Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Β΄

Ο όρος “σοσιαλισμός” άρχισε να γίνεται γνωστός στην Ελλάδα με αργοπορία μερικών δεκαετιών σε σχέση με την δυτική Ευρώπη. Στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα η ενασχόληση με το καινούργιο φρούτο που φαινόταν να επικρατεί σιγά σιγά στις “προηγμένες” χώρες της γηραιάς ηπείρου είχε γίνει ένα είδος μόδας. Λίγο πολύ όλες οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν άρθρα και ειδήσεις που αφορούσαν το νέο φαινόμενο, παρόλο που δεν υπήρχε βέβαια κάποια σημαντική παρουσία σοσιαλιστών στον πολιτικό αγώνα.
Tο 1907, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το Κοινωνικό μας ζήτημα», το πρώτο θεωρητικό έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής φιλολογίας, που συνόψιζε με συγκροτημένο τρόπο την κλασσική μαρξιστική θεωρία και ανέλυε την ιστορία και την κατάσταση στην Ελλάδα από μαρξιστική μεριά προτείνοντας την πάλη των τάξεων σαν παράγοντα κοινωνικής προόδου. Το κείμενο τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της ελληνικής διανόησης, από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου μέσα από τις σελίδες του περιοδικού “Νουμάς” άρχισε μια συζήτηση που διάρκεσε χρόνια και στην οποία πήραν μέρος τα μεγαλύτερα ονόματα της ιντελιγκέντσιας της εποχής. Σημαντικό ήταν το άρθρο του Πέτρου Βασιλικού (Κώστα Χατζόπουλου) με τον ίδιο τίτλο (“Το κοινωνικό μας ζήτημα” “Ο Νουμάς” 28 Οκτωβρίου 1907) όπου βασικά εξηγείται με απλά λόγια η σοσιαλιστική θεωρία του Carl Kautsky.

Δημ. Χατζόπουλος

Οι αδελφοί Χατζόπουλοι έζησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γερμανία, που ήταν το κέντρο της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας (*), ήρθαν σε επαφή από πρώτο χέρι με τα νέα πολιτικά και συνδικαλιστικά ρεύματα και γύρω στο 1905-1906 αποποιήθηκαν το νιτσεϊσμό και ενστερνίστηκαν τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Το Μάη του 1911 συγκροτήθηκε στην Αθήνα το Σοσιαλιστικό Κέντρο από τον Ν. Γιαννιό, στο οποίο συμμετείχε σαν ιδρυτικό μέλος (κατόπιν υπόδειξης του αδελφού του Κώστα Χατζόπουλου που ήταν ακόμη στη Γερμανία) ο Δημ. Χατζόπουλος. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο είχε δικό του πρόγραμμα, με βάση τα διεθνή σοσιαλιστικά συνέδρια της Β` Διεθνούς. Επιδιώξεις του ήταν, μεταξύ των άλλων, η προώθηση των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα, η οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα, η αποχή από κάθε επιθετικό πόλεμο, η διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν το δικαίωμα ψήφου και εκλογής σε άντρες και γυναίκες, η καθιέρωση του εκλογικού συστήματος της αναλογικής αντιπροσώπευσης, κλπ. Αργότερα ο Δημ. Χατζόπουλος διαφώνησε και ηγήθηκε της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, με μαξιμαλιστικό-συνδικαλιστικό προσανατολισμό. Στο σημείο αυτό ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Κώστα, που αντίθετα υποστήριζε την ανάγκη της πολιτικής οργάνωσης των εργατών κατά τα γερμανικά σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα, παρόλο που η ρήξη τους αυτής ποτέ δεν ήταν δημόσια. (βλέπε στις πηγές την ανάρτηση Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση”).

Παραθέτω άρθρο της εφημερίδας “Χρόνος” όπου γίνεται η αναγγελία δύο διαλέξεων που έδωσε ο Δημ. Χατζόπουλος στην αίθουσα της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών) στην οδό Σταδίου, τις 16 και 17 Απριλίου του 1911, με θέμα “ο Πραγματιστικός επιστημονικός Σοσιαλισμός”, με πολύ πλούσιο απ ότι φαίνεται περιεχόμενο, καθώς και ένα άρθρο του Σπύρου Μελά της μεθεπόμενης ημέρας, όπου συνοψίζονται περιληπτικά, κάπως επιφανειακά και σχεδόν ανεκδοτολογικά, τα όσα ειπώθηκαν στις δύο διαλέξεις.
Γ.Χ.

 “Χρόνος”, 16 Απριλίου 1911 σελ. 2
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΔΗΜΟΣΙΑΙ ΟΜΙΛΙΑΙ

Όμιλος λογίων και δημοσιογράφων εκ των κ.κ. Ν. Ποριώτου, Σ. Μελά, Ζ. Παπαντωνίου, Σ. Καμπάνη, Δ. Χατζοπούλου, Δ. Κοκκίνου και Φραγκοπούλου απεφάσισε την διοργάνωσιν δημοσίων ομιλιών επί ζητημάτων κοινωνικού ενδιαφέροντος με είσοδον ελευθέραν. Αι δύο πρώται διαλέξεις θα γείνουν σήμερον Σάββατον ώραν 4 1/2 μ.μ. και αύριον Κυριακήν ιδίαν ώραν εις την αίθουσαν της “Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών” (πρώην Συντακτών), οδός Σταδίου αριθ. 16 απέναντι της Βουλής. Ο κ. Δ. Χατζόπουλος θα ομιλήση περί του “Πραγματιστικού επιστημονικού Σοσιαλισμού”. Τα αντικείμενα εις τα οποία θα περιστραφούν αι δύο αυταί διαλέξεις είνε τα εξής:
Τα πρώτα στάδια του Σοσιαλισμού. Τα ουτοπιστικά σοσιαλιστικά κινήματα και αι μεγάλαι ουτοπιστικαί σοσιαλιστικαί μορφαί εις την Αγγλίαν, Γαλλίαν και Γερμανίαν. Πως ο σοσιαλισμός από ουτοπίας έφθασεν εις επιστημονικήν βάσιν και πρακτικήν εφαρμογήν. Η εμφάνισις του Καρλ Μαρξ και Φρείδριχ Ένγελς. - Ολόκληροι αι θεωρίαι του Μαρξ. - Η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Η επίδρασις του Σπινόζα και Δάρβιν. - Λεπτομερής ανάπτυξις της θεωρίας. - Πόσον αρμόζει κυρίως εις την πράξιν και τι δυνάμεθα να λάβωμεν απ΄αυτήν ως πρακτικήν βάσιν γνησίου, καθαρώς εργατικού κινήματος. - Ο Ένγελς και η θεωρία του Ιστορικού υλισμού. - Ποία η θέσις των νεωτέρων σοσιαλιστών απέναντί της. - Η θεωρία της αξίας – Έως που την είχον εννοήσει οι προηγούμενοι θεωρητικοί οικονομολόγοι και πως την έθεσεν ο Μαρξ. - Σύγκρισις της Μαρξιστικής ταύτης θεωρίας και των θεωριών της Αστικής πολιτικής Οικονομίας. - Το “Κομμουνιστικόν μανιφέστο” και το “Κεφάλαιον”. - Η ένωσις των εργατών όλου του κόσμου. - η θεωρία του πλεονάσματος του Μαρξ. - Έκθεσίς της κατά ευνόητον, απλούστερον τρόπον. – Η οριστική εξήγησις του ζητήματος εργασίας και κεφαλαίου και η ακλόνητος βάσις επί της οποίας εστηρίχθη, στηρίζεται και πορεύεται η σοσιαλιστική κίνησις εις τον πολιτισμένον κόσμον. - Τα νεώτερα κινήματα. - Σοσιαλιστική δημοκρατία και Συνδικαλισμός.

Χρόνος”, 19 Απριλίου 1911 σελ. 1
Σ. Μελάς
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Εις τας Αθήνας συμβαίνει μέγα δυστύχημα εις τον σοσιαλισμόν. Όσοι γνωρίζουν τι είνε δεν ομιλούν, και όσοι ομιλούν δεν γνωρίζουν τι είνε. Ο συνάδελφος κ. Χατζόπουλος, από τους ολίγους γνωρίζοντες περί τίνος πρόκειται, είνε ο πρώτος που ανέπτυξε λεπτομερώς την Μαρξιστικήν θεωρίαν, με δύο διαλέξεις εις την αίθουσαν των Συντακτών. Έδωσεν ένα σύντομον ιστορικόν της εξελίξεως του σοσιαλισμού από ουτοπίας εις επιστήμην. Και υπενθύμισε κατ’αρχάς, ότι ο σοσιαλισμός δεν είνε “ξένον φυτόν, το οποίον αποπειρώνται τινες να μεταφυτεύσωσιν ενταύθα”. Απεναντίας είνε το εκλεκτότετον άνθος της ελληνικής φιλοσοφίας, αφού ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης έδωσαν τα πρώτα πρότυπα μιάς μελλοντικής κοινωνίας, ο πρώτος εις την περίφημον Πολιτείαν του και ο δεύτερος εις την σοσιαλιστικήν δημοκρατίαν του με βάσιν τους δούλους. Η ιδέα της κοινοκτημοσύνης επραγματοποιήθη δια πρώτην φοράν εις την Σπάρτην. Μία επιγραφή αποδεικνύει, ότι σοσιαλισμός υπήρχεν επίσης από αρχαιοτάτων χρόνων εις την Κίναν. Μεγιστάνες αναφέρονται εις τον αυτοκράτορα και τον παρακαλούν να τους περιορίση. Αναφαίνευται εις την Ρώμην έπειτα με τους Γράκχους, εις αυτόν τον μεσαίωνα με τους αδιάκοπους αγώνας μεταξύ χωροδεσποτών και δουλοπαροίκων και τέλος εις την Ευρώπην των ημερών μας κατ’ αρχάς ως ουτοπία, κατόπιν ως επιστημονική θεωρία και τέλος ως πράξις. Οι ουτοπισταί σοσιαλισταί είνε γνήσια τέκνα των ρασιοναλίστ του δεκάτου ογδόου αιώνος, άγουρος καρπός της Γαλλικής επαναστάσεως. Εις την βαθυτάτην κριτικήν, την οποίαν έκαμε ο Ρενάν εις τον δέκατον όγδοον αιώνα, μας έδειξε με τον ωραιότερον τρόπον το θεμελιώδες ελάττωμά του. Ο αιών αυτός, ο οποίος εκατάλαβε περίφημα τον εαυτόν του, δεν ηννόησε την φύσιν. Δεν ηννόησε τον άνθρωπον, δεν επρόσεξε το παρελθόν του. Τον επίστευσε κατά βάθος αγαθόν και απέδωσεν όλας τα κακίας εις την αμάθειαν. Αρκεί να φωτισθή ο άνθρωπος, εφαντάσθησαν οι ρασιοναλίστ, και γίνεται αμέσως εξαίσιος, έτοιμος να δεχθή πάσαν αλήθειαν, να καταλύση πάσαν αδικίαν, να μεταβάλη την γην εις παράδεισον. Ο αιών αυτός πολύ επίστευσεν εις την δύναμιν της λογικής και της πειθούς. Και ανέλαβε δια της λογικής να πείση τον άνθρωπον να αλλάξη την φύσιν του. Την αχαλίνωτον αυτήν αισιοδοξίαν ευρίσκομεν εις το βάθος της ουτοπίας του Σαιν-Σιμόν. Ωνειρεύθη μίαν κοινωνίαν ειδύλλιον, όπου οι άνθρωποι, απείρως αγαθοί, διότι θα ήσαν τελείων φωτισμένοι, θα ζούσαν κατά λόχους εις την εξοχήν. Επερίμενε δε να ευρεθή κανένας πλούσιος ανθρωπιστής να κάμη τα έξοδα της παραστάσεως του ειδυλλίου. Ο υποφαινόμενος ευρήκε και τον πλούσιον αυτόν εις τους “Μαύρους Ανθρώπους”, ένα μυθιστόρημα, το οποίον εδημοσιεύθη προ ετών εις το “Άστυ” των κ.κ. Βουτσινά-Παπαντωνίου. Την ανακάλυψιν αυτή δεν θα την συγχωρήση ποτέ εις τον εαυτόν του, αν και την έκαμεν εις ηλικίαν είκοσι τριών ετών, όταν δηλαδή δεν εθεώρει ακόμη σπουδαίον αμάρτημα να πιστεύη εις την αγαθότητα των ανθρώπων και την καλήν θέλησιν των πλουσίων. Ο. κ. Χατζόπουλος μας διηγήθη μίαν φαιδράν περιπέτειαν μερικών μαθητών του Σαιν-Σιμόν. Απεσύρθησαν εις ένα προάστειον των Παρισίων. Ήσαν όλοι ντυμένοι ομοιόμορφα, με λευκά παντελόνια και μπλε σακκάκια. Τα γελέκα των εκούμπωναν από πίσω και τούτο δια να κουμπώνη ο ένας τον άλλον και να εννοούν καλλίτερα ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκην του πλησίον και εις τα παραμικρότερα. Εις το στήθος είχαν κεντήσει τα ονόματά των, και τούτο εσήμαινεν ότι ο άνθρωπος μόλις παρουσιάζεται πρέπει να γίνεται γνωστός ποίος είνε. Η Αστυνομία όμως δεν είχε τας αυτάς αρχάς, τους επήρε μέσα και το ειδύλλιον εξητμίσθη τελείως εις τας φυλακάς. Η ουτοπία μόλις αντίκρυσε την πραγματικότητα τώβαλε στα πόδια. Ένας άλλος τύπος ουτοπιστού, πολύ συμπαθητικώτερος αυτός, ο Άγγλος Όεν, ετελείωσε κακήν κακώς. Ο Όεν δεν είχε απλώς φαντασίαν, όπως ο Σαιν-Σιμόν, αλλά και πολλά χρήματα και συγχρόνως εργοστάσιον, το οποίον μετέβαλεν εις παράδεισον. Με κήπους, με κατοικίας δια τους εργάτας, με σχολείον και νοσοκομείον. Και τα εισοδήματα του εργοστασίου τα εμοίραζεν εις τους εργάτας. Όταν απηλπίσθη ότι και οι άλλοι εργοστασιάρχαι θα τον μιμηθούν εστράφη προς την Πολιτείαν. Προσεπάθει να πείση το Κράτος να πάρη όλα τα εργοστάσια και να τα κάμη όπως το δικό του. Αλλά το Κράτος ουδέποτε πείθεται, διότι αυτό είνε αντίθετον προς την φύσιν του. Το Κράτος μόνον η τ τ ά τ α ι δ ι α β ί α ς, και τούτο δεν έχουν εννοήσει όλοι οι ουτοπισταί από του Σαιν-Σιμόν μέχρι του τελευταίου σοσιαλιστού βουλευτού. Ο Όεν απηλπίσθη και τότε η ανάγκη των πραγμάτων τον οδήγησεν εις την ευθείαν, εις την γενικήν απεργίαν. Αυτή όμως, κακά οργανωμένη, απέτυχεν, ο αγγλικός στρατός ετσάκισε τους εργάτας και ο Όεν, πάμπτωχος, απέθανεν εξόριστος μακράν της πατρίδος του. Οι εργάται μας, λοιπόν, καθώς και οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, πρέπει να διδαχθούν από τας αποτυχίας των ουτοπιστών. Να μη περιμένουν τίποτε από κανέναν. Ούτε από το σημερινόν Κράτος, ούτε από την καλήν θέλησιν των ανθρώπων. Να αποβλέπουν μόνον εις τον εαυτόν των, να έχουν εμπιστοσύνην εις τα ιδίας των δυνάμεις και εις αυτάς να εγκαταλειφθούν.
Όταν οργανωθούν εις ένα ισχυρόν σώμα, εμψυχωμένον από την πίστην εις το δίκαιον και το μέλλον, θα αποτελέσουν κολοσσιαίαν δύναμην, προς την οποίαν μοιραίως θα κλίνη η οριστική νίκη.

Σ. ΜΕΛΑΣ

________

(*) Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, παντοδύναμο στα συνδικάτα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, βγήκε πρώτο κόμμα στις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις του 1890, 1893, 1898, 1903, 1907 και 1912 με ποσοστά όλο και πιο μεγάλα, αλλά παρέμεινε μόνιμα στην αντιπολίτευση για όλα αυτά τα χρόνια. Την ηγεσία του αποτελούσε η αφρόκρεμα της σοσιαλιστικής διανόησης, ο Carl Kautsky, ο August Bebel, η Clara Zetkin, η Rosa Luxemburg.

________

ΠΗΓΕΣ

Για ένα ‘διαλεκτικόν ενσταντανέ’: οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)”, Βαλάντω Λάνδρου, Θεσσαλονικη 2017

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002/files/GRI-2017-20554.pdf

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος και η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωση” ανάρτηση στην ιστοσελίδα anarkismo.net 3/7/2010
http://www.anarkismo.net/article/17001
Από το Δέκατο Τέταρτο Κεφάλαιο με τίτλο “Αναρχικοί & Ελευθεριακοί σε μη Αναρχικές & Ελευθεριακές Οργανώσεις” του έργου “Για Μια Ιστορία του Αναρχικού Κινήματος του Ελλαδικού Χώρου”. Ολόκληρο το έργο δημοσιεύεται στο http://ngnm.vrahokipos.net

Ο Δ. Χατζόπουλος, «Πεζοπόρος» στην Πάρνηθα”, διάλεξη του Λεωνίδα Κουρή, μεταλλειολόγου, πρώην Νομάρχη Ανατολικής Αττικής στην 5η Συνεδρίαση του δέκατου Συμπόσιου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρίας Αχαρνών -21 Οκτωβρίου 2010 – Δεύτερη ημέρα.
https://eleftherovima.wordpress.com/2011/11/01/
https://eleftherovima.files.wordpress.com/2011/11/cebbceb5cf89cebdceb9ceb4ceb1cf83-cebd-cebacebfcf85cf81ceb7cf83-cebcceb5-cf84cebfcebd-cf80ceb5ceb6cebfcf80cf8ccf81cebf-cf83cf84ceb7cebd.pdf


ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΑΣ ΖΗΤΗΜΑ – ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΝΟΥΜΑΣ 28 Οκτωβρίου 1907
https://xatzopoyloi.blogspot.com/2021/07/blog-post_6.html


https://users.sch.gr/symfo/sholio/istoria/kimena/1914.gianios.htm


Χ.-Δ. Γουνελάς, Η σοσιαλιστική συνείδηση στην ελληνική λογοτεχνία, 1897-1912, Αθήνα, Κέδρος, 1984.


Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ από το 1875 ως το 1974

Εισαγωγή, επιλογή κειμένων, υπομνηματισμός Παναγιώτης Νούτσος Τόμος Β΄, Αθήνα 1991 


Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΜΕΡΟΣ Α’

 Σημαντικό θεωρητικό άρθρο όπου ο Δημ. Χατζόπουλος προσπαθεί να συνοψίσει την σοσιαλιστική θεωρία όπως αυτός την αντιλαμβανόταν το 1911 μέσα από το φίλτρο της μαξιμαλιστικής συνδικαλιστικής εκδοχής, που ήταν σε πλήρη αντίθεση με την επικρατούσα τότε πλειοψηφούσα -γερμανική βασικά- ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Είχαν προηγηθεί τον Απρίλη του ίδιου χρόνου οι διαλέξεις για το σοσιαλισμό του Δ. Χατζόπουλου αλλά και μία σειρά άρθρων μεγάλων ονομάτων της δημοσιογραφίας της εποχής που καταδίκαζαν τις ακραίες εκδοχές του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη (“Σοσιαλισμός και σοσιαλισμός” Γρ. Ξενόπουλος εφ. ΑΘΗΝΑΙ 30.1.1911, “Να εννοούμεθα” 31.1.1911 και “Φιρί-φιρί”, 2.2.1911, Γ.Β.Τσοκόπουλος εφ. ΑΘΗΝΑΙ).

Γ.Χ.

Εφημερίδα “ΧΡΟΝΟΣ”, 15 Μαϊου 1911

ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Εις αθηναϊκήν συνάδελφον εδημοσιεύθη προχθές ένα άρθρον, φέρον την υπογραφήν ενός Ευρυτάνος βουλευτού και ομιλούν περί σοσιαλισμού. Έως εδώ το ζήτημα θα ήτο εντελώς ξένον δι'εμέ. Αλλ' εκεί έγεινε ρητός υπαινιγμός εναντίον μου ως σοσιαλιστού με ύβρεις, δια τας οποίας δεν υπάρχει ανάγκη να απασχολήσω τους αναγνώστας. Ζητώ όμως την καλωσύνην των να μου επιτρέψουν να ομιλήσω δι'όσα εγράφησαν εκεί δια τον σοσιαλισμόν, ο οποίος μου απεδόθη. Εις αυτό το ζήτημα θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής απλά λεγμένα πράγματα, τα οποία αφορούν πολύ ολιγώτερον εμένα και πολύ περισσότερον αυτήν την λέξιν σοσιαλισμός, η οποία κυκλοφορεί ως καραμέλλα εις πολλά στόματα. Μου φαίνεται πως γενικώς σήμερα εις τας Αθήνας συγχύζομεν τας αληθείας και καταλήγομεν εις άτοπα. Καταγίνεται κανείς εις κοινωνικά ζητήματα (ας τα πούμε εις την διεθνή των λέξιν: σοσιάλ), άρα είνε σοσιαλιστής. Αλλά θα παρατηρήση τότε κανείς κάτι, το οποίον δεν πρέπει να λησμονηθή. Ότι ο καταγινόμενος εις τα σοσιάλ ζητήματα και ο θέλων κοινωνικάς μεταρρυθμίσεις μέσα εις την διατήρησιν και την παραδοχήν των β ά σ ε ω ν του σημερινού αστικού καθεστώτος, με την πλήρη διατήρησιν των σημερινών διακεκριμένων προς αλλήλους τάξεων και των συμφερόντων των, δεν φαίνεται να έχη πολλήν σχέσιν με τον σοσιαλισμόν, ο οποίος εις την αγνήν, άδολον, θετικήν μορφήν του δηλοί κατά πρώτον και πρωτατίσιμον: κάτω η κοινωνία των τάξεων, κάτω το κράτος των τάξεων! Αν προσέξωμεν καλά βλέπομεν, ότι η θεμελιώδης αρχή της σοσιαλιστικής ανάγκης δεν είνε κοινωνική μεταρρύθμισις υπάρχοντος κοινωνικού δεδομένου, δεν είνε αλτρουϊσμός, εξανθρωπισμός ή οποιαδήποτε άλλη συνθηματική τερμινολογία, αλλά απλούστατα απροκάλυπτος εκδήλωσις βίας, πηγαζούσης από ανάγκην κατά της υπαρχούσης βίας, προελθούσης από ανάγκην. Αν το ελληνικόν περιβάλλον δεν εννοή την αρχήν του σοσιαλισμού ή δεν είνε δυνατόν να την εννοήση ή δεν είνε δυνατόν να αισθανθή αυτήν την σοσιαλιστικήν ανάγκην, ένεκα εξαιρετικών ή μάλλον ευκόλως εννοουμένων σημερινών παραγωγικών συνθηκών, η σοσιαλιστική αρχή δεν έχει να ζημιωθή τι. Αλλ΄ούτε και το περιβάλλον. Και τα δύο παραμένουν ακλόνητα εις την θέσιν των. Το μόνον, το οποίον συμβαίνει εις την αρχήν του σοσιαλισμού, είνε να μη έχη θέσιν εις ένα τόπον όπου δεν του χρειάζεται. Αν ο τόπος αυτός έχη ανάγκην από ωρισμένας κοινωνικάς μεταρρυθμίσεις, θα εκπληρώση αυτήν την ανάγκην του με αγώνας κατά παντός εμποδίου. Αλλ΄αι κοινωνικαί μεταρρυθμίσεις υφισταμένου αστικού κράτους, με αστικά μέσα παραγωγής και αστικόν κοινωνικόν και πολιτικόν εποικοδόμημα, δεν δύνανται να ονομασθούν σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς. Κανείς δεν αρνείται, ότι δικαιούνται οσοιδήποτε Έλληνες θέλουν να μεταχειρισθούν την πολιτικήν ως μέσον βελτιώσεως των κοινωνικών συνθηκών. Σταματά μόνον κανείς εις την διάκρισιν, ότι μία τοιαύτη προσπάθεια δεν στρέφεται κατά μέτωπον προς τον εχθρόν. Δεν τον κτυπά, αλλά συνθηκολογεί. Δεν ζητεί ό,τι του ανήκει, αλλά θεωρεί ανδραγάθημα αν αποκτήση τέσσαρα ψιχία από τον όλον μεγάλον άρτον, τον οποίον αναγνωρίζει εις εκείνον, τον οποίον λέγει, ότι τον έχει εχθρόν. Επομένως έχομεν σοσιαλιστάς φέροντας το όνομα σοσιαλιστής από σύγχυσιν, από πολυτέλειαν ή από δημοκοπίαν των πραγμάτων, από την οποίαν βέβαια το σοσιαλιστικόν αξίωμα δεν έχει να πάθη καμμίαν ζημίαν. Παραμένει επιτακτικόν και αναμένει την λύσιν του, εκεί όπου ωρισμέναι ανάγκαι το επροκάλεσαν. Δια τούτο βλέπομεν, ότι αι ανάγκαι αυταί, ‘όπου έχουν άδολον την σοσιαλιστικήν πηγήν των, κατέφυγον εις απλούστερον, αλλά και ασφαλέστερον μέσον επιτυχίας, - εις τον Συνδικαλισμόν. Τίποτε δεν έρχεται εις τον κοινωνικόν αγώνα από την σύμπτωσιν, αλλ΄από την ανάγκην. Η δε τελευταία ανάγκη εις όλα τα μεγάλα εργατικά κέντρα σήμερον έπαυσε να κρεμά τας ελπίδας της εις το αστικόν πλάσμα του κοινοβουλευτισμού. Οι εργάται οργανούνται εις αμιγή εργατικά σοσιαλιστικά συνδικάτα, τα οποία κομμουνιστικώς πειθαρχούντα επιδιώκουν όχι μόνον τα πρόσκαιρα αποκτήματά των, αλλά κατευθύνονται προς την τελειωτικήν λύσιν της μεταβιβάσεως των μέσων της παραγωγής προς αυτούς μόνον δια της εργατικής δυνάμεως και χωρίς την βοήθειαν κανενός συνθηκολογούντος προς το αστικόν καθεστώς, πολύ ολιγώτερον των πολιτευομένων. Αυτοί δεν έχουν να λύσουν άλλο ζήτημα παρά το εργατικόν, αυτοί δεν αποβλέπουν ποία είνε η γνώμη του αστικού πολιτισμού και ποίαν κοινωνίαν επιθυμεί να συνθετοποιήση δια της αστικής Βουλής, αυτοί κατείδον πως και κατά ποίον γνησιώτερον εργατικόν τρόπον θα επιτύχουν την υπόθεσίν των. Πρώτην φοράν το αστικόν, το αστικοσοσιαλιστικόν πνεύμα ήρχισε να ξύνη την κεφαλήν του.
- Πως, χωρίς εμέ προχωρείτε, θέλετε ν’αντικαταστήσετε την σημερινήν κοινωνίαν με ιδικήν σας, χωρίς να ζητήσετε την συνδρομήν μου να σας συντάξω κάν το καταστατικόν της μελλούσης κοινωνίας, να ας προπαρασκευάσω εις αυτήν με την μόρφωσίν μου και τας μεθόδους μου; Κι’ εγώ τι θα γείνω; Να παύσω να γίνωμαι βουλευτής, υπουργός, προστάτης των εργατικών τάξεων;
Τι κακό που με εύρεν, εμέ τον σοσιαλιστήν, τον κοινωνιολόγον, τον συνταγματοφάγον; Παιδιά, ακούσατε, παιδιά, πολίται, εργάται, προσέξατε, σας παρακαλώ, εγώ θέλω το καλόν σας.
- Αλλά τα παιδιά ήλθε τέλος η ώρα να μη ακούσουν παρά μόνον τον εαυτόν των. Ευρισκόμεθα προ γεγονότος, προ ανάγκης. Σοσιαλισμός = συνδικαλισμός = έξω οι σοσιαλισταί βουλευταί! Μόνον και μόνον εργατικόν Συνδικάτον, εργατικόν ζήτημα. Οι συνδικαλισταί έστρεψαν τους ώμους όχι μόνον προς τους αστούς, αλλά και προς τους σοσιαλιστάς των. Δεν αναγνωρίζουν παρά μόνον τον εαυτόν των. Με την τεραστίαν ενωτικήν δύναμιν ήρχισαν να κανονίζουν όλα όσα θα τους έδιδεν η Βουλή
δια να βγάζουν βουλευτάς αρριβίστας, και συγχρόνως ήρχισαν να προετοιμάζουν την μεγάλην ανατροπήν. Σοσιαλισμός ίσος με ανατροπήν. Δεν σας αρέσει; Μήπως μας ηρώτησεν ο εργάτης αν μας αρέση;
- Αλλά θα τον εμποδίσω.
- Ιδού λοιπόν η μοιραία βία. Αλλά προ παντός ξεκαθάρισμα. Σοσιαλισμός δεν είνε τα σημερινά κινήματα εις τον τόπον μας. Είνε κινήματα προς κοινωνικάς μεταρρυθμίσεις. Να ταξινομηθούν, να διακριθούν, ολίγον φως εις την σύγχυσιν.
- Αλλά τοιούτος σοσιαλισμός είνε αδύνατον να πηγάση εις την Ελλάδα, κύριε.
- Μήπως είπα ποτέ εγώ, ότι είνε δυνατόν;
-
Αλλά τι είπατε;
- Ότι οι εργαζόμενοι άνθρωποι καθ’ήν περίπτωσιν αισθανθούν την ανάγκην του σοσιαλισμού, οφείλουν να γίνουν αληθινοί σοσιαλισταί.
- Αλλ’ αυτά είνε αδύνατα εις την Ελλαδα !
- Αν ε
ίνε πράγματι αδύνατα, μ’αυτό δεν έχει να χάση τίποτε η καθαρή σοσιαλιστική ιδέα. Ο σοσιαλισμός – τελειώνω- είνε πρακτική ανάγκη με ανατρεπτικήν σημασίαν, όπου ωρισμέναι παραγωγικαί καταστάσεις την προκαλούν. Όλαι αι λοιπαί ανάγκαι, αι οποίαι ζητούνται να θεραπευθούν με την διατήρησιν του καθεστώτος, δεν είνε σοσιαλισμός. Αλλ’ επειδή έτυχε να έχω εγώ αυτήν την γνώμην δεν σημαίνει, ότι δεν δικαιούται να έχη οποιοσδήποτε συμπατριώτης μου ή Γάλλος, Άγγλος, Γερμανός, Ιταλός, Ελβετός, Αλβανός, Αιγύπτιος, Σιαμίτης την ιδικήν του. Και να την ειπή, και να δράση, και να πολιτευθή – και να υβρίζει ακόμα. Νίκο, φέρε τα σπίρτα. Θα καπνίσω.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

“Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ” ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου, το τελευταίο ίσως της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών”, δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 14.10.1900. Έμμεσα αυτοβιογραφική, η σειρά εξιστορούσε περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια της θητείας του Χατζόπουλου στο στρατό. Τα διηγήματα, πεμπτουσία του είδους “φουστανέλλα και τσαρούχι”, δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1894 μέχρι το 1900, είχαν σαν κοινό χαρακτηριστικό τις περιπέτειες κουτοπόνηρων και κάπως άξεστων χαμηλόβαθμων καραβανάδων που με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή κερδίζουν την συμπάθεια του αναγνώστη.
Σε μια από τις χαρακτηριστικές του μεταστροφές, λίγο καιρό αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το είδος αφήγησης (το ηθογραφικό διήγημα) μέσα από τις στήλες του περιοδικού “Ο Διόνυσος” που εξέδωσε το 1901(*).
Γ.Χ.

 Έλληνες στρατώτες”, έργο του Ι. Μυλωνά, 1999

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 14 Οκτωβρίου 1900
Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ
- Μπανιάς!
- Τι είνι, ουρέ, ανέκραξεν ο λοχίας στρεφόμενος με ζωηρ
όν κίνημα κατά τρόπον προδόσαντα, ότι τον αφύπνιζον από βαθείς συλλογισμούς, ενώ εβάδιζε κατά μήκος προ του στρατώνος μελαγχολικός.
Ο δεκανεύς του λόχου, νέος κοντόχονδρος, με μυς σιδηρούς, β
αδίζων καμαρωτά ως όρνις, σείων την πολύπτυχον φουστανέλλαν του και στρίβων τον μαύρον ως αιθάλη και πυκνόν ως τα βρύα της λίμνης μύστακά του, επανέλαβε την αναφώνησίν του:
- Μπανιάς, Κυρ λουχία, πούσι;
Ο λοχίας Μπανιάς ανταπήντησε:
- Νάμι, ουρέ, τι μι θέλ΄ς;
Εν τω μεταξύ ο δεκανεύς επλησίασε:
- Κυρ λουχία, είπε, πάμι να σφίξουμι γιένα.
Ο λοχίας έκανε κίνημα αποστροφής και εξηκολούθησε τον δρόμον του λέγων μίαν λέξιν ξηράν:
- Άκα!
Ο δεκανεύς θέλησε να επιμείνη.
- Ορ’, ούτι γιένα
τσίπρου, κυρ λουχία;
- Ουρ’ μη μου χαλάς του σκότ’. Σούπα, Κουντούλ, δεν τσιπρίζουμι σήμιρα.
Και εξηκολούθησε τον δρόμον του, με τας χείρας όπισθεν ηνωμένας, βαίνων υψηλός ως λεβιάθαν, λιγνός ως κάλαμος, με την κεφαλήν την φεσοφόρον επηρμένην, προτείνων την μεγάλην ρίνα του, ως άλλος Μπερζεράκ, και ψιθυρίζων μεταξύ των οδόντων του:
- Γιά τσίπρου είμι ιγώ ή για μοι
ρουλόημα.
Διήλθε προ ενός ομίλου
ευζώνων φερόντων μακράν ποδήρη εμπροσθέλλαν και επιστατούντων εις το άκρον εκεί, εις την γωνίαν του στρατώνος εις το “μαγείρεμα”. Ο μάγειρας με ανασκουμπωμένας τας μανίκας του υποκαμίσου του, κρατών τεραστίον κουτάλαν ανα χείρας, την εβύθιζεν εις τον λέβητα ανακινών τον ζωμόν και τα τεμάχια του κρέατος. Οι βοηθοί του έρριπτον μεγάλους δαυλούς εις την πυράν, τρίβοντες τους ερυθρούς οφθαλμούς των, οι οποίοι έλαμπον ζωηρότερον από τας φλόγας των δαυλών, ενώ εκαθάριζον σωρούς κρομμύων. Λεπτοί τολύπαι καπνού ανήρχοντο εκ της πυράς παρά τον τοίχον, όπου έβραζεν ο λέβης, και εσχημάτιζον επί του λευκού της ασβέστου μίαν μαύρην ευρείαν κηλίδα πυραμοειδώς ανερχομένην προς την κορυφήν. Από μακρά η μέλαινα αύτη επί του τοίχου στήλη εφαίνετο ως οβελίσκος εκ μαύρου στιλπνού λίθου καταφαγωμένου δεξιά και αριστερά από σφαίρας.
Ο λοχίας Μπανιάς εστάθη δύο βήματα μακράν του λέβητος έρριψεν εν δεσποτικόν βλέμμα επ’ αυτού και επί των μαγειρευόντων ανδρών, εβροντοφώνησε δύο τρεις φράσεις: “Το νου σας, ουρέ, εις του φαί να μη του καψ’ τι. Ρίχτι μπόλικα κριμμυδάκια να νουστ’μίς’ του κριάς” και εξηκολούθησε τον δρόμον του πάντοτε κατηφής.
Πέραν του στρατώνος ηπλούτο η πράσινος και ομαλή έκτασις των αγρών, ως τάπης μπιλιάρδου
· ήτο άνοιξις και οι στάχεις των σιτηρών είχον υψωθή εύχυμοι, ζωηρόχρωμοι, με ένα βαθύ πράσινον χρωματισμόν, επί του οποίου το φως του ηλίου προσέδιδεν ανταυγείας σαπφειρίνους. Είκοσι βήματα μακράν του στρατώνος διέσχιζε τους αγρούς μικρόν ρυάκιον, εις το ύδωρ του οποίου πλύστραι και υπηρέτριαι έπλυνον ασπρόρουχα, υψούσαι τον κόπανον και τύπτουσαι, τρίβουσαι τα ρούχα με σάπωνα, διαλεγόμεναι δυνατά, τραγωδούσαι. Αι περισσότεραι ήσαν μεσήλικες, με κιτρινισμένα και ερρυτιδωμένα πρόσωπα, βυθίζουσαι τας καλαμοειδείς κνήμας των εις το ύδωρ μέχρι του γόνατος σχεδόν. Αλλά αι νέαι δεν έλειπον· κοράσια ευτραφή, με προτεταμένους υπό το τσίτινον ένδυμα τους μαστούς, με μηρούς φοράδων, των οποίων αι στρογγυλότητες αναδεικνύοντο καταφανείς υπό το βρεγμένον μέχρις οσφύος βραχύ μεσοφούστανον, το οποίον άφινε γυμνήν την στρογγυλήν και ροδόχρουν σάρκα των κνημών. Ο λοχίας διήλθε προ αυτών. Τα τσαρούχια του έτριξαν επί της ολίγης εκεί άμμου και τα κοράσια ανύψωσαν την κεφαλήν καθώς έκυπτον πλένοντα, αποτινάξαντα τους μικρούς προ των κροτάφων βοστρύχους της κόμης των. Είδον τον λοχίαν ευθαρσώς με πονηράν έκφρασιν εις τους οφθαλμούς, ωσαί να προεκάλουν γαργαλιστικόν τινα αστεϊσμόν των ανδρών του λόχου κατά το συνήθες. Αλλ’ ο λοχίας, ο οποίος παρ΄όλα τα πεντήκοντα έτη του, την ψαράν κόμην του και το ρικνόν πρόσωπον του ηρέσκετο πολλάκις “να ρίχν’ κάνα γλυκό λουάκ’ στα διαολοκοριστάκια” παρήλθε προ αυτών αδιάφορος, αφηρημένος.

Μία από τας νεάνιδας κάτι το πονηρόν θα είπε, διότι ηκούσθη εν ανακάγχασμα κρυσταλλώδες, αποπνιγέν εις τον κρότον των καταπιπτόντων κοπάνων.
Ο λοχίας εξηκολούθησε τον δρόμον του. Τόρα έβαινε παρά την άκραν των στάχειων ενός
αγρού. Το μέρος ήτο ήσυχον. Από μακράν, από τον λόφον εκεί κάτω ήρχοντο διακεκομμένοι, παράτονοι ήχοι σαλπίγγων. Οι σαλπιγκταί εγυμνάζοντο υπό τον ήλιον. Αι λευκάι σιλουέτται των με τα κόκκινα φέσια ανεκινούντο, ο χαλκός των σαλπίγγων ηκτινοβόλει εις τον ήλιον. Ολίγον τι πλησίον των σαλπιγκτών εις δεκανεύς προεγύμναζε τρεις ευζώνους, καθυστερήσαντες κληρωτούς ίσως, έφθασε δε ασθενής η φωνή του: “ Γιέν, δυό, γιέν !… Γιέν στ’ αριστιρό, γιέν είπα! Α, Μπακατσούλα, συ μ’ τα χαλάς ιουνίους !”
Ο λοχίας εστάθη και είδε το θέαμα· προ των οθφαλμών του επί του μικρού γηλόφου η δραξ εκείνη των στρατιωτών εμεγαλύνετο. Οι στρατιώται ελάμβανον διαστάσεις ονειρώδιυς υποστάσεως. Πέριξ το πράσινον της εξοχής έδιδε τους απαλωτέρους, τους ηδονικωτέρους τόνους του· τα χελιδόνια διέσχιζον το γλαυκόν του ουρανού με ραγδαίας πτήσεις, οι σπίνοι από τους κλώνους μιάς πανυψήλου λεύκης εφλυάρουν θορυβωδώς ως έμπνευσις του Λιστ. Όλον αυτό το θέαμα μετά τινας ημέρας θα ήτο ξένον πλέον δια τον ατυχή λοχίαν. Τον στρατόν, τους στρατιώτας, τον λόχον, τον στρατώνα, τους προσφιλείς αυτούς αγρούς όλα θα τα εγκατέλειπε μεθαύριον ο λοχίας. Και η ψυχή του επόνει. Κλαίομεν ενίοτε τον χωρισμόν πραγμάτων, είπεν ο Μωπασσάν, με την αυτήν θλίψιν με την οποίαν κλαίομεν προσφιλείς νεκρούς. Μετ’ ολίγας ημέρα θα απεστρατεύετο. Η υπηρεσία του ετελείωνε αυτάς τας ημέρας. Αρκετά υπηρέτησεν εις το στράτευμα . Τριάκοντα όλα έτη. Μέχρι τούδε ηρίθμει τόσας ανακατατάξεις. Διατί να ήθελε να αριθμίση μίαν ακόμη; Είχε γηράση εις τον βαθμόν του λοχίου, εις τον οποίον έμεινε τόσα έτη “στάσιμους”. Η λέξις αύτη τον έκαμνε να τρίζη τους οδόντας του. “Στάσιμους ! ” Δεν υπήρχε δικαιοσύνη εις το στράτευμα. Ο έχων τα περισσότερα μέσα εξησφάλιζε το μέλλον του! Αυτός δεν είχε ούτε φίλον βουλευτήν, ούτε προστάτην εις το Υπουργείον να ενεργήση υπέρ του προβιβασμού του. Εις το Υπουργείον, όπου, ως έλεγε παραπονούμενος πολλάκις “στ’ιβα είνι οι ικθέσεις πιρί ικανότητους κι ανδραγαθίας του εις τας συμπλουκάς των συνόρων στα 86.” Αλλά ποίος θα ήθελε να ξεσκονίση τα παλαιά αυτά χαρτιά, να τα ίδη και ν’απονείμη το δίκαιον εις τον γέροντα λοχίαν! “Άλλ’ όριξ’ δεν εχ΄νι οι μεγαλουγαλουνάδις να μιριμνήσουνι πιρί του λουχίου Μπανιά !” Αλλά παρ’ όλην την απαισιοδοξίαν του ο λοχίας δεν ηδύνατο να εννοήση πως οι μεγαλογαλονάδες περιεφρόνουν τας εκθέσεις τόσων Ανωτέρων Εποπτών εις την δικαιοδοσίαν των οποίων υπηρέτησεν επανειλημμένως ο λοχίας. Και έλεγε απορών: “Πως, ουρέ, δεν λαμβάνουντι υπ’όψ’ τα χαρτιά κοτζάμ ανουτέρου ουρ’ τα χαρτιά διαλαμβάνουν ρ-η-τ-ώ-ς ου λουχίας Μπανιάς Θιόδουρους ηνδραγάθησε κι ιπουμένους συνιστώμιν αυτόν. Έπειτα μη δυνάμενος να λύση την απορίαν του κατέληγεν εις το πικρόν συμπέρασμα, ότι αδικείται: Παραγκουνίζουμι, μ’ τρώνι του δίκηο μ’το σταυρό τ’ς! Ραδιουργίϊς θα ίνι εις τον μέσουν!| Και εβύζανεν ισχυρώς το σιγάρον του με τα ωχρά χείλη του όπισθεν των οποίων εφαίνοντο οι νωδοί οδόντες του… Θα απεστρατεύετο, λοιπόν. Τι να έκαμνεν εις τον στρατόν με πενήντα δύο δραχμάς τον μήνα εκτός “δα” των διαφόρων κρατήσεων. Η μορφή του έλαβε μίαν αποφασιστικήν έκφρασιν, θαραλλέαν, ωσεί να είχεν αποφασίση να ριφθή εις τας σφαίρας των εχθρών. Ετελείωσεν. Η βάσανος αυτή, την οποίαν από μιάς εβδομάδος υφίστατο, αν έπρεπε να φύγη από τον στρατόν ή όχι, έπαυσε. Τόρα αμέσως θα επέστρεφεν εις τον λόχον, θα παρεκάλει τον επιλοχίαν, τον Γιδάρην, να του συνέτασσε την περί αποστρατεύσεώς του αναφοράν. Θα την υπέγραφε με στραθεράν χείρα. “Όχι δα! Θα έμεινε αυτός να τον πιρνάνι για κουρόϊδου. Αμ΄δε! Μάϊτι μέλλουν, μάϊτι προυβιβασμός, μάϊτι προυκουπή. Το λ΄πόν μαρς! Τα ρουχαλάκια μας κι για του χουριό.” Οι οφθαλμοί του έλαμπον από βαθύ αίσθημα υπερηφανείας. Μία γαλήνη εφαίνετο αναβλύζουσα εκ της ψυχής του. Ανέπνευσεν ελαφρώς και έκαμε μεταβολήν. Και βραδέως βαίνων έβλεπε την επαύριον της αποστρατεύσεώς του. Θα επέστρεφεν εις το χωρίον του μετά απουσίαν δεκάδων ετών. Με τας είκοσι ψωροδραχμάς της συντάξεώς του δεν θα ηδύνατο να ζήση και θα εζήτει μίαν θέσιν βοσκού από κανένα πλούσιον κτηνοτρόφον του τόπου του. Ό,τι είχεν αφήση παιδίον, θα το επανεύρισκε γέρων τόρα. Έστω. Θα εφύλαττε πρόβατα εν μέσω των ερήμων βουνών, θα έτρωγε “μπομπότα ξερή σαν λιθάρι· πάει η σούπα πια!”και θα έπινε μόνον νερό.

Μάϊτι κριάς πιά, μάϊτι κρασί, μάϊτι τσίπρου.” Θα υστερείτο της παχείας, της λιπαράς σούπας, θα έχανε το ηδονικόν βραστόν του, δεν θα εμαύλιζε “του μ’δούλι” των οστών με την ιδιαιτέραν του εκείνην απόλαυσιν, δεν θα έτρωγε “το κριάς μι τα κ’κιά, μι τα κουλουκ’θάκια, μι τ’ς μπάμνις”, δεν θα έτρωγε τα ηδονικά εκείνα “κρεμμ’δάκια μι του κριάς”, από τα οποία δεν απέκαμνε καταβροχθίζων τρις, τέσσαρας καραβάνας, (βαθύς στεναγμός του εξέφυγε), “ιέστου”, δεν θα έπινε το αγαπητόν του “μπρούσκου κρασάκ’ ιέστου, ναι να παρ’ ου διάουλις, ιέστου, άϊτι!” Στιγμιαίον νέφος διήλθε προ του κυρτού μετώπου του, ησθάνθη δ’επί στιγμήν λεπτόν και επίμονον γαργάλισμα εις τον λάρυγγα, ο σίελος εσωρεύθη πυκνός εις το άκρον των χειλέων του. Εκρότησεν ισχυρώς την πτέρναν του τσαρουχιού του και ως ήτο η γη απαλή εσχηματίσθη επ΄αυτής μικρόν κοίλωμα. Η ανατίναξις αύτη ήρκεσε να τον αποτρέψη από τον πειρασμόν, και συνέχισε τον δρόμον του εγκαρδιωθείς, αποφασιστικός. Διήλθε προ του μικρού ρυακίου, μη καταδεχθείς να ρίψη ουδέ βλέμμα εις τας πλενούσας γυναίκας. Είχεν επανακτήση μετά πάροδον τόσων ετών την αγερωχίαν και την απάθειαν του ανθρώπου του βουνού όλην, επανεύρισκεν εις τον γέροντα λοχίαν τον άγριον, τον ιταμόν δεκαπενταετή βοσκόν. Τα κίτρινα κουμπιά της στολής του λάμποντα εις τον ήλιον τον ενώχλουν, ο κυανόχρους παλαιός μανδύας του τον εστενοχώρει, ο στρηνής θόρυβος της σκωριασμένης ξιφολόγχης του, τον οποίον έκαμνε θίγουσα το ισχύον του, το γόνα του, διεπέρνα τα νεύρα του ως βελόνη, το φέσι του με την βαρείαν του φούνταν του εβάρυνε την κεφαλήν ως μέγας ογκόλιθος επικαθήμενος επί του κρανίου του· σταγώνες ιδρώτος ανέθωρον εις το μέτωπόν του. Τόρα ήθελε να τα πετάξη όλα αυτά, «νά πάν κατά διαόλ ’ μάννα» και να . νά φορέση μίαν κάπαν μόνον, να πάρη μίαν γκλίτσαν και «τσέπ ! τσέπ !... χίουου ! ουου!.. » να βάλη την λησμονηθεΐσαν παιδικήν κραυγήν του και «να σαλαγάη κατ' του γκατήφουρου τα πρότα, πέρα στα πλάϊα μι τα χουντροπούρναρα, μι τ’ς κρύϊς βρυσούλις. Χάϊτι, ούρέ ! Πςςςςςς!...»

Είχε φθάση εις τον στρατώνα. Δύο βήματα και θα εισήρχετο εις τον θάλαμον του λόχου, θα επλησίαζε τον επιλοχίαν, θα του έλεγε την ακλόνητον απόφασίν του. “Αμί τι; Για κουρόϊδου θα τουν πέρναγαν του λουχία του Μπανιά!”
Καθώς διήρχετο πλησίον των μαγειρευόντων ανδρών αίφνης εσταμάτησεν. Ησθάνθη είδος σκοτοδινιάσεως. Ο υψηλός, ο προγάστωρ λέβης έβραζε κοχλάζων· επί της επιφανείας του ανεπήδουν λιπαρά τεμάχια βοείου κρέατος, μεγάλα, ακέραια κρεμμύδια, γαργαλιστική δε, διαπεραστική, οξεία, ελκυστική, ακαταμάχητος οσμή διεχύνετο εις ακτίνα τριάκοντα μέτρων. Ο λοχίας ήνοιξε το στόμα, τους ρώθωνας και η οσμή εισήλασε, διεχύθη εντός του, εις τα βάθη των εντοσθίων του, τον ανέτρεψεν όλον, του ηλλίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ωφράνθη ισχυρώς, έπειτα δεν ηδυνήθη να συγκρατήση αυτόματον ηδονικόν πλατάγισμα της γλώττης. Η θύρα του στρατώνος δυο βήματα μακράν του ήτο ανοικτή. Εις το βάθος εφαίνετο ο επιλοχίας Γιδάρης κεκλιμένος επί μικράς τραπέζης εστρωμένης με φαιόν εριούχον, γρατσουνίζων επί των σελίδων του βιβλίου των αναφορών του· παραπλεύρως αυτού εις παρομοίαν τράπεζαν ειργάζετο ο σιτιστής του λόχου επί μεγάλου ογκόδους βιβλίου, του βιβλίου της μισθοδοσίας των ανδρών· εις το παράθυρον δε εις κρεμανταλάς εύζωνας, “χαράκουνι ου έρμους με τουν χάρακα ιένα φύλλουν πουρείας”, ξύνων από καιρού εις καιρόν την μύτην του. Ο λοχίας Μπανιάς απέστρεψε την κεφαλήν από την θύραν. Επλησίασε προς ένα βοηθόν του μαγείρου και του είπε με το στρατιωτικόν ύφος, το οποίον ταχέως επανέκτησε:
- Κορδομπάτς’, πιτάξ να διής που ίνι ου δεκανέας Κουντούλ΄ς κι πες του ναρθ΄ ιδώ. Γλήουρα!. Ιέφτυσα. Να!… Όσου να λειώσ΄ του σάλιο μ΄θάσι φιρμένους. Άξα!…
Ο στρατιώτης έτρεξεν.
Έπειτα απευθυνόμενος προς τον άλλον βοηθόν ο λοχίας είπε μειλιχίως:
– Καταρραχιά, πιάσι μ’ μι του π’ρουν ιένα κουμματάκ’ κριάς να ιδού ιέβρασι για δεν ιέβρασι.
Ο δεκανεύς Κοντούλης επεφάνη μετά τινας στιγμάς. Ο λοχίας Μπανιάς μασσών ακόμη το προσφερθέν “κριάς” τον παρέλαβε:
- Κουντούλ’ είπε, πάμι να πιούμι γιένα, για το καλό. Αύριου θα υπουβάλου αναφουράν ανακατατάξιους.

Μποέμ


_________________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», 1901, τεύχος 2, σελ. 83-84.


Σάββατο 1 Απριλίου 2023

“Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ” ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ποίημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 20 Νοέμβρη του 1900. Την εποχή εκείνη ο Χατζόπουλος είχε μόλις εγκατασταθεί στη Λειψία όπου γνώρισε την μετέπειτα γυναίκα του Sanny Häggman. Ο Λάμπρος Πορφύρας, στον οποίο αφιερώνεται το ποίημα, ήταν στενός φίλος του Χατζόπουλου, είχε συμμετάσχει στην περιπέτεια του περιοδικού “Τέχνη” και αργότερα έγραψε για τον “Διόνυσο”, τα “Παναθήναια” και τη “Νέα Ζωή¨”, εκδόσεις με τις οποίες συνεργάστηκε και ο Κ. Χατζόπουλος. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην επόμενη σελίδα του ίδιου τεύχους του “Περιοδικού μας” δημοσιεύτηκε διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) με τίτλο “ Το κοκκοράκι”.

Γ.Χ.


ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 20 Νοέμβρη 1900

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ

(valse macabre)

Αφιερώνεται στον αγαπημένο μου ποιητή Πορφύρα

Μην ακούς ψηλά
την αστροφεγγιά
μην ακούς τι λέει·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στη συντροφιά μας.

Μην ακούς μακριά
στην ακρογιαλιά
τις τρελλές νεράϊδες
μην ακούς τι λένε·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στην αγκαλιά μας.

Είναι απάνω στ’άστρα
πνεύματα κακά,
λάμιες της ψυχής.
Έλα ΄δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στο ξεφάντωμά μας.

Είναι οι ανεράϊδες
στις ακρογιαλιές
μάγισσες κακές.

Έλα ανάμεσά μας
έλα μην αργείς
στον τρελλό χορό μας.

Σώστησαν στα κλώνια
δόλωμα κακό
οι κακές τ΄αηδόνια…
μα για μας μια γλαύκα
απ’ τα ρέπια εκεί, -
μην ανατριχιάζεις !
Παίζει μουσική
πιο νοσταλγική
·
σέρνει το ρυθμό μας
στον αργό χορό μας.

Μην ανατριχιάζεις!
Έλα δω μ’
εμάς,
θα σε νανουρίσουμε
που να μην ξυπνάς.
Έλα θα σε πάρουμε
πάντα σύντροφό μας
στο μακρύ κι ατελείωτο
στον αργό χορό μας.

Πέτρος Βασιλικός


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες – Μέρος Β’

 Όπως έγραψα στην προηγούμενή μου ανάρτηση, το χλευαστικό άρθρο του Ροΐδη για τις «γράφουσες Ελληνίδες» που δημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη» στις 28 Απριλίου 1896 τάραξε τον φιλολογικό κόσμο. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες της εποχής που οι άνθρωποι του πνεύματος στην πλειοψηφία τους δεν  τολμούσαν να αποκαλέσουν τις γυναίκες «συγγραφείς» γιατί πίστευαν ότι το συγγραφικό έργο ήταν ασυμβίβαστο με τη γυναικεία φύση.

Η εφημερίδα «Σκριπ», λίγες μόλις μέρες μετά τη δημοσίευσή του εν λόγω άρθρου, σαν απάντηση ανάθεσε στον Μήτσο Χατζόπουλο τη διεξαγωγή κύκλου συνεντεύξεων από «γράφουσες» που κινούνταν λίγο ή πολύ στο χώρο της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν. Το «Σκριπ» και ο Χατζόπουλος δεν τόλμησαν να εναντιωθούν ανοιχτά στον Ροΐδη με κάποιο άρθρο, προτίμησαν τον πλάγιο και πρωτότυπο τρόπο των συνεντεύξεων. Ανοίγοντας τον κύκλο συνεντεύξεων στο φύλλο της 1ης Μαϊου 1896 σε ένα είδος προλόγου ο Χατζόπουλος βρήκε τον τρόπο να ρίξει μπηχτές, μεταξύ των άλλων έγραψε: «Α! ο κ. Ροΐδης εφάνη πολύ σκληρός προς τας γυναίκας. Αλλά τι άλλο ηδύνατο τις να περιμένη από τον κ. Ροΐδην, όν η γυναικεία στοργή οικογενειακώς δεν εθέρμανε ποτέ;» και πιο κάτω: «Ημείς… μη αναλαμβάνοντες να υπερασπίσωμεν τας τόσον πικραθείσας εκ της γραφίδος του ειρωνικωτάτου συγγραφέως, αφίνομεν αύτας τας ιδίας να ομιλήσωσιν».
Οι συνεντεύξεις που δημοσιεύτηκαν ήταν οι εξής:
Καλλιρρόη Παρρέν 1/5/1896,
Ευγενία Ζωγράφου 2/5/1896,
Ελένη Κανελλίδου 3/5/1896,
Σωτηρία Αλιμπέρτη 3/5/1896,
Σεβαστή Καλλισπέρη 4/5/1896,
Καλλιόπη Κεχαγιά 5/5/1896,
Αρσινόη Παπαδοπούλου 6/5/1896,

και κλείνοντας στις 8/5/1896 δημοσιεύτηκε η συνέντευξη/απάντηση του Εμμανουήλ Ροΐδη που παραθέτω σήμερα.
Γ.Χ.

Εμμανουήλ Ροϊδης

Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» 8 Μαΐου 1896
ΑΙ ΓΡΑΦΟΥΣΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ Κου ΡΟΪΔΟΥ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕΤ’ ΑΥΤΟΥ
Έστι δε Ροϊδης…
Τι περίεργον γραφείον που έχει ο αμυθήτου ευφυίας συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» της έβδομην ήδη έκδοσιν αριθμούσας εν τω γαλλικώ του
Barbey dAurevilly. Μια μεγάλη πανίψηλος βιβλιοθήκη φιλολογική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική. Ένα γραφείον απλούστατον στο μέσον του δωματίου, με τετράδια χειρόγραφα επ’αυτού, παράξεναι έδραι εκ γεγλυμμένης δρυός, μία εξ αυτών τεραστίων διαστάσεων παρά το παράθυρον το βλέπον πέραν δια μέσου στεγών και τοίχων οικιών προς τον δύοντα εκείνην την στιγμήν εις τους λόφους του Δαφνίου ήλιον  αρχαϊκαί εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα, ακόντια, κτλ. Ιπποτών, είς καναπές παράξενος και αυτός, σύνολον περιεργότατον ελαφρώς ροδιζόμενον από τον βασιλεύοντα κάτω ήλιον, τον πυρπολούντα εκείνην την στιγμήν όλα εκείνα τα αντικέιμενα, τα αναδίδοντα οσμήν παλαιών ημερών, τα εγκλείοντα όλα κάτι τι το ολόκληρον την εξόχως ειρωνικήν ζωήν και χαριτωμένην εργασίαν του συγγραφέως των «Συριανών διηγημάτων».  Ο. κ. Εμμανουήλ Ροϊδης; Εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν πασίγνωστος ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων ανά τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τᾐ ζωᾐ, τᾐ μελέτῃ και τᾐ παραγωγᾐ πρωτοτυπίας και ειρωνείας, και δηκτικότητος επιφερούσης πόνον βαθύν, οξύν πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδος του. Ανάστημα μέτριον, διάπλασις σώματος αιλουροειδής, λεπτοτάτη, τόσον που νομίζετε άμα πως τον φυσήσετε, θα πέση, κεφαλή σατανικώς ιδιόρρυθμος, καλλιτεχνική, οφθαλμοί λάμποντες, χείλη σατανικώτερα μ’ένα ανεξάλειπτον επ’ αυτών μειδίαμα σαρκαστικόν, μειδίαμα που μόνον εις τα χείλη του Ροϊδου το απαντάτε. εν Αθήναις. Η κουβέντα του – απόλαυσις η συντροφιά του θελκτική, τσιγάρα να καπνίζετε, τσαϊ να πίνετε, έξω να βρέχη, και Ροϊδην ν’ ακούετε. Causeur πρώτης, γέλωτα σκορπών άφθονον, τα πάντα ανατέμνων ρήτορας, επιστήμονας, δικηγόρους, ιατρούς, φιλολόγους, λογίους – ώ ! της χαριτωμένης του ειρωνείας! – θέατρον, κοινωνίαν, πολιτείαν, Βουλήν, χορούς, άϊ-λάϊφ, λαόν, τύπους δρόμων, γραφείων, σαλονιών, γάτας, σκύλους, παπαγάλλους… γυναίκας! Δεν υπάρχει λόγιος, ποιητής, διηγηματογράφος, αρθρογράφος, ρεπόρτερ, γραφιάς, ου αυτός αναγιγνώσκων και το ελάχιστόν του πνευματικόν προϊόν, να μην ανεύρεν εν αυτώ γραμματικούς, συντακτικούς, λογοτεχνικούς μαργαρίτας! Και τους αραδιάζει τους μαργαρίτας τούτους τόσον ειρωνικώς, τόσον χαριέντως. Εάν μου επέτρεπε, θα εξέδιδον τους «κατά Ροϊδην μαργαρίτας». Όλαι αι φιλολογικαί και επιστημονικαί, και πολιτικαί δόξαι μας θα κατέπιπτον εις κουρέλια! Ροϊδην τέλος δεύτερον εν Αθήναις δεν έχομεν. Και μία παράξενος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του. Ο κύριος Ροϊδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος. Όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιάυτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή. Και ήδη η απάντησίς του προς τας γράφουσας Ελληνίδας.  

Η εντύπωσις του εκ των γυναικείων συνεντεύξεων
- Ποίαν εντύπωσιν σας επροξένησαν, τον ερωτώμεν εις την διαπασών, τα παράπονα των λογίων γυναικών καρά του άρθρου σας;
- Μεγάλην μόνον απορίαν, αφού από της πρώτης μέχρι της τελευταίας στιγμής, ουδέν άλλο ήτο το άρθρον εκείνο παρά ύμνος εις την γυναίκα, την οποία εκήρυξα ικανήν ν’ανυψωθή εις το είδος της υπεράνω του ανδρός, και ότι το είδος τούτο προτιμώ παντός άλλου. Και όχι μόνον την γυναίκα εν γένει, αλλά και ιδιαιτέρως την Ελληνίδα υπερεπήνεσα παραστήσας αυτήν εξισωθείσαν προς την Ευρωπαίαν κατά την κομψότητα της ενδυμασίας και την χάριν της κοσμικής συμπεριφοράς, πολύ ανωτέραν του σημερινού Έλληνος κατά την οξύτητα του πνεύματος, και μόνην ικανήν να μεταδώση εις τη ανδρικήν μας φιλολογίαν τα ελλείποντα απ’αυτής προσόντα χάριτος, λεπτότητος και φιλοκαλίας. Ούτε είνε βεβαίως βασιμώτερον το παράπονον, ότι απαιτώ πολλά από τας σήμερον γράφουσας, αφού εκ φόβου τοιαύτης παρεξηγήσεως δις και τρις επανέλαβα, ότι ουδέν άλλο ζητώ παρ’ αυτών παρά να αποδεικνύωνται όταν γράφουν επίσης χαρίεσσαι έξυπνοι και διασκεδαστικαί, όσον είνε όταν ομιλώσι. Τοιαύται ήσαν αι πλείσται εκ όσων ηυτύχησα να συναναστραφώ. Ουδόλως λοιπόν υπερβολική ήτο η απαίτησις ν’ανεύρω τα προσόντα ταύτα και εις όσας έτυχε ν’αναγνώσω. Μεγάλη πιστεύω θα ήτο αδικία όχι μόνον προς τας Ελληνίσας εν γένει, αλλά και προς αύτας τας γραφούσας το να εκρίναμεν περί του πνεύματος, της καρδίας και της φιλοκαλίας των εκ μόνων των γραφομένων των. Ως παράδειγμα αρκούμαι ν’αναφέρω την τόσην όμορφην και έξυπνον δεσποινίδα Ευγενίαν Ζωγράφου.

Τι είπε δια την Ευγ. Ζωγράφου
 Τα απόντα ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αντιπροσωπευόμενα εις τα διηγήματα της δεσποινίδος Ζωγράφου προσόντα φυσικότητος, ευαισθησίας και αφελείας ακτινοβολούσιν εις την συνέντευξιν την οποίαν ηυτυχήσατε να λάβετε μετ’ αυτής.  Τι λογου χάριν ερασμιώτερον, ή μάλλον χαρακτηριστικόν της γυναικείας φύσεως παρά το: «εθαύμαζα πριν πολύ τον κ. Ροϊδην, αλλά τόρα δεν τον θαυμάζω πλέον;» Τι αφελέστερον της μεταβιβάσεως της ευθύνης ολοκλήρου σειράς φράσεων εις την ράχιν του στοιχειοθέτου, ή τι συγκινητικώτερον της αγανακτήσεως αυτής κατά των κολάκων, οίτινες δεν της είπαν την αλήθειαν περί του δράματός της, και των παραπόνων της κατά της κακκίας του κόσμου. Επειδή δε αφού έπαυσε να μας αγαπά (;), ηρχίσαμεν ημείς να την αγαπώμεν (!), ζητούμεν  παρ’ αυτής την άδειαν να της δώσωμεν μιαν συμβουλήν, την οποίαν πιστεύομεν χρησιμωτέραν πάσης άλλης, ν’αγοράση ένα φωνογράφον και αντί  στομφώδεις κοινοτυπίας, διά τας οποίας δεν πταίει ούτε το πνεύμα, ούτε η καρδία της, αλλά μόνη η μνήμη της, να γράφη καθ’υπαγόρευσιν του φωνογράφου, όσα εκφεύγουν εκ των ροδίνων χειλέων της φυσικά, αφελή, γυναικεία, χαριτωμένα.

Αι φοιτήτριαι της ιατρικής. – Ο κ. Ζωχιός και μία καρδία πτώματος. – Γυναίκες λιποθυμούσαι!
- Και περί των φοιτητριών μας της ιατρικής τι φρονείτε;
- Ενθυμούμαι, ότι προ τινων ετών είς των πρωτευόντων ιατρών μας, ο κ. Ζωχιός, αν δεν μ’απατά η μνήμη, μου διηγείτο, ότι αναλαβών να δώση στοιχειώδη μαθήματα ανατομίας εις τας (…) του Ερυθρού Σταυρού, επέδειξεν ημέραν τινά εις αυτάς μίαν εξαχθείσαν εκ πτώματος ανθρωπίνην καρδίαν, και άλλαι μεν τούτων ωχρίασαν, άλλαι δε ελιποθύμησαν! Τας συγχαίρω δια τούτο εξ όλης καρδίας, ενώ θα τας απεστρεφόμην, αν τας επίστευα ικανάς να πριονίσωσι κόκκαλα ή να εκριζώσωσι καρκίκους! Η γυνή είνε ασυγκρίτως ανωτέρα του ανδρός νοσοκόμος, παρηγορήτρια, ή και χορηγός σιναμικής και χαμομήλων! Διστάζω όμως να πιστεύσω, ότι δύναται και ν’ αποκτήση το απαιτούμενον προς ασφαλή χρήσιν της στρυχνίνης ή του πυρακτωμένου σιδήρου ποσόν ψυχραιμίας ή και αναλγησίας. Όπως εις πάντα τα άλλα, ούτω και εις την ιατρικήν υπερέχει η γυνή τον άνδρα εις τα μικρά, και υστερεί αυτού εις τα μεγάλα.

Δια ποίας άλλας γυναίκας θα γράψη. – Η κυρία Αρσινόη Παπαδοπούλου
- Σκοπεύετε να παρουσιάσετε και άλλας γράφουσας Ελληνίδας;
- Χρησιμώτερον θεωρώ να καταστήσω δια σειράς άρθρων γνωστοτέρας εις το Ελληνικόν κοινόν Γαλλίδας τινάς και Αγγλίδας, δυναμένας να χρησιμεύσωσιν ως πρότυπον γυναικογραφίας.
- Και από ποίαν θ’αρχίσετε;
- Ακόμη δεν απεφάσισα. Την Δελφίνην Γιραρδίνου πιθανώς.
- Διατί τόσον αποκλειστικώς επηνέσατε  την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, περί της οποίας μου είπεν η διευθύντρια της «Εφημερίδος των Κυριών» κ. Παρρέν, ότι έγραψεν εν ή δυο καλά πραμματάκια παιδικά, όχι όμως μεγάλα πράμματα;
- Δι’αυτό τούτο την επήνεσα, εκτιμών πολύ μάλλον του μεγέθους την ποιότητα των πραγμάτων. Τα διηγήματα της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου κοσμούσιν απ’ αρχής έως τέλους, αν όχι μεγάλοι, γνήσιοι τουλάχιστον και άμωμοι μαργαρίται.
 Και έλαβεν εκ της τραπέζης του το αντίγραφον των «Αθηναϊκών Ανθυλλίων», και μου επέδειξε τα επί των σελίδων του δια μολυβδοκονδύλου ή του όνυχος σημάδια, προσθέτων
- Έκαστον των σημείων τούτων υποδεικνύει χωρίον διακρινόμενον δι’ ιδιάζουσαν  χάριν, αφέλειαν ή και πρωτοτυπίαν. Τα σημάδια, ως βλέπετε, είνε πολλά.  Περί δε του ποιού κρίνατε ο ίδιος εκ του εξής: «Αν έστρεφε την κεφαλήν θα έβλεπε τα τέσσερα γατάκια ανωρθωμένα με όλην των την χάριν. Την εκύτταζαν ασκαρδαμυκτεί με την γλώσσαν προς τα έξω. Η μήτηρ των ήτο και αυτή εκεί και την εκάλει να έλθη να καμαρώση τα τέκνα της με την θωπευτικήν εκείνη φωνήν με την οποίαν αι μητέρες γαλαί ειξεύρουν ν’αποτείνονται προς όσους εμπνέουν εις αυτάς εμπιστοσύνην» (Εκ του διηγήματος: «τα πρώτα δάκρυα») Την ακρίβειαν της περιγραφής ταύτης ηδυνήθην να εκτιμίσω από τινων ημερών δια του αυτού ακριβώς τρόπου προσκαλούμενος και υπό της ιδικής μου γάτας να καμαρώσω τα τέκνα της.
  Ακόμη δεν την νομίζω, την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, και πρωτότυπον διότι ούτε εις τον Μονκρίφ, ούτε εις την
Physiologie passionelle, ούτε εις την ειδικήν γατολογίαν του ημετέρου κ. Μηλιαράκη, γίνεται ιδιαίτερος λόγος περί της τοιαύτης των γαλών μητρικής φιλαρεσκίας. Την τοιαύτην περιγραφικήν ικανότητα, όπως και την επιτυχή ψυχολογικήν ανάλυσιν του παιδικού χαρακτήρος, και των παιδίων την χαριτωμένην ομιλίαν, ονομάζει περιφρονητικώς η παρ’ημίν απόστολος της γυναικείας χειραφετήσεως πραγματάκια, λησμονούσα, ότι τα τοιαύτα ήρκεσαν αλλαχού να φημίσωσι γυναίκας, ότι και αυτή η Σάνδη αποβαίνει πληκτική, οσάκις παρεισάγει εις τ’απαράμιλλα μυθιστορήματα της κοινωνικάς ή φιλοσοφικάς  παρεμβάσεις, και ότι πολύ περισσότερον από όλα τα φιλολογήματα της Δακερίας, την σοφίαν της Duchatelet, τον στόμφον της Στάελ, και την εμβρίθειαν της Δόρας Ιστριάσος, αξίζει, φιλολογικώς τουλάχιστον μία επιστολή της Καϋλούς, ή μία επιφυλλίς της Gyp, ή της Γιραρδίνου. Όπως δήποτε αντιφατικόν φαίνεται να κατηγορούμαι συγχρόνως παρά της κυρίας ταύτης και ότι ζητώ πάρα πολύ μεγάλα πράγματα από τας γράφουσας ελληνίδας και ότι υπερτιμώ πραγματάκια κατορθώνων παραδόξως να είμαι εν ταυτώ και παραπολύ απαιτητικός και υπέρ το δέον ολιγαρκής. Το θαύμα τούτο ζητεί να εξηγήση, βεβαιούσα, ότι το άρθρον μου είνε προϊόν  παρακλήσεων και προσωπικής προς την γράψασαν τα «Ανθύλλια» συμπαθείας. Εις ταύτα ουδέν άλλο έχω ν’απαντήσω παρά μόνο, ότι δεν ηυτύχησα ποτέ να ίδω την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, ουδ’άλλο  τι περί αυτής, πλην του βιβλίου της, γνωρίζω. Το επροτίμησα δε των άλλων εν Ελλάδι γυναικογραφημάτων ως ασυγκρίτως θηλυκώτερον παντός άλλου. Δια την προτίμησιν όμως ταύτην ως και δια το όλον άρθρον μου πολύ δικαιότερον θα ήτο να κατηγορηθώ ως καθ’ υπερβολήν γυναικολάτρης παρά ως μισογύνης. Αδύνατον όμως είνε ν’ αγαπώ τόσον πολύ τας γυναίκας χωρίς ν΄αποστρέφομαι τας ανδρογυναίκας!

Η δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

- Και η εκ Κωνσταντινουπόλεως δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου;
- Δεν έτυχε να διαβάσω τι ιδικόν της. Πολλάκις δε βλέπων το όνομά της : Α. Παπαδοπούλου, υπέθετα πως επρόκειτο περί της Αρσινόης Παπαδοπούλου. Τόρα λαμβάνω γράμματα και πολλοί μου λένε και προφορικώς να γράψω και δι’ αυτήν.

Τα Ολύμπια
- Και τα «Ολύμπια»;
- Ένα πράγμα δεν ειμπορώ να νοιώσω, απεκρίθη υψόνων τους ώμους, πως για να του δώσω ένα άρθρο του κ. Μπάμπη Άννινου μ’εσταύρωσε μ΄έφαγεν, ενώ τόρα ευρίσκει, ότι δεν ξέρω να γράψω πλέον! Και κάτι το πλέον περίεργον, προσέθεσε σατανικώς μειδιών: Με κατηγορεί, ότι είμαι γέρος – αλλά αυτό το ακούω προ πολλού. Πρί είκοσι πέντε ετών ο
DAurevilly που μετέφρασε την «Πάπισσαν Ιωάνναν» μου, έγραφε στα προλεγόμενά του, ότι το έργον αυτό μόνον εβδομηκοντούτης γέρων ειμπορούσε να το γράψη, ενώ τότε ήμην ο ατυχής μόνον εικοσιτετραετής!
- Και η απάντησις της «Εφημερίδος των Κυριών» πως σας εφάνη;
- Εξ’αυτής δεν έμαθα τίποτε το νεώτερον, αλλά μόνον πράγματα τα οποία κάλλιστα εγνώριζα, ότι δηλ.  αι τρίχες μου είνε φαιαί και ως εκ τούτου δεν αρέσκω πλέον εις τας κυρίας, και ότι εστερήθην της περιουσίας μου και της ευτυχίας ν’ακούω τα τερετίσματα των σαλονίων. Τον τοιούτον τρόπον συζητήσεως θα εθεώρουν ανάρμοστον εις γυναίκα, αν δεν ενθυμούμην ότι ούτω συζητούσιν εν Γαλλία, ουχί βεβαίως αι
divorceuses και αι emancipées, αλλ΄αι harengères  και αι poissardes (*).
  Και έβλεπεν ειρωνικώς μειδειών τον σβύνοντα ήδη ήλιον στους βουνούς του Δαφνιού, τον μόλις αφίνοντα εντός της αιθούσης της παλαιάς εκείνης οικίας της οδού Νικοδήμου ροδινωτάτας εκπνέουσας ακτίνας.
Μποέμ

______________
(*) «όχι βέβαια οι διαζευγμένες και οι χειραφετημένες, αλλά οι κυρίες της ψαραγοράς».
Εκείνη την εποχή, οι κυράτσες που πουλούσαν ψάρια στις ψαραγορές της Γαλλίας φημίζονταν για την ωμή ειλικρίνεια και τους τραχείς τρόπους τους, τόσο πολύ που ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιούνταν για όλες τις γυναίκες χαμηλού επιπέδου που μιλούσαν με αυθάδεια και χωρίς τρόπους.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Ροϊδης εξισώνει τις διαζευγμένες με τις χειραφετημένες γυναίκες

Πηγές για εμβάθυνση

Κοντοειδή Γεωργία «Η ιστορική σκιαγράφηση των Ελληνίδων συγγραφέων» Ρέθυμνο 2016,  Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα φιλολογίας.

Βαλάντω Λάνδρου «Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)», Θεσσαλονίκη 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών – Μεταπτυχιακό πρόγραμμα νεοελληνικής φιλολογίας.

Γιαννάτη Ευδοκία  «Εφημερίς των Κυριών (1887 – 1917) Όψεις και διαπραγματεύσεις της γυναικείας ταυτότητας», Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2010, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή - Διατμηματικό  μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Σταύρος Μαλαγκονιάρης «Ο Ροΐδης χλευάζει τη γυναικεία χειραφέτηση», «Εφημερίδα των Συντακτών» 04.03.2018.

Ελένη Βαρίκα, «Μια δημοσιογραφία στην υπηρεσία της “γυναικείας φυλής”», Διαβάζω, αρ. 198,
14.9.1988.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html