Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ – ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα από το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Χατζόπουλου «Αγριολούλουδα»  που κυκλοφόρησε το 1894. Ανήκει στην πρώιμη συγγραφική του περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική. Η δράση διαδραματίζεται στα περίχωρα του Βραχωριού, ο αφηγητής είναι, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες με στοιχειά, ένας ιερωμένος που εξιστορεί ένα γεγονός που αφορούσε το γέρο-Στάϊκο, πρόγονο των Χατζοπουλαίων.
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένα «αερικό»(1) που καταφέρνει σιγά σιγά να ερημώσει ένα χωριό.
Στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού ήταν διαδεδομένη και καταξιωμένη από αιώνες, το γοτθικό μυθιστόρημα, οι ιστορίες με φαντάσματα, ξωτικά, βρυκόλακες κλπ., είχαν επιτυχία και αφοσιωμένο αναγνωστικό κοινό.
Στην Ελλάδα του 1894
η λογοτεχνία υπερφυσικού μυστηρίου δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, πολλοί λόγιοι δεν την θεωρούσαν καν «σοβαρή» λογοτεχνία.
Σύντομα βέβαια τα πράγματα άλλαξαν. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε τον «Αβασκαμό του Αγά» το 1896, τα «Δαιμόνια στο ρέμα», τις «Μάγισσες» και τη «Φαρμακολύτρια» το 1900 και το «Αερικό στο δέντρο» το 1907, ενώ
το 1903 μετάφρασε σε συνέχειες στο «Νέον Άστυ» τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Βουρκόλακας» το 1900, ο Νικόλαος Πολίτης τις  “Παραδόσεις” το  1904,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος το “Φάντασμα” το 1914, ο Δημοσθένης Βουτυράς  “Το καράβι του θανάτου» το 1920.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο Μήτσος Χατζόπουλος ήταν από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που πειραματίστηκαν με το λογοτεχνία του
υπερφυσικού μυστηρίου.
Γ.Χ

Λεπτομέρεια από σχέδιο των John Leech & John Tenniel για την εικονογράφηση της ποιητικής συλλογής “Puck on Pegasus” του Henry Cholmondeley-Pennell (Λονδίνο, 1868)

Από τη συλλογή διηγημάτων «Αγριολούλουδα», 1894

ΤΟ ΙΣΚΙΩΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ - ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΌΠΟΥΛΟΣ

-Έτσι έ! Παπά μου; Ξέρεις καλά πως το χωριό νε ισκιωμένο και ρημώθηκε από αερικό, έ;
 Κι έπεσε το μάτι του απάνω στα γκρεμνισμένα σπίτια του έρημου χωριού, χτισμένου κατάψηλα σ’αυτή τη ράχη, καταχρυσωμένου θλιβερώτατα από τον ήλιο του Αλωνάρη που φιλούσε κάτω στα πόδια μας κάμπους και βουνά, χωριά και δάση, λίμνες και θάλασσες. Κατόμαστε με τον παπά στο γυροβόλι της Παναγίας της Βλαχέραινας, το μόνο χτίριο που απόμεινε ορθό ανάμεσα σε σωρούς από χαλάσματα, με λίγα μνημούρια και μ’ ένα δυό σταυρούς γύρω. Ο παπάς έστριψε το χοντρό τσιγάρο του, κι αναμάσησε τα λόγια του:
- Αμ τι θαρρείς, πως έτσι στα καλά καθούμενα το παράτησαν το χωριό ο κόσμος, παιδί μου; Τάδα με τα μάτια μου αυτά, φως φανάρι, πως με βλέπεις και σε βλέπω. Θάναι σαράντα χρόνια απάνω κάτω από τότε, εγώ θάμουνα δώδεκα χρονών παιδί και τα θυμάμαι σαν τόρα. Το χωριό αν ξέρης χτίστηκε στον καιρό τ’Αλήπασα. Ο γέρο Στάϊκος ο καπετάνιος ήρθε σεργιάνι ίσα με ‘δω απάνω μια μέρα, τ’άρεσε ο τόπος κι άρχισε να χτίζη. Όσοι έφευγαν τον κατατρεγμό τ’Αλήπασα από τον κάμπο, μαζεύτηκαν δω ψηλά. Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια κ’ έγινε Ρωμαίϊκο, όσοι τούχαν να κατεβούν στον κάμπο κατέβηκαν, κι απόμεινα οι χωριανοί μονάχα στο χωριό τους…
 Αποκόφτηκε εδώ ο παπάς, έβγαλε το καλυμμαύχι του, σφογγίστηκε μ΄ένα πρεβεζιάνικο μεγάλο μαντήλι, άναψε το τσιγάρο του, και σέρνοντας με τα δάχτυλά του τα μακριά του γένεια ξανάρχισε αγάλι ‘αγάλια.
- Καθώς σου το πρωτούπα, θάνε σαράντα χρόνια που ρημώθηκε το χωριό. Ζούσε ο μακαρίτης ο γέρος μου ακόμα να, κει παν ε θαμμένος τόρα στο ξυλένιο σταυρό, κ’ εγώ  του καλοναρχούσα τα τροπάρια στην εκκλησιά – να καταλάβης, είμουνα άντρας απάνω κάτω. Είτανε μια νύχτα, τ’Άη Δημήτρη, απάνω στα πρωτοβρόχια, που ο Σωτήρης ο Φουντουκλής , Θεός σχωρές τον τον μακαρίτη, βγήκε ν’ αλλάξη τη φοράδα του στον κήπο. Τρισκόταδο πλάκονε το χωριό. Πέρα κατά τη Βελάοστα (2) χαλούσε ο Θεός τον κόσμο από τ’ άστραμμα κ’ η ρεμματιά βογκούσε κάτω. Τράβηξε ίσα στη μεριά πούχε δεμένη τη φοράδα, και ζητούσε στα ψηλαφητά τη τριχιά. Μα η τριχιά, το παλούκι κ’ η φοράδα αναφαντώθηκαν. Τραβάει παραπέρα, ξαναγυρίζει πίσω, πουθενά η φοράδα. Άξαφνα σ’ ένα άστραμμα βλέπει μπροστά το, καθώς τάπαν ύστερα, δυό αδρασκελισιές αλάργα ένα ψηλό, θεόρατο ξωτικό καββάλα στη φοράδα, και στριφογύριζε τόσο, που δε μπορούσε να καταλάνη τ’ είτανε. Παναγιά μου, Αη Βλαχαίρενα!, έκαμε το σταυρό του κ’ απομαρμαρώθηκε. Σε λίγο μια βοή κ’ ένα κακό, ένα αλλόκοτο ουρλιαχτό ακούστηκε κι ο Σωτήρης ο δυστυχισμένος αποκαρώθηκε στον τόπο του. Το πρωί τον βρήκαν εκεί καρουλιασμένον,  άλαλο, δε μπορούσε να πάρη τα ποδάρια του, και βογγούσε ολοένα, χωρίς να βγάνη μιλιά. Ίσα με το βράδι μουρμούρισε κάτι αλλόκοτα μουρμουριτά, και κατά τα μεσάνυχτα τελείωσεν. Όλο το χωριό έπεσε τότε σε μεγάλη τρομάρα, δεν άκουγες παρά μια φωνή όπου κι αν πήγαινες: τ’αερικό! τ’αερικό!. Ο γέρος μου γύριζε ολημερίς στα σπίτια διαβάζοντας και ρίχνοντας αγιασμό. Σε λίγες μέρες μια νύστα μεσάνυχτα ώρα, ένα φοβερό χαλικορρίξιμο ξύπνησε τρομασμένο όλο το χωριό στο πόδι, με τόση ανεμοζάλη και βοή, πόλεγες πως έπεφταν βουνά τόνα απάνω στάλλο. Δεν απόμεινε κεραμιδάκι γερό!...
Δυό τρία πρωτοπαλλίκαρα που τους τόλεγε η καρδιά ροβόλησαν τα καρυοφύλλια τους με ζερβό χέρι κάτω στα πλάγια του βουνού. Ένα τρομερό ούρλιασμα αντιλάλησε τότε, κ’ η βοή έπαψε. Το πρωί δε βρήκαμε τίποτε. Βαριέται ο αγέρας ποτέ!... Την ίδια μέρα τα παλλικάρια που τουφέκισαν τη νύχτα, έπεσαν στο στρώμα βαριά, και την άλλη μέρα τα θάφταμε στη Παναγιά. Ο κόσμος λιποψύχησε όλος, άνθρωπο δεν έβλεπες στο δρόμο, και τα σπίτια πέτροναν βασίλεμμα ηλιού. Που ν’ αποκοτίση κανένας να πάη στη χώρα! Ανήμερο θανατικό πλάκωσε τότε το χωριό, μέρα με την ημέρα άδειαζε, ρημόνονταν κ’ από να σπίτι. Ο μακαρίτης ο γέρος μου δεν είχε ώρα να σταθή, δεν έβγαινε στιγμή το πετραχήλι του από το λαιμό. Οι χωριανοί αποκουτιάθηκαν πιά. Όλοι με μάτια θολά, μ’ αχνή θωριά, με τρεμουλιασμένο κορμί καρτερούσαν την αράδα τους. Γέλοιο δεν άκουγες στο χωριό, νυχτοήμερα ένας θρήνος τάραζε τα φτωχικά μας, κ’ οι κουκουβάγιες φτερούγιζαν ζευγαρωτές στα κεραμίδια μας… Έτσι πάει κ’ ο γέρος μου μια βραδιά.
  Και στέναξε βαθιά ο παπάς, σέρνοντας με βία τα γένεια του με τα δάχτυλά του.    ,
- Ετσι έ! Παπά μου… και τι απέγεινε ύστερα;
- Ύστερα … ύστερα κάποιον τον φώτισε ο Θεός και κατάφερε τους χωριανούς π’ απόμειναν στη ζωή, να παρατήσουν το χωριό και να διασκορπιστούν άλλοι στη Σμόλινα (3), κ’ άλλοι στη Βελάοστα, κι αφήσαμε το χωριό κ’ έγινε βλέπεις τόρα… έρμα χαλάσματα….
  Και σήκωσε ακούνητος, με παράξενο τρόπο στην όψη του το χέρι του προς τα γκρεμνισμένα σπίτια, προς τις χαλασμένες μάντρες και προς τα λίγα λησμονημένα δέντρα. Ο ήλιος βασίλεψε τόρα και οι ύστερνές του αχτίδες χρύσοναν μόλις το κιτρινισμένο ράσο του παπά με το σηκωμένο ακόμα χέρι  προς τα χαλάσματα του ισκιωμένου χωριού.

__________

(1) Κατά τη λαϊκή παράδοση τα «αερικά» είναι κακοποιά κατά κανόνα εναέρια πνεύματα, ύπουλα και πονηρά που πειράζουν τους ανθρώπους κυρίως στον ύπνο τους αλλά και στην ύπαιθρο και μπορούν να προξενήσουν ψυχικές και σωματικές παθήσεις, ακόμη και θάνατο.
https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C&dq=

(2) Βελάουστα λεγόταν τότε το Πυργί Αγρινίου

(3) Σμόλινα, η παλιά ονομασία του  Ελαιόφυτου Αγρινίου

 

Πηγές

Ελένη Ρήγα, «Το Υπερφυσικό και ο Λαογραφικός Τρόμος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία» Διπλωματική Εργασία, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Κοινό Διαπανεπιστημιακό Μ.Π.Σ. Ε.Α.Π. & Π.Δ.Μ. «Δημιουργική Γραφή», 2021

Eleftheria A. Tsirakoglou «Edgar Allan Poe’s Presence in Greek Literature (1878-1900)», a dissertation submitted to the Department of American Literature and Culture, School of English Language and Literature, Faculty of Philosophy—Aristotle University of Thessaloniki, Greece 2016

 


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες – Μέρος Β’

 Όπως έγραψα στην προηγούμενή μου ανάρτηση, το χλευαστικό άρθρο του Ροΐδη για τις «γράφουσες Ελληνίδες» που δημοσιεύτηκε στην «Ακρόπολη» στις 28 Απριλίου 1896 τάραξε τον φιλολογικό κόσμο. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες της εποχής που οι άνθρωποι του πνεύματος στην πλειοψηφία τους δεν  τολμούσαν να αποκαλέσουν τις γυναίκες «συγγραφείς» γιατί πίστευαν ότι το συγγραφικό έργο ήταν ασυμβίβαστο με τη γυναικεία φύση.

Η εφημερίδα «Σκριπ», λίγες μόλις μέρες μετά τη δημοσίευσή του εν λόγω άρθρου, σαν απάντηση ανάθεσε στον Μήτσο Χατζόπουλο τη διεξαγωγή κύκλου συνεντεύξεων από «γράφουσες» που κινούνταν λίγο ή πολύ στο χώρο της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν. Το «Σκριπ» και ο Χατζόπουλος δεν τόλμησαν να εναντιωθούν ανοιχτά στον Ροΐδη με κάποιο άρθρο, προτίμησαν τον πλάγιο και πρωτότυπο τρόπο των συνεντεύξεων. Ανοίγοντας τον κύκλο συνεντεύξεων στο φύλλο της 1ης Μαϊου 1896 σε ένα είδος προλόγου ο Χατζόπουλος βρήκε τον τρόπο να ρίξει μπηχτές, μεταξύ των άλλων έγραψε: «Α! ο κ. Ροΐδης εφάνη πολύ σκληρός προς τας γυναίκας. Αλλά τι άλλο ηδύνατο τις να περιμένη από τον κ. Ροΐδην, όν η γυναικεία στοργή οικογενειακώς δεν εθέρμανε ποτέ;» και πιο κάτω: «Ημείς… μη αναλαμβάνοντες να υπερασπίσωμεν τας τόσον πικραθείσας εκ της γραφίδος του ειρωνικωτάτου συγγραφέως, αφίνομεν αύτας τας ιδίας να ομιλήσωσιν».
Οι συνεντεύξεις που δημοσιεύτηκαν ήταν οι εξής:
Καλλιρρόη Παρρέν 1/5/1896,
Ευγενία Ζωγράφου 2/5/1896,
Ελένη Κανελλίδου 3/5/1896,
Σωτηρία Αλιμπέρτη 3/5/1896,
Σεβαστή Καλλισπέρη 4/5/1896,
Καλλιόπη Κεχαγιά 5/5/1896,
Αρσινόη Παπαδοπούλου 6/5/1896,

και κλείνοντας στις 8/5/1896 δημοσιεύτηκε η συνέντευξη/απάντηση του Εμμανουήλ Ροΐδη που παραθέτω σήμερα.
Γ.Χ.

Εμμανουήλ Ροϊδης

Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» 8 Μαΐου 1896
ΑΙ ΓΡΑΦΟΥΣΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ Κου ΡΟΪΔΟΥ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕΤ’ ΑΥΤΟΥ
Έστι δε Ροϊδης…
Τι περίεργον γραφείον που έχει ο αμυθήτου ευφυίας συγγραφεύς της «Παπίσσης Ιωάννας» της έβδομην ήδη έκδοσιν αριθμούσας εν τω γαλλικώ του
Barbey dAurevilly. Μια μεγάλη πανίψηλος βιβλιοθήκη φιλολογική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική. Ένα γραφείον απλούστατον στο μέσον του δωματίου, με τετράδια χειρόγραφα επ’αυτού, παράξεναι έδραι εκ γεγλυμμένης δρυός, μία εξ αυτών τεραστίων διαστάσεων παρά το παράθυρον το βλέπον πέραν δια μέσου στεγών και τοίχων οικιών προς τον δύοντα εκείνην την στιγμήν εις τους λόφους του Δαφνίου ήλιον  αρχαϊκαί εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα, ακόντια, κτλ. Ιπποτών, είς καναπές παράξενος και αυτός, σύνολον περιεργότατον ελαφρώς ροδιζόμενον από τον βασιλεύοντα κάτω ήλιον, τον πυρπολούντα εκείνην την στιγμήν όλα εκείνα τα αντικέιμενα, τα αναδίδοντα οσμήν παλαιών ημερών, τα εγκλείοντα όλα κάτι τι το ολόκληρον την εξόχως ειρωνικήν ζωήν και χαριτωμένην εργασίαν του συγγραφέως των «Συριανών διηγημάτων».  Ο. κ. Εμμανουήλ Ροϊδης; Εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν πασίγνωστος ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων ανά τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τᾐ ζωᾐ, τᾐ μελέτῃ και τᾐ παραγωγᾐ πρωτοτυπίας και ειρωνείας, και δηκτικότητος επιφερούσης πόνον βαθύν, οξύν πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδος του. Ανάστημα μέτριον, διάπλασις σώματος αιλουροειδής, λεπτοτάτη, τόσον που νομίζετε άμα πως τον φυσήσετε, θα πέση, κεφαλή σατανικώς ιδιόρρυθμος, καλλιτεχνική, οφθαλμοί λάμποντες, χείλη σατανικώτερα μ’ένα ανεξάλειπτον επ’ αυτών μειδίαμα σαρκαστικόν, μειδίαμα που μόνον εις τα χείλη του Ροϊδου το απαντάτε. εν Αθήναις. Η κουβέντα του – απόλαυσις η συντροφιά του θελκτική, τσιγάρα να καπνίζετε, τσαϊ να πίνετε, έξω να βρέχη, και Ροϊδην ν’ ακούετε. Causeur πρώτης, γέλωτα σκορπών άφθονον, τα πάντα ανατέμνων ρήτορας, επιστήμονας, δικηγόρους, ιατρούς, φιλολόγους, λογίους – ώ ! της χαριτωμένης του ειρωνείας! – θέατρον, κοινωνίαν, πολιτείαν, Βουλήν, χορούς, άϊ-λάϊφ, λαόν, τύπους δρόμων, γραφείων, σαλονιών, γάτας, σκύλους, παπαγάλλους… γυναίκας! Δεν υπάρχει λόγιος, ποιητής, διηγηματογράφος, αρθρογράφος, ρεπόρτερ, γραφιάς, ου αυτός αναγιγνώσκων και το ελάχιστόν του πνευματικόν προϊόν, να μην ανεύρεν εν αυτώ γραμματικούς, συντακτικούς, λογοτεχνικούς μαργαρίτας! Και τους αραδιάζει τους μαργαρίτας τούτους τόσον ειρωνικώς, τόσον χαριέντως. Εάν μου επέτρεπε, θα εξέδιδον τους «κατά Ροϊδην μαργαρίτας». Όλαι αι φιλολογικαί και επιστημονικαί, και πολιτικαί δόξαι μας θα κατέπιπτον εις κουρέλια! Ροϊδην τέλος δεύτερον εν Αθήναις δεν έχομεν. Και μία παράξενος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του. Ο κύριος Ροϊδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος. Όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιάυτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή. Και ήδη η απάντησίς του προς τας γράφουσας Ελληνίδας.  

Η εντύπωσις του εκ των γυναικείων συνεντεύξεων
- Ποίαν εντύπωσιν σας επροξένησαν, τον ερωτώμεν εις την διαπασών, τα παράπονα των λογίων γυναικών καρά του άρθρου σας;
- Μεγάλην μόνον απορίαν, αφού από της πρώτης μέχρι της τελευταίας στιγμής, ουδέν άλλο ήτο το άρθρον εκείνο παρά ύμνος εις την γυναίκα, την οποία εκήρυξα ικανήν ν’ανυψωθή εις το είδος της υπεράνω του ανδρός, και ότι το είδος τούτο προτιμώ παντός άλλου. Και όχι μόνον την γυναίκα εν γένει, αλλά και ιδιαιτέρως την Ελληνίδα υπερεπήνεσα παραστήσας αυτήν εξισωθείσαν προς την Ευρωπαίαν κατά την κομψότητα της ενδυμασίας και την χάριν της κοσμικής συμπεριφοράς, πολύ ανωτέραν του σημερινού Έλληνος κατά την οξύτητα του πνεύματος, και μόνην ικανήν να μεταδώση εις τη ανδρικήν μας φιλολογίαν τα ελλείποντα απ’αυτής προσόντα χάριτος, λεπτότητος και φιλοκαλίας. Ούτε είνε βεβαίως βασιμώτερον το παράπονον, ότι απαιτώ πολλά από τας σήμερον γράφουσας, αφού εκ φόβου τοιαύτης παρεξηγήσεως δις και τρις επανέλαβα, ότι ουδέν άλλο ζητώ παρ’ αυτών παρά να αποδεικνύωνται όταν γράφουν επίσης χαρίεσσαι έξυπνοι και διασκεδαστικαί, όσον είνε όταν ομιλώσι. Τοιαύται ήσαν αι πλείσται εκ όσων ηυτύχησα να συναναστραφώ. Ουδόλως λοιπόν υπερβολική ήτο η απαίτησις ν’ανεύρω τα προσόντα ταύτα και εις όσας έτυχε ν’αναγνώσω. Μεγάλη πιστεύω θα ήτο αδικία όχι μόνον προς τας Ελληνίσας εν γένει, αλλά και προς αύτας τας γραφούσας το να εκρίναμεν περί του πνεύματος, της καρδίας και της φιλοκαλίας των εκ μόνων των γραφομένων των. Ως παράδειγμα αρκούμαι ν’αναφέρω την τόσην όμορφην και έξυπνον δεσποινίδα Ευγενίαν Ζωγράφου.

Τι είπε δια την Ευγ. Ζωγράφου
 Τα απόντα ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αντιπροσωπευόμενα εις τα διηγήματα της δεσποινίδος Ζωγράφου προσόντα φυσικότητος, ευαισθησίας και αφελείας ακτινοβολούσιν εις την συνέντευξιν την οποίαν ηυτυχήσατε να λάβετε μετ’ αυτής.  Τι λογου χάριν ερασμιώτερον, ή μάλλον χαρακτηριστικόν της γυναικείας φύσεως παρά το: «εθαύμαζα πριν πολύ τον κ. Ροϊδην, αλλά τόρα δεν τον θαυμάζω πλέον;» Τι αφελέστερον της μεταβιβάσεως της ευθύνης ολοκλήρου σειράς φράσεων εις την ράχιν του στοιχειοθέτου, ή τι συγκινητικώτερον της αγανακτήσεως αυτής κατά των κολάκων, οίτινες δεν της είπαν την αλήθειαν περί του δράματός της, και των παραπόνων της κατά της κακκίας του κόσμου. Επειδή δε αφού έπαυσε να μας αγαπά (;), ηρχίσαμεν ημείς να την αγαπώμεν (!), ζητούμεν  παρ’ αυτής την άδειαν να της δώσωμεν μιαν συμβουλήν, την οποίαν πιστεύομεν χρησιμωτέραν πάσης άλλης, ν’αγοράση ένα φωνογράφον και αντί  στομφώδεις κοινοτυπίας, διά τας οποίας δεν πταίει ούτε το πνεύμα, ούτε η καρδία της, αλλά μόνη η μνήμη της, να γράφη καθ’υπαγόρευσιν του φωνογράφου, όσα εκφεύγουν εκ των ροδίνων χειλέων της φυσικά, αφελή, γυναικεία, χαριτωμένα.

Αι φοιτήτριαι της ιατρικής. – Ο κ. Ζωχιός και μία καρδία πτώματος. – Γυναίκες λιποθυμούσαι!
- Και περί των φοιτητριών μας της ιατρικής τι φρονείτε;
- Ενθυμούμαι, ότι προ τινων ετών είς των πρωτευόντων ιατρών μας, ο κ. Ζωχιός, αν δεν μ’απατά η μνήμη, μου διηγείτο, ότι αναλαβών να δώση στοιχειώδη μαθήματα ανατομίας εις τας (…) του Ερυθρού Σταυρού, επέδειξεν ημέραν τινά εις αυτάς μίαν εξαχθείσαν εκ πτώματος ανθρωπίνην καρδίαν, και άλλαι μεν τούτων ωχρίασαν, άλλαι δε ελιποθύμησαν! Τας συγχαίρω δια τούτο εξ όλης καρδίας, ενώ θα τας απεστρεφόμην, αν τας επίστευα ικανάς να πριονίσωσι κόκκαλα ή να εκριζώσωσι καρκίκους! Η γυνή είνε ασυγκρίτως ανωτέρα του ανδρός νοσοκόμος, παρηγορήτρια, ή και χορηγός σιναμικής και χαμομήλων! Διστάζω όμως να πιστεύσω, ότι δύναται και ν’ αποκτήση το απαιτούμενον προς ασφαλή χρήσιν της στρυχνίνης ή του πυρακτωμένου σιδήρου ποσόν ψυχραιμίας ή και αναλγησίας. Όπως εις πάντα τα άλλα, ούτω και εις την ιατρικήν υπερέχει η γυνή τον άνδρα εις τα μικρά, και υστερεί αυτού εις τα μεγάλα.

Δια ποίας άλλας γυναίκας θα γράψη. – Η κυρία Αρσινόη Παπαδοπούλου
- Σκοπεύετε να παρουσιάσετε και άλλας γράφουσας Ελληνίδας;
- Χρησιμώτερον θεωρώ να καταστήσω δια σειράς άρθρων γνωστοτέρας εις το Ελληνικόν κοινόν Γαλλίδας τινάς και Αγγλίδας, δυναμένας να χρησιμεύσωσιν ως πρότυπον γυναικογραφίας.
- Και από ποίαν θ’αρχίσετε;
- Ακόμη δεν απεφάσισα. Την Δελφίνην Γιραρδίνου πιθανώς.
- Διατί τόσον αποκλειστικώς επηνέσατε  την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, περί της οποίας μου είπεν η διευθύντρια της «Εφημερίδος των Κυριών» κ. Παρρέν, ότι έγραψεν εν ή δυο καλά πραμματάκια παιδικά, όχι όμως μεγάλα πράμματα;
- Δι’αυτό τούτο την επήνεσα, εκτιμών πολύ μάλλον του μεγέθους την ποιότητα των πραγμάτων. Τα διηγήματα της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου κοσμούσιν απ’ αρχής έως τέλους, αν όχι μεγάλοι, γνήσιοι τουλάχιστον και άμωμοι μαργαρίται.
 Και έλαβεν εκ της τραπέζης του το αντίγραφον των «Αθηναϊκών Ανθυλλίων», και μου επέδειξε τα επί των σελίδων του δια μολυβδοκονδύλου ή του όνυχος σημάδια, προσθέτων
- Έκαστον των σημείων τούτων υποδεικνύει χωρίον διακρινόμενον δι’ ιδιάζουσαν  χάριν, αφέλειαν ή και πρωτοτυπίαν. Τα σημάδια, ως βλέπετε, είνε πολλά.  Περί δε του ποιού κρίνατε ο ίδιος εκ του εξής: «Αν έστρεφε την κεφαλήν θα έβλεπε τα τέσσερα γατάκια ανωρθωμένα με όλην των την χάριν. Την εκύτταζαν ασκαρδαμυκτεί με την γλώσσαν προς τα έξω. Η μήτηρ των ήτο και αυτή εκεί και την εκάλει να έλθη να καμαρώση τα τέκνα της με την θωπευτικήν εκείνη φωνήν με την οποίαν αι μητέρες γαλαί ειξεύρουν ν’αποτείνονται προς όσους εμπνέουν εις αυτάς εμπιστοσύνην» (Εκ του διηγήματος: «τα πρώτα δάκρυα») Την ακρίβειαν της περιγραφής ταύτης ηδυνήθην να εκτιμίσω από τινων ημερών δια του αυτού ακριβώς τρόπου προσκαλούμενος και υπό της ιδικής μου γάτας να καμαρώσω τα τέκνα της.
  Ακόμη δεν την νομίζω, την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, και πρωτότυπον διότι ούτε εις τον Μονκρίφ, ούτε εις την
Physiologie passionelle, ούτε εις την ειδικήν γατολογίαν του ημετέρου κ. Μηλιαράκη, γίνεται ιδιαίτερος λόγος περί της τοιαύτης των γαλών μητρικής φιλαρεσκίας. Την τοιαύτην περιγραφικήν ικανότητα, όπως και την επιτυχή ψυχολογικήν ανάλυσιν του παιδικού χαρακτήρος, και των παιδίων την χαριτωμένην ομιλίαν, ονομάζει περιφρονητικώς η παρ’ημίν απόστολος της γυναικείας χειραφετήσεως πραγματάκια, λησμονούσα, ότι τα τοιαύτα ήρκεσαν αλλαχού να φημίσωσι γυναίκας, ότι και αυτή η Σάνδη αποβαίνει πληκτική, οσάκις παρεισάγει εις τ’απαράμιλλα μυθιστορήματα της κοινωνικάς ή φιλοσοφικάς  παρεμβάσεις, και ότι πολύ περισσότερον από όλα τα φιλολογήματα της Δακερίας, την σοφίαν της Duchatelet, τον στόμφον της Στάελ, και την εμβρίθειαν της Δόρας Ιστριάσος, αξίζει, φιλολογικώς τουλάχιστον μία επιστολή της Καϋλούς, ή μία επιφυλλίς της Gyp, ή της Γιραρδίνου. Όπως δήποτε αντιφατικόν φαίνεται να κατηγορούμαι συγχρόνως παρά της κυρίας ταύτης και ότι ζητώ πάρα πολύ μεγάλα πράγματα από τας γράφουσας ελληνίδας και ότι υπερτιμώ πραγματάκια κατορθώνων παραδόξως να είμαι εν ταυτώ και παραπολύ απαιτητικός και υπέρ το δέον ολιγαρκής. Το θαύμα τούτο ζητεί να εξηγήση, βεβαιούσα, ότι το άρθρον μου είνε προϊόν  παρακλήσεων και προσωπικής προς την γράψασαν τα «Ανθύλλια» συμπαθείας. Εις ταύτα ουδέν άλλο έχω ν’απαντήσω παρά μόνο, ότι δεν ηυτύχησα ποτέ να ίδω την κυρίαν Αρσινόην Παπαδοπούλου, ουδ’άλλο  τι περί αυτής, πλην του βιβλίου της, γνωρίζω. Το επροτίμησα δε των άλλων εν Ελλάδι γυναικογραφημάτων ως ασυγκρίτως θηλυκώτερον παντός άλλου. Δια την προτίμησιν όμως ταύτην ως και δια το όλον άρθρον μου πολύ δικαιότερον θα ήτο να κατηγορηθώ ως καθ’ υπερβολήν γυναικολάτρης παρά ως μισογύνης. Αδύνατον όμως είνε ν’ αγαπώ τόσον πολύ τας γυναίκας χωρίς ν΄αποστρέφομαι τας ανδρογυναίκας!

Η δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

- Και η εκ Κωνσταντινουπόλεως δεσποινίς Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου;
- Δεν έτυχε να διαβάσω τι ιδικόν της. Πολλάκις δε βλέπων το όνομά της : Α. Παπαδοπούλου, υπέθετα πως επρόκειτο περί της Αρσινόης Παπαδοπούλου. Τόρα λαμβάνω γράμματα και πολλοί μου λένε και προφορικώς να γράψω και δι’ αυτήν.

Τα Ολύμπια
- Και τα «Ολύμπια»;
- Ένα πράγμα δεν ειμπορώ να νοιώσω, απεκρίθη υψόνων τους ώμους, πως για να του δώσω ένα άρθρο του κ. Μπάμπη Άννινου μ’εσταύρωσε μ΄έφαγεν, ενώ τόρα ευρίσκει, ότι δεν ξέρω να γράψω πλέον! Και κάτι το πλέον περίεργον, προσέθεσε σατανικώς μειδιών: Με κατηγορεί, ότι είμαι γέρος – αλλά αυτό το ακούω προ πολλού. Πρί είκοσι πέντε ετών ο
DAurevilly που μετέφρασε την «Πάπισσαν Ιωάνναν» μου, έγραφε στα προλεγόμενά του, ότι το έργον αυτό μόνον εβδομηκοντούτης γέρων ειμπορούσε να το γράψη, ενώ τότε ήμην ο ατυχής μόνον εικοσιτετραετής!
- Και η απάντησις της «Εφημερίδος των Κυριών» πως σας εφάνη;
- Εξ’αυτής δεν έμαθα τίποτε το νεώτερον, αλλά μόνον πράγματα τα οποία κάλλιστα εγνώριζα, ότι δηλ.  αι τρίχες μου είνε φαιαί και ως εκ τούτου δεν αρέσκω πλέον εις τας κυρίας, και ότι εστερήθην της περιουσίας μου και της ευτυχίας ν’ακούω τα τερετίσματα των σαλονίων. Τον τοιούτον τρόπον συζητήσεως θα εθεώρουν ανάρμοστον εις γυναίκα, αν δεν ενθυμούμην ότι ούτω συζητούσιν εν Γαλλία, ουχί βεβαίως αι
divorceuses και αι emancipées, αλλ΄αι harengères  και αι poissardes (*).
  Και έβλεπεν ειρωνικώς μειδειών τον σβύνοντα ήδη ήλιον στους βουνούς του Δαφνιού, τον μόλις αφίνοντα εντός της αιθούσης της παλαιάς εκείνης οικίας της οδού Νικοδήμου ροδινωτάτας εκπνέουσας ακτίνας.
Μποέμ

______________
(*) «όχι βέβαια οι διαζευγμένες και οι χειραφετημένες, αλλά οι κυρίες της ψαραγοράς».
Εκείνη την εποχή, οι κυράτσες που πουλούσαν ψάρια στις ψαραγορές της Γαλλίας φημίζονταν για την ωμή ειλικρίνεια και τους τραχείς τρόπους τους, τόσο πολύ που ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιούνταν για όλες τις γυναίκες χαμηλού επιπέδου που μιλούσαν με αυθάδεια και χωρίς τρόπους.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Ροϊδης εξισώνει τις διαζευγμένες με τις χειραφετημένες γυναίκες

Πηγές για εμβάθυνση

Κοντοειδή Γεωργία «Η ιστορική σκιαγράφηση των Ελληνίδων συγγραφέων» Ρέθυμνο 2016,  Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα φιλολογίας.

Βαλάντω Λάνδρου «Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)», Θεσσαλονίκη 2017, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών – Μεταπτυχιακό πρόγραμμα νεοελληνικής φιλολογίας.

Γιαννάτη Ευδοκία  «Εφημερίς των Κυριών (1887 – 1917) Όψεις και διαπραγματεύσεις της γυναικείας ταυτότητας», Θεσσαλονίκη Οκτώβριος 2010, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή - Διατμηματικό  μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Σταύρος Μαλαγκονιάρης «Ο Ροΐδης χλευάζει τη γυναικεία χειραφέτηση», «Εφημερίδα των Συντακτών» 04.03.2018.

Ελένη Βαρίκα, «Μια δημοσιογραφία στην υπηρεσία της “γυναικείας φυλής”», Διαβάζω, αρ. 198,
14.9.1988.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

Ροϊδης, Μποέμ και οι γράφουσες Ελληνίδες

Στην «Ακρόπολη», στο φύλλο της 28-4-1896 δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του μεγάλου  Εμμανουήλ Ροΐδη με τον τίτλο «Αι γράφουσαι Ελληνίδες» όπου ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας κατακεραύνωνε τα ανήσυχα πρωτοφεμινιστικά πνεύματα της εποχής που βασικά μέσα από τις σελίδες της «Εφημερίδας των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν προσπαθούσαν να βρουν μια θέση στον αποκλειστικά ανδροκρατούμενο χώρο της νεοελληνικής φιλολογίας. Το κείμενο ήταν μία συρραφή από χοντροκοπιές και κοινοτυπίες του τύπου «…Δύο μόνα υπάρχουσι γυναικεία επαγγέλματα, το της οικοκυράς και της εταίρας» και εν κατακλείδι υποστήριζε ότι δεν υπήρχε γυναικείο ζήτημα στην Ελλάδα.

Το άρθρο, όπως ήταν φυσικό, άνοιξε συζητήσεις, αναστάτωσε τον φιλολογικό κόσμο. Ο Παλαμάς στην «Εστία» έγραψε χωρίς περιστροφές πως «… η Τέχνη δεν έχει γένος», όμως ο περισσότερος πνευματικός κόσμος είχε άλλη άποψη.
Ο τότε διευθυντής του «Σκρίπ»,  ο άτυχος Ευάγγελος Κουσουλάκος άδραξε την ευκαιρία και εντός δύο μόλις ημερών ανέθεσε στον πιο δραστήριο, εύστροφο και λίγο κατεργάρη δημοσιογράφο που διέθετε, το Μήτσο Χατζόπουλο (που υπέγραφε τότε με το ψευδώνυμο «Μποέμ»), τη διεξαγωγή μιάς σειράς συνεντεύξεων στο χώρο των «γράφουσων Ελληνίδων» με σκοπό φυσικά να αυξήσει το ενδιαφέρον για τη διαμάχη. Πράγματι το πράγμα θεωρήθηκε σχεδόν προσβολή από τον Ροϊδη, οπότε τις 8 Μαίου ο «Μποέμ» αναγκάστηκε να δημοσιεύσει μια συνέντευξη – απάντηση του δημοφιλούς Συριανού που όμως δεν κατάφερε να αποσοβήσει τη οξυμένη αντιπαράθεση.  (Την συνέντευξη αυτή θα δημοσιεύσω στην επόμενή μου ανάρτηση).
Παραθέτω ένα άρθρο της Φανής Πετραλιά που μιλάει διεξοδικά για την όλη υπόθεση καθώς και για το βιβλίο της Βαλάντω Λάνδρου που ασχολείται λεπτομερειακά με την διαμάχη γύρω από τις «γράφουσες Ελληνίδες».
Γ.Χ.

https://www.efsyn.gr/nisides/321090_enas-mpoem-stin-esiea

Ενας Μποέμ στην ΕΣΗΕΑ

Φανή Πετραλιά

«Η Εφημερίδα των Συντακτών» 27.11.2021

Ενας ωραίος κύριος, τύπος, θα έλεγες, αλλοτινού δανδή, θρονιασμένος στο τεράστιο πορτρέτο του κυριαρχεί στη μεγάλη αίθουσα της Βιβλιοθήκης της ΕΣΗΕΑ. Καθισμένος χαλαρά στο γραφείο του, με το μολύβι, στο αριστερό χέρι, σκόρπιες εφημερίδες στο πάτωμα, «Σκριπ», «Αστυ» και άλλες.
Διαφορετικός από τους διπλανούς λόγιους εφημεριδογράφους που υπέροχα έχει ζωγραφίσει ο Ροϊλός, ανάμεσά τους, ξεχωριστό διαμάντι, το μικρό πορτρέτο του Πορφύρα.
Για το ποιος ο εικονιζόμενος, υπήρξαν πολλές οι εκδοχές. Με επί χρόνια επικρατέστερη, εκείνη που επέμενε πως πρόκειται για κάποιον πρόγονο της οικογενείας Κύρου. Ενώ, εγώ, έμενα στα όσα είχε πει ο Παναγιώτης Πατρίκιος, ο αξέχαστος δημιουργός της Βιβλιοθήκης. Ο οποίος, στις συζητήσεις μας, πίσω από στοίβες βιβλίων και αρχείων, όλο και ανέσυρε και κάποιο εικαστικό απόκτημα. «Είναι ο Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Αλλη φορά, θα σου εξηγήσω γιατί εσείς οι δημοσιογραφίνες θα πρέπει να τον τιμάτε...»
Ο Πατρίκιος αρρώστησε και στη συνάντησή μας στο σπίτι του της οδού Στουρνάρη, κουράστηκε εύκολα. Αναβάλαμε για μια άλλη φορά τη συζήτηση. Εφυγε από τη ζωή αφήνοντας μετέωρες τις σχετικές πληροφορίες.
Εγκυκλοπαίδειες και διαδίκτυο έδιναν με φειδώ κάποια στοιχεία. Μάθαμε, ωστόσο, ότι ο Δημήτριος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1872 και πέθανε στην Αθήνα, το 1936. Αδερφός του λογοτέχνη, πρωτοπόρου σοσιαλιστή Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, μαζί με τον οποίο σπούδασε στη Γερμανία. Γυρνώντας στην Ελλάδα, έγραψε διηγήματα πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία με τα ψευδώνυμα Μποέμ και Πεζοπόρος. Μαζί με τον Γιάννη Καμβύση ίδρυσαν το περιοδικό «Διόνυσος», το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο «στη μετάδοση φιλοσοφικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων της Δυτικής Ευρώπης».
Και να που τυχαία, τις προάλλες, έπεσα πάνω στις χαμένες πληροφορίες. Στο ράφι βιβλιοπωλείου, σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ο Ροΐδης για τις γράφουσες Ελληνίδες και οι συνεντεύξεις τους στον Μποέμ». Με χιουμοριστική στο εξώφυλλο εικονογράφηση και τη λεζάντα «Συνεδριάζουν διά να λάβουν μέτρα κατά του κ. Ροΐδου».
Από τις εκδόσεις Ηριδανός, μικρός, κομψός τόμος, με εισαγωγή του δημοσιογράφου και κριτικού λογοτεχνίας Βασίλη Καλαμαρά. Και επίλογο της Βαλάντως Λάνδρου, βασισμένο στη μεταπτυχιακή εργασία της «Για ένα διαλεκτικό ενσταντανέ, οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου».
Σύγγραμμα διαφωτιστικό και απολαυστικό. Με θέμα, τη σφοδρότατη διαμάχη ανάμεσα στον επιφανή εκ Σύρου λογοτέχνη Εμμανουήλ Ροΐδη και τις γυναίκες που αφήνοντας πίσω, ημερολόγια και λευκώματα, τόλμησαν να διατυπώσουν δημόσιο γραπτό λόγο, γράφοντας βιβλία και άρθρα και αιφνιδιάζοντας μέχρι παροξυσμού την ανδρική αθηναϊκή κοινωνία.
Τέλη του 19ου αιώνα. Στον απόηχο των Ολυμπιακών Αγώνων, παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου και με τη χώρα πτωχευμένη.
Εποχή που το «γυναικείο ζήτημα», επηρεασμένο από τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φεμινιστικά κινήματα, είχε φτάσει και στην Ελλάδα. Με ηγέτιδα την Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία με την «Εφημερίδα των Κυριών –και το Λύκειο των Ελληνίδων – έφερνε καινά δαιμόνια, έχοντας συναγωνίστριες κάποιες τολμηρές, που διεκδικούσαν την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση των γυναικών, το δικαίωμα στη μόρφωση και στην εργασία. Μαζί τους και ένας άνδρας, ο σύζυγος της Παρρέν, Ιωάννης, γαλλοαγγλικής καταγωγής Κωνσταντινουπολίτης, δημοσιογράφος, ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Αφορμή για τη μετωπική κόντρα, ένα άρθρο με το οποίο ο Ροΐδης εγκαινίασε τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ακρόπολις» και με την προτροπή, όπως ελέχθη, του πολυμήχανου εκδότη της, Βλάση Γαβριηλίδη. Μια και από πάντα, τα «πικάντικα» -σχετικά με τις γυναίκες- δημοσιεύματα έδιναν φύλλα στις εφημερίδες.
Στόχος του προσβλητικού άρθρου «οι γράφουσες Ελληνίδες». Τις οποίες ο Ροΐδης αποκάλεσε «ανδρογυναίκες», «κουλτουριάρες», «ταραξίες». Με φανατικές εναντίον τους θέσεις και τη διευκρίνιση ότι «τας γραφούσας γυναίκας αγαπώμεν υπό τον όρον να μην μετενδύονται γράφουσαι εις άνδρας, αρκούμεναι εις μόνα του φύλου των χαρίσματα, την λεπτότητα, την χάριν, την φιλοκαλίαν, την ευαισθησίαν ή την πονηρίαν».
Είναι η στιγμή του δημοσιογράφου Μήτσου Χατζόπουλου, ιδρυτικού μέλους της Ενώσεως Συντακτών το 1914, σ’ έναν πόλεμο «όπου όλον το γυναικείον πνεύμα εξεστράτευσε κατά της πικρότατης ειρωνείας του συγγραφέως των “Συριανών Διηγημάτων”», εγκαινιάζοντας τη συζήτηση γύρω από το θέμα του φύλου στη γραφή, ανοιχτή μέχρι σήμερα.
Εγκαινιάζοντας επίσης τον θεσμό των συνεντεύξεων και μάλιστα με ανθρώπους του πνεύματος. Εναν από τους σταθμούς στην εξέλιξη του ελληνικού Τύπου. Με όπλο του την εφημερίδα «Σκριπ», παρεμβαίνει παίρνοντας συνεντεύξεις από μερικές από τις «γράφουσες» με πρόλογο, όπου παρουσιάζεται η προσωπικότητα και το έργο της κάθε μιας και με ακριβή καταγραφή των ερωταποκρίσεων. Τις υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ, μια και τότε οι δημοσιογράφοι υπέγραφαν με ψευδώνυμα (οι πρώτες δημοσιογραφικές υπογραφές έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη δεκαετία του 1920).
Η αρχή έγινε στο φύλλο της 1ης Μαΐου 1896, με την Καλλιρρόη Παρρέν που πρόσφατα είχε επιστρέψει από ενημερωτικό ταξίδι στην Αμερική. Την «πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφο», όπως ο Χατζόπουλος την αποκάλεσε και -κατά τον Ροΐδη- «εγεννήθη γυνή αλλά είναι μάλλον ανήρ», η οποία με την εφημερίδα της απευθυνόταν «προς όλα τας τάξεις» και δυσαρέστησε τον Ροΐδη γιατί «χωρίς την άδειάν του ετόλμησε να παρουσιαστεί εις το κοινόν ως συγγραφεύς ή δημοσιογράφος». Να δηλώσει ότι επεδίωκε «την δ’ εντίμου και αξιοπρεπούς εργασίας εξασφάλισιν του άρτου των γυναικών». Και να επισημάνει ότι ο καινούργιος αιώνας έμπαινε «με δύο μόνον επαγγέλματα διά την γυναίκα, της οικοκυράς και της εταίρας».
Ακολούθησαν άλλες «γράφουσες». Η Ευγενία Ζωγράφου, δημοσιογράφος, διευθύντρια του περιοδικού «Ελληνική Επιθεώρησις», συγγραφέας διηγημάτων και δύο θεατρικών έργων που είχαν ανεβεί στη σκηνή. Η Ελένη Κανελλίδου, λογία που ασχολήθηκε με κοινωνικά ζητήματα, σύζυγος του εκδότη της εφημερίδας «Καιροί» όπου σε συνέχειες μετέφρασε Ιούλιο Βερν. Η Σοφία Αλιμπέρτη, η οποία στην «Εφημερίδα των Κυριών» αρθρογραφούσε για την πολιτική ζωή του τόπου και την κοινωνική θέση των γυναικών.
Η Σεβαστή Καλλισπέρη, «λόγια δεσποινίς, η επαναστατικοτέρα, ίσως μορφή της Αθήνας», με σπουδές στη Σορβόνη, επιθεωρήτρια σχολείων και αρθρογράφος σε θέματα Τέχνης στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Η Καλλιόπη Κεχαγιά, διευθύντρια του Παρθεναγωγείου Χιλλ και του Παρθεναγωγείου Κωνσταντινουπόλεως, με μελέτες για παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Η Αρσινόη Παπαδοπούλου, εκπαιδευτικός στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης, συγγραφέας «προς χρήσιν των παιδίων» σειράς διηγημάτων παιδικής λογοτεχνίας.
Τελευταία -και σύμφωνα με τη δεοντολογία- η συνέντευξη με τον ίδιο τον «διώκτη των γραφουσών». Τον εξηντάχρονο Εμμανουήλ Ροΐδη, γνωστό ήδη και στο εξωτερικό συγγραφέα της «Πάπισσας Ιωάννας», αφορισμένο από την Ιερά Σύνοδο, σοφό διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, άνδρα με μεγάλο πνευματικό εκτόπισμα, υπέρμαχο της δημοτικής γλώσσας που, ωστόσο, έγραφε στην καθαρεύουσα.
Τον οποίο, ο Χατζόπουλος, συνέστησε ως εξής: «... πασίγνωστος εις την αθηναϊκήν κοινωνίαν ο ιδιόρρυθμος συγγραφεύς, ο κατατρώγων τα περιοδικά και τας εφημερίδας πάσης γλώσσης μετά τα μεσάνυχτα, χειμώνα καλοκαίρι εκεί εις του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα, ο ιδιόρρυθμος βαίνων εις τους αθηναϊκούς δρόμους, ο πλήρης εν τη ζωή, τη μελέτη και παραγωγή πρωτοτυπίας και ειρωνείας...».
Συναντήθηκαν στο εντυπωσιακά επιπλωμένο γραφείο του συγγραφέα, στην οδό Νικοδήμου, όπου η πανύψηλη βιβλιοθήκη συνυπήρχε με «αρχαϊκές εικόνες επί του τοίχου, διάφορα μεσαιωνικά όπλα και ακόντια ιπποτών».
Απολαυστική η συνέντευξη, με τον Ροΐδη να αναπτύσσει διά μακρών τις υποτιμητικές περί του γυναικείου φύλου θεωρίες του, η οποία, όπως και εκείνες των «γραφουσών», δεν γίνεται να χωρέσουν στις φιλόξενες σελίδες της «Εφ.Συν.». Συνέντευξη, όπου ο Χατζόπουλος δεν χαρίστηκε στον διάσημο και ισχυρό Ροΐδη, τον ικανό να επιφέρει «βαθύ, οξύ πόνον εις τους οπωσδήποτε περιπεσόντας εις την άκραν της γραφίδας του».
Οπως δεν του χαρίστηκαν και οι βαλλόμενες. Οι οποίες συνασπίστηκαν και τον αντιμετώπισαν κατά μέτωπο με τη δράση και τα «γυναικογραφήματα» τους, δημιουργώντας «φλέγον ζήτημα» και αναστατώνοντας την κοινωνία, τόσο ώστε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος να γράψει στην εφημερίδα «Το Αστυ»: «Το γυναικείον ζήτημα κατεκάλυψε και αυτάς τας εκλογάς και ο ολίγος ενθουσιασμός διά την νίκην του δημάρχου Αθηνών κ. Καλλιφρονά οφείλεται εν μέρει εις το άρθρο του κ. Ροΐδου».
___________________

Πηγές για εμβάθυνση

http://ikee.lib.auth.gr/record/295002
«Για ένα "διαλεκτικόν ενσταντανέ": οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)» Βαλάντω Λάνδρου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας.

https://www.maxmag.gr/afieromata/kallitexnes/afieromata-kallitexnes/kalirroi-parren/

https://diastixo.gr/arthra/10295-emanouil-roidis

https://agonigrammi.wordpress.com/2012/03/08/καλλιρροή-σιγανού-παρρέν-η-εφημερί/

http://maritheodo.blogspot.com/2008/04/blog-post_18.html

https://www.efsyn.gr/nisides/142284_o-roidis-hleyazei-ti-gynaikeia-heirafetisi

 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

«ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ» ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εορταστικό κείμενο όπου ο Δημ. Χατζόπουλος με τη δικαιολογία των Χριστουγέννων βρίσκει την ευκαιρία να μιλησει για την αγαπημένη του πόλη, το Βερολίνο, όπως την είδε και την έζησε πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτηριστική η φιγούρα του "Χριστουγεννάνθρωπου" με το πράσινο ραβδί, που μοιράζει δώρα στα παιδιά. 
Γ.Χ. 

Εφημερίδα «Εμπρός» 25 Δεκεμβρίου 1919

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΕΣΠΕΡΑ ΓΑΛΗΝΗΣ

Εις το αντικρυνόν πάρκο, εις το πλησίον μπουλβάρ, το χιόνι είχε πλαστουργήση, εις όλα τα πάρκα, τα μπουλβάρ, τας πλατείας, τον ποταμόν και τα κανάλια του, τας δενδροστοιχίας και τα μεγάλα οικοδομήματα, τα μνημεία και τους στύλους της απεράντου πόλεως, τας φαντασμαγορικωτέρας απόψεις. Λευκοί σταλακτίται εκρέμαντο από τους κλάδους των υψηλών δένδρων, τους εξώστας των σπιτιών. Αι συνεχείς δεκεμβριαναί χιονοθύελλαι είχαν εργασθή με καλλιτεχνικήν διάθεσιν, δια το μέγιστον λευκόν κέντημα, που εκάλυπτε με δαντέλλας και κρόσσια την κοσμόπολιν. Τόση ευτυχία λευκής διακοσμήσεως δια την μεγάλην χριστιανικήν εορτήν, που είνε συμπαθητική εξ ίσου εις τας απλοϊκάς καρδίας και τους ανήσυχους αρνητικούς της θετικής σκέψεως, ήτο ένα βαθύ ποίημα. Νηνεμία απόλυτη και ο θολός ουρανός είχε χαμηλώση, δια να ευφρανθή την λευκήν γαλήνην, σχεδόν ήγγιζε τας στέγας των σπιτιών.
Ο θόρυβος των εκατομμυρίων ανθρώπων εφαίνετο, ότι είχε παγώση και αυτός εις την λευκήν σιγήν. Εις τα βάθη των χιονισμένων μπουλβάρ πυκναί μαύραι σκιαί εκινούντο και εξηφανίζοντο βαθμηδόν. Αθόρυβα ανοιγόμμεναι θύραι τας κατέπιναν. Ήσαν αι ομάδες των εργατών, που διέκοψαν την εργασίαν των ενωρίς το απόγευμα. Εξαιρετικώς την ημέραν εκείνην δεν επήγαιναν εις το μπαρ. Το ιερόν συναίσθημα, υποβλητικώς πανίσχυρον, τους οδηγούσε εις την κατοικίαν των νηφαλίους και εγκρατείς. Εις τα καταστήματα, εις τα κολοσσιαία πρατήρια, όπου το θέαμα της κινήσεως ομοιάζει το των μυρμηγκοφωληών, ελάχιστοι ήσαν οι αγορασταί. Βιαστικοί, καθυστερημένοι εις τας εορταστικάς προμηθείας των εψώνιζον και απήρχοντο. Έπειτα αι χιλιάδες των λαμπιονιών, οι μεγάλοι ήλιοι των πανυψήλων ορατηρίων έσβυσαν, σμήνη κοράκων διεχύθησαν εις τα λευκά μπουλβάρ. Αι χιλιάδες των πωλητριών με το μαύρον ένδυμα και τον πλεχτόν σκούφον, βυθισμένον έως τα μάτια, έφευγαν γοργαί δια το ζεστόν σπίτι. Τα περνώντα τραμ προς όλας τας διεθύνσεις τας επήραν, ο ατμήρης  σιδηρόδρομος, τα λεωφορεία με τους μεγαλόσωμους ίππους, τα αυτοκίνητα όμνιμπους, ο υπόγειος και ο ανώγειος ηλεκτρικός, τας απήγαγον εις μακρυνάς συνοικίας, εις χαμένα εις το λευκόν χάος πολυάριθμα προάστεια, εις δάση και λίμνας, εις ποταμούς και κανάλια. Η τεφρά ημέρα έσβυνε και η βραδειά είχε πλέον το φως της ανταυγείας του χιονιού. Τα μεγάλα καφενεία, τα οποία δεν κλείουν στιγμήν του ημερονυκτίου, δεν είχαν έναν πελάτην την εσπέραν εκείνην. Σιγά-σιγά έσβυσαν τον φωτισμόν των. Και ολόκληρον το μεγαθήριον, το οποίον καθ’όλον τον χρόνον ασθμαίνει με μυριάδας παλμούς εργασίας, η γιγαντιαία πόλις με τον ρυθμικόν μηχανισμόν, ήταν ωσάν να έπαθε συγκοπήν. Εις τα μεγαλήτερα μπουλβάρ της, όπου η κίνησις δεν γνωρίζει διακοπήν ημέραν και νύχτα, δεν εφαίνετο σκιά ζωντανή. Μονάχα εις τους σιδηροδρομικούς σταθμούς κατέφθανον με βροντάς θυέλλης τα μακρυά τραίνα, λευκά από τον χιονοστρόβιλον, δεν επρόφθαναν να σταματήσουν  και εξετινάσσοντο εις την νέαν γοργήν κίνησίν των. Ήσαν τραίνα ερχόμενα από το ένα άκρον της Ευρώπης και διευθυνόμενα εις το απώτερον άκρον της Ασίας και ήσαν τραίνα πηγαίνοντα εις τας άλλας πόλεις της μεγάλης χώρας. Οι τελευταίοι ταξειδιώται, εορτασταί, που τα ανέμεναν εις τους υπεργείους σταθμούς, με τας μεγάλας θολωτάς υαλίνους στέγας, ενέβαιναν εις αυτά επειγόμενοι, σύροντες τα χριστουγεννιάτικα δέματά των από καρτόνι.

Χρόνια κάθε παραμονήν των Χριστουγέννων εδοκίμαζα ζωηράν ευχαρίστησιν να πλανώμαι εις τους δρόμους της κοσμοπόλεως δι’ αυτό το θέαμα της μεγάλης, της γενικής αργίας, δια την εκπληκτικήν ερήμωσιν και το σταμάτημα πάσης κινήσεως εις αυτήν. Είχε κανείς την εντύπωσιν, ότι εβάδιζε εις νεκράν πόλιν, την οποίαν εσαβάνωνε το χιόνι. Και προς την ερήμωσιν αλλόκοτη ήταν η αντίθεσις της πανηγυρικής φωταγωγήσεως των ατελευτήτων σειρών των σπιτιών, δεξιά και αριστερά των νεκρών δρόμων. Από τα ισόγεια έως τον πέμπτον πάτωμα, όλα τα παράθυρα ήσαν φωτισμένα. Μυριάδες φωτεινά τετράγωνα απλώνοντο εις το χιονόστρωμα των δρόμων, εις τους κρεμμάμενους σταλακτίτας των γυμνών μαύρων δένδρων. Εβάδιζε κανείς εις τον συνεχή λευκόν τάπητα με τας φωτεινάς, χρυσάς ανταυγείας του, ως εις ονειρώδη πορείαν. Όπου τα λευκά παραπετάσματα των παραθυριών δεν είχαν συρθή, έβλεπε ο διαβάτης δια μέσου των μεγάλων τζαμιών σκιάς ανθρώπων κινουμένας, αστερόχρυσον την φωταγώγησιν του χριστουγεννιάτικου δένδρου με τον γλυκύν φωτισμόν των κεριών του ή των μικρών ηλεκτρικών σφαιριδίων του, με τον λαμπερόν παιγνιώδη διάκοσμόν του, κορίτσια λευκοφορεμένα με την αισθηματικήν μπλουζίτσαν της χειμερινής εορτής, ξανθόμαλλα παιδάκια σκιαζόμενα υπό το μαγικόν δένδρον, γεμάτα από έκφρασιν χαράς, συγκινήσεως, εκστάσεως. Εις το βάθος απήστραπτο από ολόφωτην γαλήνην η τραπεζαρία με το στρωμένον, έτοιμον τραπέζι. Τα ποτήρια εσπινθηροβολούσαν, ρουμπινιών αντανακλάσεις είχαν η καράφες με την ξανθήν μπείραν, ηλεκτρώδεις αι φιάλαι με τον παραρρήνειον οίνον. Εις το μέσον του τραπεζιού ερρόδιζε εις τεραστίαν πιατέλλαν η χριστουγεννιάτικη χήνα, μεγάλη ως πασχαλινός αμνός. Από τα μέγαρα των εκλεκτών τμημάτων της μεγαλοπόλεως έως τα ογκώδη στρατωνοειδή οικοδομήματα των εργατικών συνοικιών της το χαρμόσυνον εορταστικόν θέαμα της «αγίας βραδειάς» ήτο το ίδιον, φωτεινόν, γαλήνιον, αισθηματικόν, ευφρόσυνον. Δια πέντε εκατομμύρια ανθρώπων, στεγασμένων εις μίαν και την αυτήν πόλιν, καλοθερμασμένων από την ιδίαν υψηλήν πήλινην σόμπαν, την φθάνουσαν έως την οροφήν, δοκιμαζόντων το αυτό γλυκύ συναίσθημα της οικογενειακής συγκεντρώσεως, έγεννάτο ο Χριστός εξ ίσου. Ήταν τα προπολεμικά χρόνια, τα ηρεμώτερα οπωσούν εις ανθρώπινην εκδήλωσιν, με ολιγώτερον μίσος εις τας καρδίας των ανθρώπων, με ολιγώτερα δάκρυα εις τους οφθαλμούς των και με ολιγώτερον πένθος εις το ένδυμά των. Τα φυλετικά πάθη ύπνωττον και εξεδηλούντο μόνον με τον οικονομικόν ανταγωνισμόν, αι κοινωνικαί αντιθέσεις της πάλης των τάξεων εφανερώνοντο με την πολεμικήν των ειρηνικών μέσων, η εργασία δεν ήτο τόσον βαρειά, η φροντίς δεν απεξήραινε τόσον το αίσθημα, ο οικονομικός βίος ήτο ευκολώτερος, το αίμα δεν είχε ακόμη μιάνη την λευκότητα του χιονιού και ο Χριστός εύρισκε οπωσούν εις κάθε ανθρωπίνην καρδία μίαν γωνίαν, δια να την συγκινηση με την συμβολικήν γλυκείαν γέννησίν του.
Και ενώ τα εκατομμύρια των κατοίκων της μεγαλοπόλεως ανεπαύοντο εις την εσωτερικήν γαλήνην του σπιτιού, ένα μόνον άνθρωπος είχε πολλά ασχολίας την χιονισμένην δεκεμβριανήν εσπέραν. Ο «Χριστουγεννάνθρωπος» πόσα πατώματα έπρεπε να ανεβή, πόσας θύρας διαμερισμάτων ώφειλε να κρούση. Από τα πρώτα πατώματα της προσόψεως των πλουσίων έως τα τέταρτα των οπισθίων οικοδομημάτων, όπου κατοικούν οι πτωχοί άνθρωποι. Αλλά όλαι αι θύραι και όλαι αι κατοικίαι του είνε ομοίως προσφιλείς, διότι εις όλας τας κατοικίας, μεγάλας και μικράς, είνε παιδάκια με την αγωνίαν εις τα ματάκια των  δια τη άφιξίν του, με την φαντασίαν των εις πυρετόν δια την μυστηριώδη εμφάνισίν του και τα δώρα του. Και είνε αγαπημένος ο ερχομός του και δια τους μεγάλους, που μειδιούν ευχαριστημένοι δια το παραμύθι της ζωής, διότι θυμούνται, ότι έζησαν και αυτοί με τας συγκινήσεις του εις τα παιδικά των χρόνια και δεν τους είνε ξένη η αποψινή του ποίησις, αφού την βλέπουν να λάμπη εις τα μάτια των παιδιών, εις τα οποία έχομεν όλας τας ελπίδας της ζωής μας. Και όταν ο «Χριστουγεννάνθρωπος» σημάνη την θύραν και εμφανίζεται εις τον διάδρομον του σπιτιού, λευκός και κουρασμένος, κτυπών την ράβδον του, φορτωμένος με τον σάκκον, από τον οποίον θα εκχυθούν χαραί δια μικρούς και μεγάλους, είνε ωσάν να εξαγνίζεται η παναθλία αυτή ζωή από ένα φως ειρήνης και ιερότητος. Γίνεται κανείς τόσον παιδί, κυριευμένος  από απλούν συναίσθημα. Όλη η πικραμένη ζωή περιενδύεται την καλήν και ευγενή μορφήν του μύθου.
- Καλέ μου Χριστουγεννάνθρωπε, καλώς ώρισες και σε ευχαριστούμεν διά τα ευτυχή δώρα σου. Αλλά κάθησε, λοιπόν, λιγάκι δια να αναπαυθής. Σου έχομεν έτοιμον το τσάϊ σου και τα γλυκά σου τα έχομεν δέση με κόκκινην μεταξωτήν κορδέλλαν.
Αλλά ο γέρος είνε πολύ βιαστικός. Έχει να επισκεφθεί τόσα πολλά άλλα παιδάκια. Αποθέτει την πράσινην βέργαν του, σύμβολον της ακαταλύτου ισότητος εις τον βαρύν χειμώνα, ξεφορτώνεται τον σάκκον του, από την μακράν άσπρην γενειάδα του τινάζεται το χιόνι του δρόμου και ακούει ευχαριστημένος τα χαιρετιστήρια τραγουδάκια των παιδιών διά την ευτυχή άφιξίν του. Τα χαϊδεύει και τα νουθετεί. Η έκστασις, που εκπορεύεται από τα γοητευμένα ματάκια των γίνεται χαρά εις τα πρόσωπα των μεγάλων και εις το αναποδογύρισμα του σάκκου του ασπρομάλλη  γέροντος, επάνω εις το χριστουγεννιάτικον τραπέζι, το σπίτι γεμίζει από ζωηρά ξεφωνήματα. Εις το πιάνο ηχεί ο απλούς, λιτός ύμνος της ιεράς εσπέρας. Των προγόνων αι μορφαί εις τα κάδρα των τοίχων φαίνονται να κινούν τα χείλη εις ευλογίαν. Ποία ευωδία είνε αυτή, που διαχύνεται εις τον θερμόν, καλόν κλειστόν χώρον;
Αλλά δεν γνωρίζομεν καμμίαν άλλην μορφωτικήν δύναμιν, άλλην εξανθρωπιστικήν προσπάθεια, η οποία να κατώρθωσε να συγκινή βαθύτερον τας μυριάδας των ανθρώπων και να τας προσεγγίζει φιλίως, όπως το επιτυγχάνη η συμβολική χριστουγεννιάτικη εσπέρα.  Πιθανόν να μη γεννάται ασκόπως ο Χριστός μίαν νύχτα του Δεκεμβρίου δι’ημάς τους κακούς ανθρώπους, οι οποίοι επί τέλους τοιούτοι εδόθημεν ανευθύνως. Μας υπενθυμίζει, με την ηδείαν συγκίνησιν της συμβολικής ταύτης εορτής, ότι η αγάπη έχει, αν όχι τίποτε άλλο, δικαιώματα εις την ζωήν καθώς και το μίσος.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022

«ΑΓΙΑΝΝΗΣ» ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα που δημοσιεύτηκε στο φιλολογικό περιοδικό «Παρνασσός» τεύχος 6 του 1893 όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 21χρονών. Περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ένα θεσμό που την εποχή του διαδικτύου και της τηλεόρασης έχει χάσει την αίγλη που είχε εκατόν τριάντα χρόνια πριν, το θεσμό των θρησκευτικών πανηγυριών. Από πολύ νεαρός ο Χατζόπουλος είχε γυρίσει με τοπογραφική μανία όλη την Αιτωλοακαρνανία και είχε εντοπίσει κάθε τι το αξιοπερίεργο, μεταξύ των άλλων και τα ερημωμένα και μη ξωκκλήσια. Το διήγημα ανήκει στην πρώτη του συγγραφική περίοδο, όταν έγραφε στη δημοτική και δεν είχε αποποιηθεί την ηθογραφία. Κράτησα την ορθογραφία (η γραφή είναι βέβαια μονοτονική) και το ακριβές λεξιλόγιο του αυθεντικού κειμένου, οπότε μην παραξενευτείτε αν συναντήσετε λέξεις σαν «μπαϊλίση», «βίκαις κρασί», «γκιογούμι» (δοχείο), «μποτίλλιαις», «κατάψηλαις πράσιναις καλαμιαίς», κλπ. Γ.Χ.
  
περιοδικό «Παρνασσός» τεύχος 6 / 1893

  ΑΓΙΑΝΝΗΣ  

Από τον Απρίλη ακόμα αρχίζουν τα πανηγύρια στο Μεσολόγγι. Ο Αγιώργης του Μπουχωριού κάνει καλή αρχή. Ο σιδηρόδρομος κουβαλά ολημερίς τον κόσμο στα χαριτωμένα εκείνα μέρη της Βαράσοβας, κι΄η βοή του πανηγυριού πασχίζει να ξεπεράση τ΄αδιάκοπο ροχάλισμα του Φίδαρη (1), που κυλιέται φιδωτός ανάμεσα σε πυκνά δάση ροδοδαφνών, πέρα προς τη θάλασσα. Έπειτα έρχεται η μοναδική Αγιά Λεούσα, της Κλεισούρας με το μοναστηράκι της, και τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, κρεμασμένη στους αψηλούς και σαν μαχαίρι ίσιους ξερόβραχους της θαυμαστής χαράδρας. Ο Αϊθανάσης ύστερα, ένα εκκλησάκι, δέκα λεπτά μακρυά από την πόλι, πώχει τόση ιστορία ολόγυρα στα αγιασμένα από το λιβάνι της δόξας χώματά του, και παρασταίνει τόσο όμορφα ανάμεσα στα πράσινα αμπέλια. Ύστερα έχει αράδα ο Αγιάννης κατά το ρέμα, ο Αγιάννης του Νιοχωριού ύστερα πέρα από το νησί τ’ Ανατολικού, κοντά στον ποταμό τον Άσπρο, κ΄έτσι πάει λέοντας όλο και πανηγύρια όλο το Μάη, όσο που φθάνει το πανηγύρι της Κλείσοβας, στο ιστορικό νησάκι, κι’ η μεγάλη κι‘ η ασύγκριτη χαρά του Άϊ Συμιού, που την ξιστόρησε πέρυσι στο «Άστυ» τόσο γραφικά ο φίλος Πέτρος Αβράμης. Και που να τα λέμε όλα ίσια με τον Αύγουστο και παρέκει. Ολ’ αυτά τα πανηγύρια δε παραλλάζουν μεταξύ τους και πολύ. Όλα έχουν την αυτή όψι, και το καθένα έχει και μια δική του χάρι κανένα δεν έχει ξεχωριστό γνώρισμα, και το καθένα έχει και το δικό του μάγεμμα. Ίσως όλ’ αυτά τα κάνει η άνοιξι με την ξαφνική άνθησί της, ίσως τα κάνει αυτός ο τόπος, που κάθε ραχούλα του, κάθε λαγγαδιά, κάθε κάμπος μαγεύει το μάτι, και συνεπαίρνει τη ψυχή. Όλ’ αυτά δεν είνε παρά απλά, μικρούλια εξωκκλησάκια, άλλα κάπως περιποιημένα, ασβεστωμένα, με ψηλά δεντράκια, γύρω, με πράσινους θόλους, και άλλα έρημα, μαυρισμένα, ξασπρισμένα, με τη μια πλευρά τους νιοχτισμένη, με την άλλη παλαιά, απομεινάρι χρόνων βυζαντινών, με κάνα παράξενο φυτρωμένο δεντράκι αψηλά στην στέγη του ιερού, με δυό, τρία μνήματα στο πλάϊ, με καμμιά μάντρα ολόγυρα, ή με κάνα μισογκρεμνισμένο γυροβόλι. Είνε όμως και διαφορές. Η Αγία Ελεούσα έχει καλά χτίρια, κηπαρέλια κομψά, καλά κελλιά, μικρές πλατείαις καλοπεριποιημένες, απ’ το καιρό που ζούσε ο μακαρίτης Παλαμάς, ο πρώτος καλόγηρος του μοναστηριού, που το κεφάλι του στόλιζε ο καλογερικός σκούφος, και το σελάχι του κουμπούραις και γιαταγάνια (σε κάνα φυλλάδιο του «Παρνασσού» θα δώσουμε την περίεργη εικόνα του συγχωρεμένου αυτού ανθρώπου, εικόνα π’ αξίζει να στολίση σωστό μυθιστόρημα), και ο Αϊ Συμιός με το καλοχτισμένο μοναστηράκι του, και την αθάνατη ρομάντζα του. Τ’ άλλα όλα είνε αφημένα στην τύχη τους. Κοιμούνται, λες, αλάκαιρο το χρόνο σε βαθύ ύπνο. Αρηά και που να τα ξυπνήση κάποτε το μουρμούρισμα του παππά, σε καμμιά μονοεκκλησία, ή το τραγούδι καμμιάς παρέας, που ο πόθος της εξοχής την φέρνει και ξεφαντόνει στην ερημιά τους. Κοιμούνται, θαρρείς, μα σ’αυτό τον ύπνο τους, σ’ αυτή τη νάρκη τους , λες και μαζεύουν μάγια , λες κι’ αραδιάζουν στολίδια, για να ξυπνήσουν τη μέρα της γιορτής περιχυμένα από φως και ζωή, καταστολισμένα από άνθη και χηλιδονιών λαλήματα, ξαφνισμένα στον αχνό του νταουλιού, και στου ζουρνά το ξελαρύγκισμα. Αποβραδύς ακόμα της παραμονής ξεκινά ο κόσμος από την πόλι για το πανηγύρι. Πρώτος απ’ όλους ο Επίτροπος με το γαϊδουράκι του φορτωμένο από κεριά, κι’ από χίλια δυό λογής πράγματα. Ο επίτροπος απάνω κάτω είνε ένας κοντός, κοντούτσικος ανθρωπάκος, νάνος σωστός που παίρνει μαζί του αγκομαχώντας μιάν ασήκωτη φουστανέλλα, κι’ ένα φέσι κόκκινο που ζυγίζει τ’ ολιγώτερο, το μισό ανάστημά του. Αν και είνε τοσολάκης, είν’ ακούραστος, έχει φτερά στα πόδια, και τρέχει, τρέχει ολοένα. Που τον βλέπεις, που τον χάνεις, τόρα εδώ, και τόρα εκεί. Και μήπως κάνει λίγαις δουλειαίς ο άνθρωπος! Αυτός μονάχος θα πλύνη ταις πλάκες της εκκλησούλας, αυτός θα ξαραχνιάσει τους τοίχους, θα ξεσκονίση τα ποντικοφαγωμένα βιβλία, θα καθαρίση τα καντήλια και θα πλύνη τα μανάλια, θα σφογγίση τα κονίσματα, θα σαρώση τα στασίδια, θα βάψη με το πιο αστραφτερό χρώμα το πάγκο των επιτρόπων, θα πλέξη στεφάνια για τις πόρταις, θα συγυρίση τα ταξίματα και τα χαρίσματα των πιστών, θα βάλη τέλος τα πόδια του σ’αδιάκοπο ατμό, θα ιδρώση χίλιαις στιγμές την ώρα, θα μπαϊλίση στα ύστερα, και για όλ’αυτά θα μείνη ευχαριστημένος από τον εαυτό του, αν τα καταφέρη να ευχαριστηθή ο κόσμος, και να γίνουν όλα με ησυχία και τάξι. Είνε να τον λυπάται και να τον ζηλεύη κανείς μαζί, αυτόν τον άνθρωπο. Κατά δεύτερο λόγο έρχονται οι μεταπράτηδες, γιατί αλλοιώς δεν μπορούμε να τους πούμε. Αυτοί πάντα είνε αμαξάδες, τσαρουχάδες, κάθε καρυδιάς καρύδι, ανθρωπάκοι που πετάνε τη σκούφια τους για… πανηγύρι. Βρίσκουν από την παραμονή ένα παληάλογο το φορτόνουν με δυό-τρεις βίκαις κρασί, με λίγο συριανό, με μερικές μποτίλλιες μαστίχα και μέντα, με κάνα παλιοτενεκέ, με κάνα γκιογούμι, κ’εμπρός. Μόλις φτάσουν αραδιάζονται ο ένας στο πλάϊ του άλλου, κουλλορώνουν το εξωκκλησάκι, απλόνουν καμμιά τέντα για τον ήλιο, αραδιάζουν μπροστά τους ταις μποτίλλιαις, ζώνουνται μια μεγάλη ποδιά, από χέρια μάλιστα. Κι όμως αυτοί είνε που δίνουν ζωή στο πανηγύρι, αυτοί ‘ναι που χύνουν την όρεξι στον κόσμο, που αψόνουν το γλέντι, και δροσίζουν τα λαρύγκια, κι’ ανάβουν τα κεφάλια, και θερμαίνουν τα αίματα, και τονίζουν τα τραγούδια. Ας βάλουμε τόρα και τους βλάχους, ή τους Αμπλανήτες, που βρίσκονται εκεί ολόγυρα, και βρίσκουν τον καιρό να κάμουν τον χασάπη με καμμιά κατοχρονίτικη γίδα. Ο κόσμος όμως που θέλει να γλεντίση κάνει το κουμάντο του από την πόλι. Στα πιο μακρυνά πανηγύρια μαζεύονται παρέαις παρέιας, θηλυκοί και αρσενικοί και δυνάμει του περί ρεφενέ νόμου, φροντίζουν να μη λείψη τίποτις από τα τραπέζια. Σ’όλα αυτά όμως έχει πέρασι ο λαός και μόνο, τ’ αληθινό και δροσερό αυτό λουλούδι της χώρας, και η λεγάμενη αριστοκρατία - σαν πως κατάντησαν και τα χωριά μας σήμερα, κάνουν κ’ εκεί κοινωνική διάκρισι! - δεν παρασκοτίζεται για τέτοια ψυλλοπηδήματα. Το πολύ, πολύ μπορεί να φανερωθή ως εκεί με κάνα αμάξι. Στα όμορφα αυτά πανηγύρια, στα γλυκά αυτά ξεφαντώματα, ανάμεσα στους μεθυστικούς εκείνους τύπους, δε μπορεί παρά μόνο ο αργάτης να γλεντήση παρά μόνο ο ψαράς να χαρή. Ο αργάτης που σε συγκινεί βαθύτατα, και σε κάνει να δακρύζεις, ευλογημένο δάκρυ, σαν τον βλέπεις να γυρνά απ’ τα χωράφια το βράδυ με τ’ αγκομάχημα στο στόμα, μόλις κρατημένος στα πόδια του, κι’ ανοίγοντας όμως τα σπασμένα και χοντρά του χείλη με πρόσχαρο χαμόγελο μπροστά στη γυναικούλα του, και στη γελούμενη θωριά του μωρού του. Και πόσο συγκινητική είνε η μεγάλη εκείνη χαρά και το ξεφάντωμα του πανηγυριού!... Κάθε δεντράκι, κάθε μυρωμένος ίσκιος, κάθε δροσερό λειβαδάκι, αντηχεί από λιγυρά τραγούδια, και αργυρά γέλια. Τ’αψηλά τ’ Αγιάννη δέντρα σχηματίζουν ένα θόλο μεγάλο έναν ίσκιο πράσινο κ’ εκεί μαζεύεται ο περισσότερος κόσμος, όσο που θα αποψαλή η λειτουργία. Και ύστερα το κάθε γελαστό καλυβάκι, το κάθε ζηλευτό σπιτάκι των σταφιδιών και των αμπελιών ανοίγει τη πόρτα του, και τα παράθυρά του προς τη μεγάλη εκείνη πρασινάδα του κάμπου, που την φιλεί ερωτεμμένα χαμηλά χαμηλά η γαληνεμμένη λιμνοθάλασσα. Διαλέγουν πάντα τον καλό ίσκιο αποκάτω από θολωτά πλατάνια και σκληροτράχηλες κατάψηλαις λεύκες. Ο καπνός της φωτιάς και της ανθρακιάς σηκόνεται εκείθε στον καλοκαιρινό ουρανό διάφανος, και σχηματίζει όμορφαις κολόναις πλημμυρισμέναις από την ακτινοβολή του ηλίου. Οι άντρες παραστέκουν στων αρνιών το ψήσιμο, τα κορίτσια τα ξεπλανά η ομορφιά της γης, ο ανασασμός της άνοιξης και τρέχουν, και χάνονται ανάμεσα στα φιδωτά και θολωτά από κατάψηλαις πράσιναις καλαμιαίς μονοπάτια, πέρα στα σπαρμένα χωράφια, στα καλοδιαλεγμένα κλήματα. Και παίρνουν τόση χάρι, τόσην ομορφιά, τόση μαγνητική δύναμι, μέσα σ’εκείνη την εξοχή! Θαρρείς πως όλοι έχουν ένα κόψιμο, απόνα καλούπι πως έχουν χυθή. Γελασταίς, γελασταίς με τα γλυκύτερα χρώματα απάνω τους, με τα κομψά αναστήματά τους, τα τορνευτά μέλη τους, τα παιδικά κουνήματα, την περίσσια αμέλειά τους, ξέσκεπες, μ’ ανεμισμένα μαλλιά, με καμμιά πλεξίδα μακρυά μακρυά και καλοπλεγμένη, με κάνα λεπτό λεπτό αραχνομάντηλο στώμορφο κεφαλάκι τους, τρέχουν σαν Νεράϊδες, πετούν σαν πουλάκια, γελούν σαν αγγελούδια, Αλλοίμονο στον άνθρωπο που θα συναντηθούν τα μάτια του μαζί με τα δικά τους. Και τι μάτια!... Μάτια που κλειούν το Διάλο μέσα στις κόραις τους. Και να τα συντυχαίνης ξαφνικά ανάμεσα στ’αψηλά αστάχυα του χωραφιού, περιτριγυρισμένα από χρυσάφι, μαλλιών, κι’ από χρυσάφι ασταχιών. Και να καρφόνουνται ίσα καταπάνω σου, να σε περονιάζουν φλογισμένα, να σου χαμογελούν δαιμονικά, και να κλαίνε υγρά μέσα σταις βλεφαρίδες τους, και να γελούν μαζί με τη ξαστεριά του ουρανού, και να παίζουν μαζί με το τρελλό μαϊστραλάκι της θάλασσας…
      Όμορφαις μέσα στην όμορφη εκείνη φύση!... 
      Μάγεμμα η φύσι κ’ όνειρο στην ομορφιά και χάρι…
 Μάγεμμα, κι΄όνειρο, που άμποτε να μη ξυπνούσε κανείς από δαύτο, μέσα στου κόσμου τη πεζότητα, και στης ζωής τον σκληρό αγώνα,. Άμποτε ν’αποκοιμούσε της ψυχής του τα όνειρα στην αρμονική εκείνη ώρα, μια για πάντα, μέσα στο ατελείωτο γύρισμα του χρόνου. Εκεί δε μπορείς να κάμης ένα βήμα, να περάσης μια ρεμματιά, ν’αναβής μια ράχη του Ζυγιού, να πάρης ένα χλιαρό μονοπάτι και να μην ανοιχθή μπροστά σου και μια καινούργια εικόνα. Εδώ το χαμηλό καλύβι χωρίζει τόσο γραφικά από την πρόσχαρη όψι των εξοχικών σπιτιών, εκεί η πλεχτή φυλάχτρα του δραγάτη στην κατάψυλη κορφή της λεύκας δεν παραλλάζει τόσο από φωλιά πουλιού, παραπέρα χύνει τόση αρμονία το ακούραστο κατρακύλισμα του ρυακιού, τόρα κρυμμένο σε πυκνό δάσος από ροδοδάφναις, και τόρα φανερό κι΄ηλιοφώτιστο με τ’ ασημένια πετραδάκια του στο βυθό του, και τους ανθοσπαρμένους όχτους του στο πλάι του, παρέκει του νερόμυλου τ’αδιάκοπο βογκητό, αψηλότερα χαράδραις και λαγκαδιαίς αλλού ηλιοφώτισταις, κι’ αλλού σκοτεινές και γεμάτες μυστήριο ραχούλαις στρογγυλαίς πρασινισμέναις και φορτωμέναις πρόβατα, και γεμάτες θυμάρια, και με γλυκό αντίλαλο βελασμάτων και κουδουνιών., εδώ ερημιά ποθητή, εκεί ζωή αγαπημένη εδώ σιγαλιά βαθύτατη, κι’ εκεί φωνή γελαστή, και γέλιο ασημένιο, εδώ αηδονιού λαρυγγισμοί, βοσκού σούρισμα, βουκόλου χούγιασμα, αχός κοπαδιού, κι’ αχός φλογέρας, εκεί χελιδονιού ατέλειωτο λάλημα, τσαπιού σήκωμα στην αέρα, αγκομάχημα δουλευτού, γλυκό τραγούδι Ρούμελης, πρόσχαρη θωριά ελιοστασιού, βαθύ περιβολιού μυστήριο, κι’ ανθοσπαρμένου τόπου αναπνοή. Και πέρα στην ακροθαλασσιά το Μεσολόγγι, ένας μικρός σωρός από μικρά σπιτάκια κάτασπρα στην αντηλιά, ροδοβαμμένα στη δύσι, θαμπά στη καταχνιά της ανατολής, ένας μικρούλης φράχτης, σωτήρας της Ρωμιοσύνης, που έκαψε λιβάνι θαυμασμού στ’ όνομά του η ανθρωπότης, πάφηκε το υστερνό της ψυχής του φύσημα ο Βύρων. 
Όσ’ αρχίζει ο ήλιος και κατεβαίνει προς τη δύσι του, τόσο ξεθυμαίνει και το πανηγύρι. Αγάλι’ αγάλια οι παρέαις, ύστερα από την κούρασι όλης της μέρας κατεβαίνουν στη πύλη με περίσσεια όρεξι ακόμα. Υστερνά απομένουν τα νταούλια, κ’ υστερνότεροι οι μεταπράτηδες κ’ ο … επιτροπάκος. Τ’ αμάξια ανταμόνουνται με τα φορτωμένα από σκαμνιά και πάγκους κάρρα. Αν τύχη να μη παίζη μουσική στη Τουρλίδα έρχεται πιο πολύς κόσμος από την Πύλη ίσα μ’εκεί. Ο δρόμος του Μπουχωριού γεμίζει τότες από πλήθος. Εκεί κοντά στα Ταμπακαριά σε κάνα λιοστάσι αυτοκαμωμένο βελούχι απλόνει τα σκαμνιά του κ΄όσο να πέση ο ήλιος πέρα στα βουνά του Ξηρόμερου, και να βραδυάση περπατάει εκεί ο κόσμος. Κι’ όταν ο κάμπος χαθή μέσα στο πρωτοσκόταδο, κι’ ο Ζυγός με τα μάγια του ξυπνά στα πρώτα φιλιά της νυχτερινής αύρας, ο κόσμος χύνεται στην πόλι, στη Τουρλίδα σταις γειτονιαίς, και ξαναρχίζουν τα τραγούδια, τα γέλια, οι περίπατοι, οι έρωτες, και η χαρά περ’ απ΄τα μεσάνυχτα. Έξω το ερημοκκλησάκι βουβό κι’ έρημο τόρα, κάνα τσοπανόπουλο ξεγελασμό από της νύχτας τα κάλλη και του φεγγαριού το φως γυρμένο στη μηλίτσα του σκορπά κάνα τρεμουλιαστό τραγούδι στον αέρα με τη φλογέρα του, και κάνας σκεπτικός διαβάτης, υστερνό απομεινάρι του πανηγυριού, απομένει ακόμα εκεί στην ερημιά κρατημένος από καμμιά γλυκιά ενθύμησι. 
Μήτσος Χατζόπουλος 

 (1) Φίδαρης είναι ο Εύηνος ποταμός.