Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Ο ΑΤΙΜΑΣΜΕΝΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ – ΕΙΣ ΤΟ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΔΙΚΕΙΟΝ του ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ο αγώνας των γυναικών για χειραφέτηση μέσα από τα χρονογραφήματα του Μήτσου Χατζόπουλου Μέρος Β’

Παραθέτω σήμερα δύο χρονογραφήματα του Μήτσου Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα “Το Έθνος” το Γενάρη του 1926. Το πρώτο, προφανώς υπαγορευμένο από τη διεύθυνση της εφημερίδας και ως εκ τούτου χοντροκομμένο, προσπαθεί με εξοργιστικό τρόπο να δικαιολογήσει το μαχαίρωμα μιάς δεκαπεντάχρονης από τον αδελφό της “για λόγους τιμής”, ενώ το δεύτερο, που δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα, αναιρεί όσα γράφτηκαν την προηγούμενη εξιστορώντας πως καταδικάστηκε στο πταισματοδικείο ένας “άντρακλας” που έδερνε τις γυναίκες.

Το “Εθνος” θεωρούνταν “προοδευτική” εφημερίδα, δημοκρατικών αρχών, υπό τη διεύθυνση του Σπυρίδωνα Νικολόπουλου στάθηκε πάντα στο πλευρό της βενιζελικής παράταξης. Στην ουσία όμως η βενιζελική και η φιλομοναρχική παράταξη είχαν τις ίδιες απόψεις όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα, και ιδίως αυτά των γυναικών. Η εποχή δεν ήταν πρόσφορη για το γυναικείο κίνημα, η ελληνική κοινωνία ήταν ακόμη κλειστή και σθεναρά ανδροκρατούμενη, οι χειραφετημένες και ανεξάρτητες γυναίκες ενέπνεαν υποψία και αντιπάθεια. Ο Χατζόπουλος στο δεύτερο κείμενο, “Εις το Πταισματοδικείον” δειλά δειλά περνάει την άποψη ότι ο βίαιος μόρτης δεν αξίζει τη συμπάθειά μας, παρόλο που το κοινό είναι φανερά με το μέρος του. Ας δούμε τα δυο χρονογραφήματα.

Η πλατεία Ομονείας το 1927  (ΕΛΙΑ) 

Εθνος” 1926.01.10

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

Το κακόμοιρον κατασφαγιασθέν κοράσιον προχθές. Μόλις ηρίθμει 16 Μαϊους και περίπου τόσα πλήγματα εδέχθη εκ της αδελφικής μαχαίρας. Κακούργος ο αδελφός; Μία λέξις, τόσον εύκολος εις την κοινήν χρήσιν. Εν τούτοις πολλοί ερωτούν:

- Πάρα πολλοί αδελφοί σφάζουν τας αδελφάς των. Συνεπώς η Ελλάς κατοικείται υπό κακούργων και μάλιστα κακούργων αδελφών;

Πρέπει να προσέξωμεν το ερώτημα. Είνε σοβαρώτατον. Κακούργος ο εις αδελφός, κακούργος ο άλλος, κακούργος ο τρίτος, κακούργος ο εκατοστός, κακούργος ο χιλιοστός; Διότι αυτά τα αδελφικά δράματα τιμής δεν τελειώνουν, δεν θέλουν να τελειώσουν. Συνεχίζονται κατά τον τραγικώτερον τρόπον. Άρα ενυπάρχει βαθύτερον αίτιον εις αυτά. Μη τυχόν το αίσθημα της τιμής; Δεν θέλομεν να το σκεφθώμεν, εφ’όσον έχομεν πρόχειρον τον χαρακτηρισμόν των: Κακούργος.

- Αγαπητή αδελφή, δεν είνε πράγματα αυτά. Σκέψου, ότι η κακή διαγωγή σου προσβάλλει και την οικογένειαν, εις την οποίαν ανήκεις. Δεν ειμπορώ να ακούω να ομιλούν γύρω μου με τόσην περιφρόνησιν, με τόσον εξευτελισμόν, δια το όνομά μας, δια το ονομά μου. Πρέπει να αλλάξεις διαγωγήν.

Το δεκαπενταετές οντάριον φόρα μίαν τρισπηχυαίαν γλωσσάραν: (Χειραφέτησις, καλέ).

- Και τι σε νοιάζει εσένα; Κλείσε τα μάτια σου και βούλωσε τα αυτιά σου. Ότι κάμνω αφορά εμέ. Είμαι ελευθέρα να κάμνω ό,τι θέλω και δεν έχω να δώσω λογαριασμόν εις κανένα.

Αδύνατος ο συμβιβασμός, εκτός αν ο αδελφός δεχθή, ότι η αδελφή του είνε ελευθέρα να τον ατιμάζη. Δεν το δέχεται και τιμωρεί. Κακούργος! Έστω. Αλλά ολίγον τι ή περισσότερον κακούργα δεν είναι και η άμυαλος αυτή αδελφή; Και δεν είνε διόλου κακούργος και εκείνος, όστις την ωθεί εις την ατιμίαν; Μόνη της δεν οδηγήθη προς αυτήν. Κάποιος θα είνε ο συνεργός, ο συνυπεύθυνος. Με δέκα μαχαιρίας εις το σώμα το πτωχόν κοράσιον αφηγήθη την ατυχίαν του. Ο τάδε, ο τάδε, ο τάδε υπήρξαν οι διαφθορείς της. Ο αρχικός, κάποιος ιερεύς της Τερψιχόρης, την ενάρκωσε δια να την διαφθείρη. Δυνάμεθα να πιστεύσωμεν ως αληθώς λέγουσαν κόρην 15 ετών, την οποίαν διεκδικεί ο θάνατος. Κακούργος, λοιπόν, ο αδελφός, διόλου δε κακούργος ο πραγματικός αίτιος του κακουργήματος;

Η κοινωνία, ήτις έχει εύκολον τον χαρακτηρισμόν δια τον τιμωρόν αδελφόν, διατί δεν τον έχει και δια τον πραγματικόν υπαίτιον του κακουργήματος; Τας περισσοτέρας φοράς, σχεδόν πάντοτε κατά κανόνα, ουδένα λόγον δίδει του εγκληματός του ο κυριώτερος ένοχος. Εις το τέλος απολογούμενος δύναται να ισχυρισθή και αυτός, ότι ευρέθη προ διαφθαρθείσης. Άνθρωποι, εις την κοινωνίαν ανήκοντες, είνε όλοι αυτοί οι διαφθορείς, των οποίων τα θύματα καταλήγουν εις την οικτροτέραν ανθρωπίνην κατάπτωσιν, οπότε δεν ειξεύρει τις αν δεν είνε αληθής απολύτρωσις δι’ αυτά η κακούργος τιμωρία του αδελφού. Αλλά τι πρέπει να να γίνη τέλος πάντων με τα ατελεύτητα ταύτα δράματα τιμής, τα οποία καταντούν συνέχεια άνευ τέλους; Να τα δεχθώμεν ως την βροχήν, ήτις είνε αναπόφευκτος; Συνήθως ζητείται η αυστηροτάτη τιμωρία του κακούργου αδελφού; Διατί; Γίνεται φονεύς εκ τέρψεως; Αλλά και αν τον τιμωρήσωμεν, ιδού την επομένην άλλος, διότι υπάρχει η αδελφή, διότι υπάρχει ο διαφθορεύς. Ενταύθα έχει λόγον ευρυτάτης δράσεως η προκομμένη γυναικεία χειραφέτησις αφ’ ενός, αλλά και το κράτος εξ’ άλλου. Τούτο οφείλει να επιβάλη ειδικόν νόμον προνοούντα περί της αυστηροτάτης τιμωρίας παντός διαφθορέως. Ίσως δεν πρέπει να υπάρξη σήμερον εις την Ελλάδα βαρυτέρα ποινή από την προς τον διαφθορέα, διότι ομολογούμεν την οικτράν έκλυσιν των ηθών, προερχομένην υπό των διαφθορέων. Παραπλεύρως χρειαζόμεθα την γυναικείαν δράσιν προς περισυλλογήν όλων, των παρασυρομένων νεαρών υπάρξεων εις την διαφθοράν. Να ιδρύσουν οι γυναικείοι σύλλογοι άσυλα, σωφρονιστήρια, υπό την κρατικήν προστασίαν, εις τα οποία να εγκλείωνται παρόμοιαι δυστυχούσαι υπάρξεις, όπως δια της εργασίας και της μεταμελείας επανευρίσκουν εις εαυτάς τον ενάρετον άνθρωπον. Τότε θα μειωθεί ο αριθμός των διαφθορέων και των διαφθειρομένων, αλλά και των δυστυχών κακούργων αδελφών.

ΕΙΣ


Εθνος” 1926.01.11

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΕΙΣ ΤΟ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΔΙΚΕΙΟΝ

Έλεγε πολίτης:

- Ουδέποτε μετέβην έως την ώραν εις το πταισματοδικείον, διότι δεν μου συνέβη να παραβώ αστυνομικήν διάταξιν. Κάποτε είνε κανείς τυχηρός. Αλλά προχθές την νύκτα μετέβην χωρίς να το θέλω ως αυτεπάγγελτος μάρτυς.

- Εφίλησε κανείς κάποιαν; τον ηρώτησαν οι ακροαταί του.

- Δεν ήτο τόσον ευγενής, καίτοι επρόκειτο και εις την περίπτωσιν ταύτην περί γυναικός. Διηρχόμην εκ της οδού Πειραιώς παρά την Ομόνοιαν, όταν είδον μόρτην αγορεύοντα υπεροπτικώς. Αστυφύλαξ τον ανέκρινε και εκείνος ηγόρευε. Ήσαν και τρεις γυναίκες, δια τας οποίας μετεχειρίζετο τας βαρβαροτέρας και βαναυσοτέρας εκφράσεις. Μάτην ο αστυφύλαξ του παρετήρει ευγενικώς ως να είχε να κάμη με μαρκήσιον το ολιγώτερον, ότι ώφειλε να παύση υβρίζων. Εξ όσων ηδυνήθην να αντιληφθώ, ιδού περί τίνος επρόκειτο. Ο νεαρός εκείνος συμπολίτης μας είχε πίη ένα ποτηράκι, αλλά η βαναυσολογία του δεν προήρχετο εκ του καταπληκτικού αυτού γεγονότος, διότι επί τέλους όλοι οι άνθρωποι πίνουν ένα ποτηράκι.

Ήθελε να κάμη τον αντάμην, τον βλάμην, τον παλληκαράν. Να τεθή υπεράνω όλων. Λοιπόν επετέθη κατά μίας γυνακός. Εκείνη τον απέκρουσε και την ερράπισε. Έφυγε η γυναίκα, αλλά την καταδίωξε και παρακάτω εσήκωσε το χέρι του δια να την ξαναρραπίση. Τον συνεκράτησε διερχόμενος πολίτης. Όλα αυτά ήθελε να ανατρέψη ο ταραξίας δια του ύφους του, των φωνών του, της υπεροχής του. Υπηρέτησε την πατρίς και αυτός το έχει υψηλά, το οποίον, τι θέλουν, ρε, αυταί αι παληογυναίκες; Τέτοιες δεν είνε; Ο αστυφύλαξ ήκουσε πάντα ταύτα ηρέμως. Τέλος είπε:

- Ορίστε εις το πταισματοδικείον, παρακαλώ.

- Μπράβο, το οποίον με την προθυμίαν, απήντησε ο μόρτης.

- Κανείς μάρτυς, παρακαλώ;

Ηκολούθησαν δύο, ο επεμβάς πολίτης και εις άλλος, τον οποίον επεκαλέσθη ο μόρτης προς υπεράσπισίν του. Ηκολούθησαν δε η ραπισθείσα γυνή και δύο άλλαι φίλαι της. Εκ περιεργίας μετέσχον εις την συνοδείαν. Εις το πταισματοδικείον τα πράγματα ήσαν ήρεμα, μόνος δε ανήσυχος και θορυβοποιός ήτο ο μόρτης. Επιγραφή εις τον τοίχον έλεγε: “Μη θορυβείτε”. Ταύτην, όπως και την σύστασιν του αστυφύλακος, δεν ήθελε να λάβη υπ’ όψιν του ο μόρτης, όστις ύβριζε, εφώναζε, το οποίον θα γίνη θυσία, διότι υπηρέτησε την πατρίς και συ, μωρή, μη βγάνης λέξιν, διότι θα σε περάσω από την σούβλαν.

Με την ιδίαν αυθάδειαν ωμίλει και κατά την σύντομον διαδικασίαν προ του δικαστηρίου, ενόμιζε δε κανείς, ότι διηύθυνε εκείνος την δίκην, έχων πάντοτε τον λόγον. Εθαύμασα την υπομονήν του δημοσίου κατηγόρου και την του πταισματοδίκου, ομολογώ δε, ότι αν ήμην εις τη θέσιν των θα του έβαζα φίμωτρον. Τέλος εκ των καταθέσεων απεδείχθη, ότι ουδείς είδε τον μόρτην ραπίσαντα την γυναίκα την πρώτην φοράν. Την δευτέραν τον συνεκράτησε ο διερχόμενος πολίτης. Ο μάρτυς της υπερασπίσεως εδήλωσε, ότι δεν είδε τίποτε. Θριαμβευτής τότε ο κατηγορούμενος ανέκραξε:

- Να ορκισθώ και εγώ. Το οποίον μηδέν, όθεν διατί, περικαλώ;

Τότε επροχώρησα προς το δικαστήριον και αφηγήθην το τι είδον και ήκουσα, χαρακτηρίσας τον κύριον βλαμάκην όστις και εις τον διάδρομον του δικαστηρίου ακόμη εξύβριζε τας γυναίκας χυδαιότατα, μίαν δε ηπείλησε, ότι θα επερνούσε εις την σούβλαν, καίτοι απέχομεν αρκετά από το Πάσχα. Προσέθεσα:

- Νομίζω ότι επιβάλλεται αυστηροτάτη η τιμωρία των τύπων τούτων, διότι πρέπει να αποκτήση τέλος πάντων αυτή η δυστυχισμένη πόλις κάποιαν τάξιν, ευπρέπειαν.

Ο δημόσιος κατήγορος επρότεινε την τιμωρίαν του κατηγορουμένου εις 100 δρ. πρόστιμον. Αλλά το δικαστήριον του επέβαλε την ποινήν 150 δραχμών και τριημέρου κρατήσεως.

- Επήρες εις τον λαιμόν σου τον άνθρωπον, παρετήρησε εις των ακροατών του αφηγουμένου.

- Ναι, απήντησε εκείνος, το σκέπτομαι και εγώ αυτό, αλλά έχω μίαν δικαιολογίαν, νομίζω. Ήτο “άνθρωπος”, είνε “άνθρωποι” παρόμοιοι τύποι, εις πολιτισμένην τέλος πάντων κοινωνίαν;

ΕΙΣ


(έπεται συνέχεια)

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΒΟΡΕΙΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Ο Μήτσος Χατζόπουλος το καλοκάιρι του 1923 άρχισε για λογαριασμό της εφημερίδας “Εμπρός” ένα ταξίδι στη Ευρώπη, Ιταλία, Αυστρία, Γερμανία και Σκανδιναβία, μέρη που γνώριζε καλά γιατί είχε περάσει τα νεανικά του χρόνια εκεί. Το αναγνωστικό κοινό της εποχής είχε ανάγκη από τέτοιου είδους αναγνώσματα, οι μνήμες της μικρασιατικής καταστροφής ήταν νωπές, οι εφημερίδες πρόσφεραν εύκολη φυγή από τη ζοφερή πραγματικότητα σε χαμηλή τιμή.
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στην ολιγόωρη στάση που έκαναν με το καράβι στις αρχές Αυγούστου στην πόλη Vardø της Νορβηγίας, που βρίσκεται στο βορειότερο μέρος της χώρας, στον 70° παράλληλο, μέρος όπου το καλοκαίρι ο ήλιος δεν δύει σχεδόν ποτέ.

 Vardø σε μια φωτογραφία του 1920 (από το αρχείο μου)

Hedda Gabler είναι η πρωταγωνίστρια του ομώνυμου θεατρικού έργου του νορβηγού δραματουργού Henrik Ibsen που γράφτηκε το 1890. Ο Χατζόπουλος είχε ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με τα έργα του Ίψεν πολλά χρόνια πριν, στο περιοδικό “Διόνυσος” που εξέδωσε το 1901 είχε δημοσιεύσει πολλές μεταφράσεις και άρθρα για το νορβηγό συγγραφέα.
Δεν είναι τυχαία η εμμονή του Χατζόπουλου στα λευκά δόντια της “Εδδας Γκάμπλερ”, εκείνη την εποχή μια υγιής οδοντοστοιχία
ήταν ένδειξη καλοζωίας, οικονομικής ευχέρειας, ο μέσος Έλληνας δεν είχε εύκολη πρόσβαση σε οδοντιατρικές φροντίδες…
* Πορτβίν είναι βέβαια το κρασί Πόρτο.

Εφημερίδα “Εμπρός” 3 Αυγούστου 1923
ΤΟ ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗΝ

ΕΙΣ ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ

Εις τους δρόμους της σπουδαιοτέρας πόλεως της Φινμαρκίας Βάρδαι (Vardø Finnmark) κατά την δευτέραν πολύωρον διαμονήν μας εις αυτήν. Περασμένα μεσάνυκτα. Το πλοίον εδιπλάρωσε εις την μεγάλην ξύλινην αποβάθραν και μας απελευθέρωσε. Γυρίζομεν εις την υπερβόρειον νορβηγικήν πόλιν, κοιμωμένην υπό τον λάμποντα νυκτερινόν ήλιον. Η θάλασσα έχει βαθείας ιώδεις ανταυγείας, τόσον εντόνους, όπου μενεξεδένιοι βάφονται και οι λευκοί γλάροι, πετώντες κατά χιλιάδας εις τον λιμένα, εις την πόλιν, εις την ακρογιαλιάν, μέχρι της οποίας φθάνει ο καταπράσινος εαρινός τάπης της χλόης. Ησυχία. Ψυχρίτσα κάμνει και ποθούμεν ολίγον ζεστόν καφέ, τσάϊ, αλλά όλα είνε κατάκλειστα. Εις αναπεπταμένον πράσινο χώρον βλέπομεν καλόν ξύλινον οίκον και εις τον ηλεκτρικόν γλόμπον του προ της θύρας διαβάζομεν Οτέλ. Ανεβαίνομεν την σκαλίτσαν. Κλειστή η θύρα. Ητοιμαζόμεθα να απέλθωμεν, όταν άνοιξε και εις το πλαίσιόν της ενεφανίσθη νεαρά γυναίκα. Εφορούσε μεγάλον ψάθινον καπέλλο ιόχρωμον, όπως τα νερά του λιμένος, αδιακόσμητον όπως οι γυμνοί γήλοφοι της πόλεως. Κυανούν ήτο το κοντόν φόρεμά της. Εφαίνετο, ότι επρόκειτο να εξέλθη. Αν μπορούσαμε να είχαμε καφέ; Πολύ παρακαλούσε. Και υπεχώρησε εις την είσοδον. Εισήλθομεν και ηκούσαμεν τόνους μουσικής. Πιάνο, βιολί. Μας ήνοιξε την θύραν του σαλονιού. Ο νορβηγικός χαρακτήρ. Ευρεία αίθουσα με γκρενά τοίχους ξύλινους και λευκήν λακέ χαμηλήν οροφήν. Άσπρα παραπετάσματα εις τα παράθυρα και μακρά σειρά γλαστρών· από ωραιωτάτας πορσελάνας. Τριανταφυλλιές, γαρουφαλιές, τουλίπαι, άλλα ζωηρόχρωμα άνθη. Τα κάδρα επλαισίωναν βόρεια χιονισμένα τοπία, ευμελείς αγελάδας βοσκούσας εις πράσινα λειβάδια, νορβηγίδας με τα κόκκινα κοστούμια. Εις το πιάνο έπαιζε μελαχροινός νέος 22 ετών, πλησίον του δε υψηλός ανήρ εστήριζε εις τα γόνατά του βιολί, το άκρον του οποίου εκρατούσε με τον λαιμόν του και το έπαιζε ως βιολοντσέλλο. Βραδεία, λυπητερή ήτο η μουσική. Η “μαρς φυνέμπρ” του Σωπέν. Εχαιρετίσαμεν σιγά και εκαθήσαμεν εις τον καναπέ. Η γυναίκα εσήμανε. Ελαφρά ήνοιξε η θύρα του βάθους και ενεφανίσθη νεαρά υπηρέτρια καλοβαλμένη. Κάτι της εψιθύρισε η κυρία. Έπειτα επήγε και εστάθη εις το βάθος παραθύρου και εκύτταζε έξω την πράσινην χλόην, τους μενεξέδες των νερών, τον χρυσόν νυκτερινόν ήλιον, ακίνητη, ρεμβώδης. Έδδα Γκάμπλερ; Η μουσική επροχώρησε βραδεία, πένθιμος και μελαγχολικά ακκόρδα επροξενούσαν αλλόκοτην εντύπωσιν εις το κλειστόν σαλόνι με τον ήλιον της νύκτας έξω. Η υπηρέτρια εκόμισε τον καφέν με σωρόν γλυκισμάτων, ελαφρά ως πεταλούδα. Έφυγε και ανεπήχητα ήσαν τα υψηλά τακούνια της εις το λινέλαιον του πατώματος. Κάποτε ετελείωσε ο Σωπέν. Ανεπνεύσαμεν. Οι δύο μουσικοί επεξετάθησαν εις φαιδρότερα πράγματα. Τέλος κατέληξαν εις το φοξ τροτ. Ο υψηλός ξανθός κύριος μας είπε εις αγγλικήν γλώσσαν: “Παρακαλώ, δεν χορεύετε με την κυρίαν;” Εχορεύσαμεν. Εκείνη είπε δύο λέξεις με αόριστον μειδίαμα, έπειτα επήγε πάλιν εις το παράθυρον και εκύτταζε έξω την πράσιμην χλόην, τους μενεξέδες των νερών του λιμανιού, τον χρυσόν νυκτερινόν ήλιον.

Καφετοποτούμεν. Οι δύο άνδρες σηκώνονται. Μας κοιτάζουν, τους κοιτάζομεν. Διακεκομμέναι φράσεις εις την νορβηγικήν, την αγγλικήν, την σουηδικήν, την γερμανικήν, την γαλλικήν. Ταξιδεύομεν; Ά, για σο … Μπορούμε να μη βιασθώμεν. Το πλοίο θα φύγη πολύ αργά. Αλλά παρισινοί, λοιπόν, είμεθα και ομιλούμεν τόσον τελείως την γαλλικήν; “ολως διόλου”. Τι τέλος πάντων; Νοτιοχωρίται. Ώ, για, σο… Και πως από εδώ; Να, έτσι. Κάποιος μικρός περίπατος. Η Έδδα Γκάμπλερ αφήνει το παράθυρον, πλησιάζει εις το τραπέζι. Κάτι λέγει και μειδιά, ίσως δια να δείξη τα λευκά δόντια της. “Η κυρία μου”, συνιστά ο υψηλός ξανθός ανήρ, ο και ξενοδόχος, και φορεί τώρα τα γάντια του. Η Έδδα Γκάμπλερ κυρία ξενοδόχου; Συμπληρώνονται αι συστάσεις και πληροφορούμεθα, ότι ο νεαρός μελαχροινός κύριος είνε καταγωγής σκωτικής, εγεννήθη εις την Ρωσσίαν, έζησε εις το Παρίσι, όπου εσπούδασε μουσικήν κατόπιν περιεπλέχθη εις εμπορικάς υποθέσεις και μίαν ημέραν ήλθε εδώ δια δύο εβδομάδας, δια κάποια φορτία ψαριών και έμεινε οκτώ μήνας. Ο κ. ξενοδόχος επιβεβαιοί, η Έδδα Γκάμπλερ μειδιά. Έξω οξείας λαλιάς έχουν τα σμήνη των λευκών γλάρων. Μερικοί έρχονται εις τα παράθυρα του σπιτιού.

- Αλλά πρέπει να πιούμε μίαν μπουκάλαν Πορτβίν, λέγει ο ξενοδόχος και σηκώνεται.
Μετά πέντε λεπτά επανέρχεται φέρων πελώριαν κρυσταλλένιαν φιάλην με αργυράν βάσιν. Το κόκκινον κρασί σπινθηροβολεί εις τα μικρά ποτήρια με τον υψηλόν λαιμόν. Ιεροτελεστία η πρόποσις, κατά την συνήθειαν των βορείων. Ύψωμα του ποτηριού προ του προσώπου, ενατένισις ζωηρά κατά πρόσωπον, φωνή: “Σκολ!” Πίνομεν μία, δύο, τρεις φιάλας και αι λευκαί νυκτεριναί ώραι ατελεύτητοι “Σκολ!” Λαμβάνομεν την τιμήν να πίωμεν υπέρ της ευημερίας του ξενοδοχειακού οίκου και της κυρίας Έδδας Γκάμπλερ, η οποία δεν παύει να δεικνύη τους λευκούς οδόντας της. Φλυαρούμεν. Μη τυχόν εσφύριξε το βαπόρι; Α, όχι ακόμη. Έχομεν απέραντον καιρόν. “Σκολ!” Τα πράγματα καθίστανται ενδιαφέροντα. Ο κ. ξενοδόχος αφηγείται ανέκδοτα, ο νεαρός αγγλορωσσογάλλος κύριος έχει χιούμορ, η Έδδα Γκάμπλερ πίνει μαζί μας και μας κοιττάζει όλους με κάποιαν ειρωνικήν υπεροψίαν. Αλλά κάποτε πρέπει να πηγαίνωμεν. Έξω εις την χλόην φωτογραφούμεθα εις τον ήλιον, τυλιγμένοι εις τα παλτά μας. Παγερά φυσά το αεράκι από τα χιόνια πέρα. Το πλοίον σφυρίζει. Μας συνεδεύουν εις την προκυμαίαν. Εισερχόμεθα εις το σκάφος. Πρέπει να πιούμεν ολίγον Πορτβίν ακόμη, μονάχα μίαν φιάλην για τον καλόν αποχαιρετισμόν. Σημαίνομεν εις το σαλονι του πλοίου και προσέρχεται η Μάργκιτ. Υψηλή, λευκή την επιδερμίδα, την εμπροσθέλλαν, αλλά σκληρόν το βέτο της. Τέτοιαν ώραν Πορτβίν; Το μπουφφέ είναι κλειστόν. Επεμβαίνει ο ξενοδόχος και η άρνησις της Μάργκιτ κάμπτεται. Τι διάβολο, πρόκειται περί αποχαιρετισμού καλών φίλων. Ολίγον ακόμη και θα έλεγε στενών φίλων. Γεμίζονται τα ποτηράκια γοργά, το πλοίον συνταράσσεται από την εις κίνησιν θετομένην μηχανήν. “Σκολ!” Ένα ποτηράκι ακόμη. Δεν πειράζει έχετε καιρόν, προσθέτομεν ημείς τώρα. Εις την άκρην του πλοίου βιαστικοί αποχαιρετισμοί. Λέγω προς τον νεαρόν κύριον: “Και πότε με το καλό θα τελειώσετε το φόρτωμα των ψαριών;” - “Τι μπορώ να ξέρω, φίλε μου;” Η Έδδα Γκάμπλερ χαμογελά,. Βέβαια δια να δείξη τα λευκά της δόντια δια τελευταίαν φορά. Πηδούν εις την προκυμαίαν.
Επί τέταρτον εβλέπαμεν εις αυτήν κινούμενα τα καπέλλα των δύο κυρίων και το μανδήλι της Έδδας Γκάμπλερ. Έπειτα δεν εβλέπαμεν παρά την απέραντον παγωμένην θάλασσαν ενώπιόν μας.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ


Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Ο Θ. ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΝΤΕΣ ΦΟΥΣΤΕΣ

Η πάλη για χειραφέτηση των γυναικών μέσα από τα χρονογραφήματα του Μήτσου Χατζόπουλου - Μέρος Α΄/

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (παππούς του άλλου Θεόδωρου, του “μαζί τα φάγαμε”) ήταν στρατιωτικός, βενιζελικός, τύποις φιλελεύθερος, που εκμεταλλευόμενος το έξαλλο αντικομουνιστικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1920 αναρριχήθηκε στην εξουσία με πραξικόπημα (το «κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925») και αυτοχρίστηκε πρωθυπουργός και αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Οι Φιλελεύθεροι της εποχής εκείνης δεν ήταν οι liberal που φανταζόμαστε σήμερα, ειχαν συντηρητικώτατες απόψεις για όλα τα θέματα εκτός από το πολιτειακό. Υπήρχε τέτοια ιδεολογική σύγχυση ώστε πολλοί από αυτούς έβλεπαν το νεαρό τότε καθεστώς του Μουσολίνι στην Ιταλία σαν παράδειγμα προς μίμηση (θα επανέλθουμε σ΄αυτό).

Το δικτατορικό του καθεστώς του Πάγκαλου ήταν προσωποπαγές, επέβαλε μιά σειρά από αντιδημοκρατικά μέτρα, έστειλε στην εξορία άνευ δίκης αρκετούς εχθρούς του, άρχισε διώξεις δημοσιογράφων και εφημερίδων, όπως της “Εστίας”, της “Καθημερινής” και του “Ριζοσπάστη”, έκλεισε για τρεις μήνες τον “Ελεύθερο Τύπο”, επέβαλε προληπτική λογοκρισία στον Τύπο. Παρόλα αυτά ο σαστισμένος πολιτικός κόσμος του έδωσε πίστωση χρόνου, ακόμη και όταν το Σεπτέμβρη του 1925 κατάργησε τη βουλή με το αιτιολογικό ότι "είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους".

Ο Πάγκαλος όμως δεν είναι γνωστός για όλα αυτά, το όνομά του έμεινε συνδεδεμένο με ένα φαιδρό μέτρο που βασικά αναγκάστηκε να πάρει για να αποφύγει την … κρεβατομουρμούρα.

Λένε οι φωνές ότι κάποιο πρωϊνό πέρασε από το γραφείο του η σύζυγός του, Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, μια συντηρητική κυρία από καλή και θεοσεβούμενη οικογένεια. Προς έκπληξή της, η κυρία πρωθυπουργού παρατήρησε ότι οι γραμματείς που εργαζόταν στο γραφείο κυκλοφορούσαν με κοντές φούστες που έφταναν μέχρι το γόνατο. Εξοργισμένη η κυρία επέπληξε τους παρόντες αστυνομικούς γιατί δεν έπαιρναν … μέτρα, και απαίτησε από τον σύζυγό της να επέμβει αμέσως για να σταματήσει το άθλιο αυτό θέαμα που έβαζε σε πειρασμό τους αρσενικούς και προφανώς τον Πάγκαλο τον ίδιο.

Την πρώτη Δεκεμβρίου του 1925 βγήκε λοιπόν διάταξη που απαγόρευε στα κορίτσια άνω των 12 ετών και στις γυναίκες να φορούν φούστες το άκρο των οποίων θα απείχε από το έδαφος περισσότερο από 30 εκατοστά. Το μέτρο προφανώς ήταν καταδικασμένο να αποτύχει και μάλιστα οικτρά. Παρόλη τη λογοκρισία ο Τύπος το δέχτηκε σκωπτικά, οι γυναίκες δεν συμμορφώθηκαν, το μέτρο πήρε διεθνείς διαστάσεις μέσα από τις φωτογραφίες των αστυνομικών με το υποδεκάμετρο που μέτραγαν το μήκος των φουστών, ο Πάγκαλος φοβήθηκε πως το καθεστώς του θα γελοιοποιούνταν εντελώς καθώς ήδη είχε αποκτήσει κακή φήμη, οπότε η διάταξη καταργήθηκε τελειωτικά στις 31 Μαρτίου 1926.

Ο Μήτσος Χατζόπουλος περίμενε να περάσουν μέρες για ν΄ασχοληθεί με το θέμα, ήδη την επομένη δημοσίεψε στο “Έθνος” (αλλά και σε άλλες εφημερίδες όπως θα δούμε στη συνέχεια) ένα χρονογράφημα όπου χωρίς πολλές περιστροφές δεν έκρυψε την αντίθεσή του προς την παράλογη διάταξη, αφού υπενθύμισε μεταξύ των άλλων ότι στην Ελλάδα “… ελατρεύθη το γυμνόν ως η τελειοτέρα έκφρασις του ωραίου”, δεν δίστασε να χλευάσει το μέτρο λέγοντας ότι δεν απόμενε παρά να να ζητηθεί να καλυφτούν και τα πόδια από τις καρέκλες.

Μην ξεχνάμε όμως ότι τα χρόνια είχαν περάσει, το χρονογράφημα δεν το υπέγραφε πλέον ο νεαρός και ανήσυχος “Μποέμ”, αλλά ο σοβαρός (τέλος πάντων*) νοικοκύρης, ο οικογενειάρχης “ΕΙΣ”.

Επίσης η κυβέρνηση Πάγκαλου ήταν άκρως αλλεργική στις κριτικές, υπήρχε η δαμόκλειος σπάθη της λογοκρισίας, οπότε την επόμενη μέρα, προφανώς και κάτω από πίεση της διεύθυνσης, ο Χατζόπουλος υπέγραψε στην ίδια εφημερίδα ένα άρθρο με εντελώς διαφορετικό ύφος, διαβάζονταςτο κανείς κινδυνεύει να πιστέψει ότι πρόκειται για κάποιο αστυνομικό δελτίο της εποχής.

Μια στο καρφί μια στο πέταλο… ή μάλλον ανάγκα και θεοί πείθονται...

Γ.Χ.

(έπεται συνέχεια)

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος το 1925

* Ο Μήτσος Χατζόπουλος δεν στάθηκε ποτέ υπόδειγμα οικογενειάρχου, έμεινε πονηρούλης και τσαχπίνης μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν υπάρχουν πηγές που αδιάσειστα να το πιστοποιούν, απλώς οι του στενού του κύκλου γνώριζαν. Διαβάζοντας άλλωστε με προσοχή τα κείμενά του βλέπουμε ότι ήξερε καλά τη γεωγραφία των χαρτοπαικτικών λεσχών, των νυχτερινών κέντρων, των κέντρων αναψυχής, όλων των τρόπων διασκέδασης, θεμιτών και... αθέμιτων.

ΕΘΝΟΣ” 2 Δεκεμβριου 1925

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΚΝΗΜΩΝ ΔΙΩΓΜΟΣ

- Δεν μένει άλλο, είπε με θυμόν, παρά να εκδοθή κάποια κρατική εγκύκλιος, δια της οποίας να απαγορευθή και εις σας τους άνδρας να αποκαλύπτητε το πρόσωπόν σας.

Όλοι εκοίτταξαν την θυμωμένην δια την διαταγήν περί μακράς φούστας με περιέργειαν, ειρωνείαν, απορίαν. Εκείνη όμως επέμενε:

- Διατί όχι κύριοι; Ιδού. Αναμένω να ακούσω αύριον την εξής διαταγήν: Απαγορεύεται εις τους άνδρας να ξυρίζουν τα μουστάκια και τα γένεια των. Ταύτα οφείλουν να μην είναι κοντήτερα από δέκα εκατοστά.

Οι άνδρες εγέλασαν.

- Γελάτε όσον θέλετε, αλλά έχω κάποιαν υποψίαν, ότι θα γίνη και αυτό. Διατί τάχα να επεμβαίνη το κράτος εις την φούσταν ημών των γυναικών; Μήπως δια λόγους αισθητικής ή ευσχημοσύνης; Λοιπόν αξιόλογα δύναται το κράτος να θεωρήση επάναγκες δια τον αυτόν λόγον να μη σας επιτρέπη να ξυρίζεσθε.

Έσπευσε να παρατηρήση κάποιος:

- Τότε πρέπει να αναμείνωμεν και άλλην απαγόρευσιν. Να διατάξη να μη κόβητε τα μαλλιά σας, κυρία μου.

- Χμ! Είπε φωνή ανήσυχος. Σάμπως θα γίνωμεν όλοι μαλλιαροί.

Ο τολμηρότερος απηύθυνε προς τας κυρίας την ερώτησιν:

- Επιτρέπεται παρακαλώ, να σας είπω κάτι; Πολύ καλά, είσθε δυσαρεστημέναι εκ της κρατικής επεμβάσεως εις τον διακανονισμόν του μήκους της φούστας σας, αλλά θα συμμορφωθήτε προ την διάταξιν;

- Ποτέ! Ποτέ! Ηκούσθησαν ομοβροντίαι αντιρρήσεων.

- Αλλα θα οδηγήσθε εις το πταίσμα.

- Κατά ποίον τρόπον; ηρώτησε κοντούλα πονηρά, της οποίας η φούστα ήτο δωδεκάκις κοντητέρα από την ιδίαν.

- Θα αντισταθήτε κατά της αρχής; Τότε θα έχητε να δώσητε μεγαλήτερον λόγον εις την δικαιοσύνην.

- Αλλά που θα μας ευρίσκουν δια να μας οδηγούν εις το πταίσμα; θα πηγαίνωμεν πάντοτε με το αυτοκίνητον.

- Εν τοιαύτη περιπτώσει ποίον λόγον θα έχη η κοντή φούστα σας, όταν δεν θα την βλέπη κανείς;

- Μας είνε αδιάφορον, αλλά δεν θα την μακρύνωμεν ποτέ! Εκτός αν -

- Εκτός αν συλληφθήτε και εντός αυτοκινήτου;

- Εκτός αν μας το επιβάλη κάποιος εις τον οποίον μόνον υπακούωμεν.

- Ο εκλεκτός της καρδίας σας;

- Πςς! Η μόδα, κύριέ μου.

Οπωσούν αναμένονται εντός ολίγου αρκετά άξια λόγου ζητήματα με την σύγκρουσιν θελήσεως κράτους και γυναικών επί του σπουδαίου ζητήματος του μήκους της φούστας. Οι δρόμοι θα απαλλαγούν κατά πολύ εκ των γυναικών. Όλαι θα αυτοκινητοδρομούν. Και αν θα είνε αναγκασμέναι να πατήσουν επί τινας στιγμάς το πεζοδρόμιον θα το κάμνουν με μεγάλην επιφύλαξιν και με τόσην ταχύτητα, ώστε ούτε το ενσταντανέ δεν θα προφθάση να ίδη την κοντήν φούσταν των. Συμφοράν δε μεγάλην θα αποτελέση το απαγορευτικόν μέτρον δια τα χορευτικά και τα λοιπά κοσμικά κέντρα. Δεν θα υπάρχουν πλέον ντάμες και οι καβαλιέροι θα αναγκάζονται να χορεύουν με τας καρέκλας, εφ΄όσον δεν θα έχη ζητηθή η απόκρυψις των ποδών και τούτων. Έλαιον ίσως να ξαναϊδωμεν εις αυτόν τον κόσμον, όχι όμως και γυναίκα, διότι πως είνε δυνατόν να συγκατανεύση να την ίδωμεν χωρίς να ίδωμεν τα απαγορευμένας κνήμας της; Ούτω μόνον εις κλειστούς χώρους , εις τα σπίτια, εις τους ιδιωτικούς χορούς, θα εμφανίζηται το εν διωγμώ κοντοφούστανον. Οφείλωμεν, λοιπόν, να καλλιεργήσωμεν εγκαίρως τας κοινωνικάς σχέσεις μας. Και πάντα ταύτα εις τον τόπον, όπου, ελατρεύθη το γυμνόν ως η τελειοτέρα έκφρασις του ωραίου, και πάντα ταύτα εις την εποχήν όπου όλαι αι γυναίκες του λοιπού κόσμου συναγωνίζονται ποία να προβή εις μεγαλυτέρας, ευρυτέρας αποκαλύψεις. Προβλέπω, ότι θα μας πλησιάζουν εις τον δρόμον άνθρωποι με πάσαν προφύλαξιν και θα μας ψιθυρίζουν εμπιστευτικώς, όπως οι προσφέροντες γυμνάς εικόνας:

- Μήπως θέλετε, κύριε, κάτι, που απαγορεύεται αυστηρώς; - Χασίς; Δεν καπνίζω, φίλε μου. Αλλά ούτε μορφίνην πίνω.

- Κάτι περισσότερον απηγορευμένον, γυναίκα με κνήμας.

Πταίουν όμως και τα υπερδωδεκάκισχίλια αυτοκίνητα της πρωτευούσης, τα οποία δεν αποκόπτουν τας γυναικείας κνήμας, αφού μας σκανδαλίζουν τόσον, δια να ησυχάσωμεν.

ΕΙΣ


Το χρονογράφημα της επομένης

ΕΘΝΟΣ” 3 Δεκεμβρίου 1925

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΤΑ ΗΘΗ

Τα πράγματα αρχίζουν να προσλαμβάνουν γενικωτέραν τακτοποίησιν εις τας Αθήνας. Μετά την τοποθέτησιν των καλαθίων εις τους δρόμους, μετά την κατάργησιν της κοντής φούστας, ιδού, ότι τίθεται αυστηρά χειρ και εις τα χοροδιδασκαλεία και τα χορευτήρια. Αξιωματικοί της αστυνομίας των ηθών, φέροντες πολιτικόν ένδυμα, θα εισέρχωνται εις τοιαύτα και θα επιβλέπουν τα συμβαίνοντα. Θα εξετάζουν το ποιόν και την συμπεριφοράν των θαμώνων. κ.τ.λ. δι΄αιφνιδιαστικών επιθεωρήσεων. Πολλοί ηπόρησαν με τα αναγγελθέντα μέτρα, αλλά περισσότεροι ηρώτησαν:

- Τέλος πάντων αν δεν αναμιγνύονται εις τοιαύτα ζητήματα τάξεως, ομαλότητος, κοινωνικής ευπρεπείας τα όργανα της αστυνομίας των ηθών, ποίον λόγον υπάρξεως έχει αυτή η αστυνομία;

Ιδού ερώτημα λύον τας απορίας. Όντως τι θα πη αστυνομία ηθών, όταν δεν παρακολουθεί τα ήθη, δεν επιβλέπει επ΄αυτών και δεν συμβάλλει προς κοινωνικήν εξυγίανσιν; Και πότε, που και πως θα αρχίση η αστυνομία των ηθών την άσκησιν των καθηκόντων της; Πρέπει να ομολογηθή, και δεν πιστεύω να υπάρχη αντίρρησις, ότι κατά τα τελευταία χρόνια των κοινωνικών αναστατώσεων επεκράτησε απεριόριστος υπερλευθερία εις τα ήθη μας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πλησμονή των κέντρων της τέρψεως, όπου χάριν του χρήματος και δια του χρήματος εξοκέλλει η νεολαία. Η δε ελευθερία της γυναικός παρεξηγήθη τόσον πολύ εις τας Αθήνας., ώστε όλοι γνωρίζομεν ποία είχε ολέθρια αποτελέσματα επί της ηθικής εκπτώσεως. Περιορισμός, λοιπόν, και επαγρύπνησις επί των “φυτωρίων” της ανηθικότητος είνε το αμεσώτερον καθήκον της αστυνομίας των ηθών. Βεβαίως η εξυγίανσις αύτη πρέπει να συνδιασθή με την παρακίνησιν της νεολαίας προς αγάπην δια την εργασίαν. Τοιαύτη προσπάθεια δυστυχώς δεν υπάρχει παρ΄ημίν, όπου πλείστα κοράσια υπό την πρόφασιν εργασίας εις επιπόλαια μέρη εκτρέπονται του ανθρωπίνου δρόμου.

Αλλά όταν θα τεθούν υπό αστυνομικόν έλεγχον τα μέρη της τέρψεως, θα παύση αυτή η ακράτητος υπερελευθερία, εις την οποίαν οφείλεται η καθ΄εκάστην ευκολωτέρα κατάπτωσις νεαρών γυναικών. Να προσέξωμεν πολύ, κύριοί μου, εις το σπουδαίον αυτό κεφάλαιον, διότι αποτελεί την πραγματικήν εξυγίανσιν της κοινωνίας. Ότι παρακινεί προς την έκλυσιν είνε η αποφυγή προς την εργασίαν, η έλλειψις εμπιστοσύνης προς αυτήν, η εύκολος περιφρόνησις της εμπρός εις τας ευκόλους τέρψεις. Έχομεν παραπολλήν τέρψιν, εκτάκτως δε ανώμαλον, διότι δεν θέλομεν την εργασίαν. Με τον έλεγχον της πληθωρικής τέρψεως θα γίνη σκέψις δια την εργασίαν. Όταν δε βλέπει κανείς εις τα κέντρα τέρψεως τόσην πολλήν νεότητα ξενυκτώσαν, είνε φυσικόν να ερωτήση:

- Αλλά πότε εργάζονται αυτά τα κορίτσια και αυτά τα παιδιά;

Κανονισμός, λοιπόν, της τάξεως και εις τα διασκεδαστικά μέρη θα έχωμεν ωφέλειαν δια την ευπρέπειαν, την ηθικήν και την ζωπύρησιν του αισθήματος της εργασίας. Ποίος άλλος θα μεριμνήση δι΄αυτά τα πράγματα, δια τα οποία ομιλούμεν όλοι καθ΄εκάστην; Η κοινωνία; Δεν φαίνεται διατεθιμένη, δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίαν. Τα ηθοπλαστικά σωματεία της; Δεν εφανέρωσαν παρομοίαν δράσιν. Η γυναικεία ενεργητικότης; Περιωρίσθη εις την Ελλάδα εις θεωρητικάς θαλασσοποιήσεις και κλείει τα μάτια προς την πραγματικότητα. Σήμερον δεν ευρίσκονται υπηρέτριαι, καμαριέραι, μαγείρισσαι εις τας Αθήνας, καίτοι αι θέσεις αυταί είναι περίφημοι, - τα πάντα έτοιμα, χωρίς καμμίαν φροντίδα δια το ετοίμασμά των, - αλλά προ της απροθυμίας αυτής δι΄εργασίαν παρατηρείται μεγίστη προθυμία προς την τέρψιν. Βέβαια η τέρψις δεν είνε έγκλημα. Κάθε άλλο. Είναι η χαρά, η ανακούφισης της ζωής και κοινωνία εργαζομένη έχει άμεσον την ανάγκην της. Όχι όμως να καταντά κυριωτέρα ασχολία της εργασίας, κατά ποίον δε τρόπον όλοι βλέπομεν, εφ΄όσον έχομεν οφθαλμούς, και ακούομεν εφ΄όσον έχομεν ώτα. Η χειροτέρα και επικινδυνωδεστέρα δια την ψυχικήν και την σωματικήν υγείαν τέρψις είνε η διά της αργίας. Και επί τέλους η αστυνομία, όσον και αν δεν ήνε προληπτικόν ίδρυμα, είνε όμως ίδρυμα ασφαλείας. Τα δε καθήκοντα της δεν επεκτείνονται μόνον μέχρι της ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, αλλά και επί της υγείας των, δια την οποίαν επικρατεί πλήρης αναρχία σήμερον. Η αστυνομία των ηθών θα διορθώση το ρωμαίϊκον; Κάποιος τέλος πάντων. Εκτός αν πρόκειται να το διορθώση ο εκφυλισμός εκ της εκλύσεως.

ΕΙΣ

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ – ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 “ΕΘΝΟΣ” 5 Ιανουαρίου 1926

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓ

Ο August Strindberg στο γραφείο του, γύρω στο 1900.
Πηγή: Svenskspråkiga Wikipedia

Έλεγον προ ημερών δια το ίδρυμα του ινστιτούτου Νομπέλ εις την Στοκχόλμην, ότι δεν το εγνώριζον πολλοί κάτοικοι της σουηδικής πόλεως, τους οποίους ερώτησα. Και ανέφερον, ότι κάτι παρόμοιον μου συνέβη με την οικίαν, εις την οποίαν απέθανε εις την σουηδικήν πόλιν ο πασίγνωστος συγγραφεύς Αύγουστος Στρίντμπεργ.(*) Οι ξένοι εις μίαν πόλιν επιθυμούν να βλέπουν όσον το δυνατόν περισσότερα, αντιθέτως από τους εντοπίους, οι οποίοι αγνοούν πολλάκις τα σπουδαιότερα. Μήπως και εις ημάς εδώ δεν είναι πολλοί, οι οποίοι δεν ανήλθον ούτε μίαν φοράν εις την Ακρόπολιν; Λοιπόν μίαν πρωϊαν επήγα εις την οδόν της Στoκχόλμης, εις οίκημα της οποίας απέθανε συγγραφεύς, (**) του οποίου άλλοτε, προ ετών, είχον την ανοησίαν, μίαν επιπλέον εις την ζωήν μου, να μεταφράσω έργα και να τον καταστήσω γνωστότερον εις το ελληνικόν δημόσιον. Είχον κάμη τότε γνωστούς πλείστους βορείους συγγραφείς όχι μόνο δια του εντύπου, αλλά και διά του θεάτρου. Δεκαπέντε δραχμάς ποσοστά είχον πάρη δια τρεις παραστάσεις της “Λεονάρδας” του Μπγιαίρνσον (***) και 27,5 δια τρεις παραστάσεις του “Μπαλκονιού” του Έϊμπεργ. Είχε αναστατωθή τότε ολόκληρος η συντηρητική κριτική και το παλλόμενον από ζωήν εκείνο δραματάκι, δια το οποίον πολύ επέμενε ο Χρηστομάνος, ώστε να το κρατήση εις την σκηνήν τριέσπερον, είχε χαρακτηρισθή ως “έκφυλον”. Διατί δε; Διότι ο απατηθείς από την λατρευτήν του σύζυγον ηψήφησε την περιπέτειάν του με τας ωραίας απλάς εκείνας λέξεις: “Τι είνε αυτός ο πόνος εμπρός εις τον πόνον, που θα δοκιμάσω όταν αποθάνω!” Έκτοτε εις το ελληνικόν παλκοσένικον εδόθησαν εκατοντάδες δραμάτων με την “συζυγικήν συγγνώμην”, την προσφιλή γαλλικήν φιλοσοφίαν της εποχής. Εγινήκαμεν χριστιανικώτεροι εντός ολίγων ετών; Αγνοώ, διότι ουδέποτε επάτησα πλέον εις το θέατρον, ύστερα από τα ψεύδη του, που είδον. Και είδον επί μακρά έτη τα πλέον διακεκριμένα θέατρα του πολιτισμένου κοσμάκη. Η οδός, λοιπόν, εις την οποίαν έκειτο η κατοικία του Στρίντμπεργ, ευρίσκεται εις πολύ κεντρικόν μέρος της Στοκχόλμης. Αι οικίαι είναι υπερύψηλοι. Κατά τας πληροφορίας μου ευρέθην εις την ωρισμένην γωνίαν. Εκύτταξα δι’ εντοιχισμένην πλάκα. Καμμία. Ο χριστιανός εκείνος, θερμός μαχητής ιδεών, είχε δυσαρεστήση πολλούς συμπατριώτας του. Ούτε επί του τάφου του εστήθη μνημείον, τα οποία άλλως τε αποφεύγουν εις τα σουηδικά νεκροταφεία. Τόσος δα ταφάκος είνε, με μαύρον σταυρόν και ωραιότατα άνθη. Τον εφωτογράφησα, επάνω του είδον μπιλλιετάκια γυναικεία με ψιλογραμμένα γράμματα. Και εις τον τάφον του ακόμη δεν αφίνουν εις ησυχίαν αι γυναίκες τον τρομερόν μισογύνην, όστις επανειλημμένως είχε νυμφευθή. Αύτη η έγγραφος ανακοίνωσις επί τάφου μου εθύμισε άλλην, εις ελληνικόν νεκροταφείον, εις το της Κύμης, όπου αι γυναίκες μεταβαίνουν και γράφουν επί των τάφων των χαμένων προσφιλών των διαφόρους εξομολογήσεις των: Σε είδον απόψε εις το όνειρόν μου. Αυτά που μου είπες, ανδρούλη μου, δεν είνε σωστά… Βάϊ, βάΙ! Και μετά θάνατον γυναικεία αντίρρησις:! Ηρώτησα, λοιπόν, διαβάτας της οδού της Στοκχόλμης. Ουδέν εγνώριζον. Ηρώτησα τότε αλληλοδιαδόχως όλα τα επί της οδού εκείνης καταστήματα. Εδωδιμοπωλεία, μπαρ. Φαρμακεία, ανθοπωλεία, εστιατόρια, καφφενεία, ζαχαροπλαστεία κ.τ.λ. Ουδείς εξ΄όσων ηρώτησα εγνώριζε καν τον άνθρωπον! Αίφνης είδα εκεί πλησίον βιβλιοπωλείον. Ακριβώς δε εις την βιτρίναν του ήτο σειρά των έργων του Στρίντμπεργ, εις ευθηνήν μάλλιστα τιμήν. Εισήλθον και την εζήτησα. Ο υπάλληλος μου την έδοσε ευγενώς. Ωμιλήσαμεν επ΄αρεκτόν δια τον Στρίντμπεργ. Ωμίλει την γερμανικήν ως μητρικήν του γλώσσαν, όπως όλοι σχεδόν οι σουηδοί, αντιθέτως προς τους νορβηγούς, οι οποίοι έχουν προτίμησιν προς την αγγλικήν. Και αίφνης του εξέφρασα την επιθυμίαν μου. Ακριβώς εις αυτήν την οδόν κατώκει ο συγγραφεύς, όταν απέθανε. Λοιπόν, μου ήτο αδύνατον να πληροφορηθώ. Ουδείς εγνώριζε. Βεβαίως και ήξευρε αυτός, Ελυπείτο πολύ, αλλά δυστυχώς τώρα είχε αναλάβη υπηρεσίαν. Θα ερωτούσε όμως την ταμίαν, διότι αυτή υπηρέτει εκεί προ εικοσαετίας. Ήτο ισχνή, λευκόξανθος κυρία, γελαστή. Αλλά μόλις ήκουσε περί τίνος επρόκειτο συνωφρυώθη και είπε ξηρώς:

- Ξέρω, αλλά μου είναι αδύνατον να αναφέρω καν το όνομα ενός τέτοιου αναξιοπρεπούς μισογύνου!

Εχαιρέτισα ευγενώς, σεβασθείς την γυναικείαν χειραφέτησιν. Ώστε υπάρχουν και φανατικαί μίσανδροι; Και πέραν του τάφου ακόμη; Όχι παίζομεν.

ΕΙΣ

_________________

* Ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (August Strindberg, 22 Ιανουαρίου 1849 14 Μαΐου 1912) ήταν Σουηδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ζωγράφος. Έγραψε μεταξυ των άλλων τα δράματα “Ο Πατέρας” (1887), Δεσποινίς Τζούλια” (1888), “Οι πιστωτές” (1889), έργα που άφησαν εποχή.

** Το σπίτι που έζησε ο Στρίντμπεργκ βρίσκεται στην Οδό Ντρότνιγκαταν 85 στη Στοκχόλμη (πηγή: Ελληνική Βικιπαίδεια).

*** Ο Μπιέρνστιερνε Μαρτίνους Μπιέρνσον (Bjørnstjerne Martinus Bjørnson, 8 Δεκεμβρίου 1832 – 26 Απριλίου 1910) ήταν Νορβηγός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1903. Το κοινωνικό δράμα “Λεονάρντα”, που έγραψε το 1879 προκάλεσε σάλο, πολλές συζητήσεις και μεγάλη αντίδραση από το κοινό.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΛΗ

Εφημερίδα “Αθήναι” 29 Απριλίου 1911

ΘΕΑΤΡΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΜΕ ΤΗΝ κ. ΚΥΒΕΛΗΝ

- Η σύμπραξις με την δίδα Κοτοπούλη

- Το θέατρον και οι συγγραφείς

- Περί τζαμπατζήδων

ΚΥΒΕΛΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

Το παλαιόν θέατρον “Βαριετέ” ανακαινίζεται με δωδεκάωρον εργασίαν την ημέραν, υπό το καλλιτεχνικόν βλέμμα του κ. Θεοδωρίδου και την σύμπραξιν αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών, μηχανικών. Ικανός αριθμός μοχθεί. Ωρισμένως την 10ην Μαΐου πρέπει το θέατρον να είνε έτοιμον. Είνε η προσταγή ηθοποιών, κοινού, συγγραφέων, μεταφραστών, απαίτησις του υπαιθρίου αθηναϊκού βίου, ο οποίος ήρχισεν ήδη, ενώ το θέατρον καθυστερεί. Το “Βαριετέ” θα γίνη κομψόν, άνετον θέατρον εφέτος. Ενοικιάσθη δια μίαν δεκαετίαν, με ετήσιον ενοίκιον 6,000 δρχ. Δαπάνη 20,000 δρχ. Δια την κατασκευήν τελείας τέντας, νέας αυλαίας, νέων καθισμάτων – 600 εν όλω – ευπρεπούς εισόδου κ.τ.λ. Η είσοδος, ρυθμός αναγεννήσεως, γίνεται κατά σχέδιον του αρχιτέκτονος κ. Βάκουλη, θα στοιχίση 2,000 δρχ. Είδαμεν χθες και τα νέα προγράμματα του “Βαριετέ”. Σεμνόν, αυστηρόν σχεδίασμα του καλλιτέχνου κ. Ρούμπου. Η Τέχνη τόσον σεμνή, ώστε δεν θα έχη αντιρρήσεις και η αστυνομική κριτική. Δεξιά και αριστερά της η Τέχνη ενώνει εις ευλαβές της προσκύνημα τον Άνδρα και την Γυναίκα. Ευοίωνον σύμβολον ενώσεως. Τις οίδε. Ίσως εφέτος η Τέχνη να ενώση και δύο από τας διαθερμοτέρας αποστόλους της, την κυρίαν Κυβέλην Αδριανού Θεοδωρίδου και την δίδα Μαρίκαν Κοτοπούλη.

Η Κυβέλη με τον Γεώργιο Παπανδρέου  - τον έρωτα της ζωής της - στο Νταβός της Ελβετίας το 1927

Ο θίασος της κυρίας Κυβέλης ήλθεν από το εξωτερικόν και εφέτος, όπως πάντοτε. Εις την Αλεξάνδρειαν και το Κάϊρον έπαιξε 2 ½ μήνας με καλάς εισπράξεις. Και εις την Αίγυπτον αρέσουν τα ίδια έργα, τα οποία πάιζονται κατ’ εξοχήν εις τας Αθήνας. Από τα ελληνικά έργα αρκετάς παραστάσεις είχαν η “Φωτεινή Σάντρη” και ο “Πειρασμός” του κ. Γρηγορίου Ξενοπούλου. Κατόπιν ο θίασος έδωσε παραστάσεις εις τας Πάτρας και την Σύρον. Τώρα καταρτίζεται δια τον καλοκαιρινόν αγώνα. Θα αποτελεσθή από 17-18 πρόσωπα. Έως την ώραν εξησφαλίσθη η σύμπραξις εις τον θίασον των κυριών Μαρίκου, Γαλάτη, Δημοπούλου, Ταβουλάρη και των κυρίων Γαβριηλίδου, Κούρτελη, Λέοντος, Σάββα, Αγγελάκη,. Αλλ-αν κατορθωθή η σύμπραξις της κυρίας Κυβέλης και της δίδος Κοτοπούλη, τότε ο αριθμός των μελών του θιάσου θα ανέλθη εις 25.

- Η σύμπραξις !

Η σύμπραξις! Θα γίνη ή όχι; Δεν θα είπωμεν υπερβολήν, ότι οι Αθηναίοι ενδιαφέρονται δι’αυτό το ζήτημα ίσως περισσότερον από μίαν θυελλώδη συζήτησιν εις την Βουλήν. Πόσα δεν εδιαβάσαμεν μέχρι τούδε διά την “σύμπραξιν”. Επί τέλους και ο δυσχερέστερος εκλογικός συνδυασμός εις την Ελλάδα δεν θα είχε τόσον μακρόν στάδιον αγωνιωδών διαπραγματεύσεων. Αλλ’ ιδού η κ. Κυβέλη. Το νεανικόν ελαστικόν της παράστημα διαγράφη εν μέσω των ανασκαφών το θεάτρου “Βαριετέ” εις το γλυκύ απαλόν φως του χθεσινού δειλινού. Είνε κομψή κ’ είναι έκφρασις. Παίρνομεν και όρκον, ότι εις το χθεσινόν νερατζοιόχρουν φως του δειλινού δεν είδαμεν ελαφροτέραν Ατθίδα. Διερμηνέυομεν τον θαυμασμόν όλων των συμπολιτών μας˙ τίποτε άλλο. ήτο η γραμμή της νεότητος και εφόρει το θελκτικώτερον καπέλλο χθες εις τας Αθήνας- - αλλά μόνον χθες;

- Κυρία Κυβέλη, ωρισμένως σήμερον πρέπει να μάθωμεν το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η κυρία Κυβέλη γελά το μειδίαμα, το οποίον γνωρίζει το Πανελλήνιον. Τα λέγει όλα και κρατεί μυστικά όλα. Ματαιοπονία να επιμείνωνεν εις την ερώτησιν.

- Τίποτε ακόμα, διότι δεν ήρθεν ακόμα η δ. Κοτοπούλη.

- Το εμαντέυσατε.

- Και έρχεται απόψε ή αύριον;

- Αι πληροφορίαι σας συμπίπτουν με τας ιδικάς μας.

- Κ΄ εντός της αύριον θα γνωρίζομεν ότι αν η δ. Κοτοπούλη δεν εγκαταλείψη την σκηνήν, η σύμπραξις είνε βεβαία;

- Τότε ξέρετε την υπόθεσιν.

- Δηλαδή τίποτε. Αλλά μπορώ να μάθω αν η σύμπραξις θα έχη τελειώση αύριον εις τας 4 και 2’ ;

- Αν την μάθετε εις τας 4 και 5 ;

- Δεν προφθάνω να βγάλω το παράρτημα. Αλλά εις ποίον οφείλεται η ιδέα;

- Την σύμπραξιν την επροτείναμεν ημείς προ διετίας, αλλά προσέκρουσε τότε εις μερικάς δυσκολίας. Τώρα επανελήφθη εκ μέρους της δ. Κοτοπούλη.

- Και διατί αυτός ο πόθος εκατέρωθεν;

- Η κ. Κυβέλη περί θεάτρου

- Ώστε το θέατρον τώρα δεν έχει εκλεκτικότητα;

- Σας παρακαλώ να την ανακαλύψετε.

- Ώστε η γνώμη σας δια το θέατρον;

- Όσο πηγαίνει και πέφτει.

- Αλλ’ αι εισπράξεις;

- Ανεβάινουν εις 800, 900, 1000 δραχμάς την βραδειά με τα σόκιν έργα, τα οποία ζητεί επιμόνως το κοινόν, εις πείσμα της αστυνομίας, η οποία θέλει να το ηθικοποιήση.

Η κυρία Κυβέλη δεν γελά τώρα. Εις τους οφθαλμούς της λάμπει η οργή, αλλά κι’ αυτή με καλλιτεχνικήν λάμψιν, Αναφέρει το πέσιμον της “Κρίνης”του Ουέλς. Δια της βίας την ανεβίβασαν πέρυσι 5 φοράς. Ενθυμείται τας δύο παραστάσεις της “Αντιγόνης”, η πρώτη της οποίας έδωσεν είσπραξιν μόνον 200 δραχμάς. Φρονεί, ότι το θερινόν θέατρον όπως πηγαίνει θα είνε η πτώσις του φιλολογικού θεάτρου εις την Ελλάδα. Το θερινόν θέατρο το απεχθάνεται. Είνε αδύνατον να δείξη ο ηθοποιός τέχνην. Θέλει φωνήν και τίποτε άλλο. Παρ’ όλην δε την επιτυχίαν των ελαφρών έργων, οι θίασοι δεν ανταποκρίνονται εις τας απαιτήσεις των. Σχεδόν τίποτε δεν κερδίζουν από το θερινόν θέατρον. Ότι κάμουν αι χειμεριναί περιοδείαι. Συμπέρασμα: Ανάγκη Εθνικού θεάτρου, με κυβερνητικήν επιχορήγησιν, δια να δημιουργηθή θέατρον τέχνης, θέατρον δια τους ηθοποιούς, θέατρον δια το κοινόν. Τέλος και οι Βούλγαροι έχουν Εθνικόν θέατρον. Πρέπει ν’ αποκτήσωμεν και ημείς.

- Εις το οποίον θα ελαμβάνατε μέρος;

- Με την ψυχήν μου.

- Έχετε νομίζω 11 χρόνια εις το θέατρον πως ευρίσκετε τους ηθοποιούς; εβελτιώθη η ηθοποιία;

- Πολύ. Και το ένδυμά των επίσης.

- Ποιός παίζει καλύτερα.

- Μη τυχόν ήρθατε να μας βάλετε σκάνδαλα; Αρκετά ‘εχομε.

- Τι λέτε λ. χ. δια τον ...

- Δεν λέω τίποτε.

- Θέλω να πω δια τον κ. Κούρτελην λ.χ. ο οποίος μας ακούει τώρα.

- Ο κ. Κούρτελης είνε ο κωμικός του μέλλοντος.

- Και του παρόντος.

- Καταλληλότερος να σας απαντήση είνε ο κ. Κούρτελης.

- Τότε τι δαπανάτε δια τας τουαλέττας σας τον χρόνον;

- Όλα θέλετε να τα μάθετε;

- Να πούμε 5-6 χιλιάδας τον χρόνον.

- Αν σκεφθήτε, ότι ένα φόρεμα με το άλλο στοιχίζει 800-600 δραχμάς, τότε εμαντεύσατε.

- Η μαντεία δεν είνε η αδυναμία μου. Η απάντησις εις ερώτησιν ναι.

- Ερωτήσατε, ορίστε:

- Ποίον έργον σας αρέσει απ’ όλα, όσα επαίξατε μέχρι τούδε;

- Είνε ένα που μου αρέσει πολύ. Η “Τζιοκόντα” του δ’Αννούντσιο, αλλά την εδώσαμεν μιά φορά μονάχα. Αν την εδίναμε δευτέραν φοράν θα ήρχοντο να μας κάψουν δια την μαλλιαρήν μετάφρασιν.

- Ο κ. Χριστομάνος ζηλιάρης δια τον κ. Ξενόπουλον

- Γι’αυτό σας ήρεσε περισσότερον. Και την παλαιάν “Νέαν Σκηνήν” την ονειροπολείτε;

- Πολύ. Αυτή έκαμε το παν. Ο . Χρηστομάνος…

- Τον εκτιμώ πάντοτε, αλλά δεν είμεθα φίλοι. Είνε ζηλιάρης.

- Αλλά καλός.

- Βέβαια, αλλά ζηλεύει πολύ διότι δίνομε τα έργα του κ. Ξενόπουλου. Αλλά μη γράψετε τέτοια πράγματα.

- Αυτό έλειπε τώρα. Και γιατί ζηλεύει δια τα έργα του κ. Ξενόπουλου;

- Δεν ξέρω, αλλά μου είπε: “Δεν έρχομαι στο θέατρόν σας διότι ανεβάζετε τον Ξενόπουλο”.

- Και σεις τι λέτε δια τον κ. Ξενόπουλον;

- Ο μόνος που στέκεται στο θέατρο.

- Προς Θεού μη το πήτε δυνατά και τ’ακούσουν οι άλλοι.

- Μα αφού είναι η γνώμη μου.

- Τότε διαφέρει.

- Και δια τους δημοσιογράφους τι λέτε;

- Όλοι τους είναι κακοί.

- Κι’ εγώ;

- Σεις εξαιρείσθε, αφού είσθε παρών. Αλλ’ όλοι είνε κακοί. Γράφουν αν σας έχουν φίλον, άλλως συκοφαντούν. Φθάνουν, όταν θέλουν να σας κτυπήσουν, μέχρι του να πουν πως το τάδε έργον, που θα παιχθή είναι σόκιν, δια να μην έρθουν αι γυναίκες.

- Κι’ αυτές έρχονται.

- Καλέ, ζητούν την επέμβασιν της αστυνομίας να μη δοθή το έργον.

- Αλλ’ ελησμονήσαμε κάτι. Τι φρονείτε δια την δεσποινίδα Κοτοπούλη;

- Τα καλύτερα πράγματα.

- Πως βρίσκετε το παίξιμό της;

- Εγώ δεν βλέπω τους ηθοποιούς πως παίζουν, δεν ευκαιρώ, αλλ’ η δ. Κοτοπούλη εις το “Βασιλικόν” έπαιζε τόσον ωραία.

- Α, ώστε τώρα δεν…

- Για να σας πω παραγινήκατε.
- Μάλιστα έχετε δίκαιον. Κι’ αν συμπράξετε πως θα παίζετε;

- Μιά το ένα βράδυ κ’ η άλλη το άλλο. Πρέπει να ξεκουραζόμαστε κιόλας.

- ΄Ωστε δεν θα παίξετε ποτέ μιά βραδειά κ’ η δύο;

- Αυτό δεν θα σας το είπη κανείς. Μάλιστα θα παίζωμε κ’ οι δύο εις το ίδιον έργον πολλές φορές.

- Και τι θα παίξετε εφέτος;

- - Είνε πολλά πράγματα στα σκαριά. Από τα πρωτότυπα θα δώσωμε ένα του κ. Ιωσήφ με τον τουρκικόν τίτλον “Ισδλαάρ”, δύο τρίπρακτα του κ. Ξενόπουλου, το “Χερουβείμ” και τας “Αρσακειάδας” και μία μονόπρακτον τραγωδίαν του ιδίου το “Ψυχοσάββατον”.

- Δεν μου λέτε μήπως ελησμόνησα να σας ερωτήσω κάτι που έπρεπε να σας ερωτήσω;

- Σαν τι;

- Ξέρω κι’ εγώ. Τι φρονείτε λ.χ. δια τους τζαμπατζήδες;

Η κυρία Κυβέλη εις την μνείαν των υπερόχων αυτών όντων εχάρισε το σατανικώτερον μειδίαμά της. Και είπεν:

- Α, αυτοί δεν θέλουν την πρώτην θέσιν, σκαμνάκι στα πόδια και σπάζουν τα μπαστούνια των από το κτύπημα ν΄αρχίσωμε γλήγωρα.

Εις την είσοδον του ανασκαπτομένου θεάτρου ενώ έφευγα συνήντησα όμιλον ανθρώπων παρακολουθώντων με αγωνίαν τας επισκευάς του θεάτρου. Είς επροχώρησε ζωηρώς,

- Έ, κύριε, τι σας είπεν η κ. Κυβέλη;

- Δια την σύμπραξιν.

- Σ΄αυτό θα έρθωμε κατόπιν. Αλλά πρώτον δια τα δημοσιογραφικά εισιτήρια. Θα είνε διαρκή εφέτος ή θα ισχύουν δια μίαν μόνον βραδειά;

- Ώστε είσθε τζαμπατζής;

Έστριψε τον μύστακα.
- Μάλιστα, κύριε, μπας και σας προσέβαλα;