Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟΥ – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Χτες - με αργοπορία μιας τουλάχιστον δεκαετίας - αποφάσισα επιτέλους να βάλω σε κάποια τάξη το “χρονοντούλαπο” μου, το αρχείο των γονιών μου που αποτελείται από εκατοντάδες κείμενα, γράμματα και φωτογραφίες. Ένα διπλωμένο δίφυλλο τράβηξε την προσοχή μου, γραμμένο από τον πατέρα μου το Γενάρη του 1975, ένα κείμενο που εξιστορεί -σε πρώτο πρόσωπο- τη μάχη του Αγγελόκαστρου τις 9.4.1944. Το γεγονός, πέρα από τη συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα, είναι σημαντικό για την ιστορία του τόπου μας, γιατί μετά από μερικές μέρες οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες σαν αντίποινα εκτέλεσαν 120 πατριώτες στο Αγρίνιο, μεταξύ των οποίων και τους τρεις ήρωες που απαγχονίστηκαν στην πλατεία Αγρινίου (οι εκτελέσεις της Μεγάλης Παρασκευής 1944). Δεν γνωρίζω αν το κείμενο δημοσιεύτηκε τελικά κάπου, το χειρόγραφο φαίνεται περισσότερο ένα πρόπλασμα, υπάρχουν διορθώσεις που φαίνονται καμωμένες από χέρι τυπογράφου, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.
Γ. Χ.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΚΑΣΤΡΟΥ (των Βαϊων - 9 Απρίλη του 1944)
25° χιλ. Σιδ. Γραμμής Κρυονερίου – Αγρινίου
Μεταξύ Σταμνάς και Αγγελόκαστρου
του ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Ιωάννου με αμαξοστοιχία παρόμοια με αυτή του σαμποτάζ, τραβηγμένη τη δεκαετία του ’50 (*)

Αρχηγείο Μεσολογγίου (2ο τάγμα του 2/39) Στρατιωτικός Κατσίμπας Γιώργος.
Στόχος της επιχείρησης ήταν να χτυπηθούν οι ταγματασφαλίτες που θα πήγαιναν στην γιορτή της εξόδου του Μεσολογγίου. Τους περιμέναμε από Πέμπτη το βράδυ. 45 άνδρες εθελοντικά γιατί θάπρεπε να πετύχει ο αιφνιδιασμός (και γιαυτό το λόγο επιλέχτηκαν) . Οι άνδρες κατέλαβαν τις θέσεις που είχαν οριστεί από την Τρίτη κοντά στη σιδ. γραμμή στα γύρω υψώματα. Πλαγιοφυλακές είχαμε τον.εφεδρικό ΕΛΑΣ Αγγελόκαστρου και Νιοχωριού. Την Παρασκευή δεν περάσανε Ράληδες, ούτε το Σάββατο. Το Σάββατο το βράδυ πήγαμε και φάγαμε φασουλάδα στο Μοναστήρι του Αγγελόκαστρου και ξεκουραστήκαμε. Αφού δεν κατέβαιναν ταγματασφαλίτες αποφασίσαμε να χτυπήσουμε Γερμανούς και ξημερώνοντας το πρωί της Κυριακής καταλάβαμε ξανά τις θέσεις μας.
Σύνδεσμοι της οργάνωσης μας ειδοποίησαν ότι έφτανε τραίνο στο Αιτωλικό και ήταν φορτωμένο με 90,000 οκάδες βενζίνα σε φορτηγά βαγόνια, μετέφερε την γερμανική φρουρά του τραίνου και στο τελευταίο βαγόνι ήταν Έλληνες επιβάτες. Από εκείνη τη στιγμή βρεθήκαμε σε συναγερμό, με τις χειροβομβίδες στο χέρι και το δάχτυλο στη σκανδάλη. Στη Σταμνά ο Σταθμάρχης ειδοποίησε τους σιδηροδρομικούς για την ενέδρα (ήταν όλοι οργανωμένοι). Μόλις το τραίνο έφτασε στη ανήφορο του 25ου χιλιομέτρου βάσει του σχεδίου ο αντάρτης ΝΤΕΛΗΣ (Νίκος Γκουμανιώτης) πετάχτηκε μπροστά στη μηχανή στις γραμμές, ο μηχανοδηγός φρενάρησε και ο Ντελής πυροβόλησε τη μηχανή. Πριν σταματήσει καλά το τραίνο άρχισε η επίθεση, με οπλοπολυβόλα και μάνλινχερ κλπ. Κανείς δεν χτύπησε το τελευταίο βαγόνι.
Οι Γερμανοί πήδηξαν απ΄τα παράθυρα με τον οπλισμό τους μέσα στα σιτάρια και ερχόταν πυροβολώντας κατ' επάνω μας, αλλά τους γάζωσαν τα πυρά μας. Οι πολίτες, παρόλο που τους φωνάζαμε να φύγουν προς τη Σταμνά, τάχασαν και ανακατώθηκαν με τους Γερμανούς, τελικά κατάφεραν να απομακρυνθούν και να κατευθυνθούν προς Σταμνά αλλά από λάθος σκοτώθηκαν δυο. Μετά από 5 λεπτά η ομάδα του Σαράνταινα κατά το σχέδιο της επιχείρησης έκανε έφοδο επάνω στο τραίνο με χειροβομβίδες με αποτέλεσμα να εξοντωθούν όλοι οι Γερμανοί. 27 νεκροί - 2 αξιωματικοί- αιχμάλωτοι: 2 αξιωματικοί τραυματίες και ένας φαντάρος (16 χρονών), 3 Ιταλοί και ένας μοίραρχος της χωροφυλακής ονόματι Κατεργάρης. Πήραμε όλο τον οπλισμό, τρόφιμα, χρήματα και άλλο χρήσιμο υλικό. Το τμήμα αποχώρησε προς το ύψωμα ψηλή Παναγία του Ζυγού. Έμεινε ο Σαράνταινας και ο Αριστείδης Λαμπίρης και τοποθέτησαν εμπρηστικές νάρκες στα βαγόνια με τις βενζίνες, όπως φεύγαμε ακούγαμε που καιγόταν και ένα-ένα έσκαζαν.
Στην επιχείρηση αυτή δεν σκοτώθηκε κανείς από τους αντάρτες, είχαμε μόνο ένα τραυματία. Αυτή ήταν η μάχη.
Στη συνέχεια γερμανικές μονάδες προσπάθησαν να μας περικυκλώσουν, μας κλείσανε από Κλεισούρα, Χρυσοβέργι, (...) εμείς βρισκόμαστε όλη μέρα μέσα στο δάσος στην κορυφή του βουνού. Το βράδυ αργά περάσαμε δίπλα από την Αγία Ελεούσα και βγήκαμε από τον κλοιό προς Σιβίστα (σήμερα λέγεται Ελληνικά Αιτωλοακαρνανίας, σημ. δική μου).

_______________

https://www.agriniopress.gr/to-sampotaz-tis-stamnas/?__cf_chl_jschl_tk__=pmd_MvzUKSgm4kLUuuPWxz4FuigV54txqc95zqBmXb_j.a4-1635677240-0-gqNtZGzNAmWjcnBszQi9



Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο του “Αιτωλικά” (1967)

Ο δρόμος

ο δρόμος κι η τσάντα
οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά καλημέρα – μια καλησπέρα
μιά εγκάρδια χειραψία
μιά παγερή υποδοχή.
Η αναμονή στον προθάλαμο του γιατρού
οι διάδρομοι των κλινικών και των πολυϊατρείων.
Τα βλοσυρά βλέμματα
τα φαρμακερά βλέμματα
των ασφαλισμένων και των κλητήρων
του Ι.Κ.Α.
Ο δρόμος κι η τσάντα
τ΄ασανσέρ κι οι αίθουσες αναμονής
τα ιατρεία και τα φαρμακεία
οι κλινικές και τα θεραπευτήρια
και τα νοσοκομεία...

Οκτώβρης 1974, στο ferry-boat Ρίο – Αντίρριο ο Πάνος Χατζόπουλος σε μία αστεία πόζα με ένα συνάδελφο που χασμουριέται... Ήταν μια από τις τελευταίες περιοδείες πού έκανε σαν ιατρικός επισκέπτης, μετά ένα σχεδόν μήνα αρρώστησε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. 

Τα χαμόγελα

Τα χαμόγελα
τα θερμά κι εγκάρδια χαμόγελα
τα παγερά κι αδιάφορα χαμόγελα
τα ενθαρρυντικά χαμόγελα
τα ειρωνικά χαμόγελα
όλων των ειδών και ποιοτήτων τα χαμόγελα
όλων των ειδικοτήτων και διαθέσεων τα χαμόγελα.

Κι ο δρόμος

πάντα μπροστά σου ο δρόμος.
Στο νου στη σκέψη στην καρδιά
ο δρόμος
    ο δρόμος
        για πάντα ο δρόμος.
Η ζωή σου είναι ο δρόμος.
Ο δρόμος τα λεωφορεία τ'αεροπλάνα και τα πλοία
τα εστιατόρια τα τραίνα και τα ξενοδοχεία.
Το φαρμακείο του Μπέλου στα Τρίκαλα.
Του Θεοδωρίδη στο Ηράκλειο
τα συστεγασμένα τ'Αγρινιού
του Καζατζή η αποθήκη στα Γιάννενα.
Μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ένας άνθρωπος

Ένα χλοερό νησί
μιά ίσμπα μ΄αναμένο το φούρνο της θαλπορής
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.
Ένας σταθμός να ξαλαφρώσεις την καρδιά σου
ένα ποτήρι δροσερό νερό να ξεδιψάσεις.
Ένας άνθρωπος
μάννα πατέρας κι αδερφός σου
ο Ανδρέας ο Κούνουπας στο Ρέθυμνο.

Ο γυρισμός μας

Θυμάσε συνάδελφε
σαν φεύγαμε από την όμορφη τη Χιό.
Ήτανε νύχτα κι η τραμουντάνα
δεν άφηνε τον “Κανάρη” να ξεκολλήσει απ΄το νησί.
Γυρίζαμε στα σπίτια μας στην Αθήνα.
Το καράβι
χόρευε στα κύματα το χορό του θανάτου.
Εμείς απτόητοι και ξέγνοιαστοι
παίζαμε “Αβυσσυνία” στο καρρέ της Α' θέσης.

Το πρωί θα βλέπαμε το σπίτι, τους δικούς μας...
Τα φαρμακεία στη μοσχοβολημένη Χιό
στη Χίο την κεχαριτωμένη
δεν μας είχαν δώσει γερές παραγγελίες
και δεν είχαμε κλείσει στη Μυτιλήνη
όλους τους λογαριασμούς.
Κι όμως εμείς στη μέση του πελάγου
που τ'ανατάραζε η μάνιτα του κάβο-Ντόρου
τραγουδούσαμε τα μεσάνυχτα
το γυρισμό μας στο σπίτι.
Το σπίτι που δεν το χορτάσαμε ποτέ...
Το σπίτι που μας ήθελε...
Το σπίτι που σε λίγο θα μας έδιωχνε
για την Κρήτη την Ήπειρο την Πελοπόννησο.

Η λαχτάρα σου

Ο δρόμος κι η τσάντα
κι οι σκάλες που δεν έχουν τελειωμό.
Μιά χαρούμενη καλημέρα
μιά κουρασμένη καλησπέρα

ένα χαμόγελο.
Όλων των ειδών τα χαμόγελα.
Τα εστιατόρια τα ξενοδοχεία τα πλοία τα λεωφορεία
τα φαρμακεία τα ιατρεία και τα νοσοκομεία
κι ο πόθος σου η λαχτάρα σου
η έγνοια σου η μοναδική το σπίτι...

Οι γιατροί κι οι φαρμακοποιοί

οι πόλεις, η μιά μετά την άλλη οι πόλεις.
Τα χωρία, ένα κομπολόϊ τα χωριά.
Τα βουνά κι οι κάμποι κι οι όμορφες κοιλάδες
οι λίμνες τα ποτάμια οι ακροθαλασσιές...
Οι σταθμοί τα λιμάνια τα αεροδρόμια.
Οι θάλασσες τα νησιά κι ο ουρανός της Ελλάδας.
Τα οτομοτρίς τα τραίνα, της άγονης γραμμής τα λεωφορεία
τα αεροπλάνα τα πούλμαν και τα πλοία.

Κι οι γιατροί
οι φίλοι σου οι γιατροί
οι εχθροί σου οι γιατροί
οι συνεργάτες σου οι γιατροί
οι γιατροί...
Όλων των ειδικοτήτων οι γιατροί.
Κι οι φαρμακοποιοί
“καλώς ήρθατε” οι φαρμακοποιοί
“πότε θα φύγετε” οι φαρμακοποιοί
“είδατε τους γιατρούς ” οι φαρμακοποιοί
“πάλι καινούργιο βγάλατε” οι φαρμακοποιοί
“τι εκπτώσεις κάνετε” οι φαρμακοποιοί
“πως τον παίρνετε τον καφέ σας” οι φαρμακοποιοί
οι φίλοι μας οι φαρμακοποιοί...

Το μήνυμα

Κι ήρθε το μήνυμα συνάδελφε
που γνωριστήκαμε στη Λάρισα
γλεντήσαμε μαζί στην Καλαμάτα
κι είπαμε τα βάσανα και τους καϋμούς μας
στο σαλόνι του “Εθνικού” στη Χαλκίδα...
Ήρθε το μήνυμα
πως έμεινες για πάντα στη Δωδεκάνησο...
Η καρδιά σου που την κλείσανε στην τσάντα.
Η ψυχή σου που την κάνανε ρόδα να κυλάει στα τρίστρατα.
Η γλώσσα σου που δε σταμάταγε ποτές
να λέει σε χίλιους τόνους τις ενδείξεις των φαρμάκων.
Η ζωή σου που τη ζέψανε να οργώνει την Ελλάδα.
Σταμάτησαν για πάντα στη Δωδεκάνησο.
Εκεί σταμάτησε ο δρόμος
εκεί τελείωσε ο δρόμος – ο δρόμος σου.
Κανένα πλοίο δε θα σε φέρει πια στο σπίτι.
Κανένα αεροπλάνο δε θα σε πάει ξανά στην Καβάλα.
Κανένα τραίνο δε θα σε πάρει από το Βόλο.

Κανένα πούλμαν δεν θα σ΄αφήσει πιά στην Κέρκυρα....

Το στερνό σου τηλεγράφημα

Στο δρόμο μας βρήκε
το στερνό σου μήνυμα.
Η στερνή σου παραγγελία
αδερφέ μου μας βρήκε στο δρόμο.
Το στερνό σου τηλεγράφημα
μας έπιασε στο δρόμο.

Έκλεισα όλους τους λογαριασμούς.
Λευτερώθηκα για πάντα από το δρόμο
από την τσάντα
απ΄τα συμβατικά χαριεντίσματα...”

Γειά σου συνάδελφε
για πάντα
για πάντα...


Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

ΤΟ ΙΠΠΗΛΑΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΩΝ ΘΗΒΩΝ

 Χρονογράφημα του Δημ. Χατζόπουλου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ”Εμπρός” μερικές μόλις μέρες μετά τον θάνατο του αδελφού του Κωσταντίνου. Στο κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στο θλιβερό γεγονός, θέμα της ημέρας είναι το “τέθριππον λεωφορείον των Θηβών” που γύρω στο 1890 πήγαινε από την Αθήνα στη Θήβα (90 χιλιόμετρα απόσταση) σε μία μέρα και κάτι... Πέρα από το γλαφυρό της αφήγησης ενδιαφέρον έχουν και οι αναφορές σε διάφορα τοπωνύμια: η Κατσιποδού και ο Διασωρίτης ήταν συνοικίες των Αθηνών, η Παληοκούντουρα, η Κάζα, το Κριεκούκι (Ερυθρές), το Πουρνάρι ήταν μέρη όπου υπήρχαν χάνια και το λεωφορείο έκανε στάση για ξεκούραση.
Γ.Χ.

Εμπρός”, 11 – 8 - 1920

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΤΗΝ ΩΡΑΝ ΤΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ

Απομένω αιώνιος αδιόρθωτος αθηναίος. Ο ήλιος με βρίσκει γυρίζοντας εις τους δρόμους. Ένας, κάποτε δεύτερος σύντροφος μου κάμνει την τιμήν να με συντροφεύη κατά τας πρωινάς εκείνας ώρας. Καταλήγομεν κάπου ή βαδίζομεν. Τας πρωινάς φαληρικάς απολαύσεις εις τας βεράντας των μπαρ με κάθοδον εντός πέντε λεπτών με αυτοκίνητον, διαδέχονται ήρεμοι μακρυνοί περίπατοι. Πότε εις την πόλιν, πότε εις τα περίχωρα. Αργεί τώρα να βγη ο ήλιος και έως τας εξ το πρωί έχει κανείς αρκετόν καιρόν να ξεκουρασθή. Κατά την πρωινήν αυτήν ανάπαυσιν δεν αναφέρομεν τίποτε από τον θόρυβον της ημέρας. Έχομεν νόμον δρακόντειον, άγραφον μεν, αλλά αμετακλήτως ισχύοντα. Να μην ομιλώμεν δια τίποτε σχετικόν με την ημερησίαν εργασίαν μας, με τα ζητήματα της εποχής, με τας πληκτικάς υποθέσεις . Ούτε περί θεάτρου, ούτε περί πολιτικής, ούτε περί φιλολογίας, ούτε περί κοινωνιολογίας, ούτε περί αισχροκερδείας ο λόγος. Σαπουνοφουσκολογούμεν. Συναντώμεν ένα κάρρο και ανάβομεν σιγαρέττα με τον καρραγωγέα!

- Λοιπόν, τι γίνεται εις τα χωράφια;
- Ησυχία.
- Καλή η υγεία;
- Καλά ευχαριστώ. Του λόγου σας;
- Και οι μουστιές πότε θα αρχίσουν;
- Σε δύο εβδομάδες.
- Άντε με το καλό, κουμπάρε, και δεν ξέρεις πόσον επεθυμήσαμεν την μουσταλευριά.
Συναντώμεν γαϊδαράκον και ονηλάτην.
- Από που, αγαπητέ;
- Από τα περιβόλια.
- Πως πάνε τα κουνουπίδια;
Τραβώμεν από το σακκάκι τον γκαφφαδόρον: “Πάλιν μας τα εχάλασες. Κουνουπίδια το καλοκαίρι αθεόφοβε;” Κουλουροπώλης περνά; “Κλούρια, φραντσουλάκια ζεστά!” Πρό ολίγου εσουπάραμεν
υπό τους υποχρεωτικούς βιολισμούς του Μπαζίλ λε Γκραν. Ο ανήσυχος του ομίλου αγοράζει δέκα φραντζολάκια. Δι΄όνομα Θεού! Θα ηδύνατο να τραφούν μυριάδες. Αλλά ο ανήσυχος πάντα αγοράζει ό,τι βρη εμπρός του την νύχτα. Κάποτε αγόρασε και την γκαϊδαν ενός νυκτερινού παίκτου. Μετά πέντε βήματα προσφέρει τα δέκα φραντζολάκια εις ένα μορτάκον διερχόμενον. Ούτος μίαν νύχτα μας ηυχαρίστησε ως εξής: “Ας είνε καλά το κορόϊδο!” Ηυχαριστήθημεν, όσον ούτε αν ακούαμεν την ενάτην συμφωνίαν του Μπετόβεν.
Πόσον ανιαρά έγινεν η πόλις μας αυτάς τας πρωινάς ώρας. Ούτε ένας από τους αλλοτινούς τύπους της δεν διεσώθη. Καν τραγούδι δεν ακούεται. Δεν υπάρχουν και τα λευκά θερινά φαντάσματα, τα οποία συνέρρεον από όλας τας συνοικίας εις την Ακαδημία. Οι ποτέ πρωινοί της φαληρικής θαλάσσης. Κατηργήθησαν τα λαϊκά τραίνα. Απέμεινε η πολυτέλεια. Τα αυτοκίνητα. Και αυτά δεν έχουν πελάτας εκείνην την ώραν. Συχνά οι διερχόμενοι σωφφαίρ μας χαιρετούν αξιοπρεπώς. Βραδύνουν την πορίαν των και φέρουν με αξιοπρέπειαν την δεξιάν εις τον κούκον των: Είνε ο Κώστας, ο Σταύρος, ο Σπύρος, ο Νιόνος, ο Άγγελος, ο Νίκος. Περίπου όλες οι μάρκες. Από την Κολ έως την Γκέϋς. Εις δύο – τρεις εβδομάδας γίνεται κανείς εις τας Αθήνας προσωπικότης. Μεγάλη πόλις; Πφ! Ένα προάστειον μεγαλουπόλεως. Με πολλούς από τους ένδοξους σωφφαίρ ανταλλάξαμεν και επισκεπτήρια. “Αυγουστίνος Θεοδωρακόπουλος”. Έχω την ευχαρίστησιν. Και χθες την πρωϊαν ο ανήσυχος του ομίλου ανέκραξε:
- Θέλω λεωφορείον!
Τοιαύτην ώραν λεωφορείον; Αν εξοικονομείτο με ένα ουίσκυ, με ένα τζιν-βέρμουτ; Όχι, ήθελε λεωφορείον. Προέβη εις κάτι ανελπιστότερον. Εδήλωσε, ότι ήθελε ένα τέθριππον μάλιστα λεωφορείον!
- Άνθρωπε, ή σιωπάς ή θα καταδικασθής να έλθης εις την Παλαιάν Αγοράν, εις την Στοάν, εις τον Κεραμεικόν, να ακούσης επί τρίωρον αθηναϊκήν αρχαιολογίαν.
- Και όμως θέλω ένα τέθριππον λεωφορείον, επέμενε. Το περίφημον θηβαϊκόν λεωφορείον θέλω!
- Να το κάμης τι;
- Να πάω εις τα Παληοκούντουρα, εις την Κάζαν, εις το Κριεκούκιον.
- Περίμενε δύο ώρας, να φωτίση ο ήλιος και θα σε πάμε εις τα χάνια της οδού Ερμού.
- Χάνια, που μυρίζουν μπετζίνα; Α! Την καταραμένην! Μας εφυγάδευσε και το παλαιόν τέθριππον λεωφορείον των Θηβών. Πηγαίνει κανείς και εις το χάνι του Πουρναριού με αυτοκίνητον λεωφορείον τώρα. Εκφυλισμός!
- Εκφυλισμός και μεγαλείο είνε η ισχύουσα έκφρασις περισσότερον και από τα χιλιόδραχμα.

Εστάθη εις το μέσον του μπουλβάρ, το οποίον εχλώμιανε εις την πρώτην αόριστην ανταύγειαν του ερχομένου φωτός και έκαμε ρητορικός σχήμα. Ήταν ωσάν να ετέλει μνημόσυνον εις προσφιλέστατον νεκρόν.
- Πάει και αυτή η νυχτερινή ποίησις των Αθηνών. Το λεωφορείον των Θηβών! Το ενθυμείστε;
- Όπως και τον παππού μας
- Πως εκυλίετο την νύχτα, πως εκροτούσαν αι οπλαί των τεσσάρων ίππων, πως έτριζε το κατάφορτον ταχυδρομικόν κιβώτιον, που έσυρε, φορτωμένον ανθρώπους, δέματα, μπαούλα, ταγάρια, κοφίνια. Και η στράκες του ταχυδρόμου. Μουσική φίλοι μου, μουσική, παληά, ρυθμική, ελαφρά και γλυκειά μουσική γκαβόττας. Το λεωφορείον των Θηβών περνά! Σου λέει ο άλλος. Κατάπληξις. Επήγαινε από τας Αθήνας εις τας Θήβας. Μία και περισσότερη μέρα. Ανέβαινε τον Κιθαιρώνα. Κάποτε απεκλείετο από τα χιόνια της Κάζας. Έστελναν πομπάς προς βοήθειάν του. Το λεωφορείον πάει εις τας Θήβας! Είνε σαν να πης τώρα: Αυτό το εξπρές Ακροπόλ πάει στα Παρίσια. Σήμερα πηγαίνεις εις τρεις ώρας με αυτοκίνητον εις τας Θήβας. Περνάς την κλεισώρειαν της Κάζας τόσον γλήγορα, που δεν προλαβαίνεις να δης το φρούριον των Ελευθερών. Τρέχεις τόσον γοργά τον μακρύν δρόμον του Κριεκουκίου, που χωρίζει εις δύο την κωμόπολιν, ώστε αδυνατείς να χαιρετήσης μανδηλοφορούσαν κουμπάραν. Τον πρώτον πρωϊνόν σου καφέν πίνεις εις του Ζαχαράτου και τον δεύτερον λαμβάνεις εις την οδόν Επαμεινώνδα εις τας Θήβας. Μόλις χάσης την Ακρόπολιν από τα μάτια σου, ενατενίζεις την Καδμείαν. Τι θα έδιδα να ξαναϊδώ το λεωφορείον των Θηβών, να γυρίζη τας πρωϊνάς ώρας τους αθηναϊκούς δρόμους, δια να περισυλλέξη τους επιβάτας του και να κύλισθή μέσα εις τα πυκνά νέφη σκόνης προς την Ιεράν οδόν. Πως μας έφυγε αυτός ο μεσαίων χθες ακόμη! Δεν έπρεπε να εξαφανισθή έτσι. Ήταν μία ιστορία, μία ζωή, χίλιοι διάολοι να με πάρουν. Το ολιγώτερον, που έπρεπε να κάμουν, θα ήταν να το τοποθετήσουν με ευλάβειαν εις το Εθνολογικόν μουσείον. Θυμάμαι τον χαμόν του και δάκρυα μου έρχονται.
Αλλά ήρχετο και ένα αυτοκίνητον. Δια να τον παρηγορήσωμεν, το εσταματήσαμεν.
- Για που, κύριοι; ηρώτησε ο σωφφαίρ.
- Στην Κατσιποδού.
- Εκέι που ρίχνουν τα σκουπίδια;
- Τότε πήγαινέ μας καλλίτερα στο Περιστέρι. Είνε μεγαλοπρεπεστέρα η θέσις μας εις τα σκουπίδια του Διασωρίτη. (*)
ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

_______________________

(*) Κάποτε λεγόταν έτσι η περιοχή του Αιγάλεω, από το όνομα μιας εκκλησίας του 14ου αιώνα, του Αγίου Γεωργίου του Διασωρίτη, που υπάρχει ακόμη και σήμερα.


Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Η -ΜΟΝΑΔΙΚΗ- ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 Έχω γράψει εκτενέστερα σε προηγούμενη μου ανάρτηση (Ο Ψυχάρης εν Aθήναις” οι συνεντεύξεις του Μποέμ - Δημ. Χατζόπουλου - Σάββατο, 3 Ιουλίου 2021) για τη μόδα των συνεντεύξεων που εισήχθηκε βασικά από τη Γαλλία στη δεκαετία του 1890 με πρωτοβουλία του Μήτσου Χατζόπουλου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ραδιόφωνο, τηλεόραση, κινηματογράφος, διαδίκτυο, τα μόνα μέσα πληροφόρησης και διασκέδασης ήταν ο τύπος, τα βιβλία, το θέατρο και η μουσική. Με μεγάλη οξυδέρκεια ο Δημ. Χατζόπουλος σκέφτηκε να φέρει κοντά στο αναγνωστικό κοινό την καθημερινή ζωή, την προσωπικότητα, τις απόψεις των δημιουργών της εποχής του, που δεν μπορούσαν παρά να είναι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και του θεάτρου.

Η πρώτη από τις τέσσερις σειρές συνεντεύξεων του Χατζόπουλου δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα “Το Άστυ” το 1893 με τον τίτλο “Σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς”. Ο θεσμός των συνεντεύξεων, παρόλο που αρχικά ειδώθηκε με δυσπιστία και σχετική καχυποψία από τον πνευματικό κόσμο και τον ελληνικό τύπο, επιβλήθηκε τελικά και καθιερώθηκε στο ελληνικό πλαίσιο σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Όπως γράφει η Βαλάντω Λάνδρου στην εξαιρετική εργασία της για το Δ. Χατζόπουλο (1) “ ...Τα συνεντευξιακά κύματα (του Μήτσου Χατζόπουλου) λειτούργησαν ως ένας τρόπος να εισακουστούν οι λογοτέχνες, αλλά και ως ένα μέσο ανάδειξης της σύγχρονης λογοτεχνίας ως συλλογικής κοινότητας όπου κυριαρχεί η ετερότητα των φωνών”.

Ο Αλ. Παπαδιαμάντης ήταν δύστροπος, μονήρης και ιδιότροπος χαρακτήρας,(2) το γεγονός ότι ο Χατζόπουλος κατάφερε να τον κάνει να μιλήσει τόσο εκτεταμένα για τη λογοτεχνία της εποχής του – έστω και με “μπαμπεσιά”, στο κείμενο παραδέχεται ότι απέκρυψε την ιδιότητά του – πρέπει να θεωρηθεί μεγάλο κατόρθωμα. Ήταν η πρώτη και μοναδική συνέντευξη του που υπάρχει καταγραμμένη. Ο Παπαδιαμάντης επίσης απέφευγε με κάθε τρόπο να φωτογραφηθεί, πράγματι σήμερα υπάρχουν όλες κι όλες πέντε φωτογραφίες του. Την πιο πετυχημένη την τράβηξε -με τα χίλια ζόρια- ο Παύλος Νιρβάνας το 1906 έξω από το καφενεδάκι στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι (που δεν ήταν βέβαια όπως είναι σήμερα), την παραθέτω εδώ σήμερα.
Γ.Χ.

Το Άστυ” 27/3/1893

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Εις το μπακάλικον του Μπάρκα. - Φιλολογικόν γκιουβέτσι.
Δύο ημείς και ο κ. Παπαδιαμάντης τρεις. - Σύντομος βιογραφία του.
- Ο ονομαστικός κατάλογος του κ. Φιντικλέους εις το Πανεπιστήμιον.
Μποέμ πάντοτε. - Τα διηγήματά του. - Η Σκιάθος κατά τον κ. Παπαδιαμάντην
μικρόκοσμος. - Η γλώσσα εις το μεταίχμιον. - Τον Βαλαωρίτην περισσότερον
του Σολωμού. - Αι κρίσεις του περί των συγχρόνων.
- Εν ανέκδοτόν του

Ο κ. Παπαδιαμάντης, γνωστός Έλλην ποιητής, και εγώ, οι τρείς μας, είχομεν καθίση επί ενός τραπεζίου εις το μπακάλικον του Μπάρκα, ακριβώς παρά την βρύσιν του Λέκα.(3) Η ώρα ήτο ογδόη εσπερινή, το μπακάλικον εφωτίζετο πλουσίως δια των ραμφών του αεριιόφωτος, τα εις το βάθος του απόκρυφα δωμάτια ήσαν κατειλημμένα υπο πολυαρίθμων παρεών, αίτινες συνέκρουον ευθύμως τα ποτήρια, και ευθυμότερον, και περιπαθέστερον έψαλλον την Μυγδακιάν του Δροσίνη εφ΄ενός, και περιπαθείς αμανέδες εξ΄άλλου, ων συχνοτέρα επωδός αντήχει:
Έλα να σε κάμω μάκια
Στο λαιμό, στα γλυκαδάκια.
Ευτραφέστατος μπακαλόπαις προσήλθεν εις τας διαταγάς μας, έστρωσεν επί του τραπεζίου αντί τραπεζομανδήλου μιαν Επιθεώρησιν και μιαν Παλιγγενεσίαν, παρέθηκεν επ΄αυτής αχνίζον γκιοβέτσι, από εν πινάκιον, από εν μαχαιροπερούνιον, από μιαν αμφίβολον πετσέταν, μισήν οκάν άρτου κεκομμένου μπακάλικα, μιαν οκάν αφρίζοντος ρητηνίτου και τρία ποτήρια. Το σπαγέτον ορεκτικώτατον, ο κ. Παπαδιαμάντης εζήτησε και τυρόν μάλιστα, το κρέας τρυφερώτατον, ο ρητηνίτης γευστικώτατος, ηδονηκώτατος, και ημείς εφάγομεν ορεκτικώτατατα. Ο. κ. Παπαδιαμάντης, ο εκ νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ο ιδιόρρυθμος, ο εκκεντρικός, ο Μποέμ, ο Μένιππος φιλόσοφος, ο άνθρωπος των καπηλείων και των τρωγλών, ο θαυμάσιος τύπος, ο ειλικρινής χαρακτήρ, ο περιφερόμενος συχνάκις ανά τας αθηναϊκάς οδούς με το τετριμμένον και ξεθωριασμένον επανωφόριον, με τα διπλά καταρρακωμένα πανταλόνια, με την ράβδον παραμάσχαλα, και την χείρα αιωνίως επί του στήθους, ο πνευματώδης αυτός Λουκιανός, η χάρις αυτή του Θεοκρίτου, ο αναλυτικός ψυχολόγος Τουργένιεφ, ο παρατηρητικός Δίκενς, ο μελαγχολικός Κοππέ, ο γλαφυρός και φυσικώτατος αυτός Πλούταρχος, με τ΄άφθονα μαύρα ακτένιστα μαλλιά, με τον πλατύγυρον λερωμένον ημίψηλον, με τα πυκνά ακατάστατα και αχαλλίτεχνα γένεια, με την είρωνα φίλοινον φυσιογνωμίαν του, με την ανθηράν ευφυολογίαν την αναφαινομένην εν ακρατήτω πεζολογία, ο ήκιστα αυτός φαινόμενος ποιητής, ο ελάχιστα δεικνυόμενος συγγραφεύς, η μορφή αυτή του σχολαστικού, του δασκάλου, η προτομή αυτή του Σειληνού, ο ιδιότροπος, ο φυγόπονος δια τας φιλολογικάς εργασίας, ο καταδαπανών δέκα ώρας της ημέρας εις μεταφράσεις εκ του γαλλικού και του αγγλικού δια την Ακρόπολιν και το Νέον Πνεύμα της, ο σκορπών ολόκληρον το βάρος του θυλακίου του δια μίαν εσπέραν, ο ζων μεταξύ ενός ποτηρίου οίνου και ενός κυπέλλου ζύθου, με τα σιγαρέτα του εις το πλάϊ, ο χρυσός αυτός άνθρωπος καθ΄όλην την διάρκειαν του μποεμικού δείπνου μας, μας έτερπεν εκ καρδίας τόσον αγαθός, και τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτός ο τόσον άγριος, ο τόσον απότομος συνήθως.

Και εν μέσω των συχνών προπόσεων μας και των συγκρούσεων των ποτηρίων εν γλυκεία αδελφικότητι εξηκολούθει ν΄απαντά εις τας ερωτήσεις μου και να λέγη πάντοτε αυτός, ο τόσον κατηφής, ο τόσον δύσκολος συνήθως. Ο κ. Παπαδιαμάντης είνε εις την ακμήν της ηλικίας του, μόλις υπερπηδήσας το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας του. Εγεννήθη εν τη νήσω του Αιγαίου Σκιάθω το 1851. Εις το σχολείον της πατρίδος όπου σχεδόν ουδέποτε εφοίτησεν, και οσάκις εξ ανάγκης έκαμε τούτο, υπείκων εις την οργήν του κλασικού δασκάλου της εποχής του, δεν ήνοιξέ ποτε βιβλίον, δεν έπιασε πένναν εις τα χέρια του. Ως παπαδοπαίδι όπου ήτο ηρέσκετο πολύ να διαβάζη εκκλησιαστικά βιβλία, εις τρόπον ώστε αργότερα, εις ηλικία 13 ετών, εννοούσεν ευχερέστατα τον Όμηρον. Κατά δε τας ετησίας εξετάσεις, μη δυνάμενος να προσφέρη και αυτός μετά των άλλων συμμαθητών του δείγματα καλλιγραφικής ικανότητος, παρουσίαζεν εις την επιτροπήν των εξετάσεων αντιγραφάς διαφόρων αγίων και πρωτομαρτύρων, τας εικόνας των οποίων τόσην μανίαν είχε να αντιγράφη κρυφίως εν τη σκιά και ησυχία της εκκλησίας της πατρίδος του. Μετά τινα χρόνον απήλθεν εις την Χαλκίδα ως φοιτητής του γυμνασίου, ένθα αποπερατώσας τας εγκυκλοπαιδικάς αυτού μελέτας, ήλθεν εις Αθήνας, όπου ενεγράφη εις την φιλοσοφικήν σχολήν. Αλλά ταχέως ηναγκάσθη να αποσκορακίση και φιλοσοφίαν και πανεπιστημιακάς δάφνας. Ο χαρακτήρ του, το πνεύμα του ήκιστα συνεφώνουν με τον φοιτητικόν βίον και τας σχολαστικάς μελέτας. Εκείνο το οποίον κυρίως τον απέσπασεν από το φοιτητικόν εδώλιον ήτο, ο καθ΄εκάστην ημέραν εκφωνούμενος υπό του καθηγητού κ. Φιντικλέους κατά την έναρξιν των παραδόσεων ονομαστικός κατάλογος. Εξ όλων τούτων ηναγκάσθη να παραιτήση τας φοιτητικάς σπουδάς του αργότερον, καθώς και τας ιδιαιτέρας παραδόσεις, δι΄ών επορίζετο τα προς το ζην, και να επιδοθή εις την δημοσιογραφίαν, ταχέως εκμαθών την γαλλικήν και αγγλικήν. Το 1882 προσελήφθη εις στην Εφημερίδα ως μεταφραστής, την γνωστήν τότε μικράν το σχήμα, αλλ΄ εκλεκτήν την ύλην Εφημερίδα. Τόρα εργάζεται εις την Ακρόπολιν, δημιουργών συγχρόνως και φιλολογικά έργα, εκτός των καθημερινών μεταφράσεων, δι΄ ών κερδίζει τον άρτον του. Ο κ. Παπαδιαμάντης έχει γράψη πλείστα όσα αριστουργήματα από του Μηχάνεσαι μέχρι της σημερινής Εστίας. Τα διηγήματα του τα διακρίνει βαθεία έμπνευσις, φυσικότης απαράμιλλος, ανθηρότης ύφους συναρπάζουσα. Τα θέματά του συνήθως αναστρέφονται εις θαλασσινάς παραδόσεις, εις την ποιμενικήν ζωήν, εις ειδυλλιακάς σκηνάς, όλων των εμπνεύσεων του εκπηγαζουσών εκ του αγροτικού επαρχιακού βίου, και ιδίως του της ιδιαιτέρας του πατρίδος Σκιάθου, της μικροσκοπικής νήσου, του μικροκόσμου τούτου, ως την αποκαλεί ο ίδιος με την θαυμαστικήν φυσικήν καλλονήν της, την περιέχουσαν 15 πεδιάδας, 12 όρμους, 25 βουνά και άπειρα δάση. Το ένδυμα δε των διηγημάτων του, αν και είνε τόσον καθαρώς επιμεμελημένον, εν τούτοις κλίνει πολύ προς τον δημοτικόν χαρακτήρα, τον οποίον ο συγγραφεύς, φαίνεται, ότι βαθύτατα επίσταται. Αν τον ερωτήσετε τόρα, ποία γλώσσα του αρέσει, θα σας απαντήση με τον λίγον αλλόκοτον, αλλά και ήρεμον τόνον της φωνής του, ότι η ιδέα του είνε η γλώσσα να ακολουθήση ένα μεταίχμιον, δηλαδή ούτε άκρως δημοτική να είνε, ούτε υπερβολικώς καθαρεύουσα.

Από τον Σολωμόν εκτιμά περισσότερον τον Βαλαωτίτην, και κατόπιν αυτού τον Ζαλοκώσταν. Ο Βαλαωρίτης του αρέσει περισσότερον, διότι τον θεωρεί, ότι αυτός μόνον ειργάσθη εθνικώς, αυτός μόνον είχε καρδίαν, αίμα, αίσθημα, έξεις, όλα συγχωνευμένα ελληνικά και παρήγαγε μακράν εποποιίαν, ενώ ο Σολωμός, παρ΄όλην την ατελή και άμορφον παραγωγήν του, φαίνεται κάπως ξένος, εν Ιταλία ανατραφείς, ουχί αδόλως εμπνευσθείς, Επτανήσιος ων. Τόρα αν θέλετε και τας ιδέας του περί των συγχρόνων ποιητών συγγραφέων, ακούσατέ τας. Αν εκοπίασα να τας αγρεύσω εκ της αμειλίκτου σιωπής του εγώ το γνωρίζω.
Τον Ροϊδην τον θεωρεί ως πνευματώδη, αλλ΄εις το παρελθόν ανήκοντα.
Τον Άννινον πνευματώδη και αυτόν, καλλιτεχνικώτερον, αλλ΄εις την παρωδίαν ανήκοντα.
Τον Ψυχάρην ως ποιητήν καλόν, ως γλωσσολόγον και επιβλητήν της δημώδους γλώσσης, Λεβαντίνον, ψευδή, τεχνητόν.
Προσθέτει μάλιστα ότι η μονομανία του αύτη, του να αποκτήση όνομα εις τη Ελλάδα, κατέστη δι΄αυτόν ψύχωσις, την οποίαν δυστυχώς δεν απέφυγον και παρ΄ημίν πλείστοι όσοι καλοί ποιηταί και λογογράφοι, οίτινες, διακαιόμενοι θερμώς υπό του πόθου της ρεκλάμας του ονόματός των εις την Ευρώπην υπό του ιεροφάντου Ψυχαρη, προσεκολλήθησαν στερρώς και τυφλότατα προς αυτόν. Αλλ΄όλα αυτά θα παρέλθουν ταχέως, και η Ψυχάρειος δόξα θα εξατμισθεί ως πομφόλυξ, αυτή ήτις παίρνει και δίνει εις την οδόν Κλωδίου εις τα Παρίσια! Την δημοτικήν γλώσσαν που την είδε, που την έμαθε, που την εσπούδασεν ο Ψυχάρης; Αυτός είνε Χίος, σχεδόν ξένος, αριστοκράτης Φαναριώτης, επιχειρών μ΄εν στρεβλωτικόν ιδίωμα να επιβληθή ως δημιουργός και διδάσκαλος ολοκλήρου έθνους.
Όχι! Αι γλώσσαι δεν επιβάλλονται ούτω εις τα καλά καθούμενα υπό των ατόμων εις τους λαούς!
Τον Δροσίνην τον θεωρεί ως καλόν.Τον Μητσάκην τον αγαπά ως φίλον, και τον εκτιμά ως συγγραφέα. Τον Καρκαβίτσαν τον φίλον του, τον αναγνωρίζει ως κατέχοντα λαμπρόν τάλαντον αναμφισβήτητον, και λέγει ότι αυτός ειργάσθη περισσότερον πολλών άλλων εθνικώς, αλλά τελευταίως τα μπέρδεψε με την απότομον αποσκοράκισιν της γλώσσης εις την οποίαν έγραψε τα καλύτερα έργα του. Άλλως τε δεν είνε καθόλου δημοτική η γλώσσα του αναμιγνύουσα τύπους καθαρευούσης με τύπους δημοτικούς π. χ. τον οποίον, την οποίαν, το οποίον. Δεν λέγει ο χριστιανός κι΄αυτός οπού, και να τελειόνει!
Τον Ξενόπουλον τον λέγει καλούτσικον. Αυτός έχει καλαισθησίαν, εργάζεται, αλλά δεν δύναται ν'αντιληφθή τα πρέποντα θέματα, τον παρακολουθεί δε με αγάπην του πάντοτε. Τον Κρυστάλλην τον αγαπά ως κλέφτην, και ως τσοπάνον, και τον θεωρεί ως μόνον αγνόν δημοτικόν, όστις εκ του φυσικού μόνον δανείζεται την δημώδη γλώσσαν. Τον Εφταλιώτην τον θεωρεί ως καλόν. Αλλ΄απορεί δια την μακράν σιγήν του. Ο Γαβριηλίδης, αλλά ποιός Γαβριηλίδης; αυτός ξέρει πολλούς Γαβριηλίδας· δι΄αυτόν καλλίτερος είνε εκείνος που του σκάει 250 δρ. τον μήνα. Ο Γαβριηλίδης είνε δύναμις. Νεωτεριστής, πρωτότυπος, αυθόρμητος, ανεξάρτητος, αναμφισβήτητος αξία, γνωρίζουσα να συμβαδίζη με τας αξιώσεις και τας κλίσεις του κοινού.
Τον Πολέμην ως νέον ευαίσθητον, συμπαθητικόν, αλλ΄ευρωπαίζοντα συνεσφιγμένον με το ευρωπαϊκόν πνεύμα. Τον Παλαμάν φίλον σεβαστόν, κριτικόν καλόν και πολυμαθή, αλλά στρυφνόν και απαιτητικόν και αυτόν. Τον Στεφάνου, αυτόν δεν τον διάβασε, αλλά εις την Ακρόπολιν όπου διόρθωνε τας Σειρήνας του, του ανέγνωσε καμμιά εικοσαριά στίχους και τους εύρε καλούς. Τον Μάνον, αυτού λίγα διάβασε, που να του μένη καιρός κι-όλας, αυτός εξ άλλου τόρα δεν διαβάζει ποτέ τζάνουμ, και του εφάνηκαν αρκετά καλά. Τον Πολυλάν σοφόν, αλλ΄ιδιότροπον, και τον Καλλοσγούρον, αυτός δα δεν είνε για κουβέντα!

Μη ζητήσετε περισσότερον διότι θαύμα είνε πως απεσπάσθησαν και αυτά εκ των χειλέων του, αλλοίμονο δε αν προεμάντευε την ιδιότητά μου, καθ΄ην στιγμήν τον ηρώτουν. Αι καλλιτεχνικαί του απαντήσεις ίσως δεν θα εστόλιζον σήμερον την σκιαγραφίαν του, την οποίαν επισφραγίζω και με εν ανέκδοτόν του.

Μίαν ημέραν ο κ. Σίμων Αποστολίδης, και ο κ. Ανδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ΄οδόν, οπότε διερχόμενος ο συγγραφεύς των Ειδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος και ιδιότροπος, εχαιρέτισε τον κ. Αποστολίδην. Ο μέγας τραπεζίτης διακόψας την συνομιλίαν του προσέθεσεν επί τη ευκαιρία του χαιρετισμού του συγγραφέως.
- Για δέτενε εδώ εις την Ελλάδα ως και οι επαίται, mon cher, φέρνουνε μπαστούνια.
Έκπληκτος ο Αποστολίδης απαντά:
- Τι λέγεις, κυρ Ανδρέα; αυτός είνε ο καλλίτερος διηγηματογράφος μας.
- Ποιός; πως τον λένε;
- Παπαδιαμάντην.
- Και είνε έτσι σαν διακονιάρης! Απήντησεν έτι εκπληκτότερος αυτήν την φοράν ο κ. Συγγρός.

Μποέμ


_______________

(1) “Για ένα 'διαλεκτικόν ενσταντανέ': οι απαρχές του θεσμού της συνέντευξης με λογοτέχνες στην Ελλάδα και η συμβολή του Μήτσου Χατζόπουλου (1893-1911)”, Βαλάντω Λάνδρου Θεσσαλονικη 2017, σ. 185

(2) Ο Παύλος Νιρβάνας που τον γνώριζε καλά, στα “Φιλολογικά Απομνημονεύματα” του γράφει ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν ”... φιλέρημος και μισάνθρωπος — ανθρωπόφοβος θα ήτανε η κυριολεξία του”.

(3) Η βρύση του Λέκα βρισκόταν στη γωνία  της σημερινής οδού Λέκκα  και Κολοκοτρώνη στην Αθήνα.


Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Κ. Χατζόπουλος: Πολυτάλαντος της κοινωνικής απελευθέρωσης

 Πρωτότυπο άρθρο που καταπιάνεται με ένα ακανθώδες θέμα που έχει παραμεληθεί αρκετά στις αναλύσεις της ζωής και του έργου του αγρινιώτη ποιητή: πως από φανατικός αντιβενιζελικός, προς το τέλος της ζωής του βρέθηκε στρατευμένος στο βενιζελικό στρατόπεδο. Με το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου τον Αύγουστο του 1914 ο Χατζόπουλος επέστρεψε με την οικογένειά του αρον αρον στην Ελλάδα, όπου απέφυγε αρχικά να ασχοληθεί με την πολιτική. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, με την οποία ο Χατζόπουλος μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ταυτιστεί απόλυτα, τάχτηκε αμέσως υπέρ του πολέμου, πράγμα που απογοήτεψε και εξόργισε τον ποιητή και πιθανώς τον έσπρωξε ακόμη πιο πολύ στην αλλαγή της πορείας του.

Το κείμενο δεν είναι βέβαια τέλειο, περιέχει ανακρίβειες (ο Κ. Χατζόπουλος επέστρεψε από τη Γερμανία το 1914 και όχι το 1907), είναι αρκετά σύντομο, δεν υπάρχουν αναφορές πηγών, παρόλαυτα πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον και αξίζει της προσοχής μας.

Γ.Χ.

εφ. “Πριν”, 20/10/204 Κίνηση Ιδεών, Λογοτεχνία

Κ. Χατζόπουλος: Πολυτάλαντος της κοινωνικής απελευθέρωσης

της Κικής Μένου

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) διακρίθηκε στις προσπάθειές του διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών που ο ίδιος γνώρισε στη Γερμανία όπου σπούδασε. Έντονο ωστόσο υπήρξε το αποτύπωμά του στην ταξική πάλη και στη λογοτεχνία.

Στην καμπή του 1907, λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου προς το 1908, κάτι πρωτοφανές κοινοποιείται στον ελληνικό Τύπο. Η σοσιαλιστική εφημερίδα “Εργάτης”, στον Βόλο, ξεκινά κύκλο δημοσιεύσεων του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου” των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Πίσω από την εφημερίδα αυτή βρισκόταν η προσπάθεια μιας οργάνωσης η οποία περιλάμβανε περίπου 400 μισθωτούς και επιδίωκε να αποσπάσει τους εργάτες από τα συντεχνιακά σωματεία τους και να τους συνενώσει σε έναν καθαρά προλεταριακό σύνδεσμο.

Στην πρωτοβουλία παρουσίασης της συγκεκριμένης εφημερίδας καθώς και στη μεταφραστική εργασία που εκπονήθηκε για χάρη της διαφώτισης τού τότε πρωτοεμφανιζόμενου προλεταριάτου σημαντικό ρόλο παίζει ο ποιητής-διηγηματογράφος Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Έχει γυρίσει από τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου έχει έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και την ανάγνωση της πραγματικότητας μέσα από τη διαδικασία της πάλης των τάξεων. Από τότε δεν θα μείνει ούτε μια στιγμή αμέτοχος με την πένα του και την πολιτική του δράση στη διαφώτιση του ανερχόμενου ελληνικού προλεταριάτου. Ο λαός -κατά τον Χατζόπουλο- έχει εξαπατηθεί από την επιβολή Συντάγματος και έπειτα από την ανώτερη και μεσαία αστική τάξη και έχει εγκλωβιστεί στην υλοποίηση των συμφερόντων τους με το πρόσχημα του καθολικού και άμεσου εκλογικού δικαιώματος. Γι’ αυτό και θα είναι πάντα στην πρώτη γραμμή στο κομμάτι της ιδεολογικής πάλης μέσα την εργατική τάξη. Θα βοηθήσει στην έκδοση της σοσιαλιστικής εφημερίδας Μέλλον, με σκοπό τη μύηση των εργατών στις σοσιαλδημοκρατικές ιδέες.

Το 1911 θα στηρίξει την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών που εμφορείται από τον συνεχή προλεταριακό αγώνα και την ανάδειξη του διεθνούς σοσιαλισμού. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι η δημιουργία του Κέντρου αυτού δεν στοχεύει απλώς στη μαζικοποίησή του αλλά στην προσπάθειά του να δηλωθεί σαν άλλο ένα κέντρο αγώνα ικανό να κατακτήσει τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, σε αντίστιξη μάλιστα με το εξίσου νεοδμητο Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου διεξήγαγε μια ακούραστη προπαγάνδα εναντίον του σοσιαλισμού και υπέρ της αρμονίας ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Βαθύτατα αντιβενιζελικός, όπως ο ίδιος αναφέρει «Ακόμα πιο ολέθρια ήταν για τους εργάτες η εμφάνιση του Βενιζέλου, του σωτήρα της επανάστασης. Επομένως ο Βενιζέλος εισήγαγε στη Βουλή την αγγλική τακτική για μια εκτεταμένη πολιτική υπεράσπισης των εργατών, προκειμένου να προλάβει τον κίνδυνο εκ των έσω. Έτσι βρέθηκε ολόκληρο το εργατικό κίνημα να υποβοηθά την αστική πολιτική». Εντέλει στα χρόνια του εθνικού διχασμού σε μια δύσκολη απόφαση για την επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα ανάμεσα στις δύο επιλογές της αστικής στρατηγικής μεταξύ της ουδετερότητας των ανακτόρων απέναντι στον πόλεμο ή της επεκτατικής πολιτικής κατάληψης εδαφών στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας εν μέσω πολέμου, ο Χατζόπουλος, αν και αντιπολεμικός και αντιιμπεριαλιστής, θα στρατευτεί με τη βενιζελική – επεκτατική πλευρά, λόγω του εξαιρετικά φιλεργατικού και φιλαγροτικού προγράμματος της Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, το οποίο θεωρούσε αποτέλεσμα της εξαιρετικής πίεσης και των έως τότε νικών του αδύναμου εργατικού κινήματος στην Ελλάδα.
Όσο συνέβαλε στην ανάπτυξη του εργατικού – επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα, άλλο τόσο με την καλλιτεχνική του πένα προσπάθησε να διευρύνει τους αισθητικούς ορίζοντες του λαού. Πέρα από την έκδοση του φιλολογικού περιοδικού “Τέχνη”, έγραψε πλήθος ποιημάτων, διηγημάτων, δοκιμίων και μεταφράσεων.

Τα ποιήματά του μας φανερώνουν την αισθαντικότητα και την ευαισθησία του. Γίνεται επιβλητικός χωρίς να είναι μεγαλόστομος. Με γλώσσα δημοτική και συχνά επαναλαμβανόμενη μάς υποβάλλει στη σκιά, την καταχνιά και την οδύνη. Ακολουθώντας τις αρχές του μυστικιστικού αλλά ελάχιστα επαναστατικού συμβολιστικού ρεύματος μάς έχει κληροδοτήσει εξαιρετικά ποιήματα που μυρίζουν βρεμένο χώμα και ξεραμένα φθινοπωρινά φύλλα. Εκεί όμως που ο Χατζόπουλος γίνεται πραγματικά μεγάλος τεχνίτης είναι όταν το κοινωνικό καλλιτεχνικό ρεύμα του νατουραλισμού έρχεται να συγκεραστεί με την ονειρική πρότερη αίσθηση του ονειρικού συμβολισμού του. Η πιστή αποτύπωση των εξωτερικών συνθηκών και γεγονότων του νατουραλιστικού μοντέλου εμπλέκεται με την αφαιρετική διάθεση του συμβολικού του παρελθόντος. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να ασκεί οξεία κοινωνική κριτική, όχι όμως με την έννοια της απλής ανάδειξης των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων αλλά μέσα από τις αντιφάσεις των λόγων και των έργων των πρωταγωνιστών, όπου μερικές φορές δεν έχουν όνομα, τους αφαιρεί το πρόσωπο για να κοινωνικοποιήσει τα χαρακτηριστικά τους. Έτσι η προσέγγιση των αγροτικών στρωμάτων φτιάχνει μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που βρίθουν συντηρητισμού και εκμαυλισμού μη αντέχοντας εντός των πολιτισμικών ορίων της αγροτικής υπαίθρου, που οδηγούνται όμως από την άλλη πλευρά στα αδιέξοδά τους και την καταστροφή, λόγω της νεόκοπης αστικής καιροσκοπικής κουλτούρας την οποία υιοθετούν.

Η κοινωνικά κριτική του ματιά βάζει στο βάθρο του προβληματισμού τον γυναικείο υποβιβασμό μέσα στην ελληνική αστική και αγροτική κουλτούρα και ανοίγει ζητήματα σε σχέση με την καινούργια θέση της στην παραγωγή, που ακόμα όμως κουβαλά τα παλιά πολιτισμικά πρότυπα (προίκα) δυσχεραίνοντας τη θέση της στην κοινωνία παρά την αντίθετη ψευδεπίγραφη επαγγελία της χειραφέτησής της.

Παρά τους επικριτές του και πέρα από αυτούς που θέλουν να οικειοποιηθούν την τέχνη του παραβλέποντας εσκεμμένα την πολιτικοκοινωνική του κριτική, εμμένοντας πεισματικά στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της, θα παραμείνει ένας μεγάλος αγωνιστής και διανοούμενος της κοινωνικής απελευθέρωσης.

https://prin.gr/2014/10/κ-χατζόπουλος-πολυτάλαντος-της-κοινω/

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Η ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Ο Παύλος Νιρβάνας (ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη 1866-1937), λογοτέχνης του κύκλου του Κωστή Παλαμά, ήταν στενός, “γκαρδιακός” φίλος και συνεργάτης του Κώστα Χατζόπουλου. Την εποχή της έκδοσης του περιοδικού “Η Τέχνη” ήταν, μαζί με τον Παλαμά, ο βασικότερος συνεργάτης του περιοδικού.

Στην αριστουργηματική ιστοσελίδα “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” (1) βρήκα και κατέβασα τα “Φιλολογικά απομνημονεύματα” του Παύλου Νιρβάνα.(2) Στο βιβλίο υπάρχουν αμέτρητες αναφορές, ανέκδοτα, λεπτομέρειες που αφορούν τον Κώστα Χατζόπουλο και το έργο του.

Ένα από τα κεφάλαια των “Απομνημονευμάτων” είναι αφιερωμένο στην “Τέχνη”, το παραθέτω αυτούσιο.

Γ.Χ.

Μιά φωτογραφία του Κώστα Χατζόπουλου την εποχή που ήταν στη Γερμανία,
από το αρχείο του Κώστα Μεντή.

Παύλου Νιρβάνα

Η «ΤΕΧΝΗ» ΚΑΙ Ο ΜΑΛΛΙAPIΣΜΟΣ

 Μια μέρα του 1907 (3) ο Κώστας Χατζόπουλος μας είπε ξαφνικά:

 — Απεφάσισα να βγάλω ένα περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα.

Και, πράγματι, όταν βγήκε η «Τέχνη», ήτανε το περιοδικό, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Με μια περιορισμένη συνεργασία δημοτικιστών — Παλαμάς, Μαβίλης, Θεοτόκης, Καμπύσης, Ψυχάρης, Εφταλιώτης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Πασαγιάννης, Τσιριμώκος (Στέφανος Ραμάς) και ο υποφαινόμενος — παρουσιάσθηκε γραμμένη σε ορθόδοξη δημοτική απ’ την αρχή ως το τέλος, πράγμα, που δεν το είχαν τολμήσει, ως τότε, και τα πιο ευνοϊκά στην ιδέα του Δημοτικισμού περιοδικά. Και στην επικεφαλίδα ακόμα, αντίς για το καθιερωμένο «εκδίδεται», είχε γραμμένο «βγαίνει κάθε μήνα». Καθένας μπορεί να φαντασθεί τι εντύπωση έκανε, την εποχή εκείνη, παρόμοιο τόλμημα. Οι εφημερίδες άρχισαν να μας βρίζουν και να μας ειρωνεύονται. Και επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν, πώς δεν είχαμε αλλάξει και τον τίτλο του περιοδικού — έτυχε, βλέπετε η λέξη Τέχνη να είναι η ίδια στη δημοτική και στην καθαρεύουσα — μας τον άλλαξαν εκείνες. Και έτσι κάθε φορά, που μιλούσαν για την «Τέχνη» την έλεγαν «Μαστοροσύνη», ώστε πολλοί να πιστέψουν πως αυτός ήτανε ο πραγματικός τίτλος του περιοδικού.

 Μια άλλη λεπτομέρεια του επαναστατικού περιοδικού, που έδωσε τροφή στην ειρωνεία των εφημερίδων, ήτανε οι συμβολιστικές τάσεις μερικών από τους συνεργάτες του. Από κάποιο πεζό ποίημα του Κώστα Πασαγιάννη, οι «κάπαρες», μια λέξη αρπαγμένη στην τύχη, χωρίς νόημα, έκανε το γύρω των ευθυμογραφημάτων των εφημερίδων, μαζί με ένα «άκου τα ντόμινα της ζωής, σώπα…», που δε θυμούμαι πια κι εγώ από ποια στροφή είχαν αποσπασθεί και ανακατευθεί με τον τρόπο αυτό. Το όνομα της Σαιξπηρικής Μιράντας, που το είχα μεταχειριστεί, κι εγώ, σ’ ένα νεανικό μου έργο, και που το είχε βάλει σ’ ένα στίχο του ο Στέφανος Ραμάς, έκανε, πάλι την ευτυχία των δημοσιογράφων. Ο Νίκος Λάσκαρης — ποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από τριάντα χρόνια θα καταντούσε κι ο ίδιος να γράψει δημοτικά — είχε σκαρώσει και μία σχετική παρωδία, που χάλασε κόσμο. Δυστυχώς δε θυμούμαι πια παρά δύο τρεις στίχους της.

 Αγόρασα μια τιράντα

 Προς μία και τριάντα,

 Ω Μιράντα, Μιράντα!

 Εννοείται, ότι καθετί, που δημοσιευότανε στην «Τέχνη» περνούσε ως συμβολικό και ακατανόητο, ακόμη και τα θαυμάσια σονέτα του Μαβίλη, όπως η «Λήθη» και το «Καρδάκι», που πρωτοδημοσιεύτηκαν εκεί, υπογραμμένα με ένα Μ. Ένα μυθιστόρημα του Κώστα Θεοτόκη, κάπως φιλοσοφικό, το «Πάθος», με τους κερκυραίικους ιδιωτισμούς της γλώσσας του και με κάποιες νότες μουσικής, που είχε το κείμενο, βρήκε την ίδια τύχη. Μια επιφώνηση του Καμπύση, που αναφερότανε σ’ ένα πνευματικό του γέννημα είχε γίνει η κοροϊδευτική κραυγή της ημέρας: «Το παιδί μας! Πες μου τι το ’κανες το παιδί μας!…». Και απαντούσαν οι ίδιοι: «Το ’ριξα στο Βρεφοκομείο.»

 Καλύτερη τύχη δεν έλαβε κι ένα ποίημά μου, που ο Χατζόπουλος, με το να του άρεσε εξαιρετικά, το τοποθέτησε στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου της «Τέχνης», σαν ποιητικό πρόγραμμα του περιοδικού, ίσως και επειδή έτυχε ο τίτλος του να είναι «Τέχνη». Όλοι το ’βρισκαν σκοτεινό, ακατανόητο και γελοίο. Και όμως, ανεξάρτητα από την ποιητική του αξία, το νόημά του ήτανε καθαρότατο και αμφιβάλλω, αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να μην μπορεί να το καταλάβει. Ήθελε να παραστήσει, απλούστατα, μέσα σε ένα περιβάλλον φτώχειας και ερημιάς, τον ποιητή, που ανασταίνει μπροστά του, με την τέχνη του, το όνειρο μιας Άνοιξης. Για όσους θα είχαν την περιέργεια να διαβάσουν το «τερατούργημα» αυτό, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, που πρωτοφάνηκε, το αντιγράφω παρακάτω:

 Η ΤΕΧΝΗ

Τα τζάμια παγωμένα,                Από τον τοίχο στάζει,

μαύρο, σβηστό το τζάκι,            στάζει, δροσιά φαρμάκι

τα τζάμια παγωμένα.                από τον τοίχο στάζει.

Ψυχομαχάει μια λάμπα              Κι απάνω από την στέγη

απάνω στο τραπέζι,                  μια κουκουβάγια κράζει

ψυχομαχάει μια λάμπα.             και κάτω από την στέγη

Στο ξέστρωτο κρεβάτι               αργοξυπνούν δυο μάτια

μια γάτα ερημοπαίζει                — ένα τριζόνι τρίζει —

στο ξέστρωτο κρεβάτι.              κι εμπρός στα δυο τα μάτια

Μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα,

ο σάρακας γκρινιάζει,               ξανοίγεται κι ανθίζει,

μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα.

Για την εντύπωση, που έκανε τότε, περιορίζομαι να σημειώσω ότι κάποιος φίλος μου αξιωματικός του Ναυτικού, όταν το διάβασε, μου είπε με πραγματική συμπόνια.

         — Καλέ, τι ήτανε αυτό το πράγμα, που έγραψες καημένε; Τέτοια ποιήματα, μπορώ να σου σκαρώσω, κι εγώ, δέκα στο λεφτό.

        Και ξανάλεγε κοροϊδευτικά: «Ένα τριζόνι τρίζει — μια γάτα ερημοπαίζει — και κάτω απ’ το τραπέζι», προσθέτοντας μαζί και δικούς του στίχους απάνω στον ίδιο τόνο….

 Το συμπέρασμα είναι, ότι με την «Τέχνη» περάσαμε όλοι μας οι συνεργάτες της για τρελοί. Για την κακή μας τύχη, ο μακαρίτης ο Κονδυλάκης, είχε ονομάσει τότε σε κάποιο χρονογράφημά του τους δημοτικιστές «μαλλιαρούς», παίρνοντας αφορμή απ’ τον Κώστα Πασαγιάννη, που είχε μακριά μαλλιά.

 Ο όρος έπιασε μ’ ένα τρόπο ανέλπιστο και από τότε έγινε συνώνυμο με το δημοτικιστής, άθεος, κομουνιστής και ότι άλλο θέλανε. «Μαλλιαρός, Μαλλιαροσύνη και Μαλλιαρισμός» έγιναν επίσημοι όροι, μπήκαν στα βιβλία, ακούστηκαν στη Βουλή, μεταφράστηκαν στις ξένες γλώσσες (l’école des chevelus έγραφαν σοβαρότατα τα ξένα περιοδικά) και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως σήμερα. Εννοείται, ότι τότε οι άνθρωποι ακούοντας «μαλλιαρός» περίμεναν να ιδούν ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Και ήσαν πολλοί, που ζητούσαν, με κάθε τρόπο, να ιδούν τα αξιοπερίεργα αυτά τέρατα:

 — Μωρέ, δε μου δείχνετε κι εμένα κανένα μαλλιαρό;

 Μέσα σ’ αυτή την αναπουμπούλα, που είχε δημιουργηθεί τριγύρω μας, ο τρομερός εκείνος φαρσέρ, ο Κώστας Χατζόπουλος, είχε τον ηρωισμό να μας πει, μια τελευταία Κυριακή της αποκριάς, που χαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα:

 — Ελάτε να πάρουμε ένα αμάξι να περάσουμε απ’ την οδό Σταδίου.

 — Για μασκαράδες.

 — Φυσικά, για μασκαράδες.

 — Θα μας λιθοβολήσουν.

 — Δεν πειράζει.

 Δυο-τρεις είχαμε τον ηρωισμό να τον ακολουθήσουμε. Καθώς περνούσαμε απ’ την οδό Σταδίου, από ένα μπαλκόνι απέναντι στους Β. Σταύλους, μια φωνή ακούστηκε:

 — Οι μαλλιαροί, παιδιά, οι μαλλιαροί.

 Εκατό φωνές, από διάφορα σημεία ξαναείπαν:

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Τα κύματα του κόσμου σαλέψανε, σα να είχε φυσήξει απάνω τους ξαφνικός άνεμος.

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Ώσπου να καταλάβουν όμως τα πλήθη, που ζητούσαν να ιδούν τίποτε περίεργα μούτρα τριχωτών ανθρώπων, ποιοι ήσαν οι μαλλιαροί, προφτάσαμε και σωθήκαμε, στρίβοντας, με γρήγορο καλπασμό, σε κάποια πάροδο, για να βρεθούμε πάλι, στο περίφημο γραφείο της «Τέχνης», εκεί κάπου στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, όπου γεννήθηκε και έζησε, για ένα χρόνο, την πολυκύμαντη ζωή της η «Τέχνη».

 Και όμως η «Τέχνη» έμεινε και θα μείνει ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.

____________


(1 ) “Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία” https://sarantakos.wordpress.com/

(2) http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Nirvanas-Apomnimoneumata.htm#%CE%B103

Παύλου Νιρβάνα “Φιλολογικά απομνημονεύματα”, Αθήνα, βιβλιοπωλείο “Εστία” Ι.Δ.Κολλάρου και Σίας, 1929.

(3) Μικρή ανακρίβεια, πιθανώς τυπογραφικό λάθος: η «Τέχνη» βγήκε το Νοέμβριο του 1898, το 1907 ο Κ. Χατζόπουλος ήταν στη Γερμανία.


Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ – ΤΟΥ ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 Ηθογραφικό διήγημα του είδους “φουστανέλα και τσαρούχι”, που ήταν πολύ της μόδας στις δεκαετίες 1880 / 1890. Δημοσιεύτηκε στην “Ποικίλη Στοά” του 1894, ένα είδος ετήσιου φιλολογικού ημερολογίου, μιά σοβαρή και προσεγμένη έκδοση που εξέδιδε στην Αθήνα ο Ιωάννης Αρσένης από το 1881 έως το 1914. Το διήγημα συμπεριλήφθηκε και στο πρώτο βιβλίο του Δημ. Χατζόπουλου με τίτλο “Αγριολούλουδα” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.
Κρίνοντας από το θέμα, η ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός της σειράς των “Λησμονημένων Στρατιωτικών” που ο Χατζόπουλος άρχισε να δημοσιεύει το 1896 στην εφημερίδα “Σκριπ”, με τη διαφορά ότι είναι γραμμένη στη δημοτική και οι -λιγοστοί - διάλογοι δεν είναι στα ρουμελιώτικα.
Λίγα χρόνια αργότερα ο Χατζόπουλος απέρριψε εντελώς αυτού του είδους την αφήγηση, ιδιαίτερα στη νιτσεϊκή του φάση  - που λίγο-πολύ αντιστοιχεί με την περίοδο της έκδοσης του περιοδικού  “Διόνυσος” το 1901-02 – επέκρινε οξύτατα τα ηθογραφήματα του Καρκαβίτσα, του Εφταλιώτη,  του Παλαμά και του Δροσίνη. ( * )  Η διαμάχη με τον Παλαμά είχε βέβαια και άλλες αιτίες, στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε εκτενέστερα σε προσεχή ανάρτηση.
Γ.Χ.

Φιλολογικό ημερολόγιο “Ποικίλη Στοά” του 1894

ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΟΠΟΥΛΑΣ

   - ΑΠΟ ΦΙΛΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ -

  Είμαστε  απάνω στον καφέ. Ο κυρ δήμαρχος είχε ξεχωστή τη φουστανέλα του, ξεκούμπωσε το γελέκο του, και ξαπλώθηκε γελαστός σε μιά πολτρόνα κάμνοντας ραχάτι. Εκεί απάνω μπαίνει ένας χωροφύλακας.
 - Κυρ δήμαρχε, τουφέκι στ’αμπέλια!... βαρέθηκαν για το νερό.
  Ο κυρ δήμαρχος ανατινάχτηκε, φύσησε τα μάγουλά του, και σέρνοντας τη φουστανέλα του, το φέσι του και τα τσαρούχια του άρχισε να κατεβαίνη τη σκάλα. Θέλησα να πάγω μαζή του και με μπόδισε.
 - Κάθησαι, αυτού που κάθεσαι, λεβέντη μου, δεν είσαι για κακονύχτιες. Αυτό που ήθελα κι’ εγώ. Είχα φάγη και καλά μάλιστα, είχα πιή κι’ όχι λίγο. Είχα λησμονήση και το σπαθί μου, και το καπέλο μου και το στέμμα μου. Μόνο ο καθρέφτης αντικρύ μόδειχνε τη στολή μου με τ’ αστεράκι του ανθυπολοχαγού. Όταν έφυγεν ο κυρ δήμαρχος άρχισε να φεύγη και η ησυχία μου. Η δημαρχοπούλα, όπως σου έλεγα και παραπάνω, δε ξέρω τι βρίσκει να με κοιτάζη πάντα στα μάτια, ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρόνων, ένα μαϊμουδάκι, μπεμπέ, παχουλό με γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Και με την ίδια ευχαρίστηση άρχισε πάλι να καρφώνη τα ματάκια του το πιτσουνάκι στα δικά μου. Ανατινάχτηκα και μαζή μου και το τραπέζι με τα απομεινάρια του γλυκού και των φρούτων. Η δημαρχοπούλα χαμογέλασε και είπε με μια φωνή που όταν την ακούς, θαρρείς, πως κάτι τι άλλο είναι αυτό το τριαντάφυλλο παρά κόρη ενός κυρ δημάρχου:
 - Θα πάρετε, καφέ, κύριε Μιλτιάδη;
 - Ευχαριστώ, δεσποινίς.
  Με κοίταξε κάπως θυμωμένα. Έτσι πάντα με κοιτάζει εδώ κι΄ένα μήνα τώρα από τον καιρό που είχα την ευτυχία να με πετάξη ’ς αυτό το χωριό η νέα κυβέρνησις,  και να γνωριστώ με τον κυρ δήμαρχον και την κόρην του. Έτσι πάντα με κοιτάζει με τα ματάκια της, που αγριεύουν τόσο, όσο η θάλασσα στο φύσημα του μπάτη, όταν θελήσω να την κομπλιμεντάρω. Και χωρίς να μου μιλήση γυρίζει προς τη Βασίλω:
 - Βάσω, να σηκώσης το τραπέζι, και να μας φέρης τον καφέ στο μπαλκόνι.
  Η Βασίλω, και χαϊδευτικά η Βάσω είναι περίεργο ζώο. Ένας κορμός ολοστρόγγυλος με δυό χέρια ολοστρόγγυλα, με δυό ποδάρια ολοστόγγυλα, με δυό μάτια ολοστρόγγυλα, μ’ ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο, με μια μούρη ολοστρόγγυλη, με ένα στόμα ολοστρόγγυλο, απάνω κάτω οδοστρωτήρ, που όπου πατήση το πόδι της όλο το αρχοντόσπιτο του κυρ δημάρχου αρχίζει να χορεύη νευρικά.
  Μας έφερε δύο καρέκλες το μπαλκόνι και καθήσαμε. Το μπαλκόνι μαρμαρένιο, αψηλό πολύ με την πλατεία του χωριού κάτω και με  μια ακακία που ανεβαίνει  από μέρα σε μέρα προς τ’απάνω πράσινη και φουντωτή σαν ομπρέλλα, με τα σιδερένια του κάγγελα, είναι πολύ όμορφο πράμμα. Αν σου πω πως μ’ αυτό το μπαλκόνι ειμ’ ερωτεμμένος, θα με πάρης για κάνα γεροντάκι που τ’ αρέσει να ξαπλώνεται σε μια κώχη με τους ρευματισμούς στα πόδια και το βιβλίο στο χέρι. Απ’ εκεί ρίχνω τη ματιά μου κάτω στη πλατεία, την σηκόνω  ύστερα προς το βράχο του βουνού, και την αφήνω να τρέξη στην ελεύθερη θάλασσα. Να κι’ απόψε η ίδια χαρωπή, ήσυχη, γλυκειά όψη του. Η πλατεία με τα δενδράκια της, και το καφενεδάκι της που πίνουν τον καφέ τους και κόβονται για τα πολιτικά οι νέοι του χωριού μαζή με τους γέρους. Η κυβέρνησις στέκει καλά· όχι η κυβέρνησις θα πέση και έτσι πάει λέγοντας· παραπέρα η παρέα που ξεφαντόνει κάθε βράδυ, και ψάλλει για την κόρη της χήρας του χωριού με τόσο πάθος:

    σαν τι το θέλει η μάννα σου τη νύχτα το λυχνάρι … ώ!... ωχ!...

  Και πιο παρέκει ένας ύπνος και σιγαλιά μεγάλη σ’ όλα τα σπιτάκια που ξετυλίγονται κλιμακωτά στην αράδα. Και απόμακρα η θάλασσα η πάντα αφρισμένη με τα κατάρτια των καϊκιών της, που τόσο φαντάζουν μέσα στη νύχτα. Αποπάνω το βουνό ήσυχο με τα δεντράκια του κρεμασμένα, λες, το εν’ απάνω στ’ άλλο. Σιγαλιά μαγεμμένη. Αν θυμάσαι, την μεγάλη εκείνη λαγγαδιά της Πεντέλης που βαρούσαμε τα ορτύκια πέρυσι· μοιάζει πολύ αυτή η αγκωνή της γης. Τόπος που δεν σου ανοίγει μεγάλο ορίζοντα για να σου αναφτερόνη την καρδιά και να σου συνεπαίρνη τη σκέψη. Τόπος μικρός, γελαστός που σε σέρνει μαζή του και σου λέει κάθησαι εδώ αιώνια, μη ζητήσης τίποτες από τη ζωή πέρα από την ερημιά μου.
  Η Βάσω έφερε τον καφέ· έβαλε μια καρέκλα ανάμεσά μας, απίθωσε το δίσκο, κι’ έφυγε.
 - Κύριε Μιλτιάδη, θα σας σερβίρω μόνη μου, είπε η δημαρχοπούλα, και σηκώθηκε.
  Ειχ’ ανάψη ένα σιγάρο και κοίταζα τη θάλασσα σαν κουτός. Κι’ άξαφνα είδα το παχουλό της χέρι εμπρός στα μάτια μου. Ηλεκτρισμό να είχε δε θα ξαφνιαζόμουνα τόσο. Τι όμορφο χεράκι. Ποτές μου δεν είδα τόσο όμορφο χεράκι· παχουλό, μικρουλάκι σαν κουκλάκι, μαλακό και διάφανο σαν κρύσταλλο, μικρό, μικρό και παχουλό – όσο άφηνε να φαίνεται η ταντέλλα του μανικιού της. Το μαργιόλικο το κορίτσι· είδε τη φωτιά πόβγαλαν τα μάτια μου, χαμογέλασε και τ’ άφησε το χεράκι της ακόμα μπροστά στα μάτια μου. Εγώ που δε κυρίεψα κανένα φρούριο τούρκικο ακόμα, αλλ’ έχω κάμη αρκετές παλληκαριές, σάστισα !. Ένα χεράκι κοριτσιού δεκαπέντε χρονών, ένα χεράκι ενός μπεμπέ μ’έκανε απάνω κάτω. Στάθηκα αρκετά σαν κουτός, ασάλευτος, και ύστερα έπιασα το χεράκι της δημαρχοπούλας· ανατρίχιασα όλος κι’ ένιωσα το αίμα της να βράζη μέσα στις γαλάζιες φλεβίτσες της· πως έλαμπαν τα μάτια της από ηδονή και τι φωτιές μ’ άναβαν. Και συλλογιζόμουνα πως ήρθε έτσι άξαφνα αυτή η φωτιά. Και άρχισα να το χαϊδεύω αυτό το χεράκι το παχουλό και τ’απαλό σαν μετάξι. Κ’ εκεί που το χάϊδευα το σέρνω κοντά μου και σκύβω και το δίνω ένα φιλί γλήγωρο, γλήγωρο. Αναταράχθηκα και κοίταξα τρομασμένα τη δημαρχοπούλα. Το μαργιόλικο κορίτσι έστεκε ατάραχο. Και είπε αγάλι’ αγάλια που μόλις τ’ άκουσα:
- Μια φορά, μονάχα !. Ξαναφίλησέ το … ξανά …
  Κι έτσι χθές το βράδυ όσο να γυρίση ο κυρ δήμαρχος από τ’ αμπέλια που βαρεθήκαν καμιά ντουζίνα για το νερό, βάρεσα κι’ εγώ στο μπαλκόνι του κυρ δημάρχου για το καλό στο χεράκι της δημαρχοπούλας διπλές και διπλές ντουζίνες φιλιά. Απ’ αυτές σου στέλνω και σένα μια ντουζίνα εγώ ο τρομερός ανθυπολοχαγός και φίλος σου.

Σεπτέμβριος 1893           Αχιλλεύς Σπαθάτος

                                ΜΗΤΣΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

___________

( * )  « […]  Δεν υπάρχει δε φουστανελλοφόρον έργον του κ. Δροσίνη, του κ. Καρκαβίτσα, του κ. Παλαμά, του κ. Βλαχογιάννη, του κ. Εφταλώτη που να μην έχει μεταφρασθή εις τα λαϊκώτερα ξένα περιοδικά, τα θηρεύοντα λαογραφικά περίεργα και εθνολογικά αναγνώσματα υπό τύπον διηγημάτων. Καταντά να έχωμεν ημείς οι Έλληνες συγγραφείς, χάρις εις διαφόρους μετριότητας που γνωρίζουν την γλώσσαν μας, το μονοπώλιον της φιλολογίας των ληστών και των αγροτικών εθίμων. Καταντά η μικρά Ελλάς να παρίσταται ως κάποιο ταπεινόν φιλολογικός ανθρωπάριον, το οποίον δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από τον ψελλισμόν ολίγων ηθογραφικών μονοτόνων εικόνων».
Μποέμ, «Ημείς και μερικοί ξένοι», «Διόνυσος», τεύχος 2, σελ. 83-84.