Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

«Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβρίου 1922

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ

Τον καϋμένον τον μικροπωλητήν. Μας τον επαναφέρουν πάντοτε αι μεγάλαι αυταί ετήσιαι εορταί εις την άκρην του πεζοδρομίου των εμπορικών δρόμων, όπου στήνη την μικρούλαν εξέδραν του, όπου φέρη το καρροτσάκι του. Την νύκτα οι σκελετοί εκείνοι ομοιάζουν με τους χειμερινούς γυμνούς κλάδους των δένδρων. Η βροχή πλένει τα φύλα των και ο άνεμος τα συγκλονίζει. Κάποτε η νυκτερινή θύελλα ανατρέπει τα πρόχειρα ξύλινα κατασκευάσματα, αλλά την πρωϊαν ανασυντίθενται, μεταβάλλονται εις πολυχρώμους πύργους. Έχουν πανηγυρικόν τον στολισμόν των. Το τι δεν έρχεται και δεν εκτίθεται υπό του ψιλικατζή εις τον βοώντα και κραυγάζοντα εμπορικόν δρόμον. Μία πλημμύρα ειδών χρησίμων και διακοσμητικών, χρειωδών απαραιτήτων και παιγνιδιών ποικίλων. Ο μικροπωλητής των μεγάλων εορτών είναι βαθύς γνώστης των λαϊκών αναγκών, πόθων, ελπίδων. Έχει ψυχολογήση όλας τας ηλικίας, που θα περάσουν ενώπιόν του, το ευρύ κύμα των αγοραστών που γεμίζει τον εμπορικόν δρόμον, που δεν δύναται να χωρέση εις όλα τα καταστήματα, που ό,τι και αν αγοράσει εις αυτά, πάντοτε θα σταματήση εις μίαν εξεδρούλαν, εις ένα καρροτσάκι προ του πεζοδρομίου, διότι κάτι θα ελησμόνησε. Εκεί ο υπαίθριος πωλητής του το προσφέρει πρόθυμα, συγκαταβατικά με ρητορείαν σαγηνευτικήν: “Πάρτε κυρίαι και κύριοι. Τζάμπα ό,τι και αν πάρετε. Ορίστε, παρακαλώ.” Όσον αδιάφορον και αν κινήται το πλήθος ενώπιον των προχείρων αυτών πρατηρίων, πολλοί, περισσότεροι αφ’ όσον μπορούν να σταθούν εις τον στενόν χώρον, θα σταματήσουν. Σώματα σκύβουν επί των χύδην εκθεμάτων, χέρια απλώνονται, πιάνουν, ψηλαφούν, επιθεωρούν, εκλέγουν. Ο αγοραστής είνε ελέυθερος να αναστατώση τα πάντα, να βυθίση το χέρι του εις το εσωτερικόν βάθος των σωρών, να υποβάλη κάθε είδος εις τον αυστηρώτατον έλεγχον. Όρασις και αφή εργάζονται εκεί επί ώρας. Έχουν ως υπόκρουσιν την μελωδικήν διαλάλησιν του πωλητού. Καρδερίνα μπορεί να βραχνιάση, όχι όμως και αυτός. Ομιλεί, ρητορεύει, ψάλλει από την ογδόην πρωϊνήν έως την ογδόην εσπερινήν. Δωδεδάωρος εργασία λάρυγγος. Όσον και να πληρώσετε τα εμπορεύματά του, πάντοτε θα του μείνετε χρεώστης. Είνε ο πανηγυρικώτερος τόνος των μεγάλων λαϊκών εορτών εις ήχον, εις χρώμα επίσης. Που πηγαίνει και βρίσκει όλην την αφθονίαν των εντατικών χρωμάτων. Παραδείσιον πτηνόν είνε το καρροτσάκι του. Μπορεί να είνε απλά, κοινά, χονδρά, βάναυσα, - αλλά τι είνε λεπτότερον σήμερα, - τα εκτιθεμένα, τα χρώματά των όμως είνε ζωηρά. Γνωρίζει να είνε ο πλουσιώτερος κολλορίστας. Δεν τον ενδιαφέρει το πως θα είνε, αλλά γνωρίζει, ότι μιά λαϊκή χρωμολιθογραφία σταματά περισσότερους θεατάς αφ’όσον ένας Τιέπολο, ένας Βερονέζε, ένας Τισιανός. Οι πτηνοθήραι στήνουν το βαλσαμωμένον γαρδέλι των, αυτός την εμπορικήν πολυχρωμίαν του. Δεν μαγνητίζει μονάχα το φείδι τα πουλάκια, που σαστισμένα φέρονται προς το στόμα του, αλλά και το εμπορικόν καρροτσάκι του μικροπωλητού εις τον εορταστικόν δρόμον. Περνά από εκεί η συνοικία, το χωριό, η επαρχία, το νησί, η Ανατολή, όλη η αδίστακτος διάθεσις προς το φαντακτερόν χρώμα. Συλλαμβάνεται όπως τα ρινίσματα σιδήρου από τον μαγνήτην. Και αν δεν υπήρχαν τα χρώματα, θα τα εφεύρισκε ο μικροπωλητής των εορτών. Είνε ο μεγάλος παρήγορος των πολλών, των απλοϊκών και των θλιμμένων καρδιών, αι οποίαι έχουν την ανάγκην του ψεύδους, από την πίστην έως το όραμα, το θέατρον, τον κινηματογράφον. Δεν είνε μόνοι οι πολιτικοί, οι δραματικοί συγγραφείς, οι ηθοποιοί, οι ρήτορες, που χρησιμοποιούν την γοητείαν του ψεύδους δια να ελκύουν τα πλήθη. Εις αυτούς πρέπει να προστεθή και ο πραμματευτής των δρόμων των πόλεων και των χωρίων, ο γυρολόγος καθ’όλον τον χρόνον, ο ψιλικατζής, που εγκαθιστά τας εορτάς μίαν εξεδρίτσαν εις τον εμπορικόν δρόμον. Δεν πωλέι απλώς εμπόρευμα και αυτός, αλλά παρέχει την γοητείαν της απάτης, της αναγκαίας εις την ζωήν όσον και ο ήλιος. Καλλιτέχνης κοινωφελής είνε. Και πόσον ευεργετικώτερος γίνεται εις τα παιδάκια και τα κοριτσάκια, που τριγυρίζουν τα πολύχρωμα εκθέματά του. Εκεί αναδροσίζονται εις την συγκινητικήν ποίησιν των επισήμων εορτών καρδούλες πισπιρίγκων της λαϊκής τάξεως και εκεί χορταίνουν γοητείαν μυριάδες φαντασίαι νεαρών εγκεφάλων. Καταντά ο υπάιθριος εορταστικός πωλητής δημιουργός ψυχικών απολαύσεων, τας οποίας δεν παρέχει ούτε ο μύθος, η ευκολωτέρα και βαθυτέρα ποίησις της ζωής. Εφέτος πολύ ενωρίς κατέλαβον τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια της οδού Αιόλου οι υπαίθριοι πωληταί. Και περισσότεροι από άλλοτε είνε. Ένας πληθυσμός εδώ ανεδιπλασιάσθη, επομένως μας χρειάζονται και περισσότεροι πωλητές κελαδούντες. Ο ουρανός να τους ευνοήση και να τους χαρίση ανέφελον και άβροχον δεκαήμερον. Οι πτωχοί άνθρωποι έχουν ανάγκην να ευδοκιμήση το πρόχειρον εμπόριόν των, αλλά μεγαλητέραν ανάγκην έχουν οι αγορασταί του. Ένα τυμπανάκι κροτούν, μία σαλπιγγούλα ηχούσα, ένας καραγκιοζάκος χορεύων και γελών, ένα ταπάκι αναπηδών, μία κουκλίτσα αποκρύπτουσα την αχυρένιαν καρδούλαν της υπό χρωματιστόν φόρεμα, - αλλά έχομεν ολόκληρον την κοινωνίαν, την ζωήν εις μικρογραφίαν. Μίαν τόσον πολύχρωμον εκδήλωσίν της θα είνε πολύ σκληρός ο ουρανός να την διαλύση με βροχήν. Έπειτα το λαϊκόν χρήμα δεν πρέπει να συγκεντρώνεται ολόκληρον εις τα μεγάλα πορτοφόλια των βαθύπλουτων. Το χρειάζονται και άλλοι άνθρωποι δια να ζήσουν, οι πτωχοί, εις τα χέρια των οποίων δεν υπάρχει φόβος, αλλοίμονον! να παραμείνη.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

«ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ» ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “Εμπρός” 23 Δεκεμβριου 1921

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ

Εκατόν εξήκοντα άγγλοι άεργοι εισήλθον εις ένα από τα καλλίτερα εστιατόρια του Λονδίνου, έφαγαν καλά και έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Συμπτώματα των καιρών. Η ομαδική πείνα οδηγεί εις ομαδικά αδικήματα. Ευτυχέστερον ήτο το λονδίνειον εστιατόριον από τα μεγάλα βιενναία ξενοδοχεία, εις τα οποία εισήλθον προ εβδομάδων πεινώσαι ομάδες και τα κατέστρεψαν. Τι τα θέλετε, ο κενός στόμαχος συσκοτίζει τον εγκέφαλον και η αυτοκυριαρχία πηγαίνει περίπατον. Η λαϊκή πείνα έφερε ανατροπάς αγρίας. Οι αρχαίοι δήμαρχοι ρωμαίοι κάτι ήξευραν που διένειμον δωρεάν τον σίτον εις τον λαόν. Συνάμα εφρόντιζαν δια την δωρεάν παροχήν θεάματος προς τα πλήθη. Ο λαός πρέπει να είνε χορτάτος και να απολαμβάνη θεάματα. Το ψωμί του κατευνάζει τους νυγμούς της πείνας, το όραμα του απασχολεί την σκέψιν. Όπου καπνίζουν φούρνοι και αντηχεί η κλαπαδόρα του θεάτρου, η γκραν κάσσα του ιπποδρομίου, το νταούλι της πανηγύρεως, δυνάμεθα να ήμεθα απολύτων ήσυχοι περί της ασφαλείας των δοθεισών καταστάσεων. Τοιάυτη η ανθρωπίνη ιστορία δια μέσου των αιώνων. Διότι νηστικόν αρκούδι δεν χορεύει. Πρέπει δε να χορεύη και να τέρπεται ο βασανισμένος άνθρωπος. Διατί τάχα οι ουδόλως κοπιάζοντες τα έχουν όλα ανέτως και καλοσιτίαν και πολυθέαμα; Από τα αυτά υλικά δεν έγιναν και οι άλλοι άνθρωποι; Ορίστε να αδικήσωμεν τους αδικήσαντες συμφώνως με τους παραδεδεγμένους νόμους 160 άγγλους αέργους, που εισήλθον εις ρεστωράν πολυτελείας και την ετύλωσαν χωρίς να πληρώσουν, αφού τους ήτο αδύνατον να πληρώσουν. Πόσον θα επιθυμούσαν και οι ίδιοι να είχαν φουσκωμένην την πορτοφόλλα των να την βγάλουν μεγαλοπρεπώς την ώραν του λογαριασμού. Δεν έπρεπε να φάγουν, αφού δεν είχαν να πληρώσουν; Σωστά και ο Ζαν Βαλλάν των “Αθλίων” επήγε εις τα κάτεργα, διότι έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί. Σήμερα όμως δύσκολα θα ευρίσκοντο ένορκοι να στείλουν εις το Παλαμήδι πτωχόν, πεινασμένον άνθρωπον, αφαιρούντα εις στιγμήν, επιτακτικής ανάγκης ολίγον ψωμάκι, οσον ακριβός και αν είνε τώρα ο άρτος. Εις το Παλαμήδι δεν στέλλονται πλέον άνθρωποι αφαιρούντες εκατομμύρια. Δεν επιδοκιμάζομεν τους 160 πειναλέους αέργους, αλλά τους συμπαθούμεν. Εις καταδίκην δεν καταλήγει η συμπάθεια.

Σκέπτομαι όμως, ότι είνε ίσως ενδεχόμενον να διαδοθή το αδίκημα των 160 πεινασμένων. Και όλα πιθανά. Αν του λοιπού κάθε άνθρωπος πεινών από έλλειψιν εργασίας εισέρχεται εις εστιατόριον και τρώγει χωρίς να πληρώνη, μοιραίως θα μεταβληθούν και οι όροι του γεύματος. Οι πελάται θα υποχρεώνονται να προπληρώνουν ένα χρηματικόν ποσόν, ως εγγύησιν, ότι δεν θα ρίξουν κανόνι. Θα παίρνωμεν μάρκες εις την θύραν των εστιατορίων, τας οποίας θα παραδίδωμεν εις τα γκαρσόνια, άλλως δεν θα μας σερβίρουν τίποτε. Και με την δυσχερή ζωήν μας εν μέσω του θηριεύσαντος κεφαλαίου, - εις καμμίαν άλλην ιστορικήν περίοδον το μεγάλον κεφάλαιον δεν είχε χιλιοπλασιασθή τόσον, - θα αναγκασθώμεν ίσως να περνώμεν από σιδηρόφρακτον θύραν δια να καθήσωμεν εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίσωμεν, Μπρε, πως καταντήσαμεν. Εις την ανωτέραν εκπολιτιστικήν μας εκδήλωσιν, εις τας παραμονάς της επικειμένης ίσως συνεννοήσεώς μας με τους κατοίκους άλλου πλανήτου, εις εποχήν, όπου νομίζομεν, ότι γνωρίζωμεν πλέον τα πάντα, ότι υπό μηχανικήν, χημικήν και επιστημονικήν έποψιν εφθάσαμεν το ζενίθ της νοήσεως και της εφευρετικότητος, - ορίστε τώρα, ότι και του σπανού τα γένεια θα γίνονται, κατόπιν της εφευρέσεως γονιμοποιητικού φαρμάκου και δια την φαλάκραν, - το ψωμάκι μας, η στοιχειώδης ανθρωπίνη ανάγκη, καθίσταται πρόβλημα. Ο πρωτάνθρωπος της τετατρογενούς περιόδου δεν θα ημύνετο με μεγαλυτέραν ανησυχίαν διά την τροφήν του. Ο Μωκλαίρ εις το προφητικόν του μυθιστόρημα περί των τελευταίων ημερών της ανθρωπίνης ζωής μας ζωγραφίζει τον υστερνόν άνθρωπον, πάνσοφον, τέρας διανοουμένου, με φοβερά χονδρήν κεφαλήν, κλεισμένον εις τα βάθη υπογείου, όπου έχει όλας τας δυνατάς ευκολίας, όπου με μίαν πίεσιν εις κωδωνάκι όλα του παρουσιάζονται έτοιμα δια της λαβυρινθώδους μηχανικής συνθέσεως. Και όμως στερείται της θερμότητος. Η γη ψύχεται γύρω του. Όλα τα απέκτησε ο υπεράνθρωπος και εις το τέλος όλα του ήσαν μάταια, διότι η γη έφθασε εις το μοιραίον τέλος της. Είνε φανταστική τραγωδία του πολιτισμένου ανθρώπου, όπου τίποτε δεν του λείπει, όπου όλα του είναι άφθονα και ο ήλιος λάμπει κατακαίνουργιος, καθώς εις την πρώτην ημέραν του. Και όμως ο άνθρωπος της σήμερον δυνατόν να στερήται και το ψωμάκι, οπότε ή τα κάμνει θάλασσα ή ρίχνει κανόνι προς τον ξενοδόχον, αφού καταπραΰνει την πείναν του. Παρακαλώ, λοιπόν, ομιλήσατε περαιτέρω περί αποστολής της ανθρωπότητος. Η γάτα μου ανήρπασε χθες το ψάρι. Παράδοξον. Δεν έκαμε διόλου θόρυβον περί της εκπολιτιστικής αποστολής του γένους των γαλών.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

"Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ" ΤΟΥ ΔΗΜ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 "Eμπρός" 6 Αυγούστου 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ


Εις τας μεγάλας πόλεις η ησυχία είνε άγνωστος εις όλας σχεδόν τας εκδηλώσεις του καθημερινού βίου, επομένως και εις το φαγητόν. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρη εστιατόριον, όπου να εισέλθη αθορύβως, να μην ακούση τον κρότον του ιδικού του βήματος, καθώς και του των άλλων, να καθήση εις ένα τραπεζάκι, όπως γευματίση χωρίς φωνάς, φασαρίαν, ορυμαγδόν. Αι μεγάλαι ομάδες αγαπούν τον σάλον, την βοήν, την επίδειξιν, θέλουν να είνε κύματα σοροκάδας, η οποία μουγκρίζει και θραύεται παταγωδώς εις την ακτή. Δια τούτο εις τας μεγάλας πόλεις παρατηρούμεν κατά τα τελευταία χρόνια την ίδρυσιν και λειτουργίαν κολοσσιαίων εστιατορίων, εις τα οποία πυκνά πλήθη πελατών εισέρχονται και εξέρχονται καθ’όλας σχεδόν τας ώρας της ημέρας, έως αργά την νύχτα, καθόσον γευματίζουν συγχρόνως δυο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες άτομα εις συνεχομένας μεγάλας αιθούσας τεσσάρων πατωμάτων. Τρώγουν με τους ήχους της τρικυμίας εις τα αυτιά, αλλά κατορθώνουν να απομονούνται εις μικράν ή μεγαλυτέραν τράπεζαν, όπου συνηθέστατα αφοσιούνται εις τον ιδιαίτερον κύκλον των. Κατά την προπολεμικήν περίοδον τα παμμέγιστα αυτά εστιατόρια είχαν επιτυχίαν γενικήν. Το αυτό συνέβη και εις τα καφενεία. Εις πολλάς ευρωπαϊκάς πόλεις ιδρύθησαν καφενεία με τέσσαρα πατώματα. Εις το ισόγειον ήτο αίθουσα τεΐου, αναγνωστηρίου, κουρείου, εστιατορίου, εις το πρώτον πάτωμα υπήρχε καφενείον χωρίς μουσικήν, εις τον δεύτερον και τον τρίτον μεγάλαι αίθουσαι, όπου έπαιζαν μέχρι πρωίας εκκωφαντικαί ορχήστραι και μπάντες, ενώ το τέταρτον πάτωμα κατελάμβανον αι αίθουσαι του σφαιριστηρίου. Οι κολοσσοί αυτοί τέρψεως και αναπάυσεως απετέλουν τα προσφιλέστερα κέντρα του πλήθυσμού. Κατέλαμπον την νύχτα με τον θαυμαστόν φωτισμόν των ως μαγικά μυθικά παλάτια. Εις τας θύρας των χρυσοστόλιστοι θυρωροί υπεκλίνοντο προ των εισερχομένων και εξερχομένων. Οι ανελκυστήρες δεν εγνώριζον την ανακωχήν όλην τη νύχτα. Θα εχρειάζετο ο πελάτης των πολυκόσμων τούτων κέντρων να είχε αποκτήση την συνήθειαν του βίου των μεγαλοπόλεων, δια να κυκλοφορή ανέτως εντός αυτών, χωρίς νευρικήν διαταραχήν. Εις τον ερημικόν αγροτικόν βίον οξύνεται η ακοή του ανθρώπου και προσαρμόζεται με την μεγάλην ησυχίαν της φύσεως. Εις τον βίον των μεγαλοπόλεων το άτομον χρειάζεται μακρόν χρόνο δια να συνηθίση τους μεγάλους κρότους, τον βόμβον των χιλιάδων φωνών, την γοργήν, κινηματογραφικήν κίνησιν μυριάδων προσώπων. Βαθμηδόν η ακοή του δεν ενοχλέιται, το βλέμμα του δεν κουράζεται. Κάποτε αν αποτόμως διακοπή ο πολύς και μέγας θόρυβος, δοκιμάζει παράξενον εντύπωσιν από την επερχομένην σιγήν. Νομίζει πως εξεσφενδονίσθη με μιάς εις άγνωστον κόσμον.

Αλλά αν ο πολύς αριθμός παντού και πάντοτε ελκύεται από το άφθονον φως τον πολύηχον θόρυβον, την ενατένισιν προσώπων αλληλοπαρερχομένων, όπως μας συμβαίνει να βλέπωμεν εις τα πολυσύχναστα κέντρα εκάστης πόλεως, είνε όμως και άνθρωποι, οι οποίοι προτιμούν την σιγήν και την αναζητούν και μέσα εις την μεγαλόπολιν. Η αναζήτησίς των δεν είνε ματαία, διότι παντού θα βρουν ευτυχώς και μικρά, ήσυχα, αθόρυβα μέρη, τα οποία αποτελούν ευχάριστα, ηρεμούντα νησάκια, όπου δεν φθάνει η έφοδος του πλήθους. Ο βόμβος του παρέρχεται προ της κλειστής θύρας των, η οποία έχει και διπλά πυκνά παραπετάσματα, όπως την αποπνίγη εντελώς. Σύρει κανείς το παραπέτασμα και ευρίσκεται εις λοκάλ θρησκευτικής γαλήνης. Θα έλεγε την αίθουσαν του τραπεζαρίαν παλαιού μοναστηρίου. Κάτι σαν την θολωτήν παλαιάν, μισοφωτισμένην τραπεζαρίαν της μονής Αστερίου επί του Υμηττού, όπου μόλις εισερχόμενον φως αφίνει να διαφαίνεται το υψηλόν παράστημα και οι μεγάλοι μαύροι οφθαλμοί της Παναγίας την Αθηνιώτισσας, καλής εκδηλώσεως συνεχείας της μορφής της Παλλάδος Αθηνάς. Οι πελάται βαδίζουν τόσον ελαφρά, ώστε νομίζει κανείς, ότι εξέλειπε η ατμοσφαίρα εκεί μέσα, δια να μην ακούεται ο ήχος των βημάτων των, αλλά και κάθε ήχος. Και όταν οι πελάται ανταλλάσσουν χαιρετισμόν, τούτο γίνεται με ελαφράν κίνησιν της κεφαλής. Τα γκαρσόνια κύπτουν προς τους πελάτας και δέχονται ψιθυριστά τας παραγγελίας. Είνε σκιαί σερβίρουσαι. Μία ζωηροτέρα καλημέρα, που θα ηκούετο εκεί, θα εθεωρείτο σκάνδαλον, ασυγχώρητος παρανομία, έγκλημα καθοσιώσεως. Οι πελάται θεωρούνται κωφάλαλοι.

Και ένα από τα τελευταία μεσημέρια μου συνέβη να γευματίσω εις μίαν παρόμοιον αίθουσαν πρωτεύοντος αθηναϊκού ξενοδοχείου, σχεδόν απόκρυφην, μυστικήν. Κάποια αποκάλυψις πάντως εις την πόλιν μας, όπου χωρίς να έχωμεν μεγάλα εστιατόρια, δεν στερούμεθα του ενοχλητικωτάτου πατάγου. Εκλάθησα με καλόν, ευχάριστον σύντροφον εις λευκόν, απαστράπτον τραπεζάκι μιάς γωνίας και εδοκίμασα αρκετήν έκπληξιν. Οι πελάται έτρωγαν με σιγήν τραππιστών. ήσαν ιδικοί μας και ξένοι. Κυρίαι, δεσποινίδες και κύριοι. Επίσης και παιδάκια. Μία καν καρέκλα δεν εκροτούσε. Η συζήτησις άγνωστος. Το στρωμένον με τάπητα λινελάιου πάτωμα δεν έτριζε, ήχος μαχαιροπήρουνου δεν ηκούετο και τα γκαρσόνια διολίσθαινον σιωπηλά και σοβαρά, όπως σοβαροί εφαίνοντο και οι γευματίζοντες. Οι περισσότεροι ήσαν ένοικοι του ξενοδοχείου και ελάμβανον τροφήν εις ανομοίους ώρας. Το ρεστωράν λειτουργεί από την ενδεκάτην πρωινήν έως την τρίτην απογευματινήν. Ιδού ευκολία δια μίαν πόλιν, όπου εις όλα σχεδόν τα άλλα εστιατόρια ο πελάτης είνε υποχεωμένος να ενθυμηθή το φαγητόν ακριβώς με την καμπάναν, άλλως δεν το βρίσκει. Εις τας περισσοτέρας μεγαλοπόλεις συνήθως γευματίζουν οι κάτοικοι οποιανδήποτε ώραν του ημερονυκτίου θελήσουν. Η κουζίνα λειτουργεί συνεχώς. Είνε τόσον ποικίλος ο τρόπος του βίου, της εργασίας, εκατομμυρίων ανθρώπων, ώστε δεν είνε δυνατόν να γευματίζουν ταυτοχρόνως τα εκατομμύρια τούτων. Ο πόλεμος και αι συνέπειαί του σήμερα θα μετέβαλον αρκετά τας καλάς, ρυθμιζομένας συνηθείας των κατοίκων μεγαλοπόλεων και η δημοκρατική ασχημία πιθανών να εξηφάνισε και τα ήρεμα ρεστωράν, όπου δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να κρατή κανείς τύμπανον, διότι προβαίνει εις το κοσμοϊστορικόν γεγονός του γεύματος. Εδοκίμασα, λοιπόν, καλήν εντύπωσιν εις την αθόρυβον εκείνην αθηναϊκήν αίθουσαν, οπόθεν μετά το γεύμα κυρίαι και κύριοι διηυθύνοντο εις τα παρακείμενα σαλονάκια με κινήσεις καουτσού. Ο σύντροφός μου είπε μίαν στιγμήν ψιθυριστά:

- Έχουν, καθώς βλέπεις, και αι Αθήναι τα απρόοπτά των. Επίστευες, ότι θα υπήρχε εις την χωρίς κανένα σπουδαίον λόγον πολυθόρυβον πόλιν μας μία τοιαύτη αίθουσα σιγής;

- Τα συγχαρητήριά μου δια την ανακάλυψιν, αλλά μου έρχεται επιθυμία να απαγγείλω.

- Ποιήμα; Δι’ όνομα Θεού! Δεν εγκληματίσαμεν διότι εγευματίσαμεν τόσον απλά και καλά.

- Ολίγον Νοίστε: Άνθρωποι πατάτε στερεά, αναπνέετε ελέυθερα, φωνάζετε δυνατά!

- Θέλεις να λιποθυμήσουν οι πελάται.

- Τότε μου έρχεται η ακαταγώνιστος επιθυμία να φωνάξω μέσα εις την πρωτοφανή αυτήν αθηναϊκήν σιγήν: Ένα πιλάφι, σάλτσα περισσότερη, με γεώμηλον και γαρύφαλλον, περιμένω, μάστορα!

- Θα δειχθής αναρχικός της πράξεως, ώστε ρίξε καλλίτερα βόμβαν. Οι άνθρωποι θα είνε διατεθειμένοι να σου το συγχωρήσουν, όχι όμως και την φωνήν.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ