Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

"ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Τι μπορεί να κάνει μιά φασολάδα...

Ευθυμογραφική εβδομαδιαία επιθεώρησις “Σκριπ” 13/3/1894

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Η Μικρά επανήρχετο από την περιπλάνισίν της εις τους χλοερούς δρομίσκους περιχαρής και πηδώσα, φέρουσα μεγάλην δέσμην ανθέων κοπέντων μακράν των βλεμμάτων του φύλακος του βασιλικού κήπου. Επλησίασε και εξεπλάγη ιdούσα παρά το πλευρόν της ευειδούς παιδαγωγού της νεαρόν κύριον σφίγγοντα περιπαθώς τας χείρα της, κατατρώγοντα αυτήν δια βλεμμάτων φλογερών και είπεν αφελώς:

- Ω, ένας κύριος…

Δεν επρόσεξαν καθόλου την εμφάνισήν της και εξηκολούθησαν. Εκείνος έσφιγγε περιπαθέστερον τας χείρας της, τας έφερε σχεδόν εις τα χείλη του, ενώ εκείνη με κατεβασμένα μάτια εδείκνυε αντίστασιν θελκτικήν. Το παν ήρεμον και μυροβόλον και εξερεθιστικόν γύρω εις την απόκεντρον φωλιάν του απέραντου κήπου!

Αίφνης εκείνη εις την ερωτικήν των διάχυσιν, την παρατεινομένην τόσον γλυκά και τόσον αναταράττουσαν τον οργανισμόν της, έδειξε σημεία εσωτερικής ανησυχίας. Το προσωπάκι της υπό τον λευκόν διαφανή πέπλον έκαμε μορφασμούς προκλητικούς ώστε εκείνος ελiγοθυμούσε σχεδόν. Αλλ’ η εσωτερική αγωνία της επηύξανε. Το μικρόν της πρόσωπον έγινεν ερυθρότερον των πρώτων ρόδων της ανοίξεως. Έννοιωθε κάτι τι να ταράσσεται βαθειά εις την κοιλίαν της, ηγωνία ολόκληρος και ήρχισεν να ωχριά. Τρόμος διέτρεξε τα μέλη εκείνου. Θεέ μου τι είχεν!… Η καρδία της έπασχεν; Ίσως η υπερβολική θερμότης των ερωτικών του εκδηλώσεων, ίσως η συγκίνησις του έρωτός της, ίσως το πολύ της αίσθημα. Α! Ήτο τρομερόν και ανεσηκώθη έντρομος, σφίγγων έκφρων, φρικωδέστερον τας χείρας της.

- Θεέ μου! Τι έχετε; Συνεκινήθητε τόσον! Ά διατί να σας συναντήσω! Διατί να γίνω παραίτιος δυστυχήματος!

Εκείνη συνήλθε κάπως, η δε Μικρά προσέθηκε με ύφος κλαυθμηρίζον:

- Καλά να πάθης, αφού δεν άκουσες την Μαμά και έφαγες τρία πιάτα φασόλια!

Μποέμ

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

"ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ” 13 Αυγούστου 1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

(Από τις ιστορίες ενός Ρεπόρτερ)

Είταν από τους περίεργους εκείνους τύπους μέσα στην Αθήνα, που γι αυτούς η ζωὴ είνε αληθινό βάσανο. Από τους κοινωνικούς εκείνους τύπους, που προσπαθούν να φαίνουνται στην κοινωνία, ν' ανακατεύουνται στον κόσμο, που τρελλαίνονται να τους βγάζουν το καπέλλο στο δρόμο, όσο το δυνατόν περισσότεροι διαβάτες, που μπαίνουν παντού, που κομψεύονται, που περνούν για γνωστοί, που προσπαθούν να γίνουν μέρα με τη μέρα κάτι τι, που δείχνονται ανώτεροι απ' ό,τι είνε, που ελπίζουν και που φιλοδοξούν μεγάλα πράμματα, που κρύβουν την φτώχεια τους και την κακομοιριά τους. Και όση μεγάλη είνε η υποκρισία τους, τόσο φοβερά είνε τα βασανά τους. Από το πρωΐ ως το βράδυ η ζωή τους είνε ατέλειωτο μαρτύριο. Έχουν να πολεμήσουν όχι μόνο με την ανάγκη της ζωής, αλλά και με την κοινωνική ανάγκη, που απαιτεί μεγάλες θυσίες, λεπτή υπόκριση, μεγάλη τέχνη, και εξυπνάδα ακόμα. Έχουν να πολεμήσουν με όλα, χωρίς να έχουν πεντάρα στην τσέπη τους.

Φτωχοί μικροϋπάλληλοι, βιοπαλαισταί που αξίζει να τους συγχαρή κανείς για την επιτειδηοσύνη τους, κατορθώνουν και ζουν και φαίνονται με βάσανα και με όνειρα.
Ένας απ’ αυτούς είταν και αυτός. Υπάλληλος ς’ ένα συμβολαιογραφείο, είχε κολλήση εκεί μέσα από μικρό παιδί, εβδομήντα το πολύ δραχμές το μήνα, αντιγράφοντας όλη την ημέρα, χωρίς οικογένεια ευτυχώς κατώρθωνε περισσότερα απ’ ό,τι κατώρθωναν οι συνάδελφοί του που είχαν το ατύχημα να συνοδεύουν στο δρόμο αδερφές. Εβδομήντα μόλις ψωροδραχμές τι να κάμουν για ένα γκαρσόνι που θέλει να βγαίνη έξω με καθαρό φωκόλ, με φρέσκη κραβάτα, με καινούργιο παντελόνι, με ζακέ ή σακκάκι αλέκιαστο, με βερνικωμένα παπούτσια. Εβδομήντα ψωροδραχμές για ένα νέο που θέλει να κορτάρη στο Ζάππειο κάθε βράδυ, να κατεβαίνη μιά φορά το πολύ την εβδομάδα στο Φάληρο, να πίνη το ούζο του ή να τρώγη το παγωτό του στου Γιαννάκη, να στολίζη την μπουτονιέρα του. Εβδομήντα ψωροδραχμές που θέλει να φάη, να πληρώση το νοίκι, να πλυθή, να κουρευθή, να κάμη και τα γλεντάκια του κάποτε κάποτε!

Όλη αυτή η αντίθεση της δυστυχίας του, των βασάνων του προς τη ζωή την πλούσια, προς τη ζωή την ανοιχτή, προς τη ζωή του γλεντιού των άλλων, που τον χτυπούσε κατάμουτρα όπου κι αν πήγαινε, του γέμιζε τα στήθη πάντοτε από μιά πικρία απερίγραπτη. Φύσει μικροφιλότιμος και ψιλοπερήφανος είχε να παλαίση πιό πολύ ακόμα με τη ζωή από όλους τους ανθρώπους του είδους του. Κοκκίνιζε, γίνουνταν φλόγα, αν τύχαινε να τον πη κανείς φτωχό, δάγκανε τα χείλη του από μανία, όταν άκουγε να λέη στο γραφείο του κανένας συνάδελφός του:
- Καημένε Κώστα, φτωχοί άνθρωπο είμαστε, τι τα γυρεύεις!…

Το αιώνιο αυτό μαρτύριο, να φαίνεται ανώτερος από τα οικονομικά του, να μη καταλαβαίνουν στον δρόμο σαν περνούσε, πως είταν φτωχός, τον είχε κάμη πολύ παράξενο. Κανείς από τους συναδέλφους του, από τους φίλους του δεν ήξερε που κάθουνταν, που έτρωγε, πως περνούσε. Όταν έβγαινε από το δωμάτιό του, μιά σωστή τρώγλη μέσα σ’ ένα βρωμερό σοκάκι της Πλάκας, κοιτούσε πρώτα από το παράθυρό του κρυφά στο δρόμο μήπως περνούσε κανείς γνώριμός του, και τον έβλεπε, έπειτα πετιώνταν ορμητικά από την πόρτα του έξω κ’ έπαιρνε ένα ύφος αμέριμνου διαβάτου που τραβούσε το δρόμο του, σαν πρώτη φορά να περνούσε απ’ αυτό το μέρος, απ’ αυτό το δρόμο. Μαρτύριο γι’ αυτόν πιό μεγάλο είταν η πληρωμή κάθε μήνα του ενοικίου του. Ως ότου που οικονομούσε τις δέκα δραχμές έφτυνε αίμα. Πολλές φορές δεν έτρωγε ολόκληρη μέρα παρά μιά πάστα επιδεικτικώς στο ζαχαροπλαστείο το βράδυ που περνούσε ο κόσμος. Και έδινε τα 35 λεπτά του και μία πεντάρα για πουρ-μπουάρ στο γκαρσόνι με μιά αφέλεια εκατομμυριούχου, αν και ήξερε πολύ καλά πως μιά πεντάρα του έμεινε ακόμη στη τσέπη του για τη πρωϊνή κουλούρα του. Τα ευτυχισμένα βράδια του ή τα μεσημέρια του χώνονταν κρυφά σα κλέφτης μέσα σ’ ένα μπακάλικο, σε καμιά ταβέρνα εκεί κοντά στην Αγορά και έτρωγε βιαστικά μιά δεκάρα τυρί και μιά δεκάρα ψωμί, ή κανένα σηκωτάκι απ’ εκείνα που τηγανίζουν οι μάγειροι μπροστά στις ταβέρνες απάνω στη μικρή φουφού τους, έπινε ένα εκατοσταράκι ρετσίνα και έφευγε πάλι δειλά, μυστικά, με τρόπο να μη τον δη κανείς γνωστός του.

Όταν περπατούσε στο δρόμο έπαιρνε μία πόζα και μία αφέλεια μαζί αρχοντόπουλου. Χαιρετούσε ευγενικά, με λεπτή κίνηση, μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο. Όταν περνούσε μπροστά του καμιά καλλονή, αρχοντοπούλα, γίνουνταν λεπτός, λεπτός, μη μου άπτου, ίσιαζε με γλήγωρο κίνημα του χεριού του το λαιμοδέτη του και το μουστάκι του και γέμιζε τα μάτια του από ατελείωτη γλύκα κολλώντας αυτά επίμονα απάνω της, και χαμογελώντας, ενώ μέσα από τα δόντια του μόλις έβγαινε ένα ψιθύρισμα:
- Πάρε με ντε, να
δης πέταμα τα παλιοσυμβόλαια!...

Ζούσε αιώνια με όνειρα· λησμονούσε τα βασανά του όλα μπροστά στη θερμή ελπίδα “να μπλέξη με καμιά που να τον έχη τον βαμβακόσπορο!” Και πάντα μέσα στα μεγάλα όνειρά του, ενώ αντέγραφε στο τραπεζάκι του συμβόλαια ή περπατούσε στους δρόμους διαλογιζόταν πως μπορούσε να μπλέξη τόρα μ’ εκείνη, έπειτα με την άλλη. Από τις εξήντα χιλιαδίτσες που ωνειρεύουνταν έπαιρνε πολλές φορές τόσο δρόμο, ώστε να φθάνη και στο εκατομμύριο. Και ψιθύριζε κάποτε μονάχος του μέσα στα όνειρά του.
- Και τι παράξενο είταν αυτό να γίνη; Γιατί να μη βρεθή καμιά και γι’ αυτόν; Να ζηλέψη τα νιάτα του. Να του δώση τον παρά της, να της δώση τη νιότη του, την ομορφιά του, τη θέλησή του. Πως θα εργάζουνταν τότε! Πως θα πήγαινε μπροστά, πολύ μπροστά, πως θα γινόταν μεγάλος. Πως θα ένοιωθε κι αυτός τη ζωή, τον κόσμο !…
Και έφερε το χέρι του στη τσέπη του να βρη ένα τσιγάρο και … κολλούσαν τα νύχια του θυμωμένα στο αδειανό πανί!

Όταν μια μέρα έξαφνα αρρώστησε βαρειά, πολύ βαρειά. Καθώς πήγαινε πρωί, πρωί στο γραφείο του χωρίς παλτό, πούντιασε. Έτρεξαν οι συνάδελφοί του να τον βοηθήσουν. Τον έπιασε ντροπή, όταν τους είδε μέσα στο σπίτι του, στο βρωμοδωμάτιό του. Αλλά τι να έκανε; Δάγκασε τα χείλη του τόσο, που μια γραμμίστα αίμα φάνηκε γύρω τους. Η αρρώστεια τραβούσε εμπρός. Ένας φίλος του εφρόντισε για να τον πάνε στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Με χίλια βάσανα τα κατάφερε. Όταν του το είπαν λιποθύμησε από την είδηση αυτή.

- Εγώ στο Νοσοκομείο! Ψιθύρισε με θλίψη, όταν συνήλθε, τι ταπείνωση!... Αλλ΄ υπεχώρησε τέλος. Η ανάγκη, η μεγάλη φτώχεια τον έκαμαν να κλείση το θυμό του στα στήθη του, να πνίξη όλη την υπερηφάνεια του και την φιλοτιμία του. Τον πήγαν μ΄ένα αμάξι στον Νοσοκομείο.
Την άλλη μέρα ο καθηγητής της Κλινικής που τον πήγαν στις 9 το πρωί μπήκε στην αίθουσα μαζί με τους μαθητάς του. Άρχιζε η ιατρική επιθεώρηση μαζί με τη διδασκαλία των φοιτητών. Και ο φτωχός άνθρωπος καθώς έβλεπε όλο το πλήθος των νέων εκείνων με τον μισότριβον καθηγητή στη μέση να πλησιάζουν από στιγμή σε στιγμή, από κρεββάτι σε κρεββάτι προς αυτόν, άρχισε να κλαίη σιγά σιγά. Θα
έπιπτε σε τόση ταπείνωση! Να διδάξουν απάνω στο σώμα του! Όλα λοιπόν τα θερμά όνειρά του, όλες οι ελπίδες του τελείωναν μέσα στο Νοσοκομείο! Και τι είταν η σωματική αδυναμία του, ο πόνος του οργανισμού του μπροστά στον πόνο της ψυχής του, μπροστά στο βαθύ κέντημα της φιλοτιμίας του, της υπερηφάνειας του; Λογισμοί κακοί, λογισμοί πικροί του έρχουνταν. Του φάνηκε πως πέθαινε, πως τον πήγαιναν απάνω στα τραπέζια του Ανατομείου, και έβλεπε τα μέλη του, τις σάρκες του να τις κόβουν, να τις ανακατεύουν με τα μαχάιρια τους γελαστοί οι φοιτηταί. Κρύος ιδρώτας τον τσάκισε, η αναπνοή του πιάστηκε, δύσπνοια, στενοχώρια του έπνιγε τα στήθη, το λαιμό. Έσυρε το σκέπασμά του και έκρυψε το κεφάλι του βαθειά, βαθειά.

Ως τόσο τα βήματα των φοτητών και του καθηγητού ολοένα πλησίαζαν. Κάθε βήμα τους είταν και μιά μαχαιριά στην καρδιά για το δυστυχισμένο νέο. Όταν τέλος σίμωσαν στο κρεββάτι του. Ένιωσε ένα χέρι βαρύ να του σύρη το σκέπασμα. Θέλησε ν’ αντισταθή, αλλά δεν δεν είχε τη δύναμη.
- Έλα παιδί μου, μη φοβάσαι, μην ντρέπεσαι, δεν θα σε φάμε, είπε ο μισότριβος καθηγητής, ξεσκεπάζοντάς τον.

Άνοιξε τότε τα μάτια του, τα μεγάλα και αλλόκοτα από τον πυρετό, είδε γύρω τόσα κεφάλια να τον κοιτάζουν περίεργα, και κίνησε ως τ’ άκρα των αυτιών του, ανασηκώθηκε κομμάτι με πόνο, και είπε με φωνή που είχε βάλη όλη τη δύναμή του για να φανή φυσική:

- Μπα! Τι έχω να φοβηθώ; τι έχω να ντραπώ;… Για την Επιστήμη εγώ, κάνω κάθε θυσία!…

Μποέμ


Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

“Ο ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΜΜΗΣ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ” 2 Δεκεμβρίου 1896
ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΜΜΗΣ (Απὸ τις «Ιστορίες ενὸς Ρεπόρτερ»)

Όσοι προ πέντε χρόνων ανέβαιναν στο Υπουργείο των Οικονομικών θα τον ενθυμούνται ακόμη τον μπάρμπα Γιώργην. Ήτο ένας από τους γραφείς εκείνους, που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον στα Υπουργεία. Λείψανο της φουστανελλοφορούσης υπηρεσίας των Υπουργείων. Υψηλός, κατάψηλος, τσιλιγκρός, εφορούσε το εθνικόν ένδυμα με όση λεπτότητα φιγουράρει τις νουβωτέ της μιά υψηλή, ξανθή αριστοκράτις κυρία, τόσο γνωστή στα εμπορικά, τρεις φορές την εβδομάδα, με το στιλπνό κουπέ της και τα στιλπνότερα ολόμαυρα ουγγαρέζικα άλογά της. Δεν υπάρχει πεζότερο πράγμα από την φουστανέλλα της λεβεντιάς και της νιότης. Και την ομορφιά αυτή την είχε ολάκερη ο μπάρμπα-Γιώργης, αν και πενηντάρης άνθρωπος. Μιά γενιά ολόκληρη με τα φλογερά αισθήματά της, με τα εθνικά όνειρα, με τις μεγάλες ελπίδες είταν ζωντανή μέσα στο λιγερό κορμί του. Όσες φορές τον έβλεπα ανεβοκατεβαίνοντας το Υπουργείο δεν ξέρω γιατί η μορφή του, το παράστημά του, τα λεπτά του χαρακτηριστικά, μου ενθύμιζαν μόλις μιά μορφή γλυκειά, όσο και αλησμόνητη, που μόλις περνά τόρα μέσα στη φαντασία μου – το Γιώργο το Παράσχο. Και καθώς τον έβλεπα και τον πλησίαζα, και αλλάζαμε δυο λόγια, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, αναζούσε στα λόγια του όλη εκείνη η ζωή η προ και μετά το 62, η ζωή εκείνη η γεμάτη από πολιτικούς μεγάλους αγώνες, από σοβαρώτερα εθνικά γεγονότα, από όνειρα και ιδεώδη, που σήμερα δύσκολα να τα βρη κανείς μέσα στην κοινωνία μας, στα στήθη μας, στην καρδιά μας.

Όλοι στο Υπουργείο τον αγαπούσαν τον σέβονταν μπορεί να πη κανείς. Αυτός είχε κουρασθή προ καιρού με τα πολιτικά, κ’έμεινε πάντα ξένος από την πολιτική της ημέρας, κ’ έτσι είχε κατορθώση να τον αφήνουν τα κόμματα πάντα στη θέση του. Υπουργεία έπεφταν, κυβερνήσεις καινούργιες ερχόταν, αυτός κρατούσε πάντα τη θέση του. Και στο γραφείο του δε μπορούσε να πη κανείς πως δεν ήταν η ζωή, η πνοή της υπηρεσίας. Είχαν συνηθίση όλοι να τον ακούνε, να του ζητούν τη γνώμη του σ’ όλα· ήταν ένα είδος προϊσταμένου αυτός, που δεν είχε τα προσόντα για να προαχθή. Πρωί, πρωί, ήταν πρώτος στην υπηρεσία του· η μόνη του απόλαυσις ήταν το ρουμάκι και το τσιγάρο· προ του ν’ αρχίση τη δουλειά του ήθελε να πίνη κάνα δυό ποτηράκια, ενώ εργαζόταν το τσιγάρο δεν έπρεπε να του λείπη από το στόμα. Όλοι τον έλεγαν στο Υπουργείο, στο καφενείο, στη γειτονιά του, ο άντρας της μαμμής. Έτσι ήταν γνωστός σ’ όλους, γιατί η γυναίκα του ήταν η πιό περίφημη μαμμή της Βάθειας.(*) Και η γυναίκα του ήταν που διατηρούσε το σπίτι, που τον έκανε να φαίνεται πάντα καθαρός, κομμάτι κουβαρντάς στον κόσμο. Ο ψωρομισθός ο δικός του τι να του έκανε. Η μαμμή ήταν που έβγαζε όλα τα έξοδα του σπιτιού και καθώς δεν είχαν παιδιά στο σπίτι τους ήταν μιά χαρά να πηγαίνη κανείς. Ήταν ένα σπιτάκι εκεί κάτω στη Βάθεια, που νόμιζε κανείς πως η ευτυχία κατοικούσε εκεί μέσα. Θυμούμαι μιά φορά του Άη Γιωργιού που πήγαμε καμπόσοι φίλοι να του κάμουμε βίζιτα όλοι ζηλέψαμε το σπιτάκι εκείνο.

Περιποιημένο, καθαρό, στολισμένο με τη λαϊκή εκείνη καλαισθησία, που συγκινεί κάποτε περισσότερο αφ’ ότι θαμπόνει η λάμψη του πλούτου. Μέσα στο σπίτι όλα είταν της παλαιάς εποχής. Ο δίσκος γεμάτος από κούπες γλυκό, από ποτηράκια με μαστίχες, με κονιάκ είταν τοποθετημένος στο μεγάλο τραπέζι της μέσης. Απ’ αυτόν τραταρίζονταν, όπως και στις επαρχίες, οι επισκέπται. Όλη η γειτονιά, πολλοί από την Πλάκα, από το Ψυρρή μπαινόβγαιναν στο σπίτι, και προ του να μπουν στη σάλα, ακούονταν απ’έξω ακόμη η φωνή τους χαρούμενη: “Και του χρόνου!… Έτη πολλά!”. Γελαστός ο άντρας της μαμμής, γελαστή η μαμμή δέχονταν όλον αυτόν τον λαϊκόκοσμο, κάποτε δε και κανένα γνωστό της οικογενείας με ρεδικότα, με μαύρο καπέλλο, και με γάντια, που έρχονταν και έκανε μιά βίζιτα ετικέττας και σ’ αυτό το λαϊκό σπίτι, σοβαρός, σοβαρώτατος. Τα γειτονόπουλα γύρω είχαν μαζευθή στην αυλή κάτω και έτρωγαν γλυκά, και έπαιζαν, και εφώναζαν… Είταν η τελευταία αυτή χαρά του μπάρμπα Γιώργη και της μαμμής.
Ύστερα από λίγες μέρες η γυναίκα του αρρώστησε· κάθησε δύο μήνες στο στο κρεββάτι, παιδεύτηκε απόνα απόστημα, και τέλος πέθανε.

Η δυστυχία τότε κτύπησε κατακέφαλα τον φτωχοϋπάλληλο. Τον βλέπαμε και τότε στο Υπουργείο, αλλά πολύ λυπημένο, πάντα σκεπτικό, με λιγώτερα σιγάρα τόρα, με κάποια αταξία στο ντύσιμό του. Έλειψε η μαμμή, έλειψαν τα κέρδη, και απόμεινε μόνο αυτός με το ψωρομισθό του, με την καρδιά του και την τσέπη του αδειανή. Όσο πήγαινε φαίνεται υπόφερε οικονομικώς και ψυχικώς. Είχε χάση και τη λεβεντιά του, και τη χάρη του.

Το μαύρο κρεπ που είχε στο φέσι του για πένθος έδειχνε το κίτρινο πρόσωπό του τόρα πια κίτρινο, πιο λυπημένο μέρα με την ημέρα. Τα μάτια του που άρχισαν να σβύνουν φανέρωναν πως η ζωή έφευγε γιά πάντα από την ύπαρξή του.

Ένα απόγευμα θυμούμαι περνούσα εμπρός από το γραφείον του, όταν τον απάντησα να βγαίνη αγάλι’ αγάλια κρατώντας ένα χαρτί στα χέρια του, άψυχα, χαιρετώντας λυπημένα τους συναδέλφους του, μ’ ένα τρόπο σαν να τους έλεγε: σας αφήνω όλους για πάντα.
Στάθηκε λίγο στην πόρτα και ξαναγύρισε και κοίταξε το τραπεζάκι του που έγραφε συνήθως. Μπροστά σ’ αυτό το τραπέζι ήταν ένας νέος, ένα παιδί, κομψευόμενο, ζωηρό, που άναβε το τσιγάρπ του, με την πέννα κολλημένη στ’ αυτί του.
- Έ, μπάρμπα Γιώργη, καλή μέρα του είπα, τι νέα έχομε;

Με κοίταξε με το ίδιο εκείνο λυπημένο ύφος που κοίταξε όλους τους άλλους, το γραφείο ολόκληρο, και είπε:
- Τόρα νέα γυρεύεις από μ’ενα, παιδί μου; … Άλλοι από σήμερα θα σου λέν νέα, εγώ πήρα το πασαπόρτι μου… Και μου έδειχνε ένα χαρτί, την παύση του. Τον κοίταξα έκπληκτος. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μαζί τις γέρικες σκάλες του Υπουργείου αγάλι’ αγάλια, άφωνοι.

Όταν βρεθήκαμε κάτω από τον κήπο της Αστυνομίας, ο άντρας της μαμμής στάθηκε κομμάτι απάνω στο πεζοδρόμιο και κοίταξε πολύ το παλιό κτίριο του Υπουργείου.
Η χρυσή λιακάδα του Γενάρη το έλουζε από κύματα φωτός ξανθού, ολοχρύσου. Κόσμος, υπάλληλοι, επαρχιώται, βουλευταί, κομματάρχαι έμπαιναν και έβγαιναν, άλλοι στη μεγάλη πόρτα του Υπουργείου, άλλοι στο Κεντρικό Ταμείο μ’ έγγραφα, με χαρτόσημα στα χέρια, παραμάσχαλα, απησχολημένοι, βιαστικοί. Όλη η ζωή του Υπουργείου, η καθημερινή, η τακτική, η ίδια ξεχυνόταν εκεί για τελευταία φορά στα μάτια του. Αυτός που την είχε νιώσει κατάβαθα, που είχε ζήση μεσ’ αυτή τη ζωή τόσα χρόνια, με τη λυπημένη εκείνη ματιά του την αποχαιρετούσε εκείνη τη στιγμή γιά πάντα. Η ζωή που χάνεται, και η ζωή που έρχεται ζωγραφίζονταν πολύ θλιβερά σ’ αυτή τη μικρογραφία μπροστά στα μάτια μου. Και όλη η πικρή λύπη που νιώθει κανείς, όταν αφίνη, όταν αποχαιρετά τη ζωή του κόσμου, τη δική του τη ζωή, τη ζωή πού έζησε τόσα χρόνια, και που του φέρνει τόσες ενθύμησες και βλέπει να έρχεται να πιάνη τη θέση του άλλη ζωή καινούργια, άλλη ζωή με καινούργια αισθήματα, με την όρεξη της νιότης της, με τη λάμψη νέων σκέψεων και νέων ονείρων, με τη χαραυγή νέου ορίζοντος, ξαπλώθηκε στη ψυχή του, στη μορφή του και φανερώθηκε με μιά τόση δυνατή έκφραση, μ΄ένα τόσο παράπονο του ατόμου, που το συνεπαίρνει το σάρωμα του χρόνου και η εκμηδένιση του παντός, που είνε τόσο πικρότερο κάποτε, όταν έρχεται από την πιό ασήμαντη ύπαρξη ς’ αυτό τον κόσμο – μ’ αυτά τα λόγια μονάχα:
- Πάει, εμείς τόρα εξοφλήσαμε με τη ζωή, με τον κόσμο· ας έλθουν οι άλλοι να ζήσουν, να χαρούν !...

Και απομακρύνθηκε. Ύστερα από μιά βδομάδα ένας γραφεύς του Υπουργείου μου έλεγε ένα άλλο απόγευμα:
- Νέα θέλεις σήμερα; Ο άντρας της μαμμής σ’ άφησε χρόνους χτές· το πρωί είχαμε την κηδεία του…

Μποέμ


_________________

(*) Η Βάθεια (σημερική Πλατεία Βάθης), πήρε το όνομά της από το χαμήλωμα του εδάφους, όπου λίμναζαν τα νερά του χειμάρρου Κυκλοβόρου. Από εκεί περνούσε ο δρόμος του Μενιδίου (Αχαρνών), μέσα από την κοίτη του ρέματος που κάποτε καλύφθηκε και αποτέλεσε την σημερινή οδό Μάρνη.


Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

"ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΑΟΥΣΤ" ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ” 3 Ιουλίου 1896

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΑΟΥΣΤ (Απὸ τις «Ιστορίες ενὸς Ρεπόρτερ»)

Άποψη της Σμύρνης το 1910

Κάτω εκεί στην Κολοκυθού (*) μέσα στις ψηλές λεύκες και στα μυροβόλα περιβόλια ξέρω ένα μικρό καφενεδάκι ποιητικώτατο. Έχει δροσιά, πρασινάδα, περίσσια αγροτικὴ χάρη, και κάποτε την περασμένη άνοιξη περνούσα πολλὲς ήσυχες ώρες το πρωί, ἡ τ᾿ απόγευμα μέσα στις τριανταφυλλιές του, αποκάτω απ' τις ανθισμένες ροδακινιές του. Στο καφενεδάκι αυτό μαζεύουνταν όλοι οι γύρω περιβολάρηδες, οι καρροτσέρηδες που στέκουνταν κομμάτι εκεί για ανάπαυση και αρκετοί Αθηναίοι έμποροι, υπάλληλοι με τις φαμελιές τους αφίνοντας μπόλικο άρωμα μπουρζουαζὶ από κάτω απ᾿ τα πράσινα κλωνάρια του κήπου. Δύο τρία γκαρσόνια κουτσαβάκηδες σερβίριζαν όλους αυτοὺς τους πελάτες ανάκατα.

Όπως πάντα και κείνη την ημέρα είχα ξαπλωθή σε μια καρέκλα και χάζευα κοιτάζοντας μια θεόρατη λεύκα καταπράσινη από την πανύψηλη κορφή της έως κάτω, που το βραδυνό αεράκι την έκανε ν᾿ ανατριχιάση μ᾿ ένα αδιάκοπο φρου-φρου μεθυστικώτερο κι από φρουφρού ποδόγυρου. Ο ήλιος κάτω στο Δαφνί έρριχνε λουξές τις κατακόκκινες αχτίδες του στις ψηλές καμινάδες που ύψωναν στο γαλανό ουρανό οι φάμπρικες του Φαλήρου, τα μαγκανοπήγαδα δουλεύαν στην εξοχή και άρια και που ακούονταν το σφύριγμα και το τραντάρισμα του Τραμ που περνούσε στο δρόμο.

Αντικρύ μου κάθουνταν ένας σαραντάρης ανθρωπάκος και ρουφούσε πότε το σιγάρο του, πότε τον καφέ του, με τώνα ποδάρι απάνω στ᾿ άλλο. Κάποτε μου έρριχνε κάτι ματιές που φαίνουνταν σα να ζήλευε κάτι τι σε μένα. Άξαφνα μια στιγμή γυρίζει και μου λέει με μιά φωνή ανθρώπου σκασμένου γιὰ κουβέντα.

Ωραία εσπέρα απόψε, έ, κύριε;

Ναι, ψιθύρισα κομμάτι πειραγμένος.

Όταν είνε κανείς νέος, εξηκολούθησεν ο σαραντάρης ανθρωπάκος σιμώνοντας το κάθισμά του κοντήτερα προς το μέρος μου, δὲ μπορεί παρά να βρίσκη όλα όμορφα και μάλιστα την άνοιξη, έ; και έρριξε μια μελαγχολική ματιά κάτω προς τη δύση, πολύ κάτω ακόμα σα να θυμήθηκε κάτι πολύ θλιβερό.

Εκείνη τη στιγμή μιά πορτίτσα ξύλινη του κοκκινόχωματου τοίχου εκεί κοντά έτριξε, πάμ! άνοιξε δυνατά και φάνηκε πηδώντας ορμητική πίσω από το περιβόλι μ᾿ένα καλάθι στο κεφάλι, μια παιδούλα γελαστή, νόστιμη. Είταν όλη γεμάτη αγροτική ζωή. Ένα κεφαλάκι με σκορπιστά σγουρά μαλλιά, με μεγάλα κομμένα μαύρα μάτια, με γυμνά τριανταφυλλένια μπρατσάκια, με τα βυζάκια της μόλις μπουμπουκιασμένα, με κάτι ολοστρόγγυλες γυμνές γάμπες, ξυπόλυτη, γεμάτη υγεία και δροσιά, κάτι τι αναμιχτό από κορίτσι και γυναίκα μαζί. Διάβηκε μπροστά μας γλήγωρα, βιαστική, με κάτι κουνήματα νευρόσπαστου, αφού μας έρριξε μια κρυφή ματιά χαμογελώντας.

Ὁ σαραντάρης είχε ανάψη αυτή είχε χαθή πέρα στο βάθος του δρόμου κι αυτός κοίταζε ακόμα γυρισμένος προς το μέρος που χάθηκε, γεμάτος συγκίνηση, ταραχή, με τα μάτια του γεμάτα επιθυμία, με μιά έκφραση που φαίνουνταν πως ήθελε ξαφνικά να το πιπιλίση, να το δαγκάσει, να το ρουφήξη το μικρουλάκι εκείνο, χαμήλωσε πιο ταραγμένος τα μάτια του σα μ᾿ είδε να τον βλέπω με κάποια ειρωνεία. Έπειτα είπε μ᾿ ένα στεναγμό:

- Σου έκαμε αίσθηση βέβαια που μ' είδες να κοιτάζω έτσι ένα κοριτσάκι; Αν ήξερες όμως, κύριε, τί νιώθω αυτή τη στιγμή μέσα μου· τι είδος επανάσταση που γίνεται μέσα στο αίμα μου, στο κεφάλι μου, στην καρδιά μου. Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος· δεν είμαι ίσως ο μόνος μέσα στην Αθήνα, άλλα τί σημαίνει· είμαι πολύ δυστυχισμένος. Αλλά θα σας κουράζω με τη φλυαρία μου;
- Μπα καθόλου, είπα εγκαρδιόνοντάς τον τόρα αρκετά περίεργος με τις κουβέντες του.

- Ε, τότε ας σας μιλήσω ξάστερα. Θα το πιστεύσετε, κύριε; Δεν έχω αγαπήση ακόμα γυναίκα στη ζωη μου, και όμως είμαι απάνω από σαράντα χρόνια. Έως τα τόρα δε μου φαίνουνταν τίποτε αυτό, μα είνε καμπόσος καιρός τόρα που αγριεύω σαν ταύρος. δεν αγάπησα, δε γλέντησα, δεν ένιωσα νιότη, ζωή, δεν έκαμα τρέλλες, δε ξενύχτησα σε χαρτιά, σε καρέ κον σέρ, με γυναίκες, με κοκκότες. Τίποτε απ'αυτά, τίποτε. Όχι γιατί δεν τα ήθελα, άλλα γιατί δε μπόρεσα να τα κάμω. Δώδεκα χρόνων έμεινα ορφανός από μητέρα, εγώ και δύο αδερφές μου. Ο πατέρας μου είταν αυστηρός άνθρωπος. Με βασάνισε με τη μελέτη περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Άπό μικρό παιδί χειμώνα καλοκαίρι κλεινόμουνα στο δωμάτιό μου και διάβαζα, διάβαζα· ο λίγος καιρός που μόμεινε τον περνούσα κάμνοντας αντίγραφα ενός δικηγόρου φίλου μας γιατί τα οικονομικά δὲ πήγαιναν καλά! Έτσι έβγαλα το γυμνάσιο με χίλια βάσανα. Κατόπι άρχισαν τα μαρτύρια στο Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου πέθανε πρὸ του να πάρω δίπλωμα. Οι αδερφές μου μέμειναν πάντα στην πλάτη μου. Πέντε χρόνια έλυωσα στη μελέτη σπούδαξα δικηγόρος· κανένα μέσον δεν είχα· έπρεπε να γίνω πολύ δυνατός για να πάρω χαρτί. Ω, εκείνη η μελέτη! Νύχτα μέρα κλεισμένος σε μια καμάρα μισοσκότεινη με το κεφάλι μέσα στα χέρια μου, με τα μάτια κολλημένα στις σελίδες των βιβλίων. Το δυστύχημα είταν πως είμουνα στενοκέφαλος· δεν είχα καθόλου αντίληψη κ᾿ έπρεπε να διαβάζω ένα ζήτημα είκοσι φορές για να το καταλάβω. Έτσι πέρασαν για με πολύ σκληρά χρόνια. Πήρα τέλος το χαρτί, την άδεια. Νομίζετε πως τελείωσαν τότε τα βάσανά μου; Όχι. ‘Επρεπε να εξασκήσω το επαγγελμά μου· αλλά πως, με τι φίλους; Μ' αυτή μου την κλεισμάρα, στην ᾿Αθήνα δε γνώριζα και πολύ κόσμο· αποφάσισα να πάω στη Σμύρνη την πατρίδα του πατέρα μου. Και πήγα μαζί με τις αδερφές μου. Άλλα βάσανα εκεί. Δε σκάμπαζα καμμιά γλώσσα. Έπρεπε να μάθω τουρκικά, γαλλικά, ιταλικά, εγγλέζικα για να πάω εμπρός. Η μελέτη άρχισε πάλι, η κούραση πάλι μ' έσπασε. Την ημέρα στα δικαστήρια, τη νύχτα μελέτη και ξαγρύπνισμα. Έτρωγα λεξικά, μεθόδους, γραμματικές. Ά! πόσο πρέπει να παιδευθή σήμερα ένας φτωχός νέος για να γίνη κάτι τι. Κόπιασα, έλυωσα. και τα χρόνια περνούσαν ξηρά, μονότονα για μένα, κ' η νιότη μου στράγγιζε μέσα στις δικογραφίες, στα βιβλία. Πέρασαν μπόλλικα χρόνια η κουραστική ζωή, οι διάφορες δουλειές μου κ' έκαναν να είμαι πότε νευρικός και παράξενος, και πότε μωραμένος, χάχας, σχεδόν κουτός. Έβγαλα μερικά παραδάκια, πάντρεψα τις αδερφές μου κ' ήρθα πάλι στην Αθήνα εδώ και ένα χρόνο. Κάνω τώρα κ' εδώ το δικηγόρο, αλλ' όχι με πολλή πια όρεξη. Κουράσθηκα πολύ, πάρα πολύ τελείωσα το στάδιό μου στην εποχή που έπρεπε να τ' αρχίσω. Αυτό δε με μέλλει και τόσο, όσο με βασανίζει ἡ ιδέα που δεν κατάλαβα τίποτε από ζωὴ, από νιότη, απ' αγάπη. Είμαι σαν το γέρο Φάουστ απελπισμένος στα μέσα της ηλικίας μου όμως εγώ, και χωρίς να ελπίζω, ότι μπορεί να υπάρξη για μένα κανείς διάβολος και καμμιά Μαργαρίτα. Μ' είδες να τρέμω μπροστά σ' ένα κοριτσάκι προ ολίγου σαν ένα παιδί δεκάξη χρόνων; να ήξερες τι θάλασσα παθών, τι ωκεανός επιθυμίας γεννάται μέσα μου σήμερα, όταν βλέπω μια όμορφη γυναίκα στο δρόμο. Και οι καημοί μου αυτοί όσο μεγάλοι και τρομεροί είνε, τόσο σβύνονται, νεκρόνονται στη στιγμή, για να ξαναγεννηθούν ύστερα πιο φλογεροί, χωρίς να μπορώ πια να τους δώσω όπως όλοι αυτοί οι νέοι που περνούν μπροστά μου σήμερα, όπως θα μπορούσα να τους δώσω, αν ήμουνα κι' εγώ σαν αυτούς σήμερα. Ώ, πόσο σκληρή πόσο σκληρή είνε η ζωή σήμερα, κύριε, πόσο άδικη είνε η ζωή, η κοινωνία για τους φτωχούς ανθρώπους, και πόσο ακριβά πληρώνουν όλοι του είδους μου οι επιστήμονες το ψωμί που βγάζουν μισότριβοι τώρα, αφού το πληρώνουν με το πολυτιμώτερο νόμισμα, με τη γλυκύτερη ζωή τους, με τη χαμένη νιότη τους. Κι' ο σαραντάρης ανθρωπάκος άναψε ένα άλλο σιγάρο και άρχισε να το καπνίζη πολύ μελαγχολικά.

Μποέμ

Στη φωτογραφία άποψη της Σμύρνης το 1910.

_____________________

(*) Η Κολοκυθού (ή Κολοκυνθού) είναι δυτική συνοικία του Δήμου Αθηναίων, συνορεύει με τον Κολωνό, την Ακαδημία Πλάτωνος και τους Δήμους Αιγάλεω και Περιστερίου. Μέχρι το 1960-’70 ήταν γεμάτη κήπους και περιβόλια και το γεγονός αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι το όνομα της περιοχής ίσως να προέρχεται από τις κολοκύθες που καλλιεργούνταν κάποτε εκεί (ακόμη και στην Βικιπαίδεια λανθασμένα αναφέρεται αυτή η εκδοχή). Στην πραγματικότητα το όνομα στην περιοχή έδωσε το ναϊδριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγία της Κολοκυνθούς), που αναγέρθηκε τον 17° αιώνα από τη γνωστή αθηναϊκή οικογένεια Κολοκύνθη. Ο ναός ανοικοδομήθηκε εκ θεμελίων το 1854 και ξανά το 1967, σήμερα βρίσκεται στη συμβολή Λένορμαν και Κηφισού.

Πηγή: https://www.taathinaika.gr/otan-oi-athinaioi-giortazan-tin-panagia-kolokynthou/#_ftn1

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

“ΟΙ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ” ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ”

Αθήναι, Σάββατον 6 Ιανουαρίου 1896
ΛΑΪΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΑΙ

ΟΙ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ


Μόλις παρήλθεν η βασιλεία των, βασιλεία δώδεκα μόνο ημερών επί της γης. Ήλθαν με τα Χριστούγεννα και έφυγαν με τα Φώτα, τα εύθυμα και ευτράπελα αυτά δαιμόνια. Ήλθαν – οι αρχαίοι αυτοί Σάτυροι – οικογενειακώς με τα μουρέλια των, εξ ών αγαπούν μετά μανίας τα άρρενα, και με τας γυναίκας των, όσας αρπάσαντες κατά το παρελθόν έτος δεν τας κατέφαγον. Τι περίεργα δαιμόνια τα δυσμορφότατα αυτά όντα, με τους πόδας ομοιάζοντας πολύ προς τους των όνων, και των τράγων, και με μορφήν ανθρωπίνην! Ποτέ σχεδόν δεν αποδεικνύονται κακοποιά. Δι’ αυτά ζωή και ύπαρξις είνε το γυναικείον κάλλος, δια το οποίον χάνονται κυριολεκτικώς, και το οποίον καταβασανίζουν ποικιλοτρόπως, ως να θέλουν να τιμωρήσουν το προπατορικόν αμάρτημά του. Ήλθον, διεσκόρπισαν τον φόβον εις τους χωρικούς και τα χωρία, παρεμβάλλοντες μυρίας μαγγανίας, μύρια κωλύματα εις τος χριστιανούς. Το φως της ημέρας ουδέποτε τους είδε. Διέμενον όπως πάντοτε εις σκοτεινά και ανήλια σπήλαια, ευωχούμενοι καθ΄όλην την ημέραν δια των σαρκών ναρκωμένων όφεων και σαυρών, ποικιλλομένων ενίοτε και δια της ροδαλής ευσαρκίας απογόνου τινός της Εύας. Και όταν η νυξ επήρχετο καλύπτουσα δια του μέλανος πέπλου της κοιλάδας και τα όρη, δάση και λαγκάδια, πολιτείας και χωρία, απετίνασσον την ημερησίαν νάρκην των, και την υπνηλότητά των, και διασκορπίζοντο ανά τους αγρούς και τους λόγκους, συνάπτοντες μεθυστικούς χορούς αδελφικώς μετά διαφόρων άλλων πνευμάτων, και προπάντων μετά των καλλιζώνων Νεράιδων, δια τας οποίας τρελλαίνονται, οι ευτράπελοι αυτοί δαιμονίσκοι. Και δεν διέλυον τον συνεχή και ακούραστον χορόν των, την χαροπήν και ηδονικήν ευθυμίαν των, προ των πρώτων λαρυγγισμών των αλεκτόρων της υποφωσκούσης πρωϊας.

Αλλά το μακρόν διάστημα των χειμερινών νυκτών δεν κατηναλίσκετο ολόκληρον εις χορούς μόνον. Είχον και άλλας αποστολάς, και άλλα καθήκοντα να εκπληρώσουν αι μικροσκοπικαί θεότητες. Και τώρα μεν, ενώ περιπλανώντο αναμέσον της νυκτερινής σκοτίας, επέπιπτον κατά του τυχόντως διαβάτου,τυραννούντες και εμπαίζοντες τον δυστυχή δια φοβερών μαγγανειών, κάμνοντες τον όνον του – αν τυχόν είχε τοιούτον – να παρεκκλίνη του σκοπού του, και να χάση τον δρόμον, και ξυλοκοπούντες εν τέλει τον αναβάτην του, όστις τότε μόνο θα ηδύνατο να διαφύγη σώος της επιδρομής των, αν ενθυμείτο να φωνάξη ξ ύ λ α κ ο ύ τ σ ο υ ρ α, και τούτο, αν ευρίσκετο πλησίον κατοικημένου μέρους, ή αν έτρεφεν εις τον οίκον του μέλανα αλέκτορα. Άλλοτε δε εφώρμων κατά των μύλων, προς ους τρέφουσιν ιδιάζουσαν στοργήν, και εισέλθοντες εις αυτούς παρενόχλουν δια παντοίων μηχανευμάτων τους μυλωθρούς, κατασκευάζοντες πήττες, μ α γ α ρ ί ζ ο ν τ ε ς τα τρόφιμά των, την στάκτην της πυράς, τον συντριβόμενον σίτον υπό την ασφυκτικήν πίεσιν της μυλόπετρας. Και αν κατά τύχην ευρίσκετο εντός του μύλου γυνή τις – ωραία όμως, διότι το γήρας βδελύσσονται, και εξαφανίζονται ενώπιόν του οι κύριοι αυτοί – εφιλοτιμούντο ν’ αλέσωσι δια των ιδίων χειρών των τον σίτον της, και κατόπιν επετίθοντο κατ’αυτής, τριγυρίζοντες και εποφθαλμιώντες ερωτικώτατα. Και δυστυχία εις την καλλονήν εκείνην, αν εστερείτο ευφυίας και ετοιμότητος, δια να τους αποστείλη αίφνης να της φέρουν τα ν υ φ ι κ ά της, αποπλανώσα αυτούς και κερδίζουσα καιρόν να φορτώση το άλευρόν της, και να ευρεθή μίαν ώραν αρχήτερα εις το χωρίον της.

Άλλοτε περιφερόμενοι πέριξ των οικιών, και οσφραινόμενοι εκ του αναθρώσκοντος καπνού των καπνοδόχων την οικογενειακήν συγκέντρωσιν πέριξ της φλογοβολούσης εστίας με τον παππούν κατέχοντα την πλησιεστέραν προς το πυρ θέσιν και τους μικρούς ουλότριχας εγγόνους του συνωστιζομένους περί αυτόν, εισεπήδων κατερχόμενοι δια της καπνοδόχου εντός της οικίας, και εις την πρώτην αταξίαν των μικρών ε μ α γ ά ρ ι ζ ο ν τας κάλτσας των και τα χονδρά των σανδάλια. Και δεν έφευγον εκείθεν, αν δεν εφώνει ο αμείλικτος εχθρός των, ο αλέκτωρ, εξερχόμενοι εν είδει καπνού δια μέσου των κλείθρων της θύρας. Άλλοτε πάλιν παρεφύλαττον την φιλεργό οικοκυράν, καθ’ ήν ώραν εξηγείρετο την νύκτα, δια να κατασκετάση τας απαραιτήτους τ η γ α ν ή τ α ς των εορτών, και κατήρχοντο πάλιν δια των καπνοδόχων, και αλληλοκρατούμενοι δια των χειρών εσχημάτιζον μακράν άλυσον πέριξ των αχνιζόντων γλυκισμάτων και έψαλλον επιμόνως, έως ότου τοις παρείχετο το ποθούμενον:

Μάννα, τσιτσί λουκάνικο
μαχαίρι μαυρομάνικο,
κομμάτι ξεροτήγανο
να φάω και να φύω.

Και άλλοτε ηλεκτριζόμενοι εκ της συνεχούς κωδωνοκρουσίας των νυκτερινών λειτουργιών των Χριστουγέννων, και του αγίου Βασιλείου, παραμόνευον τους εξεγειρομένους δια να λειτουργηθώσι και να κοινωνήσωσι, σβύνοντες τα μικρά φαναράκια των, και παρεμβάλλοντες σκότος πυκνόν προ των οφθαλμών των, μυκτηρίζοντες και περιπλανώντες αυτούς μακράν της εκκλησίας· ενίοτε δε καταμολύνοντες μόνον τα ενδύματα αμαρτωλού τινος, τον άφινον να υπάγη εν οικτρά καταστάσει εις τον ναόν. Και τέλος καθ’ όλον το διάστημα της δωδεκαημέρου βασιλείας των, εφεύρισκον από στιγμής εις στιγμήν πλεκτάνας απείρους, εν αις περιέπλεκον αδιεξόδως πάντα άνθρωπον, μη φέροντα ιδιαίτερα τινα γνωρίσματα, δι’ ών καθίστατο αδύνατον να τον βλάψωσιν. Αλλ’ επήλθε τέλος η ημέρα των Θεοφανείων.

Οι ιερείς ητοίμασαν τον αγιασμόν των, και την επάυριον αφού εψάλη η δοξολογία, ο Σταυρός, παρόντος απείρου πλήθους, εορτασίμως ενδεδυμένου, και ανάμεσον των ημιγύμνων ναυτών και λεμβούχων, ανυπομόνως αναμενόντων την ιεράν κατάδυσιν, ερρίφθη εις τους ποταμούς και τας θαλάσσας καθαγιάσας τα ν ε ρ ά, και οι πονηροί και ευτράπελοι δαίμονες περίτρομοι εκ της εμφανίσεως του πολιού ιερέως με το σύμβολον του αγιασμού εις την χείρα, έφυγον με ορμήν ανέμου, και κατέβησαν εις τα θεμέλια της γης όπου θα μοχθήσωσι καθ’ όλον τον υπόλοιπον χρόνον, πριονίζοντες το γιγαντιαίον δένδρον, το υποστηρίζον την γήν, μυκτηρίζοντες και εις αυτήν την φυγήν των ακόμη, τον πολιόν ιερέα δια της ευτραπέλου επωδού των

Φεύγεστε να φύγουμε
κ’ έφθασε ο Ζουρλόπαππας!
Με την αγιαστούρα του,
και με την βρεχτούρα του·
και θα μας ραντίση
και θα μας μαγαρίση!

Μ. Χ.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Πως η μουσική του Richard Wagner επηρέασε την ελληνική ποίηση

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος, γνωστότερος ως Μήτσος, συνέδεσε το όνομά του με την ελληνική λογοτεχνία, το χρονογράφημα και την κριτική, συμμετέχοντας ενεργά από μικρή ηλικία στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής του. Με τα χρονογραφήματά του, τα διάσπαρτα διηγήματά του, τα άρθρα, τις μεταφράσεις, την έκδοση βιβλίων, καθώς και ως συνεκδότης του περιοδικού «Διόνυσος» με τον Ι. Καμπύση, ο Μήτσος Χατζόπουλος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο, προσωπικό λογοτεχνικό προφίλ.
Αν και διαφορετικός από τον αδελφό του, ο Μήτσος Χατζόπουλος μοιράστηκε μαζί του κοινές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Και οι δύο υπήρξαν θερμοί υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του βαγκνερισμού. Στο Μήτσο Χατζόπουλο οφείλουμε την σημαντική μελέτη «Η επανάσταση των λέξεων» που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” της 14/1/1900 με υπογραφή “Μποέμ”, όπου για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά αναδεικνύεται, με αναλυτικότητα και ευγλωττία, η βαθιά επίδραση του Ρίχαρντ Βάγκνερ στους Έλληνες συμβολιστές ποιητές.
Σε αυτό το πρωτοποριακό για την εποχή του κείμενο, ο Χατζόπουλος επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις μεταμορφώσεις που υπέστη η ελληνική γλώσσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Απομακρυνόμενος από τις εξισώσεις του δημοτικισμού, ο κριτικός αναλύει πώς η επίδραση του βαγκνερισμού επηρέασε τόσο καθαρευουσιάνους όσο και “μαλλιαρούς” ποιητές.
Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πόσο πιο σαφώς θα μπορούσε να εξαρτήσει κανείς την νέα μορφή έκφρασης στην ποίηση από τη μουσική;» Εστιάζοντας ιδιαίτερα στο έργο του Βάγκνερ, ο Χατζόπουλος παραθέτει παραδείγματα από τη «νεοδημοτική» ποίηση, αναφερόμενος σε ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Καμπύσης, ο Πορφύρας, ο Παπαντωνίου, ο Μαλακάσης και ο Βασιλικός (ψευδώνυμο του αδελφού του) που «... ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων».
Ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της βαγκνερικής επιρροής, ο Χατζόπουλος αναφέρει τη «σκοτεινή» ποίηση του Γιάννη Καμπύση, η οποία, όπως υποστηρίζει, αποδίδει «ἕναν παλμὸν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ὀρχήστρας».
Λίγες σελίδες πιο κάτω παρατίθεται ένα ποίημα του Κώστα Χατζόπουλου (με ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός), που φαίνεται να πληρεί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κείμενο του αδελφού του Μήτσου, παρόλο που στο άρθρο δεν γίνεται βέβαια συγκεκριμένη μνεία (θα το βρείτε στο τέλος του κειμένου).
Γ.Χ.

Η επανάστασις των λέξεων” υπό Μποέμ
“Το Περιοδικό μας” 14 Ιανουαρίου 1901

Πάντοτε ησθάνθην και αισθάνομαι κάποιαν απέχθειαν προς τας λέξεις, απέχθειαν η οποία νομίζω, ότι θα προέρχηται από ειλικρινή αγάπην προς αυτάς. Ό,τι αγαπά τις με πάθος δεν δύναται παρά να αισθάνεται εις στιγμάς παροξυσμού ψυχικού και μίσος προς αυτό. Ό,τι μάς είνε αδιάφορον, ο,τι μας κινεί την περιφρόνησιν δεν δύναται να γεννήση εις την ψυχήν μας το αίσθημα του μίσους. Αλλά νομίζω ακόμη, ότι η απέχθειά μου προς τας λέξεις δεν προέρχεται εντελώς εκ της μεγάλης αγάπης μου προς αυτάς. Υπάρχει και αφορμή εκτάκτως διάφορος. Αισθάνομαι, ότι η πρώτη αποστροφή προς τον κόσμον των λέξεων μου εγεννήθη, όταν άνεκάλυψα εν τη εργασία μου ότι πολλοί ευρύτερον εύρον και ευρίσκουν την απόστασιν ήτις χωρίζει τας λέξεις από τας αισθήσεις. Εάν επρόκειτο να εξομολογηθώ μετά συντριβής ενώπιον πνευματικού καλλιτέχνου θα ωμολόγουν, ότι η σκέψις μου, η αίσθησις μου εβάδισε μάλλον παραλλήλως προς τας λέξεις δι’ ών έξεφράσθη αυτή παρά συμφυώς και ομοουσίως. Δεν θα υπάρξη δε αντίρρησις, ότι οι αληθείς λάτρεις των λέξεων ουδέποτε κατόρθωσαν να συλλάβουν ταύτας ασφαλώς, να τας υποτάξουν εις την δημιουργικήν πνοήν των, να τας μεταβάλουν εις μαλακήν λάσπην με την οποίαν να ζυμώσουν τον χρυσόν της σκέψεως και να εκφράσουν το αίσθημά των κατ’ευθείαν, αμέσως άνευ κωλύματος, πάναγνον από την πηγήν της ’Ιδέας. Υπάρχει εις την περίπτωσιν ταύτην μυστήριον, εις το οποίον όσον τις εμβαθύνει τόσον διαυγέστερον βλέπει και κρίνει ότι ο κόσμος των αισθημάτων και ο κόσμος των λέξεων συμπίπτουν και συνταυτίζονται όσον ο φυσικός κόσμος και ο μεταφυσικός. Όσον και αν φαίνωνται συμφυείς και αδελφικαί αι ιδιότητες αύται τόσον χωρισμέναι απ’ αλλήλων είνε εν τη βαθυτάτη ρεαλιστική διεισδύσει, εν τη μυστική περιπλανήσει των ονείρων. Το μόνον μέσον υπελείπετο να είνε διά τον καλλιτέχνην η άρνησις η παντελής του κόσμου των λέξεων και η ολοσχερής καταφυγή του εις τον κόσμον της αισθήσεως και της σκέψεως, εις τον μέγαν και απέραντον κόσμον της εν σιγή ενεργείας. Και ενθυμούμαι ακόμη το χαρμόσυνον ψυχικόν ρίγος, το οποίον ησθάνθην, όταν ήκουσα τον Ίσλανδόν του Ίψεν Ζάτζεζρ, τον όντα ποιητήν διά τον έχοντα κατά την ιδίαν του βαθειάν έκφρασιν το δώρον του πόνου, λέγοντα προς τον Βασιλέα του ζητούντα να θυσιάση απέναντι ενός στέμματος τα ποιήματά του εκείνα, τα όποια δεν είδον ακόμη το φως, τα ποιήματά του τα εγρηγορούντα εις τας πτυχάς του εγκεφάλου του :

Τα ποιήματα αυτά είνε πάντοτε τα ωραιότερα.

Ώ ! εάν υπάρχη τι ωραίον εις την τέχνην, βεβαίως θα υπάρχη εκείνο, το οποίον δεν έλαβε ποτέ σχήμα και έκφρασιν, παλμόν και ζωήν, το οποίον είνε ωραίον διότι εις την νεφελώδη του υπόστασιν έχει τόσους σπόρους αλήθειας και τόσην θερμήν ενέργειαν.

Εις την Ελληνικήν φιλολογίαν ο κόσμος των λέξεων υπέστη ριζικήν και μεγάλην επανάστασιν κατά τα τελευταία έτη. Αι λέξεις έπαυσαν διά τούς αληθείς τεχνίτας να είναι είδος ωραίων πανοπλιών κρεμασμένων εις τον τοίχον και από τας όποιας εκλέγει τις οποίον θα ήθελε να περιβληθή, καμαρώνων μετά την αμφίεσιν πρό του καθρέπτου του.

Τοιαύτην εντύπωσιν τουλάχιστον αισθάνομαι όταν αναγινώσκω σελίδας γραμμένας προ της παρελθούσης δεκαετίας είτε εις την δημοτικήν, είτε εις την καθαρεύουσαν. Αι σελίδες αύται βεβαίως έξακολουθούν ακόμη να γράφωνται και εν πλειονότητι μάλιστα, αλλ’ αι σελίδες αύται απέναντι των νέων σελίδων τας οποίας φέρει εις φώς η συντελουμένη επανάστασις των λέξεων δεν ανήκουν παρά εις το παρελθόν. Γιά ιδέτε, γύρω σας, εις ότι φυλλάδιον, η περιοδικόν, η εφημερίδα, εις όσα έντυπα τέλος πόσαι ξηραί, άψυχοι, ψυχραί πανοπλίαι λέξεων και ύφους υπάρχουν. Αφθονία καλουπιών γλώσσης δημοτικής, γλώσσης καθαρευούσης. Λούσατε εις πηγήν υψηλού όρους, εις μίαν βρύσιν του Παρνασσού τους οφθαλμούς της διανοίας σας, σύρατε την ψυχήν σας εις κόσμον ωραιότερον του κόσμου που ζήτε, έλθετε εις ιδανικωτέρους ορίζοντας και παρατηρήσατε εν μέσω πανοπλιών των αψύχων, των λαξευτών λέξεων, θα ίδετε ένα νέον κόσμον λέξεων, νεφελωδώς εναργό, μίαν νέαν πνευματικήν κοινωνίαν ασχημάτιστον έτι, εις ατελή σύστασιν, η όποία αγωνίζεται να θερμάνη τας πανοπλίας των ψυχρών λέξεων και να δώση εις αυτάς την ζωήν του απολύτως ωραίου, τον παλμόν της ιδανικής σκέψεως, την αοριστίαν του μυστικισμού, προ παντός δε μίαν πρωτοφανή εκδήλωσιν, αόριστον και ασύλληπτον ως το ά ρ ω μ α του φωτός, μίαν μουσικήν απήχησίν,—θα ίδετε μίαν πνευματικήν κοινωνίαν μουσικοποιούσαν τας λέξεις, εγχύνουσαν εις αυτάς περισσότερον ήχον από την μέχρι τούδε ψευδή των λάμψιν. Η πεζή σύνθεσις των λέξεων παντός ότι γράφεται εκ δημοσιογραφικής ορμήσεως εις τας ελληνικάς εφημερίδας, παντός ότι γράφεται εις τα εικονογραφημένα περιοδικά με την χαμηλήν αντίληψιν και τας οπισθοδρομικάς ιδέας, η φουσκωμένη ατμόσφαιρα των λέξεων των ρητόρων των δικαστηρίων, ο μονότονος χρωματισμός των λέξεων των ακουομένων από τας πανεπιστημιακός έδρας και των απαντωμένων εις τας εγκυκλίους των Υπουργείων αποπνίγει διά τα ώτα τα συνηθίσαντα εις την μονοτονίαν ταύτην τον μουσικόν αυτόν ήχον, όν αφίνουν αι λέξεις της μικράς πνευματικής κοινωνίας, ήτις έπανεστάτησε παρ’ ημίν τελευταίως τον μυστηριώδη κόσμον των λέξεων.

Η επανάστασις αύτη των λέξεων έλαμψε δια μίαν στιγμήν ωραίαν λάμψιν εις τας αρχάς του παρελθόντος αιώνος εις την τελευταίαν τεχνοτροπίαν του Σολωμού, εις τας πλήρεις μυστικισμού μουσικάς εκείνας συμφωνίας των ατελών κομματιών της τελευταίας του ποιήσεως,(*) έπειτα παρήλθον δεκάδες ετών, καθ’ άς η επανάστασις απεπνίγη διά να εκδηλωθή μάλλον καρποφόρα εις την εποχήν μας. Η επανάστασις των λέξεων είχε, λοιπόν, την αρχήν της εις την ποίησιν, εις το είδος αυτό της τέχνης το μάλλον συμφυές με την ψυχήν του τεχνίτου και εκείθεν επήλθεν εις τον πεζόν λόγον. Η εισαγωγή του ελευθέρου ρυθμού τελευταίως εις την ποίησιν υπεβοήθησε μεγάλως την επανάστασιν τών λέξεων, την μουσικοποίησιν αυτών, από την εισαγωγήν δε της μουσικής εις τον στίχον, έλαβε μουσικόν τόνον και η φράσις του πεζού λόγου. Φυσική δε η εξήγησις της μουσικοποιήσεως των λέξεων των στίχων και των λέξεων των πεζογραφημάτων παρά των ανταρτών τεχνιτών μας σήμερον. Ό,τι έγινε και αλλού όπου καλλιεργείται η Ιδέα δεν ηδύνατο παρά να γίνη και εδώ από τούς τεχνίτας τούς ειλικρινείς και αγνώς καλλιεργούντας ταύτην. Αφ’ ότου η κλίσις του κόσμου των τεχνιτών εξεδηλώθη ζωηρά προς την μουσικήν δεν ηδύνατο παρά να επιδράση η μουσική εις την ποίησιν, η μία τέχνη επί της άλλης. Είτε εξ ενσυνειδήτου ενεργείας, είτε εξ ασυνειδήτου εξεδηλώθη εκ της κλίσεως ταύτης προς την μουσικήν, τάσις προς μουσικοποίησιν των λέξεων, τάσις προς σπουδήν υπολογιστικήν η ορμέμφυτον των μουσικών ιδιοτήτων των λέξεων, του χρώματος του ήχου αυτών. Παραδόξως δε, η μάλλον πολύ συνεπώς η μουσικοποίησις των λέξεων εγένετο και γίνεται με πολλήν λεπτότητα και καλαισθησίαν, κατά τους επιδεξίους νόμους.

Οί περισσότεροι των γραφόντων υπό την επήρειαν της επαναστάσεως των λέξεων συχνάζουν σήμερον εις τα κοντσέρτα της «Μουσικής Εταιρίας» και του «Ωδείου», όπου πολλάκις αν δεν υπάρχη εκτέλεσις μουσικής αξία της εκτελουμένης μουσικής, ακούει τις κάποτε αληθείς καλλιτέχνας και καλλιτέχνιδας. Αρκετοί δε των νέων συγγραφέων μας και ποιητών μας έχουν ταξειδεύση ταξείδια προσκυνήματος προς τας Τέχνας εις την Γερμανίαν και την Γαλλίαν, πολλοί δε τούτων δεν έλειψαν από του να επισκεφθούν ευλαβώς και τον ναόν του Βάγνερ εις το Μπάϋροιτ. Εις την ζωηρώς, λοιπόν, εκδηλουμένην αυτήν κλίσιν προς την μουσικήν των νέων τεχνιτών παρουσιάζεται και η τέχνη σήμερον εν Έλλάδι μάλλον μουσικοποιημένη.

Γενικώτερον δε η ποίησις σήμερον έχει την ιδέαν τέχνης μάλλον ρ ε ο ύ σ η ς παρά λαξευτής, πλέον δονουμένης παρά σταθεράς, μάλλον ικανής να θίξη τας λεπτυνθείσας ψυχάς μας διά της επιβολής του ήχου. Δεν το διακηρύσσει αυτό η νεωτέρα κριτική σήμερον, η ομιλούσα εκ της εναργείας των αποτελεσμάτων της μουσικής επαναστάσεως των λέξεων εις τας φιλολογίας, αυτό το ίδιον προείπεν η υψηλή αντίληψις του Ταίν, του όποιου τους άλλοτε λόγους με όχι πολλήν έκπληξιν ενθυμούνται οι τεχνίται σήμερον. «Δεν θα παρέλθουν πεντήκοντα έτη και η ποίησις θα διαλυθή εν τη μουσική» είπεν ο φιλόσοφος. Οι Βαγνερισταί δε σήμερον προχωρούν, θαρραλεότερον, ενισχυόμενοι εκ του μουσικού ποιητικού έργου των ποιητών και αποφαίνονται ότι η μουσική θα εκμηδενίση τας άλλας τέχνας, αι οποίαι σήμερον δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να υποβοηθούν το έργον της μουσικής.

Και η επανάστασις αυτή των λέξεων έφερε φυσικά την επανάστασιν των δύο γραφομένων παρ’ ημίν γλωσσών αι οποίαι αργά η γρήγωρα θα καταλήξη να γίνουν μία, αδιάφορον ποία. Σήμερον χάρις εις την επανάστασιν των λέξεων εισήλθομεν ίσως και εις την λύσιν του γλωσσολογικού ζητήματος. Δεν έχομεν πλέον όπως προ δεκαετίας δημοτικήν και καθαρεύουσαν, αλλ’ έχομεν μίαν γλώσσαν είτε δημοτικώς γράφεται αύτη, είτε καθαρευόντως, παλλομένην από μουσικούς τόνους παρά γλυπτήν ως άψυχος πέτρα. Δημοτική και καθαρεύουσα εις τα γραφόμενα παρά των νεωτέρων είνε λέξεις και έννοιαι, αναφερόμεναι εις το παρελθόν.

Πρό δεκαπενταετίας θα ηδύνατο να ομιλή τις περί καθαρευούσης και δημοτικής, σήμερον δύναται να ομιλή περί νεο καθαρευούσης και περί νεο δημοτικής. Έχομεν δηλ και σήμερον διγλωσσίαν, αλλά διγλωσσίαν τείνουσαν να διαπλάτη μίαν γλώσσαν. Έχομεν την γλώσσαν την διαπλασθείσαν από τούς ορμηθέντας να γράφουν δημοτικά από την γλώσσαν του λαού, και η οποία γλώσσα σήμερον έχει ανυψωθή εις το ύψος της αποκαθαριξομένης καθαρευούσης διά της ενδελεχούς εργασίας πολλών αρτιστών, έχομεν την γλώσσαν την ανακαινισθείσαν από την γλώσσαν των λεξικών και των βιβλίων και η οποία σήμερον έχει προστρέξη αρκετά προς συνάντησίν της αδελφής της εν πνεύματι νεοδημοτικής γλώσσης. εις ποίον σημείον και κατά πόσον θα συναντηθούν αι δύο αύται νεοφιλολογικαί γλώσαι δεν δύναται να μάς είνε απολύτως γνωστόν, αρκούμεθα μόνον να πιστεύωμεν, ότι η μία θ’ αφομοιώση την άλλην. Τοιουτοτρόπως θ’ αποτελεσθή μία γλώσσα ενιαία εις την οποίαν το μέλλον θα δυνηθή, ίσως να εμπιστευθή το πάν, τοιουτοτρόπως θα έλθη ημέρα καθ’ ήν και η νέα αύτη γλώσσα θ’ αναθεματίζηται παρά των συγχρόνων της τεχνιτών και επαναστατικαί εκδηλώσεις θα υπάρξουν κατ' αυτών και νέαι αναγεννήσεις διαλέκτων θα αναφανώσι και νέοι αγώνες γλωσσολογικοί, διότι όσον συμπήγνυται μία γλώσσα τόσον και απονεκρούται, διότι όσον σταθερά και ωρισμένη και μεθοδική γίνεται τόσον στείρα δημιουργικών καλλιτεχνικών προϊόντων καθίσταται και τόσον γεννά αυτή η ιδία επαναστάσεις κατ’ αύτής. Τελεία λύσις γλωσσολογικού ζητήματος ποτέ ίσως δεν δύναται να υπάρξη άπαξ υπάρξη, θα λείψη η φιλολογική ζωή από τον τόπον, θα λείψουν αι νέαι διάνοιαι και οι νέοι αρτίσται, θα λείψη η ζωή απ’ αυτόν τον λαόν, ο ακοίμητος οργασμός των κοινωνιών. Η ρευστότης είνε η ζωή και η ύπαρξις των γλωσσών, θάνατος δε αυτών η σύμπηξίς των, οι ακλόνητοι κανόνες του συντακτικού των και της γραμματικής των. Όσον αποκαθαίρεται ξενικών στοιχείων, επηλύδων λέξεων, νέων εκφράσεων, πάσης καινοτομίας τέλος μία γλώσσα τόσον άψυχος γίνεται. Παράδειγμα η γλώσσα των υπηρεσιακών εγκυκλίων και εγγράφων, η οποία είνε ξηρά ως μούμια. Αι γλώσσαι, ομοιάζουν τας γυναίκας, διότι όπως και εκείναι και αυταί είνε προωρισμέναι να γονιμοποιούν και να παράγουν. Όταν μία όμορφη κόρη αγκαλιάζεται από όμορφο παλληκάρι θα φέρη εις το φώς εύρωστα καί σφριγώντα παλληκάρια, όταν αφεθή εις το ράφι θα γίνη μιά μαραζωμένη γεροντοκόρη, κινούσα τον οίκτον. Αι γλώσσαι, όπως τα πλατάνια λέγει κάποιος νεώτερος κριτικός, δεν ζουν παρά ανακαινίζοντα τον φλοιόν των, και τα όποια αφίνουν να πέσουν κάθε άνοιξιν μαζί με την φλοίδαν των και τα ονόματα των ερωμένων, τα χαραχθέντα επ'αυτών.

Έχομεν, λοιπόν, εν επαναστάσει τας δύο νεοελληνικός γλώσσας την νεοκαθαρεύουσαν και την νεοδημοτικήν. Η πρώτη απετίναξεν απ’ αυτής πάντα κανόνα δασκαλισμού, πάσαν ψυχράν καθηγητικήν διδασκαλίαν και εις τα γραφόμενα εν αυτή παρά των νέων παρουσιάζει μίαν ανατροπήν εξ ίσου ευχάριστον με την παρουσιαζομένην ανατροπήν εις την αρχικήν γλώσσαν του λαού με την οποίαν εκφράζονται τόσα ισχυρά ποιητικά ταλέντα παρ’ημίν. η σύνταξις της νεοκαθαρευούσης έχει ύποστή ωραίον αναρχικόν αναποδογύρισμα, αι δε λέξεις αναβράζουν εις αυτήν με όλην την γοητευτικήν έλξιν της μουσικής των απηχήσεως.

Εκεί όπου τα χονδρά πνεύματα των αστών, η δήθεν σκώπτουσα παρατηρητικότης των εφημερίδων ανακαλύπτει άγνοιαν γλωσσικήν, μαργαρίτας συντακτικούς και γραμματικούς, εκεί άκριβώς ύπάρχει η νέα ζωή της ανακαινιζομένης επί το ζωτικώτερον, της αναπλασσομένης επί το καλλιτεχνικώτερον γλώσσης. Αι νέαι και αι παλαιαί λέξεις προσλαμβάνουν τόρα ολονέν και αυξάνουσαν μουσικήν ηχηρότητα, έπειτα αερώδη τινά υπόστασιν διά μέσου της όποίας θα αναγινώσκει τις αυτήν την σκέψιν του τεχνίτου, διά μέσου της όποιας έρχεται τις εις άμεσον, όσον είνε δυνατόν να έλθη τις ποτέ εις άμεσον συνάφειαν με την σκέψιν κατ’ αυτήν την στιγμήν της γεννήσεώς της. Η αλλοίωσις της συνθετικής ιδιότητος των λέξεων δεν μας παρουσιάζει ενίοτε την απόστασιν ήτις έμφαίνεται σχεδόν πάντοτε καταφανής μεταξύ της σκέψεως και της εκφράσεως αυτής. Κάμνουν πολλάκις και αι λέξεις θαύματα απευθυνόμενα μόνον προς την καλλιτεχνικήν έννοιαν, οπόταν δεν οδηγεί αυτάς η γραμματική και το καθιερωμένον, αλλ’ η πνοή του καλλιτέχνου. Καθίσταται δηλ. η έκφρασις των λέξεων μεταφυσικωτέρα, αι δε λέξεις αποβάλλουν κατά πολύ τήν ψευδότητά των, χάνουν πολλάκις την βαρείαν και την ψευδή μάσκαν των. Βεβαίως εντός δημοσιογραφικού γραφείου το μυστήριον των λέξεων δεν δύναται να διευκρινισθή, ούτε μέσα εις τας λέξεις των συναναστροφών και των καφενείων. Την πεποίθησιν αυτήν την έχω ακράδαντον διότι εις τας λέξεις των δημοσιογραφικών βαναύσων γραψιμάτων, εις την καταναγκαστικήν ταύτην εργασίαν, κατά την οποίαν αι λέξεις δεν έχουν ποτέ την αληθή των έννοιαν ούτε την αληθή των αξίαν, έτυχε δυστυχώς ν’ αποπνίξω μίαν ζωήν ωραίαν. Αλλά και δεν πρέπει ν’αδική τις ένα δημοσιογράφον, όταν γράφη διαμαρτυρόμενος κατά των καλλιτεχνικών νέων εκφράσεων, οποίας υπερηφάνως τας παρουσιάζει εις τούς αναγνώστας του ως μαργαρίτας. Ό,τι αγνοεί αυτός, ότι δεν δύναται να εννοήση, ότι διαφεύγει την αντίληψιν του προς τας λέξεις, των αρχών του προς την ξηράν γραμματικήν και το ξηρόν συντακτικόν, πολύ φυσικά το θεωρεί ως άγνοιαν, ως σολοικισμόν του άλλου. Φαντάζομαι εάν ο συγγραφεύς του «Κωδονοκρούστου» έγραφεν ελληνικά όπως έχη γράψη εις ενα διήγημά του προκειμένου περί ενός τρελλού, ότι «εθαύμαζε τα κάτοπρα ως ανοικτά παράθυρα επί του απείρου», τί προσωπικάς ύβρεις θα εδέχετο ο πτωχός Ρόντεμπαχ, φαντάζομαι δε άκόμη εάν ό Στέφανος Μαλλαρμέ, ο Σωκράτης αυτός του δεκάτου έννάτου αίώνος, έγραφεν ελληνιστί το «Après-midi d’ un faune», πως θα ελιθοβολείτο εξ άπαντος ως και ο μακαρίτης άγιος, του οποίου το όνομα έφερεν. Αμφιβάλλω δε εάν θα έστεργον να μη ονομασθή αγράμματος εάν έτυχε να έγραφεν ελληνιστί εις μίαν ερημικήν γωνίαν της Ελλάδος ο κ. Elemir Bourges, ο συγγραφεύς του «Τα πτηνά φεύγουν και τα άνθη πίπτουν». Εάν κατεδέχετο δε κανέν εικονογραφημένον περιοδικόν να του δημοσιεύση το μυθιστόρημά του το «Λυκόφως των θεών», η δυστυχής ελλανόδικος επιτροπή, ήτις θ’ ανεγίνωσκε το έργον του θα ήναγκάζετο να σχίση τα ρούχα της.

Εξ ίσου ωραία είνε η επανάστασις των λέξεων εις την δευτέραν γλώσσαν την νεοδημοτικήν. Πολυαριθμότεροι οι επαναστάται εδώ, λαμπρότερα τα αναρχικά των κατορθώματα. η επανάστασις της ελληνικής ποιήσεως, αξίζει ιδιαίτερον κεφάλαιον και θα επιχειρήσωμεν μίαν ημέραν να ομιλήσωμεν ειδικώτερον περί αυτής. Εάν ο Σολωμός ανεγεννάτο σήμερον θα εχειροκρότει με τας δύο χείρας του την επελθούσαν ποιητικήν αλλοίωσίν. Εκλεκτή χορεία νέων ποιητών προεξάρχοντος του κ. Κωστή Παλαμά εν υψηλή πτήσει, εργαζομένων εν εμπνεύσει και καλλιτεχνική αποβλέψει, ποιητών ως ο κ. Γρυπάρης, ο κ. Καμπύσης, ο κ. Πορφύρας, ο κ. Παπαντωνίου εις μερικά τελευταία ποιήματα, ο κ. Μαλακάσης, ο κ. Βασιλικός, κτλ. ανύψωσαν την ταπεινήν γλώσσαν των αγρών εις ύψος ποιητικής γλώσσης, έδωσαν εις τας λέξεις τας περιφρονημένας τιμήν έκφράσεως, τιμήν αισθήματος, τιμήν αριστοκρατίας. Κατά τήν τελευταίαν τετραετίαν μάλλον η ελληνική ποίησις ήρχισεν εισχωρούσα εις την μουσικήν και φέρουσα προς την απήχησιν του τόνου με βιαίαν ορμήν τούς στίχους της. Χειραφετηθέντες οι ποιηταί από τον αλεξανδρινόν στίχον, ηλευθερίασαν με τούς ελευθέρους ρυθμούς και επικοινώνησαν κατά το μάλλον και ήττον ο εις περισσότερον του άλλου με την συνεχή μελωδίαν θα έλεγε τις των Βαγνερείων έργων. Απτότερον το αποτέλεσμα τούτο απαντώμεν εις την εκλάμπρως σκοτεινήν ποίησιν του κ. Γιάννη Α Καμπύση. Όπως τα επαναστατικά δράματά του μάς ενθυμίζουν την υψηλήν πνοήν του Ίψεν και την βαυκαλιστικήν ποίησιν του Μαίτερλίνγκ, ούτω τα ποιήματα του «Βιβλίου των Συντριμιών» μάς δίδουν ένα παλμόν μεγαλοδύναμον Βαγνερείου ορχήστρας. η ποίησις του κ. Καμπύση χειραφετημένη πλέον και από τας καταναγκαστικάς απαιτήσεις του κ. Ψυχάρη, η έκφρασις αύτής χειραφετημένη από πάσαν ιταλικήν μελωδικότητα μας ανοίγει ένα ορίζοντα βαθύτατον. Κατόπιν της επαναστάσεως ταύτης των ποιητών δύνανται ούτοι να επανέλθουν πάλιν εις τον Αλεξανδρινόν στίχον, δεν θα μάς κουράσουν, θα μάς αποδώσουν αυτόν μουσικώτερον, εύηχον, καθόλου γλυπτώς αβίαστον, όπως συμβαίνει εις τα τελευταία ωραία ποιήματα του κ. Κωστή Παλαμά.

Εις την ποίησιν ταύτην των τελευταίων ετών αι λέξεις ήκολούθησαν θαυμαστώς την γενικήν επαναστατικήν τάσιν του παγκοσμίου πνεύματος, εβαπτίσθησαν εις το μουσικόν ρεύμα το συγκλονίζον την παγκόσμιον καλλιτεχνίαν. Πολλαί αυτών προσέλαβον μίαν αόριστον και αμφίβολον σημασίαν, μουσικώς υποσημαίνουσαι το πράγμα, ωσεί διά μέσου νεφέλης απηχούσαι, πολλαί δε άπέβαλον την μέχρι τούδε κοινότοπον σημασίαν των και προσέλαβον ωσεί εν αναβαπτίσει νευρικόν παλμόν. Εν γένει δε από το όλον της επαναστάσεως ταύτης των λέξεων πνέει αύρα μεταβάσεως προς εποχήν αν όχι άγνωστον άπολύτως, αλλά νέαν καί ώραίαν ώς κόσμος πρωτόπλαστος, η οποία θα εγκυμονήση εξ άπαντος ωραιότερον πνευματικόν κόσμον, καθ' όν οι ποιηταί και οι συγγραφείς ή θα ομιλούν με νέαν πάντοτε απήχησιν και με νέαν σημασίαν ή θα παύσουν να ομιλούν καθόλου, διότι το να επανέλθουν εις την γλώσσαν της δημοσιογραφίας και εις την γλώσσαν του τσοπάνου θα ήτο καλλιτεχνική αδυναμία, επομένως κατάστασις η oποία ζήτημα αν θα ωδήγει πρός πρόοδον.

Μ π ο έ μ

__________________

(*) Οι “Ελεύθεροι Πολιορκούμενοι”, Άπαντα Διονυσίου Σολωμού.


VARIATIONS ΣΕ ΓΝΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

ΥΙΙΟ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Το μυστικό μου !
τό μυστικό μου ποιός μόχει πάρει;
Μιάν άχνα τύλιγε εκειό το βράδυ,
μιάν άχνα τύλιγε το φεγγάρι·
μιά νέκρα γύρω·
οι γρύλλοι σώπαιναν.
τα κυπαρίσσια,
ουτ' ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.
Κ ’ είδαν —
μα δεν τον γνώρισαν τον καβαλλάρη,
τόν καβαλλάρη που το σούρπωμα είχε περάσει
και πάει σαν άνεμος και χάθηκε μες στα δάση·

Το μυστικό μου,
το μυστικό μου ποιός μόχει πάρει ;
Και δεν μου χτύπησε κανείς τη θύρα,
κι άλλος δεν πέρασε εκειό το βράδυ,
άλλος δεν πέρασε στο δρόμο κάτου·
άλλος δεν πέρασε παρά η κόρη
η άρρωστη του βασιλιά,
κ’ έπαιζε ο ήλιος (με τι θλίψη!)
στα μαραμένα της μαλλιά·
κ' οι γρύλλοι σώπαιναν,
κι ούτε ανάσαιναν τα κυπαρίσσια στο δρόμο κάτου.

Κ' είδαν τάχα — κ' είπαν άκουσαν στο σκοτάδι,
κ’ είπαν είδαν —
ποιοι ; —ξέρω γω ;
κάποιους ίσκιους πόφευγαν τρομασμένοι
προς τον έρημο πέρα γιαλό.

Και πέρασα μιά αυγή απ' το σπίτι πάλε,
μιά αυγή που γέλαγε ένας ήλιος
και που ένα όνειρο άνοιξης μηνούσε·
και πέρασα από το παλιό το σπίτι πάλε·
Νέκρα τριγύρω·
στην αυλή τα σκόρπια φύλλα, τα ξερά τα φύλλα μες στο χιόνι
μου πρόδωσαν το πέρασμα μιας μπόρας.
Και στάθηκα—
καπνός δε θόλωνε απ’ το τζάκι τον αγέρα,
ψυχή πουλιού δεν έχυνε έναν ήχο
κ’ έχασκε στάδειο πέρα τάδειο παραθύρι.
Το μυστικό που μόκρυβαν τα κυπαρίσσια !
τα όρθά ψηλά, τάσάλευτα τα κυπαρίσσια !
Και πέρασα—και δεν εχτύπησα τη θύρα.
μα κάποια χνάρια το κατόπι πήρα,
τα χνάρια πόφευγαν στο χιόνι απάνου,
κάποια χνάρια που χάνονταν βαθιά στο δάσος.

Πέτρος Βασιλικός

____________________

Πηγές

Στέλλα Κουρμπανά, “Όψεις του Βαγκνερισμού στον Ελληνικό 19ο αιώνα”, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Μουσικών Σπουδών – Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017

https://www.academia.edu/35932540/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_19%CE%BF_%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1

https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT1911/%CE%98%CE%95%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91/%CE%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D%20%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%2019%CE%BF%20%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1.pdf

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/41961



Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

“Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα “ΕΜΠΡΟΣ” 25 Δεκεμβρίου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Εις την γέννησιν του Χριστού δεν οφείλουν οι άνθρωποι μόνον την θρησκείαν της συγνώμης και της ανοχής, αλλά και την ανέλιξιν της τέχνης. Εις τους χρόνους εκείνους όλα είχαν αποθάνη, διότι πολύ είχαν ζήση. Τα άνθη του λόγου, της γλυφίδος, του χρωστήρος είχαν μαραθή. Η Ρώμη είχε δόση ό,τι μπορεί να προσφέρη η ισχύς του δόρατος, του ξίφους, την αυστηρότητα της κρατικής επικρατήσεως, η οποία προϋποθέτει την δουλείαν του πνεύματος. Δεν υπήρχον πλέον ιδανικά εις τον κόσμον, ούτε εμπνεύσεις. Συνεπώς η τέχνη περιωρίζετο εις αντιγραφάς χωρίς πνοήν. Τα παλαιά σύμβολα είχαν περιέλθη εις την κατάστασιν τυπικής απομιμήσεως. Τα εργαστήρια των καλλιτεχνών δεν διέφερον από τα συμβολαιογραφεία, όπου παραγγέλομεν σήμερα αντίγραφα. Αλλά αιώνες εχρειάσθησαν δια την αναζωογόνησιν της καλλιτεχνικής πνοής. Δεδομένον γεγονός. Ο τεχνίτης δια να εκφρασθή γενικώτερον του χρειάζεται πρόσφορος κοινωνική κατάστασις. Από αυτήν κρούεται η ψυχή του και αναβλύζει η πηγή της καθολικωτέρας εμπνεύσεώς του. Και βαθύτερον, ευρύτερον ζωντανώτερον πεδίον καλλιτεχνικής εκφράσεως της ανθρωπίνης τέχνης ήσαν αι θρησκείαι. Εις τον διάμεσον χρόνον της πτώσεως της ελληνικής θρησκείας και της αναβιώσεως της χριστιανικής η τέχνη σιγά. Αξιολόγους εκδηλώσεις της δεν έχομεν. Μόνον όταν ερρίζωσε η νέα θρησκεία εις τας καρδίας των ανθρώπων επαναρχίζει η φανέρωσις της τέχνης με εκφράσεις γενικής αληθείας.

Πόσα δεν οφείλει η τέχνη εις τον χριστιανισμόν. Κατά ένα τυχαίον τρόπον, κατά αναπόφευκτον ιστορικόν λόγον, όπως θέλετε, η συνέχειά της επιστοποιήθη εις ελληνικά εδάφη. Η δύναμις του παρελθόντος. Οι πνευματικοί σπόροι δεν πηγαίνουν χαμένοι, καθώς και οι φυτικοί. Η τέχνη επανέθαλλε εις το Βυζάντιον. Είνε δυστύχημα ιστορικόν και φυλετικόν δι΄ημάς τους έλληνας η απώλεια των αριστουργημάτων της βυζαντικής τέχνης, της ελληνικής τέχνης εις την νέαν μορφολογίαν της. Κατέχομεν περισσότερα γνωρίσματα της τέχνης των π. χ. ελληνικών αιώνων παρά των βυζαντινών. Από όσα τούτων διεσώθησαν ελαχίστην ιδέαν μπορούμε να έχωμεν περί της αξίας της βυζαντινής τέχνης. Και τα περισσότερα εξ αυτών δεν είνε παρά αντίγραφα. Οι τύποι μας απέμειναν εκ της επαναλήψεως των με ψυχράν αντιγραφήν. Ό,τι σήμερα καλούμεν “βυζαντινήν τέχνην” είνε ωχροτάτη αντίλαμψις του αρχικού ωραίου φέγγους της. Η ελληνική γη διέσωσε φιλοστόργως πολλά γνήσια πονήματα των ελλήνων καλλιτεχνών. Έχομεν απτάς εκφράσεις του Σκόπα, του Φειδίου, του Πραξιτέλους κτλ. Κάτι θετικόν των μεγάλων βυζαντινών τεχνιτών δεν ηυτυχήσαμεν να βλέπωμεν. Μαντεύομεν, διαισθανόμεθα την καλλιτεχνικήν των πρωτοτυπίαν από την επίδρασίν των εις την τέχνην της Αναγεννήσεεως όχι μόνο εις την Ιταλίαν, αλλά και εις τας άλλας ευρωπαϊκάς χώρας. Αν αποβιβασθώμεν μίαν πρωϊαν εκ του ελληνικού εδάφους εις την Βενετίαν, δοκιμάζομεν αιφνιδίως εις την ενατένισιν των αρχιτεκτονικών ρυθμών της την ευχάριστον έκπληξιν επανευρέσεως γνωστών μας, οικειοτάτων μοτίβων εις τα μάτια μας, εις την ψυχήν μας. Η πνοή του βυζαντινισμού, όπως την συνηθίσαμεν εις τον τόπον μας εις τα ελάχιστα διατηρηθέντα μαρτύριά του. Μελετώντες μεθοδικά την μεσαιωνικήν τέχνην εις ευρωπαϊκά εδάφη, ανευρίσκομεν την επίδρασιν της βυζαντινής εις τους πρώτους σταθμούς της ιστορικής ανελίξεώς της, έως ότου αρχίζει η πρωτότυπος σφραγίς των διαφόρων ευρωπαϊκών σχολών της χριστιανικής τέχνης. Αλλά ένα γνώρισμα απομένει εις ταύτην, γνώρισμα της αρχικής επιδράσεως των καλλιτεχνών του Βυζαντίου. Το χρώμα. Είναι κολλορίσται της ιταλικής αναγεννήσεως, αναδειχθέντες εκ της χρωματικής μέθης των, οι οποίοι παραμένουν μαθηταί, άριστοι βέβαια, της βυζαντινής τέχνης. Καταλήγομεν όχι αυθαιρέτως εις το συμπέρασμα. Αν ο οφθαλμός μας ασκηθή εις την παρατήρησιν, την μελάνην των ιχνών, των υπολειμμάτων της βυζαντινής τέχνης, των αντιγράφων και απομιμήσεων ταύτης εις τας χιλιάδας των ερημοεκκλησίων της ελληνικής γης, τα οποία δεν έπεσαν από τη σελήνην αλλά ένα ιστορικόν λόγον έχουν εις αυτήν, κατανοούμεν βαθμηδόν περισσότερον την σπουδαιότητα, που είχε η βυζαντινή τέχνη επί της ευρωπαϊκής, δεδομένου, ότι αυτογενής δεν υπήρξε εκείνη. Εχρειάσθη το πλήρωμα του χρόνου, όπως εκδηλώση αυθόρμητον την δύναμίν της.

Αλλά πως συνέβη να χαθή μία ακμή, οποία η της βυζαντινής χριστιανικής τέχνης; Από τον ανθρώπινον φανατισμόν, από τα ανθρώπινα μίση. Δυστυχώς δι΄ημάς τους επιγενεστέρους η βυζαντινή τέχνη είχε απεριόριστον προτίμησιν εις την εκδήλωσίν της προς την ζωγραφικήν. Το μάρμαρον δεν εχρησιμοποίησε πολύ. Εκ της επαναστατικής μάλιστα χριστιανικής εκδηλώσεως προς την ειδωλολατρίαν το μάρμαρον επί πολλούς αιώνας εθεωρείτο ασεβές υλικόν προς πλαστούργησιν χριστιανικών μορφών. Οι τεχνίται έγιναν αποκλειστικώτεροι εις την ζωγραφικήν. Και το ξύλον, εις το οποίον εζωγράφιζαν συνηθέστερον οι βυζαντινοί, καλύπτοντες αυτό με ειδικόν επίστρωμα, δεν έχει την αντοχήν του μαρμάρου και του χαλκού. Αλλά την μεγαλυτέραν φθοράν της βυζαντινής εικονογραφίας έφερον οι εικονοκλάσται. Αριστουργήματα εχάθησαν κατά τους θλιβερούς εκείνους χρόνους. Αι ιεραί εικόνες έφευγαν τον όλεθρον εις τα τέσσαρα άκρα της αυτοκρατορίας. Μετά μακρόν χρόνον εφανερώθησαν μερικαί, αποτελούσαι σήμερα σύμβολα της χριστιανικής λατρείας, χωρίς να δυνάμεθα ούτε ιστορικώς, ούτε τεχνικώς να επιβεβαιώσωμεν απολύτως την προέλευσίν των εκ της κλασσικής βυζαντινής εποχής.

Τι οφείλωμεν όμως εις τον χριστιανισμόν υπό έποψιν τέχνης. Όλην την γνωστήν εις τας ημέρας μας παρελθούσαν ζωγραφικήν υπεροχήν κατά πρώτον λόγον. Ολιγώτερα εις αριθμόν τα γλυπτικά έργα της χριστιανικής τέχνης. Τι απέδοσε έκτοτε, μετά την σιγήν των χριστιανικών εκδηλώσεών της η τέχνη; Αρκετά βέβαια, αλλά απείρως καθυστερούντα εις γενικότητα χαρακτήρος, εις την ιδανικήν έξαρσιν. Μετά ένα Φειδίαν, μετά ένα Μιχαήλ Άγγελον, μετά ένα Πραξιτέλην, μετά ένα Ραφφαήλον, οι νεώτερο αιώνες τι μας εξεδήλωσαν; Πιθανόν την επιτακτικήν ανάγκην της αναγεννήσεως των ιδανικών με την πανίσχυρον ορμήν του αισθήματος, όπως επέτυχαν κατ΄εξοχήν εξαισιώτερα ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός αι δύο υπερλαμπρότεραι εποχαί της ιστορίας των ανθρώπων επί της γης.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ