Σάββατο 8 Απριλίου 2023

“Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ” ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου, το τελευταίο ίσως της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών”, δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 14.10.1900. Έμμεσα αυτοβιογραφική, η σειρά εξιστορούσε περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια της θητείας του Χατζόπουλου στο στρατό. Τα διηγήματα, πεμπτουσία του είδους “φουστανέλλα και τσαρούχι”, δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1894 μέχρι το 1900, είχαν σαν κοινό χαρακτηριστικό τις περιπέτειες κουτοπόνηρων και κάπως άξεστων χαμηλόβαθμων καραβανάδων που με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή κερδίζουν την συμπάθεια του αναγνώστη.
Σε μια από τις χαρακτηριστικές του μεταστροφές, λίγο καιρό αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το είδος αφήγησης (το ηθογραφικό διήγημα) μέσα από τις στήλες του περιοδικού “Ο Διόνυσος” που εξέδωσε το 1901(*).
Γ.Χ.

 Έλληνες στρατώτες”, έργο του Ι. Μυλωνά, 1999

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 14 Οκτωβρίου 1900
Η ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΙΣ
- Μπανιάς!
- Τι είνι, ουρέ, ανέκραξεν ο λοχίας στρεφόμενος με ζωηρ
όν κίνημα κατά τρόπον προδόσαντα, ότι τον αφύπνιζον από βαθείς συλλογισμούς, ενώ εβάδιζε κατά μήκος προ του στρατώνος μελαγχολικός.
Ο δεκανεύς του λόχου, νέος κοντόχονδρος, με μυς σιδηρούς, β
αδίζων καμαρωτά ως όρνις, σείων την πολύπτυχον φουστανέλλαν του και στρίβων τον μαύρον ως αιθάλη και πυκνόν ως τα βρύα της λίμνης μύστακά του, επανέλαβε την αναφώνησίν του:
- Μπανιάς, Κυρ λουχία, πούσι;
Ο λοχίας Μπανιάς ανταπήντησε:
- Νάμι, ουρέ, τι μι θέλ΄ς;
Εν τω μεταξύ ο δεκανεύς επλησίασε:
- Κυρ λουχία, είπε, πάμι να σφίξουμι γιένα.
Ο λοχίας έκανε κίνημα αποστροφής και εξηκολούθησε τον δρόμον του λέγων μίαν λέξιν ξηράν:
- Άκα!
Ο δεκανεύς θέλησε να επιμείνη.
- Ορ’, ούτι γιένα
τσίπρου, κυρ λουχία;
- Ουρ’ μη μου χαλάς του σκότ’. Σούπα, Κουντούλ, δεν τσιπρίζουμι σήμιρα.
Και εξηκολούθησε τον δρόμον του, με τας χείρας όπισθεν ηνωμένας, βαίνων υψηλός ως λεβιάθαν, λιγνός ως κάλαμος, με την κεφαλήν την φεσοφόρον επηρμένην, προτείνων την μεγάλην ρίνα του, ως άλλος Μπερζεράκ, και ψιθυρίζων μεταξύ των οδόντων του:
- Γιά τσίπρου είμι ιγώ ή για μοι
ρουλόημα.
Διήλθε προ ενός ομίλου
ευζώνων φερόντων μακράν ποδήρη εμπροσθέλλαν και επιστατούντων εις το άκρον εκεί, εις την γωνίαν του στρατώνος εις το “μαγείρεμα”. Ο μάγειρας με ανασκουμπωμένας τας μανίκας του υποκαμίσου του, κρατών τεραστίον κουτάλαν ανα χείρας, την εβύθιζεν εις τον λέβητα ανακινών τον ζωμόν και τα τεμάχια του κρέατος. Οι βοηθοί του έρριπτον μεγάλους δαυλούς εις την πυράν, τρίβοντες τους ερυθρούς οφθαλμούς των, οι οποίοι έλαμπον ζωηρότερον από τας φλόγας των δαυλών, ενώ εκαθάριζον σωρούς κρομμύων. Λεπτοί τολύπαι καπνού ανήρχοντο εκ της πυράς παρά τον τοίχον, όπου έβραζεν ο λέβης, και εσχημάτιζον επί του λευκού της ασβέστου μίαν μαύρην ευρείαν κηλίδα πυραμοειδώς ανερχομένην προς την κορυφήν. Από μακρά η μέλαινα αύτη επί του τοίχου στήλη εφαίνετο ως οβελίσκος εκ μαύρου στιλπνού λίθου καταφαγωμένου δεξιά και αριστερά από σφαίρας.
Ο λοχίας Μπανιάς εστάθη δύο βήματα μακράν του λέβητος έρριψεν εν δεσποτικόν βλέμμα επ’ αυτού και επί των μαγειρευόντων ανδρών, εβροντοφώνησε δύο τρεις φράσεις: “Το νου σας, ουρέ, εις του φαί να μη του καψ’ τι. Ρίχτι μπόλικα κριμμυδάκια να νουστ’μίς’ του κριάς” και εξηκολούθησε τον δρόμον του πάντοτε κατηφής.
Πέραν του στρατώνος ηπλούτο η πράσινος και ομαλή έκτασις των αγρών, ως τάπης μπιλιάρδου
· ήτο άνοιξις και οι στάχεις των σιτηρών είχον υψωθή εύχυμοι, ζωηρόχρωμοι, με ένα βαθύ πράσινον χρωματισμόν, επί του οποίου το φως του ηλίου προσέδιδεν ανταυγείας σαπφειρίνους. Είκοσι βήματα μακράν του στρατώνος διέσχιζε τους αγρούς μικρόν ρυάκιον, εις το ύδωρ του οποίου πλύστραι και υπηρέτριαι έπλυνον ασπρόρουχα, υψούσαι τον κόπανον και τύπτουσαι, τρίβουσαι τα ρούχα με σάπωνα, διαλεγόμεναι δυνατά, τραγωδούσαι. Αι περισσότεραι ήσαν μεσήλικες, με κιτρινισμένα και ερρυτιδωμένα πρόσωπα, βυθίζουσαι τας καλαμοειδείς κνήμας των εις το ύδωρ μέχρι του γόνατος σχεδόν. Αλλά αι νέαι δεν έλειπον· κοράσια ευτραφή, με προτεταμένους υπό το τσίτινον ένδυμα τους μαστούς, με μηρούς φοράδων, των οποίων αι στρογγυλότητες αναδεικνύοντο καταφανείς υπό το βρεγμένον μέχρις οσφύος βραχύ μεσοφούστανον, το οποίον άφινε γυμνήν την στρογγυλήν και ροδόχρουν σάρκα των κνημών. Ο λοχίας διήλθε προ αυτών. Τα τσαρούχια του έτριξαν επί της ολίγης εκεί άμμου και τα κοράσια ανύψωσαν την κεφαλήν καθώς έκυπτον πλένοντα, αποτινάξαντα τους μικρούς προ των κροτάφων βοστρύχους της κόμης των. Είδον τον λοχίαν ευθαρσώς με πονηράν έκφρασιν εις τους οφθαλμούς, ωσαί να προεκάλουν γαργαλιστικόν τινα αστεϊσμόν των ανδρών του λόχου κατά το συνήθες. Αλλ’ ο λοχίας, ο οποίος παρ΄όλα τα πεντήκοντα έτη του, την ψαράν κόμην του και το ρικνόν πρόσωπον του ηρέσκετο πολλάκις “να ρίχν’ κάνα γλυκό λουάκ’ στα διαολοκοριστάκια” παρήλθε προ αυτών αδιάφορος, αφηρημένος.

Μία από τας νεάνιδας κάτι το πονηρόν θα είπε, διότι ηκούσθη εν ανακάγχασμα κρυσταλλώδες, αποπνιγέν εις τον κρότον των καταπιπτόντων κοπάνων.
Ο λοχίας εξηκολούθησε τον δρόμον του. Τόρα έβαινε παρά την άκραν των στάχειων ενός
αγρού. Το μέρος ήτο ήσυχον. Από μακράν, από τον λόφον εκεί κάτω ήρχοντο διακεκομμένοι, παράτονοι ήχοι σαλπίγγων. Οι σαλπιγκταί εγυμνάζοντο υπό τον ήλιον. Αι λευκάι σιλουέτται των με τα κόκκινα φέσια ανεκινούντο, ο χαλκός των σαλπίγγων ηκτινοβόλει εις τον ήλιον. Ολίγον τι πλησίον των σαλπιγκτών εις δεκανεύς προεγύμναζε τρεις ευζώνους, καθυστερήσαντες κληρωτούς ίσως, έφθασε δε ασθενής η φωνή του: “ Γιέν, δυό, γιέν !… Γιέν στ’ αριστιρό, γιέν είπα! Α, Μπακατσούλα, συ μ’ τα χαλάς ιουνίους !”
Ο λοχίας εστάθη και είδε το θέαμα· προ των οθφαλμών του επί του μικρού γηλόφου η δραξ εκείνη των στρατιωτών εμεγαλύνετο. Οι στρατιώται ελάμβανον διαστάσεις ονειρώδιυς υποστάσεως. Πέριξ το πράσινον της εξοχής έδιδε τους απαλωτέρους, τους ηδονικωτέρους τόνους του· τα χελιδόνια διέσχιζον το γλαυκόν του ουρανού με ραγδαίας πτήσεις, οι σπίνοι από τους κλώνους μιάς πανυψήλου λεύκης εφλυάρουν θορυβωδώς ως έμπνευσις του Λιστ. Όλον αυτό το θέαμα μετά τινας ημέρας θα ήτο ξένον πλέον δια τον ατυχή λοχίαν. Τον στρατόν, τους στρατιώτας, τον λόχον, τον στρατώνα, τους προσφιλείς αυτούς αγρούς όλα θα τα εγκατέλειπε μεθαύριον ο λοχίας. Και η ψυχή του επόνει. Κλαίομεν ενίοτε τον χωρισμόν πραγμάτων, είπεν ο Μωπασσάν, με την αυτήν θλίψιν με την οποίαν κλαίομεν προσφιλείς νεκρούς. Μετ’ ολίγας ημέρα θα απεστρατεύετο. Η υπηρεσία του ετελείωνε αυτάς τας ημέρας. Αρκετά υπηρέτησεν εις το στράτευμα . Τριάκοντα όλα έτη. Μέχρι τούδε ηρίθμει τόσας ανακατατάξεις. Διατί να ήθελε να αριθμίση μίαν ακόμη; Είχε γηράση εις τον βαθμόν του λοχίου, εις τον οποίον έμεινε τόσα έτη “στάσιμους”. Η λέξις αύτη τον έκαμνε να τρίζη τους οδόντας του. “Στάσιμους ! ” Δεν υπήρχε δικαιοσύνη εις το στράτευμα. Ο έχων τα περισσότερα μέσα εξησφάλιζε το μέλλον του! Αυτός δεν είχε ούτε φίλον βουλευτήν, ούτε προστάτην εις το Υπουργείον να ενεργήση υπέρ του προβιβασμού του. Εις το Υπουργείον, όπου, ως έλεγε παραπονούμενος πολλάκις “στ’ιβα είνι οι ικθέσεις πιρί ικανότητους κι ανδραγαθίας του εις τας συμπλουκάς των συνόρων στα 86.” Αλλά ποίος θα ήθελε να ξεσκονίση τα παλαιά αυτά χαρτιά, να τα ίδη και ν’απονείμη το δίκαιον εις τον γέροντα λοχίαν! “Άλλ’ όριξ’ δεν εχ΄νι οι μεγαλουγαλουνάδις να μιριμνήσουνι πιρί του λουχίου Μπανιά !” Αλλά παρ’ όλην την απαισιοδοξίαν του ο λοχίας δεν ηδύνατο να εννοήση πως οι μεγαλογαλονάδες περιεφρόνουν τας εκθέσεις τόσων Ανωτέρων Εποπτών εις την δικαιοδοσίαν των οποίων υπηρέτησεν επανειλημμένως ο λοχίας. Και έλεγε απορών: “Πως, ουρέ, δεν λαμβάνουντι υπ’όψ’ τα χαρτιά κοτζάμ ανουτέρου ουρ’ τα χαρτιά διαλαμβάνουν ρ-η-τ-ώ-ς ου λουχίας Μπανιάς Θιόδουρους ηνδραγάθησε κι ιπουμένους συνιστώμιν αυτόν. Έπειτα μη δυνάμενος να λύση την απορίαν του κατέληγεν εις το πικρόν συμπέρασμα, ότι αδικείται: Παραγκουνίζουμι, μ’ τρώνι του δίκηο μ’το σταυρό τ’ς! Ραδιουργίϊς θα ίνι εις τον μέσουν!| Και εβύζανεν ισχυρώς το σιγάρον του με τα ωχρά χείλη του όπισθεν των οποίων εφαίνοντο οι νωδοί οδόντες του… Θα απεστρατεύετο, λοιπόν. Τι να έκαμνεν εις τον στρατόν με πενήντα δύο δραχμάς τον μήνα εκτός “δα” των διαφόρων κρατήσεων. Η μορφή του έλαβε μίαν αποφασιστικήν έκφρασιν, θαραλλέαν, ωσεί να είχεν αποφασίση να ριφθή εις τας σφαίρας των εχθρών. Ετελείωσεν. Η βάσανος αυτή, την οποίαν από μιάς εβδομάδος υφίστατο, αν έπρεπε να φύγη από τον στρατόν ή όχι, έπαυσε. Τόρα αμέσως θα επέστρεφεν εις τον λόχον, θα παρεκάλει τον επιλοχίαν, τον Γιδάρην, να του συνέτασσε την περί αποστρατεύσεώς του αναφοράν. Θα την υπέγραφε με στραθεράν χείρα. “Όχι δα! Θα έμεινε αυτός να τον πιρνάνι για κουρόϊδου. Αμ΄δε! Μάϊτι μέλλουν, μάϊτι προυβιβασμός, μάϊτι προυκουπή. Το λ΄πόν μαρς! Τα ρουχαλάκια μας κι για του χουριό.” Οι οφθαλμοί του έλαμπον από βαθύ αίσθημα υπερηφανείας. Μία γαλήνη εφαίνετο αναβλύζουσα εκ της ψυχής του. Ανέπνευσεν ελαφρώς και έκαμε μεταβολήν. Και βραδέως βαίνων έβλεπε την επαύριον της αποστρατεύσεώς του. Θα επέστρεφεν εις το χωρίον του μετά απουσίαν δεκάδων ετών. Με τας είκοσι ψωροδραχμάς της συντάξεώς του δεν θα ηδύνατο να ζήση και θα εζήτει μίαν θέσιν βοσκού από κανένα πλούσιον κτηνοτρόφον του τόπου του. Ό,τι είχεν αφήση παιδίον, θα το επανεύρισκε γέρων τόρα. Έστω. Θα εφύλαττε πρόβατα εν μέσω των ερήμων βουνών, θα έτρωγε “μπομπότα ξερή σαν λιθάρι· πάει η σούπα πια!”και θα έπινε μόνον νερό.

Μάϊτι κριάς πιά, μάϊτι κρασί, μάϊτι τσίπρου.” Θα υστερείτο της παχείας, της λιπαράς σούπας, θα έχανε το ηδονικόν βραστόν του, δεν θα εμαύλιζε “του μ’δούλι” των οστών με την ιδιαιτέραν του εκείνην απόλαυσιν, δεν θα έτρωγε “το κριάς μι τα κ’κιά, μι τα κουλουκ’θάκια, μι τ’ς μπάμνις”, δεν θα έτρωγε τα ηδονικά εκείνα “κρεμμ’δάκια μι του κριάς”, από τα οποία δεν απέκαμνε καταβροχθίζων τρις, τέσσαρας καραβάνας, (βαθύς στεναγμός του εξέφυγε), “ιέστου”, δεν θα έπινε το αγαπητόν του “μπρούσκου κρασάκ’ ιέστου, ναι να παρ’ ου διάουλις, ιέστου, άϊτι!” Στιγμιαίον νέφος διήλθε προ του κυρτού μετώπου του, ησθάνθη δ’επί στιγμήν λεπτόν και επίμονον γαργάλισμα εις τον λάρυγγα, ο σίελος εσωρεύθη πυκνός εις το άκρον των χειλέων του. Εκρότησεν ισχυρώς την πτέρναν του τσαρουχιού του και ως ήτο η γη απαλή εσχηματίσθη επ΄αυτής μικρόν κοίλωμα. Η ανατίναξις αύτη ήρκεσε να τον αποτρέψη από τον πειρασμόν, και συνέχισε τον δρόμον του εγκαρδιωθείς, αποφασιστικός. Διήλθε προ του μικρού ρυακίου, μη καταδεχθείς να ρίψη ουδέ βλέμμα εις τας πλενούσας γυναίκας. Είχεν επανακτήση μετά πάροδον τόσων ετών την αγερωχίαν και την απάθειαν του ανθρώπου του βουνού όλην, επανεύρισκεν εις τον γέροντα λοχίαν τον άγριον, τον ιταμόν δεκαπενταετή βοσκόν. Τα κίτρινα κουμπιά της στολής του λάμποντα εις τον ήλιον τον ενώχλουν, ο κυανόχρους παλαιός μανδύας του τον εστενοχώρει, ο στρηνής θόρυβος της σκωριασμένης ξιφολόγχης του, τον οποίον έκαμνε θίγουσα το ισχύον του, το γόνα του, διεπέρνα τα νεύρα του ως βελόνη, το φέσι του με την βαρείαν του φούνταν του εβάρυνε την κεφαλήν ως μέγας ογκόλιθος επικαθήμενος επί του κρανίου του· σταγώνες ιδρώτος ανέθωρον εις το μέτωπόν του. Τόρα ήθελε να τα πετάξη όλα αυτά, «νά πάν κατά διαόλ ’ μάννα» και να . νά φορέση μίαν κάπαν μόνον, να πάρη μίαν γκλίτσαν και «τσέπ ! τσέπ !... χίουου ! ουου!.. » να βάλη την λησμονηθεΐσαν παιδικήν κραυγήν του και «να σαλαγάη κατ' του γκατήφουρου τα πρότα, πέρα στα πλάϊα μι τα χουντροπούρναρα, μι τ’ς κρύϊς βρυσούλις. Χάϊτι, ούρέ ! Πςςςςςς!...»

Είχε φθάση εις τον στρατώνα. Δύο βήματα και θα εισήρχετο εις τον θάλαμον του λόχου, θα επλησίαζε τον επιλοχίαν, θα του έλεγε την ακλόνητον απόφασίν του. “Αμί τι; Για κουρόϊδου θα τουν πέρναγαν του λουχία του Μπανιά!”
Καθώς διήρχετο πλησίον των μαγειρευόντων ανδρών αίφνης εσταμάτησεν. Ησθάνθη είδος σκοτοδινιάσεως. Ο υψηλός, ο προγάστωρ λέβης έβραζε κοχλάζων· επί της επιφανείας του ανεπήδουν λιπαρά τεμάχια βοείου κρέατος, μεγάλα, ακέραια κρεμμύδια, γαργαλιστική δε, διαπεραστική, οξεία, ελκυστική, ακαταμάχητος οσμή διεχύνετο εις ακτίνα τριάκοντα μέτρων. Ο λοχίας ήνοιξε το στόμα, τους ρώθωνας και η οσμή εισήλασε, διεχύθη εντός του, εις τα βάθη των εντοσθίων του, τον ανέτρεψεν όλον, του ηλλίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ωφράνθη ισχυρώς, έπειτα δεν ηδυνήθη να συγκρατήση αυτόματον ηδονικόν πλατάγισμα της γλώττης. Η θύρα του στρατώνος δυο βήματα μακράν του ήτο ανοικτή. Εις το βάθος εφαίνετο ο επιλοχίας Γιδάρης κεκλιμένος επί μικράς τραπέζης εστρωμένης με φαιόν εριούχον, γρατσουνίζων επί των σελίδων του βιβλίου των αναφορών του· παραπλεύρως αυτού εις παρομοίαν τράπεζαν ειργάζετο ο σιτιστής του λόχου επί μεγάλου ογκόδους βιβλίου, του βιβλίου της μισθοδοσίας των ανδρών· εις το παράθυρον δε εις κρεμανταλάς εύζωνας, “χαράκουνι ου έρμους με τουν χάρακα ιένα φύλλουν πουρείας”, ξύνων από καιρού εις καιρόν την μύτην του. Ο λοχίας Μπανιάς απέστρεψε την κεφαλήν από την θύραν. Επλησίασε προς ένα βοηθόν του μαγείρου και του είπε με το στρατιωτικόν ύφος, το οποίον ταχέως επανέκτησε:
- Κορδομπάτς’, πιτάξ να διής που ίνι ου δεκανέας Κουντούλ΄ς κι πες του ναρθ΄ ιδώ. Γλήουρα!. Ιέφτυσα. Να!… Όσου να λειώσ΄ του σάλιο μ΄θάσι φιρμένους. Άξα!…
Ο στρατιώτης έτρεξεν.
Έπειτα απευθυνόμενος προς τον άλλον βοηθόν ο λοχίας είπε μειλιχίως:
– Καταρραχιά, πιάσι μ’ μι του π’ρουν ιένα κουμματάκ’ κριάς να ιδού ιέβρασι για δεν ιέβρασι.
Ο δεκανεύς Κοντούλης επεφάνη μετά τινας στιγμάς. Ο λοχίας Μπανιάς μασσών ακόμη το προσφερθέν “κριάς” τον παρέλαβε:
- Κουντούλ’ είπε, πάμι να πιούμι γιένα, για το καλό. Αύριου θα υπουβάλου αναφουράν ανακατατάξιους.

Μποέμ


_________________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», 1901, τεύχος 2, σελ. 83-84.


Σάββατο 1 Απριλίου 2023

“Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ” ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ποίημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στο “Περιοδικό μας” στο τεύχος της 20 Νοέμβρη του 1900. Την εποχή εκείνη ο Χατζόπουλος είχε μόλις εγκατασταθεί στη Λειψία όπου γνώρισε την μετέπειτα γυναίκα του Sanny Häggman. Ο Λάμπρος Πορφύρας, στον οποίο αφιερώνεται το ποίημα, ήταν στενός φίλος του Χατζόπουλου, είχε συμμετάσχει στην περιπέτεια του περιοδικού “Τέχνη” και αργότερα έγραψε για τον “Διόνυσο”, τα “Παναθήναια” και τη “Νέα Ζωή¨”, εκδόσεις με τις οποίες συνεργάστηκε και ο Κ. Χατζόπουλος. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στην επόμενη σελίδα του ίδιου τεύχους του “Περιοδικού μας” δημοσιεύτηκε διήγημα του Μήτσου Χατζόπουλου (Μποέμ) με τίτλο “ Το κοκκοράκι”.

Γ.Χ.


ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΣ” 20 Νοέμβρη 1900

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ

(valse macabre)

Αφιερώνεται στον αγαπημένο μου ποιητή Πορφύρα

Μην ακούς ψηλά
την αστροφεγγιά
μην ακούς τι λέει·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στη συντροφιά μας.

Μην ακούς μακριά
στην ακρογιαλιά
τις τρελλές νεράϊδες
μην ακούς τι λένε·
μα έλα δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στην αγκαλιά μας.

Είναι απάνω στ’άστρα
πνεύματα κακά,
λάμιες της ψυχής.
Έλα ΄δω κοντά μας
έλα μην αργείς
στο ξεφάντωμά μας.

Είναι οι ανεράϊδες
στις ακρογιαλιές
μάγισσες κακές.

Έλα ανάμεσά μας
έλα μην αργείς
στον τρελλό χορό μας.

Σώστησαν στα κλώνια
δόλωμα κακό
οι κακές τ΄αηδόνια…
μα για μας μια γλαύκα
απ’ τα ρέπια εκεί, -
μην ανατριχιάζεις !
Παίζει μουσική
πιο νοσταλγική
·
σέρνει το ρυθμό μας
στον αργό χορό μας.

Μην ανατριχιάζεις!
Έλα δω μ’
εμάς,
θα σε νανουρίσουμε
που να μην ξυπνάς.
Έλα θα σε πάρουμε
πάντα σύντροφό μας
στο μακρύ κι ατελείωτο
στον αργό χορό μας.

Πέτρος Βασιλικός


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες – Μέρος Β’

 Όπως έγραψα στην προηγούμενή μου ανάρτηση, το χλευαστικό άρθρο του Ροΐδη για τις «γράφουσες Ελληνίδες» που δημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη» στις 28 Απριλίου 1896 τάραξε τον φιλολογικό κόσμο. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες της εποχής που οι άνθρωποι του πνεύματος στην πλειοψηφία τους δεν  τολμούσαν να αποκαλέσουν τις γυναίκες «συγγραφείς» γιατί πίστευαν ότι το συγγραφικό έργο ήταν ασυμβίβαστο με τη γυναικεία φύση.

Η εφημερίδα «Σκριπ», λίγες μόλις μέρες μετά τη δημοσίευσή του εν λόγω άρθρου, σαν απάντηση ανάθεσε στον Μήτσο Χατζόπουλο τη διεξαγωγή κύκλου συνεντεύξεων από «γράφουσες» που κινούνταν λίγο ή πολύ στο χώρο της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν. Το «Σκριπ» και ο Χατζόπουλος δεν τόλμησαν να εναντιωθούν ανοιχτά στον Ροΐδη με κάποιο άρθρο, προτίμησαν τον πλάγιο και πρωτότυπο τρόπο των συνεντεύξεων. Ανοίγοντας τον κύκλο συνεντεύξεων στο φύλλο της 1ης Μαϊου 1896 σε ένα είδος προλόγου ο Χατζόπουλος βρήκε τον τρόπο να ρίξει μπηχτές, μεταξύ των άλλων έγραψε: «Α! ο κ. Ροΐδης εφάνη πολύ σκληρός προς τας γυναίκας. Αλλά τι άλλο ηδύνατο τις να περιμένη από τον κ. Ροΐδην, όν η γυναικεία στοργή οικογενειακώς δεν εθέρμανε ποτέ;» και πιο κάτω: «Ημείς… μη αναλαμβάνοντες να υπερασπίσωμεν τας τόσον πικραθείσας εκ της γραφίδος του ειρωνικωτάτου συγγραφέως, αφίνομεν αύτας τας ιδίας να ομιλήσωσιν».
Οι συνεντεύξεις που δημοσιεύτηκαν ήταν οι εξής:
Καλλιρρόη Παρρέν 1/5/1896,
Ευγενία Ζωγράφου 2/5/1896,
Ελένη Κανελλίδου 3/5/1896,
Σωτηρία Αλιμπέρτη 3/5/1896,
Σεβαστή Καλλισπέρη 4/5/1896,
Καλλιόπη Κεχαγιά 5/5/1896,
Αρσινόη Παπαδοπούλου 6/5/1896,

και κλείνοντας στις 8/5/1896 δημοσιεύτηκε η συνέντευξη/απάντηση του Εμμανουήλ Ροΐδη που παραθέτω σήμερα.
Γ.Χ.

Εμμανουήλ Ροϊδης

Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» 8 Μαΐου 1896
ΑΙ ΓΡΑΦΟΥΣΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ Κου ΡΟΪΔΟΥ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕΤ’ ΑΥΤΟΥ
Έστι δε Ροϊδης…
Τι περίεργον γραφείον που έχει ο αμυθήτου ευφυίας συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» της έβδομην ήδη έκδοσιν αριθμούσας εν τω γαλλικώ του
Barbey dAurevilly. Μια μεγάλη πανίψηλος βιβλιοθήκη φιλολογική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική. Ένα γραφείον απλούστατον στο μέσον του δωματίου, με τετράδια χειρόγραφα επ’αυτού, παράξεναι έδραι εκ γεγλυμμένης δρυός, μία εξ αυτών τεραστίων διαστάσεων παρά το παράθυρον το βλέπον πέραν δια μέσου στεγών και τοίχων οικιών προς τον δύοντα εκείνην την στιγμήν εις τους λόφους του Δαφνίου ήλιον  αρχαϊκαί εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα, ακόντια, κτλ. Ιπποτών, είς καναπές παράξενος και αυτός, σύνολον περιεργότατον ελαφρώς ροδιζόμενον από τον βασιλεύοντα κάτω ήλιον, τον πυρπολούντα εκείνην την στιγμήν όλα εκείνα τα αντικέιμενα, τα αναδίδοντα οσμήν παλαιών ημερών, τα εγκλείοντα όλα κάτι τι το ολόκληρον την εξόχως ειρωνικήν ζωήν και χαριτωμένην εργασίαν του συγγραφέως των «Συριανών διηγημάτων».  Ο. κ. Εμμανουήλ Ροϊδης; Εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν πασίγνωστος ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων ανά τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τᾐ ζωᾐ, τᾐ μελέτῃ και τᾐ παραγωγᾐ πρωτοτυπίας και ειρωνείας, και δηκτικότητος επιφερούσης πόνον βαθύν, οξύν πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδος του. Ανάστημα μέτριον, διάπλασις σώματος αιλουροειδής, λεπτοτάτη, τόσον που νομίζετε άμα πως τον φυσήσετε, θα πέση, κεφαλή σατανικώς ιδιόρρυθμος, καλλιτεχνική, οφθαλμοί λάμποντες, χείλη σατανικώτερα μ’ένα ανεξάλειπτον επ’ αυτών μειδίαμα σαρκαστικόν, μειδίαμα που μόνον εις τα χείλη του Ροϊδου το απαντάτε. εν Αθήναις. Η κουβέντα του – απόλαυσις η συντροφιά του θελκτική, τσιγάρα να καπνίζετε, τσαϊ να πίνετε, έξω να βρέχη, και Ροϊδην ν’ ακούετε. Causeur πρώτης, γέλωτα σκορπών άφθονον, τα πάντα ανατέμνων ρήτορας, επιστήμονας, δικηγόρους, ιατρούς, φιλολόγους, λογίους – ώ ! της χαριτωμένης του ειρωνείας! – θέατρον, κοινωνίαν, πολιτείαν, Βουλήν, χορούς, άϊ-λάϊφ, λαόν, τύπους δρόμων, γραφείων, σαλονιών, γάτας, σκύλους, παπαγάλλους… γυναίκας! Δεν υπάρχει λόγιος, ποιητής, διηγηματογράφος, αρθρογράφος, ρεπόρτερ, γραφιάς, ου αυτός αναγιγνώσκων και το ελάχιστόν του πνευματικόν προϊόν, να μην ανεύρεν εν αυτώ γραμματικούς, συντακτικούς, λογοτεχνικούς μαργαρίτας! Και τους αραδιάζει τους μαργαρίτας τούτους τόσον ειρωνικώς, τόσον χαριέντως. Εάν μου επέτρεπε, θα εξέδιδον τους «κατά Ροϊδην μαργαρίτας». Όλαι αι φιλολογικαί και επιστημονικαί, και πολιτικαί δόξαι μας θα κατέπιπτον εις κουρέλια! Ροϊδην τέλος δεύτερον εν Αθήναις δεν έχομεν. Και μία παράξενος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του. Ο κύριος Ροϊδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος. Όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιάυτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή. Και ήδη η απάντησίς του προς τας γράφουσας Ελληνίδας.  

Η εντύπωσις του εκ των γυναικείων συνεντεύξεων
- Ποίαν εντύπωσιν σας επροξένησαν, τον ερωτώμεν εις την διαπασών, τα παράπονα των λογίων γυναικών καρά του άρθρου σας;
- Μεγάλην μόνον απορίαν, αφού από της πρώτης μέχρι της τελευταίας στιγμής, ουδέν άλλο ήτο το άρθρον εκείνο παρά ύμνος εις την γυναίκα, την οποία εκήρυξα ικανήν ν’ανυψωθή εις το είδος της υπεράνω του ανδρός, και ότι το είδος τούτο προτιμώ παντός άλλου. Και όχι μόνον την γυναίκα εν γένει, αλλά και ιδιαιτέρως την Ελληνίδα υπερεπήνεσα παραστήσας αυτήν εξισωθείσαν προς την Ευρωπαίαν κατά την κομψότητα της ενδυμασίας και την χάριν της κοσμικής συμπεριφοράς, πολύ ανωτέραν του σημερινού Έλληνος κατά την οξύτητα του πνεύματος, και μόνην ικανήν να μεταδώση εις τη ανδρικήν μας φιλολογίαν τα ελλείποντα απ’αυτής προσόντα χάριτος, λεπτότητος και φιλοκαλίας. Ούτε είνε βεβαίως βασιμώτερον το παράπονον, ότι απαιτώ πολλά από τας σήμερον γράφουσας, αφού εκ φόβου τοιαύτης παρεξηγήσεως δις και τρις επανέλαβα, ότι ουδέν άλλο ζητώ παρ’ αυτών παρά να αποδεικνύωνται όταν γράφουν επίσης χαρίεσσαι έξυπνοι και διασκεδαστικαί, όσον είνε όταν ομιλώσι. Τοιαύται ήσαν αι πλείσται εκ όσων ηυτύχησα να συναναστραφώ. Ουδόλως λοιπόν υπερβολική ήτο η απαίτησις ν’ανεύρω τα προσόντα ταύτα και εις όσας έτυχε ν’αναγνώσω. Μεγάλη πιστεύω θα ήτο αδικία όχι μόνον προς τας Ελληνίσας εν γένει, αλλά και προς αύτας τας γραφούσας το να εκρίναμεν περί του πνεύματος, της καρδίας και της φιλοκαλίας των εκ μόνων των γραφομένων των. Ως παράδειγμα αρκούμαι ν’αναφέρω την τόσην όμορφην και έξυπνον δεσποινίδα Ευγενίαν Ζωγράφου.

Τι είπε δια την Ευγ. Ζωγράφου
 Τα απόντα ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αντιπροσωπευόμενα εις τα διηγήματα της δεσποινίδος Ζωγράφου προσόντα φυσικότητος, ευαισθησίας και αφελείας ακτινοβολούσιν εις την συνέντευξιν την οποίαν ηυτυχήσατε να λάβετε μετ’ αυτής.  Τι λογου χάριν ερασμιώτερον, ή μάλλον χαρακτηριστικόν της γυναικείας φύσεως παρά το: «εθαύμαζα πριν πολύ τον κ. Ροϊδην, αλλά τόρα δεν τον θαυμάζω πλέον;» Τι αφελέστερον της μεταβιβάσεως της ευθύνης ολοκλήρου σειράς φράσεων εις την ράχιν του στοιχειοθέτου, ή τι συγκινητικώτερον της αγανακτήσεως αυτής κατά των κολάκων, οίτινες δεν της είπαν την αλήθειαν περί του δράματός της, και των παραπόνων της κατά της κακκίας του κόσμου. Επειδή δε αφού έπαυσε να μας αγαπά (;), ηρχίσαμεν ημείς να την αγαπώμεν (!), ζητούμεν  παρ’ αυτής την άδειαν να της δώσωμεν μιαν συμβουλήν, την οποίαν πιστεύομεν χρησιμωτέραν πάσης άλλης, ν’αγοράση ένα φωνογράφον και αντί  στομφώδεις κοινοτυπίας, διά τας οποίας δεν πταίει ούτε το πνεύμα, ούτε η καρδία της, αλλά μόνη η μνήμη της, να γράφη καθ’υπαγόρευσιν του φωνογράφου, όσα εκφεύγουν εκ των ροδίνων χειλέων της φυσικά, αφελή, γυναικεία, χαριτωμένα.

Αι φοιτήτριαι της ιατρικής. – Ο κ. Ζωχιός και μία καρδία πτώματος. – Γυναίκες λιποθυμούσαι!
- Και περί των φοιτητριών μας της ιατρικής τι φρονείτε;
- Ενθυμούμαι, ότι προ τινων ετών είς των πρωτευόντων ιατρών μας, ο κ. Ζωχιός, αν δεν μ’απατά η μνήμη, μου διηγείτο, ότι αναλαβών να δώση στοιχειώδη μαθήματα ανατομίας εις τας (…) του Ερυθρού Σταυρού, επέδειξεν ημέραν τινά εις αυτάς μίαν εξαχθείσαν εκ πτώματος ανθρωπίνην καρδίαν, και άλλαι μεν τούτων ωχρίασαν, άλλαι δε ελιποθύμησαν! Τας συγχαίρω δια τούτο εξ όλης καρδίας, ενώ θα τας απεστρεφόμην, αν τας επίστευα ικανάς να πριονίσωσι κόκκαλα ή να εκριζώσωσι καρκίκους! Η γυνή είνε ασυγκρίτως ανωτέρα του ανδρός νοσοκόμος, παρηγορήτρια, ή και χορηγός σιναμικής και χαμομήλων! Διστάζω όμως να πιστεύσω, ότι δύναται και ν’ αποκτήση το απαιτούμενον προς ασφαλή χρήσιν της στρυχνίνης ή του πυρακτωμένου σιδήρου ποσόν ψυχραιμίας ή και αναλγησίας. Όπως εις πάντα τα άλλα, ούτω και εις την ιατρικήν υπερέχει η γυνή τον άνδρα εις τα μικρά, και υστερεί αυτού εις τα μεγάλα.

Δια ποίας άλλας γυναίκας θα γράψη. – Η κυρία Αρσινόη Παπαδοπούλου
- Σκοπεύετε να παρουσιάσετε και άλλας γράφουσας Ελληνίδας;
- Χρησιμώτερον θεωρώ να καταστήσω δια σειράς άρθρων γνωστοτέρας εις το Ελληνικόν κοινόν Γαλλίδας τινάς και Αγγλίδας, δυναμένας να χρησιμεύσωσιν ως πρότυπον γυναικογραφίας.
- Και από ποίαν θ’αρχίσετε;
- Ακόμη δεν απεφάσισα. Την Δελφίνην Γιραρδίνου πιθανώς.
- Διατί τόσον αποκλειστικώς επηνέσατε  την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, περί της οποίας μου είπεν η διευθύντρια της «Εφημερίδος των Κυριών» κ. Παρρέν, ότι έγραψεν εν ή δυο καλά πραμματάκια παιδικά, όχι όμως μεγάλα πράμματα;
- Δι’αυτό τούτο την επήνεσα, εκτιμών πολύ μάλλον του μεγέθους την ποιότητα των πραγμάτων. Τα διηγήματα της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου κοσμούσιν απ’ αρχής έως τέλους, αν όχι μεγάλοι, γνήσιοι τουλάχιστον και άμωμοι μαργαρίται.
 Και έλαβεν εκ της τραπέζης του το αντίγραφον των «Αθηναϊκών Ανθυλλίων», και μου επέδειξε τα επί των σελίδων του δια μολυβδοκονδύλου ή του όνυχος σημάδια, προσθέτων
- Έκαστον των σημείων τούτων υποδεικνύει χωρίον διακρινόμενον δι’ ιδιάζουσαν  χάριν, αφέλειαν ή και πρωτοτυπίαν. Τα σημάδια, ως βλέπετε, είνε πολλά.  Περί δε του ποιού κρίνατε ο ίδιος εκ του εξής: «Αν έστρεφε την κεφαλήν θα έβλεπε τα τέσσερα γατάκια ανωρθωμένα με όλην των την χάριν. Την εκύτταζαν ασκαρδαμυκτεί με την γλώσσαν προς τα έξω. Η μήτηρ των ήτο και αυτή εκεί και την εκάλει να έλθη να καμαρώση τα τέκνα της με την θωπευτικήν εκείνη φωνήν με την οποίαν αι μητέρες γαλαί ειξεύρουν ν’αποτείνονται προς όσους εμπνέουν εις αυτάς εμπιστοσύνην» (Εκ του διηγήματος: «τα πρώτα δάκρυα») Την ακρίβειαν της περιγραφής ταύτης ηδυνήθην να εκτιμίσω από τινων ημερών δια του αυτού ακριβώς τρόπου προσκαλούμενος και υπό της ιδικής μου γάτας να καμαρώσω τα τέκνα της.
  Ακόμη δεν την νομίζω, την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, και πρωτότυπον διότι ούτε εις τον Μονκρίφ, ούτε εις την
Physiologie passionelle, ούτε εις την ειδικήν γατολογίαν του ημετέρου κ. Μηλιαράκη, γίνεται ιδιαίτερος λόγος περί της τοιαύτης των γαλών μητρικής φιλαρεσκίας. Την τοιαύτην περιγραφικήν ικανότητα, όπως και την επιτυχή ψυχολογικήν ανάλυσιν του παιδικού χαρακτήρος, και των παιδίων την χαριτωμένην ομιλίαν, ονομάζει περιφρονητικώς η παρ’ημίν απόστολος της γυναικείας χειραφετήσεως πραγματάκια, λησμονούσα, ότι τα τοιαύτα ήρκεσαν αλλαχού να φημίσωσι γυναίκας, ότι και αυτή η Σάνδη αποβαίνει πληκτική, οσάκις παρεισάγει εις τ’απαράμιλλα μυθιστορήματα της κοινωνικάς ή φιλοσοφικάς  παρεμβάσεις, και ότι πολύ περισσότερον από όλα τα φιλολογήματα της Δακερίας, την σοφίαν της Duchatelet, τον στόμφον της Στάελ, και την εμβρίθειαν της Δόρας Ιστριάσος, αξίζει, φιλολογικώς τουλάχιστον μία επιστολή της Καϋλούς, ή μία επιφυλλίς της Gyp, ή της Γιραρδίνου. Όπως δήποτε αντιφατικόν φαίνεται να κατηγορούμαι συγχρόνως παρά της κυρίας ταύτης και ότι ζητώ πάρα πολύ μεγάλα πράγματα από τας γράφουσας ελληνίδας και ότι υπερτιμώ πραγματάκια κατορθώνων παραδόξως να είμαι εν ταυτώ και παραπολύ απαιτητικός και υπέρ το δέον ολιγαρκής. Το θαύμα τούτο ζητεί να εξηγήση, βεβαιούσα, ότι το άρθρον μου είνε προϊόν  παρακλήσεων και προσωπικής προς την γράψασαν τα «Ανθύλλια» συμπαθείας. Εις ταύτα ουδέν άλλο έχω ν’απαντήσω παρά μόνο, ότι δεν ηυτύχησα ποτέ να ίδω την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, ουδ’άλλο  τι περί αυτής, πλην του βιβλίου της, γνωρίζω. Το επροτίμησα δε των άλλων εν Ελλάδι γυναικογραφημάτων ως ασυγκρίτως θηλυκώτερον παντός άλλου. Δια την προτίμησιν όμως ταύτην ως και δια το όλον άρθρον μου πολύ δικαιότερον θα ήτο να κατηγορηθώ ως καθ’ υπερβολήν γυναικολάτρης παρά ως μισογύνης. Αδύνατον όμως είνε ν’ αγαπώ τόσον πολύ τας γυναίκας χωρίς ν΄αποστρέφομαι τας ανδρογυναίκας!

Η δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

- Και η εκ Κωνσταντινουπόλεως δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου;
- Δεν έτυχε να διαβάσω τι ιδικόν της. Πολλάκις δε βλέπων το όνομά της : Α. Παπαδοπούλου, υπέθετα πως επρόκειτο περί της Αρσινόης Παπαδοπούλου. Τόρα λαμβάνω γράμματα και πολλοί μου λένε και προφορικώς να γράψω και δι’ αυτήν.

Τα Ολύμπια
- Και τα «Ολύμπια»;
- Ένα πράγμα δεν ειμπορώ να νοιώσω, απεκρίθη υψόνων τους ώμους, πως για να του δώσω ένα άρθρο του κ. Μπάμπη Άννινου μ’εσταύρωσε μ΄έφαγεν, ενώ τόρα ευρίσκει, ότι δεν ξέρω να γράψω πλέον! Και κάτι το πλέον περίεργον, προσέθεσε σατανικώς μειδιών: Με κατηγορεί, ότι είμαι γέρος – αλλά αυτό το ακούω προ πολλού. Πρί είκοσι πέντε ετών ο
DAurevilly που μετέφρασε την «Πάπισσαν Ιωάνναν» μου, έγραφε στα προλεγόμενά του, ότι το έργον αυτό μόνον εβδομηκοντούτης γέρων ειμπορούσε να το γράψη, ενώ τότε ήμην ο ατυχής μόνον εικοσιτετραετής!
- Και η απάντησις της «Εφημερίδος των Κυριών» πως σας εφάνη;
- Εξ’αυτής δεν έμαθα τίποτε το νεώτερον, αλλά μόνον πράγματα τα οποία κάλλιστα εγνώριζα, ότι δηλ.  αι τρίχες μου είνε φαιαί και ως εκ τούτου δεν αρέσκω πλέον εις τας κυρίας, και ότι εστερήθην της περιουσίας μου και της ευτυχίας ν’ακούω τα τερετίσματα των σαλονίων. Τον τοιούτον τρόπον συζητήσεως θα εθεώρουν ανάρμοστον εις γυναίκα, αν δεν ενθυμούμην ότι ούτω συζητούσιν εν Γαλλία, ουχί βεβαίως αι
divorceuses και αι emancipées, αλλ΄αι harengères  και αι poissardes (*).
  Και έβλεπεν ειρωνικώς μειδειών τον σβύνοντα ήδη ήλιον στους βουνούς του Δαφνιού, τον μόλις αφίνοντα εντός της αιθούσης της παλαιάς εκείνης οικίας της οδού Νικοδήμου ροδινωτάτας εκπνέουσας ακτίνας.
Μποέμ

______________
(*) «όχι βέβαια οι διαζευγμένες και οι χειραφετημένες, αλλά οι κυρίες της ψαραγοράς».
Εκείνη την εποχή, οι κυράτσες που πουλούσαν ψάρια στις ψαραγορές της Γαλλίας φημίζονταν για την ωμή ειλικρίνεια και τους τραχείς τρόπους τους, τόσο πολύ που ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιούνταν για όλες τις γυναίκες χαμηλού επιπέδου που μιλούσαν με αυθάδεια και χωρίς τρόπους.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Ροϊδης εξισώνει τις διαζευγμένες με τις χειραφετημένες γυναίκες

Πηγές για εμβάθυνση

Κοντοειδή Γεωργία «Η ιστορική σκιαγράφηση των Ελληνίδων συγγραφέων» Ρέθυμνο 2016,  Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα φιλολογίας.

Βαλάντω Λάνδρου «Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)», Θεσσαλονίκη 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών – Μεταπτυχιακό πρόγραμμα νεοελληνικής φιλολογίας.

Γιαννάτη Ευδοκία  «Εφημερίς των Κυριών (1887 – 1917) Όψεις και διαπραγματεύσεις της γυναικείας ταυτότητας», Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2010, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή - Διατμηματικό  μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Σταύρος Μαλαγκονιάρης «Ο Ροΐδης χλευάζει τη γυναικεία χειραφέτηση», «Εφημερίδα των Συντακτών» 04.03.2018.

Ελένη Βαρίκα, «Μια δημοσιογραφία στην υπηρεσία της “γυναικείας φυλής”», Διαβάζω, αρ. 198,
14.9.1988.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες

Στην «Ακρόπολη», στο φύλλο της 28-4-1896 δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του μεγάλου  Εμμανουήλ Ροΐδη με τον τίτλο «Αι γράφουσαι Ελληνίδες» όπου ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας κατακεραύνωνε τα ανήσυχα πρωτοφεμινιστικά πνεύματα της εποχής που βασικά μέσα από τις σελίδες της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν προσπαθούσαν να βρουν μια θέση στον αποκλειστικά ανδροκρατούμενο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας. Το κείμενο ήταν μία συρραφή από χοντροκοπιές και κοινοτυπίες του τύπου «…Δύο μόνα υπάρχουσι γυναικεία επαγγέλματα, το της οικοκυράς και της εταίρας» και εν κατακλείδι υποστήριζε ότι δεν υπήρχε γυναικείο ζήτημα στην Ελλάδα.

Το άρθρο, όπως ήταν φυσικό, άνοιξε συζητήσεις, αναστάτωσε τον φιλολογικό κόσμο. Ο Παλαμάς στην «Εστία» έγραψε χωρίς περιστροφές πως «… η Τέχνη δεν έχει γένος», όμως ο περισσότερος πνευματικός κόσμος είχε άλλη άποψη.
Ο τότε διευθυντής του «Σκρίπ»,  ο άτυχος Ευάγγελος Κουσουλάκος άδραξε την ευκαιρία και εντός δύο μόλις ημερών ανέθεσε στον πιο δραστήριο, εύστροφο και λίγο κατεργάρη δημοσιογράφο που διέθετε, το Μήτσο Χατζόπουλο (που υπέγραφε τότε με το ψευδώνυμο «Μποέμ»), τη διεξαγωγή μιάς σειράς συνεντεύξεων στο χώρο των «γράφουσων Ελληνίδων» με σκοπό φυσικά να αυξήσει το ενδιαφέρον για τη διαμάχη. Πράγματι το πράγμα θεωρήθηκε σχεδόν προσβολή από τον Ροϊδη, οπότε τις 8 Μαίου ο «Μποέμ» αναγκάστηκε να δημοσιεύσει μια συνέντευξη – απάντηση του δημοφιλούς Συριανού που όμως δεν κατάφερε να αποσοβήσει τη οξυμένη αντιπαράθεση.  (Την συνέντευξη αυτή θα δημοσιεύσω στην επόμενή μου ανάρτηση).
Παραθέτω ένα άρθρο της Φανής Πετραλιά που μιλάει διεξοδικά για την όλη υπόθεση καθώς και για το βιβλίο της Βαλάντω Λάνδρου που ασχολείται λεπτομερειακά με την διαμάχη γύρω από τις «γράφουσες Ελληνίδες».
Γ.Χ.

https://www.efsyn.gr/nisides/321090_enas-mpoem-stin-esiea

Ενας Μποέμ στην ΕΣΗΕΑ

Φανή Πετραλιά

«Η Εφημερίδα των Συντακτών» 27.11.2021

Ενας ωραίος κύριος, τύπος, θα έλεγες, αλλοτινού δανδή, θρονιασμένος στο τεράστιο πορτρέτο του κυριαρχεί στη μεγάλη αίθουσα της Βιβλιοθήκης της ΕΣΗΕΑ. Καθισμένος χαλαρά στο γραφείο του, με το μολύβι, στο αριστερό χέρι, σκόρπιες εφημερίδες στο πάτωμα, «Σκριπ», «Αστυ» και άλλες.
Διαφορετικός από τους διπλανούς λόγιους εφημεριδογράφους που υπέροχα έχει ζωγραφίσει ο Ροϊλός, ανάμεσά τους, ξεχωριστό διαμάντι, το μικρό πορτρέτο του Πορφύρα.
Για το ποιος ο εικονιζόμενος, υπήρξαν πολλές οι εκδοχές. Με επί χρόνια επικρατέστερη, εκείνη που επέμενε πως πρόκειται για κάποιον πρόγονο της οικογενείας Κύρου. Ενώ, εγώ, έμενα στα όσα είχε πει ο Παναγιώτης Πατρίκιος, ο αξέχαστος δημιουργός της Βιβλιοθήκης. Ο οποίος, στις συζητήσεις μας, πίσω από στοίβες βιβλίων και αρχείων, όλο και ανέσυρε και κάποιο εικαστικό απόκτημα. «Είναι ο Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Αλλη φορά, θα σου εξηγήσω γιατί εσείς οι δημοσιογραφίνες θα πρέπει να τον τιμάτε...»
Ο Πατρίκιος αρρώστησε και στη συνάντησή μας στο σπίτι του της οδού Στουρνάρη, κουράστηκε εύκολα. Αναβάλαμε για μια άλλη φορά τη συζήτηση. Εφυγε από τη ζωή αφήνοντας μετέωρες τις σχετικές πληροφορίες.
Εγκυκλοπαίδειες και διαδίκτυο έδιναν με φειδώ κάποια στοιχεία. Μάθαμε, ωστόσο, ότι ο Δημήτριος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1872 και πέθανε στην Αθήνα, το 1936. Αδερφός του λογοτέχνη, πρωτοπόρου σοσιαλιστή Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, μαζί με τον οποίο σπούδασε στη Γερμανία. Γυρνώντας στην Ελλάδα, έγραψε διηγήματα πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία με τα ψευδώνυμα Μποέμ και Πεζοπόρος. Μαζί με τον Γιάννη Καμβύση ίδρυσαν το περιοδικό «Διόνυσος», το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο «στη μετάδοση φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων της Δυτικής Ευρώπης».
Και να που τυχαία, τις προάλλες, έπεσα πάνω στις χαμένες πληροφορίες. Στο ράφι βιβλιοπωλείου, σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ο Ροΐδης για τις γράφουσες Ελληνίδες και οι συνεντεύξεις τους στον Μποέμ». Με χιουμοριστική στο εξώφυλλο εικονογράφηση και τη λεζάντα «Συνεδριάζουν διά να λάβουν μέτρα κατά του κ. Ροΐδου».
Από τις εκδόσεις Ηριδανός, μικρός, κομψός τόμος, με εισαγωγή του δημοσιογράφου και κριτικού λογοτεχνίας Βασίλη Καλαμαρά. Και επίλογο της Βαλάντως Λάνδρου, βασισμένο στη μεταπτυχιακή εργασία της «Για ένα διαλεκτικό ενσταντανέ, οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου».
Σύγγραμμα διαφωτιστικό και απολαυστικό. Με θέμα, τη σφοδρότατη διαμάχη ανάμεσα στον επιφανή εκ Σύρου λογοτέχνη Εμμανουήλ Ροΐδη και τις γυναίκες που αφήνοντας πίσω, ημερολόγια και λευκώματα, τόλμησαν να διατυπώσουν δημόσιο γραπτό λόγο, γράφοντας βιβλία και άρθρα και αιφνιδιάζοντας μέχρι παροξυσμού την ανδρική αθηναϊκή κοινωνία.
Τέλη του 19ου αιώνα. Στον απόηχο των Ολυμπιακών Αγώνων, παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου και με τη χώρα πτωχευμένη.
Εποχή που το «γυναικείο ζήτημα», επηρεασμένο από τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φεμινιστικά κινήματα, είχε φτάσει και στην Ελλάδα. Με ηγέτιδα την Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία με την «Εφημερίδα των Κυριών –και το Λύκειο των Ελληνίδων – έφερνε καινά δαιμόνια, έχοντας συναγωνίστριες κάποιες τολμηρές, που διεκδικούσαν την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση των γυναικών, το δικαίωμα στη μόρφωση και στην εργασία. Μαζί τους και ένας άνδρας, ο σύζυγος της Παρρέν, Ιωάννης, γαλλοαγγλικής καταγωγής Κωνσταντινουπολίτης, δημοσιογράφος, ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Αφορμή για τη μετωπική κόντρα, ένα άρθρο με το οποίο ο Ροΐδης εγκαινίασε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ακρόπολις» και με την προτροπή, όπως ελέχθη, του πολυμήχανου εκδότη της, Βλάση Γαβριηλίδη. Μια και από πάντα, τα «πικάντικα» -σχετικά με τις γυναίκες- δημοσιεύματα έδιναν φύλλα στις εφημερίδες.
Στόχος του προσβλητικού άρθρου «οι γράφουσες Ελληνίδες». Τις οποίες ο Ροΐδης αποκάλεσε «ανδρογυναίκες», «κουλτουριάρες», «ταραξίες». Με φανατικές εναντίον τους θέσεις και τη διευκρίνιση ότι «τας γραφούσας γυναίκας αγαπώμεν υπό τον όρον να μην μετενδύονται γράφουσαι εις άνδρας, αρκούμεναι εις μόνα του φύλου των χαρίσματα, την λεπτότητα, την χάριν, την φιλοκαλίαν, την ευαισθησίαν ή την πονηρίαν».
Είναι η στιγμή του δημοσιογράφου Μήτσου Χατζόπουλου, ιδρυτικού μέλους της Ενώσεως Συντακτών το 1914, σ’ έναν πόλεμο «όπου όλον το γυναικείον πνεύμα εξεστράτευσε κατά της πικρότατης ειρωνείας του συγγραφέως των “Συριανών Διηγημάτων”», εγκαινιάζοντας τη συζήτηση γύρω από το θέμα του φύλου στη γραφή, ανοιχτή μέχρι σήμερα.
Εγκαινιάζοντας επίσης τον θεσμό των συνεντεύξεων και μάλιστα με ανθρώπους του πνεύματος. Εναν από τους σταθμούς στην εξέλιξη του ελληνικού Τύπου. Με όπλο του την εφημερίδα «Σκριπ», παρεμβαίνει παίρνοντας συνεντεύξεις από μερικές από τις «γράφουσες» με πρόλογο, όπου παρουσιάζεται η προσωπικότητα και το έργο της κάθε μιας και με ακριβή καταγραφή των ερωταποκρίσεων. Τις υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ, μια και τότε οι δημοσιογράφοι υπέγραφαν με ψευδώνυμα (οι πρώτες δημοσιογραφικές υπογραφές έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη δεκαετία του 1920).
Η αρχή έγινε στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1896, με την Καλλιρρόη Παρρέν που πρόσφατα είχε επιστρέψει από ενημερωτικό ταξίδι στην Αμερική. Την «πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφο», όπως ο Χατζόπουλος την αποκάλεσε και -κατά τον Ροΐδη- «εγεννήθη γυνή αλλά είναι μάλλον ανήρ», η οποία με την εφημερίδα της απευθυνόταν «προς όλα τας τάξεις» και δυσαρέστησε τον Ροΐδη γιατί «χωρίς την άδειάν του ετόλμησε να παρουσιαστεί εις το κοινόν ως συγγραφεύς ή δημοσιογράφος». Να δηλώσει ότι επεδίωκε «την δ’ εντίμου και αξιοπρεπούς εργασίας εξασφάλισιν του άρτου των γυναικών». Και να επισημάνει ότι ο καινούργιος αιώνας έμπαινε «με δύο μόνον επαγγέλματα διά την γυναίκα, της οικοκυράς και της εταίρας».
Ακολούθησαν άλλες «γράφουσες». Η Ευγενία Ζωγράφου, δημοσιογράφος, διευθύντρια του περιοδικού «Ελληνική Επιθεώρησις», συγγραφέας διηγημάτων και δύο θεατρικών έργων που είχαν ανεβεί στη σκηνή. Η Ελένη Κανελλίδου, λογία που ασχολήθηκε με κοινωνικά ζητήματα, σύζυγος του εκδότη της εφημερίδας «Καιροί» όπου σε συνέχειες μετέφρασε Ιούλιο Βερν. Η Σοφία Αλιμπέρτη, η οποία στην «Εφημερίδα των Κυριών» αρθρογραφούσε για την πολιτική ζωή του τόπου και την κοινωνική θέση των γυναικών.
Η Σεβαστή Καλλισπέρη, «λόγια δεσποινίς, η επαναστατικοτέρα, ίσως μορφή της Αθήνας», με σπουδές στη Σορβόνη, επιθεωρήτρια σχολείων και αρθρογράφος σε θέματα Τέχνης στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Η Καλλιόπη Κεχαγιά, διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Χιλλ και του Παρθεναγωγείου Κωνσταντινουπόλεως, με μελέτες για παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Η Αρσινόη Παπαδοπούλου, εκπαιδευτικός στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης, συγγραφέας «προς χρήσιν των παιδίων» σειράς διηγημάτων παιδικής λογοτεχνίας.
Τελευταία -και σύμφωνα με τη δεοντολογία- η συνέντευξη με τον ίδιο τον «διώκτη των γραφουσών». Τον εξηντάχρονο Εμμανουήλ Ροΐδη, γνωστό ήδη και στο εξωτερικό συγγραφέα της «Πάπισσας Ιωάννας», αφορισμένο από την Ιερά Σύνοδο, σοφό διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, άνδρα με μεγάλο πνευματικό εκτόπισμα, υπέρμαχο της δημοτικής γλώσσας που, ωστόσο, έγραφε στην καθαρεύουσα.
Τον οποίο, ο Χατζόπουλος, συνέστησε ως εξής: «... πασίγνωστος εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα, χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων εις τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τη ζωή, τη μελέτη και παραγωγή πρωτοτυπίας και ειρωνείας...».
Συναντήθηκαν στο εντυπωσιακά επιπλωμένο γραφείο του συγγραφέα, στην οδό Νικοδήμου, όπου η πανύψηλη βιβλιοθήκη συνυπήρχε με «αρχαϊκές εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα και ακόντια ιπποτών».
Απολαυστική η συνέντευξη, με τον Ροΐδη να αναπτύσσει διά μακρών τις υποτιμητικές περί του γυναικείου φύλου θεωρίες του, η οποία, όπως και εκείνες των «γραφουσών», δεν γίνεται να χωρέσουν στις φιλόξενες σελίδες της «Εφ.Συν.». Συνέντευξη, όπου ο Χατζόπουλος δεν χαρίστηκε στον διάσημο και ισχυρό Ροΐδη, τον ικανό να επιφέρει «βαθύ, οξύ πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδας του».
Οπως δεν του χαρίστηκαν και οι βαλλόμενες. Οι οποίες συνασπίστηκαν και τον αντιμετώπισαν κατά μέτωπο με τη δράση και τα «γυναικογραφήματα» τους, δημιουργώντας «φλέγον ζήτημα» και αναστατώνοντας την κοινωνία, τόσο ώστε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος να γράψει στην εφημερίδα «Το Αστυ»: «Το γυναικείον ζήτημα κατεκάλυψε και αυτάς τας εκλογάς και ο ολίγος ενθουσιασμός διά την νίκην του δημάρχου Αθηνών κ. Καλλιφρονά οφείλεται εν μέρει εις το άρθρο του κ. Ροΐδου».
___________________

Πηγές για εμβάθυνση

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002
«Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)» Βαλάντω Λάνδρου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html

https://www.efsyn.gr/nisides/142284_o-roidis-hleyazei-ti-gynaikeia-heirafetisi