Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Η -ΜΟΝΑΔΙΚΗ- ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 Έχω γράψει εκτενέστερα σε προηγούμενη μου ανάρτηση (Ο Ψυχάρης εν Aθήναις” οι συνεντεύξεις του Μποέμ - Δημ. Χατζόπουλου - Σάββατο, 3 Ιουλίου 2021) για τη μόδα των συνεντεύξεων που εισήχθηκε βασικά από τη Γαλλία στη δεκαετία του 1890 με πρωτοβουλία του Μήτσου Χατζόπουλου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφος, διαδίκτυο, τα μόνα μέσα πληροφόρησης και διασκέδασης ήταν ο τύπος, τα βιβλία, το θέατρο και η μουσική. Με μεγάλη οξυδέρκεια ο Δημ. Χατζόπουλος σκέφτηκε να φέρει κοντά στο αναγνωστικό κοινό την καθημερινή ζωή, την προσωπικότητα, τις απόψεις των δημιουργών της εποχής του, που δεν μπορούσαν παρά να είναι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και του θεάτρου.

Η πρώτη από τις τέσσερις σειρές συνεντεύξεων του Χατζόπουλου δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα “Το Άστυ” το 1893 με τον τίτλο “Σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς”. Ο θεσμός των συνεντεύξεων, παρόλο που αρχικά ειδώθηκε με δυσπιστία και σχετική καχυποψία από τον πνευματικό κόσμο και τον ελληνικό τύπο, επιβλήθηκε τελικά και καθιερώθηκε στο ελληνικό πλαίσιο σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Όπως γράφει η Βαλάντω Λάνδρου στην εξαιρετική εργασία της για το Δ. Χατζόπουλο (1) “ ...Τα συνεντευξιακά κύματα (του Μήτσου Χατζόπουλου) λειτούργησαν ως ένας τρόπος να εισακουστούν οι λογοτέχνες, αλλά και ως ένα μέσο ανάδειξης της σύγχρονης λογοτεχνίας ως συλλογικής κοινότητας όπου κυριαρχεί η ετερότητα των φωνών”.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης ήταν δύστροπος, μονήρης και ιδιότροπος χαρακτήρας,(2) το γεγονός ότι ο Χατζόπουλος κατάφερε να τον κάνει να μιλήσει τόσο εκτεταμένα για τη λογοτεχνία της εποχής του – έστω και με “μπαμπεσιά”, στο κείμενο παραδέχεται ότι απέκρυψε την ιδιότητά του – πρέπει να θεωρηθεί μεγάλο κατόρθωμα. Ήταν η πρώτη και μοναδική συνέντευξη του που υπάρχει καταγραμμένη. Ο Παπαδιαμάντης επίσης απέφευγε με κάθε τρόπο να φωτογραφηθεί, πράγματι σήμερα υπάρχουν όλες κι όλες πέντε φωτογραφίες του. Την πιο πετυχημένη την τράβηξε -με τα χίλια ζόρια- ο Παύλος Νιρβάνας το 1906 έξω από το καφενεδάκι στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι (που δεν ήταν βέβαια όπως είναι σήμερα), την παραθέτω εδώ σήμερα.
Γ.Χ.

Το Άστυ” 27/3/1893

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Εις το μπακάλικον του Μπάρκα. - Φιλολογικόν γκιουβέτσι.
Δύο ημείς και ο κ. Παπαδιαμάντης τρεις. - Σύντομος βιογραφία του.
- Ο ονομαστικός κατάλογος του κ. Φιντικλέους εις το Πανεπιστήμιον.
Μποέμ πάντοτε. - Τα διηγήματά του. - Η Σκιάθος κατά τον κ. Παπαδιαμάντην
μικρόκοσμος. - Η γλώσσα εις το μεταίχμιον. - Τον Βαλαωρίτην περισσότερον
του Σολωμού. - Αι κρίσεις του περί των συγχρόνων.
- Εν ανέκδοτόν του

Ο κ. Παπαδιαμάντης, γνωστός Έλλην ποιητής, και εγώ, οι τρείς μας, είχομεν καθίση επί ενός τραπεζίου εις το μπακάλικον του Μπάρκα, ακριβώς παρά την βρύσιν του Λέκα.(3) Η ώρα ήτο ογδόη εσπερινή, το μπακάλικον εφωτίζετο πλουσίως δια των ραμφών του αεριιόφωτος, τα εις το βάθος του απόκρυφα δωμάτια ήσαν κατειλημμένα υπο πολυαρίθμων παρεών, αίτινες συνέκρουον ευθύμως τα ποτήρια, και ευθυμότερον, και περιπαθέστερον έψαλλον την Μυγδακιάν του Δροσίνη εφ΄ενός, και περιπαθείς αμανέδες εξ΄άλλου, ων συχνοτέρα επωδός αντήχει:
Έλα να σε κάμω μάκια
Στο λαιμό, στα γλυκαδάκια.
Ευτραφέστατος μπακαλόπαις προσήλθεν εις τας διαταγάς μας, έστρωσεν επί του τραπεζίου αντί τραπεζομανδήλου μιαν Επιθεώρησιν και μιαν Παλιγγενεσίαν, παρέθηκεν επ΄αυτής αχνίζον γκιοβέτσι, από εν πινάκιον, από εν μαχαιροπερούνιον, από μιαν αμφίβολον πετσέταν, μισήν οκάν άρτου κεκομμένου μπακάλικα, μιαν οκάν αφρίζοντος ρητηνίτου και τρία ποτήρια. Το σπαγέτον ορεκτικώτατον, ο κ. Παπαδιαμάντης εζήτησε και τυρόν μάλιστα, το κρέας τρυφερώτατον, ο ρητηνίτης γευστικώτατος, ηδονηκώτατος, και ημείς εφάγομεν ορεκτικώτατατα. Ο. κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μποέμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλείων και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας αθηναϊκάς οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον επανωφόριον, με τα διπλά καταρρακωμένα πανταλόνια, με την ράβδον παραμάσχαλα, και την χείρα αιωνίως επί του στήθους, ο πνευματώδης αυτός Λουκιανός, η χάρις αυτή του Θεοκρίτου, ο αναλυτικός ψυχολόγος Τουργένιεφ, ο παρατηρητικός Δίκενς, ο μελαγχολικός Κοππέ, ο γλαφυρός και φυσικώτατος αυτός Πλούταρχος, με τ΄άφθονα μαύρα ακτένιστα μαλλιά, με τον πλατύγυρον λερωμένον ημίψηλον, με τα πυκνά ακατάστατα και αχαλλίτεχνα γένεια, με την είρωνα φίλοινον φυσιογνωμίαν του, με την ανθηράν ευφυολογίαν την αναφαινομένην εν ακρατήτω πεζολογία, ο ήκιστα αυτός φαινόμενος ποιητής, ο ελάχιστα δεικνυόμενος συγγραφεύς, η μορφή αυτή του σχολαστικού, του δασκάλου, η προτομή αυτή του Σειληνού, ο ιδιότροπος, ο φυγόπονος δια τας φιλολογικάς εργασίας, ο καταδαπανών δέκα ώρας της ημέρας εις μεταφράσεις εκ του γαλλικού και του αγγλικού δια την Ακρόπολιν και το Νέον Πνεύμα της, ο σκορπών ολόκληρον το βάρος του θυλακίου του δια μίαν εσπέραν, ο ζων μεταξύ ενός ποτηρίου οίνου και ενός κυπέλλου ζύθου, με τα σιγαρέτα του εις το πλάϊ, ο χρυσός αυτός άνθρωπος καθ΄όλην την διάρκειαν του μποεμικού δείπνου μας, μας έτερπεν εκ καρδίας τόσον αγαθός, και τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτός ο τόσον άγριος, ο τόσον απότομος συνήθως.

Και εν μέσω των συχνών προπόσεων μας και των συγκρούσεων των ποτηρίων εν γλυκεία αδελφικότητι εξηκολούθει ν΄απαντά εις τας ερωτήσεις μου και να λέγη πάντοτε αυτός, ο τόσον κατηφής, ο τόσον δύσκολος συνήθως. Ο κ. Παπαδιαμάντης είνε εις την ακμήν της ηλικίας του, μόλις υπερπηδήσας το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας του. Εγεννήθη εν τη νήσω του Αιγαίου Σκιάθω το 1851. Εις το σχολείον της πατρίδος όπου σχεδόν ουδέποτε εφοίτησεν, και οσάκις εξ ανάγκης έκαμε τούτο, υπείκων εις την οργήν του κλασικού δασκάλου της εποχής του, δεν ήνοιξέ ποτε βιβλίον, δεν έπιασε πένναν εις τα χέρια του. Ως παπαδοπαίδι όπου ήτο ηρέσκετο πολύ να διαβάζη εκκλησιαστικά βιβλία, εις τρόπον ώστε αργότερα, εις ηλικία 13 ετών, εννοούσεν ευχερέστατα τον Όμηρον. Κατά δε τας ετησίας εξετάσεις, μη δυνάμενος να προσφέρη και αυτός μετά των άλλων συμμαθητών του δείγματα καλλιγραφικής ικανότητος, παρουσίαζεν εις την επιτροπήν των εξετάσεων αντιγραφάς διαφόρων αγίων και πρωτομαρτύρων, τας εικόνας των οποίων τόσην μανίαν είχε να αντιγράφη κρυφίως εν τη σκιά και ησυχία της εκκλησίας της πατρίδος του. Μετά τινα χρόνον απήλθεν εις την Χαλκίδα ως φοιτητής του γυμνασίου, ένθα αποπερατώσας τας εγκυκλοπαιδικάς αυτού μελέτας, ήλθεν εις Αθήνας, όπου ενεγράφη εις την φιλοσοφικήν σχολήν. Αλλά ταχέως ηναγκάσθη να αποσκορακίση και φιλοσοφίαν και πανεπιστημιακάς δάφνας. Ο χαρακτήρ του, το πνεύμα του ήκιστα συνεφώνουν με τον φοιτητικόν βίον και τας σχολαστικάς μελέτας. Εκείνο το οποίον κυρίως τον απέσπασεν από το φοιτητικόν εδώλιον ήτο, ο καθ΄εκάστην ημέραν εκφωνούμενος υπό του καθηγητού κ. Φιντικλέους κατά την έναρξιν των παραδόσεων ονομαστικός κατάλογος. Εξ όλων τούτων ηναγκάσθη να παραιτήση τας φοιτητικάς σπουδάς του αργότερον, καθώς και τας ιδιαιτέρας παραδόσεις, δι΄ών επορίζετο τα προς το ζην, και να επιδοθή εις την δημοσιογραφίαν, ταχέως εκμαθών την γαλλικήν και αγγλικήν. Το 1882 προσελήφθη εις στην Εφημερίδα ως μεταφραστής, την γνωστήν τότε μικράν το σχήμα, αλλ΄ εκλεκτήν την ύλην Εφημερίδα. Τόρα εργάζεται εις την Ακρόπολιν, δημιουργών συγχρόνως και φιλολογικά έργα, εκτός των καθημερινών μεταφράσεων, δι΄ ών κερδίζει τον άρτον του. Ο κ. Παπαδιαμάντης έχει γράψη πλείστα όσα αριστουργήματα από του Μηχάνεσαι μέχρι της σημερινής Εστίας. Τα διηγήματα του τα διακρίνει βαθεία έμπνευσις, φυσικότης απαράμιλλος, ανθηρότης ύφους συναρπάζουσα. Τα θέματά του συνήθως αναστρέφονται εις θαλασσινάς παραδόσεις, εις την ποιμενικήν ζωήν, εις ειδυλλιακάς σκηνάς, όλων των εμπνεύσεων του εκπηγαζουσών εκ του αγροτικού επαρχιακού βίου, και ιδίως του της ιδιαιτέρας του πατρίδος Σκιάθου, της μικροσκοπικής νήσου, του μικροκόσμου τούτου, ως την αποκαλεί ο ίδιος με την θαυμαστικήν φυσικήν καλλονήν της, την περιέχουσαν 15 πεδιάδας, 12 όρμους, 25 βουνά και άπειρα δάση. Το ένδυμα δε των διηγημάτων του, αν και είνε τόσον καθαρώς επιμεμελημένον, εν τούτοις κλίνει πολύ προς τον δημοτικόν χαρακτήρα, τον οποίον ο συγγραφεύς, φαίνεται, ότι βαθύτατα επίσταται. Αν τον ερωτήσετε τόρα, ποία γλώσσα του αρέσει, θα σας απαντήση με τον λίγον αλλόκοτον, αλλά και ήρεμον τόνον της φωνής του, ότι η ιδέα του είνε η γλώσσα να ακολουθήση ένα μεταίχμιον, δηλαδή ούτε άκρως δημοτική να είνε, ούτε υπερβολικώς καθαρεύουσα.

Από τον Σολωμόν εκτιμά περισσότερον τον Βαλαωτίτην, και κατόπιν αυτού τον Ζαλοκώσταν. Ο Βαλαωρίτης του αρέσει περισσότερον, διότι τον θεωρεί, ότι αυτός μόνον ειργάσθη εθνικώς, αυτός μόνον είχε καρδίαν, αίμα, αίσθημα, έξεις, όλα συγχωνευμένα ελληνικά και παρήγαγε μακράν εποποιίαν, ενώ ο Σολωμός, παρ΄όλην την ατελή και άμορφον παραγωγήν του, φαίνεται κάπως ξένος, εν Ιταλία ανατραφείς, ουχί αδόλως εμπνευσθείς, Επτανήσιος ων. Τόρα αν θέλετε και τας ιδέας του περί των συγχρόνων ποιητών συγγραφέων, ακούσατέ τας. Αν εκοπίασα να τας αγρεύσω εκ της αμειλίκτου σιωπής του εγώ το γνωρίζω.
Τον Ροϊδην τον θεωρεί ως πνευματώδη, αλλ΄εις το παρελθόν ανήκοντα.
Τον Άννινον πνευματώδη και αυτόν, καλλιτεχνικώτερον, αλλ΄εις την παρωδίαν ανήκοντα.
Τον Ψυχάρην ως ποιητήν καλόν, ως γλωσσολόγον και επιβλητήν της δημώδους γλώσσης, Λεβαντίνον, ψευδή, τεχνητόν.
Προσθέτει μάλιστα ότι η μονομανία του αύτη, του να αποκτήση όνομα εις τη Ελλάδα, κατέστη δι΄αυτόν ψύχωσις, την οποίαν δυστυχώς δεν απέφυγον και παρ΄ημίν πλείστοι όσοι καλοί ποιηταί και λογογράφοι, οίτινες, διακαιόμενοι θερμώς υπό του πόθου της ρεκλάμας του ονόματός των εις την Ευρώπην υπό του ιεροφάντου Ψυχαρη, προσεκολλήθησαν στερρώς και τυφλότατα προς αυτόν. Αλλ΄όλα αυτά θα παρέλθουν ταχέως, και η Ψυχάρειος δόξα θα εξατμισθεί ως πομφόλυξ, αυτή ήτις παίρνει και δίνει εις την οδόν Κλωδίου εις τα Παρίσια! Την δημοτικήν γλώσσαν που την είδε, που την έμαθε, που την εσπούδασεν ο Ψυχάρης; Αυτός είνε Χίος, σχεδόν ξένος, αριστοκράτης Φαναριώτης, επιχειρών μ΄εν στρεβλωτικόν ιδίωμα να επιβληθή ως δημιουργός και διδάσκαλος ολοκλήρου έθνους.
Όχι! Αι γλώσσαι δεν επιβάλλονται ούτω εις τα καλά καθούμενα υπό των ατόμων εις τους λαούς!
Τον Δροσίνην τον θεωρεί ως καλόν.Τον Μητσάκην τον αγαπά ως φίλον, και τον εκτιμά ως συγγραφέα. Τον Καρκαβίτσαν τον φίλον του, τον αναγνωρίζει ως κατέχοντα λαμπρόν τάλαντον αναμφισβήτητον, και λέγει ότι αυτός ειργάσθη περισσότερον πολλών άλλων εθνικώς, αλλά τελευταίως τα μπέρδεψε με την απότομον αποσκοράκισιν της γλώσσης εις την οποίαν έγραψε τα καλύτερα έργα του. Άλλως τε δεν είνε καθόλου δημοτική η γλώσσα του αναμιγνύουσα τύπους καθαρευούσης με τύπους δημοτικούς π. χ. τον οποίον, την οποίαν, το οποίον. Δεν λέγει ο χριστιανός κι΄αυτός οπού, και να τελειόνει!
Τον Ξενόπουλον τον λέγει καλούτσικον. Αυτός έχει καλαισθησίαν, εργάζεται, αλλά δεν δύναται ν'αντιληφθή τα πρέποντα θέματα, τον παρακολουθεί δε με αγάπην του πάντοτε. Τον Κρυστάλλην τον αγαπά ως κλέφτην, και ως τσοπάνον, και τον θεωρεί ως μόνον αγνόν δημοτικόν, όστις εκ του φυσικού μόνον δανείζεται την δημώδη γλώσσαν. Τον Εφταλιώτην τον θεωρεί ως καλόν. Αλλ΄απορεί δια την μακράν σιγήν του. Ο Γαβριηλίδης, αλλά ποιός Γαβριηλίδης; αυτός ξέρει πολλούς Γαβριηλίδας· δι΄αυτόν καλλίτερος είνε εκείνος που του σκάει 250 δρ. τον μήνα. Ο Γαβριηλίδης είνε δύναμις. Νεωτεριστής, πρωτότυπος, αυθόρμητος, ανεξάρτητος, αναμφισβήτητος αξία, γνωρίζουσα να συμβαδίζη με τας αξιώσεις και τας κλίσεις του κοινού.
Τον Πολέμην ως νέον ευαίσθητον, συμπαθητικόν, αλλ΄ευρωπαίζοντα συνεσφιγμένον με το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Τον Παλαμάν φίλον σεβαστόν, κριτικόν καλόν και πολυμαθή, αλλά στρυφνόν και απαιτητικόν και αυτόν. Τον Στεφάνου, αυτόν δεν τον διάβασε, αλλά εις την Ακρόπολιν όπου διόρθωνε τας Σειρήνας του, του ανέγνωσε καμμιά εικοσαριά στίχους και τους εύρε καλούς. Τον Μάνον, αυτού λίγα διάβασε, που να του μένη καιρός κι-όλας, αυτός εξ άλλου τόρα δεν διαβάζει ποτέ τζάνουμ, και του εφάνηκαν αρκετά καλά. Τον Πολυλάν σοφόν, αλλ΄ιδιότροπον, και τον Καλλοσγούρον, αυτός δα δεν είνε για κουβέντα!

Μη ζητήσετε περισσότερον διότι θαύμα είνε πως απεσπάσθησαν και αυτά εκ των χειλέων του, αλλοίμονο δε αν προεμάντευε την ιδιότητά μου, καθ΄ην στιγμήν τον ηρώτουν. Αι καλλιτεχνικαί του απαντήσεις ίσως δεν θα εστόλιζον σήμερον την σκιαγραφίαν του, την οποίαν επισφραγίζω και με εν ανέκδοτόν του.

Μίαν ημέραν ο κ. Σίμων Αποστολίδης, και ο κ. Ανδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ΄οδόν, οπότε διερχόμενος ο συγγραφεύς των Ειδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος και ιδιότροπος, εχαιρέτισε τον κ. Αποστολίδην. Ο μέγας τραπεζίτης διακόψας την συνομιλίαν του προσέθεσεν επί τη ευκαιρία του χαιρετισμού του συγγραφέως.
- Για δέτενε εδώ εις την Ελλάδα ως και οι επαίται, mon cher, φέρνουνε μπαστούνια.
Έκπληκτος ο Αποστολίδης απαντά:
- Τι λέγεις, κυρ Ανδρέα; αυτός είνε ο καλλίτερος διηγηματογράφος μας.
- Ποιός; πως τον λένε;
- Παπαδιαμάντην.
- Και είνε έτσι σαν διακονιάρης! Απήντησεν έτι εκπληκτότερος αυτήν την φοράν ο κ. Συγγρός.

Μποέμ


_______________

(1) “Για ένα 'διαλεκτικόν ενσταντανέ': οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)”, Βαλάντω Λάνδρου Θεσσαλονικη 2017, σ. 185

(2) Ο Παύλος Νιρβάνας που τον γνώριζε καλά, στα “Φιλολογικά Απομνημονεύματα” του γράφει ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν ”... φιλέρημος και μισάνθρωπος — ανθρωπόφοβος θα ήτανε η κυριολεξία του”.

(3) Η βρύση του Λέκα βρισκόταν στη γωνία  της σημερινής οδού Λέκκα  και Κολοκοτρώνη στην Αθήνα.


Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Κ. Χατζόπουλος: Πολυτάλαντος της κοινωνικής απελευθέρωσης

 Πρωτότυπο άρθρο που καταπιάνεται με ένα ακανθώδες θέμα που έχει παραμεληθεί αρκετά στις αναλύσεις της ζωής και του έργου του αγρινιώτη ποιητή: πως από φανατικός αντιβενιζελικός, προς το τέλος της ζωής του βρέθηκε στρατευμένος στο βενιζελικό στρατόπεδο. Με το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου τον Αύγουστο του 1914 ο Χατζόπουλος επέστρεψε με την οικογένειά του αρον αρον στην Ελλάδα, όπου απέφυγε αρχικά να ασχοληθεί με την πολιτική. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, με την οποία ο Χατζόπουλος μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ταυτιστεί απόλυτα, τάχτηκε αμέσως υπέρ του πολέμου, πράγμα που απογοήτεψε και εξόργισε τον ποιητή και πιθανώς τον έσπρωξε ακόμη πιο πολύ στην αλλαγή της πορείας του.

Το κείμενο δεν είναι βέβαια τέλειο, περιέχει ανακρίβειες (ο Κ. Χατζόπουλος επέστρεψε από τη Γερμανία το 1914 και όχι το 1907), είναι αρκετά σύντομο, δεν υπάρχουν αναφορές πηγών, παρόλαυτα πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον και αξίζει της προσοχής μας.

Γ.Χ.

εφ. “Πριν”, 20/10/204 Κίνηση Ιδεών, Λογοτεχνία

Κ. Χατζόπουλος: Πολυτάλαντος της κοινωνικής απελευθέρωσης

της Κικής Μένου

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) διακρίθηκε στις προσπάθειές του διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών που ο ίδιος γνώρισε στη Γερμανία όπου σπούδασε. Έντονο ωστόσο υπήρξε το αποτύπωμά του στην ταξική πάλη και στη λογοτεχνία.

Στην καμπή του 1907, λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου προς το 1908, κάτι πρωτοφανές κοινοποιείται στον ελληνικό Τύπο. Η σοσιαλιστική εφημερίδα “Εργάτης”, στον Βόλο, ξεκινά κύκλο δημοσιεύσεων του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου” των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Πίσω από την εφημερίδα αυτή βρισκόταν η προσπάθεια μιας οργάνωσης η οποία περιλάμβανε περίπου 400 μισθωτούς και επιδίωκε να αποσπάσει τους εργάτες από τα συντεχνιακά σωματεία τους και να τους συνενώσει σε έναν καθαρά προλεταριακό σύνδεσμο.

Στην πρωτοβουλία παρουσίασης της συγκεκριμένης εφημερίδας καθώς και στη μεταφραστική εργασία που εκπονήθηκε για χάρη της διαφώτισης τού τότε πρωτοεμφανιζόμενου προλεταριάτου σημαντικό ρόλο παίζει ο ποιητής-διηγηματογράφος Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Έχει γυρίσει από τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου έχει έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και την ανάγνωση της πραγματικότητας μέσα από τη διαδικασία της πάλης των τάξεων. Από τότε δεν θα μείνει ούτε μια στιγμή αμέτοχος με την πένα του και την πολιτική του δράση στη διαφώτιση του ανερχόμενου ελληνικού προλεταριάτου. Ο λαός -κατά τον Χατζόπουλο- έχει εξαπατηθεί από την επιβολή Συντάγματος και έπειτα από την ανώτερη και μεσαία αστική τάξη και έχει εγκλωβιστεί στην υλοποίηση των συμφερόντων τους με το πρόσχημα του καθολικού και άμεσου εκλογικού δικαιώματος. Γι’ αυτό και θα είναι πάντα στην πρώτη γραμμή στο κομμάτι της ιδεολογικής πάλης μέσα την εργατική τάξη. Θα βοηθήσει στην έκδοση της σοσιαλιστικής εφημερίδας Μέλλον, με σκοπό τη μύηση των εργατών στις σοσιαλδημοκρατικές ιδέες.

Το 1911 θα στηρίξει την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών που εμφορείται από τον συνεχή προλεταριακό αγώνα και την ανάδειξη του διεθνούς σοσιαλισμού. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι η δημιουργία του Κέντρου αυτού δεν στοχεύει απλώς στη μαζικοποίησή του αλλά στην προσπάθειά του να δηλωθεί σαν άλλο ένα κέντρο αγώνα ικανό να κατακτήσει τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, σε αντίστιξη μάλιστα με το εξίσου νεοδμητο Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου διεξήγαγε μια ακούραστη προπαγάνδα εναντίον του σοσιαλισμού και υπέρ της αρμονίας ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Βαθύτατα αντιβενιζελικός, όπως ο ίδιος αναφέρει «Ακόμα πιο ολέθρια ήταν για τους εργάτες η εμφάνιση του Βενιζέλου, του σωτήρα της επανάστασης. Επομένως ο Βενιζέλος εισήγαγε στη Βουλή την αγγλική τακτική για μια εκτεταμένη πολιτική υπεράσπισης των εργατών, προκειμένου να προλάβει τον κίνδυνο εκ των έσω. Έτσι βρέθηκε ολόκληρο το εργατικό κίνημα να υποβοηθά την αστική πολιτική». Εντέλει στα χρόνια του εθνικού διχασμού σε μια δύσκολη απόφαση για την επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα ανάμεσα στις δύο επιλογές της αστικής στρατηγικής μεταξύ της ουδετερότητας των ανακτόρων απέναντι στον πόλεμο ή της επεκτατικής πολιτικής κατάληψης εδαφών στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας εν μέσω πολέμου, ο Χατζόπουλος, αν και αντιπολεμικός και αντιιμπεριαλιστής, θα στρατευτεί με τη βενιζελική – επεκτατική πλευρά, λόγω του εξαιρετικά φιλεργατικού και φιλαγροτικού προγράμματος της Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, το οποίο θεωρούσε αποτέλεσμα της εξαιρετικής πίεσης και των έως τότε νικών του αδύναμου εργατικού κινήματος στην Ελλάδα.
Όσο συνέβαλε στην ανάπτυξη του εργατικού – επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα, άλλο τόσο με την καλλιτεχνική του πένα προσπάθησε να διευρύνει τους αισθητικούς ορίζοντες του λαού. Πέρα από την έκδοση του φιλολογικού περιοδικού “Τέχνη”, έγραψε πλήθος ποιημάτων, διηγημάτων, δοκιμίων και μεταφράσεων.

Τα ποιήματά του μας φανερώνουν την αισθαντικότητα και την ευαισθησία του. Γίνεται επιβλητικός χωρίς να είναι μεγαλόστομος. Με γλώσσα δημοτική και συχνά επαναλαμβανόμενη μάς υποβάλλει στη σκιά, την καταχνιά και την οδύνη. Ακολουθώντας τις αρχές του μυστικιστικού αλλά ελάχιστα επαναστατικού συμβολιστικού ρεύματος μάς έχει κληροδοτήσει εξαιρετικά ποιήματα που μυρίζουν βρεμένο χώμα και ξεραμένα φθινοπωρινά φύλλα. Εκεί όμως που ο Χατζόπουλος γίνεται πραγματικά μεγάλος τεχνίτης είναι όταν το κοινωνικό καλλιτεχνικό ρεύμα του νατουραλισμού έρχεται να συγκεραστεί με την ονειρική πρότερη αίσθηση του ονειρικού συμβολισμού του. Η πιστή αποτύπωση των εξωτερικών συνθηκών και γεγονότων του νατουραλιστικού μοντέλου εμπλέκεται με την αφαιρετική διάθεση του συμβολικού του παρελθόντος. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να ασκεί οξεία κοινωνική κριτική, όχι όμως με την έννοια της απλής ανάδειξης των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων αλλά μέσα από τις αντιφάσεις των λόγων και των έργων των πρωταγωνιστών, όπου μερικές φορές δεν έχουν όνομα, τους αφαιρεί το πρόσωπο για να κοινωνικοποιήσει τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι η προσέγγιση των αγροτικών στρωμάτων φτιάχνει μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που βρίθουν συντηρητισμού και εκμαυλισμού μη αντέχοντας εντός των πολιτισμικών ορίων της αγροτικής υπαίθρου, που οδηγούνται όμως από την άλλη πλευρά στα αδιέξοδά τους και την καταστροφή, λόγω της νεόκοπης αστικής καιροσκοπικής κουλτούρας την οποία υιοθετούν.

Η κοινωνικά κριτική του ματιά βάζει στο βάθρο του προβληματισμού τον γυναικείο υποβιβασμό μέσα στην ελληνική αστική και αγροτική κουλτούρα και ανοίγει ζητήματα σε σχέση με την καινούργια θέση της στην παραγωγή, που ακόμα όμως κουβαλά τα παλιά πολιτισμικά πρότυπα (προίκα) δυσχεραίνοντας τη θέση της στην κοινωνία παρά την αντίθετη ψευδεπίγραφη επαγγελία της χειραφέτησής της.

Παρά τους επικριτές του και πέρα από αυτούς που θέλουν να οικειοποιηθούν την τέχνη του παραβλέποντας εσκεμμένα την πολιτικοκοινωνική του κριτική, εμμένοντας πεισματικά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της, θα παραμείνει ένας μεγάλος αγωνιστής και διανοούμενος της κοινωνικής απελευθέρωσης.

https://prin.gr/2014/10/κ-χατζόπουλος-πολυτάλαντος-της-κοινω/

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Η ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Ο Παύλος Νιρβάνας (ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη 1866-1937), λογοτέχνης του κύκλου του Κωστή Παλαμά, ήταν στενός, “γκαρδιακός” φίλος και συνεργάτης του Κώστα Χατζόπουλου. Την εποχή της έκδοσης του περιοδικού “Η Τέχνη” ήταν, μαζί με τον Παλαμά, ο βασικότερος συνεργάτης του περιοδικού.

Στην αριστουργηματική ιστοσελίδα “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” (1) βρήκα και κατέβασα τα “Φιλολογικά απομνημονεύματα” του Παύλου Νιρβάνα.(2) Στο βιβλίο υπάρχουν αμέτρητες αναφορές, ανέκδοτα, λεπτομέρειες που αφορούν τον Κώστα Χατζόπουλο και το έργο του.

Ένα από τα κεφάλαια των “Απομνημονευμάτων” είναι αφιερωμένο στην “Τέχνη”, το παραθέτω αυτούσιο.

Γ.Χ.

Μιά φωτογραφία του Κώστα Χατζόπουλου την εποχή που ήταν στη Γερμανία,
από το αρχείο του Κώστα Μεντή.

Παύλου Νιρβάνα

Η «ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Μια μέρα του 1907 (3) ο Κώστας Χατζόπουλος μας είπε ξαφνικά:

 — Απεφάσισα να βγάλω ένα περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα.

Και, πράγματι, όταν βγήκε η «Τέχνη», ήτανε το περιοδικό, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Με μια περιορισμένη συνεργασία δημοτικιστών — Παλαμάς, Μαβίλης, Θεοτόκης, Καμπύσης, Ψυχάρης, Εφταλιώτης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Πασαγιάννης, Τσιριμώκος (Στέφανος Ραμάς) και ο υποφαινόμενος — παρουσιάσθηκε γραμμένη σε ορθόδοξη δημοτική απ’ την αρχή ως το τέλος, πράγμα, που δεν το είχαν τολμήσει, ως τότε, και τα πιο ευνοϊκά στην ιδέα του Δημοτικισμού περιοδικά. Και στην επικεφαλίδα ακόμα, αντίς για το καθιερωμένο «εκδίδεται», είχε γραμμένο «βγαίνει κάθε μήνα». Καθένας μπορεί να φαντασθεί τι εντύπωση έκανε, την εποχή εκείνη, παρόμοιο τόλμημα. Οι εφημερίδες άρχισαν να μας βρίζουν και να μας ειρωνεύονται. Και επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν, πώς δεν είχαμε αλλάξει και τον τίτλο του περιοδικού — έτυχε, βλέπετε η λέξη Τέχνη να είναι η ίδια στη δημοτική και στην καθαρεύουσα — μας τον άλλαξαν εκείνες. Και έτσι κάθε φορά, που μιλούσαν για την «Τέχνη» την έλεγαν «Μαστοροσύνη», ώστε πολλοί να πιστέψουν πως αυτός ήτανε ο πραγματικός τίτλος του περιοδικού.

 Μια άλλη λεπτομέρεια του επαναστατικού περιοδικού, που έδωσε τροφή στην ειρωνεία των εφημερίδων, ήτανε οι συμβολιστικές τάσεις μερικών από τους συνεργάτες του. Από κάποιο πεζό ποίημα του Κώστα Πασαγιάννη, οι «κάπαρες», μια λέξη αρπαγμένη στην τύχη, χωρίς νόημα, έκανε το γύρω των ευθυμογραφημάτων των εφημερίδων, μαζί με ένα «άκου τα ντόμινα της ζωής, σώπα…», που δε θυμούμαι πια κι εγώ από ποια στροφή είχαν αποσπασθεί και ανακατευθεί με τον τρόπο αυτό. Το όνομα της Σαιξπηρικής Μιράντας, που το είχα μεταχειριστεί, κι εγώ, σ’ ένα νεανικό μου έργο, και που το είχε βάλει σ’ ένα στίχο του ο Στέφανος Ραμάς, έκανε, πάλι την ευτυχία των δημοσιογράφων. Ο Νίκος Λάσκαρης — ποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από τριάντα χρόνια θα καταντούσε κι ο ίδιος να γράψει δημοτικά — είχε σκαρώσει και μία σχετική παρωδία, που χάλασε κόσμο. Δυστυχώς δε θυμούμαι πια παρά δύο τρεις στίχους της.

 Αγόρασα μια τιράντα

 Προς μία και τριάντα,

 Ω Μιράντα, Μιράντα!

 Εννοείται, ότι καθετί, που δημοσιευότανε στην «Τέχνη» περνούσε ως συμβολικό και ακατανόητο, ακόμη και τα θαυμάσια σονέτα του Μαβίλη, όπως η «Λήθη» και το «Καρδάκι», που πρωτοδημοσιεύτηκαν εκεί, υπογραμμένα με ένα Μ. Ένα μυθιστόρημα του Κώστα Θεοτόκη, κάπως φιλοσοφικό, το «Πάθος», με τους κερκυραίικους ιδιωτισμούς της γλώσσας του και με κάποιες νότες μουσικής, που είχε το κείμενο, βρήκε την ίδια τύχη. Μια επιφώνηση του Καμπύση, που αναφερότανε σ’ ένα πνευματικό του γέννημα είχε γίνει η κοροϊδευτική κραυγή της ημέρας: «Το παιδί μας! Πες μου τι το ’κανες το παιδί μας!…». Και απαντούσαν οι ίδιοι: «Το ’ριξα στο Βρεφοκομείο.»

 Καλύτερη τύχη δεν έλαβε κι ένα ποίημά μου, που ο Χατζόπουλος, με το να του άρεσε εξαιρετικά, το τοποθέτησε στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου της «Τέχνης», σαν ποιητικό πρόγραμμα του περιοδικού, ίσως και επειδή έτυχε ο τίτλος του να είναι «Τέχνη». Όλοι το ’βρισκαν σκοτεινό, ακατανόητο και γελοίο. Και όμως, ανεξάρτητα από την ποιητική του αξία, το νόημά του ήτανε καθαρότατο και αμφιβάλλω, αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να μην μπορεί να το καταλάβει. Ήθελε να παραστήσει, απλούστατα, μέσα σε ένα περιβάλλον φτώχειας και ερημιάς, τον ποιητή, που ανασταίνει μπροστά του, με την τέχνη του, το όνειρο μιας Άνοιξης. Για όσους θα είχαν την περιέργεια να διαβάσουν το «τερατούργημα» αυτό, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, που πρωτοφάνηκε, το αντιγράφω παρακάτω:

 Η ΤΕΧΝΗ

Τα τζάμια παγωμένα,                Από τον τοίχο στάζει,

μαύρο, σβηστό το τζάκι,            στάζει, δροσιά φαρμάκι

τα τζάμια παγωμένα.                από τον τοίχο στάζει.

Ψυχομαχάει μια λάμπα              Κι απάνω από την στέγη

απάνω στο τραπέζι,                  μια κουκουβάγια κράζει

ψυχομαχάει μια λάμπα.             και κάτω από την στέγη

Στο ξέστρωτο κρεβάτι               αργοξυπνούν δυο μάτια

μια γάτα ερημοπαίζει                — ένα τριζόνι τρίζει —

στο ξέστρωτο κρεβάτι.              κι εμπρός στα δυο τα μάτια

Μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα,

ο σάρακας γκρινιάζει,               ξανοίγεται κι ανθίζει,

μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα.

Για την εντύπωση, που έκανε τότε, περιορίζομαι να σημειώσω ότι κάποιος φίλος μου αξιωματικός του Ναυτικού, όταν το διάβασε, μου είπε με πραγματική συμπόνια.

         — Καλέ, τι ήτανε αυτό το πράγμα, που έγραψες καημένε; Τέτοια ποιήματα, μπορώ να σου σκαρώσω, κι εγώ, δέκα στο λεφτό.

        Και ξανάλεγε κοροϊδευτικά: «Ένα τριζόνι τρίζει — μια γάτα ερημοπαίζει — και κάτω απ’ το τραπέζι», προσθέτοντας μαζί και δικούς του στίχους απάνω στον ίδιο τόνο….

 Το συμπέρασμα είναι, ότι με την «Τέχνη» περάσαμε όλοι μας οι συνεργάτες της για τρελοί. Για την κακή μας τύχη, ο μακαρίτης ο Κονδυλάκης, είχε ονομάσει τότε σε κάποιο χρονογράφημά του τους δημοτικιστές «μαλλιαρούς», παίρνοντας αφορμή απ’ τον Κώστα Πασαγιάννη, που είχε μακριά μαλλιά.

 Ο όρος έπιασε μ’ ένα τρόπο ανέλπιστο και από τότε έγινε συνώνυμο με το δημοτικιστής, άθεος, κομουνιστής και ότι άλλο θέλανε. «Μαλλιαρός, Μαλλιαροσύνη και Μαλλιαρισμός» έγιναν επίσημοι όροι, μπήκαν στα βιβλία, ακούστηκαν στη Βουλή, μεταφράστηκαν στις ξένες γλώσσες (l’école des chevelus έγραφαν σοβαρότατα τα ξένα περιοδικά) και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως σήμερα. Εννοείται, ότι τότε οι άνθρωποι ακούοντας «μαλλιαρός» περίμεναν να ιδούν ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Και ήσαν πολλοί, που ζητούσαν, με κάθε τρόπο, να ιδούν τα αξιοπερίεργα αυτά τέρατα:

 — Μωρέ, δε μου δείχνετε κι εμένα κανένα μαλλιαρό;

 Μέσα σ’ αυτή την αναπουμπούλα, που είχε δημιουργηθεί τριγύρω μας, ο τρομερός εκείνος φαρσέρ, ο Κώστας Χατζόπουλος, είχε τον ηρωισμό να μας πει, μια τελευταία Κυριακή της αποκριάς, που χαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα:

 — Ελάτε να πάρουμε ένα αμάξι να περάσουμε απ’ την οδό Σταδίου.

 — Για μασκαράδες.

 — Φυσικά, για μασκαράδες.

 — Θα μας λιθοβολήσουν.

 — Δεν πειράζει.

 Δυο-τρεις είχαμε τον ηρωισμό να τον ακολουθήσουμε. Καθώς περνούσαμε απ’ την οδό Σταδίου, από ένα μπαλκόνι απέναντι στους Β. Σταύλους, μια φωνή ακούστηκε:

 — Οι μαλλιαροί, παιδιά, οι μαλλιαροί.

 Εκατό φωνές, από διάφορα σημεία ξαναείπαν:

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Τα κύματα του κόσμου σαλέψανε, σα να είχε φυσήξει απάνω τους ξαφνικός άνεμος.

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Ώσπου να καταλάβουν όμως τα πλήθη, που ζητούσαν να ιδούν τίποτε περίεργα μούτρα τριχωτών ανθρώπων, ποιοι ήσαν οι μαλλιαροί, προφτάσαμε και σωθήκαμε, στρίβοντας, με γρήγορο καλπασμό, σε κάποια πάροδο, για να βρεθούμε πάλι, στο περίφημο γραφείο της «Τέχνης», εκεί κάπου στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, όπου γεννήθηκε και έζησε, για ένα χρόνο, την πολυκύμαντη ζωή της η «Τέχνη».

 Και όμως η «Τέχνη» έμεινε και θα μείνει ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.

____________


(1 ) “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” https://sarantakos.wordpress.com/

(2) http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Nirvanas-Apomnimoneumata.htm#%CE%B103

Παύλου Νιρβάνα “Φιλολογικά απομνημονεύματα”, Αθήνα, βιβλιοπωλείο “Εστία” Ι.Δ.Κολλάρου και Σίας, 1929.

(3) Μικρή ανακρίβεια, πιθανώς τυπογραφικό λάθος: η «Τέχνη» βγήκε το Νοέμβριο του 1898, το 1907 ο Κ. Χατζόπουλος ήταν στη Γερμανία.


Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ – ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ηθογραφικό διήγημα του είδους “φουστανέλα και τσαρούχι”, που ήταν πολύ της μόδας στις δεκαετίες 1880 / 1890. Δημοσιεύτηκε στην “Ποικίλη Στοά” του 1894, ένα είδος ετήσιου φιλολογικού ημερολογίου, μιά σοβαρή και προσεγμένη έκδοση που εξέδιδε στην Αθήνα ο Ιωάννης Αρσένης από το 1881 έως το 1914. Το διήγημα συμπεριλήφθηκε και στο πρώτο βιβλίο του Δημ. Χατζόπουλου με τίτλο “Αγριολούλουδα” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Κρίνοντας από το θέμα, η ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών” που ο Χατζόπουλος άρχισε να δημοσιεύει το 1896 στην εφημερίδα “Σκριπ”, με τη διαφορά ότι είναι γραμμένη στη δημοτική και οι -λιγοστοί - διάλογοι δεν είναι στα ρουμελιώτικα.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε εντελώς αυτού του είδους την αφήγηση, ιδιαίτερα στη νιτσεϊκή του φάση  - που λίγο-πολύ αντιστοιχεί με την περίοδο της έκδοσης του περιοδικού  “Διόνυσος” το 1901-02 – επέκρινε οξύτατα τα ηθογραφήματα του Καρκαβίτσα, του Εφταλιώτη,  του Παλαμά και του Δροσίνη. ( * )  Η διαμάχη με τον Παλαμά είχε βέβαια και άλλες αιτίες, στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε εκτενέστερα σε προσεχή ανάρτηση.
Γ.Χ.

Φιλολογικό ημερολόγιο “Ποικίλη Στοά” του 1894

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ

   - ΑΠΟ ΦΙΛΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ -

  Είμαστε  απάνω στον καφέ. Ο κυρ δήμαρχος είχε ξεχωστή τη φουστανέλα του, ξεκούμπωσε το γελέκο του, και ξαπλώθηκε γελαστός σε μιά πολτρόνα κάμνοντας ραχάτι. Εκεί απάνω μπαίνει ένας χωροφύλακας.
 - Κυρ δήμαρχε, τουφέκι στ’αμπέλια!... βαρέθηκαν για το νερό.
  Ο κυρ δήμαρχος ανατινάχτηκε, φύσησε τα μάγουλά του, και σέρνοντας τη φουστανέλα του, το φέσι του και τα τσαρούχια του άρχισε να κατεβαίνη τη σκάλα. Θέλησα να πάγω μαζή του και με μπόδισε.
 - Κάθησαι, αυτού που κάθεσαι, λεβέντη μου, δεν είσαι για κακονύχτιες. Αυτό που ήθελα κι’ εγώ. Είχα φάγη και καλά μάλιστα, είχα πιή κι’ όχι λίγο. Είχα λησμονήση και το σπαθί μου, και το καπέλο μου και το στέμμα μου. Μόνο ο καθρέφτης αντικρύ μόδειχνε τη στολή μου με τ’ αστεράκι του ανθυπολοχαγού. Όταν έφυγεν ο κυρ δήμαρχος άρχισε να φεύγη και η ησυχία μου. Η δημαρχοπούλα, όπως σου έλεγα και παραπάνω, δε ξέρω τι βρίσκει να με κοιτάζη πάντα στα μάτια, ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρόνων, ένα μαϊμουδάκι, μπεμπέ, παχουλό με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Και με την ίδια ευχαρίστηση άρχισε πάλι να καρφώνη τα ματάκια του το πιτσουνάκι στα δικά μου. Ανατινάχτηκα και μαζή μου και το τραπέζι με τα απομεινάρια του γλυκού και των φρούτων. Η δημαρχοπούλα χαμογέλασε και είπε με μια φωνή που όταν την ακούς, θαρρείς, πως κάτι τι άλλο είναι αυτό το τριαντάφυλλο παρά κόρη ενός κυρ δημάρχου:
 - Θα πάρετε, καφέ, κύριε Μιλτιάδη;
 - Ευχαριστώ, δεσποινίς.
  Με κοίταξε κάπως θυμωμένα. Έτσι πάντα με κοιτάζει εδώ κι΄ένα μήνα τώρα από τον καιρό που είχα την ευτυχία να με πετάξη ’ς αυτό το χωριό η νέα κυβέρνησις,  και να γνωριστώ με τον κυρ δήμαρχον και την κόρην του. Έτσι πάντα με κοιτάζει με τα ματάκια της, που αγριεύουν τόσο, όσο η θάλασσα στο φύσημα του μπάτη, όταν θελήσω να την κομπλιμεντάρω. Και χωρίς να μου μιλήση γυρίζει προς τη Βασίλω:
 - Βάσω, να σηκώσης το τραπέζι, και να μας φέρης τον καφέ στο μπαλκόνι.
  Η Βασίλω, και χαϊδευτικά η Βάσω είναι περίεργο ζώο. Ένας κορμός ολοστρόγγυλος με δυό χέρια ολοστρόγγυλα, με δυό ποδάρια ολοστόγγυλα, με δυό μάτια ολοστρόγγυλα, μ’ ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο, με μια μούρη ολοστρόγγυλη, με ένα στόμα ολοστρόγγυλο, απάνω κάτω οδοστρωτήρ, που όπου πατήση το πόδι της όλο το αρχοντόσπιτο του κυρ δημάρχου αρχίζει να χορεύη νευρικά.
  Μας έφερε δύο καρέκλες το μπαλκόνι και καθήσαμε. Το μπαλκόνι μαρμαρένιο, αψηλό πολύ με την πλατεία του χωριού κάτω και με  μια ακακία που ανεβαίνει  από μέρα σε μέρα προς τ’απάνω πράσινη και φουντωτή σαν ομπρέλλα, με τα σιδερένια του κάγγελα, είναι πολύ όμορφο πράμμα. Αν σου πω πως μ’ αυτό το μπαλκόνι ειμ’ ερωτεμμένος, θα με πάρης για κάνα γεροντάκι που τ’ αρέσει να ξαπλώνεται σε μια κώχη με τους ρευματισμούς στα πόδια και το βιβλίο στο χέρι. Απ’ εκεί ρίχνω τη ματιά μου κάτω στη πλατεία, την σηκόνω  ύστερα προς το βράχο του βουνού, και την αφήνω να τρέξη στην ελεύθερη θάλασσα. Να κι’ απόψε η ίδια χαρωπή, ήσυχη, γλυκειά όψη του. Η πλατεία με τα δενδράκια της, και το καφενεδάκι της που πίνουν τον καφέ τους και κόβονται για τα πολιτικά οι νέοι του χωριού μαζή με τους γέρους. Η κυβέρνησις στέκει καλά· όχι η κυβέρνησις θα πέση και έτσι πάει λέγοντας· παραπέρα η παρέα που ξεφαντόνει κάθε βράδυ, και ψάλλει για την κόρη της χήρας του χωριού με τόσο πάθος:

    σαν τι το θέλει η μάννα σου τη νύχτα το λυχνάρι … ώ!... ωχ!...

  Και πιο παρέκει ένας ύπνος και σιγαλιά μεγάλη σ’ όλα τα σπιτάκια που ξετυλίγονται κλιμακωτά στην αράδα. Και απόμακρα η θάλασσα η πάντα αφρισμένη με τα κατάρτια των καϊκιών της, που τόσο φαντάζουν μέσα στη νύχτα. Αποπάνω το βουνό ήσυχο με τα δεντράκια του κρεμασμένα, λες, το εν’ απάνω στ’ άλλο. Σιγαλιά μαγεμμένη. Αν θυμάσαι, την μεγάλη εκείνη λαγγαδιά της Πεντέλης που βαρούσαμε τα ορτύκια πέρυσι· μοιάζει πολύ αυτή η αγκωνή της γης. Τόπος που δεν σου ανοίγει μεγάλο ορίζοντα για να σου αναφτερόνη την καρδιά και να σου συνεπαίρνη τη σκέψη. Τόπος μικρός, γελαστός που σε σέρνει μαζή του και σου λέει κάθησαι εδώ αιώνια, μη ζητήσης τίποτες από τη ζωή πέρα από την ερημιά μου.
  Η Βάσω έφερε τον καφέ· έβαλε μια καρέκλα ανάμεσά μας, απίθωσε το δίσκο, κι’ έφυγε.
 - Κύριε Μιλτιάδη, θα σας σερβίρω μόνη μου, είπε η δημαρχοπούλα, και σηκώθηκε.
  Ειχ’ ανάψη ένα σιγάρο και κοίταζα τη θάλασσα σαν κουτός. Κι’ άξαφνα είδα το παχουλό της χέρι εμπρός στα μάτια μου. Ηλεκτρισμό να είχε δε θα ξαφνιαζόμουνα τόσο. Τι όμορφο χεράκι. Ποτές μου δεν είδα τόσο όμορφο χεράκι· παχουλό, μικρουλάκι σαν κουκλάκι, μαλακό και διάφανο σαν κρύσταλλο, μικρό, μικρό και παχουλό – όσο άφηνε να φαίνεται η ταντέλλα του μανικιού της. Το μαργιόλικο το κορίτσι· είδε τη φωτιά πόβγαλαν τα μάτια μου, χαμογέλασε και τ’ άφησε το χεράκι της ακόμα μπροστά στα μάτια μου. Εγώ που δε κυρίεψα κανένα φρούριο τούρκικο ακόμα, αλλ’ έχω κάμη αρκετές παλληκαριές, σάστισα !. Ένα χεράκι κοριτσιού δεκαπέντε χρονών, ένα χεράκι ενός μπεμπέ μ’έκανε απάνω κάτω. Στάθηκα αρκετά σαν κουτός, ασάλευτος, και ύστερα έπιασα το χεράκι της δημαρχοπούλας· ανατρίχιασα όλος κι’ ένιωσα το αίμα της να βράζη μέσα στις γαλάζιες φλεβίτσες της· πως έλαμπαν τα μάτια της από ηδονή και τι φωτιές μ’ άναβαν. Και συλλογιζόμουνα πως ήρθε έτσι άξαφνα αυτή η φωτιά. Και άρχισα να το χαϊδεύω αυτό το χεράκι το παχουλό και τ’απαλό σαν μετάξι. Κ’ εκεί που το χάϊδευα το σέρνω κοντά μου και σκύβω και το δίνω ένα φιλί γλήγωρο, γλήγωρο. Αναταράχθηκα και κοίταξα τρομασμένα τη δημαρχοπούλα. Το μαργιόλικο κορίτσι έστεκε ατάραχο. Και είπε αγάλι’ αγάλια που μόλις τ’ άκουσα:
- Μια φορά, μονάχα !. Ξαναφίλησέ το … ξανά …
  Κι έτσι χθές το βράδυ όσο να γυρίση ο κυρ δήμαρχος από τ’ αμπέλια που βαρεθήκαν καμιά ντουζίνα για το νερό, βάρεσα κι’ εγώ στο μπαλκόνι του κυρ δημάρχου για το καλό στο χεράκι της δημαρχοπούλας διπλές και διπλές ντουζίνες φιλιά. Απ’ αυτές σου στέλνω και σένα μια ντουζίνα εγώ ο τρομερός ανθυπολοχαγός και φίλος σου.

Σεπτέμβριος 1893           Αχιλλεύς Σπαθάτος

                                ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

___________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», τεύχος 2, σελ. 83-84.

 

 

Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΑΣ ΖΗΤΗΜΑ – ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

 Το 1907 κυκλοφόρησε το βιβλίο “Το Κοινωνικόν μας ζήτημα” του Γεωργίου Σκληρού, ένα από τα πρώτα “σοβαρά” κείμενα που, με συγκροτημένο τρόπο, συνόψιζε για το ελληνικό κοινό την κλασσική μαρξιστική θεωρία όπως είχε επεξεργαστεί από τους γερμανούς θεωρητικούς του SPD και ανέλυε την ιστορία και την κατάσταση στην Ελλάδα από μαρξιστική μεριά. Στο βιβλίο διαπιστωνόταν πως η Ελλάδα ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν είχε λύσει το κοινωνικό της ζήτημα και ότι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει κοινωνική πρόοδος ήταν μέσα από την πάλη των τάξεων. Ανάμεσα στ’άλλα στο βιβλίο ο Σκληρός απευθυνόταν στους δημοτικιστές και ζητούσε να στρέψουν το γλωσσικό τους κήρυγμα στις λαϊκές μάζες ώστε να γίνουν πρωτοπόροι του ταξικού αγώνα που θα έδινε νέα πνοή σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

Ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες των διενέξεων που είχαν δημιουργηθεί στο δημοτικιστικό στρατόπεδο μερικά χρόνια πριν, διαφορές που οξύνθηκαν με την έκδοση από τον Κ. Χατζόπουλο του περιοδικού «Η Τέχνη» το 1898 και αργότερα του περιοδικού «Διόνυσος» από τον Δ.Χατζόπουλο και τον Γ. Καμπύση το 1900, όπου βέβαια συνεργάστηκε και ο Κ. Χατζόπουλος. Στο εντωμεταξύ όμως ορισμένα πράγματα είχαν αλλάξει: το 1900 ο Κώστας Χατζόπουλος ταξίδεψε στην Γερμανία όπου έμεινε για ένα χρόνο, και αργότερα εγκαταστάθηκε εκεί από το 1905 έως το 1914.
Στη Γερμανία ο Κωσταντίνος ήρθε σε επαφή με μία άλλη κοινωνική πραγματικότητα, που τον επηρέασε βαθιά. Από ένθερμος οπαδός του συμβολισμού και του αισθητισμού άρχισε να προσεγγίζει τον ρεαλισμό και την κοινωνική θεματολογία. Εγκατέλειψε τις ελιτίστικες-νιτσεϊκές ιδέες, διάβασε τα έργα των δύο ιερών τεράτων της μαρξιστικής σκέψης, του Γκεόργκι Πλεχάνοφ και του Καρλ Κάουτσκυ, άρχισε να συχνάζει «αριστερά» στέκια, γνώρισε τη συνδικαλιστική δράση, παρακολούθησε τη ζωή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Το 1906 γνώρισε τον Γ. Σκληρό και τον Αλ. Δελμούζο που ήταν τότε στη Γερμανία και μυήθηκε στον επιστημονικό σοσιαλισμό.  Η γενικότερη θεωρητική του κατάρτιση και η επίπονη και σε βάθος μελέτη του επέτρεψαν να γίνει γνώστης της μαρξιστικής σκέψης και φιλοσοφίας σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Βέβαια, διαβάζοντας με προσοχή το σημερινό κείμενο βλέπουμε ότι ορισμένες «έμμονες ιδέες» του παρελθόντος του είχαν μείνει και μετά την μεταστροφή του στο μαρξισμό. Την ανθρωπότητα δεν θα τη έσωζαν πλέον οι λίγοι, οι δυνατοί, οι εκλεκτοί, αλλά θα την απελευθέρωνε από τα δεσμά της η ηγεσία των σκλάβων, του όχλου, του προλεταριάτου, ένα νιτσεϊκό σχήμα ανεστραμμένο.
Τον Αύγουστο του 1907 ο Α. Ντέλος (Αλέξανδρος Δελμούζιος) παρουσιάσε στο περιοδικό «Ο Νουμάς» το βιβλίο του Σκληρού, προσκαλώντας τους δημοτικιστές να πάρουν θέση. Πρώτος απάντησε ο Στέφανος Ραμάς (Μάρκος Τσιριμώκος), μετά ο Μ. Ζαβιτζιάνος  και στο τεύχος της 28/10/1907 ο Πέτρος Βασιλικός (Κώστας Χατζόπουλος). Αργότερα πήραν μέρος στη συζήτηση ο Ιδας (Ίων Δραγούμης), ο Γ. Σκληρός, ο Π. Βλαστός, ο Ν. Γιαννιός, ο Φώτης Πολίτης, κ.α. Δημιουργήθηκαν βασικά δύο στρατόπεδα, των σοσιαλιστών και των εθνικιστών, η διένεξη, σε πολιτισμένο πάντα επίπεδο, συνεχίστηκε για δύο χρόνια κι έληξε με τις εξελίξεις του κινήματος στου Γουδή.
Το κείμενο που παραθέτουμε σήμερα είναι η πρώτη δημόσια μαρτυρία της προσχώρησης του Κώστα Χατζόπουλου στο σοσιαλισμό, γι΄αυτό και το θεωρούμε σημαντικό. Η ανάλυση του Χατζόπουλου αντικατοπτρίζει τη συνολικότερη στάση απέναντι στην κοινωνική αλλαγή που ακολουθούσε τότε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών της ανάπτυξής της είχε προσανατολιστεί οριστικά στη νόμιμη δράση μετατοπίζοντας σε ένα αόριστο μέλλον την επαναστατική ανατροπή. Άξια προσοχής η τρίτη σημείωση όπου ο Χ. υπενθυμίζει ότι … « όταν λέω επανάσταση, δεν εννοώ να πάρη ο λαός τα όπλα στα χέρια. Μεταχειρίζομαι τη λέξη στη νεώτερη κοινωνική της σημασία».  
                                                                                                                                    Γ. Χ.

Στη φωτογραφία ο Κώστας Χατζόπουλος στο γραφείο του, έργο της συζύγου του Sanny Häggman, από το αρχείο μου. 

Ο ΝΟΥΜΑΣ 28 Οκτωβρίου 1907

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΑΣ ΖΗΤΗΜΑ

  Είναι νόμοι κοινοί σε όλα τα επαναστατικά κινήματα, που σηκώνονται κατά σάπιων καθεστώτων και προσβάλλουν αποκτημένα συμφέροντα, να παραπονούνται από τους αντίθετους, να διαστρέφονται, και να συκοφαντούται. Παράδειγμα το γλωσσικό μας ζήτημα. Το πολύ ή λίγο κοινό, που είχε πάρει μια φορά είδηση από το περιοδικό «Τέχνη», ενόμιζε με τα σωστά πως ο πραγματικός τίτλος του είταν το «Μαστοροσύνη», καθώς βαφτίστηκε χλευαστικά από τον καθημερινό τύπο. Και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι, σοβαροί και σεβαστοί κατά τ’άλλα, που πιστεύουν πως στη μετάφραση της Ιλιάδας του Πάλλη βρίσκονται πράγματι οι εκφράσεις οι παραστημένες από κακόβουλους πολέμιους της δημοτικής γλώσσας. Παρόμοιο θύμα έπεσε, μου φαίνεται, κι΄ο φίλος μου Στέφανος Ραμάς στο άρθρο του, που δημοσίευσε σ΄αυτές τις στήλες για το βιβλίο του Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα». Δεν είναι το πρώτο ούτε το μόνο θύμα. Όποιος θελήση ν’ αντιληφθή το πνεύμα του σοσιαλιστικού κινήματος και να γνωρίση την αληθινή, ηθική και πρακτική βάση του από τον αστικό ευρωπαϊκό τύπο, ή από κοινωνιολόγους της ίδιας τάξης, θα το υποπτευθή, θα το φοβηθή, θα το αποτροπιασθή φυσικά χάρις στην αντίθετη όψη, στην παραμόρφωση που του δίνουν στενές οπισθοδρομικές αντιλήψεις και προπαντός αντίθετα συμφέροντα.
  Μια από τις αντιρρήσεις, που φέρει του Σκληρού ο επικριτής του, είναι η αμφιβολία του – δανεισμένη από τα βιβλία ως ομολογεί – αν εξέλιξη και πρόοδο είναι το ίδιο πράγμα,  όπως τη εννοεί ο Σκληρός. Παραξενεύομαι αληθινά πως μπορεί δημοτικιστής να εκφράση παρόμοια αμφιβολία. Ας μου επιτρέψει μια ερώτηση: Που στηρίζομε εμείς οι δημοτικισταί τη γλωσσική μας επανάσταση; Όχι αλλού, θαρρώ, από το νόμο της εξέλιξης. Τι μας κατηγορούν οι αντίθετοι; Πως καταστρέφουμε τον εκπολιτισμένο προγονικό θησαυρό μας, τη γλώσσα του Αισχύλου και του Πλάτωνος. Όσο είναι βάσιμη η κατηγορία αυτή των πολέμιών μας, άλλο τόσο βάσιμες είναι και οι γνώμες, που φέρνει ως επιχείρημα ο φίλος μου, πως δήθεν «η πάλη των τάξεων οδηγεί στο χαμό του τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.» Και τον ρωτώ πάλι
:  Φαντάζεται πως μπορεί να μπη φραγμός κανένας στην επικράτηση της ζωντανής μας γλώσσας, πως τα αντίθετα συμφέροντα των λίγων καθαρευουσιάνων κι ο αταβιστικός φανατισμός των πολλών υπνωτισμένων απ’ αυτούς, θα μπορέσουν να νικήσουν το φυσικό νόμο της εξέλιξης της γλώσσας; Έτσι και με την κοινωνική επανάσταση του καιρού μας. Νόμος φυσικός· οι κοινωνικές μορφές είναι υποκείμενες σε αδιάκοπη μεταβολή. Το φεουδαλικό καθεστώς άλλαξε κατ’ ανάγκη σε αστικό. Από τον ίδιο αμετάτρεπτο φυσικό νόμο, τούτο τείνει πάλι ν’ αλλάξη σε νέα μορφή. Ποια θα είναι αυτή, δεν το ξέρομε· αφότου ο σοσιαλισμός, από ουτοπικός που ήταν πριν του Μαρξ, έγινε πλέον καθαρά πρακτικός, κανένας σοβαρός μαχητής του δε σκοτίζεται για τη μέλλουσα κοινωνική όψη. Για την ανατροπή, για την αλλαγή πολεμά, αφίνοντας στην εξέλιξη να ορίση τη μορφή της. Έτσι εξέλιξη και πρόοδος καταντάν ένα και το αυτό. Όπως και με τη γλώσσα έτσι και με το κοινωνικό καθεστώς. Κάθε εποχή έχει ή πολεμά να λάβη τη γλωσσική και κοινωνική μορφή που της χρειάζεται. Από την αναπόδραστη φυσική ανάγκη της αλλαγής  πηγάζει η πάλι, το όργανο, με το οποίο γίνεται η εξέλιξη. Το αντίθετό της ταυτόσημο με τη στασιμότητα· μούχλα, βαρβαρότητα, κινεζισμός, πάτριοι και καθαρεύουσα. Απορώ πράγματι πως ο επαναστάτης στο ένα ζήτημα, το γλωσσικό, μεταμορφώνεται άξαφνα στο άλλο, δίχως να φαντάζεται, σε οπισθοδρομικό και ζητά να βάλη φραγμό σ’ ένα νόμο της ζωής, από το δισταγμό μήπως αυτός τραβά στην καταστροφή.

      * * *

  Ο Ραμάς, μη θέλοντας να επεκτείνη και στην κοινωνία την ισχύ του νόμου στον οποίο στηρίζεται ως γλωσσικός επαναστάτης, χάνει την επιστημονική βάση, που θέλει να στέκη πάντα, και κατηγορεί το βιβλίο του Σκληρού πως δεν έχει τοπικό χαρακτήρα. Αν και μπορώ να το βεβαιώσω πως δεν είναι βάσιμες οι πληροφορίες του, πως ο συγγραφεύς του «Κοινωνικού μας ζητήματος» δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Ελλάδα, εν τούτοις, και αληθινό αν ήταν αυτό, είναι τόσο άσχετο με την επιστημονική έρευνα του κοινωνικού ζητήματος, όσο και το ότι ο Ψυχάρης δε ζη στην Ελλάδα και δεν ξέρει δήθεν τη γλώσσα, όπως του λεν οι αντίθετοι, με την ίδια έποψη του γλωσσικού.
  Για έναν παρατηρητή και κριτή, που έχει βάση τη μαρξιστική υλιστική αντίληψη της ιστορίας, η χώρα μας δεν αποτελεί γωνία γης αποκομμένη από τον άλλο κόσμο και υπαγόμενη σε ιδιαίτερους νόμους κοινωνικής εξέλιξης. Τους λόγους, που αυτή μένει πίσω από άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, μας τους έδωσε ο Σκληρός στο βιβλίο του με σαφήνεια και μέθοδο που δεν ξέφυγαν την εκτίμηση του Ραμά. Για το Σκληρό, ως και για κάθε μαρξιστή, το έθνος μας, σα νεώτερο αστικό κράτος, υπόκειται αναγκαία στο νόμο της εξέλιξης, που τραβούν όλες οι νεώτερες αστικές κοινωνίες. Όσο η ελληνική κοινωνία αναπτύσσεται κάτω από συνθήκες ανάλογες με τις όμοιες της ευρωπαϊκές, όσο τα παραγωγικά της μέσα τείνουν να εξομοιωθούν με τα ίδια μέσα των πολιτισμένων κρατών, με τα οποία έρχεται ολοένα σε στενότερη επικοινωνία, είναι νόμοι φυσικοί να τραβήξη κι αυτή παρόμοιο δρόμο εξέλιξης, όσο μάλιστα οι κληματολογικές, γεωγραφικές και γεωλογικές συνθήκες της δεν είνε τέτιες, ώστε νάποκλείσουν   την εφαρμογή του ίδιου νόμου και σ΄αυτή. Αυτή είναι η μαρξιστική θεωρία, η ανυπέρβλητη ως την ώρα πολιτικοοικονομική αλήθεια, εξορισμένη βέβαια από τα πανεπιστήμια ( * ), όπως κ΄η ζωντανή γλώσσα από το δικό μας, όμως κυρούμενη από τη ζωή την ίδια, από τη μεταμόρφωση που συντελείται μπρος στα μάτια μας στον κόσμο. Όταν ο Μαρξ εδημοσίευσε, προ 40 χρόνων, τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» του, η Γερμανία βρισκόταν ακόμη στο γεωργικό της στάδιο κ’ η βιομηχανία της Αμερικής είταν στα πρώτα βήματά της. Τώρα η πρώτη συναγωνίζεται και η τελευταία επροσπέρασε την Αγγλία, όπου ο μεγάλος επαναστάτης της πολιτικής οικονομίας εσπούδασε τη δύναμη του κεφαλαίου και αποκάλυψε τους νόμους του. Σύμφωνα μ’ αυτούς νέα Αγγλία ανασταίνεται στις μέρες μας στη μακρυνή Ανατολή, το παλιό κοινωνικό καθεστώς ανατρέπεται στη Ρωσία, η βιομηχανία απλώνεται κι ανθεί απ΄άκρη σ΄άκρη στους γιαλούς του Δούναβη και ξαναγυρνώντας στην Ιταλία την ξανανιώνει. Η Αίγυπτος, το Αλγέρι, το Κόγκο, η Νοτ. Αφρική προσκυνάν το «Κεφάλαιο», το Μαρόκο διαφεντεύεται απ΄ αυτό μ΄αίμα και σίδερο, κ’ η Περσία του κάκου πολεμά να του αντισταθή.  Ο νόμος του βασιλεύει στον Καναδά και στο Μεξικό και φοβερίζει να βάλη χέρι και στο οικονομικό έρπιο της Κίνας. Σέρνει τους πολωνούς αγρότες στη σιδηροβιομηχανία της Βεστφαλίας, τους Σλοβάκους στ΄ανθρακορυχεία της Πενσυλβανίας, τους κούλι της Κίνας στα χρυσωρυχεία της Νότιας Αφρικής, ξυπνά σε ζωή καινούργια ένα σωρό έθνη και πλήθη εργαζόμενα και υποφέροντα τα κάνει ν΄ανανοούνται, να ρίχνωνται μοιραία κι ακράτητα στον αγώνα των τάξεων που συνταράζει τον πολιτισμένο κόσμο.
  Κατ΄αυτά λοιπόν, ένας επιστημονικός παρατηρητής μπορεί και από τα πρώτα συμπτώματα  μιάς καπιταλιστικής επίδρασης σ’ έναν τόπο, προοδευμένο κοινωνικώς λιγότερο ακόμα κι από την Ελλάδα, να προβλέψη πως αργά ή γρήγορα η πάλη των τάξεων θα ξεσπάση σ΄αυτόν, ως αναγκαία συνέπεια της πίεσης που εξασκεί το κεφάλαιο στην εργαζόμενη τάξη, στην κυρίως δηλ. παραγωγική δύναμη.
  Σ΄αυτά απάνω στηριζόμενος κι ο Σκληρός έρχεται και μας λέει: Άλλος τρόπος να κινηθούν τα στεκούμενα νερά της ρωμιοσύνης δεν υπάρχει από το ξύπνημα της εργαζόμενης τάξης. Έτσι μόνο το ελληνικό έθνος μπορεί ν΄αναλάβη τον αληθινό αγώνα της ζωής, μπορεί να μπη στο δρόμο του εκπολιτισμού και να συμβαδίση με τα προοδευμένα κράτη της Ευρώπης. Ο Σκληρός φαντάζεται τον πολιτισμό όχι σαν κάτι πάγιο, αμετάλλαχτο, στάσιμο. Καθένας που γνώρισε, εννοώ που είδε κάτω από τα φαινόμενα, μια προαγμένη ευρωπαϊκή κοινωνία, είναι πεισμένος πιά πως η ευημερία κ η πρόοδος των εθνών δεν προέρχεται από την καλή θέληση μιάς άρχουσας τάξης, αλλ΄απ΄το φώτισμα του πλήθους του λαού, απ΄ τη προσπάθεια του να μην αφίνεται να το διοική αυτή η τάξη σύμφωνα με τα συμφέροντά της μόνο, αλλά με τον όγκο, με την αξαίνουσα ολοένα δύναμη του να της επιβάλη την αναγνώριση των δικαιωμάτων, που έχει κι αυτός στη ζωή και στην απόλαυσή της, ως εργαζόμενη τάξη, ως κύριο παραγωγικό στοιχείο.
  Απάνω εδώ γελιέται ο φίλος Ραμάς. Ενώ απ’ τόνα μέρος βλέπει πως η Γερμανία το μεγαλείο της το χρωστά στη βιομηχανία της και δε φαντάζεται, όπως άλλοι, πως μόνο η καλή θέληση του Κάϊζερ είν’ αφορμή του, απ’ τάλλο τ ο λ μ ά να πη τη γνώμη πως ο Κάϊζερ και η κυνέρνησή του θα φρόντιζαν για την εργατική τάξη κι αν ακόμα δεν είχε αυτή οργανωθεί σε τέτοια πολιτική δύναμη με τέτοιο αρχηγό, ως ο Μπέμπελ.
  «Με λύπη έρχομαι να βεβαιώσω πως καμμιά από τας απαιτήσεις της Φραγκφούρτης δεν υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση, δεν έγινε νόμος του κράτους.»
  Είναι λόγια που τα είπε προχθές στον υπουργό του Κάϊζερ όχι κανένας γερμανός σοσιαλ-δημοκράτης, μα ο Μπέρενς, αντιπρόσωπος  του κόμματος των χριστιανικά οργανωμένων εργατών. Έτσι φροντίζει ο Κάϊζερ κ’ οι υπουργοί του, όταν τους παρακαλούν μόνο χριστιανικά, όπως θα φροντίση κι ο δικός μας υπουργός για τους απεργούς του Πειραιώς, που του φιλούσαν προχτές τα πόδια, αν δεν ξανανταριασθούνε. Πως τους θέλει τους εργάτες και το λαό του εν γένει ο Κάϊζερ, μας το δείχνουν οι νόμοι του που βγάζει. Κι αν η Γερμανία τραβούσε το δρόμο που θέλει ο Κάϊζερ κ’οι φεουδάλοι γιούνκερ, αν η αντίδραση των φιλελευθέρων και της σοσιαλιστικής δημοκρατίας δεν επηρέαζαν την πολιτική και την κοινωνική ανάπτυξή της, θα κινδύνευε, αργά ή γρήγορα, να σημειώση στην ιστορία της δεύτερη καταστροφή σαν της Γένας προ εκατό ετών, ή σαν της Γαλλίας στα 70. Τη σαπίλα της Πρωσσικής μοναρχίας σύντριψε το σπαθί του Ναπολέοντος στη Γένα, τη μοναρχική εξαχρείωση του Λουδοβικού Βοναπάρτη οι πρωσσικές μπαγιονέτες στο Σεδάν, την ίδια διαφθορά της ρωσσικής αυτοκρατορίας οι Ιάπωνες στη Ματζουρία. Όχι τους λαούς τους ίδιους. Αυτούς ο εξωτερικός εχθρός, χτυπώντας τον εσωτερικό εχθρό τους, τους ξαναγέννησε. Εμείς μονάχα δεν το νοιώσαμε προ δέκα χρόνων. Γιατί; Ρωτώ το φίλο μου Ραμά και καρτερώ απάντησή του από τη δική του άποψη.

      * * *

  Αυτά μας λέει η ιστορία κ’ η μελέτη της χωρίς προλήψεις. Ζωή είναι η κίνηση και κίνηση η εξέλιξή της. Όχι συντήρηση του σάπιου καθεστώτος, αλλ’έφεση προς αλλαγή, πάλη συνειδητή γι’αυτή, θάρρος και σθένος, αψηφισιά κινδύνων και θυσίας.
  Το αντίθετο κινεζισμός, πάτρια, καθαρεύουσα. Ή μη θαρρείτε πως απέχομε πολύ στη γενική αντίληψη της ζωής απ’ τους κινέζους; Μην αφήνετε, αν μπορείτε, το σωβινισμό να θολώση την κρίση σας, ρίξετε γύρω μια ματιά στο έσωθε της κοινωνίας μας, στο πνεύμα της, όχι στο εξωτερικό της λούστρο, βάλτε το χέρι στην καρδιά και πέστε. Τους υπνωτισμένους,  τους ησυχαστάς, που βλέπουν συνέχεια του αρχαίου πολιτισμού στο σημερινό ρεζιλίκι, που κοκετάρουν με τ’ αρχαία δράματα στο Στάδιο, ή παρωδούν γελοία και θλιβερά τους Δημοσθένεις στα μπαλκόνια και στο βήμα της βουλής, ούτε τους λογαριάζω. Στους λίγους τίμιους μιλώ, στους δουλευτές για τον πολιτισμό, στους δημοτικιστές επαναστάτες.
   Ναι, ναι , δεν είμαστε πολύ μπροστά από τους Κινέζους. Κανένας άλλος ευρωπαϊκός λαός δεν εξελίχθηκε κοινωνικώς λιγότερο από το δικό μας. Οι γείτονές μας στα Βαλκάνια μας προσπέρασαν πολύ. Το ξέρω τι θα μου απαντήση ο Ραμάς; Η γλώσσα. Οι βούργαροι και οι ρωμούνοι έχουν γλώσσα· μορφώνονται πιο ανθρωπινά· δεν πνίγουν το πνεύμα και τη δροσιά της νιότης στους κανόνες μιάς νεκρής γραμματικής. Βέβαια κι αυτό, αλλ’ όχι αυτό μονάχα. Ο βούργαρος, ο σέρβος, ο ρουμάνος δεν τρέμει τη ζωή, την κίνηση, την αλλαγή. Δέστε τα βουλευτήριά τους. Ριζοσπάστες, προοδευτικοί, σοσιαλδημοκράτες. Εβγάτε στα πανεπιστήμια, στα πολυτεχνεία, στα κονσερβατόρια της Ευρώπης. Πόσες βουργάρες, ρουμανίδες και σερβίδες θαύρητε να σπουδάζουν; Εκατοντάδες. Και οι ελληνίδες; Δεν ξέρω αν θα χρειασθής και των δυό χεριών τα δάχτυλα να τις μετρήσης. Και το απελπιστικώτερο: με συνοδεία της μάννας πάντα! Αυτός ο φόβος της ζωής, στ’άτομα και στο σύνολο. Παρόμοιο παράδειγμα νέου ανέφερε τις προάλλες στο «Νουμά» ο Α. Ντέλος. Ο φόβος κι ο τρόμος της ζωής παντού· μα με τέτοια ένστιχτα μεσαιωνικά αυτή μπροστά δεν πάσει. Ο πολιτισμός σε μια κοινωνία δεν έρχεται χωρίς αυθυπαρξία, αυτοσυντήρηση και αυτοπεποίθηση του ατόμου. Υλικοί όροι και ανάγκη θα συντελέσουν βέβαια σ’αυτό κατά πρώτο λόγο και αυτά δεν αναπτύχθηκαν ακόμα στην Ελλάδα σε βαθμό ώστε να ξεσπάσουν αναπόδραστα, όπως και σ’ άλλες κοινωνίες. Με το στανιό βέβαια κανείς δε θέλει, ούτε θα μπορέση να τα φέρη, όμως όπου χαράζουν τέτια σημάδια εξέλιξης, ανατροπής, προόδου, εκείνος που αγαπά την πρόοδο οφείλει να τα προστατεύση, να τ’ αγκαλιάση.
  Όπου βλέπετε επανάσταση, ώ επαναστάτες, απ’ αυτή αδραχθήτε, βοηθάτε τη, γιατί αυτή και μόνο θα βοηθήση και το δικό σας σκοπό, θα σας φέρη τη νίκη. Αυτό θέλησε να πη ο Σκληρός στους Δημοτικιστάς.

      * * *

  Όταν βλέπω ξέσπασμα, φίλε μου Ραμά, δεν κάθουμαι να ψιλοκοσκινίζω αν είναι αληθινή ή ψεύτικη η αιτία. Για να ξεσπάση κατιτί, θα πη ότι πιέζεται. Τι λεν οι καλλίτεροι του τόπου μας δεν με κόβει: Οι καλλίτεροι λένε και για τη γλώσσα, που έκαμες σύλλογο συ να την ξαπλώσης, πως είναι ψεύτικη, εφεύρεση και κατασκεύασμα του Ψυχάρη και λίγων αιρετικών ή πληρωμένων με ρούβλια.
  Η ελληνική βιομηχανία είναι ψεύτικη, μη βιώσιμη και καλλίτερα, κατά τους καλλίτερους, να μην υπάρχη. Πάντα το τι έπρεπε και τι θα ήταν το καλλίτερο κι όχι το τι υπάρχει,  το δοσμένο, το πραγματικό, εκείνο που μου έφερε η ζωή, ο δρόμος των πραγμάτων. Για με το γεγονός είνε πως, αληθινή ή ψεύτικη, αυτή η βιομηχανία μου έφερε μια σειρά απεργίες, σύμπτωμα αλάνθαστο το πως πιέζονται συμφέροντα τάξης εργαζόμενης, διαμαρτύρηση της εργασίας της ίδιας, βεβαίωση της θεωρίας, της αλήθειας, του νόμου, κατά το οποίον εξελίσσεται κάθε αστική νεώτερη κοινωνία.

  «Απεργία, στάση, κατάλυση των νόμων!» φωνάζει ο συντηρητικός, ο οπισθοδρομικός, που τρέμει τη ζωή, την αλλαγή, ή ζημιώνονται από την τελευταία τ’ αποχτημένα του συμφέροντα. «Κίνηση, αλλαγή, ζωή! Κάτω ο νόμος ο θετός, που θέλει την κατάλυση του ακατάλυτου φυσικού νόμου: πως οι θετοί νόμοι είναι για την εποχή που τους υπαγόρευε μονάχα κι όχι για τον αιώνα το άπαντα», του απαντά ο προοδευτικός, έχοντας με τη γνώμη του κ’ έναν απ’ τους χειρότερους, μήτε τους μικρότερους, τον Γκαίτε. «Νόμοι και δίκαιο κληρονομιούνται σαν αιώνια αρρώστεια· σέρνονται από γενιά σε γενιά κι από τόπο σε τόπο· η λογική καταντά παραλογισμός, η ευεργεσία μάστιγα. Αλοί σου ότι είσαι απόγονος!» σαρκάζει ο Μεφιστόφελης και ο καθηγητής Κρουμπάχερ επιγράφει το ρητό στην πραγματεία του για τη δημοτική μας γλώσσα.
  Η διαμαρτύρηση μ’ ενδιαφέρει εμέ λοιπόν, η κίνηση κι όχι τι λεν τα σκουριασμένα, τα βυζαντινά κεφάλια των καλλίτερων. Ως οιωνό τη χαιρετώ, σαν πρώτο γλυκοχάραμα ενός ζωτικού αγώνα, που προφυλάει από τη στασιμότητα όλα τα έθνη όπου τελείται. Αντίθετα με το φίλο μου Ραμά, εγώ δε φοβάμαι πως θα μας ρίξη σε μαλλώματα ή δεινά χειρότερα από τα σημερινά, μα εξεναντίας ελπίζω, είμαι βέβαιος πως όταν γίνη σ υ ν ε ι δ η τ ή  αυτή η πάλη, όπως και στ’ άλλα έθνη, θα δώση τέλος στ’άγονο αλληλογάγωμα του λαού για ξ έ ν α  συμφέροντα, στο άκαρπο κι ανώφελο χύσιμο αίματος για το Μερκούρη και τον Κατραούρα, θα οδηγήση τον αγώνα του στο αληθινό κι αντάξιο δρόμο: στον πόλεμο κατά της σπείρας των πλουτοκρατών που εκμεταλλεύεται ως τώρα το α π ο κ ά ρ ω μ ά του. Όποιος φοβάται το αντίθετο, θα πη ότι δεν ξέρει την ηθική και λογική βάση αυτής της πάλης, τα ειρηνικά και εκπολιτιστικά μέσα και το σκοπό της, που μόνον τα κεφάλια θέλει να φωτίση, την εργασία και το δίκιο της να προστατεύση. Όσοι φαντάζονται τ’ αντίθετα και άλλα φοβερά και τρομερά, γελιούνται, όπως και με τους μαλλιαρούς οι υπνωτισμένοι κ’ οι ψευτοπατριώτες.

     * * *

  Αν η χώρα μας έχει τα στοιχεία να γίνη μ ε γ ά λ ο κέντρο βιομηχανίας ή όχι, ξεφεύγει από την ειδικότητά μου να το προφητέψω. Πρώτες ύλες, μας λείπουν, λέει ο Ραμάς. Ως τόσο εγώ διαβάζω στην «Ακρόπολι» (29 Σβρ. 07) σε μιά μελέτη του μηχανικού Α. Κουσίδη για τη σιδηρομηχανία στην Ελλάδα, πως η χώρα μας έβγαλε τον περασμένο χρόνο 800 χιλ. τόνους μεταλλεύματα σιδήρου, το μισό δηλ. ποσό απ’ ότι βγάζει η Ελβετία, για την οποία η σιδηροβιομηχανία είνε ένας από τους σπουδαιότερους πλουτολογικούς παράγοντες. Κατά τη γνώμη του ίδιου ειδικού, όλη η ανατολική Ελλάδα είναι γεμάτη σίδερο και περιμένει τον επιχειρηματία να την εκμεταλλευθή. Έπειτα, πως ο τόπος μα ς έχει ορυκτά μεταλλεύματα, είναι γνώμη που πολλοί, ειδικοί και μη, την έχουν και τόσες δηλώσεις και παραχωρήσεις μεταλλείων απ’ το κράτος δεν πιστεύω να είναι όλες γέννημα φαντασίας, σαν του συνταγματάρχη πεθερού του δραματικού ήρωα του Νιρβάνα.
  Και τ’ ανθρακωρυχεία, της Κύμης λ.χ., έχουν στα έγκατά τους μόνο το κάρβουνο που βγάζουν σήμερα, ή η παραγωγή του βαμβακιού στην Κωπαϊδα θα μένη τόση πάντα και δεν μπορεί να επεκταθή κι αλλού, όταν κι ο ρωμιός συνηθίση να κινητοποιή τα μικρά ή μεγάλα κεφάλαια κι όταν, με την πυκνούμενη ολοένα επικοινωνία με την Ευρώπη, έμπουν κατ’ανάγκη ξένα τέτια πιο πολλά στον τόπο; Και οι βιωτικές ανάγκες μας μη θα μας λείψουν; Απεναντίας η πρόοδος στον πολιτισμό θα μας γεννά νέες πάντοτε και το κεφάλαιο, που νόμος του είναι να ζητά το κέρδος κ’ έδαφος γι’ αυτό γυρεύει, θα μας αναπτύσση διαρκώς όλο και νέες. Παράδειγμα η κατάκτηση της μπίρας στην Αθήνα. Η λογική λοιπόν κ’ η αντικειμενική εξέταση των πραγμάτων μας λέει πως η βιομηχανία, μικρή μεγάλη, θα αναπτύσσεται ολοένα στην Ελλάδα.
  Αλλά η γνώμη των καλλίτερων είναι να λείψη η βιομηχανία. Ορίστε ! Ας εμπόδιζαν τον Κλωναρίδη να μας μπάση τη μπίρα. Οι οινωπαραγωγοί ταράχθηκαν· με το δίκιο τους. Μα ποιος τους ακούει; Όσο τους ακούν και στη Γαλλία, που επαναστάτησαν για τον ίδιο λόγο. Κακό, μα γεγονός· η φορά των πραγμάτων δεν ξέρει φραγμούς, τους σπάζει. Κ’ εμείς ενώ απ’ τόνα μέρος πασχίζομε να συγκοινωνήσωμε και σιδηροδρομικώς με την Ευρώπη, απ’ τάλλο θέλομε ν’αντισταθούμε στην εξέλιξη, που θα μας φέρη κατ’ ανάγκη η στενότερη συνάφειά μας με τον πολιτισμό της. Τότε κόψτε την Ελλάδα απ’ τον άλλο κόσμο, αν θέλετε κι αν μπορήτε. Κινέζικη τακτική, όμως μόνο μ’ αυτή θ’ αποφύγετε το νόμο που φοβάστε, την κυριαρχία δηλ. του κεφαλαίου, το σημερινό πολιτισμό της Ευρώπης, τον οποίο φοβάστε πάλι απ’ τάλλο μέρος πως ο σοσιαλισμός θα το οδηγήση στο χαμό του. Ο πολιτισμός αυτός, θέλοντας ή μη, θα σας κατακτήση. Αν σας αρέσει, γιατί τον τρέμετε; Αν όχι, βοηθήστε τότε το σοσιαλισμό να τον αλλάξη. Μόνον αυτός χτυπά το κακό στη ρίζα.

     * * *

Να καλέσωμε, αν είναι δυνατόν, πληθυσμούς από τις πόλεις στους αγρούς! Ποιος λέει όχι; βρέστε μοναχά τον τρόπο. Με ευχές και λόγια τους καλούν ολοένα οι γαιοκτήμονες και στη Γαλλία και στη Γερμανία. Μα λογαριάζουν δίχως το κεφάλαιο. Αυτό μαζεύεται όπου κέρδος πιο πολύ και τόκος. Κι αυτά τα βρίσκει ευκολώτερα στη βιομηχανία. Το κεφάλαιο είναι που τραβά τους εργάτες των αγρών στις πόλεις. Κι οι δικοί μας αγροί είναι, αλήθεια, δίχως χέρια. Αλλά ποιος μπορεί να τα κρατήση να μη φύγουν στην Αμερική τα χέρια; Το μικροκεφάλαιο στις επαρχίες δεν τρελλάθηκε να ριψοκινδυνέψη στην καλλιέργεια χωραφιών. Πίο καρποφόρα και πιο σίγουρα είναι τα προστυχίσματα και τα μικροδάνεια στους ψωροκτηματίας. Τα πρωτογενή παραγωγικά μέσα στους ελληνικούς αγρούς δεν ανταποκρίνονται στην εποχή μας. Αν έχετε, ρίξτε κεφάλαια σ’αυτούς και θα βρεθούν τα χέρια, όπως βρίσκονται και στη βιομηχανία. Με ευχές και γνώμες των καλλίτερων δεν γυρνούν τα χέρια στους αγρούς. Βάση πραγματική ας μου δώσουν οι καλλίτεροι, όχι λόγια. Σε ιδεολογίες θαλασσώνουν οι αστικοί μας πλουτολόγοι.
  Έπειτ’ απ’ αυτά ο πρώτος πλουτολογικός παράγοντας στην Ελλάδα είναι και π ρ έ π ε ι νάναι, κατά το Ραμά, η γεωργία και κτηνοτροφία. Γεωργία και κτηνοτροφία σε μια χώρα κατ΄εξοχήν ορεινή. Και τη θάλασσα, που περιβρέχει τα τρία τέταρτα απ’ τα σύνορά της, την ξεχνά. Ξεχνά πως την ανάπτυξή μας, μικρή ή μεγάλη, τη χρωστούμε κατά πρώτο λόγο στο ναυτικό μας εμπόριο. Γεωργία και κτηνοτροφία, πατριαρχικό, φεουδαλικό καθεστώς, κατσαμπασίστικος ευλαβής πόθος. Εκεί θέλομε να περιορίσομε την ανάπτυξη ενός λαού, που διεκδικεί την εκπολιτιστική υπεροχή στην Ανατολή. Αλλά και γεωργικό αν είταν μόνο το μέλλον της χώρας μας, στην εποχή που ζούμε, αυτό δεν μπορούσε να γίνη παρά μόνο με τη μεγάλη καλλιέργεια, τις μηχανές, τα τεχνικά έργα, δηλ. με το κεφάλαιο, το οποίο, όπου πατήση έχει τους ίδιους νόμους ανατροπής του καθεστώτος (συγκέντρωση του σε λίγα χέρια, αφανισμό συνεπώς της μεσαίας τάξης, μετατροπή του μικροεπαγγελματία ή μικροκτηματία σε προλετάριο), εξάλλου πάλι για την ώρα θέλομε σιδηροδρόμους, ηλεκτρικά τραμ και φώτα, σχολεία, μέγαρα, στάδια, πλατείες, πάρκα, δρόμους, βιβλία, εφημερίδες, αφίνω τ’ άλλα χρειώδη της καθημερινής ζωής. Μα όλα αυτά ποιος τα παράγει; Οι αγρότες ή οι κτηνοτρόφοι; Εργάτες, προλετάριοι δεν είναι αυτοί που κάνουν και δουλεύουν στους σιδηρόδρομους, που χτίζουν τα σπίτια, που τυπώνουν τα βιβλία, ακτήμονες και αποχειροβίωτοι, καθώς κι ο εργάτης της φάμπρικας και του Λαυρίου, ο ναύτης του καραβιού, ο φορτωτής, ο δουλευτής του μώλου; Και ακτήμονες δεν είναι οι χιλιάδες που μεροδουλεύουν στους μικροκάμπους της Πούμελης και του Μωριά, οι περβολάρηδες της Κέρκυρας, οι ψαράδες των γιαλών, οι σφουγγαράδες της Ύδρας; Αφήνω τους δουλοπάροικους των τσιφλικιών της Θεσσαλίας.
  Όλοι οι απόκληροι αυτοί, οι παραμελημένοι, οι πιεζόμενοι, οι εκμεταλλευόμενοι, που ζουν σ΄αμάθεια και πνευματικό σκοτάδι και απελπιστικού βαθμού στερήσεις ( ** ) δεν είν’έδαφος αρκετό για μια διαφωτιστική, αναμορφωτική προπαγάνδα; Το υλικό αυτό δεν είναι ικανό ν’ανάψη μιά επανάσταση ( *** ), που να φέρη τη ζωή, την κίνηση του πνεύματος στον τόπο; Ή περιμένομε αναμόρφωση από την καλή θέληση των ατόμων που τους κυβερνούν, από τους άρχοντες, την τάξη δηλαδή που τους εκμεταλλεύεται και τους πιέζει; Από τ’απάνω αναμόρφωση ποτέ και πουθενά δεν ήρθε. Μας το λέει η ιστορία. Ή μην προσμένομε κ’εμείς  τον υπουργό, που βλέποντας το λογικό, θα μπάση άξαφνα τη ζωντανή γλώσσα στην παιδεία, ή τον άλλον που θα ξυπνήση μέσα του η αγαθή θέληση να καλοδιοικήση το κράτος; Σε συμφέροντα βαθειά είναι ριζωμένα τα κακά. Εύκολα οι πάτριοι δεν παραδίνουν την κυριαρχία, τη λεία που νέμονται με τον υπνωτισμό του πλήθους. Και το συμφέρον εκείνων που μας κυβερνούν είν’ ακριβώς αυτή η κακοδιοίκησή μας. Ο ανισόσκελος προϋπολογισμός πρώτος και κύριος πλουτολογικός παράγοντας των. Οι μικροπόνηροι, που φαντάζεται ο Ραμάς πως διοικούν το κράτος, μονάχα κόκαλα ξεψαχνισμένα γλύφουν.

      * * *

  Από τα κάτω πάντα αναγεννήθηκαν τα έθνη κ΄οι αναμορφωταί απ΄τα κινήματα γεννιούνται πάντα. Μα οι εχθροί μας θ΄αναπαυθούν, αν δοκιμάσωμε κ΄εμείς να κινηθούμε! Το πλήθος το ασύνταχτο, το ανίκανο να εννοήση, θα πράξη ό,τι του σφυρίξουν εκείνοι συκοφαντικά.
 
Aσύνταxτο· να το συντάξωμε, αυτό είναι το ζήτημα, το έδαφος της δράσης. Ανίκανο να εννοήση· να το φωτίσωμε,  να του ανοίξωμε τα μάτια, να, ο αγώνας. Μα οι εχθροί μας θα ρεκάξουν· ρέκαξαν κι άλλοτε και η ωφέλεια δική μας βγήκε.  Αν έχομε ζωή, αγώνα πρέπει να γυρεύωμε κ' έτοιμοι νάμαστε  για τη θυσία.  Σπατάλη ηθικών δυνάμεων ο ζωντανός δεν τη λυπάται· σπόρος που σκορπισθή, άδικα δεν πάει. Ο ζωντανός πόλεμο θέλει πάντα·  ο πόλεμος φέρνει τη νίκη· κι όχι ο δισταγμός και ο φόβος. Σάπια είναι όλα γύρω μας κ΄ιδανικά και καθεστώτα.
  Σ΄αυτά, στη σαθρή και στάσιμη παράδοση απακκουμπούν οι πάτριοι και μας πολεμούνε. Στο λαό, που για τη γλώσσα του ξεσπαθώσαμε, είναι η μόνη ελπίδα, η μονή σωτηρία. Αλυσσωμένος είναι από τις προλήψεις, το πνεύμα κ΄η ψυχή του πλέει στο σκοτάδι. Στο πλάϊ του είναι η τάξη μας, όχι στους μουχλιασμένους τους αστούς, που μάταια τους χτυπάμε τη θύρα. Μόνο ο λαός μπορεί να ενωτισθή το λόγο μας, γιατί ο λόγος μας βγαίνει απ΄την ψυχή του. Με τη δύναμή του στήριγμά μας, ας γίνωμε απαιτητές του δίκιου μας κι όχι να μένωμε ικέτες αφεντάδων, που μας περιφρονούν ως τώρα απ΄το ασφαλές και χλευάζουν.
Ο φίλος μου Ραμάς  έχει, λέει, σχέδιο ενέργειας δικό του. Ας το προσμένωμε, Ένα του λέω μονάχα τελειώνοντας. Με σχέδια και με βιβλία δεν γίνονται αναμορφώσεις. Το θαύμα το τελεί μονάχα η εξέλιξη. Αυτή μα κράζει βροντερόφωνα κ’ εμάς. Θέληση μόνο μας λείπει ν΄ακούσωμε την κραυγή της και δύναμη ν'απαλλαχθούμε από νεκρές παράδοσες κι από βιβλία. Αιώνων συντηρητισμός μας δένει πνεύμα και ψυχή, θολώνοντας την καθαρή αντίληψη του έξω κόσμου. Αν φωτισθούν τα μάτια, ως από θαύμα , θα δουν ότι στο ζήτημά μας μιά είνε η αλήθεια: η εκτίμηση της ζωής και της ιστορίας χωρίς προλήψεις. Αυτή μας δείχνει καθαρά ποιος είναι ο αναμορφωτικός ο δρόμος.

         ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

 

*  Γιατί τα πανεπιστήμια είναι παντού ιδρύματα του κράτους και τα κράτη διοικήθηκαν και διοικούνται πάντα από τις κυριαρχούσες τάξεις, κ’ οι κυριαρχούσες τάξεις, με το δικαίωμα του ισχυρότερου και της αυτοσυντηρήσεως, δε θα επιτρέψουν φυσικά την ακαδημαϊκή κύρωση μιάς αλήθειας, που τους απειλεί στο παρόν και τους γκρεμίζει στο μέλλον τη σημερινή τους επικράτηση.

** Φτώχεια δεν έχομε στην Ελλάδα, λέει ο Ραμάς, Ήθελα νάξερα πως φαντάζεται τη φτώχεια σ΄έθνη. Φτώχεια δεν έχομε! Σαν ναν’ ευμάρεια η αποκτηνωτική ολιγάρκεια του Έλληνα αγρότη ή εργάτη, σαν να συντελή αυτή στην ανάπτυξη της ζωϊκής του δύναμης, σαν να μην είναι σημάδι πολιτισμού κατώτερου βαθμού το ότι του φτάνει για προσφάγι το πράσσο κ’ οι ελιές, ή ο τσίρος κ’ η αγγουροσαλάτα! Λαός που δεν αισθάνεται υλικές ανάγκες πρώτα, δεν θα αισθανθή ποτέ πνευματικές, κι αναγέννηση πνευματική του τόπου μας ας μην προσμένομε, όσο αυτή δεν ‘έχει τη ρίζα της στην ψυχή, στην πνευματική ανάπτυξη του τόπου μας. Τον κανόνα αυτό δεν τον παρέβη κανένα έθνος,

*** Όταν λέω επανάσταση, δεν εννοώ να πάρη ο λαός τα όπλα στα χέρια. Μεταχειρίζομαι τη λέξη στη νεώτερη κοινωνική της σημασία.