Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Ο Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΝΤΕΣ ΦΟΥΣΤΕΣ

Η πάλη για χειραφέτηση των γυναικών μέσα από τα χρονογραφήματα του Μήτσου Χατζόπουλου - Μέρος Α΄/

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (παππούς του άλλου Θεόδωρου, του “μαζί τα φάγαμε”) ήταν στρατιωτικός, βενιζελικός, τύποις φιλελεύθερος, που εκμεταλλευόμενος το έξαλλο αντικομουνιστικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1920 αναρριχήθηκε στην εξουσία με πραξικόπημα (το «κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925») και αυτοχρίστηκε πρωθυπουργός και αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Οι Φιλελεύθεροι της εποχής εκείνης δεν ήταν οι liberal που φανταζόμαστε σήμερα, ειχαν συντηρητικώτατες απόψεις για όλα τα θέματα εκτός από το πολιτειακό. Υπήρχε τέτοια ιδεολογική σύγχυση ώστε πολλοί από αυτούς έβλεπαν το νεαρό τότε καθεστώς του Μουσολίνι στην Ιταλία σαν παράδειγμα προς μίμηση (θα επανέλθουμε σ΄αυτό).

Το δικτατορικό του καθεστώς του Πάγκαλου ήταν προσωποπαγές, επέβαλε μιά σειρά από αντιδημοκρατικά μέτρα, έστειλε στην εξορία άνευ δίκης αρκετούς εχθρούς του, άρχισε διώξεις δημοσιογράφων και εφημερίδων, όπως της “Εστίας”, της “Καθημερινής” και του “Ριζοσπάστη”, έκλεισε για τρεις μήνες τον “Ελεύθερο Τύπο”, επέβαλε προληπτική λογοκρισία στον Τύπο. Παρόλα αυτά ο σαστισμένος πολιτικός κόσμος του έδωσε πίστωση χρόνου, ακόμη και όταν το Σεπτέμβρη του 1925 κατάργησε τη βουλή με το αιτιολογικό ότι "είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους".

Ο Πάγκαλος όμως δεν είναι γνωστός για όλα αυτά, το όνομά του έμεινε συνδεδεμένο με ένα φαιδρό μέτρο που βασικά αναγκάστηκε να πάρει για να αποφύγει την … κρεβατομουρμούρα.

Λένε οι φωνές ότι κάποιο πρωϊνό πέρασε από το γραφείο του η σύζυγός του, Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, μια συντηρητική κυρία από καλή και θεοσεβούμενη οικογένεια. Προς έκπληξή της, η κυρία πρωθυπουργού παρατήρησε ότι οι γραμματείς που εργαζόταν στο γραφείο κυκλοφορούσαν με κοντές φούστες που έφταναν μέχρι το γόνατο. Εξοργισμένη η κυρία επέπληξε τους παρόντες αστυνομικούς γιατί δεν έπαιρναν … μέτρα, και απαίτησε από τον σύζυγό της να επέμβει αμέσως για να σταματήσει το άθλιο αυτό θέαμα που έβαζε σε πειρασμό τους αρσενικούς και προφανώς τον Πάγκαλο τον ίδιο.

Την πρώτη Δεκεμβρίου του 1925 βγήκε λοιπόν διάταξη που απαγόρευε στα κορίτσια άνω των 12 ετών και στις γυναίκες να φορούν φούστες το άκρο των οποίων θα απείχε από το έδαφος περισσότερο από 30 εκατοστά. Το μέτρο προφανώς ήταν καταδικασμένο να αποτύχει και μάλιστα οικτρά. Παρόλη τη λογοκρισία ο Τύπος το δέχτηκε σκωπτικά, οι γυναίκες δεν συμμορφώθηκαν, το μέτρο πήρε διεθνείς διαστάσεις μέσα από τις φωτογραφίες των αστυνομικών με το υποδεκάμετρο που μέτραγαν το μήκος των φουστών, ο Πάγκαλος φοβήθηκε πως το καθεστώς του θα γελοιοποιούνταν εντελώς καθώς ήδη είχε αποκτήσει κακή φήμη, οπότε η διάταξη καταργήθηκε τελειωτικά στις 31 Μαρτίου 1926.

Ο Μήτσος Χατζόπουλος περίμενε να περάσουν μέρες για ν΄ασχοληθεί με το θέμα, ήδη την επομένη δημοσίεψε στο “Έθνος” (αλλά και σε άλλες εφημερίδες όπως θα δούμε στη συνέχεια) ένα χρονογράφημα όπου χωρίς πολλές περιστροφές δεν έκρυψε την αντίθεσή του προς την παράλογη διάταξη, αφού υπενθύμισε μεταξύ των άλλων ότι στην Ελλάδα “… ελατρεύθη το γυμνόν ως η τελειοτέρα έκφρασις του ωραίου”, δεν δίστασε να χλευάσει το μέτρο λέγοντας ότι δεν απόμενε παρά να να ζητηθεί να καλυφτούν και τα πόδια από τις καρέκλες.

Μην ξεχνάμε όμως ότι τα χρόνια είχαν περάσει, το χρονογράφημα δεν το υπέγραφε πλέον ο νεαρός και ανήσυχος “Μποέμ”, αλλά ο σοβαρός (τέλος πάντων*) νοικοκύρης, ο οικογενειάρχης “ΕΙΣ”.

Επίσης η κυβέρνηση Πάγκαλου ήταν άκρως αλλεργική στις κριτικές, υπήρχε η δαμόκλειος σπάθη της λογοκρισίας, οπότε την επόμενη μέρα, προφανώς και κάτω από πίεση της διεύθυνσης, ο Χατζόπουλος υπέγραψε στην ίδια εφημερίδα ένα άρθρο με εντελώς διαφορετικό ύφος, διαβάζονταςτο κανείς κινδυνεύει να πιστέψει ότι πρόκειται για κάποιο αστυνομικό δελτίο της εποχής.

Μια στο καρφί μια στο πέταλο… ή μάλλον ανάγκα και θεοί πείθονται...

Γ.Χ.

(έπεται συνέχεια)

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος το 1925

* Ο Μήτσος Χατζόπουλος δεν στάθηκε ποτέ υπόδειγμα οικογενειάρχου, έμεινε πονηρούλης και τσαχπίνης μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν υπάρχουν πηγές που αδιάσειστα να το πιστοποιούν, απλώς οι του στενού του κύκλου γνώριζαν. Διαβάζοντας άλλωστε με προσοχή τα κείμενά του βλέπουμε ότι ήξερε καλά τη γεωγραφία των χαρτοπαικτικών λεσχών, των νυχτερινών κέντρων, των κέντρων αναψυχής, όλων των τρόπων διασκέδασης, θεμιτών και... αθέμιτων.

ΕΘΝΟΣ” 2 Δεκεμβριου 1925

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΚΝΗΜΩΝ ΔΙΩΓΜΟΣ

- Δεν μένει άλλο, είπε με θυμόν, παρά να εκδοθή κάποια κρατική εγκύκλιος, δια της οποίας να απαγορευθή και εις σας τους άνδρας να αποκαλύπτητε το πρόσωπόν σας.

Όλοι εκοίτταξαν την θυμωμένην δια την διαταγήν περί μακράς φούστας με περιέργειαν, ειρωνείαν, απορίαν. Εκείνη όμως επέμενε:

- Διατί όχι κύριοι; Ιδού. Αναμένω να ακούσω αύριον την εξής διαταγήν: Απαγορεύεται εις τους άνδρας να ξυρίζουν τα μουστάκια και τα γένεια των. Ταύτα οφείλουν να μην είναι κοντήτερα από δέκα εκατοστά.

Οι άνδρες εγέλασαν.

- Γελάτε όσον θέλετε, αλλά έχω κάποιαν υποψίαν, ότι θα γίνη και αυτό. Διατί τάχα να επεμβαίνη το κράτος εις την φούσταν ημών των γυναικών; Μήπως δια λόγους αισθητικής ή ευσχημοσύνης; Λοιπόν αξιόλογα δύναται το κράτος να θεωρήση επάναγκες δια τον αυτόν λόγον να μη σας επιτρέπη να ξυρίζεσθε.

Έσπευσε να παρατηρήση κάποιος:

- Τότε πρέπει να αναμείνωμεν και άλλην απαγόρευσιν. Να διατάξη να μη κόβητε τα μαλλιά σας, κυρία μου.

- Χμ! Είπε φωνή ανήσυχος. Σάμπως θα γίνωμεν όλοι μαλλιαροί.

Ο τολμηρότερος απηύθυνε προς τας κυρίας την ερώτησιν:

- Επιτρέπεται παρακαλώ, να σας είπω κάτι; Πολύ καλά, είσθε δυσαρεστημέναι εκ της κρατικής επεμβάσεως εις τον διακανονισμόν του μήκους της φούστας σας, αλλά θα συμμορφωθήτε προ την διάταξιν;

- Ποτέ! Ποτέ! Ηκούσθησαν ομοβροντίαι αντιρρήσεων.

- Αλλα θα οδηγήσθε εις το πταίσμα.

- Κατά ποίον τρόπον; ηρώτησε κοντούλα πονηρά, της οποίας η φούστα ήτο δωδεκάκις κοντητέρα από την ιδίαν.

- Θα αντισταθήτε κατά της αρχής; Τότε θα έχητε να δώσητε μεγαλήτερον λόγον εις την δικαιοσύνην.

- Αλλά που θα μας ευρίσκουν δια να μας οδηγούν εις το πταίσμα; θα πηγαίνωμεν πάντοτε με το αυτοκίνητον.

- Εν τοιαύτη περιπτώσει ποίον λόγον θα έχη η κοντή φούστα σας, όταν δεν θα την βλέπη κανείς;

- Μας είνε αδιάφορον, αλλά δεν θα την μακρύνωμεν ποτέ! Εκτός αν -

- Εκτός αν συλληφθήτε και εντός αυτοκινήτου;

- Εκτός αν μας το επιβάλη κάποιος εις τον οποίον μόνον υπακούωμεν.

- Ο εκλεκτός της καρδίας σας;

- Πςς! Η μόδα, κύριέ μου.

Οπωσούν αναμένονται εντός ολίγου αρκετά άξια λόγου ζητήματα με την σύγκρουσιν θελήσεως κράτους και γυναικών επί του σπουδαίου ζητήματος του μήκους της φούστας. Οι δρόμοι θα απαλλαγούν κατά πολύ εκ των γυναικών. Όλαι θα αυτοκινητοδρομούν. Και αν θα είνε αναγκασμέναι να πατήσουν επί τινας στιγμάς το πεζοδρόμιον θα το κάμνουν με μεγάλην επιφύλαξιν και με τόσην ταχύτητα, ώστε ούτε το ενσταντανέ δεν θα προφθάση να ίδη την κοντήν φούσταν των. Συμφοράν δε μεγάλην θα αποτελέση το απαγορευτικόν μέτρον δια τα χορευτικά και τα λοιπά κοσμικά κέντρα. Δεν θα υπάρχουν πλέον ντάμες και οι καβαλιέροι θα αναγκάζονται να χορεύουν με τας καρέκλας, εφ΄όσον δεν θα έχη ζητηθή η απόκρυψις των ποδών και τούτων. Έλαιον ίσως να ξαναϊδωμεν εις αυτόν τον κόσμον, όχι όμως και γυναίκα, διότι πως είνε δυνατόν να συγκατανεύση να την ίδωμεν χωρίς να ίδωμεν τα απαγορευμένας κνήμας της; Ούτω μόνον εις κλειστούς χώρους , εις τα σπίτια, εις τους ιδιωτικούς χορούς, θα εμφανίζηται το εν διωγμώ κοντοφούστανον. Οφείλωμεν, λοιπόν, να καλλιεργήσωμεν εγκαίρως τας κοινωνικάς σχέσεις μας. Και πάντα ταύτα εις τον τόπον, όπου, ελατρεύθη το γυμνόν ως η τελειοτέρα έκφρασις του ωραίου, και πάντα ταύτα εις την εποχήν όπου όλαι αι γυναίκες του λοιπού κόσμου συναγωνίζονται ποία να προβή εις μεγαλυτέρας, ευρυτέρας αποκαλύψεις. Προβλέπω, ότι θα μας πλησιάζουν εις τον δρόμον άνθρωποι με πάσαν προφύλαξιν και θα μας ψιθυρίζουν εμπιστευτικώς, όπως οι προσφέροντες γυμνάς εικόνας:

- Μήπως θέλετε, κύριε, κάτι, που απαγορεύεται αυστηρώς; - Χασίς; Δεν καπνίζω, φίλε μου. Αλλά ούτε μορφίνην πίνω.

- Κάτι περισσότερον απηγορευμένον, γυναίκα με κνήμας.

Πταίουν όμως και τα υπερδωδεκάκισχίλια αυτοκίνητα της πρωτευούσης, τα οποία δεν αποκόπτουν τας γυναικείας κνήμας, αφού μας σκανδαλίζουν τόσον, δια να ησυχάσωμεν.

ΕΙΣ


Το χρονογράφημα της επομένης

ΕΘΝΟΣ” 3 Δεκεμβρίου 1925

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΤΑ ΗΘΗ

Τα πράγματα αρχίζουν να προσλαμβάνουν γενικωτέραν τακτοποίησιν εις τας Αθήνας. Μετά την τοποθέτησιν των καλαθίων εις τους δρόμους, μετά την κατάργησιν της κοντής φούστας, ιδού, ότι τίθεται αυστηρά χειρ και εις τα χοροδιδασκαλεία και τα χορευτήρια. Αξιωματικοί της αστυνομίας των ηθών, φέροντες πολιτικόν ένδυμα, θα εισέρχωνται εις τοιαύτα και θα επιβλέπουν τα συμβαίνοντα. Θα εξετάζουν το ποιόν και την συμπεριφοράν των θαμώνων. κ.τ.λ. δι΄αιφνιδιαστικών επιθεωρήσεων. Πολλοί ηπόρησαν με τα αναγγελθέντα μέτρα, αλλά περισσότεροι ηρώτησαν:

- Τέλος πάντων αν δεν αναμιγνύονται εις τοιαύτα ζητήματα τάξεως, ομαλότητος, κοινωνικής ευπρεπείας τα όργανα της αστυνομίας των ηθών, ποίον λόγον υπάρξεως έχει αυτή η αστυνομία;

Ιδού ερώτημα λύον τας απορίας. Όντως τι θα πη αστυνομία ηθών, όταν δεν παρακολουθεί τα ήθη, δεν επιβλέπει επ΄αυτών και δεν συμβάλλει προς κοινωνικήν εξυγίανσιν; Και πότε, που και πως θα αρχίση η αστυνομία των ηθών την άσκησιν των καθηκόντων της; Πρέπει να ομολογηθή, και δεν πιστεύω να υπάρχη αντίρρησις, ότι κατά τα τελευταία χρόνια των κοινωνικών αναστατώσεων επεκράτησε απεριόριστος υπερλευθερία εις τα ήθη μας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πλησμονή των κέντρων της τέρψεως, όπου χάριν του χρήματος και δια του χρήματος εξοκέλλει η νεολαία. Η δε ελευθερία της γυναικός παρεξηγήθη τόσον πολύ εις τας Αθήνας., ώστε όλοι γνωρίζομεν ποία είχε ολέθρια αποτελέσματα επί της ηθικής εκπτώσεως. Περιορισμός, λοιπόν, και επαγρύπνησις επί των “φυτωρίων” της ανηθικότητος είνε το αμεσώτερον καθήκον της αστυνομίας των ηθών. Βεβαίως η εξυγίανσις αύτη πρέπει να συνδιασθή με την παρακίνησιν της νεολαίας προς αγάπην δια την εργασίαν. Τοιαύτη προσπάθεια δυστυχώς δεν υπάρχει παρ΄ημίν, όπου πλείστα κοράσια υπό την πρόφασιν εργασίας εις επιπόλαια μέρη εκτρέπονται του ανθρωπίνου δρόμου.

Αλλά όταν θα τεθούν υπό αστυνομικόν έλεγχον τα μέρη της τέρψεως, θα παύση αυτή η ακράτητος υπερελευθερία, εις την οποίαν οφείλεται η καθ΄εκάστην ευκολωτέρα κατάπτωσις νεαρών γυναικών. Να προσέξωμεν πολύ, κύριοί μου, εις το σπουδαίον αυτό κεφάλαιον, διότι αποτελεί την πραγματικήν εξυγίανσιν της κοινωνίας. Ότι παρακινεί προς την έκλυσιν είνε η αποφυγή προς την εργασίαν, η έλλειψις εμπιστοσύνης προς αυτήν, η εύκολος περιφρόνησις της εμπρός εις τας ευκόλους τέρψεις. Έχομεν παραπολλήν τέρψιν, εκτάκτως δε ανώμαλον, διότι δεν θέλομεν την εργασίαν. Με τον έλεγχον της πληθωρικής τέρψεως θα γίνη σκέψις δια την εργασίαν. Όταν δε βλέπει κανείς εις τα κέντρα τέρψεως τόσην πολλήν νεότητα ξενυκτώσαν, είνε φυσικόν να ερωτήση:

- Αλλά πότε εργάζονται αυτά τα κορίτσια και αυτά τα παιδιά;

Κανονισμός, λοιπόν, της τάξεως και εις τα διασκεδαστικά μέρη θα έχωμεν ωφέλειαν δια την ευπρέπειαν, την ηθικήν και την ζωπύρησιν του αισθήματος της εργασίας. Ποίος άλλος θα μεριμνήση δι΄αυτά τα πράγματα, δια τα οποία ομιλούμεν όλοι καθ΄εκάστην; Η κοινωνία; Δεν φαίνεται διατεθιμένη, δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίαν. Τα ηθοπλαστικά σωματεία της; Δεν εφανέρωσαν παρομοίαν δράσιν. Η γυναικεία ενεργητικότης; Περιωρίσθη εις την Ελλάδα εις θεωρητικάς θαλασσοποιήσεις και κλείει τα μάτια προς την πραγματικότητα. Σήμερον δεν ευρίσκονται υπηρέτριαι, καμαριέραι, μαγείρισσαι εις τας Αθήνας, καίτοι αι θέσεις αυταί είναι περίφημοι, - τα πάντα έτοιμα, χωρίς καμμίαν φροντίδα δια το ετοίμασμά των, - αλλά προ της απροθυμίας αυτής δι΄εργασίαν παρατηρείται μεγίστη προθυμία προς την τέρψιν. Βέβαια η τέρψις δεν είνε έγκλημα. Κάθε άλλο. Είναι η χαρά, η ανακούφισης της ζωής και κοινωνία εργαζομένη έχει άμεσον την ανάγκην της. Όχι όμως να καταντά κυριωτέρα ασχολία της εργασίας, κατά ποίον δε τρόπον όλοι βλέπομεν, εφ΄όσον έχομεν οφθαλμούς, και ακούομεν εφ΄όσον έχομεν ώτα. Η χειροτέρα και επικινδυνωδεστέρα δια την ψυχικήν και την σωματικήν υγείαν τέρψις είνε η διά της αργίας. Και επί τέλους η αστυνομία, όσον και αν δεν ήνε προληπτικόν ίδρυμα, είνε όμως ίδρυμα ασφαλείας. Τα δε καθήκοντα της δεν επεκτείνονται μόνον μέχρι της ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, αλλά και επί της υγείας των, δια την οποίαν επικρατεί πλήρης αναρχία σήμερον. Η αστυνομία των ηθών θα διορθώση το ρωμαίϊκον; Κάποιος τέλος πάντων. Εκτός αν πρόκειται να το διορθώση ο εκφυλισμός εκ της εκλύσεως.

ΕΙΣ

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “ΕΘΝΟΣ” 5 Ιανουαρίου 1926

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓ

Ο August Strindberg στο γραφείο του, γύρω στο 1900.
Πηγή: Svenskspråkiga Wikipedia

Έλεγον προ ημερών δια το ίδρυμα του ινστιτούτου Νομπέλ εις την Στοκχόλμην, ότι δεν το εγνώριζον πολλοί κάτοικοι της σουηδικής πόλεως, τους οποίους ερώτησα. Και ανέφερον, ότι κάτι παρόμοιον μου συνέβη με την οικίαν, εις την οποίαν απέθανε εις την σουηδικήν πόλιν ο πασίγνωστος συγγραφεύς Αύγουστος Στρίντμπεργ.(*) Οι ξένοι εις μίαν πόλιν επιθυμούν να βλέπουν όσον το δυνατόν περισσότερα, αντιθέτως από τους εντοπίους, οι οποίοι αγνοούν πολλάκις τα σπουδαιότερα. Μήπως και εις ημάς εδώ δεν είναι πολλοί, οι οποίοι δεν ανήλθον ούτε μίαν φοράν εις την Ακρόπολιν; Λοιπόν μίαν πρωϊαν επήγα εις την οδόν της Στoκχόλμης, εις οίκημα της οποίας απέθανε συγγραφεύς, (**) του οποίου άλλοτε, προ ετών, είχον την ανοησίαν, μίαν επιπλέον εις την ζωήν μου, να μεταφράσω έργα και να τον καταστήσω γνωστότερον εις το ελληνικόν δημόσιον. Είχον κάμη τότε γνωστούς πλείστους βορείους συγγραφείς όχι μόνο δια του εντύπου, αλλά και διά του θεάτρου. Δεκαπέντε δραχμάς ποσοστά είχον πάρη δια τρεις παραστάσεις της “Λεονάρδας” του Μπγιαίρνσον (***) και 27,5 δια τρεις παραστάσεις του “Μπαλκονιού” του Έϊμπεργ. Είχε αναστατωθή τότε ολόκληρος η συντηρητική κριτική και το παλλόμενον από ζωήν εκείνο δραματάκι, δια το οποίον πολύ επέμενε ο Χρηστομάνος, ώστε να το κρατήση εις την σκηνήν τριέσπερον, είχε χαρακτηρισθή ως “έκφυλον”. Διατί δε; Διότι ο απατηθείς από την λατρευτήν του σύζυγον ηψήφησε την περιπέτειάν του με τας ωραίας απλάς εκείνας λέξεις: “Τι είνε αυτός ο πόνος εμπρός εις τον πόνον, που θα δοκιμάσω όταν αποθάνω!” Έκτοτε εις το ελληνικόν παλκοσένικον εδόθησαν εκατοντάδες δραμάτων με την “συζυγικήν συγγνώμην”, την προσφιλή γαλλικήν φιλοσοφίαν της εποχής. Εγινήκαμεν χριστιανικώτεροι εντός ολίγων ετών; Αγνοώ, διότι ουδέποτε επάτησα πλέον εις το θέατρον, ύστερα από τα ψεύδη του, που είδον. Και είδον επί μακρά έτη τα πλέον διακεκριμένα θέατρα του πολιτισμένου κοσμάκη. Η οδός, λοιπόν, εις την οποίαν έκειτο η κατοικία του Στρίντμπεργ, ευρίσκεται εις πολύ κεντρικόν μέρος της Στοκχόλμης. Αι οικίαι είναι υπερύψηλοι. Κατά τας πληροφορίας μου ευρέθην εις την ωρισμένην γωνίαν. Εκύτταξα δι’ εντοιχισμένην πλάκα. Καμμία. Ο χριστιανός εκείνος, θερμός μαχητής ιδεών, είχε δυσαρεστήση πολλούς συμπατριώτας του. Ούτε επί του τάφου του εστήθη μνημείον, τα οποία άλλως τε αποφεύγουν εις τα σουηδικά νεκροταφεία. Τόσος δα ταφάκος είνε, με μαύρον σταυρόν και ωραιότατα άνθη. Τον εφωτογράφησα, επάνω του είδον μπιλλιετάκια γυναικεία με ψιλογραμμένα γράμματα. Και εις τον τάφον του ακόμη δεν αφίνουν εις ησυχίαν αι γυναίκες τον τρομερόν μισογύνην, όστις επανειλημμένως είχε νυμφευθή. Αύτη η έγγραφος ανακοίνωσις επί τάφου μου εθύμισε άλλην, εις ελληνικόν νεκροταφείον, εις το της Κύμης, όπου αι γυναίκες μεταβαίνουν και γράφουν επί των τάφων των χαμένων προσφιλών των διαφόρους εξομολογήσεις των: Σε είδον απόψε εις το όνειρόν μου. Αυτά που μου είπες, ανδρούλη μου, δεν είνε σωστά… Βάϊ, βάΙ! Και μετά θάνατον γυναικεία αντίρρησις:! Ηρώτησα, λοιπόν, διαβάτας της οδού της Στοκχόλμης. Ουδέν εγνώριζον. Ηρώτησα τότε αλληλοδιαδόχως όλα τα επί της οδού εκείνης καταστήματα. Εδωδιμοπωλεία, μπαρ. Φαρμακεία, ανθοπωλεία, εστιατόρια, καφφενεία, ζαχαροπλαστεία κ.τ.λ. Ουδείς εξ΄όσων ηρώτησα εγνώριζε καν τον άνθρωπον! Αίφνης είδα εκεί πλησίον βιβλιοπωλείον. Ακριβώς δε εις την βιτρίναν του ήτο σειρά των έργων του Στρίντμπεργ, εις ευθηνήν μάλλιστα τιμήν. Εισήλθον και την εζήτησα. Ο υπάλληλος μου την έδοσε ευγενώς. Ωμιλήσαμεν επ΄αρεκτόν δια τον Στρίντμπεργ. Ωμίλει την γερμανικήν ως μητρικήν του γλώσσαν, όπως όλοι σχεδόν οι σουηδοί, αντιθέτως προς τους νορβηγούς, οι οποίοι έχουν προτίμησιν προς την αγγλικήν. Και αίφνης του εξέφρασα την επιθυμίαν μου. Ακριβώς εις αυτήν την οδόν κατώκει ο συγγραφεύς, όταν απέθανε. Λοιπόν, μου ήτο αδύνατον να πληροφορηθώ. Ουδείς εγνώριζε. Βεβαίως και ήξευρε αυτός, Ελυπείτο πολύ, αλλά δυστυχώς τώρα είχε αναλάβη υπηρεσίαν. Θα ερωτούσε όμως την ταμίαν, διότι αυτή υπηρέτει εκεί προ εικοσαετίας. Ήτο ισχνή, λευκόξανθος κυρία, γελαστή. Αλλά μόλις ήκουσε περί τίνος επρόκειτο συνωφρυώθη και είπε ξηρώς:

- Ξέρω, αλλά μου είναι αδύνατον να αναφέρω καν το όνομα ενός τέτοιου αναξιοπρεπούς μισογύνου!

Εχαιρέτισα ευγενώς, σεβασθείς την γυναικείαν χειραφέτησιν. Ώστε υπάρχουν και φανατικαί μίσανδροι; Και πέραν του τάφου ακόμη; Όχι παίζομεν.

ΕΙΣ

_________________

* Ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (August Strindberg, 22 Ιανουαρίου 1849 14 Μαΐου 1912) ήταν Σουηδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Έγραψε μεταξυ των άλλων τα δράματα “Ο Πατέρας” (1887), Δεσποινίς Τζούλια” (1888), “Οι πιστωτές” (1889), έργα που άφησαν εποχή.

** Το σπίτι που έζησε ο Στρίντμπεργκ βρίσκεται στην Οδό Ντρότνιγκαταν 85 στη Στοκχόλμη (πηγή: Ελληνική Βικιπαίδεια).

*** Ο Μπιέρνστιερνε Μαρτίνους Μπιέρνσον (Bjørnstjerne Martinus Bjørnson, 8 Δεκεμβρίου 1832 – 26 Απριλίου 1910) ήταν Νορβηγός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1903. Το κοινωνικό δράμα “Λεονάρντα”, που έγραψε το 1879 προκάλεσε σάλο, πολλές συζητήσεις και μεγάλη αντίδραση από το κοινό.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

Εφημερίδα “Αθήναι” 29 Απριλίου 1911

ΘΕΑΤΡΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕ ΤΗΝ κ. ΚΥΒΕΛΗΝ

- Η σύμπραξις με την δίδα Κοτοπούλη

- Το θέατρον και οι συγγραφείς

- Περί τζαμπατζήδων

ΚΥΒΕΛΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

Το παλαιόν θέατρον “Βαριετέ” ανακαινίζεται με δωδεκάωρον εργασίαν την ημέραν, υπό το καλλιτεχνικόν βλέμμα του κ. Θεοδωρίδου και την σύμπραξιν αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών, μηχανικών. Ικανός αριθμός μοχθεί. Ωρισμένως την 10ην Μαΐου πρέπει το θέατρον να είνε έτοιμον. Είνε η προσταγή ηθοποιών, κοινού, συγγραφέων, μεταφραστών, απαίτησις του υπαιθρίου αθηναϊκού βίου, ο οποίος ήρχισεν ήδη, ενώ το θέατρον καθυστερεί. Το “Βαριετέ” θα γίνη κομψόν, άνετον θέατρον εφέτος. Ενοικιάσθη δια μίαν δεκαετίαν, με ετήσιον ενοίκιον 6,000 δρχ. Δαπάνη 20,000 δρχ. Δια την κατασκευήν τελείας τέντας, νέας αυλαίας, νέων καθισμάτων – 600 εν όλω – ευπρεπούς εισόδου κ.τ.λ. Η είσοδος, ρυθμός αναγεννήσεως, γίνεται κατά σχέδιον του αρχιτέκτονος κ. Βάκουλη, θα στοιχίση 2,000 δρχ. Είδαμεν χθες και τα νέα προγράμματα του “Βαριετέ”. Σεμνόν, αυστηρόν σχεδίασμα του καλλιτέχνου κ. Ρούμπου. Η Τέχνη τόσον σεμνή, ώστε δεν θα έχη αντιρρήσεις και η αστυνομική κριτική. Δεξιά και αριστερά της η Τέχνη ενώνει εις ευλαβές της προσκύνημα τον Άνδρα και την Γυναίκα. Ευοίωνον σύμβολον ενώσεως. Τις οίδε. Ίσως εφέτος η Τέχνη να ενώση και δύο από τας διαθερμοτέρας αποστόλους της, την κυρίαν Κυβέλην Αδριανού Θεοδωρίδου και την δίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη.

Η Κυβέλη με τον Γεώργιο Παπανδρέου  - τον έρωτα της ζωής της - στο Νταβός της Ελβετίας το 1927

Ο θίασος της κυρίας Κυβέλης ήλθεν από το εξωτερικόν και εφέτος, όπως πάντοτε. Εις την Αλεξάνδρειαν και το Κάϊρον έπαιξε 2 ½ μήνας με καλάς εισπράξεις. Και εις την Αίγυπτον αρέσουν τα ίδια έργα, τα οποία πάιζονται κατ’ εξοχήν εις τας Αθήνας. Από τα ελληνικά έργα αρκετάς παραστάσεις είχαν η “Φωτεινή Σάντρη” και ο “Πειρασμός” του κ. Γρηγορίου Ξενοπούλου. Κατόπιν ο θίασος έδωσε παραστάσεις εις τας Πάτρας και την Σύρον. Τώρα καταρτίζεται δια τον καλοκαιρινόν αγώνα. Θα αποτελεσθή από 17-18 πρόσωπα. Έως την ώραν εξησφαλίσθη η σύμπραξις εις τον θίασον των κυριών Μαρίκου, Γαλάτη, Δημοπούλου, Ταβουλάρη και των κυρίων Γαβριηλίδου, Κούρτελη, Λέοντος, Σάββα, Αγγελάκη,. Αλλ-αν κατορθωθή η σύμπραξις της κυρίας Κυβέλης και της δίδος Κοτοπούλη, τότε ο αριθμός των μελών του θιάσου θα ανέλθη εις 25.

- Η σύμπραξις !

Η σύμπραξις! Θα γίνη ή όχι; Δεν θα είπωμεν υπερβολήν, ότι οι Αθηναίοι ενδιαφέρονται δι’αυτό το ζήτημα ίσως περισσότερον από μίαν θυελλώδη συζήτησιν εις την Βουλήν. Πόσα δεν εδιαβάσαμεν μέχρι τούδε διά την “σύμπραξιν”. Επί τέλους και ο δυσχερέστερος εκλογικός συνδυασμός εις την Ελλάδα δεν θα είχε τόσον μακρόν στάδιον αγωνιωδών διαπραγματεύσεων. Αλλ’ ιδού η κ. Κυβέλη. Το νεανικόν ελαστικόν της παράστημα διαγράφη εν μέσω των ανασκαφών το θεάτρου “Βαριετέ” εις το γλυκύ απαλόν φως του χθεσινού δειλινού. Είνε κομψή κ’ είναι έκφρασις. Παίρνομεν και όρκον, ότι εις το χθεσινόν νερατζοιόχρουν φως του δειλινού δεν είδαμεν ελαφροτέραν Ατθίδα. Διερμηνέυομεν τον θαυμασμόν όλων των συμπολιτών μας˙ τίποτε άλλο. ήτο η γραμμή της νεότητος και εφόρει το θελκτικώτερον καπέλλο χθες εις τας Αθήνας- - αλλά μόνον χθες;

- Κυρία Κυβέλη, ωρισμένως σήμερον πρέπει να μάθωμεν το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η κυρία Κυβέλη γελά το μειδίαμα, το οποίον γνωρίζει το Πανελλήνιον. Τα λέγει όλα και κρατεί μυστικά όλα. Ματαιοπονία να επιμείνωνεν εις την ερώτησιν.

- Τίποτε ακόμα, διότι δεν ήρθεν ακόμα η δ. Κοτοπούλη.

- Το εμαντέυσατε.

- Και έρχεται απόψε ή αύριον;

- Αι πληροφορίαι σας συμπίπτουν με τας ιδικάς μας.

- Κ΄ εντός της αύριον θα γνωρίζομεν ότι αν η δ. Κοτοπούλη δεν εγκαταλείψη την σκηνήν, η σύμπραξις είνε βεβαία;

- Τότε ξέρετε την υπόθεσιν.

- Δηλαδή τίποτε. Αλλά μπορώ να μάθω αν η σύμπραξις θα έχη τελειώση αύριον εις τας 4 και 2’ ;

- Αν την μάθετε εις τας 4 και 5 ;

- Δεν προφθάνω να βγάλω το παράρτημα. Αλλά εις ποίον οφείλεται η ιδέα;

- Την σύμπραξιν την επροτείναμεν ημείς προ διετίας, αλλά προσέκρουσε τότε εις μερικάς δυσκολίας. Τώρα επανελήφθη εκ μέρους της δ. Κοτοπούλη.

- Και διατί αυτός ο πόθος εκατέρωθεν;

- Η κ. Κυβέλη περί θεάτρου

- Ώστε το θέατρον τώρα δεν έχει εκλεκτικότητα;

- Σας παρακαλώ να την ανακαλύψετε.

- Ώστε η γνώμη σας δια το θέατρον;

- Όσο πηγαίνει και πέφτει.

- Αλλ’ αι εισπράξεις;

- Ανεβάινουν εις 800, 900, 1000 δραχμάς την βραδειά με τα σόκιν έργα, τα οποία ζητεί επιμόνως το κοινόν, εις πείσμα της αστυνομίας, η οποία θέλει να το ηθικοποιήση.

Η κυρία Κυβέλη δεν γελά τώρα. Εις τους οφθαλμούς της λάμπει η οργή, αλλά κι’ αυτή με καλλιτεχνικήν λάμψιν, Αναφέρει το πέσιμον της “Κρίνης”του Ουέλς. Δια της βίας την ανεβίβασαν πέρυσι 5 φοράς. Ενθυμείται τας δύο παραστάσεις της “Αντιγόνης”, η πρώτη της οποίας έδωσεν είσπραξιν μόνον 200 δραχμάς. Φρονεί, ότι το θερινόν θέατρον όπως πηγαίνει θα είνε η πτώσις του φιλολογικού θεάτρου εις την Ελλάδα. Το θερινόν θέατρο το απεχθάνεται. Είνε αδύνατον να δείξη ο ηθοποιός τέχνην. Θέλει φωνήν και τίποτε άλλο. Παρ’ όλην δε την επιτυχίαν των ελαφρών έργων, οι θίασοι δεν ανταποκρίνονται εις τας απαιτήσεις των. Σχεδόν τίποτε δεν κερδίζουν από το θερινόν θέατρον. Ότι κάμουν αι χειμεριναί περιοδείαι. Συμπέρασμα: Ανάγκη Εθνικού θεάτρου, με κυβερνητικήν επιχορήγησιν, δια να δημιουργηθή θέατρον τέχνης, θέατρον δια τους ηθοποιούς, θέατρον δια το κοινόν. Τέλος και οι Βούλγαροι έχουν Εθνικόν θέατρον. Πρέπει ν’ αποκτήσωμεν και ημείς.

- Εις το οποίον θα ελαμβάνατε μέρος;

- Με την ψυχήν μου.

- Έχετε νομίζω 11 χρόνια εις το θέατρον πως ευρίσκετε τους ηθοποιούς; εβελτιώθη η ηθοποιία;

- Πολύ. Και το ένδυμά των επίσης.

- Ποιός παίζει καλύτερα.

- Μη τυχόν ήρθατε να μας βάλετε σκάνδαλα; Αρκετά ‘εχομε.

- Τι λέτε λ. χ. δια τον ...

- Δεν λέω τίποτε.

- Θέλω να πω δια τον κ. Κούρτελην λ.χ. ο οποίος μας ακούει τώρα.

- Ο κ. Κούρτελης είνε ο κωμικός του μέλλοντος.

- Και του παρόντος.

- Καταλληλότερος να σας απαντήση είνε ο κ. Κούρτελης.

- Τότε τι δαπανάτε δια τας τουαλέττας σας τον χρόνον;

- Όλα θέλετε να τα μάθετε;

- Να πούμε 5-6 χιλιάδας τον χρόνον.

- Αν σκεφθήτε, ότι ένα φόρεμα με το άλλο στοιχίζει 800-600 δραχμάς, τότε εμαντεύσατε.

- Η μαντεία δεν είνε η αδυναμία μου. Η απάντησις εις ερώτησιν ναι.

- Ερωτήσατε, ορίστε:

- Ποίον έργον σας αρέσει απ’ όλα, όσα επαίξατε μέχρι τούδε;

- Είνε ένα που μου αρέσει πολύ. Η “Τζιοκόντα” του δ’Αννούντσιο, αλλά την εδώσαμεν μιά φορά μονάχα. Αν την εδίναμε δευτέραν φοράν θα ήρχοντο να μας κάψουν δια την μαλλιαρήν μετάφρασιν.

- Ο κ. Χριστομάνος ζηλιάρης δια τον κ. Ξενόπουλον

- Γι’αυτό σας ήρεσε περισσότερον. Και την παλαιάν “Νέαν Σκηνήν” την ονειροπολείτε;

- Πολύ. Αυτή έκαμε το παν. Ο . Χρηστομάνος…

- Τον εκτιμώ πάντοτε, αλλά δεν είμεθα φίλοι. Είνε ζηλιάρης.

- Αλλά καλός.

- Βέβαια, αλλά ζηλεύει πολύ διότι δίνομε τα έργα του κ. Ξενόπουλου. Αλλά μη γράψετε τέτοια πράγματα.

- Αυτό έλειπε τώρα. Και γιατί ζηλεύει δια τα έργα του κ. Ξενόπουλου;

- Δεν ξέρω, αλλά μου είπε: “Δεν έρχομαι στο θέατρόν σας διότι ανεβάζετε τον Ξενόπουλο”.

- Και σεις τι λέτε δια τον κ. Ξενόπουλον;

- Ο μόνος που στέκεται στο θέατρο.

- Προς Θεού μη το πήτε δυνατά και τ’ακούσουν οι άλλοι.

- Μα αφού είναι η γνώμη μου.

- Τότε διαφέρει.

- Και δια τους δημοσιογράφους τι λέτε;

- Όλοι τους είναι κακοί.

- Κι’ εγώ;

- Σεις εξαιρείσθε, αφού είσθε παρών. Αλλ’ όλοι είνε κακοί. Γράφουν αν σας έχουν φίλον, άλλως συκοφαντούν. Φθάνουν, όταν θέλουν να σας κτυπήσουν, μέχρι του να πουν πως το τάδε έργον, που θα παιχθή είναι σόκιν, δια να μην έρθουν αι γυναίκες.

- Κι’ αυτές έρχονται.

- Καλέ, ζητούν την επέμβασιν της αστυνομίας να μη δοθή το έργον.

- Αλλ’ ελησμονήσαμε κάτι. Τι φρονείτε δια την δεσποινίδα Κοτοπούλη;

- Τα καλύτερα πράγματα.

- Πως βρίσκετε το παίξιμό της;

- Εγώ δεν βλέπω τους ηθοποιούς πως παίζουν, δεν ευκαιρώ, αλλ’ η δ. Κοτοπούλη εις το “Βασιλικόν” έπαιζε τόσον ωραία.

- Α, ώστε τώρα δεν…

- Για να σας πω παραγινήκατε.
- Μάλιστα έχετε δίκαιον. Κι’ αν συμπράξετε πως θα παίζετε;

- Μιά το ένα βράδυ κ’ η άλλη το άλλο. Πρέπει να ξεκουραζόμαστε κιόλας.

- ΄Ωστε δεν θα παίξετε ποτέ μιά βραδειά κ’ η δύο;

- Αυτό δεν θα σας το είπη κανείς. Μάλιστα θα παίζωμε κ’ οι δύο εις το ίδιον έργον πολλές φορές.

- Και τι θα παίξετε εφέτος;

- - Είνε πολλά πράγματα στα σκαριά. Από τα πρωτότυπα θα δώσωμε ένα του κ. Ιωσήφ με τον τουρκικόν τίτλον “Ισδλαάρ”, δύο τρίπρακτα του κ. Ξενόπουλου, το “Χερουβείμ” και τας “Αρσακειάδας” και μία μονόπρακτον τραγωδίαν του ιδίου το “Ψυχοσάββατον”.

- Δεν μου λέτε μήπως ελησμόνησα να σας ερωτήσω κάτι που έπρεπε να σας ερωτήσω;

- Σαν τι;

- Ξέρω κι’ εγώ. Τι φρονείτε λ.χ. δια τους τζαμπατζήδες;

Η κυρία Κυβέλη εις την μνείαν των υπερόχων αυτών όντων εχάρισε το σατανικώτερον μειδίαμά της. Και είπεν:

- Α, αυτοί δεν θέλουν την πρώτην θέσιν, σκαμνάκι στα πόδια και σπάζουν τα μπαστούνια των από το κτύπημα ν΄αρχίσωμε γλήγωρα.

Εις την είσοδον του ανασκαπτομένου θεάτρου ενώ έφευγα συνήντησα όμιλον ανθρώπων παρακολουθώντων με αγωνίαν τας επισκευάς του θεάτρου. Είς επροχώρησε ζωηρώς,

- Έ, κύριε, τι σας είπεν η κ. Κυβέλη;

- Δια την σύμπραξιν.

- Σ΄αυτό θα έρθωμε κατόπιν. Αλλά πρώτον δια τα δημοσιογραφικά εισιτήρια. Θα είνε διαρκή εφέτος ή θα ισχύουν δια μίαν μόνον βραδειά;

- Ώστε είσθε τζαμπατζής;

Έστριψε τον μύστακα.
- Μάλιστα, κύριε, μπας και σας προσέβαλα;




Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Εκτός από τον Κωσταντίνο και το Δημήτριο Χατζόπουλο υπήρξε και ένας τρίτος αδερφός που ασχολήθηκε με τα γράμματα, ο Ζαχαρίας Χατζόπουλος (1880-1935). Αρκετά νεώτερος από τους δύο πιο διάσημους αδελφούς του, αφού σπούδασε νομικά στην Αθήνα, στράφηκε - που αλλού; - στη δημοσιογραφία. Τα πρώτα χρόνια δούλεψε στην εφημερίδα “Φως” του Καϊρου (εκείνη την εποχή η ελληνική παροικία στην Αίγυπτο ήταν ακμάζουσα και πολυάριθμη, οπότε υπήρχε καθημερινός τύπος που απευθυνόταν στο ελληνόφωνο κοινό).


Το 1907 με το Νίκο Δούμα και τον Γ.Σαραφίδη εξέδωσε την αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων εφημερίδα ο «Εργάτης», που για δύο χρόνια κυκλοφορούσε συγχρόνως στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο. Το 1913 έγραψε και κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια το βιβλίο “Χαρά και ηδονισμός εις την επανάστασιν”. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε, πάντοτε στην Αλεξάνδρεια, το βιβλίο του “Η Κλειστή θύρα”, ένα θεατρικό έργο επηρεασμένο από τον Φουτουρισμό (ευχαριστώ την αγαπητή μου ξαδέρφη Σοφία Λαχανά Πατρώνη που μου έστειλε την ψηφιακή σάρωση).

Αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως πολιτικός συντάκτης στις κυριότερες αθηναϊκές εφημερίδες. Δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω πολλές αναφορές για το έργο του, που τελικά έχει περάσει απαρατήρητο. Θα χρειαστεί μιά επίπονη προσπάθεια επισήμανσης και σταχυολόγησης των άρθρων του, ελπίζω να βρω τον χρόνο.

Στην ιστοσελίδα του ΕΛΙΑ βρήκα μιά αναφορά σειράς μεταφράσεων που έκανε από τα γερμανικά:

- Ζωγραφική επί πορσελάνης και ξύλου / κατά μετάφρασιν εκ του γερμανικού υπό Ζ. Χατζόπουλου εν Αθήναις : Γεώργιος Δ. Φέξης , 190;. - (Βιβλιοθήκη Πρακτικών Γνώσεων , 36)

- Υδατογραφία ήτοι ζωγραφική δι' υδρομιγών χρωμάτων / μεταφρασθείσα εκ του γερμανικού υπό Ζ. Χατζόπουλου Εν Αθήναις : Γεώργιος Δ. Φέξης , 190;. - (Βιβλιοθήκη Πρακτικών Γνώσεων , 37)

- Η επιμέλεια του δέρματος και των τριχών / κατά μετάφρασιν εκ του γερμανικού υπό Ζ. Χατζόπουλου Εν Αθήναις : Γεώργιος Δ. Φέξης , 190;. - (Βιβλιοθήκη Πρακτικών Γνώσεων , 38)

- Κρεοφαγία ή φυτοφαγία; / κατά μετάφρασιν εκ του γερμανικού υπό Ζ. Χατζόπουλου
Εν Αθήναις : Γεώργιος Δ. Φέξης , 190;. - (Βιβλιοθήκη Πρακτικών Γνώσεων , 43)

-------------------------------

Πηγές

Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου , 1960

Ταξίδια στο χρόνο - Οι Έλληνες Αναρχικοί της Αιγύπτου” 14 Μαρ 2010

https://tvxs.gr/istoria/taksidia-sto-xrono/oi-ellines-anarchikoi-tis-aigyptoy-2

http://eliaserver.elia.org.gr:81/cgi-bin-EL/egwcgi/92782/search.egw/1+0+11+20


Κυριακή 28 Απριλίου 2024

“Η ΒΑΒΩ” ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ένα από τα πρώτα δημοσιευμένα διηγήματα του Δημ. Χατζόπουλου, γράφτηκε όταν ήταν ακόμη 18 χρονών, το ύφος και η αφήγηση είναι ώριμου λογοτέχνη. Όπως πολλά διηγήματα της πρώτης περιόδου του Χατζόπουλου, έχει μιά παραπλανητική, αρκετά μακρυά εισαγωγή, που φαίνεται σχεδόν άσχετη με το κυρίως θέμα, που είναι η μαρτυρία της πολυπαθούσης “Βάβως” για την πολιορκία του Μεσολογγίου.

Η “Βάβω”, ένας από του στύλους της οικογένειας Χατζοπούλου, λεγόταν Ελένη Στάικου, κόρη του οπλαρχηγού Ζαχαράκη Στάικου, ήταν εξοδίτισσα στο Μεσολόγγι, αιχμαλωτίσθηκε και έβγαλε το μάτι της για να μην πουληθεί σε τούρκικο χαρέμι. Ανάθρεψε τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο, και απ’ ότι διαβάζουμε στο παρόν διήγημα φιλοξενούσε πολύ συχνά στο σπίτι της και τα άλλα χατζοπουλάκια. Βοήθησε ηθικά και υλικά όλη την οικογένεια, μέχρι την τελευταία της πνοή. Απεβίωσε στο Αγρίνιο το 1887. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της αγαπητής μου εξαδέρφης Σοφίας Λαχανά -Πατρώνη.


ΕΚΛΕΚΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΟΝ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΠΕΜΠΤΗΝ

Αρ. 538 Εν Αθήναις 23 Δεκεμβρίου 1890


𝚷𝚨𝚲𝚮𝚨 𝚾𝚸𝚰𝚺𝚻𝚶𝚼𝚪𝚬𝚴𝚴𝚨

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΩ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΩ

Η "Βάβω", Ελενη Σταικου

Ο κόσμος γυρίζει…
Επέρασαν πολλά χρόνια από τον καιρόν της ιστορίας ταύτης, την οποίαν αι γλυκείαι ημέραι των Χριστουγέννων μου έφερον εις τον νουν, εντός του οποίου εκοιμάτο τόσο βαθέως, όσον κοιμούνται τόρα τα σεβαστότερα αυτής πρόσωπα παρά την ρίζαν υψηλής πλατάνου, υπό το βάρος απλού σταυρού, εις το ερημικόν εξωκκλήσιον της οικογενείας μας, εκεί πέραν εις την Ρούμελην.
Ήμην παιδίον. Ο αδελφός μου και η αδελφή μου δεν ήσαν πολύ μεγαλύτεροί μου.
Εφιλοξενούμεθα προ πολλών ημερών εις την εξοχικήν έπαυλιν του μακαρίτου θείου μας, συζώντος ουχί μακράν επαρχιακής πόλεως, εν τη οποία ητένησα πρώτην φοράν το φως της ημέρας, μετά της γηραιάς αδελφής του – της αγαπημένης Βάβως – απομεμονωμένος του κόσμου, δια λόγους τους οποίους ούτε τόρα ακόμη δύναμαι να εξηγήσω, αν και πολλοί τον απεκάλουν ιδιότροπον, πράγμα το οποίον δεν τον ημπόδιζεν όλως διόλου, από του να ήνε ο καλύτερος φίλος, εις εκείνους οι οποίοι τον εγνώριζαν.

***

Εξημέρωναν Χριστούγεννα. Έξω έπεφτε από βραδύς το χιόνι με τ’ασκί, και ο άνεμος εβογκούσε όλην την νύχτα εις την χαμηλήν στέγην της επαύλεως.
Οι απομεμακρυσμένοι ήχοι των κωδώνων της πολύχνης, μόλις έφθανον μέχρις ημών, ότε αφυπνίσθημεν εκ της θερμής στρωμνής μας.
Ο μπάρμπας εκάθητο από το ένα μέρος της γωνιάς, και από τ’άλλο η Βάβω. Είχαν ξυπνίσει προ πολλού, και εθερμαίνοντο προ της εστίας, ο μπάρμπας καπνίζων πάντοτε το μακρύ του τσιμπούκι, και η Βάβω ανοιγοκλείνουσα κατά διαλέιμματα την αργυράν της ταμπακέρας, ίνα ροφήση ολίγον ταμπάκον.
Η αφύπνισις μας εξεδηλώθη δια ζωηρών κραυγών, εις τας οποίας η Αγγέλω, η ψυχοκόρη της Βάβως, προσέδραμε πάραυτα να μας ενδύση, προβλέπουσα λίαν συνήθεις σκηνάς ταραχών, αλλ’ατυχώς είχομεν αναπηδήσει της κλίνης ημίγυμνοι, και ετρέχομεν εν μεγάλη ζωηρότητι ανά πάσας τας γωνίας του ευρυχώρου δωματίου, εξαφανιζόμενοι άλλοτε μεν υπό την κλίνην, άλλοτε δε εισερχόμενοι εντός μεγάλου δουλαπίου, εν τω οποίω είχον αποταμιευθεί διάφορα είδη απεξηραμένων καρπών, προς μεγάλην απελπισίαν της δυσκινήτου Αγγέλως, ήτις έτρεχεν ασθμαίνουσα προς αναζήτησίν μας, μ’ ένα πανταλόνι, μ’ ένα υπόδημα ανά χείρας.
Δεν ηργήσαμεν να καθίσωμεν τέλος προ της σπινθηροβολούσης εστίας, αποδεχόμενοι ευχαρίστως γλυκείας γεροντικάς θωπείας, συνοδευομένας μετά ουχί ευκαταφρονήτων τεμαχίων λουκουμίου, ενώ το μπρίκι δια τον καφφέ ήρχιζε να ψάλλη το γλυκύ μουρμούρισμά του.

Επειδή ο καιρός μας είχε αποκλείσει, και ήτο αδύνατον να εκκλησιασθώμεν κατά την επίσημον της ημέρας εκείνης λειτουργίαν, η Βάβω, μη λησμονούσα τα χριστιανικά της καθήκοντα, μας έφερε όλους προ του μικρού εικονοστασίου της επαύλεως, εν τω οποίω, μεταξύ των άλλων αναριθμήτων εικονισμάτων, ενθυμούμαι ακόμη, και μίαν μεγάλην τετράγωνον σανίδα, παριστώσα τον νέον Αγιώργη, ένα πελώριον φουστανελλά, με παμμέγιστον φέσι, και με κλάδον ελαίας εις την χείρα, άξεστον έργον χωρικού ζωγράφου, αντιγράφοντος, όσον το δυνατόν πιστώς, προσωπογραφίας εκ του τυχόντος φύλλου Αθηναϊκής εφημερίδος.
Ανήψε εκεί η Βάβω μίαν μεγάλην λαμπάδα, και ήρχισε σταυροκοπουμένη να υποψιθυρίζη τα πατερημά της. Όλοι την εμιμήθημεν, εις εμέ δε ο μπάρμπας κατ’εξαίρεσιν την νύκτα εκείνην επεφόρτισε την ανάγνωσιν ενός Αποστόλου, όστις εννοείται απετέλει λίαν σοβαρόν μέλος εν τη μικρά μας βιβλιοθήκη.
Ευλογημέναι στιγμαί!
Ομολογώ ότι δεν ησθάνθην έκτοτε εν τω βιω μου την γλυκείαν απλότητά σας.
Μετά την προσευχήν ο μπάρμπας μας εκουκούλωσε καλά και τους τρεις με τα μικρά μας επανωφόρια, επήρε μιά μικρή γαβάθα υπό την μασχάλην του και μας επήγε μαζή του ν’αρμέξωμε τη γίδα μας, και να ροφήσωμε την λίαν ποθητήν αφρή του γάλακτος, εν τη οποία πάντοτε τα πρωτεία κατείχεν ο μεγαλέιτερος αδελφός μου, και του οποίου την πολλήν καλοσύνην εννοείται ότι εγώ μόνο κατεχρώμην πάντοτε.
Έξω έπεφτε σωρός το χιόνι˙ ούτε βουνά, ούτε ράχες, ούτε καμπο εξάνοιγές που ένα λευκό σεντόνι είχε σκεπάσει την εξοχή.
Η Σούτα μας, της οποίας είμεθα και βοσκοί ανά τους αγρούς κατά τας θερμάς ημέρας, ως μαλτέζικη γίδα που ήτο, της είχομεν κατασκευάσει ιδιαιτέραν θερμήν καλύβην, εστρωμένην με άφθονο ξηρόν χόρτον, και την αγαπούσαμεν τόσο πολύ, εις τρόπον ώστε εις στιγμάς αυθορμήτων διαθέσεων ιππασίας, πολλάκις εδέχετο, εν άκρα πάντοτε υπομονή, τα νώτα μας επί της ράχεώς της.
Αλλά πάντα ταύτα εν μεγάλη μυστικότητι, και μακράν των βλεμμάτων του μπάρμπα, δια την αγάπην του οποίου η Σούτα ημπρούσε να καυχάται πάντοτε… αν ηδύνατο.
Όταν μας είδεν εισερχομένους έτρεξε ζωηρώς βελάζουσα, και ακολουθουμένη υπό της δυάδος των τέκνων της – δύο ασπρόμαλλα κατσικάκια, με μικρά κατάλευκα σκουλαρίκια, των οποίων ελάβομεν την φροντίδα να στολίσωμεν τον λαιμόν δια πλατειών ερυθρών ταινιών, ως μικροσκοπικών κωδωνίσκων – προς την μεστήν άλατος βαθουλήν παλάμην του μπάρμπα.
Το άλας διεδέχθη γενναία δόσις κριθής, και ενώ η αγαπημένη μας Σούτα επέπιπτε λαιμάργως επ’ αυτής, ο μπάρμπας ετοποθέτει την γαβάθαν προ των σκελών της, και μετ’ ολίγον εν τω στενώ της καλύβης χώρω ηκούσθη ο ευφρόσυνος ήχος του γάλακτος, πίπτοντος εντός της γαβάθας.
Η Αγγέλω ίστατο εκεί που πλησίον φωτίζουσα την σκηνήν με τον μακρυλαίμην κανδηλιέρην ανά χείρας, και με ανοικτόν υπέρ το δέον το στόμα, όπερ δεν δύναμαι ν’αποκρύψω ότι δε συνέβαινε και εις ημάς τους άλλους, με την διαφοράν όμως ότι μόνον το ιδικόν μας εκοινώνησε λίαν συχνά μετά του περιεχομένου της γαβάθας, ενώ το ιδικόν της, αν και εδοκίμασε κατά την επιστροφήν μας, ενώ μετέφερε την γαβάθαν, να μας μιμηθή, ατυχώς όμως απέτυχε˙ διότι ο κανδηλιέρης, καίτοι εξέπνευσεν εις το πρώτον σφοδρόν ρεύμα του ανέμου, επρόφθασεν όμως να την προδώδη εις τους οφθαλμούς μου δια της τελευταίας αναλαμπής του, και ούτω επ’ αυτοφώρω συλληφθείσα η γαβάθα μετήλθεν εξ ολοκλήρου εις τας απαιτητικάς χείρας μου, με όλον αυτής το περιεχόμενον.
Ήδη η φωτιά ανέδιδε ζωηράς φλόγας εις την εστίαν.
Επί της προετοιμασθήσης ανθρακιάς μακρύς οβελός, κατάφορτος από παχείας ξυλόκοτας – το εσπερινόν κυνήγιον του επιστάτου του κτήματος, ενός Βασίλη Σκαραμαγκιά, επιδεικνύοντος από τον τόνον της φωνής μέχρι των ελαχίστων κινήσεων του σώματος, την Γιαννιώτικην καταγωγήν του – έτριζε στρεφόμενος υπό της ερυθράς χειρός της Αγγέλως.
Το λίπος των σαρκών σταλάζον αδιακόπως επί των ανθράκων ανέδιδεν ανά το δωμάτιον ελαφράν κνίσσαν, εις την οποίαν ενεργόν μέρος ελάμβανον και οι ενοχλητικοί ρώθωνες του κυνηγετικού σκύλου του επιστάτου, του Μούργου - μεθ’ου αι σχέσεις μας δεν ευρίσκοντο εις ουδόλως ομαλήν κατάστασιν, εμαρτύρουν δε τούτο, τα σήματα των οδόντων του επί των ενδυμάτων μας, και αι πολλαί μελαναί ραβδώσεις επί του δέρματος εκείνου – ανακινούντως ζωηρώς την ουράν, ως να εζήτει θωπείας οφειλομένας παρά της χονδρής χειρός του αυθέντου του, όστις συσπειρούμενος παρά την πυράν, με την βαρείαν κάππαν του, ανεφώνει κατά διαλείμματα, εν τη διαχύσει των κυνικών αισθημάτων του, με την ιδιάζουσαν Γιαννιώτικην προφοράν του:
- Τι λιέει ο Μούργος! … τι λιέει ο Μούργος!

***

Και επροχώρει ούτω μακρά, ατελείωτος, πληκτική, η νυξ των Χριστουγέννων, και το επί της εστίας εκκρεμές εξηκολούθει τον μονότονον παλμόν του, και εδιπλασίαζε τους μυκηθμούς έξω ο άνεμος.
Ο οβελός εξηκολούθει στρεφόμενος υπό της Αγγέλως, της οποίας οι ημίκλειστοι οφθαλμοί, και τα παρατεταμένα χασμήματα ενέφαινον ακράτητον τάσιν προς ύπνον.
Όλοι ησθανόμεθα την ανάγκην να λέγωμεν κάτι, για να περνά η ώρα, μόνον η Βάβω εκάθητο σκεπτική, ροφώσα αραιότερον τόρα τον ταμπάκον της, και θωπεύουσα μηχανικώς με την γεροντικήν της χείρα την μακράν άτακτον κόμην της κεφαλής μου .
Ο επιστάτης ήθελε κάτι να λέγη πάντοτε, χωρίς να κατορθώνη ποτέ, αρχίζων και μένων με την αυτήν στερεότυπον φράσιν του, κολλημένην εις τα εξωδηκότα χείλη του:
- Καρδιά χειμωνιού˙ δεν είνε παίξε γέλασε, γλέπεις…
Και όμως υπήρχε μεταξύ μας, ένας όστις ημπορούσε να μας κρατήση εξύπνους μέχρι πρωίας.
Και αυτός ποιός άλλος ήτο, ειμή η αγαπημένη Βάβω, η οποία έζησε ’ς τα δοξασμένα χρόνια του παληού καιρού, αιχμαλωτισθείσα εις την ηρωϊκήν του Μεσολογγίου έξοδον, και μεταφερθείσα μαζή με τα άλλα γυνακόπαιδα μακράν της Πατρίδος, εις τα μέρη της Θεσσαλίας, ένθα απώλεσε και τον έτερο των οφθαλμών, και ελευθερωθείσα τέλος, μετά πολλάς σκληράς περιπετείας εν μέσω του εχθρού της πατρίδος, υπό του μακαρίτου πατρός της – ενός Ζαχαρία Σταίκου - αγνώστου αγωνιστού, εξ εκείνων, οίτινες έχυσαν το αίμα των χάριν της ελευθερίας.
Πόσας λύπας είχεν υποστεί, και πόσα ήξευρε η καϋμένη η Βάβω.
Αυτά απάνω κάτω, ενώ ακουμπούσα την κεφαλήν επί των γονάτων της, ανεκύκλουν εις τον στενόν μου εγκέφαλον, εν μέσω της γενικής σιγής, και μη αμφιβάλλων, ότι η Βάβω μόνον εις τον λαμπρόν ορίζοντα των παλαιών της αναμνήσεων θα ήτο βυθισμένη, την διέκοψα αποτόμως εκ των βαθέων λογισμών της, ερωτήσας με την αφέλειαν της ηλικίας μου:
- Είχατε Χριστούγεννα τον παληό καιρό, Βάβω;

Εχαμογέλασε και ωσεί ευχαρισθείσα εις την ερώτησήν μου, διότι θα επανήρχετο εις προσφιλές δι’ αυτήν θέμα, εξέβαλε προς στιγμήν βαθύν στεναγμόν, και ανεφώνησε μετά πικρίας:

- Παληά χρόνια! Παληά χρόνια!

Και ύστερα, ωσεί απετείνετο καθ’εαυτήν μάλλον, ή εις την ερώτησήν μου, εξηκολούθησε να λέγη:

- Περάσατε τόσο γλήγορα, αλλά ποιός ’μπορεί να σας ξεχάση τόσο εύκολα.

Σαν σήμερα, παιδιά μου, τέτοια νυχτιά εγιορτάσαμε κ’εμείς ’ς το Μεσολόγγι τα Χριστούγεννα , προσκυνούμε τη Χάρη του.

Μας έζωνε σαν στοιχειό το κάστρο ο Κιουταχής αντάμα με τον Ομέρ Βριώνη. Άντρες, παιδιά, και γυναίκες ακόμα εξημερονότανε ’ς τες τάπιες, χωρίς να παύη το τουφέκι και το κανονοβολίδι από μέσα κ’ απόξω. Τι αμέτρητο ασκέρι ήταν εκείνο, Παναγιά μου!

Ένας έπεφτε και δέκα εξεφυτρώνανε ’ς τ΄τόπο του. Μα όσοι κι’ αν ξεφύτρωναν το βόλι μας ήταν αλάθευτο πάντα. Κάθε τουφεκιά και μιά ζωή εθέριζε.

Δεν θάμουνα δέκα χρονών κορίτσι , και τα θυμάμε ακόμα σαν τόρα.

Δεν ήτανε μιά φορά και δυό που είδα να κυλιστούνε μπροστά μου χιλιάδες τουρκικές μπόμπες. Το σπίτι μας τώχαν κάμει κομμάτια, και τες είχαμε συνειθίσει που δεν μας έμελλε τόσο.

Εσήκωνες τα μάτια σου ’ς τον ουρανό, κ’ έβλεπες τες μπάλες νάρχωνται κάτω η μιά απάνω ’ς την άλλη ’σαν βροχή.

Μιά μέρα εκεί που καθώμαστε ’ςτο κατώγι, για περισσότερη προφύλαξι, πέφτει μιά ’ςτη στέγη του σπιτιού μας, τρυπάει το πάτωμα και σπάει εμπρός ’ςτα μάτια μας. Ένα κομμάτι κόφτει και τα πέντε δάκτυλα μιάς Βραχωρίτισσας γειτόνισσάς μας, που από το φόβο της εξεψύχησε την ίδια ώρα. Ένα άλλο πέρνει ’ςτο κεφάλι μιά Σουλιώτισσα, που αν δεν επρόφθανε να βάλλη το μανδύλι της ’ςτη τρύπα, θα σκορπούσαν τα μυαλά της ’ςτο χώμα. Αργότερα ένας χειρούργος γιατρός της έβαλε κολοκύθι ’ςτο κεφάλι, κ’ έθρεψε κ’ έζησε πολύ καιρό.

Τέτοιες γυναίκες είχαμε εκειά τα χρόνια, με καρδιά ατσαλένια, και τέτοια απίστευτα θάμματα ’σαν της Σουλιώτισσας, παιδιά μου, έγειναν πολλά ’ςτην εποχή μας.

Εσίμωναν τα Χριστούγεννα, κ’ εβλέπαμε τα σκυλιά να κόβουν έξω ’ςτα λιοστάσια τις εληές κάθε ’μέρα χωρίς να ’μπορούμε να καταλάβουμε τι ’μπορούσαν να τες κάνουν.

Καθώς μαθεύτικε’ς τα ύστερα, εκάνανε μεγάλες σκάλες για ν’αναιβούνε ’ςτο κάστρο.

Ο Θεός, δεν ’θέλησε να μας πάρουν τα σκυλιά αυτή την ίδια νύχτα, που εγεννιώταν το παιδί του, και ’βρέθηκε ένας χριστιανός και ήρθε προς το μέρος μας, και μας το φανέρωσε πως οι Τούρκοι είχαν βουληθεί να κάμουν γιουρούσι ’ς το κάστρο την ώρα που θα λειτουργώμαστε ’ς τες εκκλησιές.

Οι δικοί μας δεν έδειξαν κάνα σημείο πως είχαν μάθει το μυστικό, μονάχα κρυφά, κρυφά ετοιμάζονταν. Αχ! Τι αλησμόνητη νυχτιά ήταν εκείνη! Τι καρδιοχτύπι ενοιώσανε τα στήθη μας!

Τα παλληκάρια εσυνάχθησαν από βραδύς σκωμμένα, ήσυχα, ’ς τες τάπιες, με χαμηλωμένα τα καρυοφίλια, και με τα γιαταγάνια λαχταριστά ’ς τα φκιάρια απ’ το τρόχισμα. Εγώ η ίδια εκείνη τη ’μέρα είχα τροχίσει του πατέρα μου, που από τη ’μέρα που άναψε το τουφέκι δεν τον είχα δει νάρθη ’ς το σπίτι ούτε μιά φορά. Μέρα νύχτα ’ςτη τάπια του έμενε˙ εκεί έτρωγε, εκεί εκοιμώτουν.

Εκείνη τη νύχτα όλο το Μεσολόγγι έμεινε άγρυπνο, ’ς το πόδι, μ’ ένα δάκρυ ’ς τα μάτια, με μιά ευχή ’ς το στόμα:

- Θάνατος ’ς το τύραννο της πατρίδας.

Κατά τα μεσάνυχτα άνοιξαν η γυναίκες τις εκκλησιές, κι’ άρχισαν να σημαίνουν όλαις η καμπάνες δυνατά, για να ’ξαπατήσουν τους Τούρκους.

Κατά τα ξημερώματα, οι Τούρκοι έκαμαν το γιουρούσι. Τους άφησαν κι’ ακούμπησαν καλά – καλά τες σκάλες ’ς το κάστρο, κι’άρχισαν ν’ ανεβαίνουν. Δυό τρεις απ’ αυτούς επάτησαν απάνω.

Άξαφνα μέσα ’ς τη μεγάλη εκείνη σιγαλιά και νεκραμάρα της νύχτας, μιά καταχθόνια βοή αντήχησε, ’σαν να την ‘’ξέρασε η κόλασι, και μιά φλόγα μεγάλη εφώτισε ανάμεσα σε πυκνό καπνό, και ’ς το βαθύ σκοτάδι, χιλιάδες κορμιά ’ς τον αέρα. Είχαν βάλει φωτιά ’ς το λαγούμι, πούχαμε σκάψει κρυφά, κ΄εξέσπασε μέσα ’ς τ’ ασκέρι των Τούρκων.

Την ίδια ώρα τα καρυοφίλια και τα τρυμπόνια έσκουζαν από το κάστρο, και η σκάλαις αναποδογυρισθήκανε κάτω ’ς το βαθύ χαντάκι πούταν ολόγυρα ’ς το κάστρο.

Τι χαλασμός είχε γίνει εκείνη τη νύχτα.

Το πρωί, αν έφεξε ο Θεός την ημέρα, χιλιάδες κορμιά δίχως κεφάλια, χέρια άπειρα κομμένα, και σχισμένα σκόρπια κεφάλια εκύκλωναν το κάστρο.

Τότες έψαλλαν δοξολογίες ’ς τες εκκλησίες, κ’εγιορτάσαμε αδελφωμένοι όλοι τη γέννα του Χριστού μας, με μιά μεγάλη χαρά ’ς τα στήθη, με μιά ολόχαρη φωνή ’ς το στόμς:

- Και του χρόνου ’ς την Πόλι, να δώση ο Θεός...

Περάσανε, περάσανε εκειά τα χρόνια τόρα”, εψιθύρισε με παράπονο η Βάβω, σφογγίζουσα δια της σκελετώδους χειρός της ένα λησμονημένο δάκρυ, από την αρχήν της διηγήσεώς της, εις την ζαρωμένην όψιν της, και εσίγησε λίαν συγκεκινημένη.

***

Η φωτιά ανέδιδεν ήδη την τελευταίαν αναλαμπήν της, ο κανδηλιέρης έρριπτεν ημίσβεστον το φως των τεσσάρων θρυαλλίδων του επί της εστίας, ως να ενύσταξεν από την διήγησιν της γραίας, ενώ ημείς όλοι εμένομεν άφωνοι, διατελούντες εισέτι υπό την εντύπωσιν των λόγων της. Μόνο η Αγγέλω είχε κλίνει την κεφαλήν επί του στήθους, κ’εροχάλιζεν ησύχως εν υψίστη ευδαιμονία.
Έξω ο άνεμος εβογκούσε ακόμη, οι αλέκτορες ετόνιζον το πρωϊνόν των άσμα, θορυβούντες εν τω παρακειμένω ορνιθώνι, και αι πρώται ωχραί ανταύγειαι της ηούς έστεφον τας υέλους του μικρού παραθύρου της επαύλεως, δια μέσου των οποίων εφαίνετο πίπτον, πίπτον πάντοτε το χιόνι κατά πυκνάς νυφάδας…

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

_________________

ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ, ΜΙΑ ΗΡΩΙΔΑ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ!

21/06/2023 Ιωάννης Κουζίου
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/lifestyle/item/141637-eleni-staikou-mia-iroida-tis-eksodou

Η ΕΞΟΔΙΤΙΣΣΑ ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΪΚΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΤΟΠΟ…
09/04/2018 Μαρίλη Χαραμή
https://www.aixmi-news.gr/koinwnia/themata/item/70364-i-eksoditissa-eleni-staikou-epistrefei-ston-iero-tis-topo

Ενδιαφέρον άρθρο, που περιέχει όμως ανακρίβειες, πχ. η Ε. Σταικου δεν πέθανε βέβαια το 1840, άλλα το 1887.

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Καμιά εικοσιπενταριά γυναίκες γύριζαν στο χωριό τους από κάτω από τη στράτα πούχε περάση θαμπά ένας ξενητεμμένος, πούρχονταν από την Πόλη, φέρνοντας γραφές και χαρίσματα στον τόπο του από τους ξενητεμμένους πατριώτες του, και δίνοντας παραγγελιές και διάτες σ' όλα εκείνα τα πεντέξη τριγύρω χωριά, που όλοι οι άντρες τους ξενιτεύονται από μικροί, δουλεύουν στα ξένα στέλνουν λίρες στα χωριά τους, ως που κάνουν παράδες και γυρίζουν μεσόκοποι στα χωριά τους που βρίσκουν μαραμένες και γριές τις γυναίκες τους που της είχαν παντρευτή δεκάξη χρόνων και τις άφησαν μονάχες και ζωντοχήρες τόσα χρόνια.

Όλες είταν χαρούμενες. Είχαν δεχτή καλά γράμματα, και λίρες, και χαρίσματα, και φιλιά και παρηγοριές κ' ελπίδες, άλλες απ' τα παιδιά τους, άλλες απ' τ' αδέρφια τους, άλλες απ' τους άντρες τους, ύστερα από τόσους μήνες χωρίς μαντάτα και γράμματα. Μονάχα μια μικροπρόσωπη μια καστανομάτα νιοπαντρεμμένη, η Νίτσα, πούχε παντρευτή εδώ και τρεις μήνες και πήρε ένα όμορφο παλληκάρι, που την μια βραδιά την χόρτασε φιλιά κι αγάπη, και την άλλη ξενητεύθηκε για τα ξένα, και πήγε για να πουλάη σαρδέλλες και ρίζι μακριά, πολύ μακριά στης Πόλης τα σοκάκια, γύριζε αχνή και λυπημένη. Κρατούσε στα χέρια της ένα γράμμα και δυο λίρες, δυο λίρες κίτρινες κίτρινες και κατάχρυσες που ποιος ξέρει με τι βάσανα τις κέρδισε και τις απόχτησε εκείνος εκεί πέρα για να τις της στείλη. Ο παπάς που της διάβασε κάτω στη στράτα το γράμμα τ' άντρα της, που της τόφερε κι αυτής ο ξενητεμμένος μαζί με τ' άλλα των άλλων γυναικών της είπε πως έγραφε, ότι οι δουλειές του πήγαιναν καλά στην Πόλη, πως παιδεύουνταν πολύ, πως μόνο όνειρο είχε σε πολλά, σε λίγα χρόνια να κάμη ένα κομπόδεμα και να γυρίση στην ερημιά του χωριού του για να ζήσουν πια μαζί, ευτυχισμένοι. Σ' αυτό τον καιρό κι αυτή έπρεπε να περιμένη και μη σικλετίζεται, νάνε φρόνιμη και να κοιτάη το σπίτι τους, και να σέβεται τη γριά μάννα του.

Γύριζε στο χωριό της με τα λόγια αυτά καρφωμένα στο νου της, με τη θλίψη και την πίκρα στην καρδιά της, σα συλλογίζουνταν τα χρόνια που θα περνούσαν τα χρόνια τ' άχαρα, τα δίχως αγάπη κ' ευτυχία, τα χρόνια που δε θάχαν γι αυτή καμιά απόλαψη και θα της έπαιρναν την ομορφιά και τη νιότη, και θα της έφερναν γλήγορα τα γεράματα, που θάρχουνταν να τα χαρή τότες αυτά μονάχα εκείνος. Τι άχαρη και τη βασανισμένη και τι στερεμμένη ζωή!… Όμορφη αυγούλα γύρω της. Τα βουνά, τα στολισμένα με πυκνά δάση από ψηλά, αντρειωμένα, δροσερά έλατα, με τις στογγυλές και γλυκειές ραχούλες τους, με τις πρασινάδες και τις αγράμπελές τους, με τις πλαγιές τους φουντωμένες από πράσινα πλατάνια, από χαμηλούς κέδρους, και κατάψηλους γαύρους, το χωριό με τα μικρούλια σπιτάκια του που τάλουζε απαλά κατάχρυσος ήλιος, με τα τρεχάμενα νερά και το βοητό τους, με κηπαρέλια που πρασίνιζαν οι κλαρωτές φασουλιές και βόσκαγαν στα γρασίδια τους κάτασπρα μαρτίνια αρνάκια, το χωριό τ’όμορφο, το δροσερό και το χαριτωμένο, πόσο είταν αλλιώτικο με τον πόνο της καρδιάς της, και πώς φαίνουνταν καμωμένο να χαμογελάη στην ομορφιά της και στην ευτυχία της, στην ομορφιά που την είχε και στην ευτυχία που της την έκλεψε μαζί του πέρα στην Πόλη ο άντρας της.

Σ' ένα αγκωνάρι ενός σπιτιού, καθισμένος διπλοπόδι ένας στραβός ζητιάνος, έπαιζε λυπηρά στο λογγάρι του μ' ένα δοξαράκι, ένα τραγούδι παραπονεμένο, ξενητεμμένο τραγούδι, και τα χείλη του έψαιλναν τρεμουλιαστά λόγια πολύ λυπηρά, πολύ πονεμένα:

- Ανάθεμά σε ξενητιά, εσύ και το καλό σου…

Κι αυτόν τον στίχο τον έλεε τόσο συγκινητικά ο γέρο στραβός, που η μικροπρόσωπη Νίτσα, σαν τον άκουσε διαβαίνοντας, της ήρθε ν' αρχίση τα κλάματα, ν' αρχίση να μαδιέται, και να θρηνή τη μοίρα της. Πόσο άξιζε να την καταραστή μέσ' από τα σπλάχνα της την άτιμη αυτή ξενητιά, που της έκλεψε και της κρατούσε τον άντρα της, που τον χάρηκε μια νύχτα μονάχη! Την ξενητιά αυτή που θα περάσουν χρόνια και χρόνια και θα της τον κρατά ακόμα, που θα περάσουν χρόνια και θα διαβούν και θα πετάξουν τα κάλλη της, και θάρθη να την βρη αυτή γριά κι άσκημη, μ' αδειανή καρδιά και με γεμάτο το κομπόδεμα εκείνος. Πόσο κακά είνε πλασμένος ο κόσμος· να ζη κανείς για τον παρά, για το χρυσάφι αυτό, γι αυτές τις ψωρολίρες που της έστειλε σήμερα να τις φυλάξη, που θα τις στείλη αύριο κι άλλες για να τις φυλάξη κ' εκείνες, και μεθαύριο άλλες ακόμα, σα νάταν τοχρυσάφι, σα νάταν ο βρωμοπαράς που ζήταγε, που ήθελε αυτή δεκάξη χρόνων κόρη, διψασμένη από την ευτυχία που μόλις πρόφταξε να γγίξη τα φλογισμένα χείλη της σ' αυτή.

Κι ο γέρος εκεί στη γωνιά του έπαιζε με πόνο και παράπονο το λογγάρι του κι έψαιλνε λυπημένα την κατάρα της ξενητιάς, που ποιος ξέρει αν τόφαγε κι αυτού καμιά ελπίδα, καμιά χαρά, κανένα παιδί αγαπημένο.· Λιποψυχισμένη εκείνη από τη λύπη της και το παράπονό της στάθηκε μπροστά του μια στιγμή κ' ύστερα ανοίγοντας την παλάμη της άφησε και κύλησαν απάνω στα γόνατα του γέρου στραβού οι δυο λίρες, ψιθυρίζοντας μ' ένα πικρό κόμπο στο λαιμό:

Πάρτες! γέροντά μου… Εμένα τα νιάτα μου δεν έχουν ανάγκη από παράδες…


Συλλογή διηγημάτων “Ντοπιες ζωγραφιές”, Αθήνα 1896