Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ 1960

 Περί τα τέλη του 1959 η οικογένειά μου μετακόμισε από το Χολαργό στη Νέα Σμύρνη. Εγώ βέβαια ήμουν νήπιο και δεν μου έπεφτε λόγος, ούτε κανείς ποτέ σκέφτηκε να μου δώσει εξηγήσεις, πάντως φαντάζομαι ότι κύριος εμπνευστής-αυτουργός αυτής της απόφασης ήταν ο αδελφός της μάνας μου Λευτέρης, που από χρόνια είχε παντρευτεί και εγκατασταθεί εκεί. Το νέο σπίτι ήταν στην οδό Βάρνης, ένα αρκετά ευρύχωρο διαμέρισμα που έπιανε όλο το ισόγειο, με τεράστια βεράντα στο πίσω μέρος και μεγάλο κήπο. Βέβαια, με τα σημερινά κριτήρια η διευρυμένη οικογένειά μας ήταν αρκετά πολυάριθμη για να χωρέσει άνετα σε ένα σπίτι πέντε δωματίων. Συνολικά ήμασταν έξι άτομα: η μητέρα μου, ο πατέρας μου -που ήταν μονίμως ταξίδι- εγώ, η γιαγιά Ελένη, ο αγαπημένος μου ξάδερφος Τάκης και ο αδερφός της μάνας μου Διονύσης, που όταν παντρεύτηκε και έφυγε τον αντικατέστησε η - ανύπαντρη τότε-  θειά μου Μαρία, νιοφερμένη  από το Μεσολόγγι. Η οικογένειά μου ήταν ανοιχτή και φιλόξενη, στο σπίτι υπήρχε και το δωμάτιο των ξένων που ήταν σχεδόν μονίμως κατειλημμένο από ανύπαντρες μακρινές συγγενείς από το Μεσολόγγι ή το Αγρίνιο που ερχόταν στην Αθήνα με προοπτική εγκατάστασης ή τέλος πάντων ταχτοποίησης. Στην αυλή υπήρχε ένα κοτέτσι που μου απαγορευόταν να πλησιάσω και στο βάθος καλαμιές που χώριζαν το οικόπεδο από το γειτονικό. Όταν έβρεχε στις καλαμιές δημιουργούνταν λιμνάζοντα νερά που δεν στέγνωναν εύκολα, η αγαπημένη μου ασχολία ήταν να παρατηρώ τους γυρίνους που μονίμως υπήρχαν εκεί. Στην αυλή του διπλανού σπιτιού υπήρχαν κάτι παράγκες, χαμηλές και στενές, στις οποίες ζούσαν κάτι οικογένειες από τη Ρουμανία, φαντάζομαι ελληνικής καταγωγής που είχαν έρθει στην Ελλάδα με το τέλος του πολέμου αλλά ακόμη μιλούσαν με μεγάλη δυσκολία τα Ελληνικά.

 Το σπίτι στην οδό Βάρνης όπως είναι σήμερα, περιέργως δεν δόθηκε αντιπαροχή, παρμένη από το Google maps.

Οδός Σαχτούρη στη Νέα Σμύρνη, 1965. Αριστερά ο ξάδερφός μου Κώστας Μεντής, δεξιά ένας γείτονας,  ο Παναγιώτης, δυστυχώς δεν θυμάμαι το επώνυμό του. 

Η Νέα Σμύρνη του 1960 δεν είχε βέβαια καμμία σχέση με τη σημερινή, ήταν ακόμη μια αραιοκατοικημένη περιοχή με χαμηλά σπίτια, κακοφωτισμένη τη νύχτα, με λίγους ασφαλτοστρωμένους δρόμους χωρίς πεζοδρόμια, παντού πέτρες και χώματα, που όταν έβρεχε μεταβαλλόταν σε άπειρα ρυάκια από λάσπη. Η κεντρική πλατεία και ο χώρος γύρω από την Αγία Φωτεινή ήταν απέραντες αλάνες δίχως πράσινο ή κάποιο καλλωπισμό. Για τα παιδικά μας μάτια αυτή η γενική εικόνα εγκατάλειψης, η ατημελισιά και ακαλαισθησία του χώρου δεν ενοχλούσαν καθόλου, κάθε ξέφραγο οικόπεδο, ξέφωτο, ήταν για μας παράδεισος, μέρη που παίζαμε μπάλα, κυνηγητό, μπίλιες, κάθε είδους παιγνίδι μέχρις εξουθενώσεως.  Κοντά στο σπίτι μας δεν υπήρχαν μαγαζιά, για να βρεις παντοπωλείο, μανάβικο ή κρεοπωλείο έπρεπε να πας στο Φάρο (Άνω Νέα Σμύρνη) ή στην πλατεία. Μερικά σπίτια πιο δίπλα μας μέσα στα πεύκα  ήταν η παράγκα του κυρ Χειμώνα, ενός γεράκου  που πούλαγε κρασί χύμα και αυγά. Στο διπλανό δρόμο υπήρχε βέβαια ένα σημαντικό μαγαζί, το γαλατάδικο του κ. Σιότροπου, πατέρα του κατοπινού δημάρχου, που εκτός από γάλα πούλαγε και γιαούρτι και άλλα γαλακτοκομικά. Η κόρη του Γεωργία αργότερα άνοιξε το πρώτο φροντιστήριο ξέων γλωσσών στη Νέα Σμύρνη, που υπάρχει και σήμερα.

Σχολείο πήγα στο τρίτο Δημοτικό, μερικά τετράγωνα πιο κάτω, στη γωνία Αρτάκης και Αιγαίου. Το σχολείο βρισκόταν στην άκρη μιας αχανούς άδειας κακοτράχαλης έκτασης που λεγόταν «Δεξαμενή», αργότερα στη θέση της χτίστηκαν το κολυμβητήριο και τα γηπεδάκια. Στο οίκημα συστεγαζόταν δύο δημοτικά σχολεία,  που δούλευαν με το σύστημα της διπλής βάρδιας, ένα σχολείο το πρωί και ένα το απόγεμα, και στη μέση της εβδομάδας αλλαγή, εγώ τύχαινα στη βάρδια που έπεφτε Δευτέρα/Τετάρτη απόγεμα και Πέμπτη/Σάββατο πρωϊ οπότε το Σαββατοκύριακο μπορούσα να τεμπελιάσω πιο άνετα. Παρόλο που δεν διάβαζα πολύ ήμουνα πολύ καλός μαθητής, σχεδόν ο καλύτερος της τάξης, η καλύτερη ήταν μια κοπελίτσα που τη λέγαν Δελή, δεν θυμάμαι το όνομα, που την είχα άχτι γιατί μου έπαιρνε μονίμως την πρωτιά… Οι τάξεις αποτελούταν από τριάντα και άνω μαθητές, οι δάσκαλοι ήταν παλιομοδίτικοι και χρησιμοποιούσαν τις χειρότερες παιδαγωγικές μεθόδους: ξύλο με τη βέργα για τους αμελείς και άτακτους, στοχοποίηση των διαφορετικών/φτωχότερων μαθητών, κλπ.  Τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Ε. Παπανούτσου το 1964, το κλίμα αυστηρότητας χαλάρωσε,  άλλαξε  το περιεχόμενο και ο τρόπος διδασκαλίας καθώς και η αντιμετώπιση των μαθητών.  Οι προοδευτικοί δάσκαλοι πήραν θάρρος και άρχισαν να εκδηλώνονται, απ΄την άλλη ήδη στην πέμπτη και έκτη δημοτικού εμείς οι πιο «ξύπνιοι» μαθητές δημιουργήσαμε παρατάξεις, κάναμε ένα είδος παράτυπου συνδικαλισμού με συνεδριάσεις, επιτροπές με  αιτήματα και διεκδικήσεις. Φυσικά το 1967 με τη δικτατορία όλα αυτά κοπήκανε, αλλά εγώ ήμουνα ήδη στην πρώτη Γυμνασίου και είχα άλλα ν’ασχοληθώ.


Κυριακή 29 Μαΐου 2022

«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΑ» ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Το 1913, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου συγκρότησε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας για την αναμόρφωση της εργατικής νομοθεσίας, έννοιες όπως συνδικαλισμός των εργαζομένων, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, νομοθετικό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργαζόμενου, ωράριο εργασίας, θεωρούταν πράγματα πέρα από κάθε φαντασία και εξωπραγματικά. Ο Δημ. Χατζόπουλος, πνεύμα ανήσυχο, μπλεγμένος με το συνδικαλισμό ήδη από τα χρόνια της παραμονής του στη Γερμανία, δεν μπόρεσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητος αυτός ο νεωτερισμός για την Ελληνική κοινωνία και με κάθε τρόπο προσπάθησε να πληροφορήσει τους -ως επι το πλείστον συντηρητικούς- αναγνώστες των «Καιρών» για τις καινοτομίες που κυοφορούνταν στο κοινοβούλιο. Η συζήτηση για το νομοσχέδιο που αναφέρεται στο παρόν χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στις 17/11/1913 έδωσε καρπούς, τον νόμο 271/1914 όπου ρυθμίστηκε ο χρόνος εργασίας στα καταστήματα, τον νόμο 281/1914 όπου ρυθμίστηκε νομοθετικά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι των εργαζομένων και θεμελιώθηκε επίσημα ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα. Το 1914 ψηφίστηκε επίσης  ο νόμος 551 που θέσπιζε την αποζημίωση για τα εργατικά ατυχήματα. 

Η εφημερίδα «Καιροί», «η αρχαιοτέρα των ελληνικών εφημερίδων» με την οποία συνεργάστηκε για σειρά ετών ο Δημήτριος Χατζόπουλος, ήταν ένα από τα πιο συντηρητικά φύλλα του ελληνικού τύπου. Παρατηρήστε στη λεζάντα ότι ο τότε  βασιλιάς Κωνσταντίνος παρουσιάζεται ως «Κωνσταντίνος ΙΒ’» νόμιμος διάδοχος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου…

Τα φιλεργατικά μέτρα των κυβερνήσεων Βενιζέλου δεν οφειλόταν βέβαια στην όποια φιλολαϊκή  πολιτική του κόμματος των Φιλελευθέρων, ήταν αποτέλεσμα της πίεσης από τα λαϊκά στρώματα που άρχιζαν να  οργανώνονται και της πρόθεσης του μέρους εκείνου της αστικής τάξης που έβλεπε τα πράγματα με μεγαλύτερη οξυδέρκεια να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Τα οργανωμένα συμφέροντα και οι συντηρητικοί πολιτικοί και της βενιζελικής και της φιλομοναρχικής παράταξης έβαλαν κάθε είδους εμπόδιο στην ψήφιση και στην εφαρμογή των νέων νόμων, όμως τα γεγονότα του πολέμου, του εθνικού διχασμού και της μικρασιατικής εκστρατείας άφησαν το κοινωνικό θέμα παραμερισμένο για μια ακόμη δεκαετία.

Γ.Χ.

«ΚΑΙΡΟΙ» 17 Νοεμβρίου 1913

ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΩΡΑΙ

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΑ

Προχθές ήκουα πληροφορίας περί της νομοθετικής εργασίας, εις την οποίαν καταγίνεται το Ανώτατον Συμβούλιον της Εργασίας. Οι άνθρωποι που καταρτίζουν τα εργατικά νομοσχέδια εκεί μέσα είνε δύο ειδών, καθώς έλεγον. Και τούτο είνε ευχάριστον, διότι σκεφθήτε ότι αν ημπορούσαν να ήσαν όλοι οι άνθρωποι ενός είδους, πόσον μονοτονώτερος θα ήταν ακόμη αυτός ο κόσμος.  Οι μεν ανήκουν εις τους προοδευτικούς, οι άλλοι εις τους καθεστηκότας. Οι πρώτοι είνε οι νέοι. Εταξείδεψαν έξω, διέμειναν εις πολιτισμένας χώρας, εσπούδασαν τους νόμους, τα ήθη, την οργάνωσιν των εργαζομένων, παραγόντων εκεί πληθυσμών και ήλθον εις τον τόπον των με τον δικαιολογούμενον ζήλον, την όρεξιν, την ανάγκην να ίδουν και εις την Ελλάδα καλλιτέρους όρους ζωής και εργασίας. Επομένως είνε κατάλληλα νούμερα δια θεατρικήν επιθεώρησιν, εν όσω δεν έχομεν εγχώριον οπερέτταν δια να γίνουν τύποι της. «Ήλθαν από τας Γερμανίας!» Τούτο εις την αντίληψιν των συμπολιτών σημαίνει πολλά, αλλά και ειρωνείαν. Αλλά και από το Κριεκούκιον αν έρχεται κανείς, πάλιν δεν θα ευχαριστήση τους συμπολίτας. Αν ήρχετο από την Σελήνην; Και εις αυτόν τον κόπον αν υπεβάλλετο, δεν θα απέφευγε την ειρωνείαν των συμπολιτών του την επομένην της αφίξεώς του. Αλλ΄είνε και οι δεύτεροι. Και αυτοί έχουν την ψυχολογίαν των, την ιδεολογίαν των και την φρασεολογίαν των. Να μη θιγή τίποτε. Μη κίνει τα καλώς κείμενα. Ότι δε όλα κείνται καλώς φέρουν τον εαυτόν των ως παράδειγμα, τον οποίον γενικεύουν εις σύνολον. Περιττεύουν λοιπόν και οι εργατικοί νόμοι.

* * *

 Αλλ’ εις τας συνεδριάσεις του Συμβουλίου της Ανωτάτης Εργασίας λαμβάνουν μέρος και αντιπρόσωποι των εργατών. Κατά τας αυτάς πληροφορίας αυτοί είνε εξυπνότεροι, ευδιαθετώτεροι, ενεργητικώτεροι των εργοδοτών. Παρακολουθούν με προσοχήν την σύνταξιν των νομοσχεδίων και φέρουν καλόν υλικόν δι’ αυτά, πληροφορίας, γεγονότα, κρίσεις. Και η νομοθετική εργασία εξακολουθεί μετ’ εμποδίων, αλλ’ εξακολουθεί. Μεταξύ των άλλων προστατευτικών νομοσχεδίων θα κληθή η Βουλή να ψηφίση δια τους εργαζομένους έλληνας και το δικαίωμα της προκαταγγελίας της εργασίας. Ο εργοδότης δεν θα πετά χωρίς προειδοποίησιν και προθεσμίαν αρκετού χρονικού διαστήματος τον εργάτην εις τον δρόμον. Το ίδιον ο κύριος τον υπηρέτην του, το γκαρσόνι του, την υπηρέτριάν του, τον υπάλληλόν του, τον γραμματέα του, τον γραφέα του. Ούτε ο διευθυντής εφημερίδος τον συντάκτην του. Διά τους τελευταίους, καθώς δι’ όλους τους υπαλλήλους των γραφείων έχει τεθή και η διάταξις μηνιαίας αδείας κατ’ έτος με πλήρεις αποδοχάς. Θα ψηφισθούν αυτά; Ίσως. Θα εφαρμοσθούν; Πως είνε δυνατόν το τελευταίον χωρίς να προϋπάρξη κοινωνική οργάνωσις, εκ της οποίας η πείρα ομιλεί, ότι εξαρτώνται όλα τα λογικά δικαιώματα της εργασίας.

Αλλ’ ένας των οπισθοδρομικών επί εβδομάδας τώρα ισχυρίζετο εις το Συμβούλιον, προκειμένου περί των ανηλίκων παιδιών και της εργασίας των εις τα εργοστάσια, ότι τοιούτος προστατευτικός νόμος  είνε ακατανόητος, επιζήμιος. Επέμεινεν, ότι τα ανήλικα αγοράκια και κοριτσάκια πρέπει να εργάζωνται, διότι «η εργασία τονώνει τον οργανισμόν, τέρπει τον νουν και παρέχει υγείαν».   Επί εβδομάδας ανέπτυσσε την σοφήν γνώμην του, όταν ένα μέλος του Συμβούλίου, ο. κ. Τριάντα, παρετήρησε τέλος: «Τότε πρέπει να προστεθή διάταξις εις τον νόμον, δια της οποίας να υποχρεούνται οι πλούσιοι να στέλνουν τα παιδάκια των όχι εις τα πάρκα, εις την Κηφισιάν, το Φάληρον, τα νησιά, την Ελβετίαν, αλλ΄εις τα εργοστάσια!»

Ο Κεφαλαιούχος

 


Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ - ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Από το βιβλίο του Νίκου Παπαγεωργίου, “Τρία χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά” Αθήνα 2020

Η πλατεία Χατζοπούλου
Η πλατεία που βρισκόνταν
το σπίτι του παππού και της γιαγιάς
λεγόταν “πλατεία Χατζοπούλου”.
Ο Δήμος Αγρινίου είχε τιμήσει
ένα από τα αδέλφια του παππού,
τον ποιητή και πεζογράφο
Κώστα Χατζόπουλο.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην περίοδο της κατοχής. Σε πρώτο πλάνο τα “Χατζοπουλεϊκα”, η κοπέλα στο μπαλκόνι είναι κατά πάσα πιθανότητα η Ειρήνη Χατζοπούλου.

Η πλατεία Χατζοπούλου στην δεκαετία του '50, υπάρχει ήδη η πρώτη προτομή του Κώστα Χατζόπουλου.

Μετά τον πόλεμο ο Δήμος Αγρινίου
έστησε στην πλατεία την προτομή του.
Η προτομή αργότερα κατέληξε
στο πάρκο του Αγρινίου.
Το πάρκο ήταν τα χωράφια του
Κώστα Χατζόπουλου.
Αγοράστηκαν από τους αδελφούς
Παπαστράτου και γίναν πάρκο.

Στον πόλεμο και στην κατοχή
η πλατεία ήταν πρωτόγονη.
Γύρω-γύρω ένας φούρνος αστείος,
ένα  μπακάλικο, ένα σιδηρουργείο,
τα γραφεία της Εφορίας, ο υποσταθμός
της ΔΕΗ, ένας οίκος ανοχής  προσωρινός,
για τους Ιταλούς της κατοχής.
Εκείνο όμως που έγραψε ιστορία 
ήταν το ψιλικατζίδικο του Κολοβού.
Με στέλναν συνέχεια οι θείες
για “λάστιχο”, κλωστές και “μασουράκια”.
Και εκείνες οι θεόρατες καραμέλες
του “Αστακού” χοντρές σαν γαρίδες
και οι καραμέλες “Τσάρλεστον”...
Εκεί αγόραζα το σπάγκο
και τα χρωματιστά χαρτιά
για το χαρταετό μου.

 Θυμάμαι μόνο τρεις δρόμους.
Ο ένας πήγαινε στο τραίνο.
Ο άλλος πήγαινε στην αγορά.
Ο τρίτος πήγαινε στο Ζαπάντι.
Ο αγαπημένος μου δρόμος.
Ο παππούς ετοίμαζε το άλογο.
Ανέβαινε επάνω και “πισωκάπουλα” εγώ.
Ξεκινούσαμε για το Ζαπάντι.
Η χαρά μου απερίγραπτη.
Ήταν ένας φαρδύς χωματόδρομος.
Περνούσαμε τον συνοικισμό των γύφτων.
Κοντεύοντας να φτάσουμε στο κτήμα
αντικρίζαμε το μισογκρεμισμένο
τούρκικο τζαμί.
Πάνω στο δρόμο.
Το “στοιχειό” του δρόμου.
Φτάνοντας κοντά στο κυπαρίσσι
του σπιτιού ένοιωθα πως μπαίνω
μέσα σε ένα ανοιχτό πολύχρωμο
βιβλίο, γεμάτο από ωραίες εικόνες
και χρώματα της φύσης.

 

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εύστοχο -και επίκαιρο -  χρονογράφημα,  γραμμένο την  περίοδο που η Ελλάδα μόλις είχε βγει καταπονημένη από τους βαλκανικούς πολέμους και βρισκόταν μπροστά στο δίλλημα του να συμμετάσχει ή όχι στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο που μαινόταν στην Ευρώπη. Ο Δ.Χατζόπουλος, με το πρόσχημα της εκδρομής στο βουνό, καταφέρνει να γράψει ένα πολιτικό άρθρο μασκαρεύοντας το σαν επιφανειακό χρονογράφημα, βάζοντας τους χωρικούς να εκφράσουν με απλό τρόπο αυτά που ο ίδιος σκεφτόταν για την ιμπεριαλιστική διαμάχη.
Γ.Χ.

Εφημερίδα «Καιροί», 4 Μαρτίου 1915

ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΩΡΑΙ
ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Καθ΄οδόν εστάθημεν εις το χάνι, το οποίον τα μυθιστορήματα της χθες απεκάλουν πανδοχείον, αλλά σήμερον ο ιδιοκτήτης του ανέγραψεν “αιστηατώριο”. Είνε μια μπαράγκα με καμπούραν, σκόνην, αράχνες και βόρβορον. Ενώ η άνοιξις γύρω έχει στρώση χαλιά με αραβουργήματα και οι μεγάλοι κάδοι των πλατανιών στολίζονται απ'ο τα πρώτα ανοιχτοπράσινα φυλλαράκια και το νερό της βρύσης εκεί κοντά έρχεται από τα βάθη της γης καθαρό ως το ασήμι, όλα είνε απείρως βρώμικα και λερά. Πως είνε δυνατόν ο άνθρωπος να είνε το πλέον ακάθαρτον ζώον μέσα εις μία φυσικήν ομορφιάν; Τούτο νομίζω, ότι μόνον εις την περιπαθή Ανατολήν και την γαλανήν Μεσημβρίαν ειμπορεί να συμβαίνη. Μία τέτοια θελκτική γωνία θα έπρεπε να είχε την συμμετρικήν ανθρωπίνην εγκατάστασίν της, όπως συμβαίνει εις πολλάς άλλας θελκτικάς γωνίας της γης. Αφελή, ελαφρά σαλέ, μάνδρας φαιδρώς λευκάς, αυλάς καθαράς, οργάνωσιν του αγροτικού βίου, τον ορνιθώνα εις την θέσιν του, τον οίκον των χοίρων, τον των κατσικών, των αγελάδων εις την ιδικήν των σιτοβολώνα, λαχανόκηπον, Ζενερίνας, των οποίων η λευκή καμιζόλα να μυρίζη σαπούνι, τραπετσαρίαν, που να λάμπη όπως η ασημόκουπα των παραμυθιών, πιάνο εις την γωνίαν, αναδενδράδας, κιόσκια, ή λευκές τούλινες κουρτινίτσες των άσπιλων κοιτώνων να κολπούνται ειδυλλιακά εις το αεράκι του βουνού. Καλέ Θεέ, είνε τόσον απολύτως δυσκατόρθωτα αυτά τα απλούστερα, ολίγες καθαρές, έντονες πινελιές μέσα εις μίαν τόσην πράσινην ευδαιμονίαν; Αλλ΄υπήρχε βορβορώδες χανδάκι, λασπωμένοι γρυλλίζοντες χοίροι, βρώμικα, μυξιάρικα, κουρελλίδικα παιδιά, γυναίκες  - αι ευδαιμονίαι του οίκου – κίτρινες σαν την λάσπην και τόσον ακάθαρτες το σώμα και το ένδυμα, ώστε να ενόμιζε κανείς πως το άφθονον εκεί νερό ήτο απηγορευμένον δηλητήριον. Ο “πανδοχεύς” μας έφερεν εις το χονδρόν τραπέζι ούζο. Μια σταγών τούτου θα ήταν ικανή να εφόνευε και βουν, αλλ΄οι πόται του έπαιζον ακμαιότατοι κοντσίναν με λερήν τράπουλαν. Τέλος εις τσουλής αγρότης χαρτοπαίκτης μας απηύθυνε τον λόγον:
- Σαν τι χαμπέρια από την Αθήνα;
- Τα ίδια τοις ιδίοις και ουδέν νεώτερον είχαμε ν'αναγγείλωμεν. Μας εκοίταξαν υπόπτως. Κάτι θα εκρύβαμεν. Άνθρωποι με κολλάρο είμεθα, πως ήτο δυνατόν να μην εγνωρίζαμεν κάτι, πολλά μάλιστα.
- Πως είνε τα πράγματα; επέμενεν ένας απείρως τρισακάθαρτος, ενώ το νερό έρεεν εις τους πόδας του διαμάντι.
- Ησυχία.
- Δεν θάχουμε πόλεμον;
 Όχι, δεν θα είχαμε πόλεμον. Τουλάχιστον αυτήν την σοφίαν εφέρναμεν από τας Αθήνας.
 Εκίνησαν την κεφαλήν δυσπίστως. Πάλιν κάτι θα τους εκρύβαμεν.
- Δεν έχει, βρε παιδί, πόλεμον; Προσέθεσε ένας γέρος.
- Όχι, δεν έχει πόλεμον, μπάρμπα.
 Έμεινεν ολίγον σκεπτικός και επανέλαβεν:
- Είσαι βέβαιος, πως δεν θάχει πόλεμον;
- Μπάρμπα, δια τίποτε δεν είνε κανείς βέβαιος.
 Αυτή η λέξις πόλεμος ήτα σαν βαρειά σκιά μέσα εις την πράσινην εκείνην ερημίαν, σαν μυλόπετρα εις τα στήθη των χωρικών. Τέλος κανείς των δεν επίστευεν, ότι τους ελέγαμεν την αλήθεια, διότι πως ήτο δυνατόν να μην εγίνετο πόλεμος; Δύο πράγματα παρατηρεί κανείς, νομίζω, ως απαραίτητα εις τον αγροτικόν μας κόσμον την είδησιν, ότι αύριον θ’αφιχθεί ο εισπράκτωρ και το άγγελμα, ότι αύριον δημοσιεύεται το διάταγμα της επιστρατεύσεως. Η ταλαίπωρη χωρική ζωή είνε πιασμένη διαρκώς στα δύο αυτά δόντια της τανάλιας. Ν’αναπνεύση δεν ειμπορεί αν δεν σκεφθή, ότι μίαν αποστολήν έχει εις τον κόσμον, να πληρώνη φόρους και να στρατεύεται.
- Και γιατί δεν θάχωμε πόλεμο; Ηρώτησαν.
 Εγύρευαν οπωσδήποτε πολλά. Το μόνον που μπορούσαμε να τους ελέγαμεν, ήταν ότι δεν θα εγίνετο πόλεμος.
- Γιατί;
 Γιατί; Ένας από μας εριψοκινδύνευσε:
- Γιατί τον πόλεμο δεν τον θέλει ο λαός!
 Κατέβασαν το κεφάλι, αλλ'ο γέρος εξακολουθούσε να κινή το δικό του, λευκό κεφάλι, επί του οποίου ο χρόνος είχε χαράξη πολυαρίθμους ρυτίδας, όπως χαράζει εις τον κορμόν του δένδρου τα δαχτυλίδια του.
- Μπρε, παιδί, και ποιός ρωτάει το λαό, αν θέλη πόλεμο; ηρώτησεν.
 Οι άλλοι χωρικοί κατένευσαν.
 Εις ένα τέτοιο ερώτημα θα εχρειάζετο κανείς την σοφίαν του Νάθαν δια να απαντούσε, δι΄ό και εσιωπήσαμεν. Εμορφάσαμεν δε, διότι ερροφούσαμεν τώρα κάποιον μαύρον πηλόν από το χονδρό φλυτζάνι του καφέ. Φαίνεται όμως, ότι την σοφίαν του Νάθαν θα την είχεν ο ασπρομάλλης χωρικός, διότι απήντησεν ο ίδιος εις το ερώτημά του:
- Όταν πη το γκουβέρνο εμπρός ποιος ρωτάει το ντουνιά;
 Αφού ήτο τόσον καλώς πληροφορημένος ο άνθρωπος, εθεωρήσαμεν καλόν να δεχθώμεν την πληροφορίαν του και ηρωτήσαμεν απλώς:
- Σεις τον θέλετε τον πόλεμο;
 Δεν απήντησε κανείς, αλλ΄ο γέρος δεν ηθέλησε να περιφρονήση την ερώτησιν:
- Ημείς θέλομε ψωμί, μπρε παιδί.
   Ο Πολυντώρ

 


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Έχω ξαναμιλήσει για το άκρως ενδιαφέρον - και δυσεύρετο - βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996). Ένα θέμα που δεν έχει αναλυθεί αρκετά είναι η διαφορετική κατεύθυνση που πήρε με το πέρασμα του χρόνου η αρχικά παράλληλη ιδεολογική πορεία των δύο αδελφών Κώστα και Δημήτρη. Από τον άκρατο νιτσεϊσμό και ελιτισμό της εποχής της “Τέχνης” και του “Διόνυσου” μετά από δέκα σχεδόν χρόνια οι αδελφοί Χατζόπουλοι βρέθηκαν απόστολοι της κοινωνικής ισότητας και αλλαγής, με διαφορετική βέβαια απόχρωση ο ένας από τον άλλο. Το απόσπασμα από το βιβλίο του Γκιόλια που παραθέτω εξιστορεί τη γένεση του ενδιαφέροντος των Χατζόπουλων για το “κοινωνικό πρόβλημα”, περιγράφει το πέρασμά τους στη σοσιαλιστική ιδεολογία και αναλύει με κάθε λεπτομέρεια την κατοπινή τους διαφοροποίηση.
Γ.Χ.

Δημήτριος Χατζόπουλος

Από το βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια "Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος" (Εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996).

Ο Κώστας Χατζόπουλος σε αναφορά με άλλες εργατοσυνδικαλιστικές και κοινωνιστικές κινήσεις
Η «Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις» και ο Δημήτριος Χατζόπουλος. Ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των δυο αδελφών

... Μεγάλη επιρροή αποκτά στη θεωρία και την πρακτική του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος κατά την πρώτη δεκαετία του K' αιώνα ο αναρχοσυνδικαλισμός. Πρόκειται για ένα ρεύμα, που αναπτύσσεται και διαμορφώνεται πάνω στις επαναστατικές παραδόσεις του προυντονισμού, του μπλανκισμού και του μπακουνισμού. Μετά τη Συνδιάσκεψη και τον περίφημο Χάρτη της Αμιένης (Charte d’Amiens) του 1906, ο αναρχοσυνδικαλισμός οργανώνει επίθεση εναντίον του μαρξισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, κερδίζοντας την ιδεολογική υπεροχή στο διεθνές εργατικό κίνημα[1]. Ο σημαντικότερος θεωρητικός του εκπρόσωπος την εποχή αυτή είναι ο George Sorel, που εξακολουθεί ωστόσο να ονομάζει τον εαυτό του μαρξιστή[1].
Τί ακριβώς πρεσβεύει ο αναρχοσυνδικαλισμός; Καταρχήν στηρίζεται απόλυτα στα συνδικάτα. Υποστηρίζει πως το μεγάλο όπλο για την ανατροπή του καπιταλισμού είναι η γενική απεργία[1], απορρίπτοντας την πολιτική και κοινοβουλευτική δράση. Αποδίδει μεγάλη σημασία στην αξία της λεγόμενης «μαχητικής μειοψηφίας», δηλαδή των μικρών θαρραλέων ομάδων, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Θεωρεί πως τα συνδικάτα θα είναι οι παραγωγικές οργανώσεις και στη μελλοντική κοινωνία. Κηρύσσει το σύνθημα «καμιά πολιτική στα συνδικάτα». Αποδοκιμάζει τα πολιτικά κόμματα και τη συμμετοχή στις εκλογές και στα κοινοβούλια. Τέλος καλλιεργεί τη δυσπιστία προς τους πολιτικούς αγώνες και αναγορεύει τους συνδικαλιστές ως μόνους ποδηγέτες της κοινωνίας[1].
Ο αναρχοσυνδικαλισμός, γέννημα και θρέμμα πρωτίστως του γαλλικού εργατικού κινήματος, έχει και στην Ελλάδα τις απηχήσεις του. Εισηγητής της συνδικαλιστικής θεωρίας και πράξης στο ελληνικό εργατικό κίνημα θεωρείται κατά την εποχή αυτή ο Δημ. Χατζόπουλος, μικρότερος αδερφός του Κώστα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ο Δημ. Χατζόπουλος από τους συγχρόνους του κοινωνιστές ιδεολόγους ως «αρχισυνδικαλιστής»[2]. Τη συμπάθειά του προς τον συνδικαλισμό ο Δημ. Χατζόπουλος δείχνει από τη νεαρή του ακόμα ηλικία.
Σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Άστυ του 1894, ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται διεξοδικά με τα εργατικά επαγγέλματα της ελληνικής πρωτεύουσας, τις ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, τα προβλήματα στέγασης και διατροφής των εργατών, τα σωματεία, τις απεργίες. Επίσης καταγράφει κάποια πολύτιμα στατιστικά στοιχεία για τα αθηναϊκά εργοστάσια, τους εργάτες και τις εργάτριες ορισμένων κλάδων, τα ημερομίσθια, την παραγωγή, ενώ αναφέρεται και στην ιστορική εμφάνιση μερικών επαγγελμάτων. Και είναι τότε ο Δημ. Χατζόπουλος μόλις είκοσι δύο ετών. Πολλά από τα στοιχεία αυτά χρησιμεύουν ως γνωσιακό υλικό για το εργατικό κίνημα και στον Κώστα Χατζόπουλο.
Ιδιαίτερη συμπάθεια εκδηλώνει ο Δημ. Χατζόπουλος για τους τυπογράφους, που αρκετοί είναι «σοσιαλισταί» και οι «περισσότερον ανεπτυγμένοι» από τους άλλους εργάτες, ενώ εξαίρει τη σωματειακή τους οργάνωση και τον απεργιακό τους αγώνα για την αύξηση «κατά 50% του ημερομισθίου των»[3]. Για τους σιδεράδες γράφει πως εργάζονται από το πρωί ίσαμε το βράδυ και «ζουν και τρέφονται» με μεγάλες στερήσεις. Σε κάθε εργαστήριο απασχολούνται 5 περίπου εργάτες, ενώ τα ¾ του συνόλου τους έχουν «πολυμελείς οικογενείας». Τα σιδεράδικα δεν είναι δικά τους, αλλά τα ενοικιάζουν με πολύ υψηλό μίσθωμα[4].
Ανάλογη είναι η κατάσταση των εργατών και στα επιπλοποιεία. Στην Αθήνα, λέγει ο Δημ. Χατζόπουλος, υπάρχουν 15 επιπλοποιεία, που μερικά έχουν ατμοκίνητα μηχανήματα και απασχολούν 1.500 εργάτες με ημερομίσθιο για τους εξειδικευμένους 7 δραχμές. Επίσης υπάρχουν 10 ταπετσαρίες και 2.000 μαραγκοί με ημερομίσθιο 4 δραχμές. Όλοι αυτοί εργάζονται «καθ’ όλην την ημέραν» και ζουν πολύ «στενοχωρημένα»[5], ενώ δεν είναι οργανωμένοι σε επαγγελματικούς «συνδέσμους» για να πιέζουν την εργοδοσία προς αύξηση των αποδοχών τους.
Εξίσου ζωηρά ενδιαφέρουν τον Δημ. Χατζόπουλο και οι εργάτες στα μαρμαράδικα. Στην Αθήνα υπάρχουν 5 μεγάλα μαρμαρογλυφεία, που απασχολούν 300 εξειδικευμένους τεχνίτες. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαρμαρογλυφία ανέρχεται σε 500.000 δραχμές. Επίσης στα λατομεία μαρμάρων εργάζονται 500 εργάτες, που κατοικούν σε ανθυγιεινά «υπόγεια» και τρώγλες, πληρώνοντας μηνιαίο μίσθωμα ως 20 δραχμές. Κι εδώ ο χρόνος εργασίας μετριέται με το μήκος της ημέρας[6].
Όσο για τη βιομηχανία της υποδηματοποιίας, αυτή τονίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ακμάζει πραγματικά, αλλά η κατάσταση των εργατών δεν είναι καλύτερη. Στα μεγάλα καταστήματα εργάζονται 40-45 εργάτες και 15 εργάτριες, που «πληρώνονται κατ’ αποκοπήν». Το ημερομίσθιο για τους τεχνίτες σανδαλοποιούς είναι 4-5 δραχμές, ενώ για τους τσαρουχάδες 2,30 δραχ. Οι υποδηματοποοί ιδρύουν το 1848 το σωματείο τους, που τώρα αριθμεί 600 μέλη. Το 1858 κάνουν την πρώτη απεργία τους, ενώ το 1882 τη δεύτερη, που κρατάει δυο μήνες[7].
Για τα πολυάριθμα εργατικά ατυχήματα, επισημαίνει ο Δημ. Χατζόπουλος, δεν λαμβάνεται καμιά πρόνοια ή προστασία. Τραγική είναι η κατάσταση των οικοδόμων, που τραυματίζονται κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Εγκαταλείπονται χωρίς ιατρική περίθαλψη, αποζημίωση ή σύνταξη και ζουν «επαιτούντες»[8]. Ασύδοτη εξάλλου είναι η εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας στους διάφορους τομείς της παραγωγής. Στα εργαστήρια της «λαιμοδετοποιίας» απασχολούνται ως εργάτριες πολλές ώρες την ημέρα κορίτσια των 7 ετών[9].
Επίσης ο Δημ. Χατζόπουλος ασχολείται με τους εργάτες και τις εργάτριες και σε άλλους τομείς: Στα κιβωτοποιεία[10], στα καπελλάδικα[11], στα κουρεία[12], στα γαλακτοπωλεία[13], στα κρεοπωλεία[14], στη μυροποιία[15], στη ζαχαροπλαστική βιομηχανία[16], στα βιβλιοδετεία[17]. Για όλες αυτές τις κατηγορίες των εργαζομένων ο νεαρός Δημ. Χατζόπουλος μιλάει με την ίδια κοινωνική ευαισθησία. Τα κείμενά του, που διακρίνονται και για την ποιότητα του λόγου, δείχνουν ακόμα μια ψυχική επαφή με το αντικείμενό του, πέρα από την κοινωνική προσέγγιση και τη γνωσιακή του ενημέρωση για τα εργατικά επαγγέλματα.
Οι εμπειρίες και οι γνώσεις που συγκομίζει ο Δημ. Χατζόπουλος από τη μελέτη της ζωής και των προβλημάτων των Ελλήνων εργατών, αποτελούν ως ένα βαθμό τις πρώτες καταβολές για την κατοπινή ιδεολογική του πορεία. Όταν ο ίδιος μεταβαίνει αργότερα στη Γερμανία, έχει ήδη μια συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Έτσι έλκεται ευκολότερα προς τον σοσιαλισμό. Μελετάει διάφορα μαρξιστικά κείμενα και οι άμεσες γνώσεις του από «τάς εργαζομένας Αθήνας» αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας κοινωνιστικής αντίληψης. Κατά την παραμονή του στο Βερολίνο, το 1910, ο Δημ. Χατζόπουλος δραστηριοποιείται στους κόλπους του εργατικού συνδέσμου Πρόοδος, κάνοντας διαλέξεις περί συνδικαλισμού και σοσιαλισμού.
Ο ιδεολογικός δρόμος που ακολουθεί ο Δημ. Χατζόπουλος έχει το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης τάσης μέσα στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Όταν ο Γιαννιός προτείνει στον Κώστα Χατζόπουλο να έρθει και να μπει επικεφαλής για τη συγκρότηση του ΣΚΑ, εκείνος του συστήνει τον Ιανουάριο του 1911 ως συνεργάτη τον αδερφό του, που προετοιμάζεται να κατέβει από το Βερολίνο στην Ελλάδα. Η σύσταση όμως ενέχει και μια ουσιαστική επιφύλαξη, γιατί ο ίδιος δεν γνωρίζει πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται τον σοσιαλισμό: «Όταν πρότεινες να κατέβω εγώ στη θέση σου, έγραψα του αδερφού μου στο Βερολίνο αν το αποφασίζει αυτός. Φαίνεται θα κατέβει τον άλλο μήνα. Μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Πώς αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό δεν ξέρω» (Β, α, 20).
Το θέμα μένει σ’ εκκρεμότητα. Ύστερα από δυο μήνες, τον Μάρτιο του 1911, ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και πάλι από το Μόναχο: «Μεθαύριο προσμένω και τον αδερφό μου να περάσει αποδώ κατεβαίνοντας αυτού. Θα του πω ό,τι πρέπει. Έχω τρία χρόνια να τόνε δω και δεν ξέρω πως θα τόνε βρω» (Β, α, 21). Προς τον ίδιο σκοπό ο Κώστας Χατζόπουλος γράφει και στον Σπύρο Μελά, συντάκτη του Χρόνου, καθώς και σε άλλους λογίους των Αθηνών (Β, α, 21).
Όταν τον Μάιο του 1911 συγκροτείται το ΣΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος συμμετέχει ως ιδρυτικό μέλος, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αδερφού του. Ο ίδιος όμως είναι ήδη προσανατολισμένος στη συνδικαλιστική εκδοχή του σοσιαλισμού. Τον ίδιο χρόνο αποχωρεί από το ΣΚΑ και ιδρύει την Σοσιαλιστικήν Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν (ΣΣΟ), κατά το πρότυπο του γαλλικού ερβεϊσμού. Στην κίνηση εντάσσονται ο Σπ. Μελάς, ο δημοσιολόγος Άριστος Αρβανίτης, ο Ηρ. Αποστολίδης, ο τυπογράφος Ιωσήφ και κάποιοι άλλοι, που αυτονομούνται από το ΣΚΑ και υποστηρίζουν αποκλειστικά τη συνδικαλιστική πορεία του εργατικού κινήματος.
Το ιδεολογικό πρόταγμα για τον Δημ. Χατζόπουλο αποτελεί η επαγγελματική οργάνωση των εργατών, αρχή που προτάσσουν και οι Ευρωπαίοι θεωρητικοί του συνδικαλισμού. Σε δυο ομιλίες του, που οργανώνονται από την Εταιρία των Γραμμάτων, ο Δημ. Χατζόπουλος αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τον σοσιαλισμό και τους δυο δρόμους για την πραγματοποίησή του: Ο πρώτος είναι με «το μέσο της πολιτικής αντιπροσωπείας στις διάφορες Βουλές». Ο δεύτερος δρόμος βασίζεται στη δύναμη των συνδικάτων και την αγωνιστικότητα των εργατών. Κι αυτό κρίνεται ως «στοιχείο απαραίτητο για το μη λοξοδρόμημα της Ιδέας σε αστικές στράτες»[18]. Και βεβαίως ο Δημ. Χατζόπουλος προκρίνει τον δεύτερο δρόμο.
Ως εκπρόσωπος των Ελλήνων «συνδικαλιστών» της εποχής, ο Δημ. Χατζόπουλος έγραφε σε υψηλούς τόνους: «Ο συνδικαλισμός κατέκτησε την Γαλλίαν, την Ιταλίαν και συναντά πεισματικήν αντίδρασιν εις τάς γερμανικάς χώρας». Ο ίδιος εκτιμούσε ότι «ο επιστημονικός σοσιαλισμός του ΙΘ́ αιώνος υπήρξεν η τραγικωτέρα κωμωδία της ζωής κατά τους τελευταίους χρόνους». Γι’ αυτό και «οι εργάται έπαυσαν να πιστεύουν εις αυτόν». Έτσι «προήχθη το συνδικάτον», που «επέτυχε το ακατόρθωτον, να δημιουργήση μεταξύ των εργατών πλήρεις επαναστατικάς συνειδήσεις, από τα πλήθη, από τον όχλον»[19].
Αποσαφηνίζοντας περισσότερο τις θέσεις του για την τακτική και την ουσία του συνδικαλισμού, ο Δημ. Χατζόπουλος τόνιζε επιπλέον: «Δια να κατανικήση ο εργάτης τον εχθρόν του, το κεφάλαιον, δεν χρειάζεται εμμέσους μεθόδους, αλλά την άμεσον δράσιν, την γενικήν απεργίαν, την αυτοκινητοποίησιν της εργατικής τάξεως […]. Ο συνδικαλισμός κατά τούτο αντιτίθεται του σοσιαλισμού, ότι ζητεί την πίστιν, ενώ εκείνος την ξυραφίζει· ο συνδικαλισμός κατά τούτο συνταυτίζεται με τον χριστιανισμόν, ότι είναι μυστικοπάθεια και αντιτίθεται αυτού ως μέσον ενεργείας, θέλει την αμείλικτον πάλην αντί της απεριορίστου αγάπης»[19].
Αναγνωρίζει ο Δημ. Χατζόπουλος ότι από τον «αρχαιοτάτον ιστορικόν βίον», ο «τρόπος παραγωγής εκάστης κοινωνίας κανονίζει και τον βαθμόν, την έντασιν και την έκτασιν της πάλης των τάξεων». Το κράτος «απομένει μια ρητή εκδήλωσις της βίας της κρατούσης τάξεως επί των λοιπών τάξεων». Επικαλούμενος τις επιστολές του Engels, γράφει πώς «ο ιστορικός υλισμός δεν είναι το ασφαλές κλειδί» για την κατανόηση του «πολυσυνθέτου φαινομένου της ιστορίας του κόσμου». Το «οικονομικόν αίτιον παίζει σημαντικόν ρόλον εις την ιστορίαν», αλλά υφίσταται και τούτο ποικίλες «επιδράσεις πολιτικών, θρησκευτικών, κλιματολογικών, γεωγραφικών, πατριωτικών, ψυχικών, πνευματικών, ηθικών συλλήβδην αιτίων», που οδηγούν αναπόφευκτα «τους εργάτας εις ταξικάς
συγκρούσεις»[20].
Οι διάφορες τάσεις του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού εναντίον της πολιτικής δράσης και των κοινοβουλευτικών θεσμών διαχύνονται και σε άλλα στελέχη της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Ο Σπ. Μελάς γράφει για τον ρόλο των «συνδικαλιστικών μειοψηφιών» και τον «χρεωκοπημένον κοινοβουλευτισμόν». Τονίζει πώς οι συνδικαλιστές είναι «μια μειοψηφία εκλεκτών, οι οποίοι άλλο δεν περιμένουν παρά την ευκαιρίαν ν’ ανατρέψουν από τα θεμέλια, μ’ έναν βίαιον τιναγμόν, μ’ ένα ηρωικόν κίνημα το σάπιον οικοδόμημα της παλαιάς κοινωνίας». Κι αυτοί «οι σοσιαλισταί βουλευταί δεν είναι κατά βάθος παρά μετημφιεσμένοι αστοί, εκμεταλλευταί του εργάτου πολύ χειρότεροι». Οι συνδικαλιστές αποτελούν μειοψηφία και «δια τούτο είναι βέβαιοι δια την νίκην. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα υπήρξαν έργα των μειοψηφιών»[21].
Από την πλευρά του ο Ηρ. Αποστολίδης, ενταγμένος επίσης στην ίδια οργάνωση, εκφράζει ανάλογες αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις. Δηλώνει πως είναι «συνδικαλιστής» και «αριστερός» μ’ αυτή τη σημασία: «Παντού υπήρξα αριστερός, συνδικαλιστής, άκαμπτος, αδιάλλακτος, ασυμβίβαστος, στραβόξυλο. Σοσιαλαρχηγός μόνον δεν υπήρξα ποτέ, αλλά, τουναντίον, παντού και πάντοτε εκαλλιέργησα την δυσπιστίαν κατά των διανοουμένων κατεργαρέων, ως μόνην εξασφαλίζουσαν τους εργάτας από πάσης εκμεταλλεύσεως»[22].
Οι αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, που επιζητούν ερείσματα στο ελληνικό εργατικό κίνημα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την μαρξιστική θεώρηση του Κώστα Χατζόπουλου για τον σοσιαλισμό. Αυτό εξάλλου και τον διαφοροποιεί σε βάθος από τις ιδεολογικές θέσεις του αδερφού του για το εργατικό κίνημα. Είναι άλλωστε γνωστή η καταδικαστική θέση του Κώστα Χατζόπουλου για τον «αστικοαναρχικό σοσιαλισμό του Προυντόν» (Α, 12). Ο ίδιος όμως ο Κώστας Χατζόπουλος αποφεύγει εξαιτίας του αδερφού του την ανοιχτή συζήτηση ή αντιπαράθεση με τους «συνδικαλιστές» των Αθηνών.
Όταν ο γραμματέας του ΣΚΑ ζητάει από τον Κώστα Χατζόπουλο μια δημόσια δήλωση αποδοκιμασίας κατά της «Συνδικαλιστικής Οργανώσεως» του αδερφού του, εκείνος του απαντάει πως τα ζητήματα αυτά δεν λύνονται με τέτοιο τρόπο: «Και το λες σοβαρά πως μια δική μου δήλωση “θα σάρωνε” το συνδικαλισμό του αδερφού μου; Αν είμουνα αυτού και λάβαινα, όπως και θα γινότανε, μέρος στην κίνησή σας βέβαια, θα’ρχόμουνα σε σύγκρουση με τον αδερφό μου. Μα από δω, όσο μάλιστα δεν ξέρω τίποτε θετικότερο για την ενέργειά του, δεν έχω διαβάσει ούτε λέξη από όσα γράφει, πώς να βγω στη μέση σα μανιτάρι που δεν το φύτεψε κανείς» (Β, α, 32).
Σε άλλη απάντησή του προς την ηγεσία του ΣΚΑ, ο Κώστας Χατζόπουλος δίνει το γενικότερο στίγμα για τον ρόλο του ευρωπαϊκού αναρχοσυνδικαλισμού και την πολεμική του κατά του κοινοβουλευτισμού: «Οι καθαροί σοσιαλιστές έχουνε τη μεγαλύτερη πολιτική προσοχή των στην κατάχτηση του κοινοβουλίου. Εκείνοι που πολεμούνε τον κοινοβουλευτισμό είναι οι συντικαλιστές, που στη Γαλλία λ. χ. κάνουνε προπαγάντα στους εργάτες να μην ψηφίζουνε, με την ιδέα πως το ανακάτωμα στην πολιτική διαφτείρει τους χαρακτήρες. Εδώ στη Γερμανία η συνδικαλιστική κίνηση δεν παίζει απόλυτα κανένα πραχτικό ρόλο» (Β, α, 36).
Με τις απαντήσεις του αυτές ο Κώστας Χατζόπουλος τοποθετείται ουσιαστικά απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του αδερφού του. Αντίθετα προς την εδραίωση των πολιτικών μορφών οργάνωσης του εργατικού κινήματος, η «συνδικαλιστική» κίνηση του Δημ. Χατζόπουλου ακολουθεί τη δική της ανεδαφική κατεύθυνση, που τροφοδοτείται από τα ομόλογα ρεύματα των χωρών της λατινικής Ευρώπης. Γι’ αυτό και δεν βρίσκει απήχηση σε πλατύτερα εργατικά στρώματα. Δραστηριοποιείται στις ιδεολογικές παρυφές του εργατικού κινήματος.
Ορισμένες φορές η Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Οργάνωσις επιχειρεί και δυναμικές παρεμβάσεις στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όχι σπάνια τα μέλη της λύνουν με καρεκλιές τις διαφορές με τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Όταν ιδρύεται το ΕΚΑ, ο Δημ. Χατζόπουλος προβαίνει ήδη σε μια ανάλογη ενέργεια. Συγκεντρώνει τους οπαδούς του συνδικαλιστές κι αποφασίζουν να εισβάλουν βιαίως στην αίθουσα των εργασιών, με σκοπό ν’ αποδοκιμάσουν την υιοθέτηση της πολιτικής του «κρατικού σοσιαλισμού» από τους Φιλελευθέρους. Εμποδίζεται όμως η είσοδός τους και τελικώς αποσοβούνται τα επεισόδια.
Απέναντι στην Συνδικαλιστικήν Οργάνωσιν του Δημ. Χατζόπουλου, το ΣΚΑ αντιτάσσει τη θέση ότι μόνο με την «πολιτική οργάνωση» είναι δυνατή η ποδηγέτηση των εργατών και η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα «νύχια του κεφαλαιοκρατισμού»[23]. Πρόκειται για θέση που ο Κώστας Χατζόπουλος καλλιεργεί ήδη από το 1908 στο ελληνικό εργατικό κίνημα (Α, 3). Στο πλαίσιο της «συνδικαλιστικής σχολής» κινείται ο Δημ. Χατζόπουλος κι ως πρόεδρος του σωματείου των δημοσιογράφων[24]. Τέλος ο ίδιος, αφού επαναβεβαιώνει τις πεποιθήσεις του[25], απόσύρεται από την ενεργό δράση, διατηρώντας πάντοτε τον τίτλο του «αρχισυνδικαλιστή» στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Σημειώσεις
[1] W. Z. Foster, Ιστορία ΠΣΚ, σσ.155-157, 192-193, 201-202. Του Ίδιου, Τρείς Διεθνείς σσ.200-202.
[2] Ν. Γιαννιού, Απάντηση. «Σοσιαλιστικά Φύλλα», τχ 10 (Νοέμβρ. 1916), σ. 17. Πρβλ. «Νουμάς», φ. 696 (8.8.1920), 91.
[3] «Το Άστυ», φ. 1160 (16.2.1894), 1-2.
[4] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Σιδηρουργεία και σιδηρουργοί. «Το Άστυ», φ. 1144 (31.1.1894), 1.
[5] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Επιπλοποιοί, μαραγκοί και καθεκλοποιοί. «Το Άστυ», φ. 1145 (1.2.1894), 1-2.
[6] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μάρμαρα και μαρμαράδες. «Το Άστυ», φ. 1146 (2.2.1894), 1-2.
[7] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Υποδηματοποιοί, σανδαλοποιοί, τσαρουχάδες. «Το Άστυ», φ. 1151 (7.2.1894), 2.
[8] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οι κτίσται και η τοιχοποιΐα. «ΤοΆστυ», φ. 1162 (18.2.1894), 1-2.
[9] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η λαιμοδετοποιΐα. «Το Άστυ», φ. 1157 (13.2.1894), 1-2.
[10] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Οργανοποιοί, κιβωτοποιοί και φερετροποιοί. «Το Άστυ», φ. 1165 (21.2.1894), 2.
[11] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Καπελλάδικα και καπελλάδες. «Το Άστυ», φ. 1170 (26.2.1894), 1-2.
[12] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Κουρεία και κουρείς. «Το Άστυ», φ. 1172 (28.2.2894), 1-2.
[13] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Γαλακτοπωλεία και γαλακτοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1174 (2.3.1894), 1-2.
[14] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Η αγορά των Αθηνών, κρεοπωλεία και κρεοπώλαι. «Το Άστυ», φ. 1191 (19.3.1894), 1 και φ. 1192 (20.3.1894), 2.
[15] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Μυρεψοί και μυροποιεία. «Το Άστυ», φ. 1198 (26.3.1894), 1-2.
[16] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Ζαχαροπλαστεία και ζαχαροπλάσται. «Το Άστυ», φ. 1201 (29.3.1894), 1-2.
[17] Μποέμ {=Δ. Χατζόπουλου}, Λιθογράφοι και βιβλιοδέται. «Το Άστυ», φ. 1156 (12.2.1894), 1-2.
[18] Επιθεωρητή {=Ρ. Γκόλφη}, Κοινωνικές ομιλίες. «Νουμάς» 9 (1911), σ.269. Πρβλ. Μάρκου Αυγέρη, Οι σοσιαλισταί και αι εν Ελλάδι αλήθειαι. «Γράμματα» 1
(1911-1912), σσ.317-321.
[19] Δ. Χατζόπουλου {=Μποέμ}, Σοσιαλισμός και συνδικαλισμός. «Καιροί», φ. (14.5.1914), 1.
[20] Δ. Χατζόπουλου, Σκέψεις επί της οργανώσεως της εργαζομένης αστικής τάξεως. «Νεοελληνική Επιθεώρησις» 3 (1919), σσ.90-96.
[21] Σπ. Μελά, Συνδικαλισταί. «Χρόνος», φ. (11.2.1912), 1. Πρβλ. του Ίδιου, Κοινωνία και Βουλή, «Χρόνος», φ. (7.11.1912), 1· Οι εκμεταλευταί, «Χρόνος», φ.
(30.5.1912), 1· Μάθημα προς εργάτας, «Χρόνος», φ. (15.12.1912), 1.
[22] «Άμυνα», φ. (21.8.1920), 1 {«Δια τον κ. Πετσόπουλον»}.
[23] «Νουμάς» 13 (1915), 12 {«Δυο ομιλίες»}.
[24] «Σοσιαλιστικά Φύλλα», φ. 10 (1916), σ. 17.
[25] «Νεοελληνική Επιθεώρησις», 3 (1919), σσ.90-96.

Πηγή:

https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=115:%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82&catid=17&Itemid=173

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΡΙΟΖΩΗ –του ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Από το βιβλίο «Ντόπιες ζωγραφιές» του Δημήτρη Χατζόπουλου που κυκλοφόρησε το 1896 διαλέγω ένα χαρακτηριστικό σύντομο διήγημα, την «Αγριοζωή» που μιλάει για την Καρίτσα Ευρυτανίας. Οι «Ντόπιες ζωγραφιές» δεν ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Χατζόπουλου, δυο χρόνια πρωτύτερα,  όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις  22 χρονών,  είχαν κυκλοφορήσει τα «Αγριολούλουδα».

Από πολύ νεαρή ηλικία ο Χατζόπουλος είχε αρχίσει την εξερεύνηση των περιοχών γύρω από την ιδιαίτερή του πατρίδα, κάνοντας όλο και πιο μακρινές και κοπιαστικές περιηγήσεις, οργώνοντας σπιθαμή προς σπιθαμή την Αιτωλοακαρνανία και Ευρυτανία. Ακούραστος πεζοπόρος, ορειβάτης, «επαγγελματίας φυσιολάτρης»  όπως έλεγε ο ίδιος, έγινε και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, ιστορικός και λαογράφος, καταγράφοντας ότι ιδιαίτερο και περίεργο συναντούσε ή ανακάλυπτε. Δεκαετίες αργότερα κατάφερε να εκμεταλλευτεί αυτή του την κλίση με τη δημιουργία της καθημερινής στήλης του «Πεζοπόρου» στην εφημερίδα «Άστυ» το 1919, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Γ.Χ.

Από το βιβλίο "Ντόπιες ζωγραφιές", Αθήνα, τυπογραφείο Αναστάση Τρίμη, 1896

ΑΓΡΙΟΖΩΗ

Γύριζα στ' άγρια βουνά μέρες, τα μάτια μου είχαν χορτάση από την αγριότη, από το μεγαλείο, από το θάμπωμα πρωτογεννημένης φύσης. Κι όμως τέτοιον αγριότοπο, τέτοια κακοτοπιά δεν είχα δη ακόμα. Αδύνατο να την στοχαστή η φαντασία, να την ιστορίση η πέννα, το μάτι να την υποφέρη κι η ψυχή να την απολάψη. Ξεππέζεψα απ' το μουλάρι μου, έδωσα το καπίστρι του στον αγωγιάτη, και μουλάρι κι αγωγιάτης τράβηξαν μπροστά. Το μονοπάτι στένευε σαν κορδέλλα, σα σκοινί από κει και κάτω· φοβερό στεφάνι, θαμπή ψιλή και κρύα η χινοπωριάτικη βροχή, άπλονε ένα θεόρατο βαμβακένιο πέπλο ολόγυρά μου, π' ανάμεσά του έπλεε πιο άγρια και πιο τρομαχτική η φύση. Στρυμώχτηκα σε μια πέτρινη σπηλιά κι αγνάντευα. Απάνω στο κεφάλι μου κρέμουνταν βράχοι πελώριοι, εφτάψηλοι, βράχοι κατασυντριμμένοι σαν από τεράστιο σφυρί φοβερού δράκοντα· στην άκρη στα πόδια μου, γκρεμοί και σάρες, ξέφευγαν φοβερές κι άπατες, σφιχταγκαλιασμένες από παμπάλαιους κλάδους πουρναριών και κέδρων. Κρεμασιές ορμητικές που γκρεμίζουνταν από τις χαμένες κορυφές των βουνών ψηλά μέσα στα κατάμαυρα σύγνεφα, κυλούσαν λιθάρια ριζιμιά και νερό αφρισμένο με γοργάδα αστραπής, με θόρυβο ουρανοβροντής. Κουδουνίσματα παράξενα, με κρυστάλλινους αχούς αγροικιώνταν από ψηλά και κάτω, και πρόβαλαν και πηδούσαν κι έσερναν λιθάρια και στουρνάρια στη φευγάλα τους κατάμαυρα αγριόγιδα, πετροχελίδονα πετούσαν από βράχο σε βράχο, αετοί και γεράκια έφευγαν κι έρχουνταν ήσυχα και καμαρωτά, με βασιλικό μεγαλείο μέσα στην ανεμοζάλη, τσακάλια ουρλιώνταν στα σκεπασμένα από πυκνούς πέπλους βροχής, πλάγια των βουνών. Μυστήριο και τρόμος, περιχύνουνταν από στιγμή σε στιγμή μέσα στην τρομαχτική εκείνη αγριότη.

Αντικρύ μου άλλο ψηλοθώρητο βουνό, ίσο σα μαχαίρι, κι απόγκρεμο σα θεριακωμένος μεσαιωνικός πύργος, γυμνό κι άδεντρο, κατακόκκινο σα φωτιά με τ' ατσαλένια στήθη του παλληκαρίσια πεταχτά, καταξεσχισμένα από μεγάλες, παράξενες, και βαθουλές, και αγριοκαμωμένες καταματωμένες πληγές, απλόνουνταν τρακόσια βήματα αλάργα μου. Και κολλητά μου άλλος γίγαντας πέτρινος, πλημμυρισμένος κι αρματωμένος από τ' ατέλειωτα πόδια του ως την αθώρητη κορφή του, με κρανιές και μ' αρκουδοπούρναρα, μ' αθάνατους λιβανόκεδρους, με χιλιάδες πολυχρονίτικα έλατα και μυριάδες κέδρους αγκαθωτούς στ' άγγιχμα, μαγεμμένους στο κοίταγμα, και μεθυστικούς στην ευωδιά, έκλειε ο γίγαντας, αυτός μονάχος, πέρα πέρα και γις, και κόσμο κι ουρανό κι έθαφτε τη ματιά και συνέπαιρνε την αίσθηση, το νου, και την ψυχή, ανάμεσα στο πανάγριο αυτό χάος, και χώριζε τον άνθρωπο από κόσμο και κοινωνία και οικογένεια, και τον ξεγύμνωνε από σκέψη κι ανθρωπισμό, και τον έκανε δικό του, καταδικό του, σώμα και ψυχή άγριο, κατάγριο, πανάγριο.

Φουρτουνιασμένα, θολά, λασπωμένα κ' ορμητικά σαν πεινασμένα λιοντάρια, κυλούσαν στα βάθη των γκρεμών τα δύο ποτάμια. Από ψηλά, από τα ματωμένα στήθη του Βελουχιού, ακράτητο φουσάτο, έρχουνταν ο Καρπενησιώτης· από μυστικές κι άγνωστες, απ' αθώρητες κ' απάτητες λαγκαδιές, ροβολούσε ο Καστανιάς. Και παλληκάρια ισοδύναμα, κ' ήρωες βροντόφωνοι, αδελφωμένοι στη βοή, ζευγαρωμένοι στην ορμή και το κατρακύλημα, σμίγουνταν σε βροντές, που μόνο σιδερένιο αυτί τις ένιωθε και τις υπόφερνε, και μ' ορμητικώτατη νεροσυρμή, έσχιζαν με διπλή δύναμη τους θεόρατους πέτρινους γίγαντας, και ξέφευγαν από το καταχθόνιο τρέξιμό τους, πίσω από τα νικημένα βουνά, και ροχαλίζοντας σα λύκοι μέσα στην περήφανη νίκη και δόξα τους, διάβαιναν πέρα προς τ' Άγραφα σε καινούργιους ορίζοντας, για να παλαίψουν και να νικήσουν νέους γίγαντας.

Κι ανάμεσα στης χινοπωριάτικης βροχής το κρύο κλάψιμο, πιο βαθύ μυστήριο, πιο βαθύς τρόμος, περίχυνε την αγριότη, που με τριγύριζε. Ψηλά στον κατακόκκινο, τον καταπληγιασμένο γίγαντα, ανάμεσα στα ματωμένα στήθη του, μια κορδελίτσα δρόμου, ίσια σα γραμμή συρμένη με χάρακα, κοκκίνιζε εδώ, και μαύριζε εκεί, κ' άσπριζε παραπέρα. Δίχως άλλο κάποιο μονοπάτι είταν. Τ' ακολούθησα με προσοχή, ξαφνισμένος. Πώς; στου απάτητου αυτού πύργου τα στήθη, πατούσε ποδάρι ανθρώπου; Πάντα ίσο το μονοπάτι, πάντα ξάστερο, έφερνε σ' ένα ξόγκωμα του βουνού, κρεμασμένο, μετέωρο, που φαίνουνταν σα να μην είταν ούτε στη γις, ούτε στον ουρανό. Έτριψα τα μάτια μου, και μέτρησα εκεί απάνω καμμιά δεκαριά σπιτάκια πέτρινα, τετράγωνα, κατάκλειστα που τάλουζε κ' αυτά αδιάκοπα η βροχή.

Άξαφνα κοντά μου στην άκρη του στεφανιού του γκρεμού, φάνηκε ένας γέροντας φορτωμένος μ' ένα σακκί στις πλάτες. Απίθωσε το σακκί καταγίς, έκατσε απάνω, και αναστέναξε λαχανιάζοντας. Κατόπι του μια γριά φορτωμένη κι αυτή μ' ένα σακκί, ξεφορτώθηκε κι έκατσε κοντά του. Είταν δύο γεροντάκια καταζαρωμένα με γερά κορμιά, βουνήσιοι χωριάτες. Κουρέλλια αγνώριστα έντυναν και τους δυο, λερά, λασπωμένα. Χέρια και κεφάλι, λαιμός και στήθη κατάζαρκα, μ' ένα μαύρο κι ηλιοκαμμένο δέρμα, με τρύπια γουρνοτσάρουχα στα πόδια.

— Για σου καλόπαιδο, μουρμούρισαν κι οι δυο.

— Από πού, ώρα καλή, γέροντα;

— Η γριά ακούμπησε στο σακκί της λαχανιάζοντας ακόμα από το δρόμο, ο γέρος αποκρίθηκε ξέψυχα:

— Απ' το μύλο και στο χωριό, παιδί μου. Αλέσαμε λίγο καλαμπόκι. Έρχεται χειμώνας, βλέπεις, σα μπροστά ποιος ν' ανεβοκατεβαίνη με τα χιόνια.

— Και ποιό 'νε το χωριό σας;

Ο γέρος σήκωσε το χέρι του κι έδειξε ψηλά στο ξόγκωμα του βουνού τα λίγα σπιτάκια.

— Απάνου!, να το!. Καρίτσα το λεν.

— Και θ' ανεβήτε έτσι φορτωμένοι εκεί απάνω;

— Τι να κάνουμε; Μεις, παιδάκι μου, βλέπουμε ζωντανό το χάρο με τα μάτια μας. Άη! οι κακομοίρηδες.

— Κι είστε πολλές φαμελιές στο χωριό;

— Το καλοκαίρι θάμαστε καμμιά δεκαπενταριά· τόρα το χειμώνα κατεβαίνουν κάτου στον κάμπο του Βραχωριού οι μισές. Άη!, που να καψοζήση άνθρωπος δω απάνω, σα δεν έχη το είνε του.

— Και τόχετε το είνε σας γέροντα;

— Να, καλαμποκάκι κι άγιος ο Θεός. Και σάματ' έχεις να το ψήσης κι' αυτό. Κάνουμε τηγανιές, αλεύρι και γουρνόξυγκο μέσα, κι ίσια που ρουπώνουμε.

— Ξύγκι;

— Το καψόξυγκο είνε, που μας ζωντανεύει. Μ' αυτό στο ψωμί, μ' αυτό στο λύχνο, μ' αυτό τηγανίζουμε κάν' αυγό. Ξύγκι που πάει γόνα, κι αυτό λιγοστό, πού να βρεθή το έρημο!

— Και κατεβαίνετε το χειμώνα κάτου;

— Όπως ντέση. Τους τρεις μήνες ροβολάμε μια βολά. Σε στρυμόνει το χιόνι, παιδί μου. Κρύο, λες; πεθαμός! Και βδομάδα κάνουμε ν' ανοίξουμε πόρτα. Μαϊδέ ουρανό, μαϊδέ γις, μαϊδέ κόσμο χαράζουμε. Σαν πεθάνη και κανένας από μας, μαϊδέ παππάς να βγη ως εκεί απάνου. Το καλοκαίρι να πης; Άιντε νιάτα! Βάζεις καινούργιο σκότι… Άιντε να τραβάμε, γερόντισσα, χαλεύεις μη και δεν αποσώσουμε απόψε…

Κι οι γερόντοι λαχανιάζοντας ακόμα, σήκωσαν τα βαρειά σακκιά τους στις πλάτες τους, με χαιρέτησαν και ξεκίνησαν.

— Ε, παιδάκι μου, φώναξε ο γέροντας, τραβώντας εμπρός μέσα στη βροχή, ζη κανένας και ζώνεται δω στο βιλαέτι μας, ζη για να βρίσκεται, έτσι για να μην ερμάη ο τόπος.

Κι η γριά, που δεν είχε ανοίξη ακόμα το στόμα της, ακολουθώντας πίσω το γέρο της, με τη φωνή πνιγμένη απ' το λαχάνισμα, μουρμούρισε:

— Βρισκόμαστε, που λες, για να μη.. για να μη τον φαν' οι λύκοι σαν τύχη και ξεπέση κανένας χριστιανός από δω……,

Κι η βροχή τους συνεπήρε, και τους σκέπασε σε λίγο απ' τα μάτια μου τους δυστυχισμένους αυτούς β ι ο π α λ α ι σ τ ά ς των βουνών που δεν τους πολεμά η Ζωή μονάχα, αλλά κι αυτή η Φύση.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Η ΑΔΕΡΦΗ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Σύντομο διήγημα του Κ.Χατζόπουλου, πρωτοδημοσιέυτηκε στο περιοδικό “Νέα Ζωή” της Αλεξάνδρειας Αιγύπτου στο τεύχος 7/1912. Στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή υπήρχε έντονο και δυναμικό ελληνικό στοιχείο, μετά την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ήταν η πόλη με τον μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό. ( * ) Στο χώρο του εμπορίου και των συναλλαγών τα ελληνικά ήταν η πραγματική “lingua franca”. «Τι συνοψίζεται σ΄αυτή τη λέξη: Αλεξάνδρεια; … Πέντε φυλές, πέντε γλώσσες, μια ντουζίνα θρησκείες, πέντε στόλοι που αυλακώνουν τα νερά… Και μονάχα η ελληνική δημοτική φαίνεται να τα ξεχωρίζει…» γράφει ο Λώρενς Ντάρρελ, στην «Ιουστίνη» (“Αλεξανδρινό κουαρτέτο” 1957).
Στην Αλεξάνδρεια κυκλοφορούσε πληθώρα ελληνικών ημερησίων εφημερίδων, η πιό δημοφιλής και με μακρά ιστορία ήταν ο “Ταχυδρόμος” που ιδρύθηκε το 1880 και συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι και το 1985. Εκδίδονταν και πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, ένα από τα πιο σημαντικά ήταν η “Νέα Ζωή” που κυκλοφόρησε από το 1904 έως το 1927, με την οποία συνεργάστηκαν τα σπουδαιότερα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης της εποχής, ο Κ. Καβάφης, ο Κ. Παλαμάς, ο Κ. Καρυωτάκης, ο Ι. Γρυπάρης, ο Ι. Πολέμης, ο Γ. Ξενόπουλος, ο Μ. Μαλακάσης ο Α. Σικελιανός κ.α.

Ο Κώστας Χατζόπουλος φωτογραφημένος στο σπίτι του στην Αθήνα το 1920.
Δημοσιέυτηκε στο τεύχος 332/15-10-1940 της “Νέας Εστίας”.

Στη “Νέα Ζωή” ο Χατζόπουλος δημοσίευε συχνά μεταφράσεις γερμανών κλασσικών (“μεταφραστικές δοκιμές” τις ονόμαζε) και για σειρά ετών είχε στο ίδιο περιοδικό μιά μόνιμη στήλη κριτικής που διακρινόταν για τον ανορθόδοξο και αυστηρό της τόνο. Στο ίδιο τεύχος που δημοσιεύτηκε “Η Αδερφή”, στις σελίδες 351-354 υπήρχε και το άρθρο του “Ποιητική τέχνη” όπου σχολίαζε τον “Ίσκιο του πλατάνου” του Ψυχάρη, τον “Κακό δρόμο” του Ξενόπουλου και τους “Καϋμούς της Λιμνοθάλασσας” του Παλαμά, έργο που δεν δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει “... άτονο και κουρασμένο, ... ξερό και άψυχο”.
Γ.Χ.

Νέα Ζωή” Αλεξάνδρειας, τεύχος 7/1912

Η ΑΔΕΡΦΗ

του Κωσταντίνου Χατζόπουλου

Όταν πέθανε η μητέρα και το σπίτι μας σκόρπισε σαν από ξαφνικό άνεμο, η ριπή του πήρε και την αδερφή μακριά. Την κλείσανε σ' ένα σκολειό στη χώρα. Είτανε δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου κι ο παππούς κ΄η γιαγιά δεν μπορούσαν να την πάρουν, όπως εμένα, στην έρημη εξοχή που ζούσαν. Έτσι, μαζί με τη θολή θύμηση της μητέρας μου έμεινε και τ'όνειρο μιάς αδερφής, τόσο θολό κι αυτό, όπως μπορούσε να μείνει στο νου ενός παιδιού τριών ή τεσσάρων χρονών. Και θα σβηνότανε ολότελα, αν τ' όνομά της δε ζούσε πάντα στο σπίτι, αν η γιαγιά δεν έδινε του μικρού αδερφού τα φιλιά, που του έστελνε ξεχωριστά σε κάθε γράμμα της και αν πάντα την πρωτοχρονιά δεν έφτανε κάτι εξεπίτηδες γι΄αυτόν. Θυμούμαι ακόμη τη χαρά που είχα μ'ένα μικρό αλογάκι, που κουρδιζότανε κ΄έτρεχε γοργά στο πάτωμα. Μιά μέρα όμως το πήρα να το δείξω ενός χωριατόπουλου, που ερχότανε και παίζαμε όξω στην αυλή. Δεν μπορούσε να κυλίσει καταγίς στα χόρτα κ΄έτσι πήγα και το έβαλα να τρέξει απάνω στη στενή σανίδα, που είχε για γεφύρι το ποταμάκι, που περνούσε μέσα στις ιτιές και στα καλάμια στην άκρη του περιβολιού μας. Δε στοχάστηκα πως μπορούσε να λοξέψει και να πέσει στο νερό. Σαν το βγάλαμε και τόφερα στο σπίτι, δεν κυλούσε πιά. Όταν το έμαθε η αδερφή, έγραψε πως θα φέρει άλλο το καλοκαίρι εκείνο, που θα ερχότανε. Ξεμπέρδεβε με το σκολειό και την περιμέναμε όλοι με χαρά.

Και να ένα δειλινό την έβγαλε το αμάξι στην αυλόπορτα μαζί με τον παππού, που πήγε και την πήρε κάτω στο σκάλωμα, όπου πιάνανε τα βαπόρια. Σαν άκουσα τον κρότο, έτρεξα και γω, μα σαν είδα την αδερφή που πήδηξε από το αμάξι, έχασα μεμιάς όλο το θάρρος μου και γύρεψα να κρυφτώ πίσω από το φουστάνι της γιαγιάς. Μ'έπιασε άξαφνα ντροπή για την παλιά, τη λερωμένη φορεσιά μου και τα χέρια μου τα μαυρισμέν΄από τον ήλιο και τα χώματα. Τ'όμορφο καπέλλο της αδερφής με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και με το βέλο, το φανταχτερό της φόρεμα και τ'άσπρα τα σκαρπίνια με το ψηλό τακούνι με ξαφνιάσανε. Συνηθισμένος με τη μαυροφόρα τη γιαγιά, με τις χωριάτισσες, που έβλεπα μόνο εκεί στην ερημιά, δε φανταζόμουνα ποτέ την αδερφή έτσι σαν κυρία, όμοια με τις ζωγραφιές, που ξεκολλούσανε από τα τσίτια και μου δίνανε οι γυρολόγοι. Σα σταματούσανε όξω στην αυλόπορτα και ψούνιζε η γιαγιά.

Έπρεπε, πριν ακόμα ησυχάσει καλά-καλά η αδερφή, να πάει να βγάλει από το μπαούλο της και να μου δώσει το παιγνίδι που περίμενα, για να ξεθαρρέψω και να καθήσω μερικές στιγμές στα γόνατά της. Το παιγνίδι όμως δεν είτανε το αλογάκι που περίμενα. Είτανε μιά μικρή ξύλινη βαρκούλα με λευκό παννί.

Αυτή δεν έχει φόβο να σκουριάσει” , είπε η αδερφή και μ' άφησε να πάω να δοκιμάσω κάτω στο νερό του ποταμού.

Την άλλη μέρα, που με πήρε η ίδια από το χέρι και πήγαμε μαζί να ρίξουμε τη βάρκα, δεν είτανε πια η χτεσινή κυρία. Φορούσε τσίτινο κοντό φουστάνι, είχε ριγμένη μιά πλατειά μαντήλα στα μαλλιά και μπήκε κι αυτή στο νερό και κυνηγούσαμε μαζί τη βάρκα, που το ρέμα ήθελε να την τραβήξει προς τον καταρράχτη, που βούϊζε απόβαθα πίσω από τις ιτιές. Εκεί στην άκρη του περιβολιού είταν ήσυχο και ρηχό το ποταμάκι. Σερνότανε σουφρώνοντας και μουρμουρίζοντας απάνω στα γιαλιστερά χαλίκια κι απλωνότανε τρεμόλαμπο και λαγαρό μέσα στα θερισμένα κίτρινα χωράφια. Εκεί ερχόμαστε κάθε πρωί και ρίχναμε τη βάρκα. Και γιά ν'ασφαλιστούμε καλήτερα να μη μας φύγει, πλέκαμε μιά δέση με κλαδιά και με χαλίκια παραπέρα εκεί που το ρέμα στένεβε, και καθισμένοι στην άκρη του νερού αμολούσαμε τη βάρκα και την κοιτάζαμε να τρέχει τρεκλιστά, πότε ίσια πότε λοξέβοντας, όπως την έσερνε το ρέμα, όσο που γύριζε και χανότανε μαζί με το ποτάμι πίσω από τα καλάμια. “Πάει, έστριψε στον κόρφο”, έλεγε κάθε φορά η αδερφή.

Πηγαίναμε, την παίρναμε και ξαναρχινούσε το παιγνίδι. Ξαναρμένιζε πάλε η βάρκα και χανότανε πάλε πίσω από τα καλάμια κ΄η αδερφή μου ξηγούσε τι είνε κόρφος και μου μίλαγε για τη θάλασσα, που δεν τη θυμόμουνα ούτε σαν όνειρο από τον καιρό που καθόμαστε στη χώρα. Πως φανταζόμουνα τη θάλασσα δε μου μένει πιά στο νου. Θυμούμαι μόνο πως το ποταμάκι ανοιγότανε μπροστά μου σαν κατιτίς απέραντο κ΄η βαρκούλα με το λευκό παννί μεγάλωνε με τρόπο που να χωρεί και μένα και την αδερφή και την έβλεπα να μας παίρνει μέσα και τους δυό και να κυλά και να χάνεται μαζί με μας σε μακρυνό, άγνωρο, όμορφο ταξίδι.

Έπειτα ήρθε ο πατέρας ξαφνικά ένα βράδι και την άλλη μέρα πήρε μαζί του την αδερφή. Έκλαιγα, όμως δεν ήθελα να πάω και γω, φοβόμουνα τον πατέρα. Πολύ σπάνια τον έβλεπα και δεν άκουγα στο σπίτι πολλά καλά γι΄αυτόν. Και μιά φορά, που πήγε ο παππούς στη χώρα να δει την αδερφή, δε θέλησα να πάω μαζί κι ας πιθυμούσα και γω να δω την αδερφή και να δω κιόλας και τη θάλασσα. Έπειτα ήρθε πάλι ξαφνικά ένα βράδι ο πατέρας και μάλλωσε με τον παππού. Και για καιρό δεν ξαναείδαμε ούτε κείνον ούτε την αδερφή.

Ύστερα όμως ξαναβρέθηκε μιά μέρα η αδερφή στο σπίτι. Πότε ήρθε, πως και ποιος την έφερε δεν το ένοιωσα ή δεν το θυμούμαι. Θυμούμαι μόνο τη θλίψη και τη σιωπή, που έφερε μαζί της. Κάτι χειρότερο, κάτι πιό ανήσυχο από τη σιωπή: έν' αδιάκοπο, ατελείωτο κρυφομουρμούρισμα. Κρυφομουρμούρισμα μέσα στην κάμαρα της αδερφής, όταν έμενε μόνη με τη γιαγιά· κρυφομουρμούρισμα της γιαγιάς με τον παππού παντού, όπου βρισκότανε κι αυτοί μονάχοι τους. Άμα βλέπανε μπροστά τους άλλον, πάβανε και ξαναέπεφτε η σιωπή πιό θλιβερή.

Τα μάτια της γιαγιάς είτανε σκοτεινά και δακρυσμένα κάποτε, ο παππούς σεργιανούσε αδιάκοπα πέρα δώθε στο μακρί χαγιάτι και ζάρωνε τα φρύδια, όπως το συνηθούσε, και κάπνιζε και μιλούσε μοναχός.

Η γιαγιά έλεγε πως η αδερφή ήταν άρρωστη, πως κρύωσε στο δρόμο. Μα δε φέρανε το γιατρό ούτε τότες ούτε ύστερα. Η γιαγιά καθότανε σιμά της και της χάδεβε το χέρι και τα μαλλιά, μα ο παππούς δεν έμπαινε ποτέ στην κάμαρα της αδερφής. Κ΄η αδερφή πάλι δεν έβγαινε ποτέ αποκεί. Κλεισμένη μέσα κι όσο ο χειμώνας σκοτείνιαζε το περιβόλι και την εξοχή, κλεισμένη μέσα κι άμα με την άνοιξη φούντωσε ξ αυλή μας, γέμισε ήλιο η λαγκαδιά και λιώσανε στα βουνά τα χιόνια. Δε θέλησε ναρθεί ούτε μία φορά να ρίξουμε τη βάρκα στο ποταμάκι, που ξεθόλωσε και ρήχηνε και καθώς ζέστανε ο καιρός μπορούσα πάλι να βουτώ μες το νερό. Η αδερφή καθότανε πάντα γερμένη στον καναπέ, σκυφτή στο κέντημά της, χλωμή κι αγέλαστη, αδύνατη και σιωπηλή. Μ' έπαιρνε κοντά της και με κοίταζε στα μάτια δίχως να μιλεί. Μόνο μιά μέρα, καθώς ακκουμπούσε στο παράθυρο και κοίταζε μέσα στο ανοιγμένο τζάμι, όπου καθρεφτιζότανε η αυλή κ΄οι ράχες πέρα, μου είπε άξαφνα:

Δες, τι όμορφα που είναι δω μέσα”.

Έσκυψα στον ώμο της και κοίταξα καλύτερα. Το πηγάδι με τις ροδοδάφνες ένα γύρο φαινότανε μπροστά μπροστά, πίσω μαύριζε ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι, έπειτα πρασινίζανε τα δέντρα του περιβολιού κι΄αποκάτω τους έλαμπε στο βάθος μιά στενή λωρίδ' από το ποταμάκι. Πολλές φορές είχα δει καθρεφτισμένη εκεί στο τζάμι την εικόν' αυτή της λαγκαδιάς· όμως την ώρα εκείνη, καθώς έγερνα στην αφερφή κ΄είχα μπροστά μου το αδυνατισμένο πρόσωπό της με τα βαθουλά τα μάτια, μου φάνηκε πως η εικόνα, που δειχνότανε στο τζάμι, την έβλεπα και γω με τα θλιβερά μάτια της αδερφής. Κ΄έμεν΄αμίλητος και κοίταζα εκεί μέσα και θυμούμαι πως το γνώριμο αυτό μέρος – όπως καθρεφτιζότανε σκουρότερο, όπως το φωτούσε κει θαμπότερα, πνιγμένα ο ήλιος και τ' άνθη από τις ροδοδάφνες κοκκινίζανε σπαρτά σα φλόγες – μου φάνταζε άξαφνα σαν κόσμος άγνωστος και νέος, παράξενος και μαγικός.

Μόνο εδώ μέσα είν' όμορφος ο κόσμος”, ξαναείπε η αδερφή. Είτανε τα στερνά της λόγια που άκουγα.

Έπειτ' από λίγες μέρες το σπίτι βρέθηκε στο πόδι ένα πρωί. Η γιαγιά, που μπήκε στην κάμαρα, δεν βρήκε την αδερφή. Τη γυρέψανε παντού, όσο που τη βγάλανε νεκρή από το ποταμάκι, κάτω εκεί στον καταρράχτη πίσω από τις ιτιές, όπου μας έσερνε το ρέμα τη βαρκούλα. Τη φέρανε σκεπασμένη στο σπίτι. Είδα μόνο τα μαλλιά της, που στάζανε νερό, και τις άκρες από τα γυμνά πόδια της.

Η σιωπή ξαναβασίλεψε στο σπίτι. Δε λύθηκε ούτε όταν ήρθε ο πατέρας την άλλη μέρα και θάψανε την αδερφή. Δεν έμαθα την αφορμή ποτέ, η αδερφή έπνιξε μαζί της το κρυφό. Δεν το φανέρωσε η γιαγιά όσο έζησε κι ο πατέρας, όταν ύστερα πήγα μαζί του, δε μελέτησε ποτέ τ'όνομα της αδερφής. Μιά φωτογραφία της, από τον καιρό που είτανε στο σκολειό στη χώρα, έστεκε στο κομό της σάλας. Έπειτα χάθηκε κι αυτή, δεν την ξαναείδα. Ωστόσο δε λησμόνησα ποτέ το πρόσωπο της αδερφής. Το βλέπω πάντα σκυφτό μπροστά στο τζάμι του παλιού σπιτιού, εκεί που γέρνω κάποτε και εγώ να δω για μιά στιγμή όμορφο τον κόσμο.

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

___________

( * ) Στην Αλεξάνδρεια έχουν γεννηθεί μία σειρά από Έλληνες καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, η Πηνελόπη Δέλτα, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Αλέξανδρος Ιόλας, ο Νίκος Τσιφόρος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Γιάννης Χρήστου, η Σούλη Σαμπαχ, ο Ζωρζ Μουστακί, ο Μάνος Λοϊζος, ήταν αλεξανδρινοί. Ο Στρατής Τσίρκας είχε γεννηθεί στο Καϊρο.
Στην Αλεξάνδρεια είχε εγκατασταθεί και ο μικρότερος αδελφός του Κ. Χατζόπουλου, ο Ζαχαρίας Χατζόπουλος (1880-1935), δημοσιογράφος, δραστήριος στον φιλολογικό-αναρχο-συνδικαλιστικό χώρο, το 1913 εξέδωσε στην Αίγυπτο τα βιβλία “Η κλειστή θύρα” και “Χαρά και ηδονισμός εις την επανάστασιν”.

https://lekythos.library.ucy.ac.cy/handle/10797/22834

https://cavafy.onassis.org/el/creator/nea-zoi-alexandria-magazine-el/

Ιστοσελίδα της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας
https://ekalexandria.org/el/%ce%af%ce%b4%cf%81%cf%85%cf%83%ce%b7/%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/#.YdVua8nMI9A

https://web.archive.org/web/20120813190427/http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1993/10/24101993.pdf