάλλετο τότε εις Σειρήνα, εις χαριτωμένην σιλουέτταν γυναικός πλήρους θελγήτρων και ηδονής. Έκλινεν απαλώς την μικράν και χαρίεσσαν κεφαλήν με την αβράν και λαμπράν κόμμωσιν επί του ώμου του καβαλιέρου της, στηρίζουσα την αριστεράν χείρα επίσης επί του ώμου του και περιεστρέφετο και εδονείτο μεθύουσα εξ αγαλλιάσεως, εξ απολαύσεως απείρου, ήτις εζωγραφείτο εις τους κυανούς οφθαλμούς της φωτίζοντας την συνήθως κέρινον όψιν της με λάμψιν τελείας ευδαιμονίας.

Αι άλλαι, οι άλλοι την εζήλευον τότε, σχεδόν την εφθόνουν εψιθύριζον δε σκάνοντες: “Αν δεν πάρη διπλωμάτην αυτή η κόρη δεν θα ησυχάση”. Και ως διαρκώς έκαμνε τον γύρον της μία τοιαύτη φράσις, η ηχώ από όλα τα στόματα εις την αίθουσαν απήντα με την συνήθη αθηναϊκήν κακεντρεχή ευχαρίστησιν: “Ποιά, η βαρωνίσκη αυτή;” Την απεκάλουν δε συνήθως βαρωνίσκην, εκδικούμενοι διά της λέξεως ταύτης την ακαταδεξίαν της και την υπερηφάνειάν της προς όλους και όλας. Εκείνο το οποίον δεν ηδυνάμην να εννοήσω από τον περίεργον αυτόν αθηναϊκόν τύπον ήτο, αν φύσει ήτο εκκεντρική, εσκέπτετο, ησθάνετο και συμπεριφέρετο παραδόξως προς εαυτήν και τους άλλους ή παν ό,τι έπρατε και παν ό,τι έπρατε και παν ό,τι έλεγε προήρχετο εκ τεχνικωτάτης επιτηδεύσεως. Οι περισσότεροι σχεδόν όλοι έλεγον απροκαλύπτως, ότι το παν της ήτο επιτηδευμένον και προσποιητόν.

Πολλάκις ηρχόμην να πιστεύω την γενικήν αυτήν κρίσιν του κόσμου, αλλά πάντοτε δεν ειξεύρω διατί ησθανόμην δυσπιστίαν προς την καθολικήν αυτήν πεποίθησιν. Και μου ήρεσε πάντοτε να βλέπω ως περίεργον όλως φυσιογνωμίαν την αλαζόνα ταύτην κόρην, την ιπταμένην υπεράνω των οικογενειακών της παραδόσεων, των υλικών της μέσων ακόμη και φερομένην πάντοτε εις ονειρώδη και ασύλληπτον κόσμον, περιφρονούσαν όλους και όλας τας περί εαυτήν, αδιαφορούσαν προς τα λεγόμενα δι’ αυτήν αυτήν και αγωνιζομένην αποκρύφως πως να κατορθώση να πραγματώση ίσως τα ίδιά της όνειρα, τας ιδιαιτέρας της επιθυμίας, χωρίς δυστυχώς να τα επιτυγχάνη. Ήτο δε λάτρης της ποιήσεως και της μουσικής, κατά περίεργον επίσης τρόπον εκδηλούσα την καλλιτεχνικήν της ταύτην ροπήν. Έπαιζε πιάνο, - το συνειθισμένον παίξιμον των περισσοτέρων δεσποινίδων, - γνωρίζουσα να εκτελή εκτός των βαλς των οπερεττών και μερικά δύσκολα μουσικά τεμάχια, εις των οποίων την εκτέλεσιν εδείκνυε περισσοτέραν φορτικότητα και ταραχήν, νομίζουσα, ότι επροτοτύπει ούτω, από φυσικότητα και αλήθειαν συμφωνούσαν προς την ιδέαν του συνθέτου. Ηγάπα επίσης την ποίησιν, και απήγγελλεν εις σπανίας περιστάσεις, ιδίως όταν ήτο μόνη, ή μεταξύ ξένων μελαγχολικούς στίχους του Μυσσέ, κανέν ειδύλλιον ή ελεγείον του Σενιέ, κανέν φιλοσοφικόν ποιήμα του Μπανβίλ, μερικούς στίχους του Γωτιέ, - αφ’όσα εδιάβαζεν εδω κ’εκεί και αφ’ όσα ενθυμείτο.

Αι κακαί γλώσσαι έλεγον δι’αυτην, ότι ήτο ποιήτρια και ότι μάλιστα έγραφε ποιήματα εις γαλλικήν γλώσσαν, τα οποία έστελλε προς δημοσίευσιν από καιρού εις καιρόν εις γαλλικά περιοδικά χωρίς ποτέ να λαμβάνουν ταύτα την τιμήν της δημοσιεύσεως. Εις το σπίτι της, εις τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους - με τους εντοπίους σπανίως αντήλλασσεν επισκέψεις – εφέρετο με παραδόξους τρόπους. Διηγούντο, ότι κάποτε παρουσιάσθη εις το σαλόνι της ενώπιον ξένων με πολύ βραχύ οπωσούν φόρεμα, χωρίς να φορή περικνημίδας και με μεταξωτάς σκοτεινού χρώματος γόβας, προφασιζομένη, ότι ήτο πολύ “σικ” εις ένα σαλόνι να εμφανίζεται μία δεσποινίς με γυμνούς πόδας, λευκούς, λευκοτάτους. Το γεγονός αυτό είχε κάμη μέγαν θόρυβον τότε, αλλ’αυτή, καιτοι έφθασαν οι ψιθυρισμοί μέχρι των ώτων της, δεν έδωσε καμμίαν προσοχήν εις αυτούς. Ήτο η πρώτη κόρη, ήτις προ ετών ανέβη άλλοτε επί ποδηλάτου με κοντήν εσθήτα, τότε, ότε προ τινων ετών ήτο πολύ της μόδας δια την αριστοκρατίαν το ποδήλατον και δεν είχε γίνη τούτο κτήμα και των “προστύχων” όπως λέγουν σήμερον οι φορούντες μονύελον και φαιόχρους γκαίτας.

Εις την ακτήν του Φαλήρου εθεάτο πολλάκις περιπλέουσα εις τα ανδρικά λουτρά χωρίς να ρίπτη βλέμμα δεξιά ή αριστερά της, κλείουσα τα ώτα της εις όσους υπαινιγμούς έβαλον κατ’ αυτής οι λουόμενοι άνδρες, οι τόσον ξιπαζόμενοι εκ του θεάματος αυτού… Και αιφνιδίως μίαν ημέραν η κόρη αύτη έγινεν άφαντος από τας κοσμικάς συναθροίσεις. Η εξαφάνισίς της αύτη εσχολιάσθη ζωηρώς. Αι κακαί γλώσσαι εύρον νέαν αφορμήν να εκδικηθώσι. Πολλά ελέχθησαν. Εν ειδύλλιον ήλθεν εις το μέσον, ειδύλλιον, το οποίον είχε πολύ πεζήν λύσιν. Ελέχθη, ότι η νεάνις προσεκολλήθη, ως χρυσαλλίς ελκυσθείσα από το φως, εις ξένον τινά και ότι αφού εκάησαν τα πτερά της εκ της προσκολλήσεως ταύτης ο ξένος έφυγε και αφήκε την κόρην… Έπειτα, ύστερα από καιρόν, αφού εξεθύμαναν αι διαδόσεις αύται, μίαν ημέραν επανείδον την νεανίδα εις τον δρόμον.

Είχε παραλλάξη πολύ. Είχε παχύνη, τα χαρακτηριστικά της είχον εκτραχυνθή, εν τούτοις διατήρει εντελώς την παλαιάν ιδιόρρυθμον έκφρασίν της. Μίαν στιγμήν την είδον, μόλις την παρετήρησα… Μετά πολύν πάλιν καιρόν εγνώσθη, ότι η νέα υπανδρεύθη φευ ουχί διπλωμάτην ή ξένον αξιωματικόν, αλλά κάποιον έμπορον, εμπορευόμενον εις τας επαρχίας και τον Πειραιά. Προχθές εκαθήμην εις μίαν μπύραν, ότε ενώ η μικρά ορχήστρα της αιθούσης έπαιζε μίαν τρελλήν “γκαβότταν” μ’ ενοχλούσε μία φωνή μισοτρίβου τινός γυναικός λεγούσης με ύφος επιστημονικόν προς την άλλην μισότριβον κυρίαν:

- Παίρνεις, κυρά μου, δεκαέξ αυγά και κτυπάς τους κροκούς των με διακόσια δράμια ζάχαρι, τα δουλεύεις και αφού ασπρίσουν καλά ρίχνεις μέσα εκατό δράμια αλεύρι και τέσσαρες γαλέτες κοπανισμένες ψηλά και περασμένες από μία σίτα. Ύστερα κτυπάς εις άλλο αγγείον τα ασπράδια για να γίνουν μαρέγγα, τα ενώνεις όλα μαζύ, αλείφεις την φόρμα βούτυρο και τα ρίχνεις μέσα και τα στέλνεις εις τον φούρνον. Το παντεσπάνι αυτό για βούτημα είνε ωραίο, αρκεί να το φουσκώση καλά ο φούρνος….

Εστράφην και είδα την μισότριβον οικοκυράν. Ήτο η δυστυχής βαρωνίσκη της άλλοτε.

Μποέμ